Με το τουφέκι και τη λύρα

ΘΕΙΟΝ ΟΡΑΜΑ

0040504

Δ λέτε, ρ παιδιά, τίποτα ν ζεσταθομε;

Κα μ τ λόγο φάνηκε μαρο κορμ στν νοιχτ θυρίδα, κύλησε π τ σκάλα κάτω Κώστας θερμαστής, βαρυτυλιγμένος στν πατατούκα του. κανε κρύο δυνατό. Βορις ξύριζε τ πέλαγα, πάγωνε τ᾿ κρογιάλια, κρουστάλλιαζε τ στοιβαγμένα χιόνια στ βουνά. Κα τ πλήρωμα, νατες κα θερμαστές, συναγμένοι λόγυρα στ θερμάστρα, φρόντιζαν ν ζεσταθον μ τ φασκομηλι κα τ ψωμοτύρι. λύχνος, καρφωμένος στ μέση νς στύλου, φώτιζε κα κάπνιζε μαζ τ περίγυρα σωθέματα. Διπλ-τριπλ τ κρεβάτια κολλημένα στ πλευρά, μ τ μαρα τους στρωσίδια, θύμιζαν νεκροθκες στ᾿ νήλιαστα βάθη τς γς ταιριασμένες. Κοντ καμαρούλα το ναύκληρου, νοιχτόπορτη, δειχνε λλο κρεβάτι στρωμένο, δυό-τρες φωτογραφίες παλιές, μι χρωμολιθογραφία χανούμισσας, χρυσοφορεμένης κα ξαπλωμένης σ πουπουλένια προσκέφαλα. Κα λοθε κρεμασμένα τ ροχα, στ λάδι κα στ κάρβουνο βουτημένα. Ο μουσαμάδες ξεσχισμένοι κα μυριομπαλωμένοι. Τ χοντρ ποδήματα κα τ κασκέτα κα ο χρωματιστο σκοφοι δειχναν τ χώρισμα καλογερικ κελλί. λλ τ φλίφλισμα το νερο πο κουόταν στ πλευρά, μυρωδι το κατραμιο κα τ ψημένα πρόσωπα τν νθρώπων δειχναν πς ζω δ γωνίζεται τν τελευταο γώνα της. Γι τοτο κα κανένας δν πρόσεξε τώρα στ στεο κατρακύλημα το θερμαστ.

– Δ λέτε, ρ παιδιά, κα τίποτα ν ζεσταθομε; ξαναδευτέρωσε κενος, γκαλιάζοντας τ θερμάστρα σν ρωμένη.

– Τί ν επομε; ρώτησε μελαγχολικς Κώστας ξιώτης. Νυχτι σν τν ποψιν δ θέλει παραμύθια. χι, δ θέλει παραμύθια! δ στν γριο κόρφο πο εμαστε κλεισμένοι, τριγυρισμένοι π τ μούγκρισμα τς Μαύρης Θάλασσας, σαβανωμένοι π τν πουπουλένιο θυμ τ᾿ ορανο, ς πομε κατιτ θεϊκ κα παρήγορο. Στ παλι χρόνια ο γέροντές μας δν εχαν τν καταδίκη πο χουμε μες τώρα. Περνοσαν τς γιες μέρες κάτω π τ στέγη τους, κοντ στ φωτιά, νάμεσα στ φαμίλια τους. πως μπελοφυτευτς τ᾿ μπέλι του, τρυγούσανε κα κενοι τ καλοκαίρι τ θάλασσα κα χαίρονταν τ χειμώνα τ καλ τς φοβα. ξεραν τ γιορτ κα τν καματερή τους. Εχαν καιρ γι τ χαρ κα γι τ θλίψη τους. μες τίποτ᾿ π᾿ ατά! Χειμώνα-καλοκαίρι τ᾿ ργώνουμε τ κύμα. Βόδια καματερ στ βουκέντρα τς νάγκης, ποταχτικ θ᾿ αλακώνουμε τ᾿ ρμυρ χωράφι, μονάχα τ φάκνα μας χοντας γι πληρωμή. Γι τοτο καλ πο τυχε κακοκαιρία ν᾿ φήσουμε λίγο τν κάματο. Δ λέω πς θ μείνουμε τώρα συχοι. φέντης θέλει δουλει π τ δουλευτή, γιατί φοβται μν κνέψη μ τν καμωσιά. Φαντάσου μως, ν ταν καλωσύνη, τί δρόμο θ παίρναμε τώρα. τσι τουλάχιστο χω λεύθερο τ νο ν συλλογιστ τ σπίτι μου.

χ, τ σπίτι μου! ρχισα τ παραπόνο κα κοντεύω ν δακρύσω σν πραγο παιδί. Μ δ φταίω γώ. Φταίει ατ νύχτα. Φταίει τ ποψιν ποσπέρισμα, τ᾿ στέρι τ λαμπρ πο τρεμε βασιλεύοντας πίσω π τ χιονισμένα βουν κα τάραξε τ εναι μου. πως τος Μάγους δήγησε κα μένα πίσω π τ βουν κα τ πέλαγα στ Νάξο, στ Γρίτι μου τ πρασινοντυμένο, τ ταπειν μ λόχαρο σπιτάκι μου. Κα χι ς δ. Παραμπρός, παραμπρς κόμη. Μ᾿ φερε στ παιδιάτικα χρόνια μου, πρν φήσω τ στερι κα πρν ταξιδέψω στ θάλασσα.

eikones_050


Καθόμαστε λοι στ παραγώνι, διπλοπόδι στ μάλλινα στρωσίδια, ντυμένοι μ τ ζεστ φορεματάκια μας, πο τ ρραψε τς μάννας μας φροντίδα κα τς δερφς μας, τς μορφούλας τ πιδέξια χέρια. πατέρας μου, θεριακωμένος κα νιοφάνταχτος γέροντας, καθότανε στς προσκεφαλάδες ψηλ κα ρουφοσε πολαυστικ τ τσιμπούκι του.

ταν μας βλεπε τσι συναγμένους, το ρεσε ν διηγέται παραμύθια κα στορίες τς ζως του. Τς θάλασσας ο κίνδυνοι, τς στερις ο χαρές, τρόμος τν κουρσάρων, τ ναυτικ κατορθώματα τς πανάστασης διάβαιναν ζωνταν κα λοφώτιστα μπροστά μας. Μ κείνη τ νύχτα δ θέλησε ν μιλήση οτε γι παραμύθια, οτε γι ταξίδια του. Μόλις βάλαμε τ λύχνο στ λυχνοστάτη κα φάγαμε τ λειψόπητα, μς ρχισε θρησκευτικς κουβέντες. ταν θρσκος γιοχώματος κα τ ερ βιβλία δν τ᾿ φηνε π κοντά του. λήθεια, στ ταξίδια του εχε πρόχειρα τ τροπάρια κα τς βλαστήμιες. Μ τώρα πο παψε τν γώνα τς ζως, φρόντιζε γι τ σωτηρία τς ψυχς του.

μο λές, επε στν δερφό μου τ μικρότερο, τί ραμα εδε Παναγία τ νύχτα πο γέννησε τν Κύριο μν ησο Χριστό;

Κόκκαλο κενος. Ρωτάει μένα, τ διο.

, δν τ ξέρετε ! πρόσθεσε μ ρεμη φωνή. Μ δν φτατε σες, φταίω γ πο δν σς τ μαθ᾿ κόμη. γινε πέρα στν νατολή, στν τόπο τν παράδοξο. Ποι χρόνο δ σς λέω. Φτάνει ν μετρήσετε τ φετειν κα τ βρίσκετε μέσως. κείνη τ νύχτα μία γυναίκα, συντροφιασμένη π τν τέχτονα τν ντρα της, στάθηκε μισοστρατς σ μι σπηλι κα γέννησε να παιδί. Φτωχ ταν τ ροχα της, ψη της πικραμένη· μ εχε κατιτ τόσο λαμπρ στ ματιά, πο λεγες θ᾿ ναστήση κα τν πέτρα. Κάτω π τ γαλάζιο φόρεμα κα τ κόκκινο στηθοπάνι, τ κορμ φάνταζε λυγερό, ξιο γι ν θρονιάση μία πάναγνη ψυχή. Κα κάτω π τν σπρο της κεφαλοδέτη τ μυγδαλωτ μάτια, τ φρύδια τ σμιχτά, τ λεφαντένιο μέτωπο, λαμπρότερο κι π τ χρυσ στολίδια του, φανέρωναν τν ασθαντικ πηγ πο θ σάρκωση τν γάπη κα τν Καλωσύνη.

Γέννησε τ παιδί, τ βύζαξε, τ τύλιξε στ σάλι της κα τ᾿ πίθωσε στ φάτνη πάνω στ᾿ χυρα ν κοιμηθ. Σ λίγο νασασμς βγαινε π τ στηθάκι του συχος, σν νασασμς βαλσαμόδεντρου. Γύρω τ σκοτάδι πλωνόταν πίσσα. Κάτω στ χμα πλαγιασμένα τ ζωντανά, βόδια κα πρόβατα κα λογα μαζί, νιωθαν κάποια φρίκη ν χαμοπετ πάνω τους, σύγκρυο ν τ περιγλείφη κ᾿ μεναν γρυπνα. Μ οτε βέλασμα, οτε χλιμίντρισμα, οτε βούγεμα χολογοσε. φάκνα τριζε κάποτε. λλ κα κείνη μενε ξερομασσημένη στ στόμα τους. πάνω σπηλι μ τν οραν τς νεροστάλαχτο, μ τ πλευρ τς αλακωμένα π τς νεροσυρμές, πράσινα π τ πολυτρίχια, σκισμένα π τ νύχια το ρνιου, τρύπια π το σφαλαγγιο τ κεντρί, κλεισμένα μ τν πλοκ τς ράχνης, ξεθεμελιωμένα π τν ποντικό, ψήλωνε βουβ κι τάραχη. Κα κάτω π τ χαμηλ μπατή, τ φς στροστόλιστης νύχτας χυνόταν στς πλαγις κα τ λακκώματα. Ο κουρμάδες κε ψήλωναν λαμπάδες, μ τ καμαρωτ κλωνι καρποφορτωμένα. κε τ᾿ μπέλια δειχναν κλαδι τοιμα ν᾿ νοίξουν μάτια χλωροπράσινα στ πρτο φύσημα τς νοιξης. κε σπραργυρανθισμένες ο λις λαγάριζαν π τώρα τ χυμ πο θ κα θυσία στ νεογέννητο. κε κα τ σπίτια τς Βηθλεμ μικρά, τετράγωνα, μ τ δμα πάνω κα τν πόρτα στ πλάγι, λαμπαν στν σβέστη, λς κα στολίσθηκαν ν καλωσορίσουν κενον πο θ τος χαρίση τ δόξα. Βαθι ορδάνης στέναζε μέσα στ χαλκοστρωμένη κοίτη του κα πρόσμενε μ τρόμο τ θεϊκ κορμ πο θ᾿ γιαζε τ νερά του. Δεξι στ χούνη σν κατάρατο πνεμα βρουχιόταν Νεκρ θάλασσα, λς κ᾿ εχε κόμη μέσα της τ Σόδομα κα τ Γόμορα. ριστερά, πάνω π τος ζυγούς, κε πο δν φτανε τ νθρώπινο μάτι, ταν μως σήκωτος λογισμς το Θεο, στ χαρ κα στν κολασία παραδομένα ορλιαζαν τ Γεροσόλυμα, τ σμα τν Προφητν κ᾿ λατρεία λαο μεγάλου.

ωσήφ, μόλις εδε κοιμισμένο τ παιδί, κατέβηκε στ χωρίο ν φροντίση γι τ λεχώνα. Κα κείνη λομόναχη, δυνατισμένη, μ τ μητρικ λαχτάρα στ στήθη, σταύρωσε τ χέρια, κούμπησε τ κορμ σ᾿ να στύλο κ᾿ κλεισε τ ματόφυλλα. Μ στάθηκε δύνατο ν κοιμηθ. τύχη το θεόσταλτου ρθε ν τς τυραννήση τν ψυχή. Τί θ᾿ πογένη στο κόσμου τν ντάρα τρυφερός της Κρίνος, κενος πο τς δόθηκε μ τ χέρι σπροντυμένου Χερουβεμ; Ποι θ ενε ζω κα ποι τ τέλος του; Θ περάση δρόμο πορφυρόστρωτο θ βάψη μ τ αμα του τ᾿ γκάθια κα τς στουρναρόπετρες; κόσμος παραλυμένος δν προσέχει πι στ λόγια τν Προφητν. σραλ στενάζει κάτω π τ ψέμα τν Φαρισαίων κα τν Ρωμαίων τ ζυγό. Δν κιθαρίζει Δαβδ οτε Δεβόρρα δικάζει τ λα κάτω π τος κουρμάδες. Το αρν τ τέκνα λστεύουν. πιστίας σύγνεφο κάθεται στν ερ Κιβωτ κα στο Μεγάλου Ναο τ δυτα. Πίνει τ αμα τν Μακκαβαίων γ, χωρς ν᾿ ποδώση λευθερία κα δικαιοσύνη. Γαυλωνίτης ούδας χάθηκε χωρς ν᾿ νορθώση τ Νόμο. Γ τς παγγελίας, χωρισμένη σ βασίλεια κα τοπαρχίες, φθείρεται π τν μφύλιο σπαραγμό, σ ν τ βαραίνη κόμη πείθεια τν προγόνων στν ρημό του Σίν. Κόλαση γινε ποτε Παράδεισος! γωιστς κα κδικητικς κα δοξος περιούσιος λας το Κυρίου! Πς θ ζήση σ τέτοιον κόσμο τ παιδί της;

ξαφνα λύχνος λιοστάλαχτος κρεμάστηκε μπρς στς μάννας τν ψυχή, τοιμος ν δείξη τ μέλλον το νιογέννητου, πως νεφέλη δειξε λλοτε τν γνωστο δρόμο στ φυλή της. Κα τν εδε τριαντάχρονο λεβεντονι ν μαγνητίζη τς ψυχς το λαο. Ψηλός, λυγερός, μ σεβαστ μελαγχολία στ ροδοζύμωτο πρόσωπο, μ τ κασταν μαλλι κυματιστ στος μους, μ τ στόμα γλυκοστάλαχτο κα τ γαλαν μάτια, μιλοσε στ λα κα τν πειθε. κήρυττε στς συναγωγς κα χίλιοι τν κουαν νέβαινε στ βουν κα μύριοι τν κολουθοσαν. Διαβαίνει νάλαφρα τ λίμνη τς Γενησαρτ κα ρίχνονται λαμνοκοπώντας ο κόσμοι στ βήματά του. Ο Προφτες πο τν προσπερνοσαν, τώρα πισωδρομον ποταχτικοί του. Νόμος το Μωυσ ναζ στ λόγια του κα συμπληρώνεται. ρμη γ ναδροσίζεται τ᾿ πελπισμένα στήθη ξαναθαρρεύουν τ πλανημένα πρόβατα γυρίζουν πάλι στ μάντρα τους. γάπη τρέχει δαπάνητη π τ πλατει στέρνα του κα δροσίζει τ καμίνι τς κακομοιρις. Ο πιστοι πιστεύουν κα σηκώνονται ο ταπεινοί, τυφλος φωτίζει, χωλος δηγε. Τ Γεροσόλυμα στρώνουν τος δρόμους μ βάγια ν τν δεχτον. Σύγκαιρα μως καρφώνουν τ σταυρό. φθονερς μαθητς τν παραδίνει μ φίλημα. δειλς φίλος του τν ρνιέται πρν λαλήση πετεινός. Μ κενος, νώτερος π τ τέκνα τν νθρώπων, συγχωρε τν ρνηση κα τν προδοσία, διαβαίνει πράος μέσα π τς κοροϊδίες κα τ φτυσίματα, πίνει τ ξίδι κα τ χολή, φορε τ γκαθερ στεφάνι, τν περιφρονητικ χλαμύδα, κρατε τ καλαμένιο σκπτρο κα νεβαίνει στ μαρτύριο.

– Γυναίκα, ν γιός σου, λέει τν τελευταία στιγμή.

Κα ποχαιρετ, μ᾿ να βλέμμα μελαγχολικό, τ μάννα πο τν γέννησε, τος φίλους πο τν πίστεψαν, τ λα πο τν τυράννησε, τ Γ πο εδε τς πίκρες του κα τν Οραν πο θ δεχόταν τ Σμα του.

μάννα ταν κε κα τ βλεπε λα. θελε ν φωνάξη, ν τρέξη γι ν τν σώση π τ χέρια τν κακούργων λλ δ μποροσε ν βγάλη φωνή. Τ σμα δν κολουθοσε τος πόθους τς ψυχς. Μ ταν εδε να στρατιώτη γριοπρόσωπο, τοιμο ν λογχίση τ πλευρά του,

– Μή! … φώναξε μ λη της τ δύναμη.

Κα μ τ μή! ξύπνησε. Δν εδε λόγυρα της τίποτα π τ φριχτ δράμα. Τ βρέφος κοιμότανε κόμη πλάγι της, μέσα στ φάτνη, πάνω στ χυρο. Μ δ βασίλευε σιγ κα τ σκοτάδι, πως πρίν. γγελικ ρμονία κατέβαινε π ψηλ κα λαμπρομέτωπο στέρι χυνε θάλασσα τ φς του στ σπηλιά.

Κα μπρς στ πόδια της, ο Μάγοι γονατιστο μ τ δρα τους, τ σμύρνα κα τ μόσχο κα τ λιβάνι, νόμαζαν τ γιό της βασιλέα κα Θεό.

κείνη τν ρα φάνηκε στν μπατ χλωμς ωσήφ.

φύγουμε, λέει τρέμοντας στ γυναίκα του. ρδης θέλει τ παιδ κ᾿ ο νθρώποι τν ψάχνουν στ χώρα. Γλήγορα ν φύγουμε!

κείνη ρπαξε μέσως τ βρέφος, τ σφιξε στος κόρφους της κα πραν δρόμο γι τν Αγυπτο. νύχτα τος κρυψε. Μ τ αματα τν λλων παιδιν κι θρνος τν μαννάδων νέβαιναν π τ σπίτια τς Γαλιλαίας, πρωτόλουβη θυσία στν ναμορφωτ το κόσμου.

-Πόσα αματα θ χυθον κόμη! ψιθύρισε προφήτης γυναίκα. Πόσα αματα! …»

Τέλειωσε ξιώτης τ διήγημά του κ᾿ ο σύντροφοι μειναν κόμη κίνητοι σν νειροπλανεμένοι. Μερικο σταυροκοπήθηκαν λλοι στέναξαν βαθι σ ν ξύπνησε κάτι παρήγορο μέσα τους. Μ Κώστας θερμαστής, διος στ᾿ στεα κα στ σοβαρά, ρώτησε πονηρ τ σύντροφό του:

μο λές, βλάμη. Εδε Παναγι στ᾿ νειρό της κα τν πατριώτη σου τ Βαραββ;

κενος χολοταράχτηκε. Φοβερ βλαστήμια νέβηκε στ χείλη του. Μ τν κατάπιε. Δν ταν καιρς τώρα ν κολαστ κανείς! Χαμογέλασε, καμε τ σταυρό του κα ξαπλώθηκε στ ρημο κρεβάτι του.

-Κα το χρόνου, παιδιά, στ σπίτια μας! εχήθηκε.

-Στ σπίτια μας, μ θ μς θερίζη πείνα, επε θερμαστής.

Κα γέλασε δυνατά.

karkavitsas

Ανδρέας Καρκαβίτσας,

από τα Λόγια της Πλώρης

για την αντιγραφή

Φουρόκατος

Advertisements

Δεκέμβριος 22, 2008 - Posted by | Γενικά

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: