Με το τουφέκι και τη λύρα

1204, Παρουσίαση του βιβλίου του Γ. Καραμπελιά

Πουλάκιν εκελάηδησε στου Γαλατά τον Πύργο                      στση Ματζιοράνας την κορφή, στου ροσμαριού την τρούλα      δεν εκελαίδιε ωσάν πουλί κι ως κελαιδούν τ’ αηδόνια          μον’ εκελάιδιε κι ήλεγε και την καρδιά μου επλήγωνε            

Ότι η Κρήτη είναι πάντα μέσα στα τεκταινόμενα του Ελληνισμού, το γνωρίζομε κι από την παλιά κι από την πρόσφατη ιστορία του νησιού μας. Κι είναι και στις καλές και στις άσκημες στιγμές, μοιράζεται τις χαρές και πονά στις λύπες. Ανεξαρτήτως ποιον δυνάστη είχε, η Κρήτη προσέβλεπε πάντα στον ελεύθερο ελληνισμό, είτε αυτός ήταν το Βυζάντιο, είτε η αυτοκρατορία της Νίκαιας, είτε, πιο πρόσφατα, το ελλαδικό κράτος. Κι όχι μόνο προσέβλεπε, αλλά προσέτρεχε κιόλας όπου τη χρειάζονταν τ’ αδέρφια της.  Το 1204, η Βυζαντινή αυτοκρατορία θα πέσει κάτω από τα χτυπήματα των Δυτικών. Κι αν η Κωνσταντινούπολη ανακτηθεί, το Βυζάντιο δε θα συνέλθει ποτέ. Ήταν αυτή η πρώτη άλωση που κατέστρεψε την πλουσιότερη πόλη του κόσμου, το κέντρο του ελληνισμού, μια πόλη που ήταν τόσο μυθική στη συνείδηση των Ελληνικών πληθυσμών, ανάμεσά τους και στων κρητικών, που σίγουρα δε μπορούσε να είναι φτιαγμένη από χέρια ανθρώπινα: 

Όντεν εθεμελιώνασι οι γι-άγγελοι την Πόλη                          ‘που τ’ Άγιον Όρος το νερό κι από τη Χιό το χώμα                     Κι απού την Αντριανούπολη παίρνουν τα κεραμίδια                  Κι απής την αποχτίσανε οι γι-άγγελοι την Πόλη               στέκου και συντηρούν τηνε κι αποθαμάζονταί τη                  «και πώς θα τηνε βγάλομε και πώς θα τηνε λέμε;»           «Πόλη Κωνσταντινούπολη, του Κωνσταντίνου Πόλη» 

Αυτή την Πόλη θα πάνε να βοηθήσουν το 1453 κατά την πολιορκία από τους Τούρκους. Θα είναι ήδη διακόσια πενήντα χρόνια ξεκομμένοι από τον υπόλοιπο ελληνισμό, αλλά ξέρουν καλά πού ανήκουν. Και δεν είναι οι μόνοι. Σ΄ αυτή την πολυδιάσπαση του ελληνικού χώρου μέσα από τις κατακτήσεις Τούρκων και Λατίνων, οι υπόδουλοι πληθυσμοί θα κρατήσουν τη συνείδηση και την ταυτότητά τους. Όπως κι εκείνοι οι Ρωμιοί στην Καππαδοκία, που υπόδουλοι στους Σελτζούκους από το 1071, θα γράφουν στις εικόνες των ναών τους του 1230, «επί βασιλείας Θεοδώρου Λασκάρεως», αναγνωρίζοντας ως επικεφαλής τους τον Έλληνα αυτοκράτορα της Νικαίας, ενός από τα κράτη που διαδέχτηκαν το Βυζάντιο μετά την πρώτη άλωση, κι αυτού που τελικά ξαναπήρε την Πόλη. Τα εδάφη της Καππαδοκίας χάθηκαν από τότε για μας. Η Κρήτη όμως ήταν πιο τυχερή. Βίωσε την ασφυκτική καταπίεση των Ενετών μέσα από διαρκείς επαναστάσεις. Φυσικό της σύμμαχο είχε την αυτοκρατορία της Νίκαιας, και αυτής τη βοήθεια γύρεψε καθώς όλα γύρω κατέρρεαν. Από καθεστώς δουλείας στους δυτικούς παρακολούθησε την αποδυνάμωση και πτώση του Βυζαντίου στους Τούρκους. Από κει θρήνησε τη σταδιακή κατάκτηση των ελληνικών εδαφών, χαρίζοντάς μας, με τον θρήνο της άλωσης της Αδριανούπολης «το παλαιότατον των ιστορικών δημοτικών ασμάτων μας», κατά το Ν. Πολίτη:    Τα χελιδόνια τση Βλαχιάς και τα πουλιά τση Δύσης      Κλαίσιν αργά, κλαίσιν ταχιά, κλαίσιν το μεσημέρι          Κλαίσιν την Αδριανούπολη τη βαροκουρσεμένη,                    Απού τηνε κουρσεύανε τσι τρείς γιορτές του χρόνου 

Με τα ριζίτικα τραγούδια, περιγράφουν οι ενετοκρατούμενοι Κρητικοί ό,τι βλέπουν από τις ελεύθερες Σφακιανές Μαδάρες να συμβαίνει στους υπόλοιπους Έλληνες. Θρηνούν το χαμό περιοχών και συμπάσχουν στις απέλπιδες προσπάθειες να βρεθεί βοήθεια από τη Δύση κατά των Τούρκων, προσπάθειες που έχουν σαν τίμημα τουλάχιστο την περηφάνια μας: 

Όντεν εδικονίζεντο ο Κωνσταντής στα ξένα                             Τσι ρούγες ρούγες πορπατεί και τα στενά διαβαίνει                 Κι είχε τα ράσα κούντουρα κι εφάνου τ’ αρματά του … Βασιλιοπούλα το θωρεί από ψηλό παλάτι                               Δεν είν’ ευτός καλόγερος μουδέ και διακονιάρης                 Μονό νιαι βασιλιόπουλο, μεγάλου ρήγα γέννα 

Τους αγώνες κατά των Ενετών τους συνέχισαν μόνοι τους όταν έπεσε το Βυζάντιο. Την καταπίεση αυτή την έχομε υποτιμήσει σήμερο. Ίσως επειδή τη διαδέχτηκε η Τούρκικη και έχομε πιο πρόσφατη αυτή τη μνήμη. Ίσως όμως και γιατί «έπρεπε» να εξιδανικευτεί ο ρόλος των δυτικών στη νεώτερη πορεία μας, αφού στο ίδιο στρατόπεδο βρεθήκαμε, με τίμημα την ιστορική μνήμη. Όμως η λατινική δεσποτεία ήταν το ίδιο σκληρή και στόχευσε κι αυτή στην ταυτότητα των υπόδουλων χτυπώντας την ορθόδοξη πίστη τους και εκδιώκοντας την πνευματική τους ηγεσία. 

Μα ήντα’ χεις καπετάνιο μου κι είσαι συλλογισμένος              σε φονικό σ’ ελέξανε γή σε σισιναμέντο;                             Μαγάρι να ‘τον φονικό να΄τον σισιναμέντο,                           Μόνο μ’ ελέξα οι γι αφεδιές και με ζητού στη χώρα    Φράγκους εγώ δεν προσκυνώ. 

Όταν τους Ενετούς διαδέχτηκαν οι Τούρκοι, μόνο ο δυνάστης άλλαξε. Οι σκλάβοι όχι. Παρέμειναν καταπιεσμένοι, και συνέχισαν να τραγουδούν τους καημούς τους και τον πόθο της ελευθερίας, αλλά και να ξεσηκώνονται. Όποτε δεν το επέτρεπαν οι συνθήκες, μόνοι τους, όποτε το επέτρεπαν, από κοινού με τους υπόλοιπους Έλληνες, όπως έγινε στα Ορλωφικά, που στην Κρήτη είναι γνωστά ως επανάσταση του Δασκαλογιάννη: 

«Ο μπέης από τη Βλαχιά κι ο μπέης απ’ τη Μάνη Κρυφοκουβέντες είχασι με το Δασκαλογιάννη» 

Δεν πρόκειται ασφαλώς για σύμπτωση που οι ίδιες περιοχές ήταν παρούσες στην επανάσταση του 21, με τη Βλαχιά μάλιστα ως τόπο κήρυξής της. Ούτε πρόκειται για τυχαίο γεγονός ότι επί αιώνες οι υπόδουλοι ελληνικοί πληθυσμοί αλληλοϋποστηρίζονται και συντονίζουν τις ενέργειές τους, ακόμα κι αν βρίσκονται υπό διαφορετικό δυνάστη και σε απομακρυσμένες μεταξύ τους περιοχές. Κι ακόμα, οι ίδιοι οι δυνάστες ξέρουν πολύ καλά ποιοί είναι οι σκλάβοι τους και εφαρμόζουν τακτικές που κρατούν ένα κομμάτι σε ομηρία όταν εξεγείρεται ένα άλλο: Οι πρώτοι διωγμοί στον Πόντο στο τέλος του 19ου αιώνα ξεκινούν ως αντίβαρο στην τελευταία κρητική επανάσταση του 1895, ακριβώς όπως εξήντα χρόνια αργότερα, τα Σεπτεμβριανά στην Πόλη ήρθαν σαν αντίποινα στον ενωτικό αντιαποικιακό αγώνα της Κύπρου. Ο πόλεμος στην ταυτότητα των σκλάβων θα είναι πόλεμος στην πίστη τους και την πνευματική τους ηγεσία, κι από τους Λατίνους κι από τους Τούρκους: 

Καλόγερος μου πάντηξε κάτω στο σταυροδρόμι                          κι είχε σπαθιά στην κεφαλή και μαχαιριά στο μπέτη            και δείχνανε τα σκώθια ντου τα φύλλα τση καρδιάς του 

Την πίεση αυτή από Ανατολή και Δύση τη νιώθει ο Ελληνισμός χίλια χρόνια τουλάχιστο. Από πριν το 1071, οπότε το Βυζάντιο χάνει την ανατολική Μικρά Ασία και τις ιταλικές του κτήσεις. Αλλά από τότε, ιδίως δε από το 1204, ο Ελληνισμός μένει πια μόνος του, ξεκομμένος από τα άλλα έθνη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, κυρίως τους Αρμένιους και τους Σύριους. Και μόνος του θα πορεύεται έκτοτε, ταπεινωνόμενος από τους Λατίνους, αφαιμαζόμενος, όπως όλοι οι χριστιανικοί λαοί της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, από την πλημμυρίδα του εξισλαμισμού, βλέποντας τα παιδιά του να καταλήγουν γενίτσαροι και τον πληθυσμό του να συρρικνώνεται. Σ’ αυτή τη δια πυρός και σιδήρου πορεία μέσα από τους αιώνες, μόνο το 19ο και τις αρχές του 20ου αιώνα ευτύχησε να δει τη δικαίωση μιας αντίστασης που, σαν το δικέφαλο αετό, στρεφόταν επί αιώνες και προς την Ανατολή και προς τη Δύση. Μιας αντίστασης που τον σφυρηλάτησε και της οποίας η Κρήτη αποτελεί αρχέτυπο και συμπύκνωση.  Γνωρίζω ότι δεν αναφέρομαι σε πράγματα άγνωστα. Αντίθετα, στην Κρήτη ειδικά έχει κανείς την αίσθηση ότι ζει μέσα στην ιστορία. Αυτό ισχύει για δυό λόγους: Ο ένας είναι ότι μέχρι χτες ακόμα οι Κρητικοί πολεμούσαν. Συνεχώς από το 1204 μέχρι τη μάχη της Κρήτης και τη συλλογή και αποστολή όπλων στην Κύπρο, 750 χρόνια, η μια εξέγερση διαδέχεται την άλλη απέναντι στον εκάστοτε δυνάστη. Κι αυτή η διαρκής επανάσταση αποτυπώνεται στη συλλογική μνήμη του λαού, στα τραγούδια του που συνεχίζουν να λέγονται για αιώνες στις παρέες, μέρος μιας ζωντανής δραστηριότητας κι όχι ενός μουσειακού είδους προς παρατήρηση από λαογράφους. Στην Κρήτη, η εξέλιξη και διαμόρφωση του νέου Ελληνισμού βρίσκει την επιστημονική της τεκμηρίωση. Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό σε μια περίοδο που η ιστορία χρησιμοποιείται για την επιβολή συγκεκριμένων στόχων. Θα πεί βέβαια κανείς, «τι σημαίνει επιστημονική τεκμηρίωση; αυτή περιμέναμε να επικυρώσει όσα ξέρουμε σαν αυτονόητα, σαν κομμάτι από τα κομμάτια μας, σάρκα από τη σάρκα μας;» Τη διαδρομή μας γενιά προς γενιά για εφτακόσια και χίλια χρόνια, που τόσες κρητικές οικογένειες μπορούν να ανιχνεύσουν, τους ήρωες που κάθε γενιά αναδείκνυε στους εθνικούς αγώνες, τη συνέχειά μας; Ποιος περιμένει έναν ιστορικό να του μάθει την ιστορία που ξέρει ήδη, διαμορφωμένη από γεγονότα και υψηλούς στόχους και παραδομένη από πατέρα σε γιό; Γιατί εμείς το παρελθόν το ζούμε ακόμα σαν παρόν, το ‘χουμε τόσο κοντά μας να μας εμπνέει και να μας καθοδηγεί, και στόχος κάθε γενιάς είναι να προσθέσει τη δική της συμβολή σ’ αυτό.  Δεν ισχύει αυτό μόνο στην Κρήτη. Απλά εδώ το παρελθόν είναι μια αδιάλειπτη σειρά από συνεχείς αξιομνημόνευτες εξάρσεις που καταλήγουν σε μια πολύ ψηλή ευθεία γραμμή, εξάρσεις που δεν είχαν αυτή την ένταση και συνέχεια σε άλλες περιοχές του Ελληνισμού, με αποτέλεσμα η συνέχειά του να μην είναι πάντα τόσο οφθαλμοφανής. Υπάρχει, αλλά το αξιομνημόνευτο ακολουθείται από περιόδους ύφεσης που δεν συγκρατεί η συλλογική μνήμη. Κι έτσι η Κρήτη προσφέρει μέσα από την παράδοσή της αυτή τη συνέχεια που αφορά όλο τον Ελληνισμό. Τα συζητούμε αυτά τα αυτονόητα, όχι για να επιβεβαιωθούμε και να καμαρώνομε, ούτε για να λέμε ότι είμαστε καλύτεροι από άλλους, τέτοιες σκέψεις οι κρητικοί ποτέ δεν έκαναν, αλλά γιατί πια υπάρχει λόγος. Ο λαός μας αντιμετωπίζεται από αυτοαποκαλούμενους ιστορικούς και επιστήμονες σαν είδος που δεν υπήρξε ποτέ μέσα από τη μνήμη και την παράδοσή του, αλλά σα μια ύπαρξη που πρέπει να αποδειχτεί από μηδενική βάση. Δηλαδή κάτι σαν το φουρόκατο. Και εξηγούμαι: Όλοι στην Κρήτη ήξεραν την ύπαρξη του κρητικού αγριόγατου, του φουρόκατου. Όλοι εκτός από τους αρμόδιους επιστήμονες. Ο φουρόκατος εθεωρείτο κάτι σαν ξωτικό, γέννημα της φαντασίας των χωρικών, παράδοση από στόμα σε στόμα, προιόν φαντασίας ή μυθοπλασία. Αφού δεν τον έβλεπαν οι επιστήμονες, δεν υπήρχε. Κι οι αφηγήσεις γιαυτόν, οι μαρτυρίες όσων τον είχαν δει, ήταν δημιουργήματα των απλοικών. Να όμως που πιάστηκε κάποια φορά ένας φουρόκατος, πράγμα σπάνιο αν σκεφτεί κανείς την ευκινησία και την ταχύτητά του. Να που τον παρουσίασαν στους επιστήμονες! Και, διαβάσαμε πριν λίγα χρόνια στις εφημερίδες, ότι αποδείχτηκε επιστημονικά η ύπαρξη του φουρόκατου, λες και δεν υπήρχε πριν! Οι επιστήμονες είδαν κι αυτοί ό,τι τόσο καιρό δεν παραδέχονταν αρνούμενοι να ερευνήσουν τις μαρτυρίες που υπήρχαν. Του εμφυτεύσανε κι ένα τσιπάκι για να τον παρακολουθούνε, κι οι αγροτικές φαντασιοπληξίες ενδύθηκαν το κύρος της επιστημονικοφανούς νομιμότητας! Τώρα υπάρχει ο φουρόκατος και με τη βούλα!

Κι ο λαός μας αυτή την αντιμετώπιση έχει από μερικούς δυτικοσπουδαγμένους διανοούμενους. Κάποιους που για να πειστούν για τα δεινά μας ζητούν το βίντεο των βιασμών, των σφαγών, των ατιμώσεων. Που ζητούν τις ηχογραφήσεις από τις συνάξεις των καπετάνιων  που αποφάσιζαν σηκωμό. Που η δυτική τους μυωπία και η νέο-οθωμανική τους οσφυοκαμψία τους εμποδίζει να δούνε το αυτονόητο. Είναι οι ίδιοι που για να πειστούν για τις διαθέσεις των Τούρκων απέναντί μας ζητούν τα πρακτικά του Συμβουλίου Ασφαλείας της Τουρκίας. Κι ας έχουν μπροστά τους κάθε μέρα τα πειστήρια. Είναι αυτοί που εκτελώντας ξένες επιταγές και με δυτικά χρήματα τελούν σε διατεταγμένη υπηρεσία με συγκεκριμένους στόχους: Να σπάσουν τους δεσμούς με το παρελθόν και τη συνέχειά μας. Να μας πείσουν ότι ξεκινήσαμε να υπάρχουμε από το 21 και μετά σαν Έλληνες, ότι τα φώτα μας τα ‘δωσε η Δύση και ότι με τους Τούρκους περνούσαμε καλά! Και δίπλα τους, ακόμα περισσότεροι χρήσιμοι ηλίθιοι, προσπαθούν για τον ίδιο σκοπό χωρίς να το πολυσυνειδητοποιούν. Δε θα πρέπει να τους υποτιμήσομε. Αυτά τα προφανώς ανιστόρητα που πρεσβεύουν, έχουν την υποστήριξη της παγκοσμιοποιημένης δύσης, περνάνε στα σχολεία μας και διαμορφώνουν συνειδήσεις αυριανών ραγιάδων. Ο λαός μας έχει ακόμα αντιστάσεις. Κι αυτό το έδειξε στον καθολικό αγώνα κατά του βιβλίου της έκτης δημοτικού, επιβάλλοντας την απόσυρσή του. Όμως οι εκλεκτοί της Νέας Τάξης έχουν ισχυρά ερείσματα. Πριμοδοτούνται από τα ΜΜΕ, αρθρώνουν ένα νεοταξικό δήθεν προοδευτικό λόγο, εισπράττουν κονδύλια από το υπουργείο εξωτερικών της Αμερικής και το ίδρυμα Σόρος, και από πάνω συκοφαντούν τις δικές μας επιτυχίες ως νίκες μιας φασίζουσας πολιτικής τοποθέτησης! Σαν άλλο ιερατείο, επικαλούνται την αποκλειστικότητα που νομίζουν ότι έχουν στη γνώση για να επιβάλουν τις απόψεις τους. Στο βίωμα αντιτείνουν τον ψευδοεπιστημονικό λόγο, την αλαζονεία και τις πλάτες των αφεντικών τους. 

Απέναντι σ’ αυτά, εμείς αντιπαρατάσσομε τη μνήμη, την ιστορία μας, τα γεγονότα, αλλά πια και πολλές τεκμηριωμένες απαντήσεις. Και μια τέτοια οφείλομε στο βιβλίο που παρουσιάζομε απόψε και στο Γιώργο Καραμπελιά. Μέσα από ένα γοητευτικό ταξίδι, γεμάτο περιπέτειες, γεμάτο γνώσεις, ψηλαφεί την εξέλιξη του ελληνισμού από τα χρόνια της πρώτης Άλωσης μέχρι τον περασμένο αιώνα. Μέσα από την ιστορία, την τέχνη, τη γεωγραφία του ελληνισμού, πετυχαίνει να μας δώσει σε πανελλήνια κλίμακα αυτό που ήδη μας είναι για την Κρήτη τόσο οικείο. Αλλά δε στέκεται εκεί. Ανασκευάζει κι ένα μύθο που μας συνοδεύει από τα σχολικά μας χρόνια. Δεν είναι η δύση που μας έδωσε τα φώτα και μας παρακίνησε στην επανάσταση. Τη δική μας πνευματική αναγέννηση την είχαμε ξεκινήσει από την τελευταία βυζαντινή περίοδο και την ξαναβρήκαμε μετά από τους πρώτους αιώνες του σκότους. Και ακόμα πιο σημαντικό, αποκαθιστά στην πραγματική της διάσταση τη σκόπιμα υποτιμημένη συμβολή του ελληνικού πνεύματος στη δυτική αναγέννηση. Μια συμβολή που αποδεικνύεται όλο και πιο σημαντική όσο η έρευνα συνεχίζεται και νέα στοιχεία προστίθενται. Ίσως είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του επίκαιρου φέτος Γκρέκο, στον οποίο ο συγγραφέας επιφυλάσσει ιδιαίτερη αναφορά: Η αποκάλυψη της επιρροής που η βυζαντινή τέχνη άσκησε στο έργο του, το οποίο κατέστη εμβληματικό στη Δύση, συμπυκνώνει σ’ ένα παράδειγμα την ευρύτερη επιρροή του ελληνικού πνεύματος στη συμπλεγματική και αλαζονική έναντί μας Δύση.Αλλά για μας αυτό είναι η αρχή. Γιατί ο συγγραφέας, μέσα από τα κεφάλαια του βιβλίου του για το Βυζάντιο και τους ιδεολογικούς του αγώνες, μέσα από την ανίχνευση σ’ όλο το γεωγραφικό του εύρος του ελληνικού χώρου κατά τη διάρκεια της δουλείας, εντάσσει την Κρήτη στο πλαίσιο του όλου ελληνισμού και την τοποθετεί στην πρωτοπορία του. Μας θυμίζει μ’ αυτό τον τρόπο δυο πράγματα που τα τελευταία χρόνια ξεχνούμε: Πως ό,τι κάναμε το κάναμε γιατί είχαμε ένα πολύ υψηλό φρόνημα και μιαν ιδεολογία ελευθερίας και αντίστασης, γιαυτό παίρναμε όπλα όπως οι πολίτες-οπλίτες της αρχαιότητας και γιαυτό πρέπει να έχομε ακόμα όπλα, όχι μόνο εμείς αλλά και όλοι οι Έλληνες: Για να αντιμετωπίσομε τον εχθρό, είτε αυτός είναι εξωτερικός, είτε αυτός είναι εσωτερικός, όπως το 1905 ο πρίγκιπας και το 1938 ο Μεταξάς. Γιαυτό όμως: Όχι για να καταντούμε νονοί και βαρώνοι του οργανωμένου εγκλήματος. Κι ακόμα μας θυμίζει πως η Κρήτη προσέφερε ένα πρότυπο μέσα στα πλαίσια του ελληνισμού, του οποίου αντάξια πρέπει να συνεχίσει να είναι. Έχομε ν’ αναμετρηθούμε με το παρελθόν μας και οι ευθύνες μας είναι τόσο μεγάλες που μακάρι να μπορέσομε να σταθούμε αντάξιοί τους. 

Των αντρειωμένω τ’ άρματα δεν πρέπει να πουλιούνται      μον’ πρέπει να γυαλίζουνται στ’ όβγορο να κρεμιούνται         να τα θωρούν κι οι γι-άλλοι νιοί να τ’ αποκαμαρώνουν             κι αυτοί να κάμουν άρματα 

Advertisements

Δεκέμβριος 3, 2007 - Posted by | Κείμενα για την Κρήτη, Πολιτική και πολιτισμός

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: