Με το τουφέκι και τη λύρα

ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Ένα μόνιμο θέμα συζήτησης και στόχος σε συλλόγους που διακονούν την παράδοσή μας, είναι η απόδοση της σε αυθεντική μορφή. Κι αυτή την αυθεντική μορφή ψάχνοντας, μπαίνει το θέμα του ποια είναι αυτή, άρα του ποιο χρονικό σημείο είναι αυτό μέχρι το οποίο διαφυλάχτηκε.

Κι εκεί ξεκινάει μια μεγάλη κουβέντα, που δεν έχει μέχρι τώρα κλείσει και που έχει δημιουργήσει ατέρμονες ανταλλαγές απόψεων.

Μια σημαντική συμβολή στη συζήτηση αυτή στο χώρο του ριζίτικου τραγουδιού έκαμε πρόσφατα με τεκμηριωμένο κείμενο του ο βαθύς γνώστης του θέματος και μερακλής τραγουδιστής Μιχάλης Φραγκεδάκης. Παρ’ όλο που το θέμα του περιορίζεται στο ριζίτικο, η τεκμηρίωση έχει εφαρμογή σ’ όλο το φάσμα αυτού που ονομάζουμε παράδοση.

Το όλο ζήτημα ήδη είναι μια αφορμή για μελαγχολία: Η παράδοση δεν είναι πια κάτι που βγαίνει μέσα από την κοινωνία αλλά από τους συλλόγους. Οι οποίοι, προς τιμήν τους, διατηρούν ό,τι έχει απομείνει από αυτήν, αλλά, κατά την εύστοχη έκφραση του Θοδωρή Ρηγινιώτη, καλλιεργούν τα έθιμα κι όχι τα ήθη, τα τελευταία άλλωστε είναι ευθύνη της κοινωνίας να τα διαφυλάξει και να τα συνεχίσει. Όταν λοιπόν η κοινωνία δεν είναι σε θέση να αναπαραγάγει τα ήθη της, αυτά μεταπίπτουν σε μουσειακό είδος και γίνονται παράδοση, που σημαίνει κάτι νεκρό, ξεκομμένο από μας τους σύγχρονους, που το παρατηρούμε και το μιμούμαστε πιθανόν με νοσταλγία, αλλά δεν το ζούμε, δεν το βιώνουμε.

Μπορεί λοιπόν να αναβιώσει η παράδοση; Κι αν όχι, ποιο είναι το χρονικό σημείο εκείνο μέχρι το οποίο υπήρχε αυθεντικό και πότε σταμάτησε να υφίσταται; Έχουν και γι’ αυτό προταθεί χρονικά σημεία, που ειδικά σε μια παράδοση σαν την κρητική φτάνουν πολύ κοντά στο σήμερα κι ίσως και να το καλύπτουν.

Υπάρχει ακόμα ζωντανή παράδοση; Αν για άλλες περιοχές της Ελλάδος δεν υπάρχει, στην Κρήτη μπορεί να υποστηριχτεί ότι ακόμα αντέχει. Υπό προϋποθέσεις ίσως, σε τοπικό επίπεδο ίσως.

Το πρόβλημα που κάνει την παράδοση μας να υποχωρεί δεν είναι η επέλαση του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού. Εξέλιξη πάντα θα υπάρχει.

Αλλά όταν η ταυτότητα μας είναι δυνατή, τότε τα εξωτερικά ερεθίσματα τα προσλαμβάνει και τα εντάσσει μέσα στις δομές της, τα εξελληνίζει και κρατάει από αυτά ο,τι χρειάζεται. Έτσι γινόταν παλιά, από την αρχαιότητα μέχρι τη δεκαετία του ’60.

Σήμερα όμως η ταυτότητα μας είναι σε υποχώρηση. Τα ξένα στοιχεία έρχονται και τα υιοθετούμε αυτούσια, γιατί δεν έχουμε τη δυνατότητα, την πολιτιστική δύναμη να τα αφομοιώσουμε. Και καταλήγουμε να προσαρμοζόμαστε εμείς σ’ αυτά, χάνοντας λίγο λίγο τον εαυτό μας.

Επομένως το πρόβλημα σήμερα είμαστε εμείς. Γι’ αυτό δε μπορούμε να εξελίξουμε τα ήθη μας, γι’ αυτό απλά αναβιώνουμε τα έθιμα των παλιών μας. Υπάρχει λύση;

Οι περισσότεροι είναι απαισιόδοξοι. Όχι από μιζέρια, αλλά από συναίσθηση της πραγματικότητας. Δεν έχουν αυταπάτες, και γι’ αυτό, όπου σώζονται νησίδες αυθεντικότητας μιλούν για εξαιρέσεις.

Προσφάτως, στο σωματείο των ‘’ Δροσουλιτών’’ στον Πειραιά, είχαμε μια κουβέντα γι’ αυτό το θέμα στην ομάδα του ριζίτικου. Και κάποιος από την παρέα έβαλε ένα τραγούδι του Παπασηφάκη, από αυτά που αποκαλούν  ‘’νεοριζίτικα’’, ν’ ακούσουμε δίχως να πει τι είναι. Τα λόγια και το ύφος του τραγουδιού δεν το έκαναν να ξεχωρίζει από τα παλιά τραγούδια. Κι αυτό μας έκαμε εντύπωση. Μιαν αντίστοιχη εξαίρεση αναφέρει κι ο Μιχάλης Φραγκεδάκης στο άρθρο του.

Ίσως, λοιπόν, εκεί να βρίσκονται τα κλειδιά για τις απαντήσεις που θέλουμε και τις αγωνίες που εκφράζουν όσοι νοιάζονται για την ταυτότητα αυτού του λαού: Στις εξαιρέσεις. Σε ανθρώπους, μεμονωμένες περιπτώσεις, που έχουν έντονη μέσα τους τη δύναμη της ταυτότητάς μας, και που μπορούν να προσλάβουν και να εντάξουν τα ξένα στοιχεία της ‘’προόδου’’ μέσα στους μηχανισμούς της παράδοσής μας που είναι σ’ αυτούς βιωματική.

Αυτό δεν είναι απαραίτητο να γίνεται μόνο με όσους ζουν στη μαδάρα.

Αν έχεις τη δύναμη της παράδοσής σου ζωντανή, θα γίνει όπου και να είσαι. Και στα χωριά, και στις πόλεις. Βέβαια, αν έχεις την παράδοσή σου ζωντανή αυτή δε θα επιτρέψει την κατάντια της Ελλάδας σε μη παραγωγική χώρα. Δε θα επιτρέψει το γιγαντισμό του Αθηναϊκού πριγκιπάτου και την επιβολή του στην υπόλοιπη Ελλάδα. Θα επιβάλει συνθήκες κοινοτισμού, κοινωνικής αλληλεγγύης και συνοχής.

Αυτά όμως δε γίνονται σήμερα. Γι’ αυτό δε δημιουργούμε πια παράδοση. Το λάθος θα είναι να θεωρήσουμε ότι οι εξαιρέσεις που προαναφέραμε οφείλονται σε ‘’υστέρηση’’ των ανθρώπων αυτών. Δηλαδή αποκοπή τους από την υπόλοιπη ‘’σύγχρονη’’ κοινωνία. Και άρα να αποκτήσουμε κι ένα άλλοθι ότι εμείς, που θεωρούμε τους εαυτούς μας ‘’ενταγμένους’’ στη ‘’σύγχρονη’’ κοινωνία, δεν είναι δυνατό να είμαστε και βιωματικά παραδοσιακοί. Αυτό είναι το στοίχημά μας: Να ζήσουμε εκεί που ο καθένας μας δημιουργεί, να αντισταθούμε στον απάνθρωπο και απρόσωπο τρόπο ζωής, να εντάξουμε στην καθημερινότητά μας τις αξίες των παλιών μας.

Τότε, θα αρχίσει να αλλάζει ο κόσμος γύρω μας. Θα αρχίσουμε να βιώνουμε την παράδοσή μας. Θα γίνουμε κι εμείς εξαιρέσεις. Κι όταν αυτές οι εξαιρέσεις  γίνουν πολλές, τότε θα είμαστε πια ο κανόνας!

Advertisements

Ιανουαρίου 28, 2010 - Posted by | Κείμενα για την Κρήτη, Πολιτική και πολιτισμός | , , , ,

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: