Με το τουφέκι και τη λύρα

ΚΑΛΛΙΠΟΛΗ-ΚΑΤΙΡΛΙ: Ο ΞΕΡΙΖΩΜΟΣ ΕΝΟΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ, Η ΠΟΡΕΙΑ ΜΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

(από εισήγηση στην παρουσίαση ενός βιβλίου για την Αγ. Παρασκευή Νέας Καλλιπόλεως Πειραιά) 

«Η μεγαλύτερη περιουσία είναι η μνήμη»… Τα λόγια αυτά τα άκουσα πρώτη φορά σε μια ταινία του Φίλιππου Κουτσαφτή, την «Αγέλαστο Πέτρα». Αναφερόταν στους μικρασιάτες πρόσφυγες της Ελευσίνας. Αυτά λοιπόν τα λόγια μου έρχονταν συνέχεια στο νου καθώς διάβαζα το βιβλίο που παρουσιάζομε σήμερα. Και διαβάζοντάς το, κατάλαβα ότι ο τίτλος του, σεμνός σαν τους συγγραφείς του, προϊδεάζει μόνο για ένα κομμάτι του θησαυρού που κρύβεται στις σελίδες του.

 

Γιατί εγώ ξεκίνησα να διαβάσω για το πώς χτίστηκε μια εκκλησία, αλλά στην πραγματικότητα είχα μπαρκάρει σ’ ένα ταξίδι στο χρόνο και το χώρο. Άρχισα ν’ ανεβαίνω τα σκαλοπάτια της Αγίας Παρασκευής ν’ ανάψω ένα κερί, και μπήκα τελικά σ’ ένα ναό στις όχθες της Προποντίδας, γεμάτο κόσμο, να συμμετέχει στην τελευταία ακολουθία πριν το Διωγμό. Τα κεριά ήταν το μόνο φώς, ανακατεμένο με τις σκιές των πιστών που με δάκρυα στα μάτια έψελναν όλοι μαζί για τελευταία φορά στην Ενορία τους στην Πατρίδα. Οι εικόνες, βουβές, συμμετείχαν στο πένθος και μερικές μέρες μετά το χωριό χωρίστηκε στα τρία. Οι Κατιρλιώτες εγκαταστάθηκαν σε τρεις περιοχές στην Παλιά Ελλάδα, μαζί κι οι εικόνες τους.

 

Όχι όμως όλες. Μας πληροφορεί το βιβλίο ότι κάποιες έπεσαν στη θάλασσα. Δε μπορούσαν ν’ αφήσουν το Κατιρλί μόνο του, τώρα που έφευγαν Εκείνοι. Ναι, κάποιες τις βρήκαν άλλοι Ρωμιοί ναυτικοί και τις πήραν σπίτια τους. Αλλά κάποιες, κι ας μην το αποκαλύπτει το βιβλίο, γύρισαν πίσω. Έπρεπε κάποιος να μείνει να κρατάει φωτεινό το καντήλι του Ρωμέικου στην πατρίδα, και μια που δε μπορούσαν να μείνουν Αυτοί, γύρισαν οι εικόνες. Και τους περιμένουν κάπου εκεί σιωπηλές να γυρίσουν. Οι ίδιοι ή τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους, η συνέχειά τους.

 

Και μετά το βιβλίο με πήγε στην Ανατολική Θράκη. Εκεί απ’ όπου φύγαμε δίχως να ηττηθούμε στρατιωτικά, όπου μπορούσαμε να μείνουμε και να μη μπορεί κανείς να μας αναγκάσει να αποχωρήσομε, όπως στη Μικρασία. Εκεί όπου έλλειψε η βούληση κι η αποφασιστικότητα ενός κράτους ηττημένου το 22, που δεν είχε εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του. Εκεί απ’ όπου ήρθαν κι άλλοι ξεριζωμένοι, να ενωθούν με τους Βιθυνούς και τους Καππαδόκες στα βράχια τότε ακόμα της Πειραϊκής και της Νέας Καλλίπολης.

 

Κι από κει το βιβλίο με ταξίδεψε πίσω. Εδώ, αλλά κάπου που δεν ήταν ακριβώς εδώ. Δεν είχε ακριβές πολυκατοικίες ούτε κυριλέ ψαροταβέρνες. Είχε σπιτάκια ισόγεια, δρόμους χωμάτινους, και πολύ καημό και πόνο, τον πόνο της προσφυγιάς που μόνο η εκκλησία μπορούσε να τον αμβλύνει. Αυτή που στην Πατρίδα τους διέκρινε σα Ρωμιούς, στην παλιά Ελλάδα μπορούσε ακόμα να τους εμπνέει, να τους συσπειρώνει, να τους κρατά τη μνήμη και την ταυτότητα ζωντανές. Μ’ αυτή πορεύτηκαν στους πρώτους χρόνους της προσαρμογής σε ένα περιβάλλον που θα’ πρεπε, μα δεν ήταν οικείο, που τους περιέβαλε με το στίγμα του Τουρκόσπορου και την περιφρόνηση του «πρόσφυγγα». Κι είδα, μέσα από το βιβλίο, τις παράγκες να γίνονται σπιτάκια και την κεντρική παράγκα να γίνεται Ναός. Βήμα βήμα, να μαζεύονται τα κειμήλια, να έρχονται μερικά κι από την Πατρίδα, και να υψώνεται ο ναός αγκαλιάζοντας την παράγκα και τους πιστούς, στεγάζοντας τους καημούς και τα πάθη.

 

Κι είδα τον κόσμο να ξαναφτιάχνει τη ζωή του, να οργανώνεται και να ξαναπιάνει το νήμα που δεν κόπηκε με την Καταστροφή. Είδα τους χωματόδρομους γεμάτους κόσμο, να περιφέρουν εικόνες, να κατεβαίνουν στη θάλασσα για αγιασμό στα Φώτα, ένα μελίσσι ανθρώπινο γύρω από την καινούργια γειτονιά, μια περιοχή που στους χάρτες εκατό χρόνια πριν φαίνεται ξερό βουνό τώρα να σφύζει από δημιουργικότητα.

 

Όμως το βιβλίο δεν σταμάτησε να με γυρίζει. Ένα περίεργο παιχνίδι των συγκυριών ήρθε να αναδείξει τις παράλληλες μοίρες δυό κομματιών του λαού μας, προσφύγων του 22 και κυπρίων αγωνιστών της Ένωσης. Σίγουρα δεν ήταν τυχαίο το πέρασμα του Μακάριου από το ναό, όπου αναμίχθηκε με την προσφυγιά αυτός που ηγήθηκε μετά λίγα χρόνια του αντιαποικιακού αγώνα κατά των Άγγλων στο μεγαλύτερο ελληνικό νησί. Κι έτσι, όταν ο ίδιος γνώρισε την εξορία και το ποίμνιό του την προσφυγιά, ήταν προετοιμασμένος, ήξερε πώς είναι το αίσθημα αυτό, τον πόνο αυτό τον είχε ξανασυναντήσει και μοιραστεί.

 

Ξαναγύρισα στη Νέα Καλλίπολη. Είδα το ναό τελειωμένο και τους πιστούς να μετέχουν στα δρώμενα της εκκλησίας τους, ο καθένας να συνεισφέρει την εμπειρία και τα έθιμα του δικού του τόπου σε μια καινούργια σύνθεση. Κι όλους με συνείδηση της ταυτότητάς τους με γνώση από πού προέρχονται και με θέληση για το πού πάνε. Διάβασα για τους ιερείς του ναού, αυτούς που του δίνουν ζωή μαζί με το ποίμνιο, οι εκκλησία, το «μεγάλο πλοίο», είναι οι άνθρωποί της: Οι πιστοί, οι παπάδες, η ενορία… Κι οι τόποι είναι οι άνθρωποί τους. Οι πατρίδες της Μικρασίας συνέχισαν να ζούν μέσα από τους ξεριζωμένους Ρωμιούς στις καινούργιες τους εστίες, κι αυτό γινόταν και στη δική μας γειτονιά.

 

Δεν κατάλαβα πότε τέλειωσα το βιβλίο, πότε το ταξίδι μου έφτασε στο τέλος. Είχα στα μάτια μου ακόμα φωτογραφίες σχετικά πρόσφατες, όταν η εκκλησία ήταν το πιο ψηλό κτίσμα της περιοχής. Κι έκαμα μια βόλτα στη γειτονιά. Αλλά κανείς δεν την έλεγε Νέα Καλλίπολη. Καλλίπολη μόνο, σαν μην υπήρξε ποτέ η παλιά. Και τα σπιτάκια δεν τα είδα, παρά μόνο μερικά χωμένα στη σκιά των πολυκατοικιών. Ούτε το ναό είδα από μακριά, δε μ’ άφηνε το ύψος των κτιρίων. Κι οι πρόσφυγες πού ήταν άραγε; Που ήταν οι μνήμες της Πατρίδας; Ποιός θυμάται τώρα τη Μικρασία; Ποιος ξέρει σήμερα πόσος πόνος και ιδρώτας ανακατεύτηκε με το χώμα και την αλμύρα της θάλασσας της Πειραϊκής για να φτάσουμε σήμερα στο δάσος της αντιπαροχής και στο στρίμωγμα του πολιτισμού του αυτοκινήτου και των σκουπιδιών;

 

Οι πατρίδες είναι οι άνθρωποί τους. Κι αν η Μικρασία δε χάθηκε με τον ξεριζωμό, χάνεται όταν οι απόγονοι των παιδιών της χάνουν τη συνείδηση της ταυτότητάς τους. Χάνεται όταν εμείς δεν έχουμε πια την αίσθηση της ρίζας μας, μια ρίζα που κανείς δε θα μας τη θυμίσει, γιατί δεν έχουμε εμείς χωριό να πάμε ούτε γιαγιά να μας περιμένει εκεί, ούτε καν στους τάφους των δικών μας δε μπορούμε να διαβάσουμε μιαν ευχή. Τη μνήμη μας μόνοι μας θα την ανακαλύψουμε με οδηγό μερικές σκισμένες φωτογραφίες του 22 και του 24, μόνο αν προσπαθήσουμε και μόνο αν θυσιάσουμε χρόνο από τη βολή μας γιαυτό. Αλλιώς τίποτα δε θα μπορεί να μας τη δώσει, δεν είμαστε σαν τους Ελλαδίτες τυχεροί σ’ αυτό.

 

Αυτό τον αγώνα μέρα με τη μέρα το χάνουμε. Και μέρα με τη μέρα λιγοστεύουν αυτοί που ξέρουν, αυτοί που νιώθουν από πού ξεκινήσαμε, άρα αυτοί που ξέρουν και πού πάμε. Κι οι υπόλοιποι, απλά περιφερόμαστε δίχως σκοπό, βουτηγμένοι στα πρότυπα του καταναλωτισμού, στην αδιαφορία για το διπλανό μας, κλεισμένοι στον εαυτούλη μας.

 

Αυτό το βιβλίο χτυπάει μια καμπάνα. Ίδια μ’ αυτήν που φτιάξανε οι πρώτοι κάτοικοι της περιοχής από το υστέρημά τους, από τα σκεύη και τα εργαλεία τους. Μας θυμίζει ποιοι είμασταν, άρα μας δίνει ένα ερέθισμα να ξαναβρούμε την ταυτότητά μας. Και δίχως να μας το λέει ευθέως, δίχως να μας προσβάλλει, μας λέει και πόσο χαμηλά έχουμε φτάσει, μας θέτει ενώπιον των ευθυνών μας. Άραγε, τον πήχυ που μας βάζει το βιβλίο θα τον ξεπεράσουμε;

 

8 Ιουνίου, 2008 Posted by | Κείμενα για την Μικρασία | , , , , , , , | 20 Σχόλια