Με το τουφέκι και τη λύρα

Ῥεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου


059

Ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων, ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτήν, πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των, εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον -ἐκεῖ ἀνάμεσα ἐσώζετο ἀκόμη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Δὲν ὑπῆρχε πλέον οἰκία ὀρθή, δὲν ὑπῆρχε στέγη καὶ ἄσυλον εἰς ὅλον τὸ ὀροπέδιον ἐκεῖνο, παρὰ τὴν ἀπορρώγα ἀκτήν. Μόνος ὁ μικρὸς ναΐσκος ὑπῆρχε καὶ εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου ὁ Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας εἶχε κτίσει μικρὸν ὑπόστεγον καλύβην μᾶλλον ἢ οἰκίαν, λαβὼν τὴν ξυλείαν, ὅσην ἠδυνήθη νὰ εὕρη, καὶ τινὰς λίθους ἀπὸ τὰ τόσα τριγύρω ἐρείπια, διὰ νὰ στεγάζεται προχείρως ἐκεῖ καὶ καπνίζῃ ἀκατακρίτως τὸ τσιμποῦκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμόν, ἔξω τοῦ ναοῦ, ὁ φιλέρημος γέρων.

Ὁ ναΐσκος ἦτο ἰδιόκτητος· πρᾶγμα σπάνιον εἰς τὸν τόπον, λείψανον παλαιοῦ θεσμοῦ· ἦτον κτῆμα αὐτοῦ τοῦ γέροντος Φραγκούλα. Ὁ ἀξιότιμος πρεσβύτης, φέρων ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα προεστοῦ, ὡραῖον φέσι τοῦ Τουνεζίου, ἐπανωβράκι τσόχινον, μὲ ζώνην πλατεῖαν κεντητήν, μακρὰν τσιμπούκαν μὲ ἠλέκτρινον μαμόν, καὶ κρατῶν μὲ τὴν ἀριστερὰν ἠλέκτρινον μακρὸν κομβολόγιον, δὲν ἦτο καὶ πολὺ γέρων, ὡς πενήντα πέντε χρόνων ἄνθρωπος. Κατήγετο ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτέραν καὶ πλέον γνησίως αὐτόχθονα οἰκογένειαν τοῦ τόπου. Ἦτον ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας εὐσταλής, ὑψηλός, λεπτὸς τὴν μέσην, μελαγχροινός, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας τοῦ προσώπου, δασείας ὀφρύς, ὀφθαλμοὺς μεγάλους, ὀγκώδη ρῖνα, χονδρὰ χείλη προέχοντα. Ἠγάπα πολὺ τὰ μουσικὰ τά τε ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ ἐξωτερικά, ὑπῆρξε δὲ μὲ τὴν χονδρήν, ἀλλὰ παθητικὴν φωνήν του, ψάλτης καὶ τραγουδιστὴς εἰς τὸν καιρόν του μέχρι γήρατος.

Τὴν Σινιώραν, ὡραίαν νέαν, λεπτοφυῆ, λευκοτάτην, τὴν εἶχε νυμφευθῆ ἀπὸ ἔρωτα. Ἤδη εἶχε συζήσει μαζί της ὑπὲρ τὰ εἴκοσι πέντε ἔτη, καὶ εἶχεν ἀποκτήσει τέσσαρας υἱοὺς καὶ τρεῖς θυγατέρας. Ἀλλὰ τώρα, εἰς τὸν οὐδὸν τοῦ γήρατος, δὲν συνέζη πλέον μαζί της.

Εἶχε χωρίσει ἅπαξ ἤδη, ἀφοῦ ἐγεννήθησαν τὰ τέσσαρα πρῶτα παιδία, δυὸ υἱοὶ καὶ δυὸ θυγατέρες· ὁ πρῶτος οὖτος χωρισμὸς διήρκεσεν ἐπὶ τινὰς μῆνας. Εἶτα ἐπῆλθε συνδιαλλαγὴ καὶ συμβίωσις πάλιν. Τότε ἐγεννήθησαν ἄλλα δυὸ τέκνα, υἱὸς καὶ θυγάτριον. Εἶτα ἐπῆλθε δεύτερος χωρισμός, ὑπὲρ τὸ ἔτος διαρκέσας. Μετὰ τὸν χωρισμὸν δευτέρα συνδιαλλαγή. Τότε ἐγεννήθη ὁ τελευταῖος υἱός. Ἀκολούθως ἐπῆλθε μακρὸς χωρισμὸς μεταξὺ τῶν συζύγων. Ὁ τελευταῖος οὖτος χωρισμός, μετὰ πολλὰς ἀγόνους ἀποπείρας συνδιαλλαγῆς, διήρκει ἀπὸ τριῶν ἐτῶν καὶ ἡμίσεος. Δὲν ἦτο πλέον φόβος νὰ γεννηθοῦν ἄλλα τέκνα. Ἡ Σινιώρα ἦτο ὑπερτεσσαρακοντούτις ἤδη.

Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, τῆς 13 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 186… ἐκάθητο μόνος, ὁλομόναχος, ἔξω τοῦ ναΐσκου, εἰς τὸ προαύλιον, ἔμπροσθεν τῆς καλύβης τὴν ὁποίαν εἶχε κτίσει, ἐκάπνιζε τὸ τσιμποῦκι του κ᾿ ἐρρέμβαζεν. Ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸν λουλᾶν ἀνέθρωσκε καὶ ἀνέβαινεν εἰς κυανοὺς κύκλους εἰς τὸ κενόν, καὶ οἱ λογισμοὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐφαίνοντο νὰ παρακολουθοῦν τοὺς κύκλους τοῦ καπνοῦ καὶ νὰ χάνωνται μετ᾿ αὐτῶν εἰς τὸ ἀχανές, τὸ ἄπειρον. Τί ἐσκέπτετο;

Βεβαίως τὴν σύζυγόν του, μὲ τὴν ὁποίαν ἦσαν εἰς διάστασιν, καὶ τὰ τέκνα του, τὰ ὁποῖα σπανίως ἔβλεπεν. Ἐσχάτως τοῦ εἶχον παρουσιασθῆ πρώτην φορὰν εἰς τὴν ζωήν του, καὶ οἰκονομικαὶ στενοχωρίαι. Ὁ Φραγκούλας ἦτο μεγαλοκτηματίας. Εἶχε παμπόλλους ἐλαιῶνας, ἀμπέλια ἀρκετά, καὶ χωράφια ἀμέτρητα. Μόνον ἀπὸ τὸν ἀντίσπορον τῶν χωραφιῶν ἠμποροῦσε νὰ μὴν ἀγοράζῃ ψωμὶ δι᾿ ὅλου τοῦ ἔτους αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του. Οἱ δὲ ἐλαιῶνες, ὅταν ἐκαρποφόρουν ἔδιδον ἀρκετὸν εἰσόδημα. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ δὲν εἰργάζετο ποτὲ μόνος του, τὰ ἔξοδα «τὸν ἔτρωγαν!» Εἶτα, αὐξανομένης τῆς οἰκογενείας, συνηυξάνοντο καὶ αἱ ἀνάγκαι. Καὶ ὅσον ηὔξανον τὰ ἔξοδα, τόσον τὰ ἔσοδα ἠλαττοῦντο. Ἦλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», ἀφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Εἶτα, διὰ πρώτην φορὰν, ἔλαβεν ἀνάγκην μικρῶν δανείων. Δὲν ἐφαντάζετο ποτὲ ὅτι μία μικρὴ κάμπη ἀρκεῖ διὰ νὰ καταστρέψῃ ὁλόκληρον φυτείαν. Ἀπηυθύνθη εἰς ἕνα τοκογλύφον τοῦ τόπου.

Οἱ τοιοῦτοι ἦσαν ἄνθρωποι «φερτοί», ἀπ᾿ ἔξω, καὶ ὅταν κατέφυγον εἰς τὸν τόπον, ἐν ὥρᾳ συμφορᾶς καὶ ἀνεμοζάλης, κατὰ τὴν Μεγάλην Ἐπανάστασιν, ἢ κατὰ τὰ ἄλλα κινήματα τὰ πρὸ αὐτῆς, ἀρχομένης τῆς ἑκατονταετηρίδος, κανεὶς δὲν ἔδωκεν προσοχὴν καὶ σημασίαν εἰς αὐτούς.

Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ οἱ ἐντόπιοι εἶχον ἀποκλειστικὴν προσήλωσιν εἰς τὰ κτήματα, οὗτοι, οἱ ἐπήλυδες, ὡς πράττουσιν ὅλοι οἱ φύσει καὶ θέσει Ἑβραῖοι, ἔδωκαν ὅλην τὴν σημασίαν καὶ τὴν προσοχήν των εἰς τὰ χρήματα. Ἤνοιξαν ἐργαστήρια, μαγαζεία, κ᾿ ἐμπορεύοντο κ᾿ ἐχρηματίζοντο. Εἶτα ἦλθεν ἡ ὥρα, ὅπως καὶ τώρα καὶ πάντοτε συμβαίνει, οἱ ἐντόπιοι ἔλαβον ἀνάγκην τῶν χρημάτων, καὶ τότε ἤρχισαν νὰ ὑποθηκεύουν τὰ κτήματα. Ἐωσότου παρῆλθε μία γενεά, ἢ μία καὶ ἠμισεία, καὶ τὰ χρήματα ἐπέστρεψαν εἰς τοὺς δανειστὰς συμπαραλαβόντα μεθ᾿ ἑαυτῶν καὶ τὰ κτήματα.

Ἕως τότε δὲν εἶχε συλλογισθῆ τοιαῦτα πράγματα ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας, οὔτε τὸν ἔμελε ποτέ του περὶ χρημάτων. Ἀλλ᾿ ἐπ᾿ ἐσχάτων εἶχε λάβει ἀνάγκην καὶ δευτέρου καὶ τρίτου δανείου, καὶ οἱ δανεισταὶ προθύμως τοῦ ἔδιδαν, ἀλλ᾿ ἀπήτουν νὰ τοὺς καθιστᾶ ὑπέγγυα τὰ καλλίτερα κτήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἕκαστον εἶχε κατ᾿ αὐτὸν ἐκτιμητήν, δεκαπλασίαν ἀξίαν τοῦ ποσοῦ τοῦ δανειζομένου… Πλὴν φεῦ! αὐτὸς δὲν ἦτο μόνος καϋμός του.

Ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας δὲν ἐφόρει πλέον τὸ ὡραῖον του μαῦρον φέσι, τὸ τουνεζιάνικον· ἔφερεν οἰκιακὸν μαῦρον σκοῦφον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς. Ἀλλ᾿ εὑρίσκετο σήμερον εἰς τὴν ἐξοχήν. Ἐὰν τὸν συνηντῶμεν τὴν προτεραίαν εἰς τὴν ἀγοράν, κάτω εἰς τὴν πολίχνην, θὰ ἐβλέπομεν ὅτι εἶχε βάψει μαῦρον τὸ φέσι του… Εἶχε πρόσφατον πένθος.

-Α! Τὤχασα τὸ καϋμένο μ᾿, τὸ εὐάγωγο, τὤχασα.

Ὁ γέρο-Φραγκούλης ἐστέναζε, καὶ εἶχε δίκαιον νὰ στενάζῃ. Τὸ καλλίτερον κοράσιόν του, τὸ τρίτον, τὸ μικρότερον, δεκατετραετὲς μόλις τὴν ἡλικίαν –τὸ ὁποῖον εἶχε γεννηθῆ κατά τι διάλειμμα ἔρωτος, μεταξὺ δυὸ χωρισμῶν- τοῦ εἶχεν ἀποθάνει πρὸ ὀλίγων μηνῶν…

Καὶ αὐτὸς ἦλθεν εἰς τὴν Παναγίαν διὰ νὰ κλαύσῃ καὶ νὰ πῇ τὸν πόνο του. Ἦτον κτῆμα του ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Τὸ ἐκκλησίδιον ἦτο εὐπρεπέστατον, ὡραῖα στολισμένον, καὶ εἶχε καλὰς εἰκόνας –καὶ μάλιστα τὴν φερώνυμον, τὴν γλυκεῖαν Παναγίαν τὴν Πρέκλαν- σκαλιστὸν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλαιον καὶ μανουάλια ὀρειχάλκινα, κανδήλια ἀργυρᾶ. Ἔφερε πάντοτε ὁ ἰδιοκτήτης μαζί του τὴν βαρεῖαν ὑπερμεγέθη κλεῖδα τῆς δρύϊνης θύρας τῆς στερεᾶς, καὶ δὲν ἔλειπε συχνὰ νὰ ἐπισκέπτεται τὴν Παναγίαν. Τὴν ἡμέραν ἐκείνην θὰ ἐτελεῖτο πανήγυρις εἰς τὸν ναΐσκον, τιμώμενον ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς Κοιμήσεως. Θὰ ἤρχοντο ἀπὸ τὸν τόπον πολλαὶ οἰκογένειαι καὶ ἄτομα, δωδεκάδες τινὲς προσκυνητῶν καὶ πανηγυριστῶν καὶ ὁ Παππανικόλας ὁ συμπέθερός του. Εἰς τὸν Παππανικόλαν ἔδιδεν ὁ Φραγκούλης διὰ τὸν κόπον του ἓν τάλληρον, περιπλέον δὲ εἰσέπραττεν ὁ παππᾶς διὰ λογαριασμόν του τὰς δεκάρας, ὅσας ἔδιδον αἱ γυναῖκες «διὰ νὰ γράψουν τὰ ὀνόματα» ἢ τὰ «ψυχοχάρτια». Ὅλα τ᾿ ἄλλα, προσφορᾶς, ἀρτοκλασίαν, πώλησιν κηρίων κ.τ.λ. τὰ εἰσάπραττεν ὁ Φραγκούλης ὡς εἰσόδημα ἰδικόν του…

Καὶ τώρα τοὺς ἐπερίμενε νὰ ἔλθουν πάλιν… καὶ ἀνελογίζετο πῶς ἄλλοτε, ὅταν ἦτο νέος ἀκόμη, μετὰ τὸν πρῶτον χωρισμὸν ἀπὸ τὴ γυναῖκα του, ἡ πανήγυρις αὕτη τῆς Παναγίας τῆς Κοιμήσεως ἔγινεν ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐπέλθῃ συνδιαλλαγὴ μετὰ τῆς γυναικός του. Κατόπιν τῆς συνδιαλλαγῆς ἐκείνης ἐγεννήθη ὁ τρίτος υἱός, καὶ τὸ Κουμπώ, τὸ θυγάτριον τὸ ὁποῖον ἐθρήνει τώρα ὁ γέρο-Φραγκούλης.

-Τὤχασα, τὸ καυμένο μου, τὸ εὐάγωγο, τὤχασα!…

P1000401

Ὤ, δὲν ἐλυπεῖτο τώρα τόσον πολὺ τὸν ἀπὸ τῆς γυναικός του χωρισμὸν –τὴν ὁποίαν ἄλλως τε τρυφερῶς ἠγάπα-, ὅσον ἐθρήνει τὴν σκληρὰν ἀπώλειαν ἐκείνη τῆς κορασίδος, τὴν ὁποίαν εἰς τὸν ἄλλον κόσμον ἤλπιζε μόνον νὰ ἐπανεύρῃ… Καὶ κατενύσσετο πολὺ ἡ καρδία του καὶ ἐθλίβετο… Καὶ ἀνελογίσθη ὅτι τὸ πάλαι ἐδῶ οἱ χριστιανοί, ὅσοι ἦσαν ὡς αὐτὸς τεθλιμμένοι, εἰς τὸν ναΐσκον αὐτὸν τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας ἤρχοντο τὰς ἡμέρας αὐτάς, νὰ εὕρωσι διὰ τῆς ἐγκρατείας καὶ τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ ἱεροῦ ᾄσματος ἀναψυχὴν καὶ παραμυθίαν… Τὸν παλαιὸν καιρόν, πρὸ τοῦ εἰκοσιένα, ὅταν τὸ σήμερον ἔρημον καὶ κατηρειπωμένον χωρίον ἐκατοικεῖτο ἀκόμη, ὅλοι οἱ κάτοικοι, καὶ τῶν δυὸ ἐνοριῶν, ἤρχοντο εἰς τὸν ναὸν τῆς Πρέκλας, ὅστις ἦτο ἁπλοῦν παρεκκλήσιον, ν᾿ ἀκούσωσι τὰς ψαλλομένας Παρακλήσεις καθ᾿ ὅλον τὸν Δεκαπενταύγουστον…

Ἄφησεν εἰς τὴν ἄκρην τὸ τσιμποῦκι, τὸ ὁποῖον εἶχε σβύσει ἤδη ἀνεπαισθήτως, ἐν μέσῳ τῆς ἀλλοφροσύνης τῶν ρεμβασμῶν τοῦ καπνιστοῦ, καὶ ἀκουσίως ἤρχισε νὰ ὑποψάλλῃ.

Ἔλεγε τὸν Μέγαν Παρακλητικὸν Κανόνα καὶ τὸν εἰς τὴν Παναγίαν, ὅπου διηγῳδοῦνται τὰ παθήματα καὶ τὰ βάσανα μιᾶς ψυχῆς καὶ τὴν σειρὰν ὅλην τῶν κατανυκτικῶν ὕμνων, ὅπου εἷς βασιλεὺς Ἕλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, ἀπὸ Λατίνους καὶ Ἄραβας καὶ τοὺς ἰδικούς του, διηγῳδεῖ πρὸς τὴν Παναγίαν τοὺς ἰδίους πόνους του, καὶ τοὺς διωγμούς, ὅσους ὑπέφερεν ἀπὸ τὰ στίφη τῶν βαρβάρων, τὰ ὁποῖα ὀνομάζει «νέφη».

Εἶτα, κατὰ μικρόν, ἀφοῦ εἶπεν ὅσα τροπάρια ἐνθυμεῖτο ἀπὸ στήθους, ὕψωσεν ἀκουσίως τὴν φωνήν, καὶ ἤρχισε νὰ μέλπῃ τὸ ἀθάνατον ἐκεῖνο: «Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα, Καὶ Σύ, Υἱὲ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα»,

…Καὶ εἶτα προσέτι, παρεκάλει διὰ τοῦ ᾄσματος τὴν Παναγίαν, νὰ εἶναι μεσίτρια πρὸς τὸν Θεόν, «μή μου ἐλέγξη τὰς πράξεις ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων…» Ὤ, αὐτὸ εἶχε τὴν δύναμιν καὶ τὸ προνόμιον νὰ κάμνῃ πολλὰ ζεύγη ὀφθαλμῶν νὰ κλαίωσι τὸν παλαιὸν καιρόν, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἔκλαιον ἀκόμη ἑκούσια δάκρυα ἐκ συναισθήσεως…

Ὁ γέρο-Φραγκούλης ἐπίστευε καὶ ἔκλαιεν… Ὤ, ναί, ἦτον ἄνθρωπος ἀσθενής· ἠγάπα καὶ ἡμάρτανε καὶ μετενόει… Ἠγάπα τὴν θρησκείαν, ἠγάπα τὴν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα του, ἐπόθει ἀκόμη τὸν συζυγικὸν βίον, ἐπόθει καὶ τὸν βίον τὸν μοναχικόν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχε ἀγαπήσει ἐξ ὅλης καρδίας τὴν Σινιωρίτσα του… καὶ τὴν ἠγάπα ἀκόμη. Ἀλλ᾿ ὅσον τρυφερὸς ἦτον εἰς τὸν ἔρωτα, τόσον εὐεπίφορος εἰς τὸ πεῖσμα, καὶ τόσον γοργὸς εἰς τὴν ὀργήν. Ὤ, ἀτέλειαι τῶν ἀνθρώπων!

Τώρα εἰς τοὺς τελευταίους χρόνους, εἶχε γνωρίσει ἀκόμη καὶ τὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, τὸ παράπονον τῆς ξεπεσμένης ἀρχοντιᾶς, τὰς πιέσεις καὶ τὰς ἀπειλὰς τῶν τοκογλύφων. «Τὸ διάφορο κεφάλι! τὸ διάφορο κεφάλι! τὸ διάφορο κεφάλι!» Ἐπὶ τέσσαρας ἐνιαυτοὺς ἦτον ἀφορία, αἱ ἐλαίαι δὲν ἐκαρποφόρησαν· ὁ καρπὸς εἶχε προσβληθῆ ἀπὸ ἄγνωστον ἀσθένειαν, διὰ τὰς ἁμαρτίας τῶν ἰδιοκτητῶν. Εἶχαν κιτρινίσει καὶ μαυρίσει αἱ ἐλαίαι, καὶ ἦσαν γεμᾶται ἀπὸ βοῦλες καὶ εἶχαν πέσει ἄκαιρα. Τόσα «ὑποστατικά», τόσα «μούλκια», τόσο «βίος», ἀγύριστα κτήματα, σχεδὸν τσιφλίκια, ἠπειλοῦντο νὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας τῶν τοκογλύφων. Ἐγέννα ἢ ὄχι ἡ γῆ, ἐκαρποφόρουν ἢ ὄχι τὰ δένδρα, ὁ τόκος δὲν ἔπαυε. Τὰ κεφάλαια «ἔτικτον». Ἔπαυσε νὰ τίκτῃ ἡ γόνιμος (ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Βασίλειος), ἀφοῦ τὰ ἄγονα ἤρχισαν κ᾿ ἐξηκολούθουν νὰ τίκτουν…

Ἀνελογίζετο αὐτά, κ᾿ ἔκλαιεν ἡ ψυχή του. Δὲν ἤλπιζε πλέον, οὔτε ηὔχετο σχεδόν, νὰ ἤρχετο ἡ Σινιωρίτσα αὔριον εἰς τὴν πανήγυριν, ὅπως ἤρχετο τακτικὰ κάθε χρόνον ἄλλοτε, ὅταν ἦσαν «μονιασμένοι», -ὅπως εἶχεν ἔλθει καὶ ἅπαξ, εἰς καιρὸν ὁποὺ εὑρίσκοντο χωρισμένοι πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν… Τώρα μόνον ἡ ψυχὴ τῆς Κουμπῶς, τῆς ἀθῴας μικρᾶς παρθένου, εἶθε νὰ παρίστατο ἀοράτως εἰς τὴν πανήγυριν ἀγαλλομένη.

Ὤ! ἄλλοτε, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν, πρὶν γεννηθῆ ἀκόμη ἡ Κουμπὼ ναί, ἡ Παναγία εἶχε δωρήσει τὸ ἁβρὸν ἐκεῖνο ἄνθος εἰς τὸν Φραγκούλην καὶ τὴν Σινιώραν, καὶ ἡ Παναγία πάλιν τὸ εἶχε δρέψει καὶ τὸ εἶχεν ἀναλάβει πλησίον της. Πρὶν μολυνθῆ ἐκ τῆς ἐπαφῆς τῶν ματαίων του κόσμου. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, εἶχε συμβῇ ὁ πρῶτος χωρισμός, τὸ πρῶτον πεῖσμα, τὸ πρῶτον κάκιωμα μεταξὺ τῶν συζύγων. Καὶ ὁ Φραγκούλης, θυμώδης, ὀξύχολος, δριμύς, εἶχεν ἀναβῇ ὅπως τώρα, ἀπὸ τὴν πολίχνην τὴν κατοικημένην εἰς τὸ παλαιὸν χωρίον τὸ ἔρημον, τοῦ ὁποίου ἐσώζοντο τότε ἀκόμη ὀλίγισται οἰκίαι καὶ δὲν ἦτο ἐρείπιον ὅλον, ὅπως σήμερον. Καὶ καθὼς τώρα, εἶχεν ἔλθει δυὸ ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς ἑορτῆς εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Πρέκλας, ἐκάθητο δὲ εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ναΐσκου κι᾿ ἐκάπνιζε τὸ μακρὸν τσιμποῦκι μὲ τὸ ἠλέκτρινον ἐπιστόμιον. Πλὴν τότε τὸ φέσι τοῦ ἦτο κατακόκκινον, καὶ τώρα ἐφόρει μαῦρον σκοῦφον… Καὶ τότε ὁ Φραγκούλης ἦτο σαράντα χρόνων καὶ τώρα ἦτο πενηνταπέντε. Τότε ἔτρεφε πεῖσμα καὶ χολήν, ἀλλ᾿ εἶχε πολὺ περισσότερον καὶ βαθύτερον συζυγικὸν ἔρωτα, καὶ μόνον νύξιν ἤθελεν· ἦτον ἕτοιμος νὰ συγχωρήσῃ καὶ ν᾿ ἀγαπήσῃ… Ἀλλὰ τώρα δὲν εἶχε πλέον οὔτε πεῖσμα σχεδὸν οὔτε ὀργήν, ἠγάπα τὴν Σινιώραν, τὴν ἐπόνει, ἀλλ᾿ ἔκλαιε πολὺ περισσότερον διὰ τὸ θυγάτριόν του, τὸ Κουμπῶ. «Τὸ καϋμένο τὸ εὐάγωγο!».

Ἐκείνην τὴν φορὰν, ὁ παππα-Νικόλας, ἅμα ἔφθασε τὴν παραμονήν, ἀκολουθούμενος ἀπὸ πλῆθος προσκυνητῶν διὰ τὴν πανήγυριν, ἐστάθη πλησίον τῆς θύρας τοῦ ναοῦ, παρὰ τὴν γωνίαν, καὶ τοῦ εἶπε μυστηριωδῶς:

-Θἄχης μουσαφιρλίκια, θαρρῶ.

-Τί τρέχει, παππᾶ; ἠρώτησε μειδιῶν ὁ Φραγκούλης, ὅστις ἐμάντευσε πάραυτα.

-Θὰ σοῦ ἔλθει τ᾿ ἀσκέρι… Κύτταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα, χωρὶς πείσματα.

Simonopetra1896B

Ὁ Παππᾶς, ἀσκέρι λέγων, ἐννοοῦσε προφανῶς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Φραγκούλα· ἀλλὰ τάχα μόνον τὰ παιδία, τὰ δυὸ μεγαλείτερα ἐκ τῶν τεσσάρων; -καθόσον τὰ ἄλλα δυὸ τὰ μικρά, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ κουβαληθοῦν εἰς διάστημα τριῶν ὡρῶν ὁδοιπορίας χωρὶς τὴν μητέρα των. Ὁ Φραγκούλης ἠθέλησε νὰ βεβαιωθῇ.

-Θἄρθη μαζὶ κι᾿ ἡ μάνα τους;

-Βέβαια… πιστεύω, εἶπεν ὁ παππᾶς.

Τῷ ὄντι, ὅταν ἐβράδυασε καλὰ καὶ ἄρχισε νὰ σκοτεινιάζῃ, ἡ κυρὰ Σινιώρα ᾖλθε, μαζὺ μὲ τὴν γραῖαν μητέρα της καὶ μὲ τὰ τέσσερα παιδιά της, ἐν συνοδείᾳ καὶ ἄλλων προσκυνητριῶν, γειτονισσῶν ἢ συγγενῶν της. Ἀπὸ πολλῶν μηνῶν δὲν εἶχεν ἰδεῖ τὸν συζυγόν της, ὅστις εἶχε κατοικήσει χωριστὰ –εἰς εὐτελὲς δωμάτιον, χάρις ταπεινώσεως, τὸ ὁποῖον ὀνόμαζε «τὸ κελλί του», καὶ ἔζη ἀπὸ μηνῶν ὡς καλόγηρος. Ἐπλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα· ὁ Φραγκούλης ἵστατο ἐκεῖ παραπέρα ἀπὸ τὴν θύραν τῆς ἐκκλησίας, κ᾿ ἔκαμνε πῶς ἔβλεπεν ἀλλοῦ καὶ πῶς ἐπρόσεχεν εἰς τινὰ ὁμιλίαν περὶ ἀγροτικῶν ὑποθέσεων μεταξὺ δυὸ ἢ τριῶν χωρικῶν.

Ἡ Σινιώρα εἰσῆλθεν εἰς τὸν Ναΐσκον, ἐπροσκύνησεν, ἐκόλλησε κηρία καὶ ἠσπάσθη τὰς εἰκόνας. Εἶτα μετὰ τινὰ ὥραν ἐξῆλθεν. Ἐπλησίασε συνεσταλμένη κ᾿ ἐχαιρέτησε τὸν σύζυγόν της. Οὗτος ἔτεινε πρὸς αὐτὴν τὴν χεῖρα καὶ ἠσπάσθη φιλοστόργως τὰ τέκνα του.

Ἤδη ἐνύκτωνε καὶ ἐψάλη ὁ Μικρὸς Ἑσπερινός. Ἀκολούθως μετὰ τὸ λιτὸν σαρακοστιανόν, τὸ ὁποῖον ἔφαγον καθ᾿ ὁμάδας καθίσαντες οἱ διάφοροι προσκυνηταὶ ἐδῶ κι᾿ ἐκεῖ ἐπὶ τῶν χόρτων καὶ τῶν ἐρειπίων, ὁ Φραγκούλης ἠτοίμασεν ἰδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον πρόχειρον κατὰ μίμησιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα συνηθίζονται εἰς τὰ μοναστήρια, καὶ φέρων τρεῖς γύρους περὶ τὸν ναόν, τὸ ἔκρουσε μόνος του, πρῶτον εἰς τροχαϊκὸν ρυθμόν: «τὸν Ἀδάμ, Ἀδάμ, Ἀδάμ!» εἶτα εἰς ἰαμβικόν: «τὸ τάλαντον, τὸ τάλαντον!»

Εὐθὺς τότε τὰ δυὸ παιδία τοῦ Φραγκούλα καὶ πέντε ἢ ἐξ ἄλλοι μικροὶ μοσχομάγκαι ἀνερριχήθησαν ἐπάνω εἰς τὴν στέγην τοῦ ναοῦ, ἄνωθεν τῆς θύρας, καὶ ἤρχισαν νὰ βαροῦν τρελλά, ἀλύπητα, ἀχόρταστα, τὸν μικρὸν μισορραγισμένον κώδωνα, τὸν κρεμάμενον ἀπὸ δυὸ διχαλῶν ξύλων, ἐκεῖ ἐπάνω. Ὕστερον ἀπὸ πολλὰς φωνάς, μαλώματα καὶ ἐπιπλήξεις τοῦ Φραγκούλα, τοῦ μπάρμπα-Δημητροῦ, τοῦ ψάλτου καὶ τοῦ Παναγιώτου τῆς Ἀντωνίτσας (ἑνὸς καλοῦ χωρικοῦ, ὅστις δὲν ἐκουράζετο νὰ τρέχῃ εἰς ὅλα τὰ ἐξωκκλήσια καὶ νὰ κάμνῃ «κουμάντο», ἕως οὗ ἐπὶ τέλους ἡ Δημαρχία ἠναγκάσθη νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ ὡς ἰσόβιον ἐπίτροπον ὅλων τῶν ἐξοχικῶν ναῶν), τὰ παιδία μόλις ἔπαυσαν ὀψέποτε νὰ κρούουν τὸν κώδωνα, κ᾿ ἐξεκόλλησαν τέλος ἀπὸ τὴν στέγην τοῦ ναΐσκου. Ὁ παππα-Νικόλας ἔβαλεν εὐλογητόν, καὶ ἤρχισεν ἡ Ἀκολουθία τῆς Ἀγρυπνίας.

Ὁ Φραγκούλης ἦτο τόσον εὐδιάθετος ἐκείνην τὴν ἑσπέραν, ὥστε ἀπὸ τοῦ «Ἐλέησόν με ὁ Θεός», τῆς ἀρχῆς τοῦ Ἀποδείπνου μέχρι τοῦ «Εἴη τὸ ὄνομα», εἰς τὸ τέλος τῆς λειτουργίας, ὅπου ἡ παννυχὶς διήρκεσεν ὀκτὼ ὥρας ἄνευ διαλείμματος –ὅλα τὰ ἔψαλλε καὶ τὰ ἀπήγγειλε μόνος του, ἀπὸ τοῦ δεξιοῦ χοροῦ, μόλις ἐπιτρέπων εἰς τὸν κυρ – Δημητρὸν τὸν κάτοχον τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ νὰ λέγει κι᾿ αὐτὸς ἀπὸ κανένα τροπαράκι, διὰ νὰ ξενυστάξῃ. Ἔψαλε τὸ «Θεαρχίῳ νεύματι» καὶ εἰς τοὺς ὀκτὼ ἤχους μοναχός του, προφάσει ὅτι ὁ κυρ – Δημητρός, «δὲν εὕρισκεν εὔκολα τὸν ἦχον». Εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ, μοναχός του ἐδιάβασε τὸ Συναξάρι, καί, χωρὶς νὰ πάρῃ ἀνασασμόν, μοναχός του πάλιν ἄρχισε τὸν ἑξάψαλμον. Ἔψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Ἀναβαθμοὺς καὶ Προκείμενα, εἶτα ὅλον τὸ «Πεποικιλμένη» ἕως τὸ «Συνέστειλε χορός», καὶ ὅλον τὸ «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου», ἕως τὸ «Δέχου παρ᾿ ἡμῶν». Εἶτα ἔψαλε Αἴνους, Δοξολογίαν, ἐδιάβασεν Ὥρας καὶ Μετάληψιν, πρὸς χάριν ὅλων τῶν ἡτοιμασμένων διὰ τὴν θείαν Κοινωνίαν, καὶ εἰς τὴν λειτουργίαν πάλιν ὅλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, τὸ Χερουβικόν, τὸ «Αἱ γενεαὶ πᾶσαι», τὸ Κοινωνικὸν κ.τ.λ.

Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐνθυμεῖτο ἀκόμη, ὡς νὰ ἦταν χθές, ὁ γερο-Φραγκούλας, καὶ εἶχον παρέλθει δεκαπέντε ἔτη ἔκτοτε. Ἀκόμη καὶ μικρὰ τινὰ φαιδρὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὴν Λιτήν, μικρὸν πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, κατὰ τὴν ἔξοδον τῆς ἱερᾶς εἰκόνος εἰς τὴν ὕπαιθρον. Ἐπειδὴ αἱ γυναῖκες εἶχον κολλήσει πολλὰ καὶ χονδρὰ κηρία, τὰ πλεῖστα ἔργα αὐτῶν τῶν ἰδίων χειρομάλακτα, τὰ δὲ κηρία συμπλεκόμενα εἰς δέσμας καὶ περικοκλάδας ἀπὸ τὸν Παναγιώτην τῆς Ἀντωνίτσας, τὸν πρόθυμον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἱερᾶς πανηγύρεως, εἶχον λαμπαδιάσει, εἰς μίαν στιγμὴν ὀλίγον ἔλειψε νὰ πάρῃ φωτιὰ τὸ φελόνι τοῦ παππᾶ, εἶτα καὶ τὸ γένειόν του. Τότε ὁ Παναγιώτης τῆς Ἀντωνίτσας, μὴ εὑρίσκων ἄλλο προχειρότερον μέσον, ἤρπαζε τὰς ὀγκώδεις δέσμας τῶν φλεγόντων κηρίων, τὰς ἔφερε κάτω εἰς τὸ ἔδαφος κ᾿ ἐπάτει δυνατὰ μὲ τὰ τσαρούχια του, διὰ νὰ τὰ σβύσῃ. Αἱ γυναῖκες δυσφοροῦσαι ἐγόγγυζον νὰ μὴ πατῇ τὰ κηρία, γιατὶ εἶναι κρῖμα.

Τότε εἷς τῶν παρεστώτων υἱὸς πλουσίου τοῦ τόπου, ἀπὸ ἐκείνους οἵτινες εἰς τὸ ὕστερον κατέστησαν δανεισταὶ τοῦ Φραγκούλα –καὶ ὅστις ἐλέγετο ὅτι εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐμελέτα νὰ βάλῃ κάλπην ὡς ὑποψήφιος δήμαρχος-, ἠκούσθη νὰ λέγῃ ὅτι πρέπει νὰ μάθουν νὰ κάμνουν «οἰκονομία, οἰκονομία στὰ κηρία!… ἡ νύχτα μεγαλώνει… ἰσημερία τώρα κοντεύει… ἔχει νύκτα…»

Ζ (121)

Ἀλλ᾿ αἱ γυναῖκες, ἐνῷ εἴξευραν καλλίτερα ἀπὸ ἐκεῖνον ὅλας τὰς οἰκονομίας τοῦ κόσμου, δὲν ἐννιοῦσαν τί θὰ πῇ «οἰκονομία στὰ κηρία» ἀφοῦ ἅπαξ εἶναι ἀγορασμένα καὶ πληρωμένα καὶ εἶναι μελετημένα καὶ ταμένα ἐξ ἅπαντος νὰ καοῦν διὰ τὴν χάριν τῆς Παναγίας. Μία ἀπ᾿ αὐτάς, γερόντισσα, ἀνεπόλησε κάτι τι δι᾿ ἓν θαῦμᾳ, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ τὸ συναξάρι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ὅπου ὁ Ἅγιος, εἰς τὴν Σαλονίκην, ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸν νεωκόρον, ἔχοντα τὴν μανίαν νὰ σβύνῃ μισοκαμμένα τὰ κηρία –καὶ ἡ γερόντισσα ἤρχισε νὰ τὸ διηγῆται χθαμαλῇ τῇ φωνῇ εἰς τὴν πλησίον της: «Ἀδελφὲ Ὀνήσιμε, ἅφες νὰ καοῦν τὰ κηρία ὅσα προσφέρουν οἱ Χριστιανοὶ καὶ μὴ ἁμαρτάνῃς…»

Τὴν ἴδιαν ὥραν συνέβη καὶ τοῦτο. Ἐνῷ ὁ παππᾶς ἀπήγγελε τὰς μακρὰς αἰτήσεις τῆς Λιτῆς, ἐπισυνάπτων καὶ τὰ ὀνόματα ὅλα ζωντανὰ καὶ πεθαμένα, ὅσα τοῦ εἶχον ὑπαγορεύσει ἀφ᾿ ἑσπέρας αἱ εὐλαβεῖς προσκυνήτριαι, ὁ Φραγκούλας ἔψαλλε μεγαλοφώνως τὸ τριπλοῦν «Κύριε Ἐλέησον» μὲ τὴν χονδρὴν φωνήν του, καὶ μὲ ὅλον τὸ πάθος τῆς ψαλτικῆς του. Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἐφαίνετο νὰ εἶχε πειραχθῆ ὀλίγον, ἴσως διότι ὁ Φραγκούλας ἐν τῇ ψαλτομανίᾳ του δὲν ἐπέτρεπε νὰ πῇ κ᾿ ἐκεῖνος ἕνα τροπαράκι σωστὸ (διότι, ἅμα ἤρχιζεν ὁ Δημητρὸς τὸ δικό του, ὁ Φραγκούλας μὲ τὴν γερὴν κεφαλικὴν φωνήν του, ἐκθύμως συνέψαλλε, τοῦ ἤρπαζε τὴν πρωτοφωνίαν, καὶ ὑπέτασσε κ᾿ ἐκάλυπτε τὴν ἀσθενῆ καὶ τερετίζουσαν φωνὴν ἐκείνου) ἔλαβε τὸ θάρρος νὰ κάμῃ παρατήρησιν.

-Πειὸ σιγά, πειὸ ταπεινά, κυρ-Φραγκούλη· σιγανώτερα νὰ λὲς τὸ «Κύριε ἐλέησον», γιατὶ δὲν ἀκούονται τὰ ὀνόματα, καὶ θέλουν αἱ γυναῖκες νὰ τ᾿ ἀκοῦνε.

Εἶχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αἱ γυναῖκες ἀπήτουν νὰ λέγωνται ἐκφώνως τὰ ὀνόματα, ὅσα εἶχαν εἰπεῖ εἰς τὸν παππᾶν νὰ γράψῃ. Ἐννοοῦσαν νὰ τ᾿ ἀκούῃ κι᾿ ὁ Θεός, κι᾿ ἡ Παναγία, κι ὅλος ὁ κόσμος. Ἡ καθεμία ἤθελε ν᾿ ἀκούσῃ «τὰ δικά της τὰ ὀνόματα», καὶ νὰ τ᾿ ἀναγνωρίσῃ, καθὼς ἀπηγγέλοντο ἀραδιαστά. Ἄλλως θὰ εἶχαν παράπονα κατὰ τοῦ παππᾶ, κι᾿ ὁ παππᾶς ἂν ἤθελε νὰ φάῃ κι᾿ ἄλλοτε, εἰς τὸ μέλλον, προσφορές, ὤφειλε νὰ τὰ ἔχῃ καλὰ μὲ τὶς ἐνορίτισσαις.

Τότε ἡ Ἀργυρή, ἡ πρωτότοκός του Φραγκούλα, οὖσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθὼς ἔστεκε πλησίον εἰς τὸν πατέρα της, ἐψήλωσεν ὀλίγον διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ οὖς του, καὶ τοῦ λέγει κρυφά:

- Πατέρα, ἄφησε καὶ τὸν μπάρμπα – Δημητρὸ νὰ ψάλλῃ «Κύριε ἐλέησον!!»

Τοῦτο ἦτο ὡς ἔμπνευσις καὶ βοήθημα διὰ τὸν Φραγκούλην. Ἐπειδὴ οὖτος δὲν ἤθελε φανερὰ νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν σχεδὸν αὐθάδη παραίνεσιν τοῦ Δημητροῦ, καὶ πάλιν δὲν ἤθελε νὰ δείξη ὅτι ἐθύμωσεν, ἐστράφη πρὸς τὸν καλὸν γέροντα καὶ τοῦ λέγῃ:

- Πέ, Δημητρό, σαράντα φορὲς τὸ «Κύριε ἐλέησον».

Τότε ὁ μπάρμπα-Δημητρός, ὅστις ἂν καὶ εἶχε γηράσει, δὲν εἶχε μάθει ἀκόμη καλὰ τὰ τυπικά, καὶ δὲν εἴξευρεν ἀκριβῶς πότε κατὰ τὴν Λιτὴν τὸ Κύριε ἐλέησον λέγεται τρὶς καί… πότε τεσσαρακοντάκις, ἤρχισε πράγματι νὰ τὸ ψάλλῃ σαράντα φορές, ὥστε ὁ παππᾶς ἐβιάσθη ν᾿ ἀπαγγείλῃ ραγδαίως καὶ ἀθρόα τὰ τελευταία ὀνόματα, καὶ διὰ νὰ εἶναι σύμφωνός με τὸν ψάλτην, ἤρχισε πρὸ τῆς ὥρας νὰ λέγῃ: «… ὑπὲρ τοῦ διαφυλαχθήναι, ἀπὸ λιμοῦ, λοιμοῦ, σεισμοῦ, καταποντισμοῦ, πυρός, μαχαίρας» καὶ τὰ ἑξῆς.

Τέλος μετὰ τὴν λειτουργίαν ὁ παππᾶς, ὁ Φραγκούλας καὶ ἡ οἰκογένειά του καὶ ὀλίγοι φίλοι ἐκάθισαν κ᾿ ἔφαγαν ὁμοῦ καὶ ηὐφράνθησαν, καὶ τὴν ἑσπέραν ὁ Φραγκούλας ἐπανήρχετο εἰρηνικῶς καὶ μὲ ἀγάπην, μετὰ τῆς συζύγου καὶ τῶν τέκνων του ὑπὸ τὴν οἰκιακὴν στέγην.

Πρὶν παρέλθη ἔτος ἐγεννήθη ἡ Κουμπώ. Ἡ κόρη αὕτη, πλάσμα χαριτωμένον καὶ συμπαθές, ἀνετρέφετο καὶ ἠλικιοῦτο, ἐγένετο τὸ χάρμα καὶ ἡ παρηγορία τοῦ πατρός της. Δὲν εἶχε μόνον νοημοσύνην πρώιμον, ἀλλὰ κάτι ἄλλο παράδοξον γνώρισμα, οἰονεὶ χαρακτῆρα φρονίμου γυναικὸς εἰς ἡλικίαν παιδίσκης. Ὕστερον, μετὰ χρόνους, ὅταν ἐπῆλθεν ὁ δεύτερος χωρισμός, ἡ Κουμπώ, ὀκταετὶς τότε, ἔτρεχε πλησίον τοῦ πατρός της, εἰς τὸ «κελλί του», ὅπου κατώκει εἰς τὴν ἀνωφερῆ ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης, καὶ τὴν ἐγέμιζε περιποιήσεις καὶ τρυφερότητας.

Αὐτὴ μόνον ἐδέχετο προθύμως τοὺς πατρικοὺς χαλινούς, ἐνῷ τὰ ἄλλα τέκνα δὲν ἤρχοντο ποτὲ πλησίον τοῦ πατρός των, καὶ διὰ τοῦτο ἐκεῖνος τὴν ὠνόμαζε «τὸ εὐάγωγο». Καθημερινῶς ἔτρεχε νὰ τὸν εὕρῃ, καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τὸν παρακαλῇ.

- Ἔλα, πατέρα, στὸ σπίτι· μή μας ἀφήσης, λεγ᾿ ἡ μητέρα, ζωνταρφανά.

Μίαν τῶν ἡμερῶν ἔτρεξε δρομαία, φαιδρά, καὶ πνευστιῶσα τοῦ εἶπε:

- Τἄμαθες, πατέρα; … Θὰ παντρέψουμε τ᾿ Ἀργυρώ μας … Ἔλα στὸ σπίτι, γιατὶ δὲν εἶναι πρέπον, λέγει ἡ μητέρα, νὰ εἶσθε χωρισμένοι ἐσεῖς, ποὺ θὰ παντρευτῆ τ᾿ Ἀργυρῶ μας … γιὰ νὰ μὴν κακιώση ὁ γαμπρός! …

Τῷ ὄντι ὁ Φραγκούλας ἐπείσθη κ᾿ ἐφιλιώθη μὲ τὴν σύζυγόν του. Ἠρραβώνισαν τὴν Ἀργυρῶ, εἶτα μετ᾿ ὀλίγους μῆνας τὴν ἐστεφάνωσαν … Εἶτα πάλιν ἐπῆλθε τρίτος χωρισμὸς μεταξὺ τοῦ παλαιοῦ ἀνδρογύνου καὶ μ᾿ ἕνα γεροντόπαιδον μαζί, τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον σχεδὸν συγχρόνως μὲ τὸν γάμο τῆς πρωτοτόκου. Τότε ἡ Κουμπώ, ἥτις εἶχε γίνει δεκατριῶν ἐτῶν, δὲν ἔπαυε νὰ τρέχῃ πλησίον τοῦ πατρός της, καὶ νὰ τὸν παρακινῇ ν᾿ ἀγαπήσῃ μὲ τὴν μητέρα. Μίαν ἡμέραν θλιβερὰ τοῦ εἶπεν :

- Δὲν θὰ μπορῶ πλέον νάρχωμαι, οὔτε στὸ κελλί σου, πατέρα … Εἶναι κάτι κακὲς γυναῖκες ἐκεῖ στὸν μαχαλὰ στὸ δρόμο ποὺ περνῶ, καὶ τὶς ἄκουσα ποὺ λέγανε καθὼς περνοῦσα: Νά, τὸ κορίτσι τῆς Φραγκούλαινας, ποὺ τὴν ἔχει ἀπαρατήσει ὁ ἄνδρας της». Δὲν τὸ βαστῶ πλέον, πατέρα.

Τῷ ὄντι, παρῆλθον τρεῖς ἡμέραι, καὶ ἡ Κουμπὼ δὲν ἐφάνη εἰς τὸ κελλὶ τοῦ πατρός της. Τὴν τετάρτην ἡμέραν ᾖλθε πολὺ ὠχρὰ καὶ μαραμένη· ἐφαίνετο νὰ πάσχῃ.

-Τί ἔχεις κορίτσι μου; τῆς εἶπεν ὁ πατήρ της.

-Ἂν δὲν ἔλθης, πατέρα, τοῦ ἀπήντησεν ἀποτόμως αἴφνης, μὲ παράπονον καὶ μὲ πνιγμένα δάκρυα, νὰ ξεύρῃς, θὰ πεθάνω ἀπ᾿ τὸν καϋμό μου!

-Ἔρχομαι, κορίτσι μου, εἶπεν ὁ Φραγκούλης.

Τῷ ὄντι, τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπῆγεν εἰς τὴν οἰκίαν. Ἀλλ᾿ ἡ νεαρὰ κόρη ἔπεσε πράγματι ἀσθενὴς καὶ εἶχεν δεινὸν πυρετόν. Ὅταν ὁ πατέρας ἦλθεν παρὰ τὴν κλίνην της καὶ τῆς ἀνήγγειλεν ὅτι ἔκαμε ἀγάπην μὲ τὴν μητέρα της διὰ νὰ χαρῇ, ἦτο ἀργὰ πλέον. Ἡ τρυφερὴ παιδίσκη ἐμαράνθη ἐξ ἀγνώστου νόσου, καὶ οὔτε φάρμακον οὔτε νοσηλεία ἴσχυσε νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ εἰς τὸν πρόσκαιρον κόσμον. Ἐκοιμήθη χωρὶς ἀγωνίαν καὶ πόνον, ἐξέπνευσεν ὡς πουλί, μὲ τὴ λαλιὰν εἰς τὸ στόμα.

-Πατέρα! Πατέρα! στὴν Παναγία νὰ κάμετε μία λειτουργία … μὲ τὴν μητέρα μαζί!… Εἶπε καὶ ἀπέθανε!

Ὁ Φραγκούλης ἔκλαυσεν ἀπαρηγόρητα· ἔκλαυσεν ἀχόρταστα ὁμοῦ μὲ τὴν σύζυγόν του … Κατόπιν ἀπεσύρθη, κ᾿ ἐξηκολούθησε νὰ κλαίῃ μόνος του εἰς τὴν ἐρημίαν … Ὁ τελευταῖος οὖτος χωρισμὸς ἦτο μᾶλλον φιλικὸς καὶ μὲ τὴν συναίνεσιν τῆς Σινιώρας, ἥτις ἔβλεπεν ὅτι ὁ γέρων σύζυγός της ἐπεθύμει μᾶλλον νὰ γείνῃ μοναχός. Ὁ Φραγκούλης ἐνθυμεῖτο μίαν τελευταίαν σύστασιν τῆς Κουμπῶς: «μὲ τὴν μητέρα μαζί». Μόνον ἓν παροδικὸν πεῖσμα τοῦ εἶχεν ἔλθει. Τοῦ ἐφάνη ὅτι αἱ ἴδιαι ἀδελφαί της, ἡ ὕπανδρος, καὶ ἡ ἄλλη ἡ δευτερότοκος, δὲν τὴν ἐλυπήθησαν ὅσον ἔπρεπε, δὲν τὴν ἐπένθησαν, ὅσον τῆς ἤξιζε, τὴν ἀτυχῆ μικράν, τὴν Κουμπώ. Ἔκτοτε ἐξηκολούθει νὰ ζῇ ὁλομόναχος πάλιν, τώρα «ἐπὶ γήρατος οὐδῶ». Καὶ ἐνθυμεῖτο τὸν στίχον τοῦ Ψαλτηρίου: «Μὴ ἀπώση με εἰς καιρὸν γήρως … καὶ ἕως γήρως καὶ πρεσβείου, μὴ ἐγκαταλίπης με».

Καὶ τὴν ἡμέραν αὐτήν, τὴν παραμονὴν τῆς Κοιμήσεως πάλιν, τὸν εὑρίσκομεν νὰ κάθηται εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου, καὶ νὰ καπνίζῃ μελαγχολικῶς τὸ τσιμποῦκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμόν… ἀναλογιζόμενος τόσα ἄλλα καὶ τοὺς ὀχληροὺς δανειστάς του, οἱ ὁποῖοι τοῦ εἶχαν πάρει ἐν τῷ μεταξὺ τὸ καλλίτερον κτῆμα –ἕνα ὁλόκληρον βουνόν, ἐλαιῶνα, ἄμπελον, ἀγρὸν μὲ ὀπωροφόρα δένδρα, μὲ βρύσιν, μὲ ρέμα, μὲ νερόμυλον –καὶ νὰ ἐκχύνῃ τὰ παράπονά του εἰς θρηνώδεις μελῳδίας πρὸς τὴν Παναγίαν.

«Ἐκύκλωσάν αἱ τοῦ βίου μου ζάλαι, ὥσπερ μέλισσαι, κηρίον, Παρθένε…» Καὶ ἐπόθει ὁλοψύχως τὸν μοναχικὸν βίον, ὀλίγον ἀργά, καὶ ἐπεκαλεῖτο μεγάλῃ τῇ φωνῇ τὸν «Γλυκασμὸν τῶν Ἀγγέλων, τῶν θλιβομένων τὴν χαράν», ὅπως ἔλθη εἰς αὐτὸν βοηθὸς καὶ σώτειρα: «Ἀντιλαβοῦ μου καὶ ῥῦσαι τῶν αἰωνίων βασάνων…»


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

και για την αντιγραφή

Φουρόκατος

Αυγούστου 14, 2009 Δημοσιεύθηκε από Fourokatos | Γενικά, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | No Comments Yet

ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ ΣΤΗ ΛΕΣΧΗ ΜΠΙΛΝΤΕΝΜΠΕΡΓΚ!

IMAGE0001_md

Με ενδιαφέρον διάβασα στο φιλικό ιστολόγιο «Θεαμαπάτες και δικτυώματα» τον κατάλογο με τους συνέδρους της συνάντησης της Λέσχης Μπίλντενμπεργκ στον Αστέρα που δημοσίευσε το «Βήμα». Έμεινα όμως με ανοιχτό το στόμα όταν διάβασα ανάμεσα στα ανφάν γκατέ των ισχυρών του κόσμου, δίπλα στον Γούλφοβιτς, το Χόλμπρουκ, τη Διαμαντοπούλου, τη Ντόρα, το Σέφερ, το Μπαμπατζάν, τον Κοτς και τους εστεμμένους και τον αρχηγό του κόμματος των Γερμανών Πρασίνων! Μα καλά, ούτε τα προσχήματα δεν τηρούν; Κι οι καινούργιοι φίλοι τους του ΝΑΤΟ δεν τους προστατεύουν; Ή μήπως είναι τόση η λιγούρα τους να εμφανιστούν σαν ισότιμοι μ’ αυτούς που μέχρι προχτές πολεμούσανε που δεν τους ενδιαφέρει καθόλου το ρεζίλεμα; Είναι γνωστό ότι από καιρό τα πράσινα κόμματα έχουν μεταλλαχθεί σε οικολογικό δεκανίκι της παγκοσμιοποίησης, αλλά ότι η ανταμοιβή τους γίνεται τόσο πανηγυρικά δεν το περιμέναμε. Κι έρχονται κι ευρωεκλογές, και το εδώ αδελφάκι της νεοταξικής οικολογίας, οι Οικολόγοι-Πράσινοι, σκίζει στις δημοσκοπήσεις. Άραγε θα ψελλίσουν κάποια δικαιολογία γιαυτό ή θα το περάσουν στο ντούκου μήπως και καθυστερήσει να τους πάρει χαμπάρι ο κόσμος; Κι αν τους πάρει χαμπάρι ποιους να ψηφίσει, το ΣΥΡΙΖΑ που ούτε μια βόλτα δεν έκανε από ‘ξω να διαμαρτυρηθεί, αφήνοντας πάλι το ΚΚΕ να τον εκθέσει; Τελικά οι προοδευτικοί της Νέας Τάξης θα κρεμαστούν από το σκοινί που θα τους δώσει η ίδια, όταν πια δε θα τους χρειάζεται…

Μαΐου 19, 2009 Δημοσιεύθηκε από Fourokatos | Γενικά, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , , , | No Comments Yet

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΕΝΟΣ ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΟΜΕΝΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΟΥ

n79

Εδώ και μήνες, σκηνικό  Ιμίων στήνεται πάνω από το Αγαθονήσι. Οι Τούρκοι το θεωρούν τουρκικό έδαφος, τα αεροπλάνα τους υπερίπτανται του νησιού, κατευθυνόμενες στρατιές λαθρομεταναστών, των κολασμένων της παγκοσμιοποίησης, αποβιβάζονται στο νησί των 70 κατοίκων που παρά την απουσία της πολιτείας βρίσκονται εκεί για να φυλάττουν Θερμοπύλες.

Μόνο που είναι απελπιστικά μόνοι. Κι οι Τούρκοι οργιάζουν. Θεωρούν το Αγαθονήσι και το Φαρμακονήσι νησιά που δεν περιέχονται στις διεθνείς συνθήκες δυνάμει των οποίων τα απέκτησε η Ελλάδα, και αμφισβητούν έμπρακτα την κυριαρχία μας, απειλώντας να αποσπάσουν κι άλλο ελληνικό κομμάτι μετά τα Ίμια και τη Βόρεια Κύπρο.

Η ιδιαιτερότητα εδώ έγκειται στο ότι μεν η Βόρεια Κύπρος είναι άλλο –ελληνικό- κράτος, οπότε στην Ελλάδα μάλλον ως βάρος βιώθηκε παρά ως ακρωτηριασμός, που δεν μας αφορά (ποιος θα ξεχάσει το ‘’η Κύπρος είναι μακριά’’ της πολιτικής ηγεσίας), τα δε Ίμια είναι ακατοίκητα. Έτσι, οι κυβερνήσεις από το 1996 και μετά μπορούν επικοινωνιακά να λένε ότι παραμένουν δικά μας, άντε κι ότι είναι γκρίζα ζώνη και να κρύβουν την αλήθεια από το λαό.

Το Αγαθονήσι όμως κατοικείται. Κι είναι Ελλαδική επικράτεια. Είναι λοιπόν μια ενόχληση σ’ αυτούς που θέλουν να κρύψουν την απειλή, ενώ γι’ αυτούς που νοιάζονται είναι μια πηγή αγωνίας.

%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CE%B8%CE%BF%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B9

Και βέβαια τα ΜΜΕ απλά δε γνωρίζουν το θέμα. Μαθαίνουμε για τα πάντα εκτός των Τουρκικών προκλήσεων. Το χειρότερο είναι ότι το θέμα το αγνοεί και η εξωτερική μας πολιτική. Δεν υπάρχει αντίδραση, δεν υπάρχει στρατηγική, το θερμό επεισόδιο είναι προ των πυλών κι εμείς κοιτάμε αλλού.

Τα χειρότερα όμως δεν έχουν φτάσει. Κι εμείς, η κοινωνία η δικιά μας, είμαστε συνυπεύθυνοι γι’ αυτό. Αδιαφορούμε, παραδομένοι στο κυνήγι της κατανάλωσης, κλεισμένοι στο καβούκι του ο καθένας, μακριά από το παλιό πνεύμα του κοινοτισμού και την αίσθηση της αλληλεγγύης του ενός για τον άλλο.

Το χειρότερο λοιπόν είναι ότι παρόλο που κάθε μέρα κρύβει και μιαν ακόμα ταπείνωση παρ’ όλο που το νέο θερμό επεισόδιο θα σημάνει απώλεια εθνικού εδάφους και δημιουργία προσφύγων, των πρώτων μετά το ’74,  ως προς τον Ελληνισμό και των πρώτων μετά το ’22 για το Ελλαδικό κράτος, εμάς δεν μας απασχολεί αυτό. Κλείνουμε τα μάτια, δε θέλουμε να γνωρίζουμε, μας ενοχλεί που υπάρχει το Αγαθονήσι γιατί μας δημιουργεί πρόβλημα (αυτό, όχι οι Τούρκοι). Σκεφτόμαστε ρεαλιστικά, σκύβουμε το κεφάλι απέναντι σε μιαν ανώτερη δύναμη, κάνουμε δηλαδή αυτό που ποτέ δεν καταδέχτηκαν να κάμουν οι παλιοί μας, που ξυπόλητοι όρμησαν στον ουρανό και κατέκτησαν την ελευθερία, για να την πάρουμε σήμερα εμείς και να την ξευτιλίζουμε κάθε στιγμή.

Δεν υπάρχουν ‘’ανώτερες’’ δυνάμεις: Μόνο ραγιάδες υπάρχουν. Κι όσο αυτοί καταδέχονται να παραμείνουν ραγιάδες, θα είναι άξιοι κάθε χλεύης και κάθε ταπείνωσης. Ουαί τοις ηττημένοις!

Μαΐου 14, 2009 Δημοσιεύθηκε από Fourokatos | Γενικά, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | 7 σχόλια

ΛΑΜΠΡΙΑΤΙΚΟΣ ΨΑΛΤΗΣ

Ἐὰν ρως το παρόντος διηγήματος το ατούσιος γράφων, τότε πικεφαλς τίτλος θ εχε μλλον τροπικν κα λληγορικν σημασίαν. Διότι, να μέν, μ τν εδοκίαν τς θείας Προνοίας, εναι ληθές, τι κα χάρις ες τν φιλάδελφον προθυμίαν το χωρικο κα ρχοντικο φίλου μου κυρ-Γιάννη Πεντελιώτου, ξιομαι σχεδν κατ᾿ τος νελλιπς, κατ τς περιδόξους ταύτας μέρας, ν συμψάλλω ναμίλλως μετ᾿ ατο, ποβαστάζοντος δι τς χειρς τ γυαλιά του, γαπντος τ πολίτικον φος, παρατείνοντος π᾿ πειρον τ μουσικ κλα κα τς καταλήξεις του, ες τν μικρν γροτικν ναΐσκον το χωρίου Θ… που μυροβολε, λισσόμενον ες κυανος στεφάνους, τ μοσχολίβανον, περιβάλλον, ς δι φεύγοντος πλαισίου, τος κτινωτος στεφάνους κα τς σεμνς ψεις τν γίων, κα που μ τς κεντητς ποδιάς των κα τ λευκ κολόβια α νεαρα χωρικα προσέρχονται, φέρουσαι γκαλίδας ρόδων κα ων κα θημωνίας λας δενδρολιβάνου, καταφορτώνουσαι μ λόφους νθέων τν πενιχρν πιτάφιον, μ χοντα νάγκην λλης πολυτελείας. κε εσβάλλει ολαμς λος ατοσχεδίων ψαλτν, κρατούντων ν ν φυλλάδιον το πιταφίου ες τν χερα, οτινες φιλοτιμονται ν ψάλλωσιν ν σπαρακτικ παραφωνί τ γκώμια, καταστρέφοντες δι κωμικν σφαλμάτων κα τς λίγας λέξεις, σαι εναι ρθς τυπωμέναι ες τ φυλλάδια κενα.

getimage

δο λοιπν ποον τ ατιον τς δυσφορίας των – κα πόσον φελς τ μολογοσι… τ ξωτερικεύουσι. Ν φιλοξενηθες γεμονικς ες τ μέγαρα μεγάλου ρχοντος, κα ν μ προπίεις ες τιμν το οκοδεσπότου! Ν πολαύσεις (ξενίας δεσποτικς κα θανάτου τραπέζης) κα ν μν ποδώσεις εχαριστίαν ες τν στιάτορα! λλ᾿ ες τ διηγημάτια, σα δημοσίευσα κατ καιρος ποφαινόμενος τ Χριστούγεννα τ Πάσχα, νεπνεύσθην, ληθς, π τς ναμνήσεις μου κα τ ασθήματά μου, τ ποα θέλγουσι κα συγκινοσι, μ ατόν, σως κα λίγους κλεκτος φιλαναγνώστας. τι δ τοιοτοι πάρχουσιν, ποδεικνύεται κ τούτου, τι δυ τν φημερίδων, α κορυφαοι της πρωτευούσης, ς κα τ μονάκριβον περιοδικόν, δεξιονται τ ορτάσιμα διηγημάτια τν μερν τούτων. πειτα οδαμο σχεδν θ ερητε, τι πεζήτησα βεβιασμένην θέσιν πλοκήν, πως γαλβανίσω τν περιέργειαν το ναγνώστου. που γίνεται λόγος περ ξενιτευμένων, οτινες πιστρέφουσι μετ μακρν πουσίαν στέλλουσι γράμματα μετ λικς παρηγορις ες τος οκείους, τατα λα βασίζονται π τς πραγματικότητος, καθόσον λοι ο ζήσαντες ες παραθαλάσσιους κα ναυτικος τόπους τς λλάδος κάλλιστα γνωρίζουσι τι, κατ τς παραμονς δίως τν ορτν, πολλο ξενιτευμένοι, ν συνήθως φαίνονται ψυχρο κα πεσκληρυμένοι τν φλοιόν, αφνης «νθυμονται» τος οκείους των, κα πιστρέφουσι ες τς πατρίδας, ν ατο κωλύονται π φιλοτιμίας ν κατέλθωσι επροσώπως, χι σπανίως ποστέλλουσι παραμυθίαν ες τς γηραις μητέρας κα τς δελφάς των. ν λλοις γίνεται λόγος περ τν κοινωνικν κα οκογενειακν θίμων, τν σχετιζομένων μ τς ορτάς, κα λλαχο πάλιν σθενς πλοκ στρέφεται περ νεωτεριστικν τί κα φθοροποιν θιμον. Τί τ πίθανον ες λα τατα;

λλ τ πλεστα τν π᾿ μο γραφέντων ορτασίμων διηγημάτων χουσιν, ς μο πιτραπ λατινικς ρος, a priori τν πόθεσιν, εναι δηλ. μλλον θρησκευτικά. Ποίαν χάριν, σς παρακαλ, ποίαν δύναμιν πρωτοτυπίαν θ εχε τ ν λάβ τις τν κόπον ν περιγράψ λεπτομερς πς χωρικς ερες πλθε ν λειτουργήσ ες ξωκκλήσιον χάριν μικρς κοινότητος γροίκων βοσκν, ποοι κα πόσοι μετέσχον τς πανηγύρεως κα ποα τιν σαν τ θη τν πανηγυριστν; Τοτο θ το λως ετελς κα ταπεινν κατ τν γνώμην τν κριτικν. Τ ν γράψ τις, τι γηραις νρ φόνευσε τν συμβίαν του, κατ᾿ ατν τν μέραν τν Χριστουγέννων – χωρς μήτε ναγνώστης, μήτε συγγραφες ν ποπτεύσωσι κν διατ τν φόνευσε – τοτο εναι ψηλν κα πολυτελς κατ τν κτίμησιν μερικν. Μετ τοιοτον γκλημα κατ᾿ ατν τν γίαν μέραν, τ θέμα ξηντλήθη κα λα τ Χριστουγεννιάτικα κα τ Πασχαλιν διηγήματα δν πρέπει πλέον ν βλέπωσι τ φς.

11631562251

Μ «θρησκευτικ πρς Θεο!». Τ λληνικν θνος δν εναι Βυζαντινοί, ννοήσατε; Ο σημερινο λληνες δν εναι κατευθείαν διάδοχοι τν ρχαίων. πειτα πολιτίσθησαν, προόδευσαν κα ατοί. Συμβαδίζουν μ τ λλα θνη. Ποίαν ποίησιν χει τ ν γράψς, τι Χριστς «δέχεται τν λατρείαν το πτωχο λαο»; Κα τι πτωχς ερες «προσέφερε τ Θε θυσίαν ανέσεως;» Κα ν περιγράφεις τ σωτερικν το ναΐσκου, μ τς νυσταλέας κανδήλας κα τς μαυρς μορφς τν γίων λόγυρα! Δν τ ννοομεν μες ατά. μες θέλομεν διήγημα, τ ποον ν εναι λο ποίησις, χι πεζ πραγματικότης. Σ δ πς τολμς ν γράφεις, μιλν περ ουλιανο το Παραβάτου, καρφωμένου ες τν τοχον π τν λόγχην το γίου Μερκουρίου, τοιαύτην βλάσφημον φράσιν: «Πελιδνς παράφρων τύραννος…». ταν συγγραφες λλος, κα λλης περιωπς, δημοσιεύσας πρ τν στορικοφανταστικν δράμα, προέτασσε «χυδαα» ληθς προλεγόμενα, δι᾿ ν βριζε βαναύσως τν θρησκείαν τν πατέρων το – τότε οδες λόγος το πως σκανδαλισθ τις, διότι τ πργμα το τς μόδας. λλ σ ν τολμς ν κφράζεσαι μ τοιαύτην σεβ γλώσσαν περ το ουλιανο κείνου – το Παραβάτου ποστάτου καλουμένου – θρασύτης περβαίνει πν ριον. Κα μως σοφς πικριτς δν νόησεν, τι φράσις το «ξ ντικειμένου» πως λέγουσιν ατοί· πέδιδε δηλ. δι λέξεων τ χρώματα το ζωγράφου κα τι πν ζήτημα περ τν δοξασιν το γράφοντος (στις ντούτοις δν ρνεται, τι συμμερίζεται τν γνώμην το Βυζαντινο τοιχογράφου) παρέλκει λως.

icon2

Δι ν δώσομεν πέρας ες τ προοίμιον ατό, θ επομεν μ δυ λέξεις τι: τ σημερινν θνος δν πγε, δυστυχς, τόσον μπρός, σον λέγουν ατοί. Τ θνος τ λληνικόν, τ δολον τουλάχιστον, εναι κόμη πίσω, κα τ λεύθερον δν δύναται ν τρέξ ρκετ μπρός, χωρς τ λον ν διασπαραχθ ς διασπαράσσεται, φε! δη. τρέχων πρέπ ν περιμέν κα τν πόμενον, ἐὰν θέλ ν τρέχ· λεύθερος πρέπει ν βοηθ τν δεσμώτην πρέπει ν τν νακουφίζ. σον παρέρχεται χρόνος, τόσον τ λεύθερον θνος καθίσταται, ομοι! νικανότερον, πως δώσ χερα βοηθείας ες τ δολον θνος. γγλος Γερμανς Γάλλος δύναται ν εναι κοσμοπολίτης ναρχικς θεος τιδήποτε. καμε τ πατριωτικν χρέος του, κτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα εναι λεύθερος ν παγγέλλεται χάριν πολυτελείας τν πιστίαν κα τν παισιοδοξίαν. λλ Γραικύλος τς σήμερον στις θέλει ν κάμ δημοσί τν θεον τν κοσμοπολίτην, μοιάζει μ νάνον νορθούμενον π᾿ κρων νύχων κα τανυόμενον ν φθάσ ες ψος κα φαν κα ατς γίγας. Τ λληνικν θνος, τ δολον, λλ᾿ οδν ττον κα τ λεύθερον χει κα θ χει δι παντς νάγκην τς θρησκείας του.

Τ π᾿ μοί, νόσω ζ κα ναπνέω κα σωφρον, δν θ παύσω πάντοτε, δίως δ κατ τς πανεκλάμπρους ταύτας μέρας, ν μν μετ λατρείας τν Χριστόν μου, ν περιγράφω μετ᾿ ρωτος τν φύσιν, κα ν ζωγραφ μετ στοργς τ γνήσια λληνικ θη. «Ἐὰν πιλάθωμαί σου, ερουσαλήμ, πιλησθείη δεξιά μου, κολληθείη γλώσσα μου τ λάρυγγί μου, ἐὰν ο μή σου μνησθ».

λλ᾿ ρως το παρόντος διηγήματος εναι κυρ-Κωνσταντς Ζμαροχάφτης, τρίτος πάρεδρος το δήμου Λίτης, το χωρίου ν…, στις πεσχέθη, ς εχε πάντοτε συνήθειαν εκόλως ν πόσχεται (ες τν ρετν δ ταύτην σως φειλε κα τν πιτυχίαν του ες τ πολιτικά, διότι ν α κα β πάρεδρος ες πσαν κλογν μάχοντο πάντοτε περ τς πρώτης τάξεως πρς λλήλους, ατς μετριόφρων κα χωρς κεράσματα ξελέγετο σφαλς τρίτος κάστοτε, μ πάρχοντος τετάρτου συναγωνιστο), πεσχέθη, λέγω, ν πάγ ν συλλειτουργήσ μ τν παπα-Διανέλλον τν Πρωτέκδικον, ξω ες τ παρεκκλήσιον το γίου ωάννου το Προδρόμου. ναΐσκος ερίσκετο τρες ρας μακρν τς πόλεως κα παπα-Διανέλλος Πρωτέκδικος εχεν πέλθει κε π τς πρωίας το Μεγάλου Σαββάτου, φο λαβεν τν πόσχεσιν το κυρ-Κωνσταντο, τι θ φθανε πρς τ βράδυ δι ν ψάλ κα συνεορτάσωσιν μο τν νάστασιν. λλον βοηθν παπς δν εχεν· νεώτερος υός του, τοιμαζόμενος φέτος δι᾿ ξετάσεις ες τ διδασκαλεον, δν δυνήθη ν λθ τ Πάσχα. λλος λειπε διαρκς ναύτης μ τ καράβια του. Θυγατέρας, τ φθονον τοτο προϊν το τόπου – κα τς ερατικς γγάμου τάξεως μάλιστα – το εχεν φήσει πλησμονν μακαρίτισσα πρεσβυτέρα, πέντε τν ριθμν – ς εχαν ζων – πο δν παυαν ενάως ν μεγαλώνουν – ν μν βασκαθον· σαν τόσον γείτονες τν λικίαν, στε δν πρόφθανε ν μεγαλώσ μία, κα λλη μέσως τν φθανεν· σον μεγάλωναν, τόσον φαίνοντο, κα μάλιστα α μεσααι τρες, σαι περίπου ες τ χρόνια, σως κα ες τ νάστημα· κα παπα-Διανέλλος, κούσιος ερομόναχος, δν το λεύθερος οτε ες μοναστήριον ν καταφύγ.

Τν τριν ρν δρόμον π τν πολίχνην ες τ ξωκκλήσιον εχε διανύσει τ πρωί, πολείτουργα, παπα-Διανέλλος, κολουθούμενος π τς δυ νεωτέρας θυγατέρας του, κορασίδας δέκα κα δώδεκα τν, κα π μάδα πτ κτ γυναικν φιλεόρτων, προπορευόμενου το νου του, φορτωμένου τ δισάκιον μ τ ερά του παπ. λιος τον ς δυ καλαμις ψηλά, ταν ξλθον ες το Γιατρο τ᾿ μπέλι· ετα φθαναν ες τ Βουρλίδια, ετα νλθον σθμαίνοντες ες το Ματαρώνα τν Πεκον, στις στατο τότε κόμη κε κα εηργέτει τος δοιπόρους μ τν παρήγορον σκιν το ες τν κορυφν το ψώματος, πρν συνείδητος βάρβαρος, μ τν νοχν τν νοχν κείνων, τος ποίους πλέον τυχος τν λαν το κόσμου κ περιτροπς κλέγει ρχοντας κα προστάτας του, ρίψ σπλάχνως κάτω περικαλλς δένδρον κα πογυμνώσ τ τοπίον το μοναδικο στολισμο του.

κεθεν νλθον ες τ Πετράλωνον κα ες το Σταμέλου τν Βρυσούλαν, κα νέβησαν δι᾿ νωφερος δο ες το Κανάκη τν Βρύσιν, κα δι τς Κλινις κατλθον ες το Χαιρημον τ ρέμα, κα φθασαν ες τν βόρειον κτν τς νήσου, φ᾿ ψους τς ποίας περίοπτος κ το πελάγους, κούων τος κτύπους το πλήττοντος τς κτς κύματος, σιωπηλς κα διηγούμενος πέντε αώνων σπαρακτικν στορίαν μαρτυρίου κα αματος γείρεται πενιχρός, λλ σεμνός, τς ποτομς το Τιμίου Προδρόμου ερς ναΐσκος.

Εσλθον ες τν περίβολον το ναο κα ξεφόρτωσαν τ νάριον· α γυνακες, ροδοκόκκιναι, ξαναμμέναι κ τς δοιπορίας, ενάως κελαδοσαι κα καγχάζουσαι, τίναξαν τ οδόλως κορνιακτισμένα κράσπεδά των, κα φόρεσαν π το κοντο φουστανίου τς δοιπορίας τς μακρς κα πολύπτυχους σθτας. παπς ριψε κάτω τν μίαν κραν του στακτερο ζωστικο του, κι φόρεσεν νωθεν ατο τ μαρον ράσον του. Εσλθον λοι ες τν ναν κι προσκύνησαν.

κ τν γυναικν, α μν συνέλεξαν χαμόκλαδα κα ναψαν φωτιάν, δι ν ψήσωσι καφν κα προσφέρωσιν ες τν ερέα, α δ δρεψαν κ τν εωδν θάμνων δέσμας σχοίνων κα πριναρίων κα φασκομηλεν κα συνέδεσαν προχείρως δι κλωστς σκούπας, κα ρχισαν γοργ κα στρωτ ν σκουπίζωσιν, λλαι τ δαφος το ναο, λλαι τ προαύλιον. ερες συνέθεσε σκούπαν κ δάφνης κα μύρτου κα δενδρολιβάνου, κα σάρωσε μόνος του τ θυσιαστήριον κα λον τ ερν Βμα. Δν παυε δ ν γογγύζ κα ν διαμαρτύρεται ναντίον τς βελτερίας, ς λεγε, τν βοσκν κα τν απόλων, ατν κείνων οτινες τν εχον προσκαλέσει ν τος κάμ νάστασιν ες τ βουνν κα κ τν ποίων κανες δν εχε φανε κόμη· ατο προέβαινον νίοτε μέχρι τς βεβηλώσεως το ν εσάγωσιν, σως ν καιρ βροχς, τ θρέμματά των ντς τν ξωκκλησίων, ς δύνατο ν πεισθ τις κ τς παρουσίας διαφόρων χνν τς εσβολς, τ ποα οδ᾿ εχον λάβει τν κόπον ν ξαλείψωσιν. νδοθεν το ερο Βήματος, ν κυπτε δι ν σκουπίσ, κούετο π καιρο ες καιρν ψιθυρίζων μετ στεναγμο:

«χ! λίμονο… νθρώπους κα κτήνη σώσεις, Κύριε!»

«Δν τσάκισε κανες τ ποδαράκι του!» κραξεν παντσα ξωθεν ες τν στεναγμν το ερέως Θεία-Σειραϊνώ, ληθς σημαιοφόρος τν ξοχικν λειτουργιν κα τν πανηγύρεων.

«νθρώπους κα κτήνη σώσεις!» ψιθύρισε πάλιν ερεύς.

Εχε παρέλθει δη μεσημβρία κα ερες μετ το μικρο ποιμνίου κάθισαν ν γευματίσωσιν ες τν ερν λαίαν, ν τ περιβόλ το ναΐσκου, γγς το παμπάλαιου κείνου λιθόκτιστου κιβουρίου, τ ποον κατ᾿ λλους το στέρνα δατος κα κατ᾿ λλους κοιμητήριον στεοθήκη. θει τ Μαθηνώ, γηραι ελαβς κατ τος μέν, ψευτομετάνισσα κατ τος δέ, νάρετος γυνή, ποβλέψασα πρς τ κτίριον τοτο μετ στεναγμο επεν:

«μες τρμε, κορίτσια· ν χουν τάχα κι ο φτωχο ν φνε;»

«Τρν᾿ ο πεθαμένοι, Θεία-Μαθηνώ;» επε τ γλαώ, δωδεκαέτις παιδίσκη το ερέως.

«Ο πεθαμένοι τρνε κόλλυβα, γ τ ξέρω», προσέθηκε τ Καλλιοπώ, δεκαέτις μικρ δελφή της, «κα γι᾿ ατ μες στ σπίτι, σα κόλλυβα μς φέρνουνε λα τ μοιράζουμε στος φτωχος κα στ παιδι τ γειτονοπούλα, γι ν χ μάνα μας, φτωχή, ν φά στν λλο κόσμο…».

«Σιωπή, Καλλιοπώ!» επεν ερεύς, θέλων ν κρύψ τν συγκίνησίν του.

Πρ δώδεκα κα πλέον τν, πάπα-Διανέλλος σχε φίλον τιν λληνοδιδάσκαλον, χρηστν νδρα, λλ᾿ στις εχεν δυναμίαν ες τ λληνικ νόματα. Εχε γίνει σύντεκνος το ερέως, κα βαπτίσας τς δυ τελευταίας κόρας του εχε δώσει ατας ρχαιοπρεπ νόματα, τ ποία, μως, πειδ ερέθησαν π οδετέρου δάφους, ξουδετερώθησαν, ς εκός, κα ατά.

«Τί! χει δίκιο τ κορίτσι, παπά», νέκραξε θεία τ Μαθηνώ, τις νεθυμήθη τότε τ «πεθαμένα της», τέσσαρα παιδι κα τν νδρα της, πο εχε θάψει, μείνασα μ δυ θυγατέρας πάνδρους, τς ποίας εχε στήριγμα κόμη ες τν κόσμον. «χει δίκιο τ κορίτσι. παπα-Θεόφιλος, μακαρίτης, γούμενος τς Μεγαλόχαρης τς Εαγγελίστριας, τ διο μς λεγε γι ναν, πο τν εχε πλακώσει μάγγανος, πο τν εχαν λοι γι πεθαμένον, πο γυναίκα του το καμε τ τριήμερα κα τ νιάμερα, κα γγελος Κυρίου παιρνε τ πιάτο μ τ κόλλυβα, καθς ταν σταυρωμένο μ τς σταφίδες κα μ τ ρόιδα, κα τ πήγαινε ες τν πλακωμένον κι τρωγε, δν ξέρω πόσες μέρες, κι νάσαινε π μία τρύπα τς γς, θαρρ, σπου νθρωπος δν πέθανε, κι σήκωσε τ μάγγανο, κα τν ξελευθέρωσε· δν εναι λήθεια ατά, παπά;»

moutoullas08b

«λήθεια εναι, βλογημένη», πήντησε ερεύς. «λλ τώρα εναι… γι σους θέλουν ν τ πιστεύουν ατά».

«Κα σοι δν τ πιστεύουν;»

«Θ πνε στν Κόλαση, τ ξέρω γώ», επε τ Καλλιοπώ.

«Μ σν εν᾿ λήθεια, παπά, γιατ γγελος Κυρίου δ σήκωνε μία κα καλ τ μάγγανο, ν ξελευθερώσ τν νθρωπο;» επεν ννούδα, μία τν γυναικν.

«Γιατ σκοπς δν τον ν δειχθ παντοδυναμία το θεο, πο εναι ποδεδειγμένη δι᾿ πείρων θαυμάτων», πήντησεν ερεύς, «λλ ν φανερωθ μόνον δύναμις τν μνημοσύνων κα τν δι τος νεκρος προσφορν, κα τι τίποτε, τ ποον θυσιάζει νθρωπος, τίποτε, τ ποον προσφέρει ες τν Θεόν, ες τος πτωχούς, καμμία καλ πράξις, καμμία ρετή, καμμία πομονή, κανν μαρτύριον, κανν δάκρυ, τίποτε δν χάνεται. λα σπείρονται ες γν γαθήν, ς κόκκος το σίτου, επεν Κύριος, που ν πέσ ες τν γν κα ποθάν – κα τοιατα εναι τ κόλλυβα, τοιοτοι κα ο νεκρο – πολν καρπν φέρει. Ο σπείροντες ν δάκρυσι, ν γαλλιάσει θεριοσιν. Κενοι πο σπείρουν μ δάκρυα, μ χαρν κα γαλλίασιν θ θερίσουν».

«Τ λέγει ατ τ Εαγγέλιο;»

«Τ λέγει τ Ψαλτήρι, λλ τ διο εναι, γιατ κα τ Ψαλτήρι εναι λόγος Θεο κα μπνευσμένον π τ Πνεμα τ γιον. Κα ταν θάπτομεν νεκρν ν Χριστ εσεβς ζήσαντα, εναι ς ν σπείρομεν ες τν γν κόκκον σίτου… κα Κύριος θ τν ναστήσ ν τ σχάτ μέρ, καθς διος ηδόκησε ν μς τ ποσχεθε: « πιστεύων ες μέ, κν ποθάνει ζήσεται… κγ ναστήσω ατν ν τ σχάτ μέρ».

«μήν!» επεν θεία τ Μαθηνώ, κα τ δάκρυά της, π τ μνήμη το νδρς κα τν τεσσάρων παιδιν, ταχέως ξητμίσθησαν ς σταγόνες μβρου μετ θερινν ετν ντς τς κοίτης πάλαι ξηρανθέντος χειμάρρου.

Τ δειλινν φάνησαν μακρόθεν ν καταβαίνωσι τν ράχιν, ρχόμεναι α καλυβιώτισσαι γυνακες, α ποιμενίδες κα βοσκίδες τν γροτικν συνοικιν. λθαν φέρουσαι πελώριους κοφίνους, γεμάτους νθη, λαμπάδας, κηρία κα γγεα μ λαιον, κα πρόσφορα κα μικρς φιαλίδας μ «νάμα» δηγοσαι νάρια μ τ σάγματα πεστρωμένα δι κυλιμίων κα χραμίων, φορτωμένα τορβάδες κα δισάκια μ φλάσκας ονου, μ τυρία νωπ ζεματισμένα κα κόκκινα αγά.

Κατόπιν φάνησαν σφυρίζοντες λλοκότως δυ τρες βοσκο μ τς γέλας των, τς ποίας δήγησαν παρ τν πότομον κρημνν πρς τν θάλασσαν. Ο τράγοι πήδων π βράχον ες βράχον, π χθον ες χθον, π κοίλωμα ες κοίλωμα, ν τ ρίφια, χαριέντως σκιρτντα, τρεχον κατόπιν τν αγν βελάζοντα, γαλλόμενα πρς τν νέαν δι᾿ ατ πόλαυσιν το γνώστου τούτου πράγματος τς ζως, κθέτοντα ες τν λιον τ στακτερ στικτ κα λευκ κα μαρα τριχώματά των, ν ο βοσκοί, ψηλοί, ρωμαλέοι, τραχες, φριξότριχοι, λιοκαες τν ψιν, τρεχον μπρς κα πίσω μ τς μικράς, σας μ τ νάστημά των, καμπύλας τν λαβήν, ράβδους των, σοβοντες μετ πολυήχου συριγμο τν δυσάγωγον κα σκιρτητικν γέλην.

Τελευταοι φθασαν ο ποιμένες, νευ τν μνάδων των, τς ποίας εχον φήσει πίσω ες τς μάνδρας, κομίσαντες μόνον δυ ρνία σφαγμένα. φθασαν συγυρισμένοι, λλαγμένοι, στολισμένοι λοι των, μ καθαρος χιτώνας, κοντ βρακία κα ψηλς βλαχόκαλτσες, μ πλατέα ζωνάρια κίτρινα κόκκινα, ξυραφισμένοι κα μ τος λινόχρους καστανος μύστακας γκιστροειδες.

Ταχέως κλινεν μέρα κα λιος δυσεν ες μίαν ράχιν το Πηλίου, ντικρύ, φο π πέντε λεπτ τς ρας εχε μείνει στεφανωμένος μ κυάνεια κα περιπόρφυρα χρυσαυγ νέφη, ντιλαμβάνων διος σην πέδιδε δόξαν κα λάμψιν, κα π δέκα λεπτ κόμη, φο βασίλευσεν, α κτίνες τς στέψεώς του μειναν χρυσοφαες, πορφυρίζουσαι, κυανίζουσαι, βάπτουσαι τ βουνν μ δεδες χρμα.

Ετα κατλθεν ρέμα π το ρους νύξ, σπείρουσα παντο τ βαθ κα ρρητον μυστήριόν της, κα ο μψυχοι κρότοι κα ψίθυροι τς φύσεως ξηγέρθησαν ες τς ράχεις, ες τος λόγγους, ες τς φάραγγας, κα φρς το βουνο τμίσθη κα συνεστάλη γρ κα τ βλέφαρον το λόφου κατλθε κα κλείσθη ες ν βουνν ρεματι κα κάμπος. Κα μπάρμπα-Κωνσταντς Ζμαροχάφτης, τρίτος πάρεδρος το χωρίου το Δήμου Λίτης, δν φάνη οδαμόθεν ν ρχεται.

το δ νήσυχος ερεύς, κα φόβος το ν μείνωσι χωρς νάστασιν κα λειτουργίαν. Διότι ελόγως δν δύνατο νευ βοηθο ν εροπρακτήσ. Λειτουργία χωρς να τουλάχιστον ψάλτην ναγνώστην δν γίνεται. Ο ποιμένες κα ο βοσκο σαν λοι, ς εκός, ο μόνον γράμματοι, λλ κα λιβάνιστοι, ο κακόμοιροι, πολλο τούτων.

«Τώρα, τί ν κάμουμε; ρίστε, σο πόσχονται σίγουρα μι δουλειά, κι στερα σ᾿ φήνουν μς στ μέση! νθρώπους κα κτήνη σώσεις, Κύριε!»

λπιζεν ντούτοις κόμη τι μπάρμπα-Κωνσταντς θ ρχετο. ργοστόλιστος το πάντοτε, τν ξευρεν. λλ τώρα το σκοτειν κόμη νξ κα μόνον τ στρα λαμπαν νω. λίγ στερα νέτειλεν σελήνη, κα τότε λπς το ν λθ.

Παρλθον δύο ραι κα σελήνη νέτειλε κολοβ π τ σκοτεινν βουνν νω, νερχομένη βραδέως ες τ στερέωμα, κα α τάξεις τν στρων ραιώθησαν π᾿ πειρον κα λα σχεδν μαυρώθησαν ες τν διάβασίν της. Παρλθεν κόμη μία ρα. μπάρμπα-Κωνσταντς δν φάνη.

ερες ρχισε ν᾿ γανακτ.

« συνείδητος! μωρός! μαρτον, Κύριε! νθρώπους κα κτήνη…»

θελε ν στείλ να τν ποιμένων ες τν πολίχνην, πως ζητήσ κα ερ να συλλειτουργν ν το φέρ. λλ᾿ ο ποιμένες κα ο βοσκο λοι ρεγχον ξηπλωμένοι μεταξ σχοίνων κα τν κομάρων, τυλιγμένοι ες τς κάπας των, εχαριστημένοι τι πανλθεν νοιξις κα ερισκαν λιγότερον παγερν τς γς τν γρασίαν. Κα α γυνακες των, πλαγιασμέναι κα αταί, πνωττον λιγότερον κουστς πισθεν το ερο Βήματος, τυλιγμένοι μ τ χράμια κα τ κυλίμια, τ ποα εχον φέρει πιστρωμένα π τν σαγμάτων τν νων. Κα α κ τς πολίχνης λθοσαι γυνακες, κύπτουσαι π τν καλαθίων των, ξω τς θύρας το ναο, π τν στεγασμένον πρόναον κα ντς τς ξυλίνης κιγκλίδος, λαγοκοιμντο κα αταί. Μόνον ερες νησυχε κα το γρυπνος.

«Τ ξέρω γ π ξου τ πλιότερα τ γράμματα, παπά», το λεγεν θεία τ Μαθηνώ, δι ν το δώσ θάρρος. «Τ κανοναρχ κειδ στ᾿ ατ το γερό-Φιλιππ, κι γερο-Φιλιππς, πον᾿ θεοφοβούμενος νθρωπος θ τ λέ κειδ πως πως…».

«Ν δ ρα ν σ κάμουμε κα ψάλτη, Μαθηνώ!» πήντησε γελάσας ερεύς.

«Ψάλτης δν θ γίνω, μόνε κανονάρχος. Μοναχοί μας θά μαστε… Κανένας γραμματισμένος δν εναι γι ν μς γελάσ γιοσύνη σ᾿ βρίσκεις τν χο το μπάρμπα-Φιλιππ, κι γ το λέω τ λόγια σα θυμομαι. Νά ξερα π μέσα π᾿ τ χαρτ ν διαβάσω, θαρρ πς δν θ τον μαρτία ν ψάλω κα μοναχή μου».

στόσον πλησίαζε μεσονύκτιον, κα δν τον λπς ν λθ πλέον μπάρμπα-Κωνσταντός, τρίτος πάρεδρος. ερες δν πεφάσισε ν ξυπνήσ κανένα κ τν βοσκν κα ν τν στείλ ες τν πόλιν, ς σκέφθη κατ᾿ ρχάς, διότι λογάριασεν τι τόσον λίγαι ραι μενον ως ν ξημερώσ, στε μέχρις ο πάγ ποσταλησόμενος ες τν πάλιν, ζητήσ κα κατορθώσ ν ερ ψάλτην, ωσότου πείσ κα φέρ ατν κα φθάσωσιν μο ες τν γιον ωάννην, θ το κριβς δυ ρες μέρα… κα νάστασις πρόκειτο ν γίν τ μεσάνυκτα, κα βραδύτερόν τι.

παπα-Διανέλλος σηκώθη στενάζων, εσλθεν ες τν ναν κα προσεκύνησεν ες τς βαθμίδας το ερο Βήματος. Εθς κατόπιν το τρεξαν γρι Μαθην κα θεία τ Σειραϊν, σημαιοφόρος τν πανηγύρεων. α δυ γυνακες ρχισαν ν ναζωπυρσι τ φυτίλια, ν ρίπτωσιν λαιον ες τς κανδήλας κα ν κάμνωσιν γκάρδιους σταυρούς. σθάνοντο νέκφραστον χαρν κα γλύκαν ες τ σωθικά των. τον νάστασις. νάστασις! Τ πρόσωπον το Δεσπότου Χριστο λαμπε μ γιον φς, δεξιά της ερς Πύλης. μορφ τς Δεσποίνης Θεοτόκου στραπτεν ξ φάτου χαρς, ριστερόθεν, κρατούσης τ θεον βρέφος της. ψις το τιμίου Προδρόμου, μ να βόστρυχον τς κόμης φρίττοντα πρς τ νω, ς ν μενεν νορθωμένος π τν πρόσψαυσιν το θηριώδους δημίου του ποκόψαντος τν σεβάσμιον κάραν το μείζονος ξ σων γέννησαν κατ φύσιν α γυνακες τν νδρν, σελαγίζετο κ μυστικς εφροσύνης παραπλεύρως κείνου, ο τν φρικτν κορυφν ξιώθη ν χειροθετήσ.

Κα γαπημένος μαθητς το κόμη κε, κα συνέχαιρεν π τ ναστάσει, ν κα πτυχή τις μερίμνης συνέστελλε τ ψηλν μέτωπόν του, προβλέποντος, τι θρασς ερόσυλος μελλε μετ᾿ ο πολ ν τν ρπάσ κ τς κόγχης του δι ν τν μεταφέρ ες θήνας κα τν καθιδρύσ χι ες ναν κα λοκαύτωμα κα θυσιαστήριον, χι ες τόπον το καρπσαι, λλ᾿ ες Μουσεον, ψιστε Θεέ! ες Μουσεον, ς ν εχε παύσ ν᾿ σκεται ες τν τόπον τοτον χριστιανικ λατρεία, κα τ σκεύη ατς ν᾿ νκον ες θαμμένον παρελθόν, κα ν σαν ντικείμενον περιέργειας!… λεως γενο ατος, Κύριε!

Τέλος δν το λπς ν λθ κυρ-Κωνσταντός, κα φειλον κ τν νόντων ν ψάλωσι τν κολουθίαν. Α κ τς πόλεως γυνακες, μία μετ τν λλην ποτινάξασαι τν πνώδη νάρκην, εσλθον ες τν ναΐσκον. Α κ τν γρν ποιμενίδες δν ργησαν ν ξυπνήσωσι, δ παπα-Διανέλλος ξλθε πρς στιγμν καί, λαβν τεμάχιον Παλαις σανίδος κα σφυροειδς ξύλον, κατεσκεύασεν ατοσχέδιον σήμαντρον, διότι, φε! δν πρχε πρ πολλο κώδων, στις ν ξυπν τος πρ αώνων κοιμηθέντες κα ν συγκιν τν κόνιν τν π γενεν κοιμηθέντων κατοίκων τς πάλαι ποτ παρξάσης πόλεως. Δι το σημάντρου τούτου ρχισε ν κρού ερες ες τροχαίους πρτον (τν δάμ, δάμ, δάμ), ετα ες άμβους (τ τάλαντον, τ τάλαντον), κα ν ξυμν τς μεσονυκτίους χος. Ο βοσκοί, νωτισθέντες τν μονότονον χον, τινάχθησαν δι μις πάνω, πέταξαν τς κάπας των, νίφθησαν κα τρεξαν ες τν κκλησίαν, κρατοντες τς λαμπάδας των. ερες βαλεν ελογητόν, ψαλε μόνος του τν παννυχίδα, λον τ «Κύματι θαλάσσης», θυμίασεν, καμεν πόλυσιν, ετα, φορέσας πιτραχήλιον κα φαιλόνιον, ναψε μεγάλην λαμπάδα, κα βαστάζων ατν ξλθεν ες τ βημόθυρα, κα ρχισε ν ψάλλ μεγαλοφώνως τ «Δετε λάβετε φς». Ο βοσκο ναψαν τς λαμπάδας των, μοίως κα α γυνακες, κι ξλθον λοι ες τ προαύλιον, το ερέως κρατοντος τν νάστασιν κα τ Εαγγέλιον μετ το θυμιατο κα ψάλλοντος «Τν νάσιασίν σου, Χριστ Σωτήρ». Ετα ερ εκν κα τ Εαγγέλιον πετέθησαν π τς πεζούλας, κπληρούσης χρέη τρισκελίου, φ᾿ ς α γυνακες εχον στρώσει μεταξοϋφς μακρν προσόψιον. ερες νέγνω ργ τ κατ Μάρκον «Διαγενομένου το Σαββάτου», ετα θυμιάσας κα κφωνήσας τ «Δόξα τ μοουσί», ρχισε ν ψάλλ λαμπρ τ φων τ Χριστς νέστη.

φο τ ψαλε τρς διος, κα ν παξ δς δυ τν βοσκν, οτινες δν σαν μν πλέον γραμματισμένοι π τος λοιπούς, λλ εχον λιγότερον τραχείαν τν προφορν κι «γύριζε κάπως γλώσσα των», λαβε θάρρος κα θεια-Μαθην κα τ ψαλεν παξ, μοίως, κα θει τ Σειραϊν, ν τ Καλλιοπ κα τ γλα κα ννούδα κα α λλαι γυνακες πνιγον τος καγχασμούς των ες τς παλάμας, μ τς ποίας, ς δι᾿ κουσίου φιμώτρου, εχον περιλάβει τ στόματά των.

Τελευταον ες πισφράγισιν τ ψαλε πάλιν ερεύς, κα ετα επε τ Ερηνικά. Μεθ᾿ , ναλαβν τν νάστασιν κα τ Εαγγέλιον, εσλθεν ες τν ναόν, κολουθούμενος π το λαο. ψαλε τ «ναστάσεως μέρα» κα τ δυ τροπάρια τς πρώτης δς, κολούθως εσλθεν ες τ ερόν, κα ξελθν πάλιν λαβε καιρν κα πάλιν εσλθε κα ρχισε ν φορ λην τν ερν στολήν του. ψαλμωδία διεκόπη ξ νάγκης. Θεία-Μαθην πλησίασεν ες τν γερο-Φιλιππν, πρωτοκάθεδρον τς τάξεως τν ποιμένων, κα δοκίμασε ν κανοναρχήσ πρς ατόν.

«Ψάλε, γερό-Φιλιππ». λλ το γερο-Φιλιππ δν γύριζεν γλώσσα του ν επ «Καθαρθμεν τς ασθήσεις».

Τότε θεία τ Μαθην ρχισε σιγ σιγ ν ψάλλ: «Καθαρθμεν τς ασθήσεις κα ψόμεθα τ προσίτ φωτ τς ναστάσεως…» Εναι ληθές, τι κριβς προφορ ες τ στόμα της το: «Καθαρθμεν τς σθήσεις κ οψόμεθα…».

«Ατ τ επαμε, βλοημένη», κραξεν ερες π το ερο Βήματος. «Δετε πόμα πίωμεν καινόν, εναι τώρα».

«! Ναί», καμεν θεια-Μαθην κα ρχισεν: «Δετε πόμα πίουμιν κηνόν…»

λλ᾿ ερεύς, στις ξηκολούθει ν νδύεται, νόησεν, τι τν προσκομιδν πρεπε ν᾿ ναβάλ, τν κολουθίαν ν διακόψ.

Κα τατα μν πεδέχοντο οκονομίαν, λλ δν βλεπε πς θ τ κατάφερναν ες τν λειτουργίαν.

φόρει ν καστον τν μφίων κι ψιθύριζε τ διατεταγμένα λόγια: «γαλλιάσεται ψυχή μου π τ Κυρί· νέδυσε γάρ με μάτιον σωτηρίου κα χιτνα εφροσύνης περιέβαλέ με. ς νυμφίον περιέβαλέ με μίτραν, κα ς νύμφην κατεκόσμησέ με κόσμ».

Ετα ρχιζε ν ψάλλ τ τροπάρια το Κανόνος.

«Νν πάντα πεπληρωμένα φωτός, ορανός τε κα γ κα τ καταχθόνια».

Ετα πάλιν, φορν τ πιτραχήλιον, πεψιθύριζεν: «Ελογητς θεός, γχέων τν χάριν ατο π τος ερες ατο, ς μύρον π κεφαλς τ καταβανον π πώγωνα…» Κα πάλιν ψαλλε: «Χθς συνεθαπτόμην σοι, Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον ναστάντι σοί…».

Ετα φορν τ περιζώνιον, λεγεν: «Ελογητς Θεός, περιζωννύων με δύναμιν, κα θετο μωμον τν δόν μου». , περνν τ ν πιμανίκιον, πήγγελλεν: « δεξιά σου χείρ, Κύριε, δεδόξασται ν σχύϊ…» Κα διακόπτων τοτο ψαλλε τν καταβασίαν: «Δετε πόμα πίωμεν καινόν, οκ κ πέτρας γόνου…».

φο μως νεδύθη τν ερατικν στολν λην, ξλθεν κι χοροστάτησε κι ψαλεν διος λον τν Κανόνα, μελλε δ ν μεταβ ες τος «Ανους» κα ν᾿ ρχίσ τν «σπασμόν», ταν ες τν βοσκν, στις εχεν ξέλθει δι ν δ πς εχον α αγες του, πανλθεν ες τν ναΐσκον κα νήγγειλεν, τι κάποιος φωνάζει βοήθειαν μέσα π᾿ το Χαιρημον τ ρέμα κα τι εναι βαθι κάτω κα δν τν εδε, μόνον τν φωνήν του κουσεν.

ερες στράφη:

- Τί τρέχει;

- Δν ξέρω τί ν εναι, επεν βοσκός… Βαθι κάτ᾿ χουϊάζει… Πο εσαστε, πο εσαστε; Ν πάρου μία λαμπάδα ν πάου ν δ;

- Ν πς.

Δυ τρες λλοι νεαρο βοσκο κα ποιμένες λαβον μέσως τς λαμπάδας των κι τρεξαν ξω.

φο φερε γύρο λην τν μέραν το Μεγάλου Σαββάτου κυρ-Κωνσταντς Ζμαροχάφτης, τρίτος πάρεδρος κ.τ.λ., πιτέλους, ς δυ ρας πρ τς δύσεως το λίου, πεφάσισε ν ξέλθ ες τ Λιβάδια, ξω τς πόλεως, που εχε δεμένον τ νάριόν του, δι ν τ λύσ, πως φορτώσ π᾿ ατο τν μικρν ποσκευήν του κα κκινήσ δι τν γιον ωάννην τν Πρόδρομον, καθ᾿ ν εχε δώσει πόσχεσιν ες τν πάπα-Διανέλλον. λλ τότε μόνον νόησεν, τι εχε λησμονήσει π τ πρω ν τ λλάξ, τοι ν τ μετατοπίσ ες λλην βοσκήν, κα τ πτωχν τ νάριον δν φαίνετο πολ χορτάτον, ταν κύριός του τ λυσεν. κ το τρόπου μεθ᾿ ο νόρθωσε λαφρς τ χαμηλωμένα ατιά του, τ ζον φαίνετο ν λπίζ, τι φέντης του θ τ μετέθετε τέλος ες λλην βοσκήν, λλ᾿ μπάρμπα-Κωνσταντς τ δήγησεν ες τν οκίαν του, που φόρτωσεν πάνω του να πενιχρν τορβν περικλείοντα τρόφιμα, πέστρωσεν π το σάγματος παλαιν ξεθωριασμένον κυλίμιον, κα ναβς διος κάθισε μονόπλευρα π᾿ ατο.

καμε τν σταυρόν του κι ξεκίνησεν. λλ δν ργησε ν καταλάβ, τι τ ζωντόβολον, νεκα το γήρατος κα τς μετρίας τροφς, τν ποίαν εχε λάβει, δν θ ντεχε καλς ες τν μακρν δοιπορίαν, κα τι θ το κανν ν «μαραζώσει» τν ναβάτην. μα φθασεν ες τν πάνω ϊ-Γιαννάκην, ο μακρν της πόλεως, κατέβη κα πεφάσισε ν δηγ τ νάριον, πεζς βαίνων. λλ κα πάλιν τ ζον δν βάδιζε καλς, μ λους τος κτύπους σους το κατέφερε μ μίαν λεπτν βέργαν ες τ πίσω του. πεφάσισε λοιπν ν᾿ παλλαγ τς συντροφις, τις θ το μλλον βάρος βοήθεια ες ατόν, κα ν δέσ κάπου τ ζον, δι ν τ φήσ ν βοσκήσ. ζήτησε μέρος κατάλληλον δι ν τ δέσ, λλ δν ερεν ες τν πάνω ϊ-Γιαννάκην πλουσίαν βοσκήν. Κατέβη πίσω ες τν κάτω ϊ-Γιαννάκην λλ φο κι κε δν ερεν κανν χόρτον, διηυθύνθη πώτερον κάπου, ες τν θέσιν ρμο Χωριό, κι κε δεσε τέλος τ ζον ες τν ρίζαν γρίου δένδρου, ντς σπάρτου γρο, κα πλησίον νς φράκτου. Ατς δ φορτώθη ες τν μον τν τορβν κα τ κυλίμιον, βαλε πισθέν του ες τν μέσην μικρν κλαδευτήρι κα κρατν τν λεπτν ράβδον του, ξεκίνησε πεζός. Εχε χασομερήσ σωστν μίαν ραν ες λας ατς τς φροντίδας.

- Τώρα, επε μέσα του, εναι καιρς ν τ βάλω στ πόδια, δι ν μ νυχτώσω (κα πάλιν θ νυχτώσω), κτς ἐὰν πομείνω· λλ ν᾿ πομείνω δν πρέπει, γιατ δωκα πόσχεσιν το παπ.

Οτως επε, κα οτως καμε. Κα ρχισε ν κόφτ δρόμον, μ λα τ ξήκοντα τη του, μ λον τ δημογεροντικν κα προεστάδικον τς διαίτης κα το θους του, τ βραχ νάστημα, τ χρόν, λεπτόδερμον κα καταπονημένον πρόσωπον, κα μεθ᾿ λον τ κανονικόν, καίτοι παλαιν κα φθαρμένον τς βράκας κα το φεσίου. το παλαις γεωργοκτηματίας, π οκογένειαν, μ λα τ κτήματα το νυπόθηκα, κ τν πλοϊκν κείνων, τος ποίους ερε λείαν εκολον κα καλν ρμαιον πληστος κα διοτελς πανουργία τν παντοπωλν, μικρεμπόρων κα τοκιστν τς χθές, τν νεόπλουτων τς σήμερον, κατ πόλεις κα κώμας.

μπάρμπα-Κωνσταντς νέβη τς Βίγλες κα φθασεν ες το Κ᾿φαντώνη τ Καλύβι, ετα κατέβη ες τ ρέμα, τ συνορεον πρς τ Λεχούνι, που ερίσκεται νερόμυλος το Δήμου το Βλάχου κι κεθεν ρχισε ν᾿ ναβαίν τν μικρν νήφορον το γίου Χαραλάμπους.

λιος εχε δύσει, ταν φθασεν ες τν κορυφν το βουνο, κα ντικρ το βραχώδους κα ποτόμου ρους, που κεται τ μικρν διαλυμένον μονύδριον. πάπα-ζαρίας, Σύγκελλος, γούμενος το ρήμου δελφότητος μοναστηρίου, οδν λλο χων πνευματικν ποίμνιον, εμ μίαν πέργηρον καλογραίαν νενηκοντούτιν κα να χρηστον ποτακτικόν, λικιωμένον, ναυαγν το κόσμου κα πόχηρον, εχεν ξέλθει ες τ πρόθυρα τς μονς, κι βλεπε τς τελευταίας κτίνας το λίου πιχρυσούσας δι τίνας στιγμς κόμη τς κορυφς τν νατολικν πέναντι ρέων, ταν εχε τν μπάρμπα-Κωνσταντν ν προκύψ πισθεν τς τελευταίας αμασιας, τς χαραττούσης κατέρωθεν τν δρόμον.

- Πο σ᾿ ατν τν κόσμο, κυρ-Κωνσταντέ; Σν τ χιόνια!

- Ελογετε, πάτερ! Κα μπάρμπα-Κωνσταντός, φο καμε τν σταυρν το τρίς, ποβλέπων πρς τ ερν το γίου Χαραλάμπους, ρχισεν, σθμαίνων, ν διηγεται, πς πάπα-Διανέλλος Πρωτέκδικος κλήθη π τος βοσκος κα ποιμένας ν κάμ νάστασιν κα ν λειτουργήσ πάνω ες τν γιον ωάννην τν Πρόδρομον, πς κάλεσε κα ατόν, τν κυρ-Κωνσταντόν, ν πάγ ν τν βοηθήσ, πς παπς ερίσκετο π τς πρωίας πίσω, ες τν γιον ωάννην, χωρς ν χ λλον βοηθν συλλειτουργόν, πς ατός, κυρ-Κωνσταντός, ργοπόρησε ν κκινήσ, νεκα το ναρίου του, τ ποον δν ντεχεν ες τν δοιπορίαν, κα θελε κάθε τόσο λλαγμα βοσκς (κα Θες δν εχε ρίξει τ τος κενο φθόνους βροχάς, στε ν πάρχ δαψίλεια βοσκς ες τ Λιβάδια), κα τέλος, πς κυρ-Κωνσταντς ερέθη ες τν νάγκην ν᾿ ποφασίσ ν πάγ πεζς πάνω ες τν γιον ωάννην, δι ν μ γελάσ τν παπάν, πειδ εχε δοσμένον τν λόγον του ν πάγ ν τν βοηθήσ.

- Μ τώρα νύχτωσες… θ νυχτώσεις… επεν ϊ-Χαραλαμπίτης ερεύς. Πς θ πς κε, ; Εναι μιάμιση ρα δρόμος κόμα… κα τ φεγγάρι θ᾿ ργήσει τρες ρες ν βγ… σκοτάδι σ᾿βος!

σ᾿βος, σσοβος = βυσσος.

«Πς ν κάμω;» επεν μπαρμπα-Κωνσταντός, στις ρχισεν εθς ν κν κα ν διστάζ.

«Σκοτάδ᾿ β᾿σος», πανέλαβεν παπα-ζαρίας, «τ φεγγάρι θ᾿ ργήσει τρες ρες… Πς θ πς ς κε, μοναχός σου; Κακοστρατιά, κλεφτότοπος. θ πέσεις σ κανένα γκρεμν ν κατασκοτωθες».

«Τί μ συμβουλεύεις, γέροντα, ν κάμω;» το επε ψοφοδες μπάρμπα-Κωνσταντς πάρεδρος.

παπα-ζαρίας σκέφθη πρς στιγμήν, λλ᾿ ψις του δν ξέφραζε πνευματικόν τι. σως λεγε μέσα του: «Τί θελα, τί γύρευα γ ν το π τέτοια πράγματα ν τν δειλιάσω… Ατς εναι τοιμος… φορμ γύρευε ν μείν μς στ μέση… κα ν κάμ νάσταση στν γιο Χαράλαμπο».

Ετα επε μεγαλοφώνως:

«Τί ν σο π κι γώ; σες πτε κα δίνετε πόσχεση, κι στερα δν ξέρετε ν σηκωθετε μ τν ρα σς τουλάχιστον, ν πτε κε που χετε δώσει λόγο… κι λλος ς καρτερνα πράμα πο σο εναι κοπιαστικ κα δύσκολο π᾿ ρχς, πρέπει ν τ συλλογίζεσαι, ν τ μετρς καλά, ν μ δίνεις τ λόγο σου… Τί δουλει εχες σύ, νοικοκύρης νθρωπος, ν τρέχεις στ κατσάβραχα, πάνω στν ϊ-Γιάννη, γι ν κάμεις Πάσχα; Δν ξερες ν ρθες στν ϊ-Χαράλαμπο; Τί ν σο κάμω γώ; δ θελ χρησιμέψεις… θελ ψάλλουμε μαζ τν νάσταση, θελ λειτουργηθες μία χαρά, κα μυζήθρα κα τ χλωρ τυρ δν θελε μς λείψχω κι κενον τν χαΐρευτο τν ποτακτικό μου τν Γαβριήλ, που δ φελ τίποτε… χω κα τ γρι τν Επραξία να σωρ κόκαλα, νά χουμε τν εκή της… τρες κοκοι! Μ ο βοσκοί, ς εναι καλά, τς καλς μέρες ρχονται, μς κάνουν γενιά… μόνον φέτος πο μς πρε τος πιότερους πάπα-Διανέλλος, πίσω στν ϊ-Γιάννη, λλ μένουν κάτι λιγοστοί…»

νταθα λθεν ες τν πάπα-ζαρίαν πειρασμς ν κρατήσ τν κυρ-Κωνσταντν ες τν γιον Χαράλαμπον, φήνων τν πάπα-Διανέλλον νευ βοηθο δι ν τν κδικηθ, διότι το φήρεσε τος πλείονας τν βοσκν του. λλ δν τ χώρησεν συνείδησίς του, κα ντονότερον ξηκολούθησε:

- Τώρα, πως κα ν τ κάμεις, σχημα εναι… μ τ καλύτερο εναι ν τραβήξεις τ δρόμο σου ν πς… δωκες τ λόγο σου… Εναι μεγάλη μαρτία ν᾿ φήσεις τν παπ χωρς βοηθό, τέτοια μεγάλη μέρα.

μπάρμπα- Κωνσταντς δν πέσπα τ βλέμμα π τς κυανς κα κοκκίνας άλους τς θυρίδος το ερο Βήματος, τις φαίνετο προσελκύουσα ατν ς μαγνήτης, κα νοερς συνέκρινε τν σχετικν νάπαυσιν, ν θ εχεν ες τν γιον Χαράλαμπσν, που θ ερισκε ζεστν κελίον, μ φθονον πρ κα καφν πρ τς ναστάσεως, μ γάλα κα αγ μετ τν λειτουργίαν, κα διπλον θαλπερν κα ναπαυτικν πνον πρ κα μετ τν κολουθίαν, μ τν ρημίαν, μ τος βράχους, τος σχοίνους κα τς κομαρέας το γίου ωάννου το Προδρόμου, που θ πρχε μόνον παιθρον νεπαρκς πόστεγον κα πάρα πολλ δρόσος πρωιμοτέρα στε ν εναι πιθυμητή.

- Μ στέκεσαι καθόλου, πανέλαβε ϊ-Χαραλαμπίτης. Τράβα γιατ θ νυχτώσεις, κα θ᾿ ργήσει τ φεγγάρι ν βγε.

- Τώρα νύχτωσε πο νύχτωσε, επεν ποφασιστικς μπάρμπα-Κωνσταντός. Καλύτερα εναι ν καθίσω προσώρας ν ξεκουραστ, σπου ν βγ τ φεγγάρι.

- Κα στερα;

- στερα πηγαίνω μ τ φεγγάρι.

- Μ θ πς;

- Θ πάω.

- Ξέρεις καλ τν δρόμο;

- Τί θ πε… Μπορε ν χω χρόνια ν πάω, μ τν δρόμο τν θυμομαι… Κι πειτα, ν ρθ κανένας π τος ξωμερίτες φίλους μου…

- !

- Θ τν παρακαλέσω ν μ πά λίγο παραπάνω, επεν μπάρμπα-Κωναταντός.

- στε δν ξέρεις καλ τν δρόμο;

- χι, λλά…

- Φοβσαι τ στοιχειά; κάγχασεν ερεύς.

- Θες ν φυλά… Δν φοβομαι τίποτε μ τν δύναμιν το Θεολλ συντροφι εναι πάντα καλύτερη.

- ς εναι, δν μπορ ν σ διώξω… μβα μς στ κελ ν ξεκουραστες, κα σν βγ τ φεγγάρι, ν πς…

- Ελόγησον.

μπάρμπα-Κωνσταντς εσλθεν ες τ κελλίον, κι ξηπλώθη π το χαμηλο πεστρωμένου σοφά, μ τος πόδας πρς τν στίαν, που καιεν σθενς πρ τοιμόσβεστον. μπάρμπα-Κωνσταντος σκεπάσθη μ τ κυλίμι, τ ποον κόμιζε, κα μετ᾿ λίγα λεπτ πεκοιμήθη. το δ δη νύξ.

Τ κελλίον που εχεν εσέλθει μπάρμπα-Κωνσταντός, το τ ν κ τν δύο, σα κράτει γούμενος, τν ποον χρησίμευεν μα ς προθάλαμος, ς μαγειρεον κα ς πρόχειρον «ρχονταρίκι». Μόλις εχεν ποκοιμηθε γηραις πάρεδρος κα εσλθεν ποτακτικς Γαβριήλ, μ σπρον κιουλάρι, μ ζωστικν πάνινον, ξεθωριασμένον κα χωρς ράσον, κρατν λυχνίαν μ τν ριστεράν, καυσόξυλα κα χαμόκλαδα μ τν δεξιάν.

«λλος μουσαφίρης πάλε!» γόγγυσεν, μα εδε τν κυρ-Κωνσταντν κοιμώμενον. «Κουτσο στραβο στν ϊ-Παντελεήμονα! Ελόγησον, πατέρες!»

κρέμασε τ λυχνάριον π το πτερυγίου τς στίας, γονάτισε κα ρχισε ν ξανάπτ τν φωτιάν, κα ξηκολούθησεν:

- π πο μ τ καλό, ατς πάλε! ς εναι καλ ο χριστιανοί! Τ ποτήρια ξεπλύνετε, κα ο παδες ς κερνον. Ζήτω κρασοκατάνυξις! Ελόγησον, πατέρες!

σκυψεν ες τν στίαν κα ρχισε ν φυσ δι φυσητρος κ καλάμου. Ετα πανέλαβεν:

- δωκας, γούμενε, τν καλογήρων διακόνημα… ψαλε τοτο ες χον τέταρτον, μεθ᾿ , ες πεζν λόγον, προσέθηκε: Πο τος βρίσκει γέροντάς μου, κα τος μαζώνει! Τρέχα, Γαβριήλ. Καφέδες, Γαβριήλ. Κα ν φερναν τίποτα πρόσφορα τ λάχιστο! Μ ατο ρχονται μ δεια τ χέρια. Το κελάρη δωκας κλειδι ες τ χέρια του (τοτο τ επε ψαλτά· ετα χμα). Βάστα, γερο-Γαβριήλ. Σν εσ᾿ ββς, βάστα!

Τν στιγμν κείνην μπάρμπα-Κωνσταντς καμε κίνησιν τινά, μισοξύπνησε, κι γύρισεν π τ λλο πλευρόν.

- Χαλάλι ν το γίν, γόγγυσεν πάτερ-Γαβριήλ. Νυστασμένος μς λθεν νθρωπος. Θέλω ν ξέρω, ατοί, κάτω στ χωριό, δν κοιμονται τάχα, δν χουν σπίτια, δν χουν κάμαρες; Κινον δυ ρες δρόμο κι ρχονται στν ϊ-Χαράλαμπο γι ν κοιμηθον; Ταμάμ! Ελόγησον, πατέρας!…

Κα ετα ψαλε.

- «Δίδει τν ονον λιγοστόν…».

λλ᾿ μπάρμπα-Κωνσταντός, καίτοι στραφες π το λλου πλευρο, δν πανερεν τν πνον, λλ᾿ νασηκωθες π το γκνος, γύρισε βλέμμα πρς τν μοναχν κα τν ρώτησε:

- Τί ρα εναι, πάτερ;

-Τί ρα; ρα πο νύχτωσε… ρα πο φέγγουν τ᾿ στέρια.

- Τ φεγγάρι δν βγκε κόμα;

- Τί ν σ κάμει τ φεγγάρι, χριστιανέ μου;… Τ φεγγάρι δν κόβει μονέδα…

- Περιμένω ν βγ τ φεγγάρι γι ν φύγω, κα γι᾿ ατ σ᾿ ρωτ, το επεν σύχως μπάρμπα-Κωνσταντός.

- Ν φύγεις; Γι πο, ν θέλει Θεός;

- Δν ρθαν ξωμερίτες π᾿ τ καλύβια;

- Μο κάνουν τ χάρη ν μ ρθον, επεν Γαβριήλ. Σο φέρνουν να πρόσφορο κα σο φαρμακώνουν μία κότα λάκερη· σο φέρνουν λίγο νάμα, κα σο δειάζουν μία δαμιδζάνα σωστή…

Τν στιγμν κείνην κούσθη φων το γουμένου π τς θύρας το κελλίου:

- ! Ξυπνητς εσαι, κύριε πάρεδρε, λεγεν πάπα-ζαρίας. Κι γ νόμισα, τι Γαβριλ μιλοσε πάλι μοναχός του, καθς τ συνηθίζει. Καλ πο πιασε κουβέντα μ νθρωπο.

- Χμ!… Γχ! πνιξε τος γογγυσμούς του μέσα του Γαβριήλ. Ετα, ψιθύρ τ φων, προσέθηκεν: «Ελόγησον, πατέρες!»

- Δν κοιμήθηκα καθόλου, γέροντα, πήντησεν μπάρμπα-Κωνσταντός, στις πράγματι δν νεθυμετο ποσς ν εχε κοιμηθ χι…

- Κα δν κουσες τν Γαβριλ ν μιλ μονάχος του…

- Δν τν κουσα… σως ν κλεψα ναν πνο σα μ᾿ να Πιστεύω.

- Περιμένω τος βοσκούς· που εναι φθασαν, επεν ϊ-Χαραλαμπίτης ερεύς. μα λθουν, γ διος θ ποχρεώσω ναν π᾿ ατος ν σ συντροφέψει γι᾿ πάνου…

- Ελόγησον, επεν μπάρμπα-Κωνσταντός, στις δν τ πεθύμει διακας μέσα του.

- σπου ν λθουν, πανέλαβεν πάπα-ζαρίας, πειδ συνηθίζω ν διαβάζω τς Πράξεις ποβραδίς, κατ τ παλαιν Τυπικόν, ν πάρουμε ναν καφέ, κα ν μ συντροφέψεις, ν γαπς ες τν κκλησίαν, δι ν μ βοηθήσεις ν διαβάσουμε μαζ τς Πράξεις.

Α Πράξεις τν ποστόλων ναγινώσκονται, κατ τ ρχαον Τυπικν ν τος ερος μοναστηρίοις, φ᾿ σπέρας το Μ. Σαββάτου, πρ τς Παννυχίδος δηλ. κα το ρθρου το Πάσχα.

- Εχαρίστως, επεν μπάρμπα-Κωνσταντός.

- Τς διαβάζω γ τς Πράξεις, γόγγυσεν Γαβριήλ, στις ζήλευεν μα βλεπεν κτακτον βοηθν ψάλτην ν τ ναΐσκ.

- σύ, Γαβριήλ, θ κάμεις περισσότερα λάθη π σες λέξεις εναι τυπωμένες μς στ βιβλίο. Μόνον ν μς κάμεις δυ καλος καφέδες, διορρυθμίτικους κα ν μς τος φέρεις π κε. ρίστε, κυρ-Κωνσταντό, ν περάσουμε στ κελλ τ λλο.

διόρρυθμα λέγονται τ μοναστήρια σα δν εναι Κοινόβια, δν τηροσι δηλ. τν ρχαίαν αστηρν κοινοβιακν τάξιν.

μπάρμπα-Κωνσταντς γέρθη, λαβε τν ράβδον του, τν τορβν κα τ κυλίμι κα μετέβη ες τ κελίον το πατρς ζαρία.

* * *

Ο τρες νεαρο βοσκοί, κρατοντες τς λαμπάδας τν χαμηλ μ τν ριστεράν, περισκέποντες τ φς μ τν δεξιάν, π τς προσπνεούσης νυκτερινς αρας, ν σελήνη, ψηλ ναπλέουσα τν ορανόν, εχε κρυφθε ες σύννεφα, τρεξαν πρτοι μπρός, δ πρτος ναγγείλας τν εδησιν απόλος ρχετο πίσω. Κατέβησαν κάτω ες τ ρέμα, χωρς ν κούσωσι φωνς, κα ρχισαν ν ποπτεύωσιν, τι πρτος βοσκς σως εχεν «ατιασθε» κα εχεν κούσει φωνάς, μ πάρχουσας πράγματι. λλ᾿ απόλος διεμαρτύρετο, λέγων, τι δν πατήθη, κα τι εχεν κούσει εκρινς φωνν λέγουσαν: «Πο εσαστε; Πο εσαστε;»

Δι ν βεβαιωθ τι μλλον ατός, πείθων κα τος λλους, βοσκός, ρχισε ν φωνάζει: «! δ εμαστε! Ποις εναι;»

σθενς φων πήντησεν. λλ δν διέκριναν τς λέξεις.

φο προέβησαν λίγα βήματα παρεμπρός, ο βοσκο πάλιν φώναξαν: «! Ποις εσαι; Πο βρίσκεσαι;»

φων εκρινέστερον πήντησε:

- Δ εμαι!… λτε παραδ… Κα φων πνίγη ες στεναγμόν.

- Κάποιος θά πεσε κι γκρεμοτσακίσθη πουθεν μέσα στ ρέμα, σκέφθη μεγαλοφώνως ες τν βοσκν.

Τ ντι, ταν κουσαν τν μορμυρισμν το δατος το μικρο χειμάρρου, ρέοντος δι μέσου βράχων κα μμωδν χώρων ναλλξ ες τ βάθος τς κοιλάδος, κι πλησίασαν ες τν ρίζαν νς βράχου, εδον τ σμα νθρώπου κειμένου κε, δίπλα ες τ ψιθυρίζον κα κατερχόμενον ες τν θάλασσαν λικοειδς ρεμα. το ατς κυρ-Κωνσταντός, τρίτος πάρεδρος. Τν νεκίνησαν. Δν το βαρέως πληγωμένος, λλ᾿ εχε βαρέσει ες τν ριστερν πλευράν, πεσν π ψος νδρικο ναστήματος, π τν βράχον. Περ ραν δεκάτην ερωπαϊστί, φο νέτειλεν σελήνη, εχεν ναχωρήσει π τν γιον Χαράλαμπον, χι τόσον διότι τ πεθύμει, σον διότι παπα-ζαρίας, ποχρεωτικς κα πρόθυμος φίλος, ταν πρόκειτο ν᾿ ποπέμψ χληρόν, εχε παρακαλέσει να τν λθόντων χωρικν, κα εχεν πιμείνει, να συνοδεύσ οτος τν μπάρμπα-Κωνσταντόν, περχόμενον ες γιον ωάννην που εχε δώσει πόσχεσιν ν πάγ.

χωρικός, μ προθυμίαν χι μφαντικοτέραν τς το παπα-ζαρία, μεγαλυτέραν δ τς το κυρ-Κωνσταντο, συνόδευσε τν πάρεδρον ες κανν μέρος τς δο ως τ Καμπιά, ες τ ψος το βουνο, πόθεν πρεπε ν κατηφορίσ τις, δι ν φθάσ ες τν ναΐσκον το Προδρόμου, κι κε, φο το δειξεν κριβς τν δρόμον, το ηχήθη καλν νάστασιν κα τν γκατέλιπε μόνον.

μπάρμπα-Κωνσταντς κολούθησε κατ᾿ ρχς π πολ τν κύριον δρόμον, στις το μοναδικς κα εδιάκριτος π τ φς τς σελήνης, μόνην συντροφιν χων τος θάμνους, σοι σταντο δεξι κα ριστερά, διαχαράσσοντες τν δόν, τ δένδρα, τ ποα λάμβανον φανταστικ σχήματα σχημάτιζαν σκις, ν μέσ τν ποίων τ μμα βλεπε πολλάκις φάσματα κα κίνητους νθρώπους, τος βράχους, οτινες, καθόσον πλησίαζε πρς τν βόρειον κτήν, πληθύνοντο κι ξετόπιζον τ δένδρα, τ δειλ κελάδημα λίγων πτηνν, κρυμμένων ες τς λόχμας, τν κρότον τς αρας, σειούσης τος κλνας κα τς κορυφς τν δένδρων, κα τν μυστηριώδη θρον τς φυλλάδος, τν παραγόμενον π γνώστων νυκτερινν πλασματίων, π μικρν κατωτέρων πνον, κρυπτουσν τν παρξιν τν ν μέσ το σκότους κα τς μοναξις.

λλ᾿ ταν φθασεν ες μέρος, που δς τέμνετο ες δυ μικρ μονοπάτια, τ ν νατολικότερον, τ λλο βορειοδυτικόν, ερέθη ες μηχανίαν ποον μονοπάτι ν λάβ. σον κα ν εναι ντόπιος ες νθρωπος, στις κτάκτως, παξ κατ δυ τρία τη, ξέρχεται ες μακρν σχετικς κδρομήν, ες τος μικρος τόπους, πάντοτε ερίσκεται ες μηχανίαν, ταν μάλιστα τ τοπίον εναι κάπως γριον κα δν χει διος κτήματα ες τ μέρος κενο. Ο δρόμοι π τους ες τος λλάζουν, πολλάκις παλαια δο κχερσονται καλλιεργονται κα δν πατονται πλέον, κ τς πλεονεξίας μικρο γαιοκτήμονος, στις περιφράττει ντς το χωραφιο το ν δυ στρέμματα γς περισσότερον κα μεταθέτει τν φράκτην μίαν δυ ργις πωτέρω. νίοτε συμβαίνει κα τ ναντίον· διαφιλονίκητος λαιν γνωστο κτηματίου πατεται κα γίνεται δρόμος, χάριν τς εκολίας τν διαβατν· λλοτε ο βοσκο κα α αγες τν νοίγουσι νέον μονοπάτι δι ν «ραδίζουν», λλοτε γκαταλείπουσι κα φήνουσι ν κχερσωθ παλαι κα γνώριμος δός.

φο π πολ δίστασεν μπάρμπα-Κωνσταντός, προτίμησε τέλος τ βορειοανατολικν μονοπάτι, κα κατέβη ταχέως ες τ ρεμα το Χαιρημον, λλ᾿ κε δν δύναται ν βαδίζει τις, κτς ν εναι δωδεκαετς πας, κα ψάχνει δι καβούρια, τν μέραν. δ κυρ-Κωνσταντς το ξηκοντούτης, το νξ κα δν ζήτει καβούρια. Τ ρεμα τς πηγς το Χαιρημον, νούμενον κατωτέρω μ τ ρεμα τς Παναγίας Δομάν, σχηματίζει ποτάμιον, κατερχόμενον ες τν θάλασσαν δι᾿ ποτόμου κατωφέρειας, δι βράχων κα μικρν καταρρακτν.

Στιγμν τινά, καθ᾿ ν σελήνη εχε κρυβε νω ες νέφος κα δν εδε καλά, δν πάτησε στερεά, λίσθησεν π να βράχον κι πεσε μ τν κεφαλν κα τν κορμν ες τν μμον, μ τος πόδας ες τ νερόν. μπαρμπα-Κωνσταντς κτύπησεν λαφρς κα πόνεσεν, κ το τιναγμο μλλον κα το φόβου, κ το κατάγματος. Ετυχς λίγο πρίν, ταν ερίσκετο ες τ ψωμα, πάνω ες μέγα περκείμενον βράχον, εχεν δε τν ντιλαμπν το μικρο ναΐσκου, που ρτίως εχε ψαλε νάστασις, κα εχεν ννοήσει, τι δν πεχε πλέον πολ π τν γιον ωάννην. Ζαλισμένος π τν πτσιν, ρχισε, μ σην εχε κόμη δύναμιν, ν φωνάζ: «Πο εσαστε; Πο εσαστε;» Κα τν φωνν ταύτην εχεν κούσει πρτος βοσκός, στις εχεν ξέλθει πρς στιγμν το ναο, δι ν δ πς εχον α αγες του.

κυρ-Κωνσταντς σηκώθη, χωλαίνων, κολούθησε τος βοσκούς, φθασεν ες τν ναΐσκον, ταν ερες εχεν ρχίσει τν σπασμόν, προσκύνησε κα λαβε τν θέσιν το ες τν χορόν. ψαλεν ες λην τν λειτουργίαν, μ λον τ πέσιμόν του κα τ πόνεμά του.

ξω, π τ φέγγος τς σελήνης, δεξιόθεν το ναΐσκου, βρεμε γενναον πρ, κα μπάρμπα-Δημήτρης Καμπογιάννης, κ τν πλησιοχώρων τς πολίχνης λθν ποιμήν, εχεν βελίσει δη ναν μνν κα τν ψηνε. Δίπλα του, πρόθυμος δι ν τν βοηθ, κάθητο, κουμβν π᾿ ατο το τοίχου τς κκλησίας, νθρωπίσκος τις κ τς πόλεως, στις δν εχεν ννοηθε πότε κα πς εχεν λθει κε, Γιάννης Μπουκώσης. νάμεσα ες τν πυρν κα ες τν τοχον, μπάρμπα-Δημήτρης Καμπογιάννης. μ τν κιτρίνην ζωνάραν, τ ξυραφισμένον γένιον κα τν γκιστροειδ μύστακα, εχεν φήσει τ μαχαίρι του μετ το θηκαρίου, κα Γιάννης Μπουκώσης, π πολλς ρας, δν εχε παύσει ν ρίπτ τ βλέμμα ναλλξ ες τ ροδοκοκκινίζον σφακτν κα ες τ μαχαίριον. ντικρύ, παρ τν ρίζαν νς σχοίνου, στατο μεγάλη φλάσκα. κ το τρόπου μεθ᾿ ο στατο κουμβημένη ες τ κλαδίον το σχοίνου, φαίνετο πλήρης ονου μοσχάτου κα μαύρου μεμιγμένου. Τ ροδοκοκκινίζον σφακτν κνιζε κα σιζεν ες τ πρ, φλάσκα ς λλη κλώσσα καλοσα τος νεοσσούς της π τς πτέρυγας, φαίνετο καλοσα τος βοσκος ες εωχίαν π τος τμούς της, τοίμη ν κλώξ κα ν φυσήσ ες τν λαχίστην παφν τς χειρός, ες τν λαχίστην προσέγγισιν το χείλους ες τν θηλήν της.

Δυ χωρικοί, ρθιοι, πέντε βήματα μακρν το ψητο, τς φλάσκας κα το σχοίνου, σταντο κα συνομιλον ζωηρς. Εχον ερει τν ραν κα τν τόπον ν λογομαχήσωσι δι᾿ ν χωράφιον τεσσάρων στρεμμάτων, περ το ποίου μάχοντο π τν.

ντίκρυ, πρς μεσημβρίαν, π το βραχώδους λόφου, νάμεσα ες πέντε βράχους, ες τρία μονοπάτια κα ες κρημνόν, ερίσκετο τ διαφιλονικούμενον χωράφιον. ες τν χωρικν χειρονόμει, κι δείκνυε πρς τ κε, κα σχυρίζετο τι τ χωράφιον τ δικόν του εχε σύνορον κριβς τν τρίτον βράχον πρς τ δεξιά.

«γ τ ηρα παππούδικό μου», λεγε. «Δν ρωτς κα τν Γιάννη τς Ψαροδήμαινας, πο εμαστε γειτόνοι δ κα τριάντα χρόνια;»

«Τ σύνορα εναι μς στ μέση, νάμεσα στν δεύτερο κα στν τρίτο βράχο, κε πο βαθουλαίνει τόπος», διετείνετο λλος χωρικός. «Φαίνεται κόμη πο τον, τν παλαιν καιρό, ποσκαφή…»

«Κοδζμ βράχος», ντέκρουσεν πρτος, «κι γ θ πάω ν γυρέψω ν βρ τν ποσκαφή, γι ν τν κάμω σύνορό μου;»

μπάρμπα-Δημήτρης Καμπογιάννης ρχισε ν γυρίζ μελέστερον τν σούβλαν μ τ σφακτόν, κα προσοχή του λη περροφήθη π τν δυ χωρικν κα τς λογομαχίας των.

Γιάννης Μπουκώσης λαβε σιγ σιγ τ μαχαίριον, τ πεγύμνωσε π τ θηκάριόν του, κοψεν πιτηδείως τεμάχιον π τ νεφραμι το σφακτο, τ ποον παυσε σχεδν ν περιστρέφεται, κα τ κατεβρόχθισεν πλήστως.

μπάρμπα-Δημήτρης οδ παρετήρησε κν τν κλοπν κα τν λαιμαργίαν το νθρωπίσκου. ξηκολούθησε ν προσέχ ες τος δυ ρίζοντας.

«Κα εναι κα μέσα στ μπολέτι καθαρ γραμμένο», λεγεν πρτος τν δύο. «Τ πγα στν πάπα-Λευθέρη πο ξέρει ν διαβάζ τ παλαι γράμματα, κα μο τ διάβασε τόσες φορές».

«π μπολετι δν δρώνει μένα τ μάτι μου», ντέλεγεν δεύτερος. «Σν χεις ρεξη, δν πς στν μπαρμπ᾿-ναγνώστη τν γέλαστο, ν σο φτιάσ σα ψεύτικα μπολετι θέλεις;»

Δημήτρης Καμπογιάννης πρόσεχεν λος ες τν λογομαχίαν τν δυ γροτν. Γιάννης Μπουκώσης λαβεν κ νέου τ μαχαίριον, τ ποον δν εχεν πιστρέψει ες τ θηκάριόν του, κοψε δεύτερον, γενναιότερον τεμάχιον π τ μισοψημένον σφακτόν, κα τ καπέπιε μονοκόμματον.

ρις τν δυ χωρικν ξηκολούθει, κα προσοχή, μεθ᾿ ς τν παρηκολούθει Καμπογιάννης το διάπτωτος. Μπουκώσης, στις νόει τν μυστηριώδη γλώσσαν τς φλάσκας, δι᾿ ς ατη κάλει τος φίλους της, ς κλσσα τος νεοσσούς της, καμεν να βμα μ τν δεξιν πόδα, ν σχήματι ρθς γωνίας, δεύτερον βμα μ τ ριστερν γόνυ ες τ δαφος, ξηπλώθη τετραποδίζων, πλησίασεν ες τ σχονον, κα λαβν τν μεγάλην ονοβριθ φλάσκαν τν πλησίασεν ες τ χείλη του, κα πιε γενναίαν δόσιν πνευστί. Ετα, φύσει φρόνιμος κα γνωρίζων, τι, ν καμεν κα τρίτην πόπειραν κατ το σφακτο, το φόβος ν φωραθ πιτέλους, πέστρεψε παρ τν τοχον τς κκλησίας, λίγον τι πώτερον τς πυρς, μαζεύθη κι φαίνετο τόσον κακος κα νστις, ς ν μν εχεν πασχάσ λως.

ταν, φο ερες ξλθε τελευταος π τς λειτουργίας κα στρώθη τράπεζα ες τ πρόθυρα το ναο (τον περ τ γλυκοχαράματα), μπάρμπα-Δημήτρης Καμπογιάννης πεχείρησε ν τεμαχίσ τ ψητόν, παρετήρησεν, τι κάτι λειπεν π τ νεφραμιά, λλ᾿ καμώθη, τι δν νόησε τίποτε, κα ποτεινόμενος πρς τν Γιάννην τν Μπουκώσην επε:

«Κοίταξε! Περίεργο… Δν εναι παράξενο ν γεννήθηκε σακάτικο ατ τ ρνί, παιδί μου Γιάννη;»

ξηκολούθησεν σύχως ν κατακόπτ τ ψητόν, ετα πανέλαβε:

«Πολλ παράξενα σημεα κα θαύματα γίνονται σ᾿ ατ τ στερν χρόνια… Γι βάλε μ τ νο σου, ν φέρνω ρνί, σακάτικο γεννημένο π᾿ τ μάνα του, κα ν μν τ καταλάβω… Τί ν γίν, ς χ δόξα Θεός!»

Γιάννης Μπουκώσης δν επε γρύ. λλ τν τελευταίαν στιγμήν, καθ᾿ ν παρετίθετο π τς τραπέζης τ ψητόν, μπάρμπα-Δημήτρης κρυψεν πιτηδείως τς δυ στάμνες το νερο, πο εχεν κόμη γεμάτες, κι παρουσίασεν ες τν τράπεζαν δυ δειες, λέγων, τι δυστυχς εχε λησμονήσει ν στείλ γκαίρως ες το Χαιρημον τν βρύσιν ν πάρ νερόν, κα το νάγκη ν πάγ τώρα κάποιος.

«Σ᾿ σένα πέφτει κλρος, παιδί μου Γιάννη», επεν ποτεινόμενος πρς τν Μπουκώσην. «Σύρε ν γεμίσς τ δυ σταμνιά, νά χεις τν εκ το παπ μας, κα σ καρτερομε, δν τρμε… Πάρε κα μία ναμμένη λαμπάδα ν βλέπς στ δρόμο, κα πάτει γερά, μορφα μορφα… ν μ σπάσς τ σταμνι κα τ πάθης σν τ τραγούδι πο λένε… κα μς φήσης κι μς χωρς νερό».

Γιάννης Μπουκώσης πεθύμει ν᾿ ρνηθ, λλ δν τόλμα. φορτώθη τ δυ σταμνι κι ξεκίνησε δι τν πηγν το Χαιρημον, τις πεχε περ τ δυ μίλια, κα τις τρεχε τόσον φειδωλή, ς τ δάκρυ τν ξηντλημένων φθαλμν. χρειάζετο σωστν μίαν ραν δι ν πάγ, ν γεμίσ τ σταμνι κα ν πιστρέψ.

Εθς ς νεχώρησεν οτος, μπάρμπα-Δημήτρης Καμπογιάννης, βγαλεν ες τ φανερν τς δυ πλήρεις στάμνας, κα πειδ ερες δν νόει, ξηγήθη κα επεν:

- Εχα νερό, μ θελε ν τόνε παιδέψω τν φιλότιμο… κος κε ν μο κάμ γρουσουζιά, χρονιάρα μέρα, ν μο κόψ μεζέδες π τ σφαχτ ν τ ψηνα κα ν μν πάρω κάβο…

ταν πέστρεψεν π τν βρύσιν το Χαιρημον, φέρων τ δυ σταμνιά, Γιάννης Μπουκώσης, το δη μέρα, τ ψητν εχε καταβροχθισθε, κα μόνη διακριτικ φιλαδελφία τς θεια-Μαθηνς τς ψευτομετάνισσας κα τς θεια-Σειραϊνς, τς σημαιοφόρου τν πανηγυριν, το εχε φυλάξει λίγα τεμάχια το μνο δι ν φάγ κα κάμ Λαμπρν πειναλέος νθρωπίσκος.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Και για την αντιγραφή

Φουρόκατος


Απριλίου 13, 2009 Δημοσιεύθηκε από Fourokatos | Γενικά | | No Comments Yet

Η ΣΑΤΡΑΠΕΙΑ

Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ’ επιτυχία να σε αρνείται·
να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις
(η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πιαίνεις στον μονάρχην Αρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.
και σύ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.
Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει·
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε·
την Αγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.
Αυτά πού θα στα δώσει ο Αρταξέρξης,
αυτά πού θα τα βρείς στη σατραπεία·
και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1910)

Και για την αντιγραφή

Φουρόκατος

Μαρτίου 24, 2009 Δημοσιεύθηκε από Fourokatos | Γενικά, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , , | No Comments Yet

ΓΑΖΑ…


60118_wm_423x355

Η Γάζα είναι μια σπιθαμή γης λίγο μικρότερη από τη Θάσο. Μέσα της συνωστίζονται 1.500.000 Παλαιστίνιοι, πρόσφυγες από την υπόλοιπη γη της Παλαιστίνης μετά τις διαδοχικές επεκτάσεις του Ισραήλ. Εδώ και πάνω από ένα χρόνο δεν έχει επαφή με τον έξω κόσμο λόγω του αποκλεισμού που της έχει επιβάλει το Ισραήλ.

Τα πρόσφατα γεγονότα με την εισβολή και τη σφαγή αμάχων δεν είναι τυχαία, ούτε αποτελούν απάντηση στις ρουκέτες της Χαμάς και των άλλων οργανώσεων, ρουκέτες που σε σύγκριση με τα όπλα του Ισραήλ μοιάζουν με φωτοβολίδες του Πάσχα. Σα σχέδιο έχουν προγραμματιστεί από το 2001, με στόχο να κάμουν τόσο αφόρητη τη ζωή των κατοίκων εκεί ώστε να εξαναγκαστούν σε μετανάστευση, λύνοντας έτσι το πρόβλημα του μεγάλου αριθμού Παλαιστινίων που απειλεί και δημογραφικά πια το κράτος του Ισραήλ. Ήδη οι πληθυσμοί των δύο εθνών είναι σε ισορροπία στην περιοχή που περιλαμβάνει το κράτος του Ισραήλ, τη Γάζα και τη Δυτική όχθη του Ιορδάνη.

Ο αποκλεισμός οδήγησε σε περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση τη Γάζα, την οποία ελέγχει η Χαμάς. Την επαφή με τον έξω κόσμο πετυχαίνουν με τούνελ που έχουν ανοίξει και φτάνουν έτσι στην Αίγυπτο, ενώ πρώτη φορά το καλοκαίρι ένα ελληνικό σκάφος, λίγο μεγαλύτερο από βάρκα έσπασε τον αποκλεισμό και μετέφερε ανθρωπιστική βοήθεια, με επιβαίνοντες μεταξύ άλλων μιαν υπέργηρη Εβραία επιζήσασα του Άουσβιτς, μιαν Ευρωβουλευτή και την κουνιάδα του Μπλέρ.

Το 2006, το αμερικανικό μηχανικό έχτισε στην έρημο του Ισραήλ μια κανονική πόλη σαν τους οικισμούς της Γάζας. Οι οικισμοί έχουν τις ιδιαιτερότητες των προσφυγικών καταυλισμών, με δρόμους τόσο στενούς όσο να χωράει ένας μόνο άνθρωπος να περάσει, στενότεροι κι από της φαβέλες της Βραζιλίας, σχεδιασμένοι έτσι ώστε να εκμεταλλεύονται κάθε σπιθαμή γης για να στεγάσουν τους απόκληρους που δημιουργεί ο Σιωνισμός. Εκεί εκπαιδεύονταν οι Ισραηλινοί στρατιώτες για να αποκτήσουν εμπειρία σε μάχη σώμα με σώμα στα στενά των καταυλισμών εν όψει της σχεδιασμένης εισβολής.

Η παραβίαση της εκεχειρίας, που επικαλούνται οι Ισραηλινοί για την εισβολή, είναι προσχηματική. Μέχρι τώρα, από στοιχεία έρευνας δικού τους πανεπιστημίου, το 79% των παραβιάσεων των εκεχειριών που έχουν συμφωνηθεί προέρχεται από το Ισραήλ, το 8% από τη Χαμάς και το υπόλοιπο από τις άλλες παλαιστινιακές οργανώσεις. Απλά ο στόχος ήταν έτσι κι αλλιώς η Γάζα.

_1283364_gaza_detail3_300map

Οι Ισραηλινοί προχωρούν ισοπεδώνοντας ό,τι εξέχει από την επιφάνεια της γης. Σπίτια, σχολεία, πλατείες, στάδια, εγκαταστάσεις παραγωγής ρεύματος, καταστρέφουν κάθε υποδομή που υπηρετεί την άθλια σε κάθε περίπτωση διαβίωση των ανθρώπων εκεί. Ο στόχος δεν είναι οι μαχητές των παλαιστινιακών οργανώσεων. Είναι ο πληθυσμός ο ίδιος.

Τα όπλα που χρησιμοποιούν είναι απαγορευμένα για πόλεμο, όχι απλά για αμάχους. Βόμβες φωσφόρου που εισχωρούν στον άνθρωπο καίγοντάς τον και έξω και εσωτερικά, κι άλλες που ακρωτηριάζουν ολόκληρα μέλη του σώματος, μαζί με την ισοπέδωση των σπιτιών τους, κάνουν το σκηνικό εφιαλτικό, οι φρικαλεότητες αυτές όμως δε φτάνουν σε μας σ’ όλη τους τη διάσταση. Στις αποστολές του ΟΗΕ καθυστερούν να δώσουν άδεια εισόδου, κι όταν το κάνουν τις στοχοποιούν και τις καταστρέφουν.

Ούτε για την αντίσταση μαθαίνουμε. Οι μαχητές των παλαιστινιακών οργανώσεων προβάλλουν λυσσώδη αντίσταση. Δύο φορές αναχαίτισαν απόπειρα απόβασης από τη θάλασσα των Ισραηλινών, ενώ ακόμα και στις ισοπεδωμένες πόλεις και χωριά αντιστέκονται μέσα από τα ερείπια. Το Ισραήλ δεν περίμενε τέτοια αντίσταση, ούτε ότι θα πάρουν τελικά τόσο χρόνο οι επιχειρήσεις. Γιαυτό και διστάζει να ξεκινήσει την επίθεση στην πόλη της Γάζας την ώρα που γράφονται οι γραμμές αυτές, 19 μέρες μετά την έναρξη της εισβολής. Κι αυτό είναι ήδη μια στρατιωτική ήττα του, παράλληλα με την επικοινωνιακή που υφίσταται συνεχώς, ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων ακόμα και από τις πιο συντηρητικές κοινωνίες της Δύσης, οι οποίες πιέζουν και τις κυβερνήσεις τους σε αντίδραση. Στην πρωτοπορία και πάλι η Βενεζουέλα, που απέπεμψε τον πρέσβη του Ισραήλ.

image009

Ο στόχος είναι όμως κι άλλος: Μια γενικότερη ανάφλεξη στην περιοχή, που θα οδηγήσει σε επίθεση κατά του Ιράν. Ακόμα κι οι αμερικάνοι στρατηγοί συγκράτησαν το Ισραήλ από επίθεση πέρσι, αλλά οι ωμότητες αποσκοπούν και στο να προκαλέσουν αντιδράσεις από τους άλλους λαούς της περιοχής που θα «νομιμοποιήσουν» το Ισραήλ σε απάντηση. Και ίσως γιαυτό να μην αντιδρά μέχρι τώρα το Ιράν και η Χεζμπολάχ στο Λίβανο, η οργάνωση που υποχρέωσε το Ισραήλ σε στρατιωτική ήττα το 2006.

Όποιο και να είναι το αποτέλεσμα, ο αγώνας της Γάζας είναι πάνω απ’ όλα αγώνας για την πατρίδα και την αξιοπρέπεια. «Δε θέλουμε ανθρωπιστική βοήθεια από τα άλλα αραβικά κράτη, θέλουμε να μας αφήσουν να πεθάνουμε. Να πεθάνουμε πολεμώντας». Αυτό διεμήνυσαν οι εγκλωβισμένοι κι αυτή η στάση αξίζει κάθε σεβασμό. Κι ακόμα, μας θυμίζει τις δικές μας αντίστοιχες στάσεις στα Σφακιά το 1770, το 1821, τους αγώνες των κρητικών και των κυπρίων για την Ένωση, στην εθνική αντίσταση κατά των Γερμανών. Και μας βάζει και μπροστά στις δικές μας ευθύνες σε μιαν εποχή που αυτά τα έχουμε ξεχάσει, μας είναι μάλιστα ενοχλητικά. Το δίλημμα και στην Παλαιστίνη και στο Αιγαίο και στη Λατινική Αμερική είναι το ίδιο: Αντίσταση ή Υποταγή. Κι αν εμείς προτιμούμε την υποταγή, αυτοί που μας δείχνουν το δρόμο της αντίστασης αξίζουν κάθε σεβασμό.


Ιανουαρίου 15, 2009 Δημοσιεύθηκε από Fourokatos | Γενικά, Πολιτική και πολιτισμός | , , , | No Comments Yet

ΘΕΙΟΝ ΟΡΑΜΑ

0040504

Δ λέτε, ρ παιδιά, τίποτα ν ζεσταθομε;

Κα μ τ λόγο φάνηκε μαρο κορμ στν νοιχτ θυρίδα, κύλησε π τ σκάλα κάτω Κώστας θερμαστής, βαρυτυλιγμένος στν πατατούκα του. κανε κρύο δυνατό. Βορις ξύριζε τ πέλαγα, πάγωνε τ᾿ κρογιάλια, κρουστάλλιαζε τ στοιβαγμένα χιόνια στ βουνά. Κα τ πλήρωμα, νατες κα θερμαστές, συναγμένοι λόγυρα στ θερμάστρα, φρόντιζαν ν ζεσταθον μ τ φασκομηλι κα τ ψωμοτύρι. λύχνος, καρφωμένος στ μέση νς στύλου, φώτιζε κα κάπνιζε μαζ τ περίγυρα σωθέματα. Διπλ-τριπλ τ κρεβάτια κολλημένα στ πλευρά, μ τ μαρα τους στρωσίδια, θύμιζαν νεκροθκες στ᾿ νήλιαστα βάθη τς γς ταιριασμένες. Κοντ καμαρούλα το ναύκληρου, νοιχτόπορτη, δειχνε λλο κρεβάτι στρωμένο, δυό-τρες φωτογραφίες παλιές, μι χρωμολιθογραφία χανούμισσας, χρυσοφορεμένης κα ξαπλωμένης σ πουπουλένια προσκέφαλα. Κα λοθε κρεμασμένα τ ροχα, στ λάδι κα στ κάρβουνο βουτημένα. Ο μουσαμάδες ξεσχισμένοι κα μυριομπαλωμένοι. Τ χοντρ ποδήματα κα τ κασκέτα κα ο χρωματιστο σκοφοι δειχναν τ χώρισμα καλογερικ κελλί. λλ τ φλίφλισμα το νερο πο κουόταν στ πλευρά, μυρωδι το κατραμιο κα τ ψημένα πρόσωπα τν νθρώπων δειχναν πς ζω δ γωνίζεται τν τελευταο γώνα της. Γι τοτο κα κανένας δν πρόσεξε τώρα στ στεο κατρακύλημα το θερμαστ.

- Δ λέτε, ρ παιδιά, κα τίποτα ν ζεσταθομε; ξαναδευτέρωσε κενος, γκαλιάζοντας τ θερμάστρα σν ρωμένη.

- Τί ν επομε; ρώτησε μελαγχολικς Κώστας ξιώτης. Νυχτι σν τν ποψιν δ θέλει παραμύθια. χι, δ θέλει παραμύθια! δ στν γριο κόρφο πο εμαστε κλεισμένοι, τριγυρισμένοι π τ μούγκρισμα τς Μαύρης Θάλασσας, σαβανωμένοι π τν πουπουλένιο θυμ τ᾿ ορανο, ς πομε κατιτ θεϊκ κα παρήγορο. Στ παλι χρόνια ο γέροντές μας δν εχαν τν καταδίκη πο χουμε μες τώρα. Περνοσαν τς γιες μέρες κάτω π τ στέγη τους, κοντ στ φωτιά, νάμεσα στ φαμίλια τους. πως μπελοφυτευτς τ᾿ μπέλι του, τρυγούσανε κα κενοι τ καλοκαίρι τ θάλασσα κα χαίρονταν τ χειμώνα τ καλ τς φοβα. ξεραν τ γιορτ κα τν καματερή τους. Εχαν καιρ γι τ χαρ κα γι τ θλίψη τους. μες τίποτ᾿ π᾿ ατά! Χειμώνα-καλοκαίρι τ᾿ ργώνουμε τ κύμα. Βόδια καματερ στ βουκέντρα τς νάγκης, ποταχτικ θ᾿ αλακώνουμε τ᾿ ρμυρ χωράφι, μονάχα τ φάκνα μας χοντας γι πληρωμή. Γι τοτο καλ πο τυχε κακοκαιρία ν᾿ φήσουμε λίγο τν κάματο. Δ λέω πς θ μείνουμε τώρα συχοι. φέντης θέλει δουλει π τ δουλευτή, γιατί φοβται μν κνέψη μ τν καμωσιά. Φαντάσου μως, ν ταν καλωσύνη, τί δρόμο θ παίρναμε τώρα. τσι τουλάχιστο χω λεύθερο τ νο ν συλλογιστ τ σπίτι μου.

χ, τ σπίτι μου! ρχισα τ παραπόνο κα κοντεύω ν δακρύσω σν πραγο παιδί. Μ δ φταίω γώ. Φταίει ατ νύχτα. Φταίει τ ποψιν ποσπέρισμα, τ᾿ στέρι τ λαμπρ πο τρεμε βασιλεύοντας πίσω π τ χιονισμένα βουν κα τάραξε τ εναι μου. πως τος Μάγους δήγησε κα μένα πίσω π τ βουν κα τ πέλαγα στ Νάξο, στ Γρίτι μου τ πρασινοντυμένο, τ ταπειν μ λόχαρο σπιτάκι μου. Κα χι ς δ. Παραμπρός, παραμπρς κόμη. Μ᾿ φερε στ παιδιάτικα χρόνια μου, πρν φήσω τ στερι κα πρν ταξιδέψω στ θάλασσα.

eikones_050


Καθόμαστε λοι στ παραγώνι, διπλοπόδι στ μάλλινα στρωσίδια, ντυμένοι μ τ ζεστ φορεματάκια μας, πο τ ρραψε τς μάννας μας φροντίδα κα τς δερφς μας, τς μορφούλας τ πιδέξια χέρια. πατέρας μου, θεριακωμένος κα νιοφάνταχτος γέροντας, καθότανε στς προσκεφαλάδες ψηλ κα ρουφοσε πολαυστικ τ τσιμπούκι του.

ταν μας βλεπε τσι συναγμένους, το ρεσε ν διηγέται παραμύθια κα στορίες τς ζως του. Τς θάλασσας ο κίνδυνοι, τς στερις ο χαρές, τρόμος τν κουρσάρων, τ ναυτικ κατορθώματα τς πανάστασης διάβαιναν ζωνταν κα λοφώτιστα μπροστά μας. Μ κείνη τ νύχτα δ θέλησε ν μιλήση οτε γι παραμύθια, οτε γι ταξίδια του. Μόλις βάλαμε τ λύχνο στ λυχνοστάτη κα φάγαμε τ λειψόπητα, μς ρχισε θρησκευτικς κουβέντες. ταν θρσκος γιοχώματος κα τ ερ βιβλία δν τ᾿ φηνε π κοντά του. λήθεια, στ ταξίδια του εχε πρόχειρα τ τροπάρια κα τς βλαστήμιες. Μ τώρα πο παψε τν γώνα τς ζως, φρόντιζε γι τ σωτηρία τς ψυχς του.

μο λές, επε στν δερφό μου τ μικρότερο, τί ραμα εδε Παναγία τ νύχτα πο γέννησε τν Κύριο μν ησο Χριστό;

Κόκκαλο κενος. Ρωτάει μένα, τ διο.

, δν τ ξέρετε ! πρόσθεσε μ ρεμη φωνή. Μ δν φτατε σες, φταίω γ πο δν σς τ μαθ᾿ κόμη. γινε πέρα στν νατολή, στν τόπο τν παράδοξο. Ποι χρόνο δ σς λέω. Φτάνει ν μετρήσετε τ φετειν κα τ βρίσκετε μέσως. κείνη τ νύχτα μία γυναίκα, συντροφιασμένη π τν τέχτονα τν ντρα της, στάθηκε μισοστρατς σ μι σπηλι κα γέννησε να παιδί. Φτωχ ταν τ ροχα της, ψη της πικραμένη· μ εχε κατιτ τόσο λαμπρ στ ματιά, πο λεγες θ᾿ ναστήση κα τν πέτρα. Κάτω π τ γαλάζιο φόρεμα κα τ κόκκινο στηθοπάνι, τ κορμ φάνταζε λυγερό, ξιο γι ν θρονιάση μία πάναγνη ψυχή. Κα κάτω π τν σπρο της κεφαλοδέτη τ μυγδαλωτ μάτια, τ φρύδια τ σμιχτά, τ λεφαντένιο μέτωπο, λαμπρότερο κι π τ χρυσ στολίδια του, φανέρωναν τν ασθαντικ πηγ πο θ σάρκωση τν γάπη κα τν Καλωσύνη.

Γέννησε τ παιδί, τ βύζαξε, τ τύλιξε στ σάλι της κα τ᾿ πίθωσε στ φάτνη πάνω στ᾿ χυρα ν κοιμηθ. Σ λίγο νασασμς βγαινε π τ στηθάκι του συχος, σν νασασμς βαλσαμόδεντρου. Γύρω τ σκοτάδι πλωνόταν πίσσα. Κάτω στ χμα πλαγιασμένα τ ζωντανά, βόδια κα πρόβατα κα λογα μαζί, νιωθαν κάποια φρίκη ν χαμοπετ πάνω τους, σύγκρυο ν τ περιγλείφη κ᾿ μεναν γρυπνα. Μ οτε βέλασμα, οτε χλιμίντρισμα, οτε βούγεμα χολογοσε. φάκνα τριζε κάποτε. λλ κα κείνη μενε ξερομασσημένη στ στόμα τους. πάνω σπηλι μ τν οραν τς νεροστάλαχτο, μ τ πλευρ τς αλακωμένα π τς νεροσυρμές, πράσινα π τ πολυτρίχια, σκισμένα π τ νύχια το ρνιου, τρύπια π το σφαλαγγιο τ κεντρί, κλεισμένα μ τν πλοκ τς ράχνης, ξεθεμελιωμένα π τν ποντικό, ψήλωνε βουβ κι τάραχη. Κα κάτω π τ χαμηλ μπατή, τ φς στροστόλιστης νύχτας χυνόταν στς πλαγις κα τ λακκώματα. Ο κουρμάδες κε ψήλωναν λαμπάδες, μ τ καμαρωτ κλωνι καρποφορτωμένα. κε τ᾿ μπέλια δειχναν κλαδι τοιμα ν᾿ νοίξουν μάτια χλωροπράσινα στ πρτο φύσημα τς νοιξης. κε σπραργυρανθισμένες ο λις λαγάριζαν π τώρα τ χυμ πο θ κα θυσία στ νεογέννητο. κε κα τ σπίτια τς Βηθλεμ μικρά, τετράγωνα, μ τ δμα πάνω κα τν πόρτα στ πλάγι, λαμπαν στν σβέστη, λς κα στολίσθηκαν ν καλωσορίσουν κενον πο θ τος χαρίση τ δόξα. Βαθι ορδάνης στέναζε μέσα στ χαλκοστρωμένη κοίτη του κα πρόσμενε μ τρόμο τ θεϊκ κορμ πο θ᾿ γιαζε τ νερά του. Δεξι στ χούνη σν κατάρατο πνεμα βρουχιόταν Νεκρ θάλασσα, λς κ᾿ εχε κόμη μέσα της τ Σόδομα κα τ Γόμορα. ριστερά, πάνω π τος ζυγούς, κε πο δν φτανε τ νθρώπινο μάτι, ταν μως σήκωτος λογισμς το Θεο, στ χαρ κα στν κολασία παραδομένα ορλιαζαν τ Γεροσόλυμα, τ σμα τν Προφητν κ᾿ λατρεία λαο μεγάλου.

ωσήφ, μόλις εδε κοιμισμένο τ παιδί, κατέβηκε στ χωρίο ν φροντίση γι τ λεχώνα. Κα κείνη λομόναχη, δυνατισμένη, μ τ μητρικ λαχτάρα στ στήθη, σταύρωσε τ χέρια, κούμπησε τ κορμ σ᾿ να στύλο κ᾿ κλεισε τ ματόφυλλα. Μ στάθηκε δύνατο ν κοιμηθ. τύχη το θεόσταλτου ρθε ν τς τυραννήση τν ψυχή. Τί θ᾿ πογένη στο κόσμου τν ντάρα τρυφερός της Κρίνος, κενος πο τς δόθηκε μ τ χέρι σπροντυμένου Χερουβεμ; Ποι θ ενε ζω κα ποι τ τέλος του; Θ περάση δρόμο πορφυρόστρωτο θ βάψη μ τ αμα του τ᾿ γκάθια κα τς στουρναρόπετρες; κόσμος παραλυμένος δν προσέχει πι στ λόγια τν Προφητν. σραλ στενάζει κάτω π τ ψέμα τν Φαρισαίων κα τν Ρωμαίων τ ζυγό. Δν κιθαρίζει Δαβδ οτε Δεβόρρα δικάζει τ λα κάτω π τος κουρμάδες. Το αρν τ τέκνα λστεύουν. πιστίας σύγνεφο κάθεται στν ερ Κιβωτ κα στο Μεγάλου Ναο τ δυτα. Πίνει τ αμα τν Μακκαβαίων γ, χωρς ν᾿ ποδώση λευθερία κα δικαιοσύνη. Γαυλωνίτης ούδας χάθηκε χωρς ν᾿ νορθώση τ Νόμο. Γ τς παγγελίας, χωρισμένη σ βασίλεια κα τοπαρχίες, φθείρεται π τν μφύλιο σπαραγμό, σ ν τ βαραίνη κόμη πείθεια τν προγόνων στν ρημό του Σίν. Κόλαση γινε ποτε Παράδεισος! γωιστς κα κδικητικς κα δοξος περιούσιος λας το Κυρίου! Πς θ ζήση σ τέτοιον κόσμο τ παιδί της;

ξαφνα λύχνος λιοστάλαχτος κρεμάστηκε μπρς στς μάννας τν ψυχή, τοιμος ν δείξη τ μέλλον το νιογέννητου, πως νεφέλη δειξε λλοτε τν γνωστο δρόμο στ φυλή της. Κα τν εδε τριαντάχρονο λεβεντονι ν μαγνητίζη τς ψυχς το λαο. Ψηλός, λυγερός, μ σεβαστ μελαγχολία στ ροδοζύμωτο πρόσωπο, μ τ κασταν μαλλι κυματιστ στος μους, μ τ στόμα γλυκοστάλαχτο κα τ γαλαν μάτια, μιλοσε στ λα κα τν πειθε. κήρυττε στς συναγωγς κα χίλιοι τν κουαν νέβαινε στ βουν κα μύριοι τν κολουθοσαν. Διαβαίνει νάλαφρα τ λίμνη τς Γενησαρτ κα ρίχνονται λαμνοκοπώντας ο κόσμοι στ βήματά του. Ο Προφτες πο τν προσπερνοσαν, τώρα πισωδρομον ποταχτικοί του. Νόμος το Μωυσ ναζ στ λόγια του κα συμπληρώνεται. ρμη γ ναδροσίζεται τ᾿ πελπισμένα στήθη ξαναθαρρεύουν τ πλανημένα πρόβατα γυρίζουν πάλι στ μάντρα τους. γάπη τρέχει δαπάνητη π τ πλατει στέρνα του κα δροσίζει τ καμίνι τς κακομοιρις. Ο πιστοι πιστεύουν κα σηκώνονται ο ταπεινοί, τυφλος φωτίζει, χωλος δηγε. Τ Γεροσόλυμα στρώνουν τος δρόμους μ βάγια ν τν δεχτον. Σύγκαιρα μως καρφώνουν τ σταυρό. φθονερς μαθητς τν παραδίνει μ φίλημα. δειλς φίλος του τν ρνιέται πρν λαλήση πετεινός. Μ κενος, νώτερος π τ τέκνα τν νθρώπων, συγχωρε τν ρνηση κα τν προδοσία, διαβαίνει πράος μέσα π τς κοροϊδίες κα τ φτυσίματα, πίνει τ ξίδι κα τ χολή, φορε τ γκαθερ στεφάνι, τν περιφρονητικ χλαμύδα, κρατε τ καλαμένιο σκπτρο κα νεβαίνει στ μαρτύριο.

- Γυναίκα, ν γιός σου, λέει τν τελευταία στιγμή.

Κα ποχαιρετ, μ᾿ να βλέμμα μελαγχολικό, τ μάννα πο τν γέννησε, τος φίλους πο τν πίστεψαν, τ λα πο τν τυράννησε, τ Γ πο εδε τς πίκρες του κα τν Οραν πο θ δεχόταν τ Σμα του.

μάννα ταν κε κα τ βλεπε λα. θελε ν φωνάξη, ν τρέξη γι ν τν σώση π τ χέρια τν κακούργων λλ δ μποροσε ν βγάλη φωνή. Τ σμα δν κολουθοσε τος πόθους τς ψυχς. Μ ταν εδε να στρατιώτη γριοπρόσωπο, τοιμο ν λογχίση τ πλευρά του,

- Μή! … φώναξε μ λη της τ δύναμη.

Κα μ τ μή! ξύπνησε. Δν εδε λόγυρα της τίποτα π τ φριχτ δράμα. Τ βρέφος κοιμότανε κόμη πλάγι της, μέσα στ φάτνη, πάνω στ χυρο. Μ δ βασίλευε σιγ κα τ σκοτάδι, πως πρίν. γγελικ ρμονία κατέβαινε π ψηλ κα λαμπρομέτωπο στέρι χυνε θάλασσα τ φς του στ σπηλιά.

Κα μπρς στ πόδια της, ο Μάγοι γονατιστο μ τ δρα τους, τ σμύρνα κα τ μόσχο κα τ λιβάνι, νόμαζαν τ γιό της βασιλέα κα Θεό.

κείνη τν ρα φάνηκε στν μπατ χλωμς ωσήφ.

φύγουμε, λέει τρέμοντας στ γυναίκα του. ρδης θέλει τ παιδ κ᾿ ο νθρώποι τν ψάχνουν στ χώρα. Γλήγορα ν φύγουμε!

κείνη ρπαξε μέσως τ βρέφος, τ σφιξε στος κόρφους της κα πραν δρόμο γι τν Αγυπτο. νύχτα τος κρυψε. Μ τ αματα τν λλων παιδιν κι θρνος τν μαννάδων νέβαιναν π τ σπίτια τς Γαλιλαίας, πρωτόλουβη θυσία στν ναμορφωτ το κόσμου.

-Πόσα αματα θ χυθον κόμη! ψιθύρισε προφήτης γυναίκα. Πόσα αματα! …»

Τέλειωσε ξιώτης τ διήγημά του κ᾿ ο σύντροφοι μειναν κόμη κίνητοι σν νειροπλανεμένοι. Μερικο σταυροκοπήθηκαν λλοι στέναξαν βαθι σ ν ξύπνησε κάτι παρήγορο μέσα τους. Μ Κώστας θερμαστής, διος στ᾿ στεα κα στ σοβαρά, ρώτησε πονηρ τ σύντροφό του:

μο λές, βλάμη. Εδε Παναγι στ᾿ νειρό της κα τν πατριώτη σου τ Βαραββ;

κενος χολοταράχτηκε. Φοβερ βλαστήμια νέβηκε στ χείλη του. Μ τν κατάπιε. Δν ταν καιρς τώρα ν κολαστ κανείς! Χαμογέλασε, καμε τ σταυρό του κα ξαπλώθηκε στ ρημο κρεβάτι του.

-Κα το χρόνου, παιδιά, στ σπίτια μας! εχήθηκε.

-Στ σπίτια μας, μ θ μς θερίζη πείνα, επε θερμαστής.

Κα γέλασε δυνατά.

karkavitsas

Ανδρέας Καρκαβίτσας,

από τα Λόγια της Πλώρης

για την αντιγραφή

Φουρόκατος

Δεκεμβρίου 22, 2008 Δημοσιεύθηκε από Fourokatos | Γενικά | | No Comments Yet

ΑΚΤΟΠΛΟΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΗΤΗ Η ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΕΤΟΧΟΥΣ;

Το φετινό καλοκαίρι γέμισε προβληματισμούς το Ρέθυμνο. Δίχως ακτοπλοϊκή σύνδεση δεν πήγαν καλά οι δουλειές, λιγότεροι τουρίστες, κι ακούς πολλά παράπονα από τους ντόπιους. Ήδη οι φορείς προσπαθούν να δουν τι θα κάμουν, πρωτοβουλίες παίρνονται για να ξαναφτιαχτεί μια ναυτιλιακή εταιρεία που θα εξυπηρετεί το νομό. Εδώ όμως θα πρέπει να κάνουμε κάποιες διαπιστώσεις που δεν αφορούν μόνο το Ρέθυμνο, αλλά κάθε τοπική κοινωνία:

 

1. Τι πραγματικά θέλομε; Μέχρι πρόσφατα, οι κρητικές ναυτιλιακές εταιρείες ήταν φτιαγμένες για να εξυπηρετούν την Κρήτη και τους Κρητικούς, είτε άμεσα, εξασφαλίζοντας ασφαλές ταξίδι μετά την τραγική εμπειρία της Φαλκονέρας, είτε έμμεσα, με τη μεταφορά εμπορευμάτων και προϊόντων που έρχονταν ή έφευγαν από το νησί. Δηλαδή οι εταιρείες φτιάχτηκαν για να είναι κομμάτι της κοινωνίας και της οικονομίας δεμένο με τα υπόλοιπα κομμάτια και δραστηριότητες, σαρξ εκ της σαρκός της Κρήτης, με συνεταιριστική δομή και διασφάλιση αποκλεισμού των μονοπωλίων. Δε φτιάχτηκαν για να είναι αυθύπαρκτες οντότητες ξεκομμένες από την υπόλοιπη δραστηριότητα του νησιού, αλλά για να την υπηρετούν. Κι αυτό σήμαινε ότι δεν ήταν ανάγκη να βγάζουν μεγάλα κέρδη. Αρκούσε να συντηρούνται μόνες τους, να καλύπτουν τα έξοδά τους. Αλλού φαίνονταν τα κέρδη της. Αυτό γυρεύανε οι Κρητικοί πρώτοι μέτοχοι από τις εταιρείες τους, κι αυτό προσέφεραν αυτές.

2. Πού καταλήξαμε; Σιγά σιγά, και δίχως να το συνειδητοποιήσουμε, οι εταιρείες έγιναν αυτοσκοπός. Έπρεπε να βγάζουν κέρδη, εκμεταλλευτήκανε και το άνοιγμα των γραμμών της Ιταλίας, η Κρήτη ήταν κυρίαρχη στην Αδριατική κι οι εταιρείες καμάρι των -πολλών ακόμα- μετόχων. Και μέσα στην ακμή του χρηματιστηρίου, μπήκαν κι αυτές για να αντλήσουν κι άλλα κεφάλαια, μια που οι υποχρεώσεις ήταν πια μεγάλες. Εκεί άλλαξε και η συνεταιριστική δομή των εταιρειών, αυτό το περίφημο «λαϊκής βάσης» δεν ήταν πια στο πνεύμα της εποχής. Η ΑΝΕΚ κόντεψε να πουληθεί σε ξένα χέρια από ένα διοικητικό συμβούλιο που ανατράπηκε την τελευταία στιγμή, οι Μινωικές δε βρίσκονται πια σε κρητικά, ούτε καν σε ελληνικά χέρια, η Ρεθυμνιακή απορροφήθηκε δίχως καμιά διασφάλιση της ακτοπλοϊκής σύνδεσης του Ρεθύμνου.

3.    Πόσο κακά είναι τα αποτελέσματα και ποιος φταίει; Εξαρτάται από ποιά μεριά κοιτούμε το θέμα. Μην ξεχνούμε ότι σήμερα οι εταιρείες είναι εταιρείες χρηματιστηρίου, που σημαίνει ότι για να ανεβάσουν την τιμή της μετοχής πρέπει να δείξουν κέρδη στους μετόχους, ώστε και να μην πουλήσουν οι υφιστάμενοι και να προσελκύσουν κι άλλους. Έτσι, δε μπορούμε να απαιτούμε να μπουν τα καράβια σε γραμμές που δεν αποδίδουν σε σχέση με άλλες, γιαυτό και το «Πρέβελη» πάει στην Παροναξία κι όχι στο Ρέθυμνο. Φταίει λοιπόν η εταιρεία; Όχι. Κι αυτό γιατί η εταιρεία δεν είναι πια λαικής βάσης, ξεκόπηκε από την Κρήτη σα συμφέροντα και τράβηξε δικό της δρόμο. Φταίμε όμως εμείς, όσο κι αν αυτό δε μας βολεύει. Οι παλιοί μέτοχοι βάλανε τις εταιρείες στο χρηματιστήριο και τους αφαιρέσανε το συνεταιριστικό τους χαρακτήρα, αυτοί πουλήσανε τη Ρεθυμνιακή, ενώ στο Ηράκλειο ήδη μεταγνώθουν το χρηματιστηριακό εγχείρημα, βλέποντας ξένους στο τιμόνι των Μινωικών. Και θα πουν πολλοί ότι δεν το είχαν καταλάβει, αλλά αυτό δεν ξαναγυρίζει την κατάσταση εκεί που την αφήκαμε. Τα πλοία δεν είναι πια ταγμένα στην υπηρεσία της Κρήτης και των Κρητικών. Απλά, έχουν πολλούς κρητικούς μετόχους, οι οποίοι έχουν συμφέρον να πηγαίνει καλά η εταιρεία για να ανέβει η μετοχή τους, άρα το Πρέβελη με αυτά τα κριτήρια τους εξυπηρετεί στη γραμμή που είναι τώρα κι όχι στο Ρέθυμνο. Τα κακά αποτελέσματα είναι λοιπόν ότι πια οι εταιρείες δεν είναι δεμένες με την κοινωνία που υποτίθεται ότι υπηρετούν, και γιαυτό φταίμε εμείς, η τοπική κοινωνία που είχε τα καράβια στη διάθεσή της και τα έδιωξε.

4. Και τώρα; Τώρα, μετά ταλαιπωρίες τόσου καιρού είναι πια ώριμη η κατάσταση να σκεφτούμε τί πραγματικά θέλουμε από μια ναυτιλιακή εταιρεία. Έχουμε περάσει από διάφορα στάδια, κι αυτό που πια συνειδητοποιούμε είναι ότι δε θέλουμε να είμαστε «εφοπλιστές» μόνο. Η κοινωνία μας έχει ανάγκη μια σύνδεση όλων της των δραστηριοτήτων για να προχωρήσει όπως θέλει: Της αγροτικής, της κτηνοτροφικής, της τουριστικής, της ναυτιλιακής, της ενεργειακής. Μια κοινωνία που θα μπορεί να παράγει υψηλής ποιότητας γεωργικά προϊόντα, που θα μπορεί να τα διοχετεύει και στον τουριστικό τομέα, που θα τα στέλνει εκτός Κρήτης με τα καράβια της, που θα μετακινείται κι η ίδια με ασφάλεια και οικονομικά μ’ αυτά, που θα παράγει μόνη της την ενέργεια που χρειάζεται με εναλλακτικές μορφές ενέργειας, μια τέτοια κοινωνία είναι αυτάρκης και δυνατή. Αλλά για να γίνει αυτό, πρέπει κάποιες δραστηριότητες να είναι προσανατολισμένες στην εξυπηρέτηση του συνόλου και μόνο σ’ αυτά τα πλαίσια να λειτουργούν. Μια απ’ αυτές θα πρέπει να είναι κι η ναυτιλία.

5. Γίνεται όμως αυτό; Γίνεται. Και μάλιστα αυτό διευκολύνει την προσπάθεια. Γιατί μια οικονομοτεχνική μελέτη για τη δημιουργία μιας ναυτιλιακής εταιρείας στο Ρέθυμνο θα έδειχνε ότι με καθαρά κριτήρια αγοράς μια τέτοια προσπάθεια πιθανότατα θα αποτύγχανε. Αλλά εμείς δε θέλουμε κάτι τέτοιο. Θέλουμε μιαν εταιρεία απλά να μπορεί να βγάζει τα έξοδά της και με τη δραστηριότητά της να βοηθά την κοινωνία, τους παραγωγούς, τους επαγγελματίες σε άλλο τομέα, στην αύξηση και διευκόλυνση της προκοπής της. Δε θέλουμε να γίνουμε πλούσιοι από τη ναυτιλιακή μας, θέλουμε τα έμμεσα οφέλη της που καταλήγουν τελικά σε κέρδη τόσο οικονομικά όσο και άλλου τύπου.

6. Πώς θα το καταφέρουμε; Καταρχάς πρέπει να διασφαλίσομε τη συνεταιριστική δομή, τη λαϊκή βάση. Πολλοί μικροί μέτοχοι. Τώρα πια ξέρουμε τι γίνεται και τι γυρεύουμε, ξέρουμε τον προσανατολισμό που θα πρέπει να έχει η εταιρεία και πώς θα τον πετύχομε. Έπειτα, θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για οικονομικές δυσκολίες της εταιρείας αυτής καθεαυτής, σε μιαν εποχή όπου μόνο τα καύσιμα μπορεί να τη βγάλουν εκτός προϋπολογισμού. Αυτό που θα πρέπει να μετρήσομε δεν είναι ο ισολογισμός της εταιρείας αλλά ο ισολογισμός της περιοχής που θα κληθεί να εξυπηρετεί. Κι αν χάσομε κάτι από την εταιρεία, θα το κερδίσομε από τα οφέλη που θα προσφέρει γενικά.

 

Γιαυτό και τα πράγματα δεν είναι τόσο δύσκολα. Το κόστος το έχομε ήδη αποτιμήσει. Αυτή όμως η περιπέτεια μας δίνει την ευκαιρία να καταλάβουμε και κάτι άλλο: Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα. Θα πάει εκεί που θα βρει κέρδη. Οι άνθρωποι όμως έχουν πατρίδα, δένονται με τον τόπο τους με πολλούς τρόπους. Κι αυτό που εξυπηρετεί την πατρίδα δεν εξυπηρετεί πάντα και το κεφάλαιο. Οι αναζητήσεις μας λοιπόν έχουν να κάμουν με το πώς θα ζήσομε καλύτερα και θα έχομε επαφή με την πατρίδα μας. Κι αυτό, ευτυχώς, ξεφεύγει από τους κανόνες της οικονομίας της αγοράς. Κι αφορά κάθε τοπική κοινωνία, κάθε μικρή και μεγάλη πατρίδα.

Σεπτεμβρίου 26, 2008 Δημοσιεύθηκε από Fourokatos | Γενικά, Κείμενα για την Κρήτη | , , , , | No Comments Yet

Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ

Ο Μάης του 68, ένα παγκόσμιο κίνημα αμφισβήτησης από την Κίνα ως τη Λατινική Αμερική, είχε αναδείξει μεταξύ άλλων για πρώτη φορά τα προβλήματα που αφορούν στο περιβάλλον. Κι όπως κάθε πρωτοπορία, έθεσε θέματα που τότε ακόμα δεν ήταν έτοιμη να συνειδητοποιήσει η κοινωνία στο σύνολό της, αφού δεν ήταν ακόμα έντονα. Μόνο όποιοι μπορούσαν να δουν μπροστά καταλάβαιναν τι έρχεται. Οι περισσότεροι, το συνειδητοποιούμε αργά. Κι όταν λέμε αργά, δεν εννοούμε στο παρά πέντε, αλλά στο και πέντε. Όταν είναι η κατάσταση οριακά αναστρέψιμη.

 

Η ταχύτατη «ανάπτυξη» των τελευταίων δεκαετιών δημιούργησε δεδομένα που δε προλάβαιναν οι κοινωνίες να συνειδητοποιήσουν. Το πέρασμα πχ από μια οικονομία που δεν παρήγε σκουπίδια στην κατανάλωση ειδών μιας χρήσης που πετιούνται αμέσως, καθώς και η καθιέρωση του πλαστικού ως βολικού –πλην όμως όχι βιοαποδομήσιμου- υλικού, οδήγησαν στην αύξηση των σκουπιδιών.

 

 

Οι παλιοί μας, αυτοί που είχαν πετσέτες κι όχι χαρτοπετσέτες, που τα αποφάγια τους τα δίδανε των χοίρων και των ορνίθων, που οι τενεκέδες τους ήταν όντως τενεκέδες κι όχι πλαστικά δοχεία, δε γνωρίζανε την έννοια του σκουπιδιού. Ακόμα κι αν κάτι πετιόταν, αυτό ξαναγύριζε στη φύση, αφομοιωνόταν απ’ αυτήν. Κι ακόμα, αν τους ρωτούσες για τις ανάγκες τους, αυτές ήταν πολύ μετρημένες και αφορούσαν την επιβίωση.

 

Σήμερα αυτά που παράγομε είναι ξένα προς τη φύση και δεν επιστρέφουν σ’ αυτή. Μόνο την καταστρέφουν: Τα φυτοφάρμακα που μολύνουν και την παραγωγή μας και το χώμα και τον υδροφόρο ορίζοντά μας. Τα πλαστικά που δεν αφομοιώνονται και παραμένουν σκουπίδια για δεκαετίες. Το πετρέλαιο που δημιουργεί ρύπους και το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Κι ακόμα σήμερα οι ανάγκες μας δεν είναι να επιβιώσομε. Είναι να καταναλώσομε, να πάρουμε κι άλλο αμάξι, κι άλλο σπίτι, κάθε δωμάτιο και τηλεόραση, καθένας και κινητό τηλέφωνο, και τα κοπέλια μας ακόμα.

 

Κι όλα αυτά μαζί δημιουργούν ανεπανόρθωτες βλάβες στη ζωή μας, στο περιβάλλον, στο μέλλον μας. Ο καθένας μόνος του δεν το καταλαβαίνει το κακό που κάνει. Σε ατομικό επίπεδο μπορεί να σκεφτόμαστε «σιγά, και τι έγινε μ’ ένα σκουπίδι παραπάνω, μ’ ένα αμάξι πιο πολύ». Κι όμως όλων μας το λιθαράκι στη μόλυνση αθροίζεται σ΄ ένα μεγάλο, πολύ μεγάλο πρόβλημα. Εδώ φαίνεται από την ανάποδη αυτό που ακούμε συχνά, ότι αν όλοι ενωθούμε μπορούμε να κάνομε πολύ σημαντικά πράγματα. Εδώ λοιπόν, όλοι μαζί προσθέτομε στην καταστροφή του πλανήτη.

 

Και όταν λέμε εμείς, εννοούμε εμείς κι όχι μόνο οι κακές πολυεθνικές και το μεγάλο κεφάλαιο. Ο καθένας μας συνεισφέρει, και συγχρόνως στρουθοκαμηλίζει ως προς τη δικιά του ευθύνη. Κι ο καθένας μας έχει ευθύνη να κάνει αυτό που μπορεί για να το αλλάξει. Παλιότερα, ακούγαμε για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις σαν κάτι απόμακρο, που εμείς δε θα το φτάσουμε. Και να που τώρα είναι εδώ η άνοδος της θερμοκρασίας, η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, η απειλή ερημοποίησης των νοτιότερων περιοχών της Ελλάδας. Να που τα νερά μας δεν τα πίνουμε παρά προτιμούμε εμφιαλωμένα, στις θάλασσές μας δεν κολυμπούμε, τον ήλιο μας το φοβόμαστε. Να που όχι τα παιδιά μας, αλλά εμείς θα τα δούμε, τα βλέπομε αυτά να συμβαίνουν ήδη. Και παρ’ όλα αυτά, ούτε συνειδητοποιούμε ούτε ιδρώνει τ’ αυτί μας.

 

Και τι θα μπορούσαμε να κάνομε; Τόσο πολλά, που είναι έγκλημα και συνενοχή η αποχή μας. Σε ατομικό επίπεδο να ελαχιστοποιήσομε τα σκουπίδια μας. Τα πλαστικά, γυαλί, μέταλλο, χαρτί ανακυκλώνονται. Τα αποφάγια αν δεν έχομε ζώα να τα δώσομε μπορούμε να τα κάνομε άριστο εδαφοβελτιωτικό με έναν κάδο κομποστοποίησης που μπαίνει σε μια γωνιά στο μπαλκόνι ή στην κουζίνα. Να αλλάξομε τις λάμπες μας με οικονομικές, να βάλομε φωτοβολταικά, να απεξαρτηθούμε από το αυτοκίνητο, δεν τελειώνει ο κατάλογος των ενεργειών.

 

Σε δεύτερο επίπεδο, να αυτοοργανωθούμε σε παρέες, γειτονιές, σχολεία, σωματεία και να κάνουμε ομαδικές ενέργειες για την προώθηση και την εφαρμογή εναλλακτικών πηγών ενέργειας, διαχείρισης των απορριμμάτων, ανακύκλωσης. Να εγκαταλείψομε το μοντέλο του καταναλωτισμού που οδηγεί στη σπατάλη της ενέργειας και στη ρύπανση. Σημασία έχει να πάρομε εμείς τις πρωτοβουλίες κι όχι να διακονευόμαστε στο κράτος να δράσει. Δε χρειαζόμαστε το γραφειοκρατικό και αργοκίνητο κράτος μας σ’ αυτό, εμείς είμαστε η κοινωνία κι εμείς έχομε την ευθύνη να αλλάξομε την κατάσταση.

 

Το κράτος και τους δήμους τα θέλομε για να επιβάλομε πιο δραστικές λύσεις. Επέκταση των μαζικών μεταφορών, και στις πόλεις και στα χωριά, απεξάρτηση από το αυτοκίνητο που έχει πια εκτοπίσει τους ανθρώπους, δημιουργία και επέκταση τρένου, προαστιακού και μετρό, χρήση ποδηλάτου, βιοκλιματικά κτίρια (στην Ισπανία ήδη υπάρχει υποχρέωση κάθε καινούργιο κτίριο να καλύπτει τις ανάγκες του σε ενέργεια κατά 70% αυτοδύναμα).

 

Το κίνημα των πολιτών (σ’ άλλες χώρες συνειδητοποιημένο, σ’ άλλες λιγότερο), μπορεί να πετύχει την αναστροφή της πορείας προς την καταστροφή, να επιβάλει και στις εταιρείες σεβασμό στη ζωή και το περιβάλλον. Αλλά δυστυχώς όχι για πολύ καιρό ακόμα. Τα περιθώρια δεν υπάρχουν πια. Είτε θα δράσομε τώρα, είτε θα παρακολουθούμε την πορεία προς το τέλος αδύναμοι και ανίκανοι πια να παρέμβομε.

 

Ιουνίου 28, 2008 Δημοσιεύθηκε από Fourokatos | Γενικά, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , | No Comments Yet

ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙ Ο ΕΠΟΜΕΝΟΣ ΝΕΚΡΟΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ!

 

 

 

Σοκ, λοιπόν, πάλι, στην τοπική κοινωνία και στο πανελλήνιο! Κι ό,τι είχε καταλαγιάσει το προηγούμενο. Ψηφίσματα για τη δολοφονία του φοιτητή Μανώλη Χορευτάκη, δηλώσεις καταδίκης της βίας και πάλι, μεγάλη αναστάτωση και προβληματισμός!

Για καμμιά δυο εβδομάδες θα μείνουμε λοιπόν να παρακολουθούμε την παρέλαση στα κανάλια επωνύμων και ανωνύμων, πιθανόν να ενταθεί η αστυνόμευση για λίγο, και μετά ο καθένας στη δουλειά του.

Ο τσαμπουκάς στους δρόμους θα συνεχιστεί, κι όσο θα περιορίζεται σε απλούς ξυλοδαρμούς δε θα ιδρώνει τ’ αυτί κανενός. Κι αυτοί που αγαπούν το Ρέθυμνο, την παλιά πόλη και την παραλία του, θα κλειστούν πιο βαθιά στον εαυτό τους, θα κοιτούν βουβοί το τι θα εκτυλίσσεται και πόσο χαμηλά πέφτει η πόλη, η Κρήτη, η Ελλάδα. Διαβάστε κι άλλο »

Μαΐου 20, 2008 Δημοσιεύθηκε από Fourokatos | Γενικά, Κείμενα για την Κρήτη | , , , , | No Comments Yet