Με το τουφέκι και τη λύρα

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΜΝΗΜΗ

  «Όνειρα και όνειρα πήγανε χαμένα και είναι από τα λάθη σου όλα γκρεμισμένα»

 (Μ. Χριστοδουλόπουλος)

   

Η ανταλλαγή και η εγκατάσταση των προσφύγων στην Παλαιά Ελλάδα έχει περιγραφεί με διάφορες εκφράσεις και από ποικίλες οπτικές γωνίες. Έχει θεωρηθεί ως έπος, ως το γεγονός που έδωσε την κινητήρια δύναμη στην ανάπτυξη της Ελλάδας, και λογικά, αφού η μαζική εισροή 1.500.000 Μικρασιατών προσέφερε στην οικονομία δαιμόνιους και έμπειρους επιχειρηματίες, και στο Ελληνικό κεφάλαιο φθηνό εργατικό δυναμικό, την εργατική δύναμη του οποίου χρησιμοποίησε σαν μοχλό. Έχει περιγραφεί όμως η έλευση των  προσφύγων και σα μια  ανεπιθύμητη είσοδος τουρκόσπορων και τουρκομεριτών, από μια μεγάλη μερίδα της Ελληνικής διανόησης που και σήμερα ακόμα κυριαρχεί στην Ελληνική πολιτική σκηνή και που θεωρεί τη Μικρασία σαν κάποιο εξωτικό μακρινό τόπο που δεν έχει καμμια σχέση με την Ελλάδα. Μνημειώδη έχουν μείνει τα πλήρη μίσους κείμενα του Βλάχου στην Καθημερινή που καλούσε το Λαϊκό Κόμμα να μη συμπεριλαμβάνει πρόσφυγες στους εκλογικούς συνδυασμούς του, και που δεν ήθελε να τους έχει ούτε βέβαια φίλους, αλλά ούτε καν αντίπαλους. Αυτό που συμβαίνει σήμερα με τους Βορειοηπειρώτες και τους Ποντίους της πρώην Σ. Ένωσης, συνέβαινε σε μια μεγακλίμακα τα χρόνια μετά την καταστροφή και την Ανταλλαγή. Οι Μικρασιάτες δεν παλιννόστησαν στην Παλαιά Ελλάδα. Δεν επέστρεψαν από όπου είχαν φύγει. Ξεριζώθηκαν από τις εστίες τους, χώματα που τους έβλεπαν εκεί γενιά προς γενιά για τρείς χιλιάδες χρόνια.  Με την Ανταλλαγή, ένα μεγάλο κομμάτι του Ελληνισμού της Μικρας Ασίας, αυτό που κρατούσε σε ευθεία γραμμή την προέλευση  του απο τη Βυζαντινή Ανατολή, την πιο σημαντική περιοχή της Αυτοκρατορίας, πέρασε το Ρουβικωνα.  Εδώ και 75 χρόνια ζούμε με το βαλκανικό μόνο πνεύμονα μας, πατάμε μόνο στη μια όχθη του Αιγαίου. Είμαστε ακρωτηριασμένοι, δίχως την μικρασιατική μας διάσταση. Οι καταλήξεις των ονομάτων των προσφύγων θυμίζουν στους τρίτους αυτό που η επίσημη Ελλάδα θέλησε να ξεχάσουμε. Την Μικρασιατική καταγωγή. Αυτή την καταγωγή που σήμερα η τρίτη πια προσφυγική γενιά τείνει να αγνοεί. Όχι απαραίτητα γιατί θέλει να μη θυμάται. Όμως όχι και γιατί έτυχε. Το παλαιοελλαδικό κράτος του ’23, ίδιο στην ιδεολογία με το σημερινό, θέλει να μη θυμόμαστε τη Μικρασία.

 

   

Αυτοί οι παράξενοι Έλληνες που ήρθαν το ’22 εδώ δε χωρούσαν στην κοντόφθαλμη πολιτική του. Ο εκτός Ελλάδας Ελληνισμός, που μέχρι τους Βαλκανικούς ήταν πολυαριθμοτερος και πιο ανεπτυγμένος από τον εντός αυτής, αντιμετωπιζόταν πάντα σαν ένα βάρος, μια δυσάρεστη οικογενειακή υποχρέωση. Και η επίλυση του προβλήματος δια του ξεριζωμού, εξυπηρέτησε πολλές καταστάσεις: Ο πρώτος ωφελημένος ήταν η Τουρκία. Μετά την ανταλλαγή δεν θα υπάρξει άλλη Γκιαούρ Ισμίρ,  άπιστη Σμύρνη.  Σε μια περιοχή όπου οι Τούρκοι ακόμα και μετά τις γενοκτονίες των Αρμενίων και των Μικρασιατών, εξακολουθούσαν να αποτελούν μειοψηφία, η έξοδος 1.500.000 Ελλήνων (μαζί με την εξόντωση αντιστοίχου αριθμού) συντέλεσε στο να μείνει στη Μικρά Ασία πλειοψηφία πληθυσμού με Τουρκική συνείδηση (όχι προέλευση).  Από την άλλη η Ελλάδα εγκαταλείποντας τη Μεγάλη Ιδέα, δηλαδή την προσπάθεια ενσωμάτωσης πληθυσμών ελληνικών στην επικράτειά της, έμενε ουσιαστικά εγκλωβισμένη στην μίζερη προοπτική του Αθηναιοκεντρικού κράτους. Για το Ελλαδικό κρατικό μόρφωμα, οι Μικρασιάτες έπρεπε να φύγουν από τη Μικρασία. Ακολούθως, οι πρόσφυγες έπρεπε να ξεχάσουν ότι ανήκουν στην Ανατολή. Το πιο ανεπτυγμένο οικονομικά και πολιτιστικά κομμάτι του Ελληνισμού, ήρθε εδώ σε θλιβερή κατάσταση, και έπρεπε ν’ αφήσει την συλλογική μνήμη αιώνων στην καραντίνα του Αη Γιώργη στο Κερατσίνι.  Αυτή ήταν η πολιτική του Ελλαδικού κράτους. Οι πρόσφυγες, ανεπιθύμητοι αλλά αναγκαίο κακό για το πριγκιπάτο των Αθηνών, έπρεπε να αφομοιωθούν, να ξεχάσουν ότι ζούσαν για 3.000 χρόνια στη γη της Ιωνίας, της Καππαδοκίας και του Πόντου, να αγνοούν ότι ΑΥΤΟΙ ήταν η πιο σημαντική πληθυσμιακή βάση του Βυζαντίου. Κι όσοι ήρθαν εδώ ήταν αυτοί που μπόρεσαν να αντισταθούν σε εξισλαμισμούς για οχτώ αιώνες, να επιβιώσουν από γενοκτονίες και να κρατήσουν ψηλά τη Ρωμέϊκη συνείδησή τους μέχρι την Ανταλλαγή. Οι πρόσφυγες που ήρθαν εδώ, όσοι γλίτωσαν από το μαχαίρι του Τούρκου, όσοι δεν χάθηκαν από εξανθηματικό τύφο στοιβαγμένοι για μήνες στα Παράλια της Ιωνίας και του Πόντου περιμένοντας να τους πάρει το καράβι για την Παλαιά Ελλάδα, όσοι επιβίωσαν από τις καραντίνες του Καραμπουρνού και του Αη Γιώργη, από τις θέρμες στα έλη της Μακεδονίας, έπρεπε να γίνουν Βαλκάνιοι. Η πρώτη γενιά έζησε στην απομόνωση του κοινωνικού ρατσισμού των Παλαιοελλαδιτών. Η δεύτερη άρχισε σιγά σιγά να δρομώνει, πετυχαίνοντας την ανάδειξη της μέσα στον Ελλαδικό κοινωνικό ιστό, και η στάση των ντόπιων άρχισε σιγά σιγά να αλλάζει. ΟΜΩΣ, η αλλαγή αυτή δεν ήταν απόρροια διαφοροποίησης της αντιμετώπισης που τους επιφύλασσαν, αλλά μάλλον της σταδιακής απώλειας της μικρασιατικής ταυτότητας και συνείδησης.  Έτσι, όσοι πρόσφυγες απέφυγαν την φυσική εξόντωση υπέστησαν μια λευκή γενοκτονία που συνίσταται την απώλεια της μνήμης τους. Κι αυτό μπορεί να έχει τραγικά αποτελέσματα. Το θύμα της φυσικής γενοκτονίας, ζει στη μνήμη αυτών που γλίτωσαν. Το θύμα όμως της γενοκτονίας μνήμης δεν έχει κάποιον να το θυμηθεί. Εκεί τελειώνουν όλα.  Η Τρίτη γενιά έχει πια ξεχάσει. Ίσως ξέρει ότι οι παππούδες της ήρθαν από κάποιο μέρος μακρινό, εξωτικό. Ίσως, όταν τη ρωτούν για την καταγωγή της να λέει ότι οι παππούδες της ήρθαν από την Τουρκία, όχι τη Μικρασία. Ίσως στο γήπεδο να αποκαλεί τους ΑΕΚτζήδες Τούρκους, αυτή η τρίτη γενιά που αν δεν είχε μεσολαβήσει η καταστροφή μπορεί να έκανε βόλτες στην  προκυμαία της Σμύρνης και όχι στο Πασαλιμάνι. Η απώλεια της μνήμης των προσφύγων σημαίνει ότι αυτοί δεν πρόκειται να εγείρουν διεκδικήσεις επιστροφής στην πατρίδα. Δεν θα έχουν καν το ενδιαφέρον να την επισκεφθούν. Έτσι, θα εκχωρήσουν στους Τούρκους τη γη και τον πολιτισμό που ανέπτυσσαν εκεί για τρεις χιλιάδες χρόνια. Πιθανόν να αγωνίζονται και αυτοί σήμερα, σε έκφραση διεθνιστικής αλληλεγγύης για την επιστροφή των αρχαίων της Περγάμου στην Πέργαμο. Ποιοι; Αυτοί που τα δικαιούνται σήμερα στους χώρους όπου εγκαταστάθηκαν, ΑΥΤΟΙ που είναι κληρονόμοι εκείνου του πολιτισμού, ό,που κι αν τους έριξε σήμερα η Ανταλλαγή. Τα θύματα της λευκής γενοκτονίας θα’ χουν χάσει την ταυτότητα τους.  Η απώλεια αυτής της μνήμης εξυπηρετεί και τους δύο πόλους της Ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, τόσο τις εκάστοτε Ελληνικές Κυβερνήσεις, όσο και την Τουρκία. Η εξαφάνιση από το πολιτικό σκηνικό ενός πόλου  που εγείρει πολιτιστικές τουλάχιστον  διεκδικήσεις στην άλλη όχθη του Αιγαίου  αφαιρεί ένα πονοκέφαλο από την ενδοτική πολιτική της Αθήνας, ενώ συγχρόνως είναι ένα θέμα μείον στην ατζέντα των προβλημάτων υπέρ της Ελλάδας ανάμεσα στις δύο χώρες. Συγχρόνως  η Τουρκία δεν έχει αντίπαλο στη Μικρασιατική ενδοχώρα  του Αιγαίου που να εγείρει ενοχλητικά ζητήματα. Αυτά τα τελευταία θα μπορούσαν να έχουν ποικίλες εκφάνσεις, όπως επισκέψεις στη Μικρασία, επανεγκατάσταση των προσφύγων στις εστίες τους, ή συνειδητοποίηση μέσω της επαφής μαζί τους  του ντόπιου πληθυσμού ότι είναι κι αυτοί απόγονοι εξισλαμισμένων Ελλήνων και άλλων λαών της Μικρασίας, κάτι που ήδη γίνεται. Έτσι η απώλεια της ταυτότητας των προσφύγων είναι ανάγκη τόσο του Γραικυλισμού, κυρίαρχου σήμερα, όσο και της Τουρκίας.

    

Πρώτο μέλημα λοιπόν του προσφυγικού Ελληνισμού είναι η διάσωση και καλλιέργεια της μνήμης της πατρίδας. Εδώ πρέπει να συνειδητοποιήσουμε το εξής: Οι πατρίδες της Μικρασίας δεν είναι πια εδώ. Κάποιος κάτοικος του Πειραιά με καταγωγή από τα νησιά, την Ήπειρο, τη Δυτική Θράκη, έχει ένα σημείο αναφοράς. Μπορεί να επισκεφτεί το χώρο καταγωγής του. Έχει συγγενείς εκεί. Στους χώρους καταγωγής ζουν άνθρωποι, δημιουργούνται φιλίες, διενέξεις, έρωτες, παράγεται πολιτισμός, η γη καλλιεργείται. Γίνονται γάμοι και γιορτές. Στη Μικρασία, δεν συμβαίνει τίποτα πια, στο οποίο να συμμετέχουμε, είτε αυτοπροσώπως, είτε δια  τρίτων που μένουν εκεί και διασφαλίζουν τη συνέχεια. Είναι σαν να ‘χουμε μια φωτογραφία ογδόντα τόσα χρόνια παλιά, δίχως να γνωρίζουμε τι έχει μεσολαβήσει έκτοτε. Πώς είναι σήμερα η Νίγδη, η Καισάρεια, τα Αλάτσατα. Οι φορείς του πολιτισμού, της ζωής και της δημιουργίας στη Μικρασία ήρθαν εδώ, και αντικαταστάθηκαν από άλλους, με τους οποίους δεν υπάρχει πια επαφή και συνέχεια. Η συνέχιση της δημιουργίας αυτού του πολιτισμού πρέπει μετά την Ανταλλαγή να γίνει δίχως το σημαντικότερο συνεκτικό στοιχείο: Το χώρο. Εκτός αυτού, οι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στις πόλεις, βρίσκονται σε ξένο πολιτιστικό περιβάλλον, το οποίο ως ισχυρότερο αριθμητικά απειλεί τη διατήρηση της πολιτιστικής τους ιδιαιτερότητας. Έτσι, είναι εύκολο να χάσει κανείς την επαφή με τις ρίζες του. Το να αντιστραφεί αυτή η πορεία, απαιτεί συνειδητοποίηση και θέληση. Κι είναι πολύ δύσκολο να βρεί ένας τρίτης γενιάς πρόσφυγας τις ρίζες του, όταν οι παππούδες του πιθανό να μην ζούν, και οι γονείς του απλά μπορούν να μεταφέρουν ακούσματα, όχι βιώματα. Επιπλέον, κι όπου η πολιτιστική μνήμη παραμένει ζωντανή, στις καινούργιες τους εστίες, πρόσφυγες από διαφορετικές περιοχές βρίσκονται μαζί. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται μια σύνθεση των επιμέρους ταυτοτήτων και ιδιαιτεροτήτων, και έτσι να φτάνουμε σε ένα πολιτισμό της προσφυγιάς ο οποίος σίγουρα έχει διαφορετική εξέλιξη από ότι θα είχε στην Πατρίδα, πχ ο ποντιακός χορός ενοποιείται σήμερα σε μια έκφραση, δίχως να διατηρεί τις ιδιαιτερότητές κάθε περιοχής. 

 

  

Παρ’ όλες τις δυσκολίες όμως, είναι μονόδρομος η διατήρηση της ταυτότητας του Μικρασιάτη μέσω της διάσωσης της μνήμης. Ενδεικτικά αναφέρω ότι οι χορευτικές ομάδες των συλλόγων, τις οποίες μπορούν να πλαισιώσουν οι νέοι είναι μια καλή αρχή για κάποιον τρίτης και τέταρτης γενιάς πρόσφυγα να ανανεώσει την επαφή του με την καταγωγή του. Αντίστοιχα, με μεγαλύτερη εμβέλεια, τα προσφυγικά αθλητικά σωματεία οφείλουν να αναδεικνύουν την προέλευση τους τόσο σε επίπεδο διοίκησης όσο και σε επίπεδο αθλητών και φιλάθλων, και είναι σημαντικό να φαίνεται αυτό. Για παράδειγμα, στην Τούμπα φίλαθλοι του ΠΑΟΚ κατεβάζουν πανώ που γράφουν «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΠΟΝΤΟΣ ΜΙΚΡΑΣΙΑ Ο ΠΑΟΚ ΕΧΕΙ ΙΣΤΟΡΙΑ». Στην Νέα Φιλαδέλφεια, αντίστοιχα πανώ  που γράφουν «ΑΕΚ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ ΞΕΡΙΖΩΜΕΝΗ». Μπορεί βέβαια να αντιτάξει κανείς ότι αυτοί είναι χούλιγκαν. Μα, αυτό ακριβώς είναι το σημαντικό. Να έχει τη συνείδηση την προσφυγική ο πολύς κόσμος, όχι μόνο οι διανοούμενοι και οι παράγοντες των Μικρασιατικών σωματείων. Ξεκινώντας από τον αθλητισμό, τη μουσική και το χορό, μπορούμε να διατηρήσουμε άσβεστη τη μνήμη μας. Κι αν σήμερα το πετύχουμε αυτό, αύριο μπορούμε να πετύχουμε ακόμα περισσότερα.  Βέβαια, η κατάσταση είναι πολύ καλύτερη στις περιοχές που κατοικούνται μαζικά από πρόσφυγες, σε πολλές  απ’ αυτές τις περιοχές υπάρχουν κέντρα μελετών με πολύπλευρη πολιτιστική δραστηριότητα. Το πρόβλημα της λευκής γενοκτονίας εντοπίζεται κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου έτσι και αλλιώς η συνειδητοποίηση  της ιδιαίτερης  καταγωγής χάνεται. Όμως, για τους προερχόμενους από περιοχές της Ελλαδικής Επικράτειας, η επίσκεψη στο χωριό υπάρχει σα δυνατότητα αναβάπτισης. Αντίθετα, εμείς δεν μπορούμε να το έχουμε αυτό προς το παρόν. Έτσι, δεν υπάρχουν καθόλου αναφορές γεωγραφικές, και μάλιστα σε πρόσφυγες που είναι γόνοι γάμου Μικρασιατη-Ελλαδίτη, η ευχέρεια αναφοράς στο χωριό του Ελλαδίτη γονιού αποκτά μια δυναμική που τείνει να υποβαθμίσει την συνείδηση της προσφυγικής  καταγωγής.  Πρώτο λοιπόν βήμα είναι η διάσωση και διατήρηση  της μνήμης μας.  Το επόμενο βήμα, είναι η ανάκτηση της επαφής με τη γή μας. Είναι γνωστό ότι γίνονται ταξίδια από πρόσφυγες πρώτης, δεύτερης και τρίτης γενιάς πίσω στην πατρίδα. Ίσως όμως δεν είναι γνωστό ότι υπάρχουν μεμονωμένες περιπτώσεις προσφύγων που αγοράζουν από τον Τούρκο τα σπίτια που οι παππούδες τους άφησαν κατά την ανταλλαγή. Πύκνωση των επαφών με την πατρίδα, σημαίνει και γνωριμία με τους λαούς που κατοικούν σήμερα τη Μικρασία. Κάποιοι από τους σημερινούς της κατοίκους είναι βέβαια Τούρκοι. Άλλοι, είναι εξισλαμισμένοι Έλληνες του Πόντου, της Μακεδονίας και της Κρήτης, οι οποίοι με την ανταλλαγή είτε δεν ήρθαν στην Παλαιά Ελλάδα είτε μεταφέρθηκαν στην Καππαδοκία και το Αϊβαλί αντίστοιχα, και έτσι στα σπίτια των Ελλήνων συνέχισαν να κατοικούν Έλληνες. Και βέβαια, στους τόπους καταγωγής των προσφύγων, οι μουσουλμάνοι κάτοικοι του ’22 συνεχίζουν και σήμερα να ζουν εκεί. Και πολλοί απ’ αυτούς είναι εξ’ αίματος συγγενείς των δικών μας προσφύγων, είναι ξαδέλφια τους  από αδέλφια των παππούδων τους που τούρκεψαν.

   

Η επαφή των προσφύγων με τους λαούς της Μικρασίας θα είναι πολύ σημαντική. Μνήμες καταπιεσμένες ξεχασμένων εθνικών ταυτοτήτων μπορούν να αναδυθούν σε μια Τουρκία ασταθή πολιτικά και οικονομικά. Λαοί αγνοούμενοι από δεκαετίες, θύματα εξισλαμισμού και εκτουρκισμού θα διεκδικήσουν ξανά μια θέση στο σκηνικό της καθημάς Ανατολής. Κι αυτά δεν είναι απλές υποθέσεις. Πριν από λίγα χρόνια, σε προσκύνημα στην Παναγία Σουμελά, οι εξισλαμισμένοι Έλληνες του Πόντου είδαν με έκπληξη τους χριστιανούς αδελφούς τους να ξανάρχονται, να χορεύουν τους ίδιους χορούς και να τους μιλούν στην ίδια γλώσσα, την ποντιακή διάλεκτο, ενώ διεκδικούν πια ανοικτά την εθνική τους ιδιαιτερότητα.  Έτσι, η επιστροφή και η γνωριμία με εδάφη και λαούς που για αιώνες ξέραμε και μας ήξεραν, εμπερικλείει μια δυναμική που μπορεί να διαμορφώσει άλλα δεδομένα στη Μικρασία. Όλοι οι λαοί θα βγούν ωφελημένοι απ’ αυτή την επαφή, και βέβαια και οι ίδιοι οι Τούρκοι. Γιατί όταν συνειδητοποιήσουν ότι βρίσκονται εν μέσω άλλων λαών στη Μικρασία, τους οποίους η ηγεσία τους εξόντωσε ή αφομοίωσε βίαια, όταν μπορέσουν να αναλάβουν τις ευθύνες τους απέναντι στην Ιστορία για αυτά τα εγκλήματα, τότε θα έχουν έλθει και οι ίδιοι σε ρήξη με ένα καθεστώς που και τους ίδιους καταδυναστεύει. Όταν ο καθένας στην Τουρκία μπορεί να προβάλει ελεύθερα την καταγωγή του, τη θρησκεία του και την πολιτιστική του ιδιαιτερότητα, τότε θα μπορούμε να μιλούμε για ειρήνη στην περιοχή. Ειρήνη που θα βασίζεται στην συνεργασία και όχι ειρήνη των νεκροταφείων. Τότε, θα μπορούν να ξαναγυρίσουν στην Πατρίδα οι Πρόσφυγες. Η επιστροφή είναι το τρίτο βήμα. Βέβαια εδώ έχουμε ουσιαστικά παραχωρήσει και τα Ίμια, εδώ ετοιμαζόμαστε να παραιτηθούμε από τα δώδεκα μίλια, εδώ αποσύρουμε τη λέξη «γενοκτονία» από το διάταγμα για τη μνήμη των σφαγιασθέντων Μικρασιατών, για επιστροφή θα μιλούμε; ΠΡΕΠΕΙ να μιλούμε για επιστροφή και να την προετοιμάζουμε. Κι αυτό δε μπορεί να γίνει σα μια ξεκομμένη  κίνηση, αλλά σαν συνιστώσα μιας συνολικής αποτρεπτικής στρατηγικής του Ελληνισμού απέναντι στην Τουρκία. Υπό αυτή την οπτική γωνία, η επιστροφή μπορεί να γίνει μόνο αν επιβάλλουμε στην Τουρκία τους όρους μας. Εδώ θα θελα να σχολιάσω λίγο την άποψη εκείνη που πιστεύει ότι είναι δυνατή η επιστροφή στη Μικρασία και τον Πόντο στα πλαίσια της ελεύθερης διακίνησης εντός Ευρ. Ένωσης. Εμείς δεν θα πηγαίνουμε σαν κάποιο Ευρωπαίο τεχνοκράτη στη Μ. Ασία, που ούτε σχέση έχει με το χώρο ούτε θα έρχεται με προοπτική να μείνει. Θα επιστρέψουμε σε χώματα δικά μας, όπου το επικυρίαρχο κράτος θα είναι τουρκικό. Και η πείρα δείχνει ότι οι Τούρκοι είναι πολύ αποτελεσματικοί στο να παραβιάζουν διεθνείς κανόνες, να αθετούν τις υποχρεώσεις τους, να επιβάλλουν τετελεσμένα. Με ποικίλους τρόπους θα προσπαθήσουν να αποτρέψουν μια τέτοια παλιννόστηση και η ΕΟΚ δεν θα μπορέσει να τους σταματήσει. Ακόμα και αν κάποιο Ευρωπαϊκό δικαστήριο δικαιώσει τους παλιννοστούντες, οι Τούρκοι δεν θα πτοηθούν. Όπως στην Πόλη, Ίμβρο, Τένεδο, θα επιδιώξουν να προβάλουν εμπόδια στην παλιννόστηση αφενός, αφετέρου να αποθαρρύνουν τρομοκρατώντας μας, όσους επιστρέψουν.

   

Ας μην ξεχνούμε ότι μια τέτοια επιστροφή, πέρα από όσα κακά για τους Τούρκους αυτή καθεαυτή σημαίνει, θα δημιουργήσει προηγούμενο για πολλούς άλλους λαούς-θύματα της τουρκικής πολιτικής. Αρμένιοι της διασποράς και της καυκάσιας Αρμενίας με καταγωγή από τουρκοκρατούμενα εδάφη θα επιχειρήσουν επίσης επιστροφή. Λαοί αγνοούμενοι της Μικράς Ασίας, παραδειγματιζόμενοι θα ξαναβρούν μια καταπιεσμένη και απωθημένη συνείδηση και θα διεκδικήσουν το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης τους. Ουσιαστικά θα μιλάμε για διάλυση του τουρκικού κράτους. Γι’ αυτό οι Τούρκοι θα αντιδράσουν δυναμικά στην επιστροφή, γι’ αυτό και εμείς πρέπει να έχουμε μια συνολική πολιτική σ’ αυτό το ζήτημα, που θα  λαμβάνει υπ’ όψη της όλες τις παραμέτρους του ζητήματος. Έτσι, μια στρατηγική που θα επιχειρήσει να εκμεταλλευθεί τακτικά τη δυνατότητα εγκατάστασης από μια χώρα της ΕΟΚ στην άλλη, ώστε να εξασφαλίσει την επιστροφή των προσφύγων στις εστίες τους, πρέπει να υπερβαίνει την Εοκική προοπτική. Γιατί το ζητούμενο δεν είναι να μετακομίσει ένας εργαζόμενος για κάποια χρόνια στην άλλη. Είναι να αποκατασταθεί μια αδικία 80 χρόνων, να ξαναβρούν τη ρίζα τους άνθρωποι που διώχθηκαν από τη γή τους και έπεσαν θύματα γενοκτονίας. Από αλλού λοιπόν αρχίζει η συγκρότηση αυτής της στρατηγικής. Όταν μας ξαναδεχθεί, η Τουρκία δεν πρέπει να δέχεται κάποιους Έλληνες εργαζόμενους αλλά τους από αιώνες κατοίκους αυτής της γής, τους  Έλληνες Μικρασιάτες και Πόντιους που σφαγίασε, εξόντωσε και έδιωξε. Πρέπει να δέχεται πίσω να θύματα της πολιτικής της που, ίδια σήμερα, πυροδοτεί σ’ όλη την ανατολική Μεσόγειο. Αυτό προϋποθέτει αποκήρυξη της πολιτικής γενοκτονιών και αφομοίωσης και ανάληψη των σχετικών ευθυνών. Προϋποθέτει εκδημοκρατισμό του τουρκικού κράτους, αφού τέτοια αποκατάσταση δεν μπορεί να γίνει μόνο για τους Έλληνες· αφορά όλους τους λαούς-θύματα των Τούρκων. Και είναι καθαρό ότι ανάληψη της ευθύνης σημαίνει παράλληλα και αποκατάσταση των εκδιωχθέντων στα μέρη τους. Αυτό υπερβαίνει ήδη τα όρια της ΕE. Μόνο Έλληνες από την Ελλάδα και Αρμένιοι από την Ελλάδα και τη Γαλλία θα μπορούν να επωφεληθούν  από την ελευθερία εγκατάστασης και μετακίνησης που παρέχει η ΕE. Αντίθετα, μια προηγούμενη αποκατάσταση θα περιλαμβάνει όλους του πρόσφυγες, Αρμένιους της καυκάσιας Αρμενίας, της Αργεντινής και της Καλιφόρνιας, Έλληνες του Καυκάσου, Ρωσίας, Ουκρανίας και της διασποράς και άλλους λαούς που δεν τελειώνει η αναφορά τους. Δηλαδή η ΕE ούτε η αρχή ούτε το τέλος αυτής της προσπάθειας μπορεί να είναι, ούτε καν το μέσο που θα εξασφαλίσει επιστροφή μέσα από τη δικαίωση.  Την προετοιμασία των κινήσεων μας πρέπει να την κάνουμε σε πολλά επίπεδα. Καταρχάς επιβάλλεται η κοινή δράση των προσφύγων της Μικράς Ασίας, Καππαδοκίας, Ιωνίας, Πόλης, Ίμβρου, Τενέδου, Θράκης και Κύπρου. Γιατί τα προβλήματα είναι κοινά, και μόνο συνολικά θα λυθούν. Πρέπει ακόμα να υπάρξει συνεννόηση και με την κυβέρνηση και τα κόμματα. Κι εδώ να θυμίσω, ότι υπάρχουν  δύο Ελληνικά Κράτη σήμερα, η Ελλάδα και η Κύπρος. Κι αν η Ελλάδα λειτουργεί ενδοτικά και αυτοκαταστροφικά, ο λαός της Κύπρου που δεν έχει αυταπάτες, μπορεί να σταθεί δίπλα μας, και αυτό πρέπει να επιδιώξουμε. Είναι σαφές ότι ο αγώνας είναι πάρα πολύ δύσκολος. Δεν έχουμε όμως άλλη επιλογή από το να αγωνιστούμε, το οφείλουμε στις ρίζες μας και στην αξιοπρέπειά μας. 

«Μην τονε κλαίς τον αετό όντε βροντά και βρέχει

μονο να κλαίς ένα πουλί απου φτερά δεν έχει».  

Advertisements

Μαρτίου 31, 2008 - Posted by | ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , , , ,

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: