Με το τουφέκι και τη λύρα

ΤΑ ΓΙΟΥΣΟΥΦΑΚΙΑ

Το πρωτοχρονιάτικο δώρο της κυβέρνησης-ανδρείκελο στο νεοοθωμανό αφέντη ήταν η αίτηση ακύρωσης της απόφασης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Προσφυγών, με την οποία εχορηγείτο άσυλο σ’ έναν από τους Τούρκους στρατιωτικούς που έχουν ζητήσει άσυλο. Η ιστορία τους είναι γνωστή, από την αρχή η Δικαιοσύνη στάθηκε εμπόδιο στην προσπάθεια της κυβέρνησης να τους χαρακτηρίσει πραξικοπηματίες, υιοθετώντας την άποψη της Τουρκικής κυβέρνησης, και να τους παραδώσει στους ισλαμοφασίστες της Άγκυρας.
Το τελευταίο επεισόδιο ήταν το πρωτοχρονιάτικο. Η κυβέρνηση των γραικύλων δεν έχει μόνο ένα αφεντικό. Η πολλαπλή υποτέλεια της χώρας, σημαίνει για το λαό μας ότι έχει πολλά μέτωπα να αντιμετωπίσει συγχρόνως, όπως κάνει εδώ κι αιώνες, και για την κυβέρνηση ότι πρέπει να εκτελεί εντολές προερχόμενες από πολλές πηγές εξουσίας τις οποίες καλείται να υπηρετήσει ταυτόχρονα. Μια άλλη κυβέρνηση που θα ταυτιζόταν με το λαό θα μπορούσε να ηγηθεί και να οργανώσει την αντίστασή του. Τα γιουσουφάκια όμως, ταυτισμένα με τα αφεντικά τους κι όχι με το λαό. απλά εκτελούν τις εντολές όσο πιο πειθήνια γίνεται.
Νομικά, η κυβέρνηση έχει πράγματι τη δυνατότητα να προσβάλει την απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Προσφυγών. Νομικά επίσης, η απόφαση είναι τεκμηριωμένη, καθώς δεν καλείται η Επιτροπή να αποφανθεί για το αν οι Τούρκοι ικέτες είναι πραξικοπηματίες (όπως έκαμε από την πρώτη στιγμή η κυβέρνηση για να δώσει δημοκρατική αύρα σ’ αυτό που απλά είναι υπακοή στο νεοοθωμανικό αφεντικό). Καλείται να κρίνει αν θα έχουν μια δίκαιη δίκη κι αν θα υποστούν μεταχείριση που θα παραβιάζει τα δικαιώματά τους. Κι η Επιτροπή διαπίστωσε αυτό που όλος ο κόσμος γνωρίζει, που και η Δύση (ο έτερος δυνάστης μας) στηλιτεύει, ότι αν οι ικέτες, πραξικοπηματίες η μη, Κεμαλικοί που έχουν κι αυτοί βλέψεις κατά της Ελλάδας ή μη, εκδοθούν στην Τουρκία, θα υποστούν αυτά που κάθε πολίτης που διαφοροποιείται εκεί υφίσταται, πόσο μάλλον όταν όλοι γνωρίζουν τη μεταχείριση που επιφυλάχθηκε στους χιλιάδες κατηγορούμενους για συμμετοχή στο πραξικόπημα.
Οπότε τα γιουσουφάκια της κυβέρνησης. τρομοκρατημένα από την οργή του Σουλτάνου, τις απειλές ότι δε θα υπάρχει χώρα να υπερασπιστούν (άρα γι’ αυτούς δε θα υπάρχει εξουσία να νέμονται), σπεύδουν να προσβάλουν την απόφαση της Επιτροπής. Αναμενόμενο είναι ότι δε θα μείνουν μόνο εκεί. Θα επιδιώξουν να χειραγωγήσουν τη Δικαιοσύνη, όπως ματαίως έχουν προσπαθήσει κι άλλες φορές, ώστε να ακυρώσει την απόφαση και να μπορέσουν έτσι να δείξουν στο Σουλτάνο ότι είναι καλοί ραγιάδες, ότι μπορούν να συνεχίσουν την υποτελή πορεία τους δίχως να τους ξηλώσουν από την εξουσία στην οποία είναι αγκιστρωμένοι.
Έτσι, οι γραικύλοι έχουν ήδη πετύχει να μην υπάρχει πια χώρα που θα υπερασπιστεί ο λαός (κι όχι αυτοί βέβαια). Η απειλή της Τουρκίας έχει πιάσει δίχως να χυθεί αίμα, δίχως να πέσει μια τουφεκιά, δίχως να χρησιμοποιηθεί ως στήριγμα ούτε η απαξιωτική στάση της Δύσης, των άλλων επικυρίαρχων, απέναντι στο βιασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την Τουρκία του Ερντογάν. Ο δικαιωματισμός των γραικύλων περιορίζεται στις νεοταξικές προδιαγραφές που αυτοί πλήρως ενστερνίζονται και δεν έχει καμιάν εφαρμογή πέραν αυτών.
Κι εδώ φαίνεται, πριν στεγνώσει το μελάνι των διθυράμβων για τον αντιστασιακό πρωθυπουργό που αντιμετώπισε επιτυχώς τον Ερντογάν κατά την επίσκεψή του στην πατρίδα μας, ποιος αντιστέκεται και ποιος διατάζει, ποιος έδωσε εντολές και ποιος τις εκτελεί.


Μια κυβέρνηση που θα εξέφραζε τα συμφέροντα του λαού, ακόμα και πιεσμένη από τους Τούρκους, θα άφηνε τη Δικαιοσύνη απερίσπαστη. Θα εύρισκε συμμάχους στη στάση μιας πλειάδας κρατών που καταδικάζουν την Τουρκία και θεωρούν τον Ερντογάν δικτάτορα. Θα μπορούσε να συμπήξει συμμαχίες σ’ αυτή τη βάση, αλλά και στη βάση της Γενοκτονίας, να απομονώσει επικοινωνιακά την Τουρκία, να συναντηθεί με τους λαούς και τις δυνάμεις εκείνες της Τουρκικής κοινωνίας που αντιστέκονται και να δημιουργήσει άλλα δεδομένα.
Αντί γι’ αυτό, προσφέρει άλλοθι κι αναγνώριση στον Ερντογάν, δικαιώνει τον ισλαμοφασισμό του και μεταβάλλει τη χώρα σε εν τοις πράγμασι επαρχία της Τουρκίας. Οπότε Ελλάδα κυρίαρχη δεν υπάρχει πια, και μάλιστα πολλώ λογιώ, υποτελής στη Δύση και στην Τουρκία. Κι αυτό θα μπορούσε να συμβεί με δυο τρόπους: είτε μετά από αντίσταση, όπως πάντα γινόταν, είτε με προδοσία και παράδοση. Τώρα γίνεται το δεύτερο, μπροστά στα μάτια μας, διανθισμένο με προοδευτικές φανφάρες και με το λαό σε νάρκη.
Λέγαμε ότι αν δεν αντισταθούμε θα χάσομε την πατρίδα μας. Τώρα έχομε περάσει σε άλλο επίπεδο, την έχομε χάσει και πρέπει να την κερδίσομε ξανά, μόνο αν αντισταθούμε, έστω και τώρα, έστω και υπ’ αυτές τις συνθήκες. Μπορούμε, ή θα γίνουμε κι εμείς γιουσουφάκια;

Advertisements

Ιανουαρίου 3, 2018 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | Σχολιάστε

Πρωτοχρονιάτικο παραμύθι

Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς, χωμένο στη γωνία μιας εξώπορτας, κάθουνταν ένα αγοράκι και κοίταζε το αντικρινό φωτισμένο παράθυρο. Είχε νυχτώσει νωρίς, και το χιόνι σκέπαζε τις πλάκες του δρόμου, τα φανάρια, τα δέντρα και τις στέγες των σπιτιών, πράμα σπάνιο στην Αθήνα.

Το κρύο ήταν δυνατό, και τυλιγμένος στο παλιωμένο και σκισμένο ρουχάκι του, όλο και περισσότερο χώνουνταν ο Βασίλης στη γωνιά της εξώπορτας, για να ξεφύγει από το βοριά που τον πάγωνε ως τα κόκαλα. Μα τα μάτια του έμεναν καρφωμένα στο φωτισμένο παράθυρο του αρχοντόσπιτου, αντίκρυ του.

«Πρωτοχρονιά αύριο», μουρμούρισε, «διασκεδάζουν εκεί μέσα».

Εκεί μέσα κείτουνταν ένα παιδί, με λιωμένο αχνό πρόσωπο.

Κουτιά γεμάτα μπογιές, μολυβένια στρατιωτάκια, ζώα ξύλινα, σιδηρόδρομοι και καραβάκια, που σκέπαζαν το κρεβάτι του, έστεκαν άγγιχτα. Τ’ αδύνατα χεράκια του έμεναν ακίνητα στο σεντόνι απάνω’ δεν κοίταζε καν τα πλούσια δώρα γύρω του. Το κουρασμένο βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο παράθυρο όπου, στα σκοτεινά, άσπριζαν τα χιόνια της αντικρινής στέγης.

-Τι συλλογίζεσαι, Βασιλάκη; ρώτησε η μητέρα του.

– Κοίταζα τα χιόνια, αποκρίθηκε ο μικρός, και συλλογίζουμουν τη χαρά να τρέχεις στους δρόμους, να βουτάς στα χιόνια, να τα μαζεύεις και να φτιάνεις μπάλες, και να τις τινάζεις στους περαστικούς, όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου μου, εκεί που είδα και το χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα πολλά κεράκια… Αλήθεια, μητέρα, λες να βρήκε ο Νικόλας δέντρο τέτοιο εδώ;

-Ναι, παιδί μου, βρήκε, και θα σου το φέρει τώρα στολισμένο. Δεν είναι πολύ μεγάλο όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου σου, μα το στόλισε ο πατέρας σου… και είναι πολύ όμορφο… Είσαι ευχαριστημένος;

-Ναι, είπε ο Βασιλάκης χωρίς ενθουσιασμό.

Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα. Δυο υπηρέτες έφεραν μέσα ένα μικρό έλατο ολοφώτιστο, και το έστησαν απάνω στο τραπέζι. Τα κλαδιά ήταν φορτωμένα χρυσά και ασημένια στολίδια, φαναράκια και μπρίλες. Παντού στέκουνταν όρθια τ’ αναμμένα χρωματιστά κεράκια, και τα μεγαλύτερα κλαδιά λύγιζαν από το βάρος των παιχνιδιών που κρέμουνταν δεμένα με κορδέλες.

-Ε, Βασιλάκη, σ’ αρέσει το δέντρο σου; ρώτησε ζωηρά ο πατέρας του.

Ο μικρός το κοίταξε μια στιγμή με σβησμένα αγέλαστα μάτια.

– Το φαντάζουμουν ωραιότερο, είπε με τη βαρεμένη του φωνή.

Και το βλέμμα του γύρισε πάλι στο παράθυρο και στα χιόνια του αντικρινού σπιτιού.

– Πατέρα, λες του χρόνου την Πρωτοχρονιά να είμαι πια καλά και να βγω κι εγώ στα χιόνια;

– Ναι, παιδί μου, είπε ο πατέρας.

Και η μητέρα βγήκε από το δωμάτιο για να κρύψει τα κλάματα που την έπνιγαν.

-Τι όμορφα που θα είναι να τρέχεις στα χιόνια… είπε συλλογισμένα ο Βασιλάκης. Τι δε θα έδινα για να δω τι γίνεται έξω…

Έξω, ο Βασίλης είχε δει πίσω από το φωτισμένο παράθυρο το δέντρο του Βασιλάκη, με τα φώτα και τα χρυσά στολίδια και τα παιχνιδάκια που γέμιζαν τα κλαδιά από πάνω ως κάτω.

-Αχ, τι ωραίο! είπε το φτωχό· πρέπει να το έφερε ο Άη-Βασίλης.

Και τα μάτια του έτρωγαν το δέντρο και, τρέμοντας από το κρύο, ολοένα χώνουνταν βαθύτερα στη γωνιά του και γύρευε να τυλίξει στο κορμάκι του τα κουρέλια του, μήπως και τον ζεστάνουν λίγο.

-Ο Άη-Βασίλης… μουρμούρισε. Γιατί δεν έρχεται κάποτε και σε μας, ο Άη-Βασίλης;

Θυμήθηκε το φτωχικό σπιτάκι στο χωριό του, όπου τον είχε μεγαλώσει η μάνα του· όλα τα είχε στερηθεί αφότου γεννήθηκε, εκτός μόνο τα χάδια της μάνας του. Ξενοδούλευε η κακομοίρα για να κερδίσει το ψωμί τους, μα άλλο από ψωμί δεν πρόφθαινε να βγάλει, μόνο την αγάπη της μπορούσε χάρισμα να του δίνει, και αυτήν του την έδινε μπόλικη. Μα ήλθαν οι κακοί καιροί, η αρρώστια, η μαύρη φτώχεια, και πέθανε η μάνα του και την έβαλαν σε σανιδένια κάσα, και την πήγαν στο νεκροταφείο, και την είδε που τη σκέπασαν τα χώματα. Και τον έβγαλαν από το φτωχικό του καλυβάκι, κι έφυγε το έρημο ορφανό και ήλθε κι έπεσε στην Αθήνα, παραμονή του Άη-Βασίλη, πεινασμένο, παγωμένο, μακαρίζοντας τους ευτυχισμένους που διασκέδαζαν πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, αντίκρυ του.

Από νωρίς είχε δει κίνηση μεγάλη στους δρόμους, παιδιά μεγάλα και μικρά, που σταματούσαν στις πόρτες των αρχοντόσπιτων και έλεγαν τον Άγιο Βασίλη. Μα τ’ ορφανό δεν τόλμησε να χτυπήσει και αυτό σε καμιά πόρτα, ούτε ήταν μαθημένο στην ταραχή της μεγάλης πολιτείας. Και λίγο-λίγο, τράβηξε κατά τους ήσυχους μεγαλόπρεπους δρόμους, μακριά από το κέντρο, και ήλθε και ζάρωσε σε μιαν εξώπορτα, χωρίς ψωμί, χωρίς σκοπό, χωρίς καμιάν ελπίδα.

Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο πήγαιναν κι έρχουνταν σκιές. Πέρασε κι ένας υπηρέτης με βελάδα, βαστώντας ένα πιάτο με μια μεγάλη πίτα!

Ο Βασίλης θυμήθηκε πως την τελευταία βούκα ψωμί την είχε φάγει το πρωί. Και μέσα κει θα έτρωγαν τώρα πίτα!

Αχ, και να είχε και αυτός μια βουκίτσα να γελάσει την πείνα του! Του φάνηκε τόσο ορεκτική η πίτα, τόσο αφράτη, καθώς την πέρασε ο υπηρέτης εμπρός στο παράθυρο. Άραγε, αν ζητούσε λίγη, θα του έδινε κανένα κομματάκι;

Και έξαφνα, χωρίς να ξέρει και αυτός πώς το έκανε, άρχισε να τραγουδά:

«Άγιος Βασίλης έρχεται α-α-από, από την Καισαρεία… βαστά καλάμι και χαρτί, χα-α-ρτί, χαρτί και καλαμάρι».

Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, διάφορες σκιές πήγαν και ήλθαν κοιτάζοντας έξω. Σώπασε τρομαγμένος ο Βασιλάκης και ζάρωσε στη γωνίτσα του όσο μπορούσε περισσότερο.

– Παναγιά μου! ψιθύρισε, λένε πως οι πλούσιοι δεν έχουν καλή ψυχή και περιφρονούν τους φτωχούς…

Και με τρομαγμένα μάτια ακολουθούσε το πήγαινε κι έλα των ανθρώπων μες στην κάμαρα.

Μες στην καμάρα είχαν κόψει την πίτα. Ακουμπισμένος στα μαξιλάρια, ο Βασιλάκης βαστούσε το πιάτο του στα χέρια, κοιτάζοντας με αδιαφορία το κομμάτι του, χωρίς καν να το γευθεί.

– Δεν το κόβεις να δεις αν σου έπεσε το φλουρί, Βασιλάκη μου; ρώτησε τρυφερά η μητέρα του.

-Ναι, μητέρα, θα το γυρέψω, αποκρίθηκε, αλλά δεν κούνησε, ούτε άλλαξε η κουρασμένη όψη του.

Έξαφνα ανέβηκε ως το δωμάτιο του άρρωστου αγοριού μια φωνή παιδιάτικη, τρεμουλιαστή, σα φοβισμένη: «Άγιος Βασίλης έρχεται α-α-από, από την Καισαρεία… βαστά καλάμι και χαρτί, χα-α-ρτί, χαρτί και καλαμάρι».

Ο Βασιλάκης ξαφνίστηκε’ άναψαν μια στιγμή τα μάτια του, ζωήρεψε το μελαγχολικό του πρόσωπο.

-Πατέρα, πατέρα! φώναξε, τ’ ακούς; Τραγουδά απ’ έξω… Θα είναι κανένα αγοράκι… φώναξε το! Πολύ σε παρακαλώ!

Η μητέρα του είχε πάγει κιόλα στο παράθυρο, μα δεν είδε τίποτε.

– Δε βλέπω κανένα παιδί, είπε.

– Πατέρα, κοίταξε συ, άνοιξε το παράθυρο, φώναξε το παιδί να έλθει να πάρει από την πίτα, το κομμάτι του φτωχού… και να μας πει τι γίνεται έξω…

Πήγε ο πατέρας στο παράθυρο, το άνοιξε, έσκυψε έξω, κοίταξε δεξιά, αριστερά, μα δεν είδε τίποτε· έκλεισε το παράθυρο και γύρισε στο κρεβάτι του Βασιλάκη.

– Πέρασε το παιδί και πάει, είπε ζωηρά· μα δεν πειράζει, θα περάσει και άλλο και τότε το φωνάζομε· δοκίμασε την πίτα σου ωστόσο.

Μα ο Βασιλάκης δεν πεινούσε· έσπρωξε το πιάτο του, ακούμπησε στα μαξιλάρια και έκλεισε τα μάτια. Η ζωηράδα του προσώπου του είχε σβήσει· το φλουρί της πίτας δεν τον ενδιέφερε, ούτε το δέντρο όπου είχαν σβήσει πια τα κεράκια, ούτε τα δώρα του. Το δρόμο μόνο συλλογίζουνταν…

Και το παιδάκι, που μπορούσε να πει την ομορφιά της ελευθερίας, τη χαρά να τρέχεις και να βουτάς στα χιόνια, είχε περάσει και πάει!

– Θέλεις, παιδί μου, να φας την πίτα σου αύριο; ρώτησε η μητέρα χαϊδεύοντας γλυκά το μέτωπο του.

-Ναι, μητέρα, αύριο.

Η μητέρα έκανε νόημα σ’ όλους να βγουν από το δωμάτιο.

Ο Βασιλάκης ήταν κουρασμένος… Ο Βασιλάκης ήθελε να κοιμηθεί…

Πήρε το πιάτο με την πίτα και το ακούμπησε στο τραπέζι, κοντά στο κομμάτι του φτωχού· έσβησε τα φώτα, άναψε την καντήλα, φίλησε γλυκά το αγόρι της και βγήκε από το δωμάτιο.

Μα ο Βασιλάκης δε νύσταζε· ο νους του έμενε στο δρόμο και στη χαρά που θα είχε αν μπορούσε να τρέξει στα χιόνια…

Κοίταξε γύρω του, είδε πως ήταν μόνος’ με κόπο κατέβηκε από το κρεβάτι, και σιγά-σιγά σύρθηκε ως το παράθυρο.

Αχ! και να έβλεπε λιγάκι απ’ έξω το χιονισμένο δρόμο, τα φανάρια, τ’ άσπρα δέντρα…

Με δυσκολία γύρισε το πόμολο, άνοιξε το παράθυρο κι έσκυψε έξω. Το κρύο τον ξάφνισε, του έκοψε την αναπνοή, ζήτησε να στηριχθεί στο πεζούλι του παραθύρου μα όλα γύριζαν, του φάνηκε πως πέφτει…

Έξαφνα, από το παράθυρο πήδησε μέσα ένας άνθρωπος, και ο Βασιλάκης από το σάστισμά του ξέχασε τη ζάλη του. Ήταν γέρος, χιονοσκεπασμένος, με μακριά καλογερικά ρούχα και μεγάλα άσπρα γένια’ τον κοίταξε ο Βασιλάκης και τον ανεγνώρισε:

-Ο Αη-Βασίλης… ψιθύρισε.

– Ναι, εγώ είμαι, είπε ο Άη-Βασίλης με το ανοιχτόκαρδο χαμόγελο του. Ήλθα να σε ρωτήσω, τι θέλεις να σου δώσω για την εορτή μου, που ξημερώνει αύριο, και που είναι και δική σου εορτή;

-Αχ, Άη-Βασίλη μου, να μη μου δώσεις πια τίποτα! φώναξε ο Βασιλάκης σταυρώνοντας παρακλητικά τα χέρια του. Δες πόσα πράγματα μου έδωσαν, και τα έχω τόσο βαρεθεί! Μα πάρε με έξω μαζί σου! Πάρε με στα χιόνια! Θέλω τόσο να τρέξω ελεύθερα!

– Θέλεις; είπε ο Άη-Βασίλης. Μα έξω κάνει κρύο! Και συ έχεις όλα τα καλά του κόσμου! Τόσα παιχνίδια, τόσα χάδια, και ζεστασιά, και πίτα που ούτε τη δοκίμασες ακόμα… Και θέλεις να φύγεις;

-Ναι! Να βγω στα χιόνια, να τρέξω ελεύθερα, αχ, πάρε με, πάρε με, καλέ μου Άη-Βασίλη! παρακάλεσε ο Βασιλάκης. Πάρε με στα χιόνια!

Ο Άη-Βασίλης χαμογέλασε πάλι.

– Καλά, είπε. Εγώ σήμερα δε χαλώ χατήρι κανενός. Έλα μαζί μου αφού το θέλεις.

Και πήρε το Βασιλάκη στην αγκαλιά του, και πέταξε από το παράθυρο που έμεινε ανοιχτό…

Στα χιόνια κάθουνταν ο Βασίλης με τα μάτια καρφωμένα στο παράθυρο. Με τρομάρα είχε δει έναν κύριο που άνοιξε τα γυαλιά και κοίταζε στο δρόμο· μα έτσι μικρός που ήταν και ζαρωμένος στη γωνίτσα του, δεν τον είδε ο κύριος. Και το παράθυρο έκλεισε πάλι.

Τα κεράκια του δέντρου είχαν σβήσει, οι σκιές πήγαιναν κι έρχονταν ακόμα· ύστερα έσβησαν και τα φώτα, και μόνο μια καντήλα τρεμόφεγγε, στημένη σε κανένα έπιπλο απάνω. Και ο Βασίλης ακόμα κοίταζε, σα μαγνητισμένος από τη θαμπερή λάμψη της.

Το κρύο όλο δυνάμωνε· τα βλέφαρα του Βασίλη βάραιναν. Θυμήθηκε τη μάνα του και τη ζεστή της αγκαλιά. Έριξε μια ματιά στο παράθυρο και συλλογίστηκε πως εκεί μέσα θα έκαμνε ζέστη… Αχ! λίγη ζέστη…

Λαφρύς κρότος τον ξάφνιασε. Σήκωσε τα μάτια του τρομαγμένος. Το παράθυρο είχε ανοίξει πάλι, μα δεν ήταν πια εκεί ο ίδιος κύριος· ένα παιδάκι, στα νυχτικά του, έσκυβε να δει το δρόμο.

Μια στιγμή το κοίταξε με απορία ο Βασίλης, μα τόσο βαριά ήταν τα βλέφαρα του, που δεν μπορούσε να τα βαστάξει ανοιχτά. Έκανε πάλι να δει το αντικρινό παιδί, και του φάνηκε πως σωριάζουνταν στο πάτωμα το άσπρο κορμάκι, μα δεν πρόφθασε να βεβαιωθεί.

Ακούμπησε το κεφάλι του στον τοίχο και τα μάτια του έκλεισαν μονάχα τους. Έξαφνα, μια λάμψη τον ξύπνησε· εμπρός του στέκουνταν ένας γέρος ντυμένος στα κόκκινα και στα χρυσά. Τα γένια του ήταν μακριά και κάτασπρα, και γύρω του χύνουνταν τόση ζέστη, που ο Βασίλης ξέχασε τα χιόνια και το βοριά. Κοίταξε το γέρο και τον ανεγνώρισε.

-Ο Άη Βασίλης! έκανε μαγεμένος.

-Ναι, ο Άη-Βασίλης, είπε ο γέρος. Σ’ άκουσα που έλεγες πως δεν έρχομαι ποτέ σε σας και, βλέπεις, τώρα ήλθα.

Τ’ ορφανό τον κοίταξε μ’ έκσταση. Ο Άη-Βασίλης γέλασε.

-Λοιπόν πες μου, του είπε· αύριο ξημερώνει Πρωτοχρονιά, που είναι εορτή μου και δική σου εορτή. Τι θέλεις να σου χαρίσω;

Ο Βασίλης έριξε μια ματιά στο αντικρινό παράθυρο. Η καντήλα είχε σβήσει και αυτή· τόσο κρύο θα ήταν τώρα κι εκεί μέσα…

– Θέλω, παρακαλώ, λίγη πίτα, είπε δειλά, και θέλω πάλι τη μάνα μου… Μα ίσως αυτό να είναι αδύνατο; ρώτησε φοβισμένος λίγο για τη μεγάλη του απαίτηση.

-Τίποτα δεν είναι αδύνατο σήμερα, είπε ο Άη-Βασίλης, και ό,τι ζητήσεις θα σου το κάνω. Πίτες όσες θέλεις θα σου δώσω, και τη μάνα σου θα την ξαναδείς οπόταν θέλεις. Μα σκέψου, είναι και μερικά παιδιά που λαχταρούν την ελευθερία σου. Εσύ μπορείς τον κόσμον όλο να τον γυρίσεις, να ζήσεις όπως θέλεις. Είσαι ακόμα μικρός και ο κόσμος όλος είναι ανοιχτός μπροστά σου…

-Αχ όχι, καλέ μου Άη-Βασίλη! παρεκάλεσε ο μικρός. Μόνο πάρε με στη μάνα μου! Και δωσ’ μου λίγη πίτα και για κείνην, που δεν έχει φάγει τώρα τόσα χρόνια!

-Καλά, είπε ο Άη-Βασίλης με το καλό του χαμόγελο, σήμερα δε χαλώ κανενός χατήρι. Έλα να σε πάγω στη μάνα σου.

Και τον πήρε ο Άη-Βασίλης στην αγκαλιά του, και πέταξε ψηλά, ψηλά, τόσο που περνούσε πάνω από τα ψηλότερα σπίτια, κι έφυγαν.

Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, την ώρα που χαρούμενες χτυπούσαν οι καμπάνες σ’ όλες τις εκκλησιές της χώρας, βγήκε ο Νικόλας ο υπηρέτης, με μάτια κοκκινισμένα από τα κλάματα, στο χιονισμένο δρόμο.

Χωμένο σε μια γωνιά της εξώπορτας του αντικρινού σπιτιού, είδε ένα παιδάκι που φαίνονταν να κοιμάται. Το σίμωσε, το άγγιξε, το βρήκε παγωμένο.

Το πήρε στην αγκαλιά του και το ανέβασε στο αρχοντόσπιτο, όπου μητέρα και πατέρας, πλάγι στο κρεβάτι του Βασιλάκη, έκλαιγαν το πεθαμένο τους αγόρι.

Μαζί τα ξάπλωσαν πλάγι-πλάγι, το χαδεμένο μονοπαίδι και το έρημο ορφανό.

Πάνω στο τραπέζι, δυο κομμάτια πίτας ξηραίνονταν άγγιχτα, το κομμάτι του Βασιλάκη και το κομμάτι του Βασίλη.

Πλάγι-πλάγι έθαψαν τα δυο παιδιά. Στον ένα τάφο είναι γραμμένο με χρυσά γράμματα τ’ όνομα του Βασιλάκη· ο άλλος τάφος δεν έχει όνομα.

Κανένας δε γνώριζε το έρημο ορφανό.

Πηνελόπη Δέλτα

και για την αντιγραφή Φουρόκατος, καθ’ υπόδειξιν ΘΝ

Δεκέμβριος 29, 2017 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , | Σχολιάστε

ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΨΩΜΟ

Μεταξύ των πολλών δημωδών τύπων, τους οποίους θα έχωσι να εκμεταλλευθώσιν οι μέλλοντες διηγηματογράφοι μας, διαπρεπή κατέχει θέσιν η κακή πενθερά, ως και η κακή μητρυιά. Περί μητρυιάς άλλωστε θα αποπειραθώ να διαλάβω τινά, προς εποικοδόμησιν των αναγνωστών μου. Περί μιας κακής πενθεράς σήμερον ο λόγος.
Εις τι έπταιεν η ατυχής νέα Διαλεχτή, ούτως ωνομάζετο, θυγάτηρ του Κασσανδρέως μπάρμπα Μανώλη, μεταναστεύσαντος κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εις μίαν των νήσων του Αιγαίου. Εις τι έπταιεν αν ήτο στείρα και άτεκνος; Είχε νυμφευθή προ επταετίας, έκτοτε δις μετέβη εις τα λουτρά της Αιδηψού, πεντάκις τής έδωκαν να πίη διάφορα τελεσιουργά βότανα, εις μάτην, η γη έμενεν άγονος. Δύο ή τρεις γύφτισσαι τής έδωκαν να φορέση περίαπτα θαυματουργά περί τας μασχάλας, ειπούσαι αυτή, ότι τούτο ήτο το μόνον μέσον, όπως γεννήση, και μάλιστα υιόν. Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τη εδώρησεν ηγιασμένον κομβολόγιον, ειπών αυτή να το βαπτίζη και να πίνη το ύδωρ. Τα πάντα μάταια.
Επί τέλους με την απελπισίαν ήλθε και η ανάπαυσις της συνειδήσεως, και δεν ενόμιζεν εαυτήν ένοχον. Το αυτό όμως δεν εφρόνει και η γραία Καντάκαινα, η πενθερά της, ήτις επέρριπτεν εις την νύμφην αυτής το σφάλμα της μη αποκτήσεως εγγόνου διά το γήρας της.
Είναι αληθές, ότι ο σύζυγος της Διαλεχτής ήτο το μόνον τέκνον της γραίας ταύτης, και ούτος δε συνεμερίζετο την πρόληψιν της μητρός του εναντίον της συμβίας αυτού. Αν δεν τω εγέννα η σύζυγός του, η γενεά εχάνετο. Περίεργον, δε, ότι πας Ελλην της εποχής μας ιερώτατον θεωρεί χρέος και υπερτάτην ανάγκην την διαιώνισιν του γένους του.
Εκάστοτε, οσάκις ο υιός της επέστρεφεν εκ του ταξιδίου του, διότι είχε βρατσέραν, και ήτο τολμηρότατος εις την ακτοπλοΐαν, η γραία Καντάκαινα ήρχετο εις προϋπάντησιν αυτού, τον ωδήγει εις τον οικίσκον της, τον εδιάβαζε, τον εκατήχει, του έβαζε μαναφούκια, και ούτω τον προέπεμπε παρά τη γυναικί αυτού. Και δεν έλεγε τα ελαττώματά της, αλλά τα αυγάτιζε, δεν ήτο μόνο «μαρμάρα», τουτέστι στείρα η νύμφη της, τούτο δεν ήρκει, αλλ’ ήτο άπαστρη, απασσάλωτη, ξετσίπωτη κλπ. Ολα τα είχεν, «η ποίσα, η δείξα, η άκληρη».

Ο καπετάν Καντάκης, φλομωμένος, θαλασσοπνιγμένος, τα ήκουεν όλα αυτά, η φαντασία του εφούσκωνεν, εξερχόμενος είτα συνήντα τους συναδέλφους του ναυτικούς, ήρχιζαν τα καλώς ώρισες, καλώς σας ηύρα, έπινεν επτά ή οκτώ ρώμια, και με τριπλήν σκοτοδίνην, την εκ της θαλάσσης, την εκ της γυναικείας διαβολής και την εκ των ποτών, εισήρχετο οίκαδε και βάρβαροι σκηναί συνέβαινον τότε μεταξύ αυτού και της συζύγου του.
Ούτως είχον τα πράγματα μέχρι της παραμονής των Χριστουγέννων του έτους 186… Ο καπετάν Καντάκης προ πέντε ημερών είχε πλεύσει με την βρατσέραν του εις την απέναντι νήσον με φορτίον αμνών και ερίφων, και ήλπιζεν, ότι θα εώρταζε τα Χριστούγεννα εις την οικίαν του. Αλλά τον λογαριασμόν τον έκαμνεν άνευ του ξενοδόχου, δηλ. άνευ του Βορρά, όστις εφύσησεν αιφνιδίως άγριος και έκλεισαν όλα τα πλοία εις τους όρμους, όπου ευρέθησαν. Είπομεν όμως, ότι ο καπετάν Καντάκης ήτο τολμηρός περί την ακτοπλοΐαν. Περί την εσπέραν της παραμονής των Χριστουγέννων ο άνεμος εμετριάσθη ολίγον, αλλ’ ουχ ήττον εξηκολούθει να πνέη. Το μεσονύκτιον πάλιν εδυνάμωσε.
Τινές ναυτικοί εν τη αγορά εστοιχημάτιζον, ότι, αφού κατέπεσεν ο Βορράς, ο καπετάν Καντάκης θα έφθανε περί το μεσονύκτιον. Η σύζυγός του όμως δεν ήτο εκεί να τους ακούση και δεν τον επερίμενεν. Αύτη εδέχθη μόνο περί την εσπέραν την επίσκεψιν της πενθεράς της, ασυνήθως φιλόφρονος και μηδιώσης, ήτις τη ευχήθη το απαραίτητον «καλό δέξιμο», και διά χιλιοστήν φορά το στερεότυπον «μ’ έναν καλό γυιό».
Και ου μόνον, τούτο, αλλά τη προσέφερε και εν χριστόψωμο.
– Το ζύμωσα μοναχή μου, είπεν η θειά Καντάκαινα, με γεια να το φας.
– Θα το φυλάξω ως τα Φώτα, διά ν’ αγιασθή, παρετήρησεν η νύμφη.
– Οχι, όχι, είπε μετ’ αλλοκότου σπουδής η γραία, το δικό της φυλάει η κάθε μια νοικοκυρά διά τα Φώτα, το πεσκέσι τρώγεται.
– Καλά, απήντησεν ηρέμα η Διαλεχτή, του λόγου σου ξέρεις καλλίτερα.
Η Διαλεχτή ήτο αγαθωτάτης ψυχής νέα, ουδέποτε ηδύνατο να φαντασθή ή να υποπτεύση κακό τι.
«Πώς τώπαθε η πεθερά μου και μου έφερε χριστόψωμο», είπε μόνον καθ’ εαυτήν, και αφού απήλθεν η γραία εκλείσθη εις την οικίαν της και εκοιμήθη μετά τινος δεκαετούς παιδίσκης γειτονοπούλας, ήτις τη έκανε συντροφίαν, οσάκις έλειπεν ο σύζυγός της. Η Διαλεχτή εκοιμήθη πολύ ενωρίς, διότι σκοπόν είχε να υπάγη εις την εκκλησίαν περί το μεσονύκτιον. Ο ναός δε του Αγίου Νικολάου μόλις απείχε πεντήκοντα βήματα από της οικίας της.
Περί το μεσονύκτιον εσήμαναν παρατεταμένως οι κώδωνες. Η Διαλεχτή ηγέρθη, ενεδύθη και απήλθεν εις την εκκλησίαν. Η παρακοιμωμένη αυτή κόρη ήτο συμπεφωνημένον, ότι μόνον μέχρι ου σημάνη ο όρθρος θα έμενε μετ’ αυτής, όθεν αφυπνίσασα αυτήν την ωδήγησε πλησίον των αδελφών της. Αι δύο οικίαι εχωρίζοντο διά τοίχου κοινού.
Η Διαλεχτή ανήλθεν εις τον γυναικωνίτην του ναού, αλλά μόλις παρήλθεν ημίσεια ώρα και γυνή τις πτωχή και χωλή δυστυχής, ήτις υπηρέτει ως νεωκόρος της εκκλησίας, ελθούσα τη λέγει εις το ους.
– Δόσε μου το κλειδί, ήλθε ο άντρας σου.
– Ο άντρας μου! ανεφώνησεν η Διαλεχτή έκπληκτος.

Και αντί να δώση το κλειδί έσπευσε να καταβή η ιδία.
Ελθούσα εις την κλίμακα της οικίας, βλέπει τον σύζυγόν της κατάβρεκτον, αποστάζοντα ύδωρ και αφρόν.
– Είναι μισοπνιγμένος, είπε μορμυρίζων ούτος, αλλά δεν είναι τίποτε. Αντί να το ρίξωμε έξω, το καθίσαμε στα ρηχά.
– Πέσατε έξω; ανέκραξεν η Διαλεχτή.
– οχι, δεν είναι σου λέω τίποτε. Η βρατσέρα είναι σίγουρη, με δυο άγκουρες αραγμένη και καθισμένη.
– Θέλεις ν’ ανάψω φωτιά;
– Αναψε και δόσε μου ν’ αλλάξω.
Η Διαλεχτή εξήγαγε εκ του κιβωτίου ενδύματα διά τον σύζυγόν της και ήναψε πυρ.
– Θέλεις κανένα ζεστό;
– Δεν μ’ ωφελεί εμένα το ζεστό, είπεν ο καπετάν Καντάκης. Κρασί να βγάλης.
Η Διαλεχτή εξήγαγεν εκ του βαρελίου οίνον.
– Πώς δεν εφρόντισες να μαγειρεύσης τίποτε; είπε γογγύζων ο ναυτικός.
– Δεν σ’ επερίμενα απόψε, απήντησε μετά ταπεινότητος η Διαλεχτή. Κρέας επήρα. Θέλεις να σου ψήσω πριζόλα;
– Βάλε, στα κάρβουνα, και πήγαινε συ στην
εκκλησιά σου, είπεν ο καπετάν Καντάκης. Θα έλθω κι εγώ σε λίγο.
Η Διαλεχτή έθεσε το κρέας επί της ανθρακιάς, ήτις εσχηματίσθη ήδη, και ητοιμάζετο να υπακούση εις την διαταγήν του συζύγου της, ήτις ήτο και ιδική της επιθυμία, διότι ήθελε να κοινωνήση. Σημειωτέον ότι την φράσιν «πήγαινε συ στην εκκλησιά σου» έβαψεν ο Καντάκης διά στρυφνής χροιάς.

– Η μάννα μου δε θα τώμαθε βέβαια ότι ήλθα, παρετήρησεν αύθις ο Καντάκης.

– Εκείνη είναι στην ενορία της, απήντησεν η Διαλεχτή. Θέλεις να της παραγγείλω;
– Παράγγειλέ της να έλθη το πρωί.
Η Διαλεχτή εξήλθεν. Ο Καντάκης την ανεκάλεσεν αίφνης.
– Μα τώρα είναι τρόπος να πας εσύ στην εκκλησιά, και να με αφήσεις μόνον;

– Να μεταλάβω κι έρχομαι, απήντησεν η γυνή.
Ο Καντάκης δεν ετόλμησε ν’ αντείπη τι, διότι η απάντησις θα ήτο βλασφημία. Ουχ ήττον όμως την βλασφημίαν ενδιαθέτως την επρόφερεν.
Η Διαλεχτή εφρόντισε να στείλη αγγελιοφόρον προς την πενθεράν της, ένα δωδεκαετή παίδα της αυτής εκείνης γειτονικής οικογενείας, ης η θυγάτηρ εκοιμήθη αφ’ εσπέρας πλησίον της, και επέστρεψεν εις τον ναόν.
Ο Καντάκης, όστις επείνα τρομερά, ήρχισε να καταβροχθίζη την πριζόλαν. Καθήμενος οκλαδόν παρά την εστίαν, εβαρύνετο να σηκωθή και ν’ ανοίξη το ερμάρι διά να λάβη άρτον, αλλ’ αριστερόθεν αυτού υπεράνω της εστίας επί μικρού σανιδώματος ευρίσκετο το Χριστόψωμον εκείνο, το δώρον της μητρός του προς την νύμφην αυτής. Το έφθασε και το έφαγεν ολόκληρον σχεδόν μετά του οπτού κρέατος
Περί την αυγήν, η Διαλεχτή επέστρεψεν εκ του ναού, αλλ’ εύρε την πενθεράν της περιβάλλουσαν διά της ωλένης το μέτωπον του υιού αυτής και γοερώς θρηνούσαν.
Ελθούσα αύτη προ ολίγων στιγμών τον εύρε κοκκαλωμένον και άπνουν. Επάρασα τους οφθαλμούς, παρετήρησε την απουσίαν του Χριστοψώμου από του σανιδώματος της εστίας, και αμέσως ενόησε τα πάντα. Ο Καντάκης έφαγε το φαρμακωμένο χριστόψωμο, το οποίον η γραία στρίγλα είχε παρασκευάσει διά την νύμφην της.
Ιατροί επιστήμονες δεν υπήρχον εν τη μικρά νήσω. ουδεμία νεκροψία ενεργήθη. Ενομίσθη, ότι ο θάνατος προήλθεν εκ παγώματος συνεπεία του ναυαγίου. Μόνη η γραία Καντάκαινα ήξευρε το αίτιον του θανάτου. Σημειωτέον, ότι η γραία, συναισθανθείσα και αυτή το έγκλημά της, δεν εμέμφθη την νύμφην της. Αλλά τουναντίον την υπερήσπισε κατά της κακολογίας άλλων.
Εάν έζησε και άλλα κατόπιν Χριστούγεννα, η άστοργος πενθερά και ακουσία παιδοκτόνος, δε θα ήτο πολύ ευτυχής εις το γήρας της.

A. Παπαδιαμάντης

και για την αντιγραφή Φουρόκατος

Δεκέμβριος 25, 2017 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , | Σχολιάστε

ΔΥΣΗ, ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΑ

Η κυριαρχία του δυτικού κόσμου στον υπόλοιπο μέσω της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού, στρατιωτικού, πολιτικού και πολιτιστικού, έχει οδηγήσει στην προσέγγιση και ερμηνεία των πάντων από τη σκοπιά της Δύσης. Αυτό από μόνο του συνιστά πρόβλημα και στην ίδια τη δυτική προσέγγιση, καθώς επιχειρεί να ερμηνεύσει οτιδήποτε συμβαίνει στον κόσμο με βάση μόνο τη δική της εμπειρία, η οποία αυθαίρετα θεωρείται ότι έχει οικουμενική εφαρμογή. Και βέβαια δείχνει και την υπεροψία με την οποία η Δύση προσεγγίζει τον υπόλοιπο κόσμο.
Μια σειρά διανοούμενοι από διαφορετικές αφετηρίες και καταβολές (ενδεικτικά ο Γιώργος Κοντογιώργης και ο Παλαιστίνιος Έντουαρντ Σαΐντ), εντοπίζουν αυτή την προβληματική προσέγγιση της Δύσης απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο, στον οποίο προσπαθεί να επιβάλει τα δικά της μέτρα και σταθμά. Είναι τόσο κυρίαρχη αυτή η προσέγγιση, ώστε να θεωρείται αυτονόητη ακόμα και από τον υπόλοιπο κόσμο, ενώ η κάθε περιοχή και η κάθε ταυτότητα έχουν ανεξάρτητες πορείες και εξέλιξη, που δε χωρούν στις δυτικές θεωρίες και που αξίζουν τουλάχιστον ισότιμη αντιμετώπιση.
Ένα παράδειγμα είναι ο Διαφωτισμός. Για την εποχή του ήταν μια πρόοδος για το δυτικό κόσμο, καθώς αμφισβήτησε την απολυταρχία και έδωσε πρόσωπο και φωνή στις μάζες των καταδυναστευομένων από τη φεουδαρχία (δε θα εξετάσομε εδώ την τελική επικράτηση μιας εκδοχής του η οποία οδήγησε σε μια νέα καταδυνάστευση, αυτή της Φύσης από τον άνθρωπο με πρόσχημα την ελευθερία της σκέψης). Αυτή η πρόοδος για το δυτικό κόσμο λοιπόν, εμφανίζεται ως μια συνολική επιτυχία της ανθρωπότητας, κι ας μην αποτελούσε για άλλες κοινωνίες ανάγκη. Ιδιαίτερα στην περίπτωση του Ελληνισμού, υπάρχει μια συνεχής πλύση εγκεφάλου (από διάφορους δυτικοθρεμένους διανοούμενους του νεοταξικού χώρου) περί μεταφοράς του πνεύματος του Διαφωτισμού στον ελληνικό χώρο και της αφύπνισης που αυτή η επιρροή επέφερε, με κατάληξη στην επανάσταση του 21. Παρουσιάζεται δηλαδή ο Διαφωτισμός ως μια σημαντική εξέλιξη που φώτισε και τους εδώ ιθαγενείς και τους ξύπνησε, οδηγώντας τους στην ελευθερία.
Όμως, για τον Ελληνισμό, ο Διαφωτισμός δεν ήταν κάτι που χρειάζονταν για να έρθουν στο προσκήνιο οι πολίτες. Από την αρχαιότητα και μετά στο Βυζάντιο, και ακόμα και υπό τον τουρκικό ζυγό, οι Έλληνες έδιδαν ιδιαίτερη σημασία στο πρόσωπο, στον πολίτη, και ποτέ δεν είχαν ανάγκη να αποτινάξουν εσωτερικό απολυταρχικό εχθρό. Είχαν, τον καιρό της Τουρκοκρατίας και της Λατινοκρατίας, δυνάστη, αλλά όχι στα πλαίσια των κοινοτήτων τους. Οι κοινότητες ήταν αυτές που έδιδαν στον πολίτη σημαντικό ρόλο, που δημιουργούσαν, ακόμα και σε συνθήκες σκλαβιάς, ένα αμεσοδημοκρατικό πολιτικό σύστημα που επέτρεπε στην κοινωνία να ασκεί η ίδια την πολιτική εξουσία και όχι μέσω αντιπροσώπων, να αποφασίζει σε καιρό ειρήνης πώς θα πορευτεί και σε καιρό υποδούλωσης πώς θα αντιμετωπίσει το δυνάστη. Αυτό εκφράστηκε και στα πρώτα συντάγματα της επανάστασης, όπου προβλεπόταν καθολική ψηφοφορία, πράγμα ανήκουστο για τη «διαφωτισμένη» Ευρώπη της εποχής! Ο Ελληνισμός είχε τη δική του πνευματική αναγέννηση που μπορεί να συνδιαλέχθηκε με το Διαφωτισμό αλλά δεν προήλθε από αυτόν. Σε άλλες καταστάσεις αναπτύχθηκε και άλλες προτεραιότητες ήρθε να καλύψει. Σεβαστά είναι και τα δύο ρεύματα, δεν μπαίνει θέμα αν κάποιο είναι καλύτερο από το άλλο, καθώς απαντούν σε διαφορετικές πραγματικότητες και διαφορετικά επίπεδα πολιτικής ωριμότητας, με τον Ελληνισμό να έχει λύσει από παλιά το ζήτημα της άμεσης δημοκρατίας και της σημασίας του Πολίτη/Προσώπου στη λήψη αποφάσεων της κοινότητας.


Ένα άλλο παράδειγμα αποτελεί η εθνογέννεση στη Δύση και πώς αυτή κατέληξε να θεωρείται ότι αφορά όλη την οικουμένη. Πράγματι, στη Δύση δεν υπήρχε εθνική συνείδηση ανάμεσα στους πληθυσμούς που ζούσαν σα σκλάβοι στα φέουδα. Σταδιακά και με την επιρροή του Διαφωτισμού, οι δομές εξουσίας που διαμορφώθηκαν οδήγησαν στην ενοποίηση ευρύτερων πληθυσμιακών ομάδων σε έθνη. Αυτό το φαινόμενο έχει πολύ ενδιαφέρον για τη μελέτη της ιστορίας του δυτικού κόσμου. Όμως, όταν επιχειρείται από τους δυτικούς ιστορικούς αυτό το μοντέλο να εμφανιστεί ότι έχει παγκόσμια εφαρμογή, οδηγεί σε εκτρωματικές θεωρίες. Έτσι, ιστορικά έθνη όπως το Ελληνικό, το Κινέζικο, το Περσικό, το Εβραϊκό, δε χωρούν σ’ αυτή την ερμηνεία. Και οι μεν Κινέζοι, Εβραίοι, Πέρσες, έχουν συνείδηση αυτής της κατάστασης και δεν επιτρέπουν να τους επηρεάσει. Εδώ όμως, η ιστορία θέλησε να καταντήσομε παρασιτική απόφυση της Δύσης και η Δύση προσπαθεί να μας επιβάλει το δικό της πολιτιστικό πρότυπο (κι έχομε και πρόθυμους υπηρέτες της και σε αυτό). Επομένως, ένα κομμάτι των διανοουμένων που υπηρετούν τις επιδιώξεις της Δύσης και της Νέας Τάξης, διακινούν αυτές τις θεωρίες με την πριμοδότηση του κράτους και της ντόπιας εξουσίας. Ανακαλύπτουν ότι δεν υπάρχει συνέχεια στην ιστορία μας, ότι εμείς σαν έθνος δημιουργηθήκαμε από το κράτος που προέκυψε μετά την επανάσταση του 1821, βάζοντας την τρισχιλιετή πορεία του λαού μας στην Προκρούστεια κλίνη της Δυτικής θεωρίας για την εθνογέννεση. Αναχαράσσουν θεωρίες που οι δημιουργοί τους έχουν ήδη απορρίψει: ο θεωρητικός των απόψεων περί δημιουργίας των εθνών κατά την πρόσφατη ιστορική περίοδο, Έρνεστ Γκέλνερ, τελικά αναγνώρισε ότι η θεωρία του δε μπορεί να καλύψει ιστορικά έθνη όπως και οι Έλληνες. Παρ’ όλα αυτά, οι διανοούμενοι της υποταγής αναφέρονται σ’ αυτόν για να αποδείξουν ότι δημιουργηθήκαμε σα λαός πρόσφατα κι ότι δεν έχομε ιστορική συνέχεια.
Αυτές οι θεωρίες βολεύουν πολύ τις κυβερνήσεις της υποταγής: Αν δεν υπήρχαμε παλιότερα, δεν έχουμε ρίζες να κοπούνε από μια πολυπολιτισμική μετάλλαξή μας, δεν έχομε να χάσομε κάτι από μιαν υποδούλωσή μας στους αποικιοκράτες των μνημονίων και στο νεοοθωμανισμό. Θα γίνουμε ό,τι θέλει ο νέος μας αφέντης και δε θα αγχωνόμαστε, δεν ήμασταν κάτι πριν για να το χάσομε.
Αυτές τις θεωρίες έχομε χρέος να αντιπαλέψομε. Με όπλο την αλήθεια, την ιστορία και την πραγματικότητα. Σε μιαν εποχή που δεν τα ευνοεί, εμείς ή θα νικήσομε ή θα χαθούμε. Κι εδώ ο φυσικός θάνατος δεν είναι τόσο τρομερός όσο η απώλεια της ταυτότητάς μας.

Δεκέμβριος 13, 2017 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | Σχολιάστε

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ: ΘΕΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Ακόμα και σε περιόδους αποξένωσης και προτάγματος του ιδιωτικού συμφέροντος, η αλληλεγγύη, βασική αξία του λαού μας, εξακολουθεί να εκφράζεται και να λειτουργεί θετικά σε μια σειρά εκφράσεων του δημόσιου βίου, μερικές φορές έστω και με κεκτημένη ταχύτητα, ιδίως σε τοπικές κοινωνίες που παραμένουν «τοπικές», με την έννοια της άμεσης επαφής των μελών της. Αυτό προϋποθέτει κι έναν αριθμό ανθρώπων διαχειρίσιμο, όπως στις μικρές κοινωνίες, σε αντίθεση με το χάος της Αθήνας, όπου εκεί η αλληλεγγύη είναι η εξαίρεση.
Μερικές μορφές έκφρασης της αλληλεγγύης, έχουν φανεί στην Κρήτη και σα «θεσμοθετημένες» πρακτικές της κοινότητας. Η λογική που τις διαπερνά είναι αυτή της μικρής προσφοράς από όλους προς έναν, ο οποίος σήμερα είναι ο δέκτης αλλά μετά από λίγο και πιο συχνά καθίσταται δότης προσφοράς. Εδώ το σχήμα είναι μαθηματικά πρόσφορο: Οι πολλοί που δίνουν από λίγο δε νοιώθουν να το στερούνται. Οι πολλές μικρές προσφορές όμως, αθροιζόμενες, καταλήγουν σε ένα υπολογίσιμο μέγεθος, το οποίο είναι καθοριστικό για τον ένα που δέχεται την προσφορά και τον βοηθά να αντεπεξέλθει σε στιγμές κατά τις οποίες χρειάζεται βοήθεια. Από την άλλη, ο ίδιος ο δέκτης της προσφοράς των πολλών, μετά από λίγο μεταβάλλεται, και περισσότερες φορές, σε προσφέροντα μικρής βοήθειας, έτσι ώστε να συμβάλει με τη σειρά του στην ανάγκη κάποιου άλλου.
Οι δεσμοί της συγγένειας, της κουμπαριάς, της συντεκνιάς, της γειτονίας, της φιλίας, δίνουν τον ορισμό του κύκλου των ανθρώπων που εμπλέκονται στον κύκλο αυτό της αέναης προσφοράς και αποδοχής. Σημαντικό στοιχείο είναι εδώ και το ότι αυτές οι πρακτικές θεωρούνται κομμάτι της κοινωνικής συμπεριφοράς και διαδικασίας.


Έτσι, στον τρύγο, όποιος τρυγά, καλεί φίλους, συγγενείς, χωριανούς, να του βοηθήσουν στο μάζεμα των σταφυλιών. Για να δούμε και την αντίθετη προσέγγιση, μόνος του θα χρειαζόταν μέρες, αν έβαζε εργάτες θα κατέληγε ασύμφορο. Έχει λοιπόν τη βοήθεια που χρειάζεται, τελειώνει σε λιγότερο από μια μέρα, δείχνει την ευγνωμοσύνη του μ’ ένα τραπέζι μετά, και ανταποδίδει όταν ο επόμενος από την παρέα θα τρυγά, αφού θα πάει να του βοηθήσει με τη σειρά του.
Τα ίδια ισχύουν και στην κουρά, και σπανιότερα όταν κάποιος ρίχνει μπετά κλπ. Πρόκειται για διαδικασίες που έχουν από πίσω έντονη τη συνειδητοποίηση ότι η κοινότητα είναι ένας οργανισμός όπου ο ένας χρειάζεται τον άλλο και όπου όλοι μαζί μπορούν να φτάσουν μακριά. Ο καθένας μόνος του όμως δεν πάει πουθενά.
Ιδιαίτερα εκφράζεται η λογική αυτή στη διαδικασία του γάμου: Στον πρόγαμο, οι φίλοι κι εδικοί καθενός από το ζευγάρι πάνε σ’ ένα τραπέζι, όπου τους καλεί ο γαμπρός και η νύφη ξεχωριστά, ο καθένας στο χώρο του. Κάθε καλεσμένος ξέρει ο ίδιος αν έχει τόσο στενό δεσμό ώστε να πάει και στον πρόγαμο, πράγμα που σημαίνει περαιτέρω έξοδα γιαυτόν: Θα σφάξει ένα οζό για κανίσκι, αν δεν έχει θα πάει μια δωδεκάδα κουλούρες του γάμου, ένα μπιτόνι κρασί, οτιδήποτε άλλο μπορεί να συμβάλει στο τραπέζι του γάμου. Έτσι, οι καλεσμένοι κι από τις δυο πλευρές βάζουν πλάτη στα έξοδα του γάμου με τον πρόγαμο, καλύπτοντας ένα μεγάλο μέρος του τραπεζιού, που γίνεται κατά βάση με τις προσφορές τους.
Αλλά κι ο ίδιος ο γάμος είναι δείγμα αυτής της συμπεριφοράς, καθώς το χρηματικό δώρο στο φακελάκι από κάθε καλεσμένο, συσσωρευόμενο καταλήγει σε ένα σημαντικό κεφάλαιο που μπορεί να επιτρέψει στο ζευγάρι να αντιμετωπίσει βασικά έξοδα στησίματος του νοικοκυριού του και της καινούργιας του ζωής. Κι εδώ η κοινότητα είναι παρούσα: Η μικρή προσφορά των πολλών δίδει στο ζευγάρι τη δυνατότητα να ξεκινήσει με λυμένα βασικά ζητήματα και να πατήσει πάνω στην προσφορά των γαμουλιωτών στοχεύοντας ακόμα ψηλότερα.
Αντίστοιχες πρακτικές θα συναντήσομε στον αγροτικό κυρίως βίο, αλλά και όπου η ζωή επιτρέπει να μεταφερθούν αυτές οι πρακτικές. Η αποξένωση που παρατηρείται στην παγκοσμιοποιημένη εποχή μας απειλεί και αυτές τις εκφράσεις αλληλεγγύης. Μια κοινωνία όμως που πιστεύει στις αξίες της θα μπορέσει να αντισταθεί σε μιαν αφιλόξενη εποχή και να επιβάλει αυτή τις συμπεριφορές που θεωρεί ότι χρειάζεται, και δε θα της επιβάλει η Νέα Τάξη καινούργιες. Εμείς, σε μιαν εποχή όπου στο πλανητικό επίπεδο η κυριαρχία της αγοράς και στο εθνικό επίπεδο η πολλαπλή κρίση απειλεί να διαλύσει την κοινωνία, θα πρέπει να κρατήσομε μια ισχυρή στάση διατήρησης της ταυτότητάς μας και του ελληνικού τρόπου σε όλα τα επίπεδα. Μεταξύ των οποίων και σε αυτό της «θεσμοθετημένης» αλληλεγγύης ανάμεσα στα μέλη της κοινότητας.

Νοέμβριος 24, 2017 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , | Σχολιάστε

Η ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΑΘΗΝΑ

Ο υδροκεφαλισμός της πρωτεύουσας έχει συζητηθεί αρκετά, έχει καταδικαστεί επίσης αρκετά, αλλά η γιγάντωση της Αθήνας είναι γεγονός, σύμπτωμα της στρεβλής πορείας της χώρας διαχρονικά. Μόνο η κρίση ανέκοψε το ρυθμό αυτό και δημιούργησε ένα ρεύμα, μικρό αλλά υπαρκτό, επιστροφής στην επαρχία.
Η Αθήνα είναι υπεύθυνη για τον παρασιτικό χαρακτήρα της οικονομίας μας, αφού οι υπόλοιπες περιοχές και παραγωγικές είναι, και έχουν πλεονασματικό ισοζύγιο. Η μεγάλη τρύπα της Αθήνας δημιουργεί τετελεσμένα που τα υφίσταται όλη η Ελλάδα. Πέρα από την οικονομική διάσταση του Αθηναϊκού υδροκεφαλισμού, υπάρχει και η πολιτιστική, που είναι πιο σοβαρή και με μακροπρόθεσμές συνέπειες: Η Αθήνα αποτελεί πια ένα χώρο με ανύπαρκτη ταυτότητα. Η διατήρηση τοπικών ταυτοτήτων σε συνειδητοποιημένη μερίδα του πληθυσμού είναι μειοψηφική σε φθίνουσα πορεία, αφού οι νέοι που γεννιούνται και μεγαλώνουν στην Αττική έχουν όλο και λιγότερα ερεθίσματα από χωριά και τόπους καταγωγής. Δυτικά πρότυπα, καταναλωτισμός, ξένη μουσική και διασκέδαση, αποτελούν τα πρότυπά τους.


Αυτό έχει αντίκτυπο και στην πολιτική διάσταση. Έχοντας την αίσθηση ότι η Αθήνα είναι στην πράξη η Ελλάδα, αφού έχει βαρύνοντα ρόλο σε σχέση με τις υπόλοιπες περιοχές, αδυνατούν να συλλάβουν τα ζητήματα που απασχολούν τη χώρα.
Η Θράκη είναι άγνωστη, για τα Σκόπια αδιαφορούν, το Αιγαίο τους αφορά μόνο ως προς τις διακοπές στη «γκλαμουριά» της Μυκόνου και η Κύπρος είναι μακριά. Η Αθήνα διαμορφώνει μη πολίτες και μόνο με το μέγεθός της.
Το μέγεθος είναι και ένας παράγοντας που συντελεί στην όξυνση των συμπεριφορών. Όταν οι άνθρωποι είναι άγνωστοι μεταξύ τους υπάρχει μια μεγάλη επιθετικότητα στο δρόμο, στις σχέσεις, στο τυχαίο συμβάν. Αν το μέγεθος ήταν μικρότερο, όλοι κάπως θα συνδέονταν, αν όχι απευθείας, θα ήταν γνωστοί γνωστού. Αυτό θα δημιουργούσε μεγαλύτερη συνεννόηση, αλληλοκατανόηση, παρεμβάσεις εκτόνωσης σε περίπτωση διενέξεων, θα περιόριζε πολύ την ένταση ενός χώρου συνάθροισης αγνώστων.


Η Αθήνα πρέπει να σταματήσει να έχει το μισό πληθυσμό της χώρας. Η Ελλάδα χρειάζεται πολλές πόλεις μικρότερου μεγέθους αντί για μια μεγάλη. Πόλεις που θα επιτρέπουν να γλυτώνουμε χρόνο στις μετακινήσεις, που θα δημιουργούν κοινότητες μέσω του μικρού τους μεγέθους, που θα κρατούν και θα εξελίσσουν την ταυτότητα, δεν θα την εξαφανίζουν. Πόλεις που θα επιτρέπουν συλλογικές δράσεις. Μέσα σε όσα πρέπει να κάνουμε για να αντιστρέψουμε την κατάσταση, αν μπορούμε πια να το κάνουμε, είναι να υπάρξει ένα σχέδιο μείωσης της έκτασης και του πληθυσμού της Αθήνας.

Οκτώβριος 25, 2017 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , | Σχολιάστε

ΜΙΑ ΚΗΛΙΔΑ ΠΟΥ ΔΕ ΒΓΑΙΝΕΙ ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ

Το πετρέλαιο του «Αγία Ζώνη» μπήκε στη ζωή μας ξαφνικά και, κυριολεκτικά, τη μαύρισε. Πέρα από μια σειρά απίστευτους ισχυρισμούς και δικαιολογίες που ακούμε από κάθε εμπλεκόμενο, μπορούμε να διατυπώσουμε κάποια ερωτήματα και να συναγάγουμε κάποια συμπεράσματα, η μάλλον επιβεβαιώσεις:

Ένα ερώτημα είναι αν το πλοίο πληρούσε τις προϋποθέσεις για να παραταθούν τα πιστοποιητικά του. Η παράταση είναι κάτι που συμβαίνει στη ναυτιλία, αλλά κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή. Πρέπει να σημειωθεί ότι το πλοίο είχε διπλά τοιχώματα, πράγμα που δημιουργεί περαιτέρω ερωτήματα σε σχέση με το πώς προήλθε η ρύπανση και το πώς βυθίστηκε.

Άλλο ερώτημα είναι το πώς το τετραμελές πλήρωμα της βάρδιας (τα 11 άτομα πλήρωμα που ακούγεται αφορά τη σύνθεση σε ώρα πλου και όχι ακινησίας, εκεί υπάρχει σύνθεση βάρδιας) έμειναν δύο κατά τη βύθιση.

Η ποσότητα του πετρελαίου στο πλοίο αποτελεί επίσης ερώτημα: Είναι κοινό μυστικό στη ναυτιλιακή πιάτσα ότι η παράδοση μειωμένων ποσοτήτων κατά την πετρέλευση και η παρακράτησή τους προς περαιτέρω λαθραία διακίνηση με το αζημίωτο είναι συχνό φαινόμενο σε όλα τα λιμάνια του κόσμου, αν και ο έλεγχος είναι πλέον εφικτός με τα τεχνολογικά μέσα που υπάρχουν. Πόσο πετρέλαιο είχε το πλοίο; πόσο πήρε από τα ΕΛΛΠΕ; σε ποιόν παραλήπτη θα παραδινόταν;

Το πώς διέρρευσε το πετρέλαιο δεν έχει απαντηθεί πειστικά, δεδομένου ότι πρόκειται για πλοίο διπλού τοιχώματος. Οι δεξαμενές ήταν κλειστές ερμητικά η με πύρους που απλά τις κλείνουν πρόχειρα;

Οι πλοιοκτήτες δεν ένιωσαν τ’ αυτί τους να ιδρώνει. Εξέφρασαν τη λύπη τους σε όλους εμάς, προσπάθησαν να φορτώσουν τη ρύπανση σε άλλο πλοίο, και θα παραμείνουν στην πιάτσα του λιμανιού να συνεχίσουν τις δουλειές τους, αφήνοντάς μας να τρέχουμε όλοι πίσω από τις εξελίξεις.

Ή μάλλον όχι κι όλοι! Η κυβέρνηση αποδεικνύεται ανεπαρκής και σε κάτι που θα μπορούσε να είναι θέμα ρουτίνας κάποιου θαλάμου επιχειρήσεων του Λιμενικού. Κι όμως, η ηγεσία του υπουργείου αδράνησε για δυο μέρες, ενώ στη συνέχεια ήλπιζε απλά να καταστρέψει η κηλίδα μόνο τη Σαλαμίνα! Ο τραγικός υπουργός παροτρύνει τον κόσμο να πάει για μπάνιο, ενώ η –Πασοκικού τύπου- ευθιξία του που ταιριάζει γάντι και στους σημερινούς, φτάνει μέχρι του να θέσει εαυτόν στη διάθεση του πρωθυπουργού, πετώντας το μπαλάκι στον πολιτικό του προϊστάμενο, αντί να οδηγήσει στην παραίτησή του και την ανάληψη της πολιτικής ευθύνης.

Η ανικανότητα δε φαίνεται μόνο από την ανύπαρκτη ετοιμότητα στην αντιμετώπιση του κινδύνου. Φαίνεται και από τον τρόπο που χειρίστηκαν το πρόβλημα. Κάθε λιμάνι υποτίθεται πως έχει ένα σχέδιο αντιμετώπισης τέτοιων και άλλων περιστατικών. Αυτό, αν υπάρχει για τον Πειραιά, δε λειτούργησε.
Ακόμα χειρότερα, όταν ανέλαβαν δράση, έκαναν άλλα αντ’ άλλων. Γύρω από τη ρύπανση απαιτούνταν τρείς παράλληλες μπούμες (πλωτά φράγματα), που δεν τοποθετήθηκαν, με αποτέλεσμα ο κυματισμός να επιτρέπει στην κηλίδα να περνά πάνω από την, ακόμα και τώρα, μόνο μία μπούμα και να μην υπάρχει δεύτερο και τρίτο στρώμα παράλληλα να τη συγκρατεί και να τη μαζεύει από κει το απορρυπαντικό σκάφος. Επικαλέστηκαν ότι χρησιμοποίησαν όλα τα διαθέσιμα μέσα για να δικαιολογήσουν την έλλειψη πλωτών φραγμάτων, πλην όμως την ίδια στιγμή δήμοι του Σαρωνικού εύρισκαν και νοίκιαζαν 3000 και 1000 μέτρα μπούμας για να προστατέψουν τις ακτές τους.
Τα σκάφη που χρησιμοποιήθηκαν δεν ήταν σε θέση να συλλέξουν συμπυκνωμένο πετρέλαιο, οπότε με μανούβρες και δημιουργία κυματισμού το έσπαγαν για να το απορροφήσουν, με αποτέλεσμα μικρές κι ευέλικτες κηλίδες να διασκορπίζονται και να εισχωρούν παντού. Αν δε ψέκασαν με χημικά για τη διαλύσουν, όπως καταγγέλλουν κάτοικοι της περιοχής που έτσουζαν τα μάτια τους απ’ αυτό, δημιούργησαν επιπρόσθετα προβλήματα στις ακτές και στο βυθό, όπου ένα παχύτατο στρώμα πετρελαίου με χημικό μαζί αναπαύεται στον πάτο της θάλασσας. Σημειώνουμε ότι το μαζούτ είναι η χειρότερη μορφή πετρελαίου όσο αφορά την ρύπανση γιατί είναι βαρύ και όταν ψύχεται γίνεται κομμάτια που βουλιάζουν στο νερό και κάθονται στο βυθό της θάλασσας και δεν διαλύονται, μολύνοντας έτσι για δεκαετίες το θαλάσσιο περιβάλλον.


Ο τρόπος λειτουργίας του κράτους είναι καταστροφικός ως προς την κοινωνία που υποτίθεται ότι υπηρετεί. Και δεν αναφερόμαστε ακόμα στην τραγική ολιγωρία μόλις εκδηλώθηκε το συμβάν, αυτό είναι χαρακτηριστικό ασχετοσύνης και ερασιτεχνισμού της κυβέρνησης. Αναφερόμαστε σε ένα πλέγμα σχέσεων στον κρατικό μηχανισμό, που ξεπερνά την εκάστοτε κυβέρνηση και που επιτρέπει, ακόμα και σε περιπτώσεις όπου διακυβεύονται ανθρώπινες ζωές και περιβάλλον, να λειτουργούν παραθυράκια και να παρακάμπτονται οι κανονισμοί προς όφελος συμφερόντων.

Κι αυτά στο μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας, που αναβαθμίζει συνεχώς τη θέση του. Όπου αυξάνονται συνεχώς τα εμπορικά πλοία που το προσεγγίζουν, άρα θα έπρεπε να έχει επεξεργασμένα και δουλεμένα σχέδια και μηχανισμούς απορρύπανσης. Αυτονόητα στοιχεία σε ένα λιμάνι με τόσο βαριά κυκλοφορία προς προστασία των παράκτιων περιοχών, αλλά και με όρους καπιταλιστικής οικονοομίας και προς διαφύλαξη ενός εμπορικού ονόματος που λόγω ΚΟΣΚΟ ανεβαίνει συνεχώς.

Η κηλίδα πράγματι κατέστρεψε το βυθό, τα νερά, τις ακτές, τη θαλάσσια ζωή στη Σαλαμίνα, την Πειραϊκή, τις υπόλοιπες ακτές του Σαρωνικού, φτάνοντας την ώρα που γράφονται οι γραμμές αυτές ήδη στη Σαρωνίδα. Δε γνωρίζομε πού θα φτάσει και πότε θα καθαρίσει, πότε θα ξανάρθει η ζωή στη θάλασσα και την ακτή. Ούτε αποτιμάται ακόμα σε όλη της την έκταση η επιρροή που θα ασκήσει στις ζωές μας αυτή η καταστροφή, που έρχεται να συμπληρώσει την εκπτώχευση του λαού, την αποικιοποίηση της χώρας και την πνευματική μας παρακμή. Η ειρωνεία της ιστορίας ήθελε να μιλούμε εδώ και χρόνια για πολλά προβλήματα που έχει η Ελλάδα και μόνο του το καθένα θα μπορούσε να διαλύσει ισχυρότερες χώρες, όπως το δημογραφικό, η παραγωγικότητα, το μεταναστευτικό, τα εθνικά θέματα, η πνευματική παρακμή. Το μόνο που μας έλειπε, η περιβαλλοντική καταστροφή, εμφανίστηκε κι αυτό επηρεάζοντας άμεσα ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού.

Έτσι, ένα κράτος που κρατά την κοινωνία σε ομηρεία και δεν την αφήνει να λειτουργήσει με κανόνες αλλά με παραθυράκια και κομπίνες, έρχεται να συναντήσει μιαν ανίκανη και αναίσθητη κυβέρνηση που αδυνατεί να συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα της όποιας κατάστασης καλείται να διαχειριστεί. Το μίγμα αυτό επιταχύνει την καταβαράθρωση του επιπέδου σε κάθε τομέα δραστηριότητας, κι αυτό το βλέπουμε είτε σε υπερθετικό βαθμό τώρα στη κηλίδα, είτε σταδιακά με την απώλεια της αξιοπρέπειάς μας, της περιουσίας μας, ατομικής και δημόσιας, της ζωής μας τελικά.

Στα βράχια της Πειραϊκής δε μπορεί να πάει πια ο Στέλιος ο μπεκρής να θρηνήσει το χαμένο του έρωτα. Μόνο εργάτες απορρύπανσης με ειδικές φόρμες εργασίας θα δει κανείς εκεί. Κι ευτυχώς που δε ζει ο Λάμπρος Πορφύρας να δει πώς έγινε το ευλογημένο μέρος που του ενέπνευσε τα ομορφότερα ποιήματά του. Στη Σαλαμίνα, στο Σαρωνικό, στην Ελλάδα, τη ζωή μας ελέγχουν υπάλληλοι ξένων, εμείς είμαστε οι ιθαγενείς κι αυτοί οι αποικιοκράτες. Κι αν υπάρξει κάποια ελπίδα, αυτή θα είναι από μια συλλογική τεράστια προσπάθεια ανάτασης κάποιων που συνεχίζουν να αγαπούν μια πατρίδα, που προσπαθούν να την απορρυπάνουν, σαν άλλη Σαλαμίνα, από ένα κράτος που τη δηλητηριάζει κάθε στιγμή και από μια κυβέρνηση που την ξεπουλάει μόνο και μόνο για να συνεχίσει να είναι κυβέρνηση.

Σεπτεμβρίου 21, 2017 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , | Σχολιάστε

ΠΑΤΡΙΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

 

«Η εποχή δεν μπορεί να είναι βαθύτατα συντηρητική, ούτε η Ελλάδα, η μεταμνημονιακή, για την οποία όλοι πρέπει να εργαζόμαστε και να έχουμε ένα όραμα, να είναι του Πατρίς θρησκεία οικογένεια και του Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών».

Η κυβέρνηση, με τα λόγια αυτά του Προέδρου της Βουλής, θέλει κι εδώ κάτι να μας πει: Πέρα από την οικονομική εκπτώχευση και το ξεπούλημα της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας, πρέπει να χάσομε και την ταυτότητά μας, αυτές είναι οι εντολές που έχουν και θα τις εκτελέσουν, τις πιστεύουν άλλωστε. Πώς όμως θα το κάμουν αυτό;

Το πρώτο είναι να ταυτίσουν ό,τι παραπέμπει στην ιδιοπροσωπία μας με κάτι εξ ορισμού κακό: Ο Πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης ανέσυρε τη Χούντα. Τον πατριωτισμό τον ταυτίζουν μονίμως με τη Χρυσή Αυγή. Έτσι, δαιμονοποιούν τις αξίες μας χρεώνοντάς τες σε φασιστικής ιδεολογίας ομάδες και περιόδους. Η Χούντα κι η Χρυσή Αυγή τους βολεύουν, γιατί μέσω αυτών δραπετεύουν από την ανάγκη να αντιπαρατεθούν με επιχειρήματα σε απόψεις αντίθετες από τις δικές τους.

Ας πιάσομε λίγο τα στοιχεία της επίθεσης του Βούτση: Χρησιμοποιεί έναν αντιχουντικό λόγο σαράντα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση και υπό άλλες συνθήκες. Γιατί τότε το ατυχές αυτό σύνθημα στόχευε στο να μονοπωλήσει η Δεξιά τα εύσημα του πατριωτισμού που η Αριστερά κατείχε μέσα από την Εθνική Αντίσταση και το Κυπριακό στη συνέχεια. Το ότι η Χούντα επικαλέστηκε την Πατρίδα, τη Θρησκεία και την Οικογένεια δεν καθιστά τις έννοιες αυτές εξοβελιστέες, δημιουργεί όμως το καθήκον να τις αποκαθάρουμε από τη χρησιμοποίησή τους από τη Χούντα και να τις αποκαταστήσομε. Αλλά σε κάθε περίπτωση, σήμερα ο αντίπαλος του λαού δεν είναι η Χούντα, αλλά η μνημονιακή κυβέρνηση του Βούτση και ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός τον οποίο υπηρετεί. Και γι’ αυτούς οι έννοιες της πατρίδας, της ταυτότητας, της ιδιοπροσωπίας, είναι κόκκινο πανί. Ο κόσμος που οραματίζονται είναι αυτός της κυριαρχίας του κεφαλαίου, ο παράδεισος των ατομικών δικαιωμάτων (και κανενός συλλογικού) σε ισοπεδωτικό βαθμό, της αποθέωσης του εμπορεύματος. Κι οι ταυτότητες των λαών στέκονται εμπόδιο στην επέλασή τους, πρέπει λοιπόν να κατασυκοφαντηθούν, να ταυτιστούν με το αποτρόπαιο και να εγκαταλειφθούν.

Βέβαια, ο πολιτικός πρόγονος της κυβέρνησης, είχε βρεθεί στην αντίστοιχη θέση τον καιρό του υπαρκτού σοσιαλισμού: Το ΚΚΕ Εσωτερικού, πάντα προσπαθούσε να εξηγήσει ότι ο σοσιαλισμός δεν είναι αυτός που εφαρμόζεται στη Σοβιετική Ένωση αλλά κάτι άλλο, δηλαδή δεν εκχωρούσε στο ΚΚΕ την έννοια του σοσιαλισμού αλλά προσπαθούσε να την κρατήσει ανεπηρέαστη από τα όργια που γίνονταν στο όνομά της. Θα μπορούσε λοιπόν να αποκαθάρει την Πατρίδα από την πατριδοκάπηλη χρήση της Χούντας αντί να την ταυτίζει μαζί της. Σήμερα αυτά ξεχαστήκανε και η Πατρίδα τους βολεύει να αποτελεί ορολογία της Χούντας, οπότε πρέπει να περιθωριοποιηθεί. Δηλαδή η κυβέρνηση συμπλέει με τη Χούντα, συμπληρώνοντάς την και ολοκληρώνοντας τη δουλειά της.

Ας δούμε τώρα μία μία τις έννοιες που συκοφαντεί η κυβέρνηση, διαχρονικά κι όχι μόνο τώρα με το Βούτση:

Η Πατρίδα είναι ο συνεκτικός κρίκος του λαού μας, χώματα που ελευθερώθηκαν με απίστευτες θυσίες και βαρύ φόρο αίματος, για να ζούμε ελεύθεροι και να ορίζουμε εμείς την τύχη μας. Είναι η έννοια που κάθε λαός που σέβεται τον εαυτό του έχει στις πρώτες του προτεραιότητες, η έννοια που κάθε δυνάστης, ιμπεριαλιστής και αποικιοκράτης προσπαθεί να εξαλείψει. Γι αυτήν γίνονται αγώνες και θυσίες σ’ όλο τον κόσμο. Η Νέα Τάξη, οι δανειστές μας και οι ντόπιοι υπηρέτες τους θέλουν να σπάσει ο δεσμός του λαού με την πατρίδα του. Οφείλομε να αντισταθούμε σ’ αυτό και να προτάξομε κι εμείς το πάντα επίκαιρο σύνθημα του Τσε Γκεβάρα: Πατρίδα ή Θάνατος!

Η Θρησκεία είναι πολλά πράγματα. Για να την προσεγγίσει κανείς χρειάζεται να έχει πίστη και να συνδιαλεχθεί στη βάση αυτής. Πέρα απ’ αυτό όμως, είναι και η αποτύπωση της κοσμοθεωρίας και στάσης ζωής κάθε λαού, περιβεβλημένη με την αυθεντία του Θείου, οπότε σ’ αυτή τη διάσταση ξεφεύγει από τη συζήτηση περί ύπαρξης του Θεού και αφορά όλους τους συμμετέχοντες σε μια συλλογικότητα, εθνική συχνά, που την επεξεργάστηκε. Τα κείμενα και οι αξίες της Ελληνορθόδοξης Παράδοσης αποτελούν κληρονομιά πολιτιστική για όλους τους Έλληνες, ακόμα και τους αγνωστικιστές. Τα Πατερικά κείμενα εμφορούνται από πνευματικότητα και διατυπώνουν βαθείς προβληματισμούς που ενδιαφέρουν τους πάντες, κι ας μην πιστεύουν κάποιοι, όπως αντίστοιχα όποιος μελετά την αρχαία ελληνική γραμματεία δε σημαίνει ότι είναι δωδεκαθειστής. Η ανέξοδη προοδευτικότητα που εκφράζεται μέσω της επίθεσης σε οτιδήποτε αφορά την Ορθοδοξία έχει χάσει το μπούσουλα και σε αυτό το σημείο, αλλά αυτό δε μας αφορά σ’ αυτό το πλαίσιο. Η Θρησκεία μας, έτσι, αποτελεί έκφραση των αξιών του λαού μας, κι αυτό δεν το συγχωρεί η παγκοσμιοποίηση (ούτε οι χρήσιμοι ηλίθιοι που την υπηρετούν). Πρέπει λοιπόν να χτυπηθεί, συκοφαντούμενη μέσω της προοδευτικίζουσας οδού, του ασφαλούς δρόμου που επιλέγει η Νέα Τάξη για να επιβληθεί.

Πιθανό να μη χρειαζόταν να γράψομε κάτι για την Οικογένεια. Η ανάγκη για αυτό το κύτταρο της κοινωνίας, τον πρώτο πυρήνα στοργής και επαφής των παιδιών με τον έξω κόσμο, το «λιμάνι σ’ έναν άκαρδο κόσμο» κατά την προσφυή έκφραση του Κρίστοφερ Λας, ενός από τους πρωτοπόρους αντινεοταξικούς συγγραφείς σε ανύποπτο για μας χρόνο, είναι φανερή σήμερα περισσότερο από ποτέ. Σ’ ένα κόσμο που χαρακτηρίζεται από την αποξένωση και την απομόνωση, η οικογένεια, χώρος διαπαιδαγώγησης και αγάπης, μόνο θετικό πρόσημο μπορεί να έχει.
Επομένως, η επίθεση της κυβέρνησης στην Πατρίδα, τη Θρησκεία και την Οικογένεια, δεν έγινε από δημοκρατική αντιχουντική ευαισθησία. Αν υπήρχε ο δημοκρατικός προβληματισμός, θα αναγνώριζε σαν αντίπαλο αυτούς που τώρα υπηρετεί.

Ακόμα, με τη μόνιμη ανάδειξη του διπόλου Δεξιάς Αριστεράς και την προβολή της δεύτερης σα διέξοδο στα προβλήματα του λαού με φρασεολογία που ίσχυε σαράντα χρόνια πριν, η κυβέρνηση προσπαθεί να πετύχει πολλούς στόχους: Να αποκρύψει ότι σήμερα αυτός ο διαχωρισμός δεν υφίσταται, κι ότι η Αριστερά λειτουργεί σαν το πολιτικά φιλελεύθερο συμπλήρωμα του οικονομικού φιλελευθερισμού της Δεξιάς (στην πατρίδα μας αυτό φάνηκε και με τη μνημονιακή διακυβέρνηση). Να διατηρήσει το λαϊκό σώμα διαιρεμένο σε παλιές αντιπαραθέσεις, μαντρώνοντας όσους έχουν προοδευτικό προσανατολισμό στο κομματικό της υπόστεγο. Να αποπροσανατολίσει το λαό από το χρέος του να αποτινάξει τα μνημόνια, κρατώντας τον δέσμιο μιας (προοδευτικής στα λόγια) παγκοσμιοποιητικής πολιτικής.

Σε πρώτη φάση αυτά τα κατάφερε η κυβέρνηση. Τώρα όμως όχι. Απλά, το λαϊκό σώμα παραμένει βουβό και ηττοπαθές, μέσα από διαρκείς απογοητεύσεις και καταστροφές, δίχως να μπορεί ακόμα να επεξεργαστεί μιαν εναλλακτική πρόταση και να αναδείξει τις αντίστοιχες πολιτικές πρωτοβουλίες. Αυτό είναι και το μεγάλο μας στοίχημα: Να μπορέσομε, σε ανύπαρκτα πλέον χρονικά περιθώρια, να ανατρέψομε τη μνημονιακή πολιτική που υπηρέτησε όλο το υπάρχον πολιτικό σύστημα. Και σ’ αυτό θα στηριχτούμε και στην παράδοσή μας, προσαρμοσμένη στις ανάγκες του σήμερα. Δηλαδή στο Πατρίς Θρησκεία Οικογένεια, αποκατεστημένο μετά τη διαστρέβλωσή του από τη Χούντα και την κυβέρνηση, και καρφί στο μάτι της Νέας Τάξης.

Αύγουστος 21, 2017 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , , , , | Σχολιάστε

Ο ΦΑΣΙΣΤΑΣ

Το φασίστα θα δε θα το βρούμε μόνο στη Χρυσή Αυγή. Οι πρακτικές του και οι συμπεριφορές του απαντώνται σε όλους τους χώρους, όχι μόνο τους πολιτικούς.
Ο φασίστας δεν τολμάει να συζητήσει. Δεν αντικρούει την αντίπαλη άποψη. Τη λογοκρίνει και την εξαφανίζει όπου μπορεί. Ο φασίστας νοιώθει εξαιρετικά άβολα όταν στον περίγυρό του υπάρχουν άνθρωποι με άποψη (εννοείται διαφορετική από τη δική του), άνθρωποι που μιλούν με επιχειρήματα και όχι με κραυγές. Γι΄ αυτό και προσπαθεί να τους απομονώσει, να τους συκοφαντήσει.
Ο φασίστας κάνει δολοφονία χαρακτήρων. Μιλάει πίσω από την πλάτη αυτών που θέλει να αποκλείσει, τους διαβάλει, δίχως να μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους.
Ο φασίστας είναι θρασύδειλος. Αποφεύγει την κατά μέτωπο αντιπαράθεση και δεν τολμάει να ανοίξει το στόμα του όταν η αντίθετη άποψη είναι παρούσα.
Ενίοτε, ο φασίστας χρησιμοποιεί προοδευτικό και ριζοσπαστικό λεξιλόγιο. Προσπαθεί να παραστήσει το δημοκράτη και το ελεύθερο πνεύμα, αλλά παραμένει φασίστας και το αποδεικνύει με κάθε ευκαιρία.
Αν ο φασίστας νοιώσει ότι έχει δύναμη, προσπαθεί να αποκλείσει την άλλη άποψη από το χώρο στον οποίο κινείται. Γιατί ξέρει πως η άλλη άποψη θα δικαιωθεί, πρέπει λοιπόν να την εξαφανίσει με αθέμιτο τρόπο, πασπαλισμένο με ρητορείες περί δημοκρατίας και συκοφάντηση του άλλου.
Ο φασίστας ποντάρει στην πραότητα του περίγυρού του. Επιβάλει την άποψή του εκμεταλλευόμενος την απροθυμία τρίτων να του αντιπαρατεθούν, από συμφέρον και καιροσκοπισμό ή από μια στρεβλή εφαρμογή του φιλότιμου και της διάθεσης να αποφεύγονται αντιπαραθέσεις.
Ο φασίστας προσπαθεί να καλύψει την ανυπαρξία του με φωνές. Αλλά ακόμα και αυτοί που δεν έρχονται σε ευθεία σύγκρουση μαζί του, τον σιχαίνονται.
Ευθύνη μας είναι το φασίστα να τον εξαφανίσουμε, τσακίζοντας τις πρακτικές του, αναδεικνύοντας τη γύμνια του, περιβάλλοντάς τον με περιφρόνηση, ματαιώνοντας τους σκοπούς του. Αλλά αυτό θέλει θάρρος. Θέλει να μετατρέπεται σε πράξη η ικανότητα που έχει ο κόσμος να καταλαβαίνει.
Τελικά, ο φασίστας και οι συμπεριφορές του υπάρχουν λόγω της ανοχής μας, και θα εξαφανιστούν μόνο όταν αντισταθούμε.

Ιουλίου 23, 2017 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , | Σχολιάστε

Ο ΚΑΚΟΣ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ

Είναι γνωστή η ενέργεια των υπευθύνων των πανελλαδικών εξετάσεων του Υπουργείου Παιδείας να αλλάξουν κείμενο του Θεοτόκη, γραμμένο σε ανύποπτο χρόνο, που ανέφερε, δίχως να συσχετίζει με πρόσωπα της εποχής του η γενικότερα, ‘’κουφό πρύτανη και κακό πρωθυπουργό’’. Το κείμενο πριν αλλάξει έγραφε: «ένας άξιος μαραγκός που κατέχει καλά τη δουλειά του και πιστεύει σ’ αυτήν είναι πολύ πιο ολοκληρωμένος και αξιοσέβαστος άνθρωπος από έναν κούφο πρύτανη ή έναν κακό πρωθυπουργό».
Το «έναν κουφό πρύτανη ή έναν κακό πρωθυπουργό» μεταβλήθηκε σε «έναν κακό επιστήμονα». Γιατί άραγε;
Η επίσημη εκδοχή είναι ότι πρόκειται για υπό του νόμου επιτρεπόμενη διασκευή για τις ανάγκες της εξέτασης. Αλλά εδώ υπάρχουν κι άλλες προσεγγίσεις:
Όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται. Και η επίγνωση του ότι έχουμε ανίκανη κυβέρνηση οδήγησε στην αλλαγή αυτή. Μάλλον γιατί συνειδητοποιούν στο Υπουργείο ότι η έκφραση ‘’κακός πρωθυπουργός’’ θα δημιουργήσει αυτόματα συνειρμούς και θα παραπέμψει στο νυν πρωθυπουργό μας. Γιατί κι οι ίδιοι γνωρίζουν αυτό που η κοινωνία καταλαβαίνει, ότι έχουμε πρωθυπουργό που στη συνείδηση του λαού είναι εντελώς απαξιωμένος, κι αυτός κι η κυβέρνησή του. Έτσι, το κακός, με την έννοια του ανεπαρκούς, θα ταίριαζε γάντι στις σημερινές καταστάσεις.


Αν είναι έτσι όμως, το θέμα δε μπορεί να περιοριστεί εδώ.
Αντίθετα, έχει πολύ σοβαρότερες διαστάσεις.
Έτσι, υπάρχει το θέμα αρχής: Η κάποτε έχουσα το ηθικό πλεονέκτημα Αριστερά, η εμφανιζόμενη ως κληρονόμος μιας παράδοσης αντίστασης και αγώνων, μιας παράδοσης κυνηγημένου και λογοκρινόμενου πολιτικού στίγματος, έφτασε η ίδια να αλλάζει κείμενα!
Είχε προηγηθεί βέβαια το παράδειγμα του υπαρκτού σοσιαλισμού, όπου η λογοκρισία κι ο κατά παραγγελία λόγος ήταν στην ημερήσια διάταξη. Αυτή όμως την προσέγγιση υποτίθεται ότι απορρίπτει ο πολιτικός χώρος που μας κυβερνά.
Αν λοιπόν έτσι έχουν τα πράγματα, η αλλαγή του κειμένου είναι απλά μια ένδειξη της κατάπτωσης μιας κυβέρνησης που παραμένει στην εξουσία επειδή κάνει τα χατίρια των δανειστών, και σε αντάλλαγμα αυτοί τη στηρίζουν. Μιας κυβέρνησης που παραποιεί την πραγματικότητα και παρουσιάζει σαν επιτυχία κάθε εκχώρηση της δημόσιας περιουσίας, κάθε μέτρο που στραγγαλίζει τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας, που εξαθλιώνει κι άλλο τους εργαζόμενους, που διαλύει τον κοινωνικό ιστό και στέλνει στο εξωτερικό τους νέους.
Όταν, λοιπόν, μπορεί να τα κάνει αυτά, τότε το να αλλάζει ένα κείμενο στις Πανελλαδικές είναι απλό.
Ήδη είναι έτοιμη η επίθεση στην ταυτότητά μας, η λοβοτομή της ιδιοπροσωπίας μας μέσω της αντίστοιχης επίθεσης στην Ιστορία μας, που εισηγείται το Ίδρυμα Εκπαιδευτικός Πολιτικής. Κι εκεί αλλάζουν, όχι κείμενα, αλλά την αφήγηση του λαϊκού σώματος για την πορεία του στο χρόνο!
Πιο οργανωμένα από το αλήστου μνήμης βιβλίο της Ρεπούση, με προγραμματισμό για κάθε τάξη, το Ίδρυμα Εκπαιδευτικής Πολιτικής στοχεύει στη δημιουργία ανθρώπων που δε θα έχουν συναίσθηση των ριζών τους, του παρελθόντος τους σα λαός, και που θα είναι εύκολο να χειραγωγηθούν, να υποταχτούν στους νέους δυνάστες της Δύσης και της Ανατολής που ήδη βρίσκονται στην αυλή μας.
Η αλλαγή του κειμένου του Θεοτοκά είναι απλώς ένα δείγμα της συνείδησης που έχουν της περιφρόνησης με την οποία τους περιβάλλει η κοινωνία. Πότε όμως, αυτή η περιφρόνηση θα γίνει οργή κι εξέγερση, που θα ξαναδώσει την πατρίδα στα χέρια του λαού και θα διώξει τους δυνάστες, ξένους και ντόπιους;

Ιουνίου 15, 2017 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , | Σχολιάστε