Με το τουφέκι και τη λύρα

ΠΑΣΧΑ ΣΤΑ ΠΕΛΑΓΑ

Το πλοίο ολοσκότεινο έσκιζε τα νερά ζητώντας ανυπόμονα το λιμάνι του. Δεν είχε άλλο φως παρά τα δυο χρωματιστά φανάρια ζερβόδεξα της γέφυρας· ένα άλλο φανάρι άσπρο, αχτινοβόλο, ψηλά στο πλωριό κατάρτι και άλλο ένα μικρό πίσω στην πρύμνη του. Τίποτε άλλο.
Οι επιβάτες όλοι ξαπλωμένοι στις καμπίνες τους, άλλοι παραδομένοι στον ύπνο και άλλοι στους συλλογισμούς. Οι ναύτες και οι θερμαστές, όσοι δεν είχαν υπηρεσία, κοιμόνταν βαριά στα κρεβάτια τους. Ο καπετάνιος με τον τιμονιέρη ορθοί στη γέφυρα, μαύροι ίσκιοι, σχεδόν ανάεροι, έλεγες ότι ήταν πνεύματα καλόγνωμα, που κυβερνούσαν στο χάος την τύχη του τυφλού σκάφους και των κοιμισμένων ανθρώπων.

Έξαφνα η καμπάνα της γέφυρας σήμανε μεσάνυχτα. Μεσάνυχτα σήμανε και η καμπάνα της πλώρης. Το καμπανοχτύπημα γοργό, χαρούμενο, επέμενε να ρίχνει τόνους μεταλλικούς περίγυρα, κάτω στη σκοτεινή θάλασσα και ψηλά στον αστροφώτιστο ουρανό, και να κράζει όλους στο κατάστρωμα. Και μεμιάς το σκοτεινό πλοίο πλημμύρισε από φως, θόρυβο, ζωή. Άφησε το πλήρωμα τα κρεβάτια του και οι επιβάτες τις καμπίνες τους.
Εμπρός στην πλώρη και στην πρύμνη πίσω, ανυπόμονα έφευγαν από τα χέρια του ναύκληρου τα πυροτεχνήματα, έφταναν, λες, τ’ αστέρια, και έπειτα έσβηναν στην άβυσσο.
Τα ξάρτια, τα σχοινιά, οι κουπαστές έλαμπαν, σαν επιτάφιοι από τα κεριά. Και δεν ήταν εκείνη τη στιγμή το καράβι παρά ένα μεγάλο πολυκάντηλο, που έφευγε πάνω στα νερά σαν πυροτέχνημα.
Η γέφυρα στρωμένη με μια μεγάλη σημαία έμοιαζε Άγια Τράπεζα. Ένα κανίστρι με κόκκινα αυγά και ένα με λαμπροκούλουρα επάνω. Ο πλοίαρχος σοβαρός με ένα κερί αναμμένο στο χέρι άρχισε να ψάλλει το «Χριστός Ανέστη». Το πλήρωμα και οι επιβάτες γύρω του ξεσκούφωτοι και με τα κεριά στα χέρια ξανάλεγαν το τροπάρι ρυθμικά και με κατάνυξη.
― Χρόνια πολλά, κύριοι!… Χρόνια πολλά, παιδιά μου!… ευχήθηκε, άμα τελείωσε τον ψαλμό, γυρίζοντας πρώτα στους επιβάτες και έπειτα στο πλήρωμα ο πλοίαρχος.
― Χρόνια πολλά, καπετάνιε, χρόνια πολλά!… Απάντησαν εκείνοι ομόφωνα.
― Και του χρόνου στα σπίτια σας, κύριοι! Και του χρόνου στα σπίτια μας, παιδιά, ξαναείπε ο πλοίαρχος, ενώ ένα μαργαριτάρι στην άκρη των ματιών του.
― Και του χρόνου στα σπίτια μας, καπετάνιε.

Έπειτα πέρασε ένας ένας, πρώτα οι επιβάτες, έπειτα το πλήρωμα, πήραν από το χέρι του το κόκκινο αυγό και το λαμπροκούλουρο και άρχισαν πάλι οι ευχές και τα φιλήματα.
― Χριστός Ανέστη!
― Αληθινός ο Κύριος!
― Και του χρόνου σπίτια μας!
Oι επιβάτες τράβηξαν στις θέσεις τους να φάνε τη μαγειρίτσα. Οι ναύτες ζευγαρωτά στους διαδρόμους τσούγκριζαν τ’ αυγά τους, γελούσαν, σπρώχνονταν μεταξύ τους, έτρωγαν λαίμαργα, καλοχρονίζονταν σοβαρά και κοροϊδευτικά.
Έπαψε το καμπανοχτύπημα· ένα ένα έσβησαν τα κεριά. Το καράβι βυθίστηκε πάλι στην ησυχία του. Ο καπετάνιος και ο τιμονιέρης καταμόναχοι πάνω στη γέφυρα, πνεύματα, θαρρείς, ανάερα, εξακολουθούσαν τη δουλειά τους σιωπηλοί και άγρυπνοι.
― Γραμμή!
― Γραμμή!
Και το πλοίο ολοσκότεινο πάλι εξακολούθησε να σκίζει τα νερά, ζητώντας ανυπόμονα το λιμάνι του.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ
και για την αντιγραφή Φουρόκατος

Advertisements

Απρίλιος 13, 2017 Posted by | Γενικά | , , , | Σχολιάστε

NEO MNHMONIO: ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ;

Έπρεπε να το βιώσουμε κι αυτό: Ο αντιμνημονιακός κυβερνητικός συνασπισμός, σύρθηκε από τη μύτη σε μια ταπεινωτική συμφωνία. Τη στιγμή που γράφονται οι γραμμές αυτές, υπάρχει απλά η ευαρέσκεια της τρόικας (δε θα μπούμε στο παιχνίδι του στρουθοκαμηλισμού και της μετονομασίας της σε «θεσμούς») στις εξοντωτικές προτάσεις που υπέβαλε η πλευρά μας. Ήδη στο εσωτερικό της κυβέρνησης ακούγονται τριγμοί, οι οποίοι δε θα μπορέσουν να εμποδίσουν την υπογραφή. Αν μπορούσαν, η κυβέρνηση θα έκανε ξανά εκλογές με λίστα και θα τοποθετούσε σε εκλόγιμες θέσεις τους συμφωνούντες. Έχει ακόμα την αποδοχή του λαού, καθώς κανείς δε θέλει να γυρίσει στην προηγούμενη κατάσταση.
Το πρόβλημα είναι ότι και η «πρώτη φορά αριστερά» κυβέρνηση απέτυχε πιο σύντομα από όσο περιμέναμε, εξαντλώντας τον κύκλο της μεταπολίτευσης με τη μνημονιακή στροφή της και την απαξίωση πλέον ολόκληρου του πολιτικού φάσματος που κυριάρχησε στην πατρίδα μας για σαράντα χρόνια. Εδώ υπάρχει ένα κακό κι ένα καλό: Το κακό είναι ότι δεν ήμασταν έτοιμοι να τους διώξουμε εμείς νωρίτερα, κι έπρεπε να πέσουν μέσα από την καταστροφή που βιώνουμε εδώ και χρόνια και την ανεπάρκειά τους να προτάξουν ένα άλλο όραμα. Το καλό είναι ότι αναγκαστικά τώρα θα πρέπει να κοιτάξουμε μπροστά, αφού το παλιό κατεστημένο έχει πια καταρρεύσει, με τον τελευταίο εκπρόσωπό του να παραπαίει και να γελοιοποιείται σκύβοντας το κεφάλι σ’ αυτούς που θα χορεύανε πεντοζάλη στο σκοπό της λύρας που θα τους έπαιζε και ομολογώντας ότι τα μέτρα «δεν ήταν στο πρόγραμμά του».

0264564001424609186
Η χρεωκοπία της «πρώτη φορά αριστερά» κυβέρνησης τελειώνει και την αντιπαράθεση «μνημονιακοί – αντιμνημονιακοί». Όλοι είναι πια μνημονιακοί. Οπότε θα πρέπει να κοιτάξουμε τοαληθινό πρόβλημα, την παραγωγή μας. Γιατί πώς θα είσαι αντιμνημονιακός δίχως να έχεις παραγωγή; Την παραγωγική ανασυγκρότηση όμως της χώρας, αυτή δηλαδή που θα επιτρέψει την άσκηση μιας πολιτικής που θα υπερβαίνει την κρίση, δεν την προτείνει κανείς, κι αν την προτείνει δεν την υλοποιεί. Πρέπει λοιπόν από κει να ξεκινήσουμε στις καινούργιες προσπάθειες που θα γίνουν από τον κόσμο που απελευθερώνεται από τη μεταπολίτευση και τον παρασιτισμό που αυτή εκπροσωπεί. Οι δικές μας ευθύνες παραμένουν: Έπρεπε να αντιδράσουμε πιο νωρίς, πράγμα που δεν κάναμε αποπροσανατολισμένοι από την ψεύτικη ευημερία των δανεικών, της τεμπελιάς και των επιδοτήσεων.
Πρώτο μας μέλημα λοιπόν να ξαναστήσουμε την παραγωγή μας. Να δημιουργήσουμε αξία και να σηκώσουμε το κεφάλι, να μπορούμε να κοιτάμε στα μάτια τους άλλους λαούς κι όχι σα διακονιάρηδες. Αυτό όμως, δεν είναι απλό: προϋποθέτει βούληση ρήξης με το παρασιτικό μοντέλο που έχει εμπεδωθεί στη χώρα, ρήξης με όλους τους βολεμένους, και μ’ αυτούς που νομίζουν ότι τα παλιά κόμματα μπορούν να μας ξαναγυρίσουν στις εποχές της ψεύτικης ευημερίας. Σημαίνει ότι θα ξαναγυρίσουμε στις αξίες που μας χαρακτήριζαν, μια από τις οποίες είναι η εργατικότητα.

images[4]
Η παραγωγή μας πρέπει να ξαναστηθεί σε όλους τους τομείς:
Στον πρωτογενή, θα πρέπει να στοχεύσουμε στη διατροφική μας αυτάρκεια, με έμφαση στην παραγωγή ποιοτικών προϊόντων, κατά προτίμηση βιολογικών, που θα έχουν και το συγκριτικό ποιοτικό πλεονέκτημα σε ξένες αγορές, αυξάνοντας τις εξαγωγές μας. Εννοείται ότι τίποτα δε θα πρέπει να εξάγεται ασυσκεύαστο, καθώς η μεταποίηση προσθέτει τεράστια αξία που τώρα την καρπώνονται άλλοι κι όχι οι Έλληνες παραγωγοί. Η αυτάρκεια στη διατροφή για να κατακτηθεί, σημαίνει και αλλαγή του διατροφικού μας μοντέλου, δηλαδή στο καινούργιο μας ξεκίνημα θα πρέπει να στοχεύσουμε και σε ισορροπία στην προσωπική μας διατροφή με μείωση της κατανάλωσης κρέατος.
Στο δευτερογενή τομέα, η μαστορική τέχνη και η επινοητικότητα των Ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων μπορεί να αποδώσει σήμερα, όπου χάρη στην τεχνολογία δεν απαιτούνται πια μεγάλες εργοστασιακές μονάδες ώστε να επιτυγχάνεται οικονομία κλίμακος. Το πρόβλημα είναι ότι η τέχνη αυτή πάει να χαθεί, ή πιο σωστά να μεταλαμπαδευτεί σε ξένες χώρες, αφού σε μας δεν υπάρχει δραστηριότητα. Το πάντρεμα της τέχνης αυτής με την επιστημονική κατάρτιση των νέων μας μπορεί να δώσει θαύματα. Εδώ πρέπει να γίνει ιδιαίτερη μνεία στην αμυντική βιομηχανία, επίκαιρη έτσι κι αλλιώς και γιατί η τρόικα μας επιβάλλει μείωση των εξοπλιστικών δαπανών και γιατί ο κίνδυνος της Τουρκίας είναι πάντα παρών.
Στις υπηρεσίες, η επαγγελματική (μερακλίδικη) προσέγγιση κάθε κλάδου, είτε αυτός είναι ο τουρισμός είτε άλλες υπηρεσίες, θα πρέπει να αντικαταστήσει τη λογική της αρπαχτής. Ειδικά ο τουρισμός θα πρέπει να έχει στόχο τη γνωριμία του επισκέπτη με την τοπική κουλτούρα, τη χρήση τοπικών προϊόντων στην εστίαση, τη συμμετοχή του επισκέπτη στον κύκλο της ζωής και των δραστηριοτήτων του λαού μας.
Στη ενέργεια, πρέπει να μπορέσουμε να πλησιάσουμε την αυτάρκεια και με τις εναλλακτικές πηγές ενέργειας, όχι στις φαραωνικές κλίμακες που επιβάλλουν οι ανεμογεννήτριες πχ, οι οποίες περισσότερη ζημιά προκαλούν στο περιβάλλον παρά ωφέλεια, αλλά σε επίπεδο νοικοκυριού. Κάθε νοικοκυριό μπορεί να παράγει μέρος ή όλη την ενέργειά του με φωτοβολταικά που θα μπαίνουν στην ταράτσα του και με μια μικρή ανεμογεννήτρια που θα λειτουργούν συμπληρωματικά. Η οικονομία που πετυχαίνεται έτσι, θα μεταφράζεται σε τεράστια μείωση χρήσης συμβατικών ρυπογόνων πηγών ενέργειας σε εθνικό επίπεδο.

συριζα μνημονιο2
Αυτά βέβαια, σημαίνουν ένα άλλο κράτος, ένα κράτος με ελάχιστη γραφειοκρατία, που θα διευκολύνει τη δραστηριότητα των πολιτών και δε θα την πνίγει, που δε θα λειτουργεί σα φοροεισπρακτικός μηχανισμός, που θα λειτουργεί ανταποδοτικά και που θα φορολογεί λογικά όλους, ώστε να μην υπάρχει η αίσθηση της αδικίας και να νοιώσει ο πολίτης το κράτος σα δικό του κι όχι σαν εχθρό.
Η πατρίδα μας καλείται να αντιμετωπίσει συγχρόνως πολλά προβλήματα, όπως η παραγωγικότητα, η δημογραφική κατάρρευση, η κοινωνική διάλυση και απαξίωση των λαϊκών στρωμάτων, τα Ελληνοτουρκικά, το μεταναστευτικό κλπ. Δε θα μπορέσει να επιβιώσει αν δεν τα αντιμετωπίσει όλα μαζί, κι αυτό σημαίνει συγκροτημένη πολιτική και σχέδιο. Κάτι που δεν έχουν οι κυβερνώντες ούτε οι νυν ούτε οι πρώην, και που πρέπει εμείς, ο λαός, να επεξεργαστούμε σε στενά χρονικά περιθώρια. Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα!

Ιουνίου 25, 2015 Posted by | Γενικά, Πολιτική και πολιτισμός | , , , | Σχολιάστε

ΧΙΛΙΑ ΟΧΤΑΚΟΣΙΑ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ

assets_LARGE_t_420_50299548_type11486Με μιαν επιστολή του προς τα σχολεία για το 1821, ο υπουργός Παιδείας Αρ. Μπαλτάς, μέσα από μια προσεγμένη διατύπωση, περνάει ορισμένα μηνύματα που αναχαράσσουν επί χρόνια οι νεοφιλελεύθερες και νεοταξικές απόψεις, αξίζει λοιπόν να τις δούμε και να τις υποβάλουμε σε κριτική. Την επιστολή του υπουργού θα τη βρεί κάποιος και στον κάτωθι σύνδεσμο:
http://www.tanea.gr/files/1/2015/baltas253.pdf
Η όλη επιστολή διαπερνάται από τη γνωστή εθνομηδενιστική αντίληψη της δημιουργίας του ελληνικού έθνους από την επανάσταση του 21, άρα προηγουμένως δεν υπήρχε ελληνικό έθνος. Όπως γράφει κι ο υπουργός «… με το πρώτο Σύνταγμα μιας επαναστατημένης Ελλάδας, ένας λαός ή ένα έθνος εγκαινιάζει την ύπαρξή του …»! Όμως το έθνος μας υπήρχε πολύ πριν, η συνέχειά του από τα αρχαία χρόνια είναι τεκμηριωμένη. Η νεοελληνική περίοδος αρχίζει με την πρώτη άλωση, το 1204, οπότε ξεκινά και μια έντονη διανοητική κίνηση και διεργασίες ανασυγκρότησης και εξόδου από την παρακμή, οι οποίες δεν πρόλαβαν να ολοκληρωθούν λόγω της δεύτερης άλωσης, το 1453. Η σκέψη του Γεμιστού, η τέχνη του Πανσέληνου και του Θεοτοκόπουλου, είναι γεννήματα μιας έντονης πνευματικής κίνησης του Ελληνισμού που προσπαθούσε να βρει απαντήσεις στα δεινά που βίωνε.
Ακόμα παραπέρα, ο Ρήγας δε μετέφερε τις διαφωτιστικές ιδέες της Δύσης στην (τότε υπόδουλη) πατρίδα μας, αλλά προχώρησε σε μια σύνθεση προσαρμοσμένη στην πραγματικότητα και τα δεδομένα της περιοχής και της εποχής, αντλώντας έμπνευση και ιδέες από όλη την παράδοση του νέου ελληνισμού. Το αντίθετο δηλαδή από αυτό που κάνουν οι ιδεολογικοί συνοδοιπόροι του υπουργού, που μεταφέρουν αυτούσιες τις ιδέες που κυκλοφορούν στη Δύση, στην “καθυστερημένη” και “υπανάπτυκτη” Ελλάδα. Κι ο λαός μας μέσα από τη σκλαβιά και τα βάσανα, διαμόρφωσε ένα αντιστασιακό πνεύμα που τον έφερε στο 21 μέσα από διαδοχικές επαναστατικές απόπειρες, τοπικές ή ευρύτερα συντονισμένες. Η πανελλήνια επανάσταση του 1770, όπου “ο Μπέης από τη Βλαχιά κι ο Μπέης απ’ τη Μάνη κρυφοκουβέντες είχασι με το Δασκαλογιάννη”, ήταν ένας σταθμός σε μια πορεία που έφτασε μέχρι το 1821, και συνεχίστηκε στις υπόδουλες περιοχές και μετά.
Έτσι, ο ελληνικός λαός κι όχι κάποιο άθροισμα ατόμων δίχως συνείδηση εξεγέρθηκε και νίκησε, παλεύοντας για τα δίκαιά του κι έχοντας πίστη σ’ αυτά. Αυτός ο λαός δημιούργησε και γιγάντωσε τη Φιλική Εταιρεία, αυτός ελευθερώθηκε κι έφτιαξε το κράτος του, δεν τον δημιούργησε η επανάστασή του.
Οι θεωρίες αυτές που στοχεύουν στο να αποδομήσουν την εθνική συνείδηση, υπηρετούν συγκεκριμένες ανάγκες της Νέας Τάξης: Σήμερα, οι επί μέρους ταυτότητες αποτελούν κίνδυνο σε ένα παγκοσμιοποιημένο σύστημα που επιβάλλει την κυριαρχία του εμπορεύματος πάνω στους ανθρώπους. Έτσι, οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται πλέον ως καταναλωτές, που πρέπει να υπακούν στα κελεύσματα της παγκόσμιας ενιαίας αγοράς. Κι ακόμα, ο διεθνής καταμερισμός επιφυλάσσει στην Ελλάδα μια θέση οικονομικού υποτελή της Γερμανίας και γεωπολιτικού υπόδουλου της Τουρκίας. Σ’ αυτά τα πλαίσια, οι Έλληνες πρέπει να αποκοπούν από το αντιστασιακό τους φρόνημα, να πάψουν να θεωρούν τυραννία την Τουρκοκρατία και βάρβαρη τη Γερμανοκατοχή, ώστε να μην αντιστέκονται στη μετατροπή τους ξανά σε δούλους με τα μνημόνια από τη μια και τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης με την Τουρκία από την άλλη.

AthanasiosDiakos2
Γιαυτό οι ντόπιοι υπηρέτες αυτής της άποψης, μέσα από ένα προοδευτικό δήθεν λεξιλόγιο, προσπαθούν να μας πείσουν ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν ένα ανεκτικό πολυπολιτισμικό κράτος, και εσχάτως βραβεύουν το Γερμανό ιστορικό που υποστηρίζει ότι οι Ναζί στην κατοχή είχαν ιπποτική συμπεριφορά κι ότι οι Κρητικοί αντιστάθηκαν με βάρβαρο τρόπο. Επομένως, αν περνούσαμε καλά στην Τουρκοκρατία, δεν είχαμε λόγο να εξεγερθούμε και μπορούμε σήμερα και πάλι να σκύψουμε το κεφάλι δίχως ντροπή. Κι αν φερθήκαμε άσπλαχνα στους Γερμανούς στην κατοχή, μπορούμε πάντα να το αναγνωρίσουμε και να τους καλοδεχτούμε ως οικονομικούς δυνάστες.
Δυστυχώς, η επιστολή του υπουργού κινείται σ’ αυτή την κατεύθυνση. Σε μια συγκυρία όπου η περιοχή μας φλέγεται ξανά, δε γίνεται συσχετισμός του Μεσολογγιού με το Κομπανί και τους Κούρδους, που σήμερα παλεύουν και για μας στη Μέση Ανατολή, δε γίνεται μνεία στη γενοκτονία των χριστιανικών εθνών της Ανατολής, που πια μπορεί να τεκμηριωθεί και μόνο με τούρκικες πηγές, στους εξισλαμισμούς και το παιδομάζωμα, αυτά είναι “μύθοι” για την άποψη αυτή. Γίνεται όμως μνεία στην Αμερικάνικη Επανάσταση, ακριβώς γιατί θέλει να συσχετίσει τη συγκρότηση του Αμερικανικού έθνους μέσα από τη διαδικασία αυτή με την υποτιθέμενη αντίστοιχη συγκρότηση του δικού μας έθνους το 1821. Καμιά σχέση όμως δεν έχει η δημιουργία ενός καινούργιου έθνους από μια πανσπερμία φυλών στην Αμερική με την ελληνική περίπτωση, για την οποία ακόμα και ο Γκέλνερ, ο θεωρητικός της δημιουργίας των εθνών κατά τη νέα εποχή, του οποίου τις θεωρίες μεταφέρουν απρόσεκτα στην ελληνική πραγματικότητα οι συνοδοιπόροι του υπουργού, θα πει τελικά, αναιρώντας την προηγούμενη απολυτότητα των απόψεων του και περιορίζοντάς τις στη δυτική Ευρώπη, ότι οι Έλληνες είναι έθνος με «αρχαίο ομφαλό».
Απομένει σε μας και πάλι να αντισταθούμε, στην καινούργια κατοχή και στους ιδεολογικούς της φορείς στην πατρίδα μας, ένας από τους οποίους είναι κι ο υπουργός παιδείας (ευτυχώς, υπάρχουν υπουργοί στην κυβέρνηση όπως των εξωτερικών, που δε συμμερίζονται αυτή την άποψη). Και για να γίνει αυτό, θα πρέπει να έχουμε πάντα συνείδηση της σημασίας της επανάστασης του 1821, σαν επανάστασης ενός σκλαβωμένου έθνους, παλιγγενεσίας κι όχι εθνογένεσης.

κολοκοτρώνης

Μαρτίου 27, 2015 Posted by | Γενικά, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , , , | Σχολιάστε

BIETNAM

IMAG0085[1]

Δε θέλω να γράψω πολιτικά. Την καθημερινότητα σε ένα λιμάνι στο βορρά της χώρας, τη Χαιφόνγκ θέλω να περιγράψω, όσο την έζησα ελάχιστο χρόνο τέλος Ιουλίου. Ζέστη, βροχή και υγρασία. Παντού πινακίδες στα Βιετναμέζικα, τα οποία γράφονται με λατινικούς χαρακτήρες. Κόσμος ήρεμος, ευχαριστημένος, απλός. Στους δρόμους υπάρχει ένα πανδαιμόνιο, τα οχήματα που κυριαρχούν είναι τα μηχανάκια, παπιά και μονόγκαζα χαμηλού κυβισμού.

IMAG0086[1]
Μετά έρχονται σε αριθμό τα ποδήλατα, συμπεριλαμβανομένων και των ηλεκτρικών. Μετά τα φορτηγα. Και λιγότερα από όλα, τα αυτοκίνητα, να προσπαθούν να βρουν δίοδο ανάμεσα σε μια θάλασσα δικύκλων.

IMAG0087[1]
Στους δρόμους κανείς δεν έχει προτεραιότητα, όλοι μπαίνουν παντού, διασταυρώνονται και κορνάρουν. Όχι για να τα χώσουν στον άλλο αλλά για να τον προειδοποιήσουν. Κανείς δε βρίζει, κανείς δε στρέφει το βλέμμα να κοιτάξει αυτόν που κορνάρει. Πάνω στα μηχανάκια οικογένειες τετραμελείς, μεσόκοπες κυρίες, νέα κορίτσια και αγόρια. Και κει που λες ότι θα συγκρουστούν, τίποτα δε συμβαίνει. Όμως ούτε συγκρούονται ούτε σταματούνε, υπάρχει μια αρμονία στην κίνηση του δρόμου, εκεί που στην Ελλάδα υπό τις ίδιες προυποθέσεις θα είχε κλείσει η κυκλοφορία, εδώ όλοι συνεχίζουν τη διασταυρούμενη κίνησή τους, και όλοι περνούν δίχως να κλείσει ο δρόμος. Συνεχώς. Αυτή την ηρεμία και αρμονία αποπνέει κάθε στιγμή στους πολυσύχναστους δρόμους, στα αυτοσχέδια κεφενεδάκια στα πεζοδρόμια και στις όχθες του ποταμού που σερβίρουν μπύρα τοπική (με παγάκια παρακαλώ) και φαγητά ανατολίτικα, όπως σαλιγκάρια της θάλασσας στα κάρβουνα και σάλτσες σόγιας με καυτερή πιπεριά, σε λιλιπούτεια τραπεζάκια και πλαστικά καθίσματα που εμείς τα παίρνουμε για τα παιδιά μας.

IMAG0121

Ολιγαρκείς, δε χρειάζονται ούτε κάθισμα, στα σπίτια τους ανοιχτές οι πόρτες λόγω ζέστης, και μέσα τα δίκυκλα της οικογένειας, ένας ανεμιστήρας, η οικογένεια κάθεται στο πάτωμα και τρώει ή κουβεντιάζει.

IMAG0095[1]
Στα πάρκα αθλούνται, οι σχολές πολεμικών τεχνών προπονούνται υπαίθρια, και μέσα στο πλήθος ένα παιδί με τη φανέλα της εθνικής μας! Ανάμεσα στα νούφαρα του ποταμού ψαρεύουν βατράχια.

IMAG0097

Είναι αδύνατο να συνεννοηθείς, αγγλικά δεν ξέρουν ούτε οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου καλά καλά, αλλά κυκλοφορείς έξω στα στενά νοιώθοντας ασφάλεια. Και παντού κόσμος, παντού μαγαζάκια, φτώχεια αλλά καθόλου μιζέρια. Τα κτίρια παλιά και λίγο συντηρημένα, όμορφα όμως, με το ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό στυλ της περιοχής αυτής του κόσμου.

IMAG0099

Τα ταξί τους τα προστατεύει ένας Βούδας στο παρμπρίζ, και οι κόκκινες σημαίες με το αστέρι της επανάστασης (και τώρα του κράτους) είναι παντού.

IMAG0089

Οι άνθρωποι δε δείχνουν την ηλικία τους στα πρόσωπά τους. Oι τιμές για έναν Ευρωπαίο (έστω και υπό καθεστώς μνημονίου) είναι πάαααρα πολύ χαμηλές. Τα μαγαζιά είναι πολύ μικρά, ένα δωμάτιο μόνο.

IMAG0101

Τα σπίτια είναι όμορφα, με μικρές προσόψεις.

IMAG0102

Και κάποτε με πάρα πολύ μικρές προσόψεις, σα διάδρομοι, όπως είπε πετυχημένα ο Κώστας.

IMAG0105

Στην ύπαιθρο οι χωρικοί δουλεύουν στους ορυζώνες

IMAG0083

Και να μερικές ακόμα φωτογραφίες:

IMAG0084

IMAG0124

IMAG0118IMAG0106

Ήταν μια πολύ όμορφη εμπειρία, από τον κόσμο έμαθα πολλά, κι ας μη μπόρεσα να συζητήσω μαζί τους. Αξιοπρεπείς και ζεστοί, γελαστοί και αυτάρκεις, μου έδωσαν πολλά δίχως να πάρουν από μένα το παραμικρό.

Αύγουστος 1, 2013 Posted by | Γενικά | , , | Σχολιάστε

ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΣΧΑΛΙΑ

imagesCAZR63US
Τὸν υἱόν της τὸν καπετὰν Κομνιανὸν τὸν ἐπαντρολογοῦσεν ἤδη ἡ γρια-Κομνιανάκαινα, ἂν 〈καὶ〉 δὲν εἶχε χρονίσει ἀκόμη ἡ νύμφη της, ἡ μακαρῖτις. Τὰ δύο ὀρφανά, μία κόρη ὀκταέτις καὶ ἓν τετραετὲς παιδίον, ἐφόρουν μαῦρα, κατάμαυρα, ὁποὺ ἐστενοχώρουν κ᾽ ἐχλώμιαιναν τὰ πτωχὰ κάτισχνα κορμάκια των, καὶ ἦτον καημὸς καρδιᾶς νὰ τὰ βλέπῃ τις. Ἐνθύμιζαν τὸ δημῶδες δίστιχον:

Βαρύτερ᾽ ἀπ᾽ τὰ σίδερα εἶναι τὰ μαῦρα ροῦχα,
γιατὶ τὰ φόρεσα κ᾽ ἐγὼ γιὰ μιὰν ἀγάπη πού ᾽χα.

Ἡ γραῖα ἔκειτο ἐπὶ τῆς κλίνης καθ᾽ ὅλην τὴν ἑβδομάδα τῶν Παθῶν, γογγύζουσα, ρέγχουσα, φωνάζουσα. Ἐβεβαίου ὅτι «ἀγγελιάστηκε», καὶ ἡτοιμάζετο ν᾽ ἀποθάνῃ. Ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Μόρφω, τὴν μικρὰν ἐγγονήν της, ἐργασίας ἀνωτέρας τῆς ἡλικίας τοῦ πτωχοῦ κορασίου. Αἴφνης, ἐν μέσῳ δύο γογγυσμῶν, ἔβαλλε μίαν φωνήν, κ᾽ ἔκραζεν ἀπὸ τῆς κλίνης πρὸς τὴν ἐκτὸς τοῦ ἰσογείου θαλάμου πηγαινοερχομένην καὶ ὑπηρετοῦσαν παιδίσκην.

― Μὴ χύνῃς στὴν αὐλὴ τὰ νερά, χίλιες φορὲς σ᾽ τὸ εἶπα· στὸ νεροχύτη!

Κ᾽ ἐπανελάμβανε τοὺς ἀφορήτους στεναγμούς, ἐπιτείνουσα μάλιστα αὐτοὺς ὁσάκις τυχὸν πτωχὴ γειτόνισσα, μὴ τολμῶσα νὰ εἰσέλθῃ, ἤρχετο δειλῶς μέχρι τῆς θύρας καὶ ἠρώτα πῶς ἦτο ἡ ἀσθενής.

Βεβαίως ἡ γρια-Κομνιανάκαινα ἔπασχεν, ἀλλ᾽ ἴσως ἐμεγαλοποίει τὸ πρᾶγμα. Ἔκλαιε «τὰ νιᾶτα της», ἔλεγεν ὅτι δὲν θὰ προφθάσῃ νὰ κάμῃ ἐφέτος Πάσχα. Ἡ γειτόνισσα ἡ Μηλιὰ ἐβεβαίου ὅτι ἡ γραῖα εἶχε καὶ «κομπόδεμα», ἀλλὰ ποῦ νὰ ἐμβάσῃ μέσα καμμίαν ἐκ τῶν γειτονισσῶν της! Ἐλλείψει ἄλλης ἀσθενείας ἦτον ἱκανὴ ν᾽ ἀποθάνῃ ἀπὸ τὴν φιλαργυρίαν της. Δὲν ἐβάστα ἡ ψυχή της νὰ δώσῃ κάτι τι εἰς μίαν πτωχὴν γυναῖκα διὰ νὰ τὴν «κοιτάξῃ», κ᾽ ἐπέβαλλε βαρεῖαν ἀγγαρείαν εἰς τὴν Μόρφω, ὀκταετῆ παιδίσκην. Ἐνίοτε παρελήρει ἀληθῶς. Εἶτα ἔβαλλεν ἀγρίαν κραυγήν. Ἔκραζε τὴν παιδίσκην νὰ τὴν σκεπάσῃ μὲ τὸ σινδόνιον, ἀλλὰ χωρὶς αὕτη νὰ τὴν ἐγγίσῃ κἂν, ἡ γερόντισσα ἔβαλλε τοιαύτην ὠρυγήν, ὥστε ἡ μικρὰ κατετρόμαζε.

Ὁ καπετὰν Κομνιανὸς ἔλειπε μὲ τὸ γολετί, κ᾽ ἐπεριμένετο νὰ ἔλθῃ. Εἶχε μαζί του, μὲ τὸ γολετί, καὶ τὸν πρωτότοκον υἱόν του, τὸν Γεώργην, δωδεκαετῆ παῖδα. Τοῦτο ἦτο ἕνας ἀπὸ τοὺς καημοὺς τῆς γραίας, ὅτι ἔμελλε ν᾽ ἀποθάνῃ, ὡς ἔλεγε, χωρὶς νὰ ἐπανίδῃ τὸν υἱόν της, καὶ τὸν ἔγγονόν της τὸν μεγάλον, ὅστις ὡμοίαζε τόσον μὲ τὸν μακαρίτην τὸν πάππον του. Καὶ ποῖος νὰ τῆς σφαλήσῃ τὰ μάτια; Αἱ ἀνεψιαί της, ὑπανδρευμέναι καὶ αἱ δύο, τῆς ἐβαστοῦσαν κακίαν διὰ κάτι κληρονομικὰς διαφοράς, καὶ δὲν ἔσπασαν τὸ πόδι «οἱ λαχταρισμένες, οἱ ἀχρόνιαστες!» νὰ ἔλθουν νὰ τὴν ἰδοῦν. Οὕτω τῆς ἤρχετο καὶ αὐτῆς ν᾽ ἀποθάνῃ εἰς τὸ πεῖσμα των, ν᾽ ἀποθάνῃ χωρὶς νὰ τῆς φιλήσωσι τὴν χεῖρα.

Ἰατρός, ποῦ νὰ εὑρεθῇ; Εἶχεν αὐτὴ νὰ πληρώνῃ; Αὐτὴ ὤφειλε νὰ κάμνῃ οἰκονομίαν διὰ τὰ ὀρφανά, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ φθείρῃ τὸ βιὸ τοῦ υἱοῦ της εἰς γιατρικὰ καὶ δὲν ξέρω τί. Ψευτογιάτρισσες! Κάμε τὴ δουλειά σου! Ἔχουν ἐμπιστοσύνην τώρα αὐταὶ αἱ γυναῖκες; Ὁ κόσμος ἐχάλασε, τί τὰ θέλεις; Ἔμβαζε αὐτὴ μὲς στὸ βιό της, μὲς στὰ καλά της, ξένην γυναῖκα; Τῆς ἤρχετο νὰ ἐπαναλάβῃ πρὸς τὰς γειτονίσσας τὴν ἰδίαν κραυγήν, δι᾽ ἧς ἀπεδίωκε τὸ πάλαι παρείσακτον ὄρνιθα ἀπὸ τὸν ὀρνιθῶνά της. Ξού, ξένη!

imagesCA50P6ZA

Ὣς τόσον ἐπεθύμει νὰ ἤρχετο ὁ υἱός της διὰ νὰ τὸν νυμφεύσῃ, νὰ τοῦ δώσῃ καὶ τὴν εὐχήν της. Σαράντα χρόνων ἄνθρωπος, κι ὁ κόσμος εἶναι πέλαγο, σὰν ἐκεῖνο ποὺ ἀρμένιζε τώρα. Πῶς νὰ περάσῃ τὴ ζωήν του χωρὶς νὰ ἔλθῃ εἰς δεύτερον γάμον; Καὶ τὰ ὀρφανά, καὶ αὐτὰ θὰ εὕρισκαν μητέρα, μίαν καλὴν οἰκοκυρά, ἥτις ἀπὸ τώρα ἐπροσφέρετο μάλιστα νὰ ἔλθῃ νὰ τὴν ὑπηρετήσῃ εἰς τὴν ἀσθένειάν της. Ἀλλ᾽ ἡ γραῖα Κομνιανάκαινα, μὴ θέλουσα νὰ παραβῇ τὴν ἀρχήν της, δὲν ἐδέχθη τὴν ἐκδούλευσιν.

Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἐκ τῶν δύο ὀρφανῶν, ἡ Μόρφω, ἥτις εἶχεν ἤδη αἴσθησιν, ἂν δὲν ἐπεθύμει ν᾽ ἀποκτήσῃ μητέρα, ἐνθυμεῖτο κ᾽ ἐλυπεῖτο τὴν μητέρα της. Ὁ Εὐαγγελινός, νήπιον τριετίζον ἐν καιρῷ τῆς συμφορᾶς, οὔτε ἤξευρε τίποτε οὔτε ἐνθυμεῖτο. Ἔκλαιε μόνον ὅταν ἡ μάμμη τὸν ἐβίαζε νὰ φορέσῃ τὸν κατάμαυρον σάκκον του. Ἡ Μόρφω, λευκὴ καὶ ὠχρὰ μὲ τὰ μαῦρα φουστανάκια της, καὶ μὲ τὸ μαῦρον μανδήλιον τὸ σκεπάζον τὰ ξανθά της μαλλιά, ἦτο κατηφής, κ᾽ ἐνθυμεῖτο τὸ περυσινὸν Πάσχα, ὅταν ἔζη ἡ μήτηρ της. Ἡ ἀτυχὴς γυνὴ εἶχεν ἀποθάνει ἀπὸ τὴν γένναν της, τὸ παρελθὸν θέρος, καὶ τὸ βρέφος μετ᾽ αὐτῆς. Τώρα ἡ κορασὶς εἶχεν ἀντὶ τῆς καλῆς καὶ πονετικῆς μητρὸς τὴν μάμμην μὲ τὴν ἀφόρητον παραξενιά της, ἥτις, ἐνῷ ἐβεβαίου ὅτι ὅλα τῆς ἐπόνουν, κεφαλή, λαιμός, χεῖρες, πόδες, πλάται, κοιλία, μέση καὶ τὰ λοιπά, πνιγομένη δὲ ἀπὸ τὸν βῆχα καὶ γογγύζουσα δυνατὰ καὶ βάλλουσα κραυγὰς ἀγρίας, ἐφείδετο νὰ δώσῃ εἰς ἰατροὺς καὶ φάρμακα, αἴφνης ἠγείρετο, ὑποβαστάζουσα τὴν κοιλίαν της, ἐξήρχετο μέχρι τῆς θύρας, ἔρριπτε βλέμμα εἰς τὸν ἐκτὸς κόσμον, κ᾽ ἔλεγεν:

― Ἄχ! τί γλυκιὰ πού ᾽ν᾽ ἡ ζωή!

* * *

Πέρυσι, ὤ! πέρυσι, τὴν Μεγάλην Πέμπτην πρωί, ἀφοῦ ἐγύρισαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου εἶχον μεταλάβει ὅλοι, ἡ καλὴ καὶ προκομμένη μήτηρ, καίτοι ἄγουσα ἤδη τὸν ἕβδομον μῆνα τῆς ἐγκυμοσύνης της, ἀνεσφουγγώθη καὶ ἤρχισε νὰ βάπτῃ ἐν τῇ χύτρᾳ τὰ αὐγά, μὲ ριζάρι, κιννάβαρι καὶ ὄξος. Εἶτα ἤρχισαν νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν θύραν ἀνὰ ζεύγη τὰ παιδία τῆς πολίχνης, μὲ τὸν ὑψηλὸν καλάμινον σταυρὸν στεφανωμένον μὲ ρόδα εὐώδη καὶ μὲ μήκωνας κατακοκκίνους, μὲ δενδρολίβανον καὶ μὲ ποικιλόχροα ἀγριολούλουδα, μὲ τὸν ἀποσπασθέντα ἀπὸ τ᾽ Ὀχτωῆχι χάρτινον Ἐσταυρωμένον εἰς τὸ μέσον τοῦ σταυροῦ, καὶ μὲ ἐρυθρὸν μανδήλιον κυματίζον, μέλποντα τὸ ᾆσμα:

Βλέπεις ἐκεῖνο τὸ βουνὶ μὲ κόκκινη παντιέρα;
Ἐκεῖ σταυρῶσαν τὸ Χριστό, τὸν πάντων βασιλέα.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Σύρε μητέρα μ᾽, στὸ καλὸ καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα,
κ᾽ ἐμένα νὰ μὲ καρτερῇς τὸ Σάββατο τὸ βράδυ·
ὅταν σημαίνουν ἐκκλησιὲς καὶ ψέλνουνε παπάδες,
τότες καὶ σύ, μαννούλα μου, νά ᾽χῃς χαρὲς μεγάλες.

Καὶ τί χαρὲς μεγάλες τῷ ὄντι, τί χαρὲς δι᾽ ὅλα τὰ παιδία! Καὶ ἡ καλὴ ἡ μήτηρ της προθυμότατα ἔδιδεν ἀνὰ δύο ἀρτιβαφῆ αὐγὰ εἰς ὅλα τὰ παιδία· δύο αὐγὰ κόκκινα, καὶ τί εὐτυχία! τί νίκη! ἐνῷ ἡ μάμμη ἐφώναζεν ὅτι ἀρκετὰ παιδία ἦλθαν, καὶ ἀρκετὰ ἐτραγούδησαν, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάγουν καὶ ἀλλοῦ.

Μετὰ ταῦτα ἡ μήτηρ ἤρχισε νὰ ζυμώνῃ, καὶ ἔπλασεν ἀρκετὲς κουλοῦρες μετ᾽ αὐγῶν διὰ τὸν σύζυγον, ἐπιδημοῦντα τότε, διὰ τὴν πενθεράν της, δι᾽ ἑαυτήν, διὰ τὲς κουμπάρες, ὡς καὶ μικρὲς «κοκῶνες» διὰ τὴν Μόρφω, διὰ τὸν Εὐαγγελινόν, διὰ τ᾽ ἀναδεξίμια της καὶ διὰ τὰ πτωχὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς.

imagesCAJ7FE90

Κ᾽ ἐπειδὴ ὁ μικρὸς Εὐαγγελινὸς ἔκλαιε, λέγων ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη ἡ κοκώνα του, ἡ μήτηρ τοῦ ἔδιδεν ἄλλην νὰ ἐκλέξῃ, ἀλλ᾽ αὐτὸς δὲν ἡμέρωνεν οὔτε ἤθελε νὰ ταιριασθῇ. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὰς ἤθελεν ὅλας διὰ τὸν ἑαυτόν του. Καὶ τότε ἡ μήτηρ τὸν ἐπαρηγόρει λέγουσα ὅτι «τὸ Σαββάτο τὸ βράδυ θὰ ᾽ρθῇ ἡ κουρούνα (κρά, κρά!), νὰ φέρῃ τὸ τυρὶ καὶ τὸ κρέας (τσί, τσί!), καὶ τότε νὰ ἰδῇς χαρὲς ὁ Βαγγελινός, σὰν ἀκούσῃ κρά, κρά! τὴν κουρούνα νὰ χτυπᾷ τὸ παραθύρι. Πάρε Βαγγελινὲ τὸ τυρί, πάρε καὶ τὸ τσὶ-τσί, νὰ φᾶτε!» Καὶ ὁ μικρὸς ἐψέλλιζε καὶ αὐτός, «θὰ ᾽θῇ κουούνα νὰ φέῃ τοὺ τσὶ-τσί», καὶ συνάπτων τὰς χεῖρας, δακτύλους μεταξὺ δακτύλων, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῆς μητρός, ἐμιμεῖτο τὴν εἰρεσίαν τῶν πτερῶν τῆς κουρούνας, τὸ δὲ παιδίον τῆς γειτόνισσας τῆς Μηλιᾶς, ἑξαετές, ἄνιπτον, ρακένδυτον, ὀκλάζον εἰς μίαν γωνίαν, κρατοῦν τὴν κοκώνα του, τὴν ὁποίαν ἐσκέπτετο ἂν δὲν ἦτο καλὸν νὰ τὴν φάγῃ τώρα ποὺ εἶναι ζεστή, διεμαρτύρετο γρυλλίζον καὶ λέγον: «Ναί! θὰ ᾽ρθῇ ἡ κουρούνα! ἀμ᾽ δὲ θὰ ᾽ρθῇ!»

Καὶ τὴν Μεγάλην Παρασκευήν, περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, ἡ μήτηρ ὡδήγησε τὰ δύο παιδία εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου, ἀφοῦ ἔκαμαν τρεῖς γονυκλισίας πρὸ τοῦ ἀνθοστεφοῦς κουβουκλίου, ἠσπάσθησαν τὸν μυρόπνουν Ἐπιτάφιον, τὸ ἀργυρόχρυσον Εὐαγγέλιον μὲ τ᾽ ἀγγελούδια, καὶ τὸν Σταυρὸν μὲ τ᾽ ἀνθρωπάκια καὶ τὶς Παναγίτσες (τί χαρά, τί δόξα!), καὶ εἶτα ἐπέρασαν τρὶς ὑπὸ τὸν ὑψηλόν, μεγαλοπρεπῆ Ἐπιτάφιον, ὁ δ᾽ Εὐαγγελινὸς (ὅλα τὰ ἐνθυμεῖτο ἡ μικρὰ Μόρφω) ἀνέτρεψεν ἐξ ἀπροσεξίας πήλινον ἀμφορέα μὲ ὕδωρ, ἐξ ἐκείνων οὓς θέτουσιν ὑπὸ τὸν Ἐπιτάφιον πρὸς ἁγιασμόν, διὰ νὰ μεταχειρισθῶσι τὸ ὕδωρ εἰς τὸ καματηρό, ἤτοι τοὺς μεταξοσκώληκας, καὶ εἰς ἄλλας χρείας, αἱ νεώτεραι μυροφόροι, γυναῖκες διακαῶς ποθοῦσαι «νὰ ξενυχτίσουν τὸν Χριστὸν» μένουσαι ἄγρυπνοι ἐν τῷ ναῷ πέραν τοῦ μεσονυκτίου, διότι ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἐπιταφίου ψάλλεται ἐκεῖ τὸ Μέγα Σάββατον, περὶ ὄρθρον βαθύν. Ὁ ἀμφορεὺς πεσὼν ἐθραύσθη, ἡ δὲ γυνὴ ἧς ἦτο κτῆμα ὠργίσθη, καὶ εἶπεν ὅτι τὸ ἔχει «σὲ κακό της». Τότε ἡ μήτηρ τοῦ Εὐαγγελινοῦ, ἀφοῦ ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸ παιδίον, πειραχθεῖσα εἶπεν ὅτι «ἂν εἶναι κακό, ἂς εἶναι γιὰ μένα!» Καὶ τὴν πτωχὴν δὲν τὴν ηὗρε ὁ χρόνος!

Τὸ Μέγα Σάββατον δέ, μικρὸν μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἡ μήτηρ ἐξύπνισε τὸν Εὐαγγελινὸν καὶ τὴν Μόρφω, κ᾽ ἐνῷ ἐσήμαιναν διὰ μακρῶν οἱ κώδωνες, ἐπῆγαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου ἐψάλη τὸ «ὦ γλυκύ μου ἔαρ» καὶ ἄλλα ἀκόμη παθητικὰ ᾄσματα. Εἶτα οἱ πιστοὶ ὅλοι μὲ ἀνημμένας λαμπάδας ἐξῆλθον εἰς τὸ ὕπαιθρον, ὑπὸ τὸ ἀμαυρωθὲν φέγγος τῆς φθινούσης σελήνης, ἐνῷ ἡ αὐγὴ ἔλαμπεν ἤδη ροδίνη καὶ ξανθή, προπέμποντες τὸν Ἐπιτάφιον ἀγλαόφωτον μὲ σειρὰς λαμπάδων. Καὶ ἡ αὔρα πραεῖα ἐκίνει ἠρέμα τοὺς πυρσούς, χωρὶς νὰ τοὺς σβήνῃ, καὶ ἡ ἄνοιξις ἔπεμπε τὰ ἐκλεκτότερα ἀρώματά της εἰς τὸν Παθόντα καὶ Ταφέντα, ὡς νὰ συνέψαλλε καὶ αὐτή, «ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!» καὶ ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καὶ μορμύρουσα παρὰ τὸν αἰγιαλὸν ἐπανελάμβανεν, «οἴμοι γλυκύτατε Ἰησοῦ!» Τὰ δὲ παιδία προπορευόμενα τῆς πομπῆς, μεγαλοφώνως ἔκραζον: Κύριε ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον! Ὁ Εὐαγγελινὸς ἐψέλλιζε μετὰ τῶν ἄλλων: Κύιε ἔησον! Κύιε ἔησον!

Καὶ ὕστερον, ὅταν ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, διαλύων τὴν ἀπαραίτητον ὁμίχλην τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, (ἥτις καθιστᾷ μελαψὴν μιγάδα τὴν ἡμέραν καὶ παμμέλαιναν ἀράβισσαν τὴν νύκτα), ὁ Εὐαγγελινὸς ἐξύπνησεν ἀπὸ τὰ βελάσματα τοῦ ἀρνίου, τὸ ὁποῖον ἡτοιμάζετο νὰ σφάξῃ διὰ τὴν οἰκογένειαν τοῦ καπετὰν Κομνιανοῦ ὁ γείτονας Νικόλας, ὁ σύζυγος τῆς Μηλιᾶς. Ὁ Εὐαγγελινὸς καὶ ἡ Μόρφω ἐξῆλθον εἰς τὸ προαύλιον. Τί ὡραῖον, τί ἥμερον, τί λευκόμαλλον ποὺ ἦτο τὸ ἀρνί! Καὶ πῶς ἐβέλαζε (μπέ! μπέ!) τὸ καημένο. Ἐν τούτοις δὲν ἐφαίνετο πολὺ δυσαρεστημένον, διότι ἔμελλε νὰ σφαγῇ. Καὶ ἄλλος Ἀμνὸς ἄμωμος, Ἀμνὸς αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ ἄλλος ἀτίμητος Ἀμνὸς ἐσφάγη…

Τὴν ἑσπέραν ἔφερεν οἴκαδε ὁ πατὴρ τὰς πασχαλινὰς λαμπάδας, ὡραίας, λεπτάς, περιτέχνους. Τί χαρά! τί θρίαμβος! φαντασθῆτε ὡραίας μικρὰς λαμπάδας, μὲ ἄνθη τεχνητά, μὲ χρυσόχαρτα. Ὁ Εὐαγγελινὸς ἤθελε νὰ πάρῃ τὴν τῆς ἀδελφῆς του, λέγων, ὅτι ἐκείνη εἶναι μεγαλυτέρα. Ἡ μήτηρ τοῦ τὴν ἔδωκεν, ἀλλ᾽ ὁ μικρὸς τὴν ἔσπασε, ἐκεῖ ποὺ ἔπαιζε μὲ αὐτήν, ἔσπασε καὶ τὴν ἰδικήν του, καὶ ὕστερον ἔβαλε τὰ κλάματα. Ὁ πατὴρ τοῦ ἠγόρασεν ἄλλην, ἀφοῦ τὸν ὑπεχρέωσε νὰ ὑποσχεθῇ ὅτι δὲν θὰ τὴν πιάσῃ εἰς τὴν χεῖρα, ἕως τὰ μεσάνυκτα, ὅταν θὰ ὑπάγουν εἰς τὴν Ἀνάστασιν. Ὁ μικρὸς ἀπεκοιμήθη κλαίων καὶ χαίρων.

Μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἀφοῦ ἔγινεν ἡ Ἀνάστασις, καὶ ἤστραψεν ὁ ναὸς ὅλος, ἤστραψε καὶ ἡ πλατεῖα ἀπὸ τὸ φῶς τῶν κηρίων, τὰ παιδία ἤρχισαν νὰ καίουν μετὰ κρότου σπίρτα καὶ μικρὰ πυροκρόταλα ἔξω εἰς τὸ πρόναον, καί τινες παῖδες δεκαετεῖς ἐπυροβόλουν μὲ μικρὰ πιστόλια, ἄλλοι ἔρριπτον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἐπὶ τῶν πλακῶν τοῦ ἐδάφους τὰ βαρέα καρφία μὲ τὰ καψύλια καταπτοοῦντες καὶ σκανδαλίζοντες τὰς πτωχὰς γραίας, αἵτινες, μεθ᾽ ὅλον τὸν διωγμὸν ὃν ἐκίνουν κατ᾽ αὐτῶν τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα κατ᾽ ἔτος οἱ ἐπίτροποι, ἀξιοῦντες νὰ περιορίσωσιν αὐτὰς εἰς τὸν γυναικωνίτην, οὐχ ἧττον ἐπέμενον καὶ παρεισέδυον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἀριστερά, εἰς τὴν μίαν κόγχην. Εἷς δ᾽ ἐπίτροπος τῆς ἐπάνω ἐνορίας, ἄνθρωπος προοδευτικός, βλέπων ὅτι ὅλοι οἱ ἐθελονταὶ ψάλται, νεανίαι εἰκοσαετεῖς, ἐφοίτων κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν κάτω ἐκκλησίαν, εἰς δὲ τὴν ἐπάνω ἠναγκάζοντο νὰ ψάλλωσιν οἱ ἱερεῖς, τί ἐσοφίσθη; Πιάνει καὶ ἀποσπᾷ ἀπὸ τὸν γυναικωνίτην τὰ καφάσια, τὰ δικτυωτά, δι᾽ ὧν ἐφράττοντο τέως αἱ γυναικεῖαι μορφαὶ ἀπὸ τῆς ὄψεως τῶν ἀνδρῶν, καὶ ἀφήνει τὸν γυναικωνίτην ἄφρακτον. Τότε διὰ μιᾶς ὅλοι οἱ εὐλαβεῖς καὶ μουσόληπτοι νεανίσκοι ἀφῆκαν τὴν κάτω ἐκκλησίαν ἔρημον ψαλτῶν κ᾽ ἔτρεξαν ὅλοι εἰς τὴν ἐπάνω.

Εἶτα τὰ μικρὰ παιδία καί τινες παιδίσκαι τετραετεῖς, μὲ τὰς κομψὰς ποικιλτὰς λαμπάδας, ἐτάχθησαν ἀνὰ τὸν χορόν, περὶ τὰ δύο ἀναλόγια, καὶ παρὰ τὸ εἰκονοστάσιον, καὶ ἤρχισαν νὰ θορυβῶσι, νὰ παίζωσι, νὰ στάζωσιν εἰς τοὺς λαιμοὺς ἀλλήλων, καὶ νὰ τσουγκρίζωσι τὰ αὐγά των. Καὶ ἓν παιδίον ἑξαετές, πονηρότερον τῶν ἄλλων (ἦτο ὁ υἱὸς τῆς Μηλιᾶς τῆς γειτόνισσας) εἶχε πλαστὸν αὐγὸν εἰς τὸν κόλπον του, πωρώδη λίθον στρογγυλευμένον κοκκινοβαφῆ, καὶ δι᾽ αὐτοῦ ἔσπαζε τὰ αὐγὰ ὅλων τῶν παιδιῶν, καὶ τὰ ἔπαιρνε, κατὰ τὴν συμφωνίαν, καὶ τὰ ἔτρωγε.

imagesCAHLZYM5

Μία παιδίσκη καὶ εἷς παῖς, πενταετής, ἤρχισαν νὰ φιλονικῶσι περὶ τοῦ τίνος ἡ λαμπάδα ἦτο εὐμορφοτέρα.

―Ὄχι, ἡ δική μου ἡ λαμπάδα εἶναι καλύτερη.

―Ὄχι, ἡ δική μου.

―Ἐμένα ὁ πατέρας μ᾽ τὴν ἐδιάλεξε, κ᾽ εἶναι πλιὸ καλή.

―Ἐμένα ἡ μάννα μ᾽ τὴν ἐστόλισε μοναχή της.

― Καὶ ξέρει νὰ κάμῃ λαμπάδες ἡ μάννα σ᾽;

―Ὄχι, δὲ ξέρει; Σὰν τὴ δική σ᾽!

― Τέτοια παλιολαμπάδα!

― Ναί, παλιολαμπάδα;… νά!…

― Νά κ᾽ ἐσύ!

― Νά κι ἄλλη μιά!

Καὶ ἤρχισαν νὰ τύπτουν ἀλύπητα τὰς κεφαλὰς ἀλλήλων μὲ τὰς λαμπάδας των, ἑωσοῦ ἔβαλαν τὰ κλάματα καὶ οἱ δύο.

Τὸ ἀπόγευμα πάλιν, ἀφοῦ ἐψάλη ἡ Β´ Ἀνάστασις κ᾽ ἔγινεν ἡ Ἀγάπη, ἐξῆλθαν ὅλοι εἰς τὴν πλατεῖαν κ᾽ ἐθεῶντο τὴν πυρπόλησιν τοῦ Ἑβραίου. Τί ἄσχημος καὶ τί εὐμορφοκαμωμένος ποὺ ἦτον ὁ Ἑβραῖος! Εἶχε μίαν χύτραν ὡς κεφαλήν, εἶχε καὶ λινάρι ὡς γένειον. Ἔφερε καὶ ζεῦγος γυαλιὰ (ἡ Μόρφω τὰ ἐνθυμεῖτο ὅλα), ὅμοια μ᾽ ἐκεῖνα ποὺ φορεῖ ἡ γραῖα μάμμη ὅταν ράπτῃ ἢ ἐμβαλώνῃ τὰ παλαιὰ ροῦχά της. Εἶχε κ᾽ ἕνα σακκούλι ἢ πουγγὶ κρεμασμένον εἰς τὸ ἀριστερὸν πλευρόν του. Ἐφόρει μακριά, μακριὰ φορέματα, παρδαλά, ραβδωτά! Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐκρέμασαν ὑψηλὰ ὑψηλά, ἕως ἑπτὰ ὀργυιὰς ἐπάνω, ἤρχισαν οἱ ἄνδρες νὰ τὸν ματιάζουν*, νὰ τὸν τουφεκίζουν ὅλοι, ἑωσότου τὸν ἔκαυσαν.

Καὶ ὕστερον ἡ μήτηρ ἔστρωσε τὴν τράπεζαν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ παρέθεσε τὰ αὐγὰ τὰ κόκκινα, τὸ τυρί, ποὺ εἶχε φέρει ἡ κουρούνα, καὶ τὸ ἀρνὶ τὸ ψημένο, καὶ τὰ παιδία ἐκάθισαν εἰς τὴν τράπεζαν καὶ ἤρχισαν νὰ τσουγκρίζουν τὰ αὐγά των. Τί χαρά! τί ἀγαλλίασις!

Ἐφέτος, δηλαδὴ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο τῆς δυστυχίας διὰ τὰ δύο ὀρφανά, δὲν ἦτο πλέον ἐκεῖ οὔτε ὁ πατήρ των, ὅστις ἔλειπεν, οὔτε ἡ μήτηρ των, ἥτις ἐπῆγε μακρύτερα ἀκόμη. Ἀντὶ τῶν δύο ἦτο ἡ γηραιὰ μάμμη, ρογχάζουσα ἐπὶ τῆς κλίνης καὶ γογγύζουσα. Ἀντὶ τῶν κοκκίνων αὐγῶν, ἦσαν αἱ φλέγουσαι ἐκ τοῦ πυρετοῦ παρειαί της. Ἀντὶ τῶν ἐπιχρύσων λαμπάδων, ἦσαν οἱ δύο τρεμοσβήνοντες καὶ βλοσυροὶ ὀφθαλμοί της. Ἀντὶ τῆς ἀθῴας χαρᾶς, ἀντὶ τῆς ἀφάτου εὐτυχίας τοῦ παιδικοῦ Πάσχα, ἦτο ἡ λύπη ἡ βαρεῖα, ἡ ἀνεπανόρθωτος συμφορά.

Εὐτυχῶς ἡ γρια-Κομνιανάκαινα δὲν ἀπέθανε, καὶ ὁ υἱός της ἔφθασεν ἀπόπασχα μὲ τὸ γολετί, καὶ ἤρχισε νὰ καλλωπίζηται καὶ νὰ στρίβῃ τὸν μύστακα ἀποβλέπων εἰς δεύτερον γάμον. Ἀλλά, διὰ τὰ δύο παιδία, τάχα θὰ ἐπανήρχετο πάλιν ἡ χαρὰ ἐκείνη, θ᾽ ἀνέτελλεν ἐκ νέου γλυκεῖα ἡ παιδικὴ Πασχαλιά; Διὰ τὸν Εὐαγγελινὸν ἴσως, διὰ τὴν Μόρφω ὅμως ποτέ. Αὕτη ᾐσθάνετο τὴν ἀπουσίαν τῆς μητρός της καὶ ἤξευρεν ὅτι δὲν ἔμελλε νὰ τὴν ἐπανίδῃ πλέον ἐπὶ τῆς γῆς.

Γλυκεῖα Πασχαλιά, ἡ μήτηρ τῆς χαρᾶς! Γλυκεῖα μήτηρ, τῆς Πασχαλιᾶς ἡ ἐνσάρκωσις!

Ἀλλ᾽ ὁ Χριστὸς ὑπεσχέθη νὰ πίῃ μὲ τοὺς ἐκλεκτούς του καινὸν τὸ γέννημα τῆς ἀμπέλου ἐν τῇ βασιλεία τοῦ Πατρός Του, καὶ οἱ ὑμνωδοὶ ἔψαλλον: «Ὦ Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον, Χριστέ! δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον σοῦ μετασχεῖν, ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς βασιλείας Σου!»

(1891)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
και για την αντιγραφή
Φουρόκατος

Απρίλιος 29, 2013 Posted by | Γενικά, Πολιτική και πολιτισμός | , , , | Σχολιάστε

Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΥΔΡΟΓΟΝΑΝΘΡΑΚΕΣ;

images

Τα κοιτάσματα διαφόρων περιοχών της Ελλάδας, και μεταξύ αυτών και της Κρήτης, έχουν αναχθεί σε μείζον θέμα, γεννώντας ελπίδες και δημιουργώντας προσδοκίες για ένα Ελληνικό Ελντοράντο που με τα αμύθητα έσοδα του θα μας βγάλει από την κρίση δίχως να χρειαστούν άλλες θυσίες.
Έτσι, γίνονται θέμα προτεραιότητας για την κοινή γνώμη, η οποία αποθέτει τις ελπίδες της για έξοδο από την κρίση στους υδρογονάνθρακες νοτίως της Κρήτης, μεταθέτοντας για τότε τις προσπάθειες για ανάκαμψη της οικονομίας.
Σίγουρα, τα κοιτάσματα είναι ένα θέμα με προοπτικές που πράγματι μπορεί να βοηθήσει την πατρίδα μας και το λαό μας. Κι ένα πολύ θετικό επακόλουθό του, είναι ότι ξεκίνησε σοβαρά τη συζήτηση περί ανακήρυξης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ), την οποία μέχρι τώρα οι κυβερνήσεις μας φοβούνται να ανακινήσουν λόγω Τουρκίας.
Όμως, τα κοιτάσματα δεν είναι αυτά που θα μας βγάλουν από την κρίση. Η όποια εκμετάλλευσή τους θα αρχίσει σε χρόνο κατά τον οποίο είτε θα έχομε βγει ήδη με τις δυνάμεις μας από αυτήν, είτε θα έχει ήδη παγιωθεί η Ελλάδα ως αποικία χρέους, οπότε τα οφέλη θα τα προσποριστούν άλλοι, κι όχι εμείς.
Η αντιμετώπιση όμως των εσόδων από τα κοιτάσματα ως κάτι που θα λύσει άμεσα το πρόβλημά μας, μας αποπροσανατολίζει από το στόχο μας, που θα πρέπει να είναι η ακύρωση του μνημονίου και η στροφή της χώρας σε μια παραγωγική κατεύθυνση μετά από δεκαετίες παρασιτισμού, δηλαδή η αλλαγή της οικονομικής δομής της χώρας.
Το λαϊκό κίνημα κατά του μνημονίου αποδυναμώνεται όταν η προσέγγιση του κόσμου στο θέμα συνοψίζεται στο ΄΄αύριο όλα θα φτιάξουν με τα κοιτάσματα, οπότε δε χρειάζονται τώρα αγώνες΄΄.

images AOZ
Το πρόβλημα όμως δε θα λυθεί μόνο του. Ακόμα κι αν άμεσα είχαμε έσοδα από τα κοιτάσματα, αυτά θα τα κατάπινε το παρασιτικό μοντέλο της οικονομίας μας.
Ακόμα κι αν σβηνότανε το χρέος, αύριο πάλι θα δημιουργούσαμε έλλειμμα. Ο στόχος είναι όμως να δημιουργούμε πλούτο με τη δουλειά μας, με την αξιοποίηση της γης μας και του μυαλού μας σε ένα κράτος που θα βοηθά τον πολίτη, όχι που θα του στήνει εμπόδια και θα τον στραγγαλίζει. Κι αυτό το στόχο θα τον πετύχουμε μόνο αν πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας, όταν αλλάξουμε την παρασιτική δομή της χώρας, όταν ακυρώσουμε τις πολιτικές του μνημονίου που μας κατάντησαν αποικία της Δύσης ξανά μετά το 1204.
Αυτός είναι ένας αγώνας και ενάντια στους εαυτούς μας, που θα πρέπει να ξεχάσουμε το βόλεμα του καιρού των επιδοτήσεων και του διορισμού στο Δημόσιο, και ενάντια στους ξένους που μας οδηγούν στην υποτέλεια, οικονομική (Δύση) και πολιτική – στρατιωτική (Τουρκία). Είναι ένας αγώνας που πρέπει να δοθεί ακόμα κι αν αυτή τη στιγμή δεν έχει πολιτική εκπροσώπηση, δεν τον εκφράζει κάποιο από τα κόμματα της Βουλής. Είναι όμως η πλειοψηφία του λαού μας που νοιώθει ότι πρέπει να τον δώσει. Αν αυτό επιτευχθεί, τους υδρογονάνθρακες θα τους διαχειριστεί μια χώρα αυτεξούσια, μια κυβέρνηση που θα υπηρετεί το λαό, ένα κράτος που θα προασπίζει τα συμφέροντά του.
Υπάρχει όμως κι ένα θέμα ακόμα που θα πρέπει να’ χομε στο μυαλό μας για τα κοιτάσματα της Κρήτης. Όταν έρθει η ώρα τους, θα δούμε πάλι να ανακινείται το θέμα της αυτονομίας. Αυτό που κόπασε τώρα, και λόγω της ελλείψεως στήριξης από τους Κρητικούς και λόγω του ότι οι ξένοι που το υποδαυλίζουν θεωρούν ότι μπορούν να αγοράσουν την Κρήτη φτηνότερα εν μέσω της Ελληνικής κρίσης, αναμένεται να ξαναπροβληθεί από τους ίδιους κύκλους. Κι εκεί θα πρέπει να είμαστε σε επαγρύπνηση.
Τους υδρογονάνθρακες, όπως και κάθε πλούτο της χώρας μας, πρέπει να τους εντάξομε σε μια δομή παραγωγική που μόνο εμείς θα δημιουργήσομε. Αλλιώς, δε θα μας βοηθήσουν, ούτε θα είναι δικοί μας.

Ιανουαρίου 24, 2013 Posted by | Γενικά, Κείμενα για την Κρήτη, Πολιτική και πολιτισμός | , , , | Σχολιάστε

O ΑΛΙΒΑΝΙΣΤΟΣ

Αφού εβάδισαν επί τινά ώραν, ανά την βαθείαν σύνδενδρον κοιλάδα, η θειά Μολώτα, κ’ η Φωλιώ της Πέρδικας, κ’ η Αφέντρα της Σταματηρίζενας, τέλος έφθασαν εις το Δασκαλειό. Αι τελευταίαι ακτίνες του ηλίου εχρύσωναν ακόμη τας δύο ράχεις, ένθεν και ένθεν της κοιλάδος. Κάτω, εις το δάσος το πυκνόν, βαθεία σκιά ηπλούτο. Κορμοί κισσοστεφείς και κλώνες χιαστοί εσχημάτιζον ανήλια συμπλέγματα, όπου μεταξύ των φύλλων ηκούοντο ατελείωτοι ψιθυρισμοί ερώτων. Ευτυχώς το δάσος ενομίζετο κοινώς ως στοιχειωμένον, άλλως θα το είχε καταστρέψει κι’ αυτό προ πολλού ο πέλεκυς του υλοτόμου. Αι τρεις γυναίκες επάτουν πότε επί βρύων μαλακών, πότε επί λίθων και χαλίκων του ανωμάλου εδάφους. Η ψυχή κ’ η καρδούλα των εδροσίσθη, όταν έφθασαν εις την βρύσιν του Δασκαλειού.
Το δροσερόν νάμα εξέρχεται από μίαν σπηλιάν, περνά από μίαν κουφάλαν χιλιετούς δένδρου, εις την ρίζαν του οποίου βαθεία γούρνα σχηματίζεται. Όλος ο βράχος άνωθεν στάζει ωσάν από ρευστούς μαργαρίτας, και το γλυκύ κελάρυσμα του νερού αναμιγνύεται με το λάλον μινύρισμα των κοσσύφων. Η θεια Μολώτα, αφού έπιεν άφθονον νερόν, αφήσασα ευφρόσυνον στεναγμόν αναψυχής, εκάθισεν επί χθαμαλού βράχου διά να ξαποστάση. Αι δύο άλλαι έβαλαν εις την βρύσιν, παρά την ρίζαν του δένδρου, τις στάμνες και τα κανάτια, τα οποία έφεραν μαζύ των, διά να τα γεμίσουν. Είτα, αφού έπιαν και αυταί νερόν, εκάθισαν η μία παραπλεύρως της γραίας, η άλλη κατέναντι, κι’ άρχισαν να ομιλούν.
– Πώς αλγεί ‘παπάς; είπεν η Θεια Μολώτα.
Η γραία ήτο ιδιόρρυθμος εις την γλώσσαν της. Ετραύλιζε και απέκοπτεν όχι μόνον συλλαβάς, αλλά τα άρθρα και άλλα μόρια.
– Νύχτωσε, θα ‘πω! προσέθηκεν η Φωλιώ.
– Τα, τι λογάτε; επέφερεν η Αφέντρα.
Ευρίσκοντο κ’ αι τρεις, από της ημέρας εκείνης του Μεγάλου Σαββάτου, εις τον Αϊ-Γιάννη, στον Ασέληνο. Ήτον έρημον παλαιόν μοναστηράκι. Είχε γνωσθή ότι ο παπα-Γαρόφαλος ο Σωσμένος, εις εκ των ιερέων της πόλεως, θα ήρχετο εις τον Αϊ-Γιάννην, στον Ασέληνον, διά να κάμη Πάσχα εις τους αιγοβοσκούς των αγρίων εκείνων μερών. Αι τρεις αυταί, και τινά άλλα πρόσωπα από την πόλιν, αγαπώντα την εξοχήν, είχον έλθη, χάριν του Πάσχα, πριν να ξεκινήση ο παπάς. Αλλ’ όμως ενύκτωνεν ήδη, και ο παπα-Γαρόφαλος δεν είχε φανή ακόμη.
– Είνε αργοστόλιστος, θα ‘πω, επέφερεν η Φωλιώ η Πέρδικα.
– Ναι, είδες πώς αργεί να ‘ντυθή; υπέλαβεν ερμηνεύουσα κατά γράμμα τον λόγον η Αφέντρα της Σταματηρίζενας. Και καμμιά φορά βάζει και στραβά την «αλλαή» του.
Ωνόμαζεν ούτω το φελόνιον. Αι τρεις γυναίκες είχον έλθη από τον Αϊ-Γιάννην, απέχοντα ως τετάρτου της ώρας δρόμον, διά να γεμίσουν τα σταμνιά στο Δασκαλειό, επειδή η μικρά βρύσις του παλαιού ησυχαστηρίου, κάτω από τον ναΐσκον, είχε χαλάσει, και σχεδόν είχε χαθή το νερόν. Έμελλον δε να επιστρέψουν αμέσως εις τον Αϊ-Γιάννην. Αλλά, με την ομιλίαν, αργοπορούσαν.
Τέλος, αι δύο εσηκώθησαν, έκυψαν διά να φορτωθούν τ’ αγγεία, και ήσαν έτοιμαι προς αναχώρησιν.
Αλλά την στιγμήν εκείνην, ζωηρά φωνή ηκούσθη από το κάτω μέρος, ανάμεσ’ από τα δένδρα.
– Σ’ έσκιαξα, θεια Μολώτα! είπεν η φωνή.
Είτα καγχασμός ήχησε, κ’ ευθύς επαρουσιάσθη εις νέος υψηλός, αμύστακος, ως δεκαέξ ετών, κρατών κάτω του στέρνου του κάτι ως διπλωμένον και τυλιγμένον πράγμα.
– Α! κακό να μην έχης! έκραξεν η Φωλιώ. Εσύ ‘σαι, αρέ Σταμάτη;
Δεν είχε νυκτώσει ακόμη καλά, κ’ αι γυναίκες είδαν τα χαρακτηριστικά του, αφού πρώτον είχαν γνωρίσει την φωνήν του. Ήτον ο Σταμάτης το Τρυγονάκι, μάγκας ορφανός παιδιόθεν, καλόκαρδος, βολικός, όστις έζη εκτελών θελήματα ανά την πόλιν. Όταν όμως ήτο πουθενά εξοχικόν πανηγύρι, άφηνεν όλες τις δουλειές του, κ’ έτρεχε πρώτος μεταξύ όλων των πανηγυριστών.
– Να, απ’ τον Ασέληνο έρχομαι, είπεν ο νέος… φορτωμένος πράμματα, θάμματα… κυττάξετε!
Έθεσε την δεξιάν χείρα εντός του τυλιγμένου πανίου, το οποίον εκράτει, έλαβεν ένα μαύρον πράγμα, και, θέλων να παίξη, το έρριψεν εις την ποδιάν της Μολώτας, ήτις εκάθητο ακόμη επί της πέτρας.
– Ά! φωτιά που σ’ ε!… έκαμεν αύτη, αναπηδήσασα ορθή, και τινάζουσα την ποδιάν της.
Το πράγμα, το οποίον της είχε ρίψει ο Σταμάτης, ήτο τεράστιος ζωντανός κάβουρας. Ο νέος είχε κατέλθη προ δύο ωρών εις τον Μικρόν Ασέληνον. Ούτως ωνομάζετο ο δυτικός αιγιαλός, μικρά αγκάλη, αντικρύζουσα το Πήλιον. Εκεί είχε γεμίσει το προσόψιον, το οποίον είχε περιζωσμένον εις την μέσην του, από κοχύλια, πεταλίδες και καβούρια.
– Αρέ, ζουρλάθηκες; είπεν αυστηρώς η Αφέντρα. Να κάμης την οικοκυρά να κόψη το αίμα της!

Ο Σταμάτης και πάλιν εκάγχασε.
– Να με συμπαθάς, θεια Μολώτα, είπε. Σα χωριάτης πούμαι, έσφαλα. Θέλησα να σου χαρίσω αυτό το καβούρι, για να κάμης μεζέ απόψε, και με τον τρόπο που σου τώρριξα στην ποδιά σου, σ’ ετρόμαξα.
– Δεν τλώου καβούλγια, είπεν η Μολώτα. Θα μεταλάβου!
– Αλήθεια; Τότε, το χαρίζω της Πέρδικας.
– Μεγαλοσαββατιάτικα, καβούρια θα φάω; είπεν η Φωλιώ.
– Τότε, ας το παρ’ η Σταματρίζενα, είπεν ο Σταμάτης.
– Να καβουρώσης και κάβουρας να γένης! απήντησεν η Αφέντρα.
– Μωρέ, ευχή που μου δίνεις! είπεν ο Σταμάτης. Ακούς! να ήμουν κάβουρας! Πώς θα περπατούσα τάχα;
– Και άμα είπεν, έκυψε και άρχισε να κάμνη λοξά πατήματα, μεταξύ των τριών γυναικών. Με την κεφαλήν του εκτύπησε το πλευρόν τής Μολώτας, με την πλάτην του έπληξε τον αγκώνα τής Φωλιώς, και με την πτέρναν του επάτησε την γόβα τής Αφέντρας.
Αι τρεις γυναίκες, μισοθυμωμέναι, εγέλασαν.
– Ζουρλάθηκες, βλέπω: δεν είσαι καλά! είπεν η Αφέντρα.
Και σηκώσασα με την αριστεράν χείρα το κανάτι της, εκολάφισεν ελαφρά την κεφαλήν του Σταμάτη, όστις εφάνη να εγοητεύθη.
– Ω! τι δροσιά, μωρέ Σταματρίζενα! είπε. Δώσε μου άλλη μια!
– Πάμε! νυχτώσαμε, έκαμεν εις απάντησιν η Αφέντρα.
Και πάραυτα εξεκίνησαν. Τότε ο Σταμάτης, αφού έδραξε, χωρίς να είπη τίποτε, την μεγάλην στάμναν, την οποία άλλως θα εφορτώνετο η Αφέντρα, εφιλοτιμήθη να τρέξη πρώτος, ως εμπροσθοφυλακή. Εις τον δρόμον άρχισε να διηγήται.
– Να ξέρατε ποιον ηύρα, τώρα, στο δρόμο π’ ανέβαινα… πριν σας ενταμώσω στη βρύσι.
– Ποιον ηύρες, είπεν η Αφέντρα. Τον Μπαμπάο, ή τον Αράπη, ή τον Εξαποδώ;
– Ηύρα τον Αλιβάνιστο!
– Αλήθεια; για ‘πές μας.
Άμα ήκουσε το όνομα τούτο η θεια Μολώτα, έκαμεν ακούσιον κίνημα, και με δύο βήματα ήλλαξε θέσιν εις τον δρόμον, κ’ ετάχθη εξ’ αριστερών του Σταμάτη, διά ν’ ακούη καλλίτερα, επειδή ήτο κωφή από το εν ους. Ο νέος διηγήθη ότι εις την άκρην του βουνού, όχι μακράν τής ακτής, είχε περάσει από την κατοικίαν του αλλοκότου εκείνου ανθρώπου, όστις από τριάκοντα ετών δεν είχε κατέλθη εις την πόλιν, κ’ εμόναζεν εις μίαν καλύβην, ή μάλλον σπηλιάν, της οποίας το στόμιον είχε κτίσει με τας χείρας του. Έβοσκεν ολίγας αίγας, και δεν συνανεστρέφετο κανένα άνθρωπον, παρά μόνον τον Μπαρέκον, τον μέγαν αιγοτρόφον του βουνού, όστις είχε κοπάδι από χίλια γίδια. Εις αυτόν έδιδε το ολίγον γάλα του, λαμβάνων ως αντάλλαγμα ολίγα παξιμάδια, παστά οψάρια, και πότε κανέν τρίχινον φόρεμα ή μάλλινον σκέπασμα.
– Άμα με είδεν, είπεν ο Σταμάτης, έκαμε να κρυφτή. Εγώ έτρεξα κατόπι του, τον εχαιρέτισα, και, για να τον φουρκίσω, άρχισα να τον λιβανίζω μ’ αυτήν την πετσέτα, που κουδούνιζαν μέσα οι πεταλίδες… Να, πώς του έκαμα!
Και αποσπάσας την ποδιάν, την περιέχουσαν τα θαλασσινά είδη, από την μέσην του, έκαμε πως λιβανίζει μ’ αυτό την θειά Μολώτα, ήτις αφήκεν άναρθρον κραυγήν διαμαρτυρίας.

– Έλα! θα ησυχάσης, βρε πειρασμέ; έκραξεν οργίλη η Αφέντρα.
Εις τον Αϊ-Γιάννην, άμα ενύκτωσε, είχε φθάσει με όλον το ασκέρι του, γυναίκα, παιδιά και παραγυιούς του, ο μεγαλοβοσκός Γιάννης ο Μπαρέκος, καθώς κι ο Κώστας ο Πηλιώτης, άλλος τσομπάνος με την φαμίλια του, κι’ ο Αγγελής ο Πολύχρονος, με όλον το όρδινό του. Είχαν ανάψει μεγάλην φωτιά, κ’ εκάθισαν εις το ύπαιθρον, παρά τον βόρειον τοίχον του ναΐσκου, και διηγούντο παλαιά χρονικά του ποιμενικού κόσμου, κ’ εκύτταζαν τους αστερισμούς και την Πούλια, πότε θα φθάση στην μέσην τ’ ουρανού, διά να είνε μεσάνυχτα, και πότε θα φθάση, εις εν δυτικόν σημείον, διά να φέξη. Κ’ επερίμεναν τον παπάν, πότε να έλθη, διά να τους κάμη Ανάστασιν. Ήτον δε μεσάνυχτα ήδη, και ο παπάς δεν είχεν έλθη.
– Καθώς τ’ ομολογάει η φλάσκα… έλεγεν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.
– Να τώξερε κανείς, να πήγαινε στη χώρα, είπεν ο Κώστας ο Πηλιώτης.
– Ο παπα-Γαρόφαλος, αν θα ‘ρθη με το φεγγάρι, παρετήρησεν ο Μπαρέκος. Για κυττάξτε!
Έδειχνεν υψηλά εις το βουνόν, όπου αι κορυφαί των δένδρων είχαν αρχίσει να καταλάμπωνται από το αργυρούν φέγγος. Ήτο ήδη περί το τελευταίον τέταρτον.
Την ιδίαν στιγμήν έφθασεν ο Σταμάτης. Ούτος προ ώρας είχε γείνη άφαντος, χωρίς κανείς να προσέξη εις τούτο. Ο νέος είχεν αναβή υψηλά εις το βουνόν, διά να κατοπτεύση και ακροασθή αν θα ηκούετο ή θα εφαίνετο πουθενά ο παπάς.
Άμα επέστρεψεν, ένευσεν εις τον Μπαρέκον και τους άλλους να εξέλθουν μαζύ του από το περίβολον.
– Τι τρέχει;
– Ελάτε• κάτι φωνές ακούω. Βάζω στοίχημα!…
Ο Μπαρέκος και ο Κώστας ο Πηλιώτης τον ηκολούθησαν, και απεμακρύνθησαν διακόσια βήματα, κατά τον ανήφορον. Εκεί ήκουσαν τω όντι ήχους τινάς να ανέρχωνται βαθειά από το ρεύμα κάτω, προς το Δασκαλειό και τον Ασέληνον.
– Τί να είνε;
– Βάζω στοίχημα πως ο παπα-Γαρόφαλος έχασε το δρόμο, είπεν ο Σταμάτης.
– Τί θέλει αποκεί, κατά τον Ασέληνο;
– Γνώρισα τη φωνή του, είπεν ο Σταμάτης. Θα ήρθε από τον άλλον δρόμο, απ’ τα χωράφια, κ’ ύστερα έπεσε μέσα στ’ ορμάνι, κ’ εχάθηκε.
Οι δυο βοσκοί κι’ ο Σταμάτης, κι’ ο Πολύχρονος, όστις έτρεξε κατόπιν των, ανήλθον την οφρύν του βουνού, και απήντησαν διά φωνών εις τας ηχούς τας οποίας ήκουον.
– Ελάτε!… Εδώ είμαστε!… έκραξε με στεντορείαν φωνήν ο Σταμάτης.
– Μα πώς, δεν βλέπουν κοτζάμ φωτιά; είπεν εν απορία ο Πηλιώτης.
– Θα έχουν πέση μέσα ‘σε κακοτοπιά, στον ήσκιο του βουνού. Το φεγγάρι δεν ψήλωσε ακόμα.
– Πάω να φέρω το φανάρι! έκραξεν ο Σταμάτης.
Κ’ έτρεξε κάτω, εις τον περίβολον του Αϊ-Γιαννιού, οπόθεν επανήλθε μετ’ ολίγον φέρων φανάρι αναμμένον. Ο Σταμάτης κρατών τούτο, επροπορεύθη, και οι τρεις άνδρες τον ηκολούθησαν εν μέσω του δάσους. Μετ’ ολίγα λεπτά αι φωναί ηκούοντο πλησιέστεραι, και τέλος, εφάνη ο παπάς, ακολουθούμενος από τον ανεψιόν, τον βοηθόν του, σύροντα από την τριχιάν ένα γαϊδουράκι, επάνω εις το οποίον ήσαν φορτωμένα τα «ιερά» του παπά. Αλλά τελευταία όλων εφάνη και μία σκιά, ήτις εφαίνετο αποφεύγουσα ν’ αντικρύση το φως του φαναριού.
– Μπα! έκαμε γελών ο Σταμάτης. Και σιγά προς τον Μπαρέκον εψιθύρισεν:
– Ο Αλιβάνιστος!
– Μεγάλο θάμμα! είπεν ο Μπαρέκος.
– Πώς έκαμες, βλοημένε κ’ έχασες τον δρόμο; ηρώτησε τον παπάν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.
– Μη ρωτάτε… θέλησα να πάω απ’ τον άλλο δρόμο,… απ’ τα ‘Ρόγγια… είπεν ασθμαίνων ο παπάς• ήθελα να ιδώ το χωράφι•… είπε να το σπείρη, κείνος ο Ντανάκιας και τ’ άφησε άσπαρτο… κ’ εγώ χαμπάρι δεν είχα, τόσους μήνες τώρα… Ας είνε καλά ο άνθρωπος… Είχα και δυο τρεις αγιασμούς να κάμω, κ’ ενύχτωσα… Καλά που έπεσα κοντά στο καλυβάκι του μπαρμπα-Κόλια εδώ (δεικνύων τον καλούμενον Αλιβάνιστον), και μ’ εβοήθησε να βρω το δρόμο! …Ας έχη την ευχή!
Ο παπα-Γαρόφαλος εδείκνυεν εκείνον, τον οποίον απεκάλει μπαρμπα-Κόλιαν, όστις όμως, ως αληθής σκιά είχεν αρχίσει να γλιστρά όπισθεν των δένδρων, και ν’ απομακρύνεται.
Ο Μπαρέκος, τρέξας, τον έδραξεν ισχυρώς από τον βραχίονα.
– Πού πας, μπαρμπα-Κόλια; είπε. Τώρα δε σ’ αφήνουμε… τελείωσε! Φέτος θα κάμωμε Ανάστασι μαζύ!…

Ο Σταμάτης, μη δυνάμενος να κρατήση τα γέλοια, άρχισε να κάμνη με το φανάρι το οποίον εκράτει, κινήματα ως να ελιβάνιζε, προς το βάθος εις το μέρος όπου ίστατο το σύμπλεγμα του Μπαρέκου και του μπαρμπα-Κόλια.
Ο γέρων εφαίνετο αληθής λυκάνθρωπος. Εφόρει είδος ράσου, απροσδιορίστου χρώματος, και μαύρην σκούφιαν, είχε μακράν κόμην, μαύρην ακόμη, και ψαρά, σγουρά γένεια. Εδυσανασχέτει διότι τον εκράτει με την ρωμαλέαν χείρα του ο Μπαρέκος, κ’ ήθελε να φύγη.
– Άφσε με, να ζήσης! Δεν μπορώ!… τι Ανάστασι να κάμω ‘γω… τι με θέλετ’ εμένα… Εσείς κάμετε Ανάστασι. Με γεια σας, με χαρά σας!… Πάω στο καλύβι μου, ‘γω!
Τότε ο παπα-Γαρόφαλος έλαβε τον λόγον•
– Νάχης την ευχή του Χριστού, παιδί μου! Έλα! … Να πάρης ευλογία! … Να μοσχοβολήσ’ η ψυχή σου! Έλα ν’ απολάψης τη χαρά του Χριστού μας! Μην αδικής τον εαυτόν σου! Μην κάνης του εχτρού το θέλημα! … Πάτα τον πειρασμό! Έλα, Κόλια! Έλα, Νικόλαε, έλα! Νικόλαε μακάριε! Ο άγιος Νικόλαος να σε φωτίση!
Ο μπάρμπα-Κόλιας ήθελε να έλθη, αλλ’ εντρέποντο. Επαραξενεύετο πολύ. Θα επεθύμει να τον απήγον διά της βίας.
Ο Μπαρέκος, ως να είχεν εισδύσει εις τα ενδόμυχα τής ψυχής του, έκραξε τους δύο άλλους βοσκούς πλησίον του. Ούτοι, ημιπαίζοντες, ημισπουδάζοντες, έβαλαν τας χείρας των εις τους βραχίονας και τας ωμοπλάτας του Κόλια. Εν πομπή και παρατάξει τον απήγαγον, κάτω νεύοντα, επιθυμούντα ν’ ακολουθήση, και τείνοντα ν’ αποσκιρτήση.
Όταν έφθασαν εις τον Αϊ-Γιάννην, παράδοξον πράγμα συνέβη. Η θεια Μολώτα, καθώς εκάθητο έξωθεν του ναού, άμα είδε τον Κόλιαν, εταράχθη νευρικώς, εστράφη βιαίως προς τον τοίχον του ναού. Η Αφέντρα, ήτις ήτον στο πλάγι της, την είδε, και ενόησεν ότι κάτι συνέβαινε•
– Τι έχεις, θεια Μολώτα;
Η γραία τής ένευσε να σιωπήση. Εν τοσούτω, αφού η συνοδία επροχώρησεν εις το κέντρον του περιβόλου, η Μολώτα έρριψε πλάγιον βλέμμα προς το σύμπλεγμα των ανδρών, κ’ εκατέβασε χαμηλά την μαύρην μανδήλαν της, έκρυψε τα οφρύδια, τους κροτάφους, και με τα τσουλούφια της κόμης της, και με τα κλωνιά της μανδήλας, εκάλυψε το κατωσάγονον και τα μάγουλα.
Η Αφέντρα την εκύτταζε με άπληστον περιέργειαν.
– Τί έπαθες, θειά Μολώτα; ηρώτησε και πάλιν.
– Σώπα, σ’ λένε! εψιθύρισεν η Μολώτα.
Ευθύς τότε ο παπάς εισήλθεν εις τον ναΐσκον, τον οποίον ο Σταμάτης, από την ημέραν, πριν να πάγη ακόμα διά πεταλίδας και καβούρια, είχε στολίσει με δάφνας και μυρσίνας, και όστις ήστραπτεν από κοσμιότητα και καθαριότητα.
Ο ιερεύς έβαλεν Ευλογητόν, και μαζύ με τον ανεψιόν του άρχισε να ψάλλη το «Κύματι θαλάσσης». Η Αφέντρα, η Φωλιώ, κ’ αι γυναίκες και τα θυγάτρια των ποιμένων, εισήλθον εις τον ναόν, κ’ εκόλλησαν πολλά κηρία εις τα μανουάλια.
Η Μολώτα έμενε παραπίσω. Ήθελε να ιδή αν ο μπαρμπα-Κόλιας, ο Αλιβάνιστος, θα εισήρχετο εις τον ναόν ή όχι. Ο Κόλιας καταρχάς επέμενε να μένη έξω, επί προφάσει ότι θα εβοήθει τους δύο παραγυιούς του Μπαρέκου εις το σούβλισμα και ψήσιμον των αρνίων, διά τα οποία ετοίμαζαν μεγάλην φωτιάν. Ο Μπαρέκος όμως εφοβήθη μήπως «το στρίψη», και τον εβίασε να εισέλθη εις τον ναόν μαζύ του, λέγων ότι «ο μουσαφίρης δεν κάνει ‘πηρεσία».
Τότε η Μολώτα έμεινεν απ’ έξω, μισοκρυμμένη εις τον παραστάτην της θύρας του ναού και κυττάζουσα λαθραίως μέσα. Όταν εβγήκαν όλοι λαμπαδηφορούντες εις το ύπαιθρον, διά να κάμουν Ανάστασιν, αύτη απελθούσα εκρύβη εις την βορειανατολικήν γωνίαν, σιμά εις την θυρίδα τής Προσκομιδής. Εκείθεν ήκουσε κι’ αυτή το «Χριστός ανέστη».
Όταν το πλήθος εισήλθε πάλιν εις τον ναόν, με το «Αναστάσεως ημέρα», το γοργόν εμβατήριον, η Αφέντρα της Σταματηρίζενας έμεινε παραπίσω και ήλθε πλησίον τής Μολώτας.
– Γιατί δεν έρχεσαι μέσ’ στην εκκλησιά; της είπε. Λεχώνα είσαι;
– Σύλε, πιδί μ’, ακούσης καλό λόγο• της είπεν η Μολώτα. Άφσ’ εμένα.
– Μα τί έχεις;
– Τίποτα.
– Επέμεινε.
– Θα μου πης τί έχεις;
Η γραία ανένευσε, και απεμακρύνθη απ’ αυτής. Η Αφέντρα ηναγκάσθη ν’ απέλθη. Μετ’ ολίγην όμως ώραν, όταν άρχισεν ο Ασπασμός, η Μολώτα επλησίασεν εις την θύραν του ναού, κ’ ένευσεν εις την Αφέντραν να εξέλθη. Την έφερεν εις την ιδίαν και πριν θέσιν, αριστερόθεν του ναού.
– Τώλα, εγώ πώς θα μεταλάβου; της λέγει.
– Γιατί; τί τρέχει;
– Τώλα, δε φιλούν Βγαγγέλιο κι Ανάστασι;
– Ναι.
– Πώς να πάω ‘γω ν’ ανησπαστώ;
– Πώς θα πας; Με τα ποδάρια σ’, είπεν η Αφέντρα.
– Είδες κείνον άθλωπο;
– Ποιόν;
– Κόλια;
– Τον Αλιβάνιστο; Ε, τί;
Η Μολώτα έκυψεν, εταπείνωσε την φωνήν και είπε:
– Σαν ήμουν εγώ μικλό κολίτσι, αυτός μ’ ήθελε γυναίκα. Πλιν αλλωστήσω, κι πιαστή φωνή μου, μ’ ηύλε σουλουπώματα, πηγάδι, στενό σοκάκι, μ’ ε… (έκυψεν εις το ους της Αφέντρας, κ’ εψιθύρισε με φωνήν μόλις ακουομένην) μ’ εφίλησε…
Η Αφέντρα έπνιξε βαθύν, αργυρόηχον γέλωτα. Η γραία επανέλαβε:
– Πατέλας δεν τον ήθελε γαμπλό. Πήλα άλλον. Χήλεψα. Αυτός, είπαν, πήλε καϋμό, πήγε βουνά, αγλίεψε, δεν πάτησ’ εκκλησιά… Εγώ έχω το κλίμα.
Η Αφέντρα ενόησεν αμέσως την απλοϊκήν ευσυνειδησίαν της γραίας.
– Ε, καλά, είπε• να που τον ηύρες τώρα, στην Ανάστασι. Ώρα του Ασπασμού, της αγάπης είναι. Να σχωρεθής, να το πης του παπά, και θα σ’ αφήση να μεταλάβης.
Η Μολώτα ηκολούθησε κατά γράμμα την συμβουλήν τής Αφέντρας. Εισήλθεν εις τον ναόν, ησπάσθη το Ευαγγέλιον και την Ανάστασιν, είτα εζήτησε συγχώρησιν από τον Κόλιαν.
Ακολούθως, την ώραν του Κοινωνικού, επλησίασε μαζύ με τας αλλάς γυναίκας εις την βορείαν πύλην του ιερού, όπου ο ιερεύς ανέγνωσεν επί των κεφαλών των την συγχωρητικήν ευχήν, ενώ ο μικρός ψάλτης εμινύριζε το «Σώμα Χριστού μεταλάβετε».
Μετά την Απόλυσιν, άμα οι άνδρες εξήλθον, ο Σταμάτης συναντήσας τον Κόλιαν τον εχαιρέτισε:
– Χριστός ανέστη, μπάρμπα-Κόλια! Καλή ώρα ήτον που σ’ ηύρα χτες.
Και ο γέρων ερημίτης απήντησεν:
– Αληθώς ανέστη, βρε! Δεν είμαι αλιβάνιστος!

Α. Παπαδιαμάντης

και για την αντιγραφή
Φουρόκατος

Απρίλιος 10, 2012 Posted by | Γενικά | , , , , | Σχολιάστε

1821

Αυτό που μας έχει μείνει σήμερα σα λαός, μέσα στην κρίση, ηθική πρώτα και οικονομική μετά που περνούμε, είναι η αντιστασιακή μας παράδοση. Από αυτή μπορούμε να αντλήσομε διδάγματα για το σήμερα, αυτή μπορεί να μας δώσει ελπίδα για το αύριο. Αυτή, στηριγμένη στις αξίες του λαού μας που σήμερα υποχωρούν μπροστά στην επέλαση του ατομικισμού, μπορεί να μας δώσει τα κλειδιά για να ξαναβρούμε τους εαυτούς μας, αυτό που ήμασταν κάποτε: Αλληλέγγυοι μεταξύ μας, αυτάρκεις, παραγωγικοί, ολιγαρκείς, ελεύθεροι στο πνεύμα, προϋπόθεση το τελευταίο για να γίνομε τελικά ελεύθεροι και στη ζωή.

 

Αυτή η παράδοση επομένως πρέπει να σταματήσει να είναι σημείο αναφοράς μας, προκειμένου να ξαναγίνομε ραγιάδες. Ήδη έχομε γίνει υποτελείς πολλώ λογιώ: Υποτελείς στην Τουρκία, που δε μας επιτρέπει ούτε να ανακηρύξομε Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Υποτελείς στους διεθνείς χρηματοδοτικούς οργανισμούς, που ελέγχουν την οικονομία και τη ζωή μας. Υποτελείς στη βούληση των ισχυρών, που ούτε να διαπραγματευτούμε δε μας αφήνουν. Υποτελείς στην επιλεκτική ειδησεογραφία των ΜΜΕ και των κατευθυνόμενων «νέων». Υποτελείς στη Νέα Τάξη και στην προσπάθειά της να διαλύσει τις τοπικές κοινωνίες. Υποτελείς πάνω απ’ όλα στο μικρόψυχο συμφέρον μας, που δε μας αφήνει να δούμε πέρα από τη μύτη μας, που μας καθιστά πελάτες και κόλακες ανίκανων κομμάτων και πολιτικών, που μας οδηγεί στην απώλεια της αξιοπρέπειας και του φιλότιμού μας.

 

Το μόνο που μας έχει μείνει, ξεθωριασμένη ανάμνηση αλλά ακόμα παρούσα, είναι το αντιστασιακό μας φρόνημα. Κι αυτό μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στην ολοκλήρωση της μετάλλαξής μας σε καταναλωτές στο εσωτερικό, καρπαζοεισπράκτορες στο εξωτερικό. Πρέπει λοιπόν να κοπεί ο ομφάλιος λώρος που μας δένει μ’ αυτήν, να δεχτούμε ότι ποτέ κάτι τέτοιο δεν υπήρξε.

 

Το έργο της συκοφάντησης και αποδόμησης του αντιστασιακού μας ήθους, αλλά και της διαχρονικής εμφάνισής του ως αναγκαίας αρετής του λαού μας προκειμένου να αποφύγει την εξαφάνισή του ανάμεσα στις μυλόπετρες της Ανατολής και της Δύσης, το έχουν αναλάβει καθεστωτικοί ιστορικοί, αφειδώς χρηματοδοτούμενοι από ξένους οργανισμούς και ντόπιους υπηρέτες τους. Εκφράζεται με κάθε τρόπο, με πρόσχημα την «αληθή» ανάγνωση «μύθων» περί την ύπαρξή μας, την επανάστασή μας, την πορεία μας στο χρόνο. Η μέχρι τώρα ιστορία μας αντιμετωπίζεται ως κατασκευή ιδεολογικών μηχανισμών του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και της προεπαναστατικής περιόδου, η ταυτότητα και η συνέχειά μας αμφισβητείται, η τουρκοκρατία εξιδανικεύεται ως περίοδος αρμονικής πολυπολιτισμικής συνύπαρξης υπόδουλων και δυναστών.

 

Μετά το βιβλίο ιστορίας της 6ης δημοτικού, που αποσύρθηκε μετά τη λαϊκή αντίδραση, οι νεοταξικοί ιστορικοί έρχονται να αμφισβητήσουν την επανάσταση του 1821. Με ένα ντοκυμανταίρ επιστημονικοφανές, με χρήση τελευταίας τεχνολογίας μέσων που εξασφαλίζουν ένα υψηλό ποιοτικό αποτέλεσμα, ο ΣΚΑΙ, χρηματοδοτούμενος από τις καταθέσεις μας στην Εθνική Τράπεζα (όχι πια της Ελλάδος), παρουσιάζει μια νέα ανάγνωση της Επανάστασης του 21. Δεν υπάρχει εδώ τουρκική καταπίεση, δεν υπάρχει σύνδεση με τη θρησκεία, δεν υπάρχουν Έλληνες που ξεσηκώθηκαν κατά Τούρκων. Υπάρχουν κοινότητες ληστρικές που καταπιέζουν τα μέλη τους, ανεκτική κεντρική εξουσία και καταπιεστικοί ‘Ελληνες κοτζαμπάσηδες, ως αντίδραση στους οποίους ξεσηκωνόμαστε κατά των Τούρκων!

Κι όμως το 1821 ήταν η επανάσταση των σκλάβων κατά του δυνάστη τους. Ήταν η έφοδος των ξυπόλητων στον ουρανό, η λατρεία της ελευθερίας και η απόφαση να ορίζομε τα του οίκου μας με περηφάνεια και αυτοθυσία. Κι αυτό το μήνυμα της επανάστασης σήμερα είναι ακόμα πιο επίκαιρο.

 

Γιατί οι Τούρκοι ξανάρθανε. Γιατί η σημερινή Ιερά Συμμαχία μας μάχεται. Γιατί προσπαθούν ιδεολογικά να μας υποτάξουν στιγματίζοντας ως φασίστα όποιον είναι πατριώτης, όποιον μιλάει για αυτοδιάθεση του λαού μας σε ένα χώρο που ελευθέρωσε με το αίμα του και καλείται να παραδώσει τώρα στους Τούρκους και να θυσιάσει την όποια συνοχή του έμεινε στο βωμό του πολυπολιτισμού. Γιατί δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί η μετάλλαξή μας σε ένα άθροισμα ραγιάδων, οπότε κάθε μεγάλη ιστορική στιγμή μας απειλεί να μας υπομνήσει ποιοι ήμασταν.

 

Κι εμείς λοιπόν πρέπει να αντισταθούμε. Έστω και τώρα. Εδώ είναι οι παλιοί μας, και μ’ αυτούς καλούμαστε να αναμετρηθούμε και να τους πλησιάσομε. Αν δεν τα καταφέρομε, αύριο θα είμαστε κάποιοι ανώνυμοι που θα λαθροβιούμε στις παρυφές της Νέας Τάξης, αναλώσιμοι και ανάξιοι κάθε οίκτου από τα αφεντικά μας.

Μαρτίου 24, 2011 Posted by | Γενικά, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , , | Σχολιάστε

ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥΣ;

«Κάντε τα παιδιά σας Ολυμπιακούς να είναι χαρούμενα», μας καλεί στο πρωτοσέλιδό του ο «Πρωταθλητής» την επαύριον του ντέρμπι της ντροπής.

Να ξεκαθαρίσω τη θέση μου απ’ την αρχή: Ούτε Ολυμπιακός είμαι ούτε Παναθηναϊκός. Η μισή μου μικρασιατική ρίζα καθόρισε και τις συλλογικές μου προτιμήσεις. Αλλά παλιά, για τον Ολυμπιακό πολλοί τρέφαμε αισθήματα συμπάθειας. Λίγο το ότι είμαστε Πειραιώτες, λίγο ο «λαϊκός» του χαρακτήρας, λίγο η φλωριά και τα βόρεια προάστια με τα οποία ήταν ταυτισμένος ο ΠΑΟ στη συνείδησή μας, έκαναν τη ζυγαριά να γέρνει υπέρ του Ολυμπιακού. Παλιά όμως. Πολύ παλιά.

Αργότερα, η ομάδα του Κόκκαλη πια, άρχισε να κερδίζει τα πρωταθλήματα το ένα μετά το άλλο. Και κανείς δε μιλούσε. Οι υπόλοιποι αποδέχτηκαν το ρόλο του κομπάρσου, ο Τσουκαλάς ήταν η φωνή του Θρύλου κι οι οπαδοί της ομάδας αναγνώριζαν ότι ο ιερός σκοπός του Πρωταθλήματος αγιάζει τα μέσα προς κατάκτησή του. Η ηθική εξαχρείωση ενός ολόκληρου λαού, αυτού που στο πολιτικό επίπεδο είχε κιόλας αποδεχτεί ότι ήρθε στην εξουσία για να κάνει ό,τι κι αυτοί που τον καταπίεζαν τόσα χρόνια, εκφράστηκε ποδοσφαιρικά από τις πρακτικές και τα ήθη του Θρύλου και του προέδρου του υπό τις επευφημίες των οπαδών του: Αλαζονεία της εξουσίας και χυδαίος λαϊκισμός.

«Κάντε τα παιδιά σας Ολυμπιακούς να είναι χαρούμενα»…

Και πώς θα είναι χαρούμενα τα παιδιά μας; Μα, με τα πρωταθλήματα, την επίδειξη δύναμης και παρασκηνιακής δράσης, με τον έλεγχο της διαιτησίας. Με την επιβολή στον αντίπαλο πάση θυσία. Όχι με τη νίκη στους αγωνιστικούς χώρους, όχι με τη χαρά του παιχνιδιού και το σεβασμό στον άλλο.

Δεν μπορούμε να κάνουμε τα παιδιά μας Ολυμπιακούς. Καταρχάς δεν «κάνουμε» τα παιδιά μας κάτι. Τους δίνουμε τα εφόδια να αποφασίσουνε μόνα τους όχι ομάδα, αλλά οτιδήποτε θα καθορίσει τη ζωή τους. Αλλά και να τα κάναμε, δε θα ήταν το κριτήριό μας η χαρά της κατίσχυσης στα παρασκήνια. Η λαμπρότητα της Παράγκας. Αλίμονό μας αν καταντούσαν έτσι τα παιδιά μας. Το κριτήριό μας θα ήταν βασισμένο στις αρχές και αξίες που έχει ο λαός μας διαμορφώσει στη μακρά πορεία του στο χρόνο, στο σεβασμό, την αξιοπρέπεια, τη συμμετοχή. Θα συμπεριλάμβανε το χειροκρότημα του καλύτερου αντιπάλου, την πλάκα στο χαμένο, πλάκα που τη μοιράζεσαι όμως μ΄αυτόν, όχι που μειώνει τον άλλο, τη νίκη με τίμια μέσα και την ισοτιμία στο συναγωνισμό (κι όχι ανταγωνισμό).

«Κάντε τα παιδιά σας Ολυμπιακούς να είναι χαρούμενα»…

Επειδή ξέρουμε το αποτέλεσμα από πριν προφανώς. Και στις τρυφερές παιδικές ηλικίες, η αίσθηση του ανήκειν στους νικητές μετράει. Κι ας έχει έρθει η νίκη αυτή με ανορθόδοξο τρόπο.

Μπροστά σ’ αυτό το δίλημμα έχει βρεθεί κι άλλες φορές ο λαός μας. Κι αυτοί που συνεχίσαμε μαζί είναι αυτοί που δεν θέλησαν τη νίκη με κάθε τρόπο. Είναι αυτοί που σε άλλες εποχές έμειναν με τους χαμένους για μην προδώσουν κάποιες αξίες και αρχές, για να κρατήσουν μια ταυτότητα που τους καθήλωνε στη σκλαβιά, αλλά ήταν η δική τους. Μπορούσαν να τουρκέψουν, και κάποιοι τούρκεψαν και ήταν μετά «χαρούμενοι», δυνάστες αντί καταδυναστευόμενοι, καταπιεστές αντί καταπιεζόμενοι. Όμως οι πολλοί δεν το ΄καμαν. Και μας παρέδωσαν μια πατρίδα που σήμερα ξεφτιλίζουμε με κάθε τρόπο, κι ένας απ’ αυτούς είναι το να μη μπορούμε ούτε τη μπάλα πια να χαρούμε.

«Κάντε τα παιδιά σας Ολυμπιακούς να είναι χαρούμενα»…

Πιο πολύ σαν απειλή ακούγεται αυτό παρά σαν οτιδήποτε άλλο. Κι αν δεν το κάνουμε; Κι αν τα παιδιά μας είναι χαρούμενα όχι επειδή μπορούνε στο τέλος του αγώνα να πάνε να πουν στο χαμένο «σε πήδηξα», αλλά επειδή η ομάδα τους έπαιξε καλύτερα και νίκησε; Κι αν τα παιδιά μας παραμένουν χαρούμενα μετά από μιαν ήττα γιατί η ομάδα προσπάθησε αλλά έχασε από ένα καλύτερο αντίπαλο που τον χειροκρότησαν κι αυτόν; Τι χαρές θέλουμε τελικά για τα παιδιά μας; Και κατ’ επέκταση τι χαρές θέλουμε για μας τους ίδιους;

Στο λαό μας υπήρξαν πολλές φορές αρκετοί που θέλησαν να είναι πάντα με τους νικητές. Τους πιο διάσημους τους έχει καταγράψει κι η ιστορία. Αλλά πιο πολλοί ήταν αυτοί που αντιστάθηκαν. Για κάποιες αξίες, για μια ταυτότητα, για ένα φιλότιμο. Και βίωσαν τη μοναξιά, τη χλεύη, την καταπίεση από αυτούς που επέλεξαν το βόλεμα, τη συνθηκολόγηση, την επιβολή με κάθε μέσο. Αλλά και που ένιωθαν μέσα τους ανώτεροι από τα ανθρωπάκια που τους είχαν καθίσει στο σβέρκο, τα άξια κάθε περιφρόνησης.

«Κάντε τα παιδιά σας Ολυμπιακούς να είναι χαρούμενα»…

Και να γίνουν Ολυμπιακοί τα παιδιά μας, ελπίζουμε να αντιδράσουν στις μεθόδους που είδαμε στο ντέρμπυ. Το περιμένομε αυτό από τους οπαδούς του Ολυμπιακού πρώτα πρώτα. Δε μπορεί, θα υπάρχουν κι αυτοί που θα ντρέπονται να παίρνουν τις νίκες έτσι. Που θα θέλουν να χαίρονται τις νίκες τις κατακτημένες με ιδρώτα και προσπάθεια, που δε θα πανηγυρίζουν τις κάλπικες επιτυχίες. Κι εκείνοι έχουν το δύσκολο έργο να αντισταθούν στην έδρα τους.

Αυτή η πατρίδα όμως δεν έχει πια δύναμη να εμπνεύσει. Κι ο λαός μας δεν έχει τη δύναμη να αντισταθεί σε μιαν εποχή όπου η αντίσταση είναι το ζητούμενο σε όλους τους τομείς. Και πρώτη η ηθική αντίσταση. Η διεκδίκηση της αξιοπρέπειάς μας. Παντού. Και στο ποδόσφαιρο. Αλλά αυτή η μάχη ή θα κερδηθεί σε όλους τους τομείς ή θα παίζουμε στο μέλλον στη γ΄ εθνική. Και όχι μόνο στο ποδόσφαιρο.

Φεβρουαρίου 23, 2011 Posted by | Γενικά, Πολιτική και πολιτισμός | , , , | 1 σχόλιο

ΚΟΜΠΟΣΤΟΠΟΙΗΣΗ: ΜΙΑ ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΛΥΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ ΣΤΙΣ ΠΟΛΕΙΣ

Το πρόβλημα του αυξανόμενου όγκου σκουπιδιών στις πόλεις (αλλά και στα χωριά), έχει πάρει επικίνδυνες διαστάσεις, οι οποίες τείνουν να γίνουν μη αναστρέψιμες. Επιπλέον, ακόμα κι εκεί που η αποκομιδή λειτουργεί σε τακτική βάση, οι χώροι υποδοχής των απορριμμάτων τείνουν προς τον κορεσμό με αποτέλεσμα να εμποδίζεται τελικά η τακτική περισυλλογή τους ακόμα κι εκεί που υπάρχει σωστά οργανωμένος δήμος.

Από την άλλη, οι καλλικράτειοι δήμοι βρίσκονται αντιμέτωποι με ανελαστικές δαπάνες και περιορισμένα έσοδα, πράγμα που οδηγεί στην όξυνση του προβλήματος ακόμα κι εκεί που μέχρι τώρα δεν έχει γίνει αντιληπτό. Έτσι, σε κάθε περίπτωση ήρθε η ώρα που οι πολίτες θα κληθούν να αντιμετωπίσουν το θέμα σε μιαν εφιαλτική διάσταση. Πρέπει λοιπόν εκτός από καταγγελτικό λόγο να αναλάβομε ο καθένας τις ευθύνες μας.

Ανάμεσα στους στόχους μιας παρέμβασης στο θέμα θα πρέπει να είναι και η μείωση των παραγόμενων σκουπιδιών σε ατομικό/οικογενειακό επίπεδο (άλλοι στόχοι είναι η ανακύκλωση και η διαχείριση των απορριμμάτων). Εδώ μπορούμε να εστιάσομε σε μια συγκεκριμένη κατηγορία σκουπιδιών που αφενός δε μπαίνει στους κάδους ανακύκλωσης, αφετέρου προκαλεί δυσοσμία, εστίες μικροβίων και δυνητικά ασθένειες όσο διαρκεί η έκθεσή της σε κοινόχρηστους χώρους στην πόλη: τα αποφάγια.

Τα αποφάγια αποτελούν χαρακτηριστικό σκουπίδι των πόλεων, αφού στα χωριά αξιοποιούνται πλήρως σε σκυλιά, χοίρους, κότες κλπ. Όμως στις πόλεις καθίστανται εστίες μόλυνσης και συμβάλλουν στη μεγάλη αύξηση του όγκου των απορριμμάτων. Κι όμως υπάρχει η δυνατότητα να εξαλειφθούν εντελώς ως σκουπίδια μέσω της κομποστοποίησης, μειώνοντας το συνολικό όγκο προς διαχείριση, αφού τα οργανικά απόβλητα αποτελούν το 40-60% του συνολικού όγκου σκουπιδιών ενός νοικοκυριού, με στοιχειώδη μέσα και πολλαπλασιαστικά οφέλη.

Η εμπειρία που κατατίθεται εδώ έχει δοκιμαστεί με επιτυχία σε οικογενειακό νοικοκυριό στον πολεοδομικό ιστό του Πειραιά και έχει οδηγήσει στην αξιοποίηση του συνόλου των τροφικών υπολειμμάτων, μειώνοντας δραματικά τον όγκο των παραγομένων σκουπιδιών σε συνδυασμό με την ανακύκλωση, ενώ έχει πετύχει παράπλευρα οφέλη που θα αναλυθούν παρακάτω.

Σκουλήκια

Σε πρώτο στάδιο, ξεκίνησε κομποστοποίηση σε κάδο με σκουλήκια. Πρόκειται για κομποστοποίηση που αξιοποιεί τα αποφάγια εκτός των ξυνών (αν και άλλοι φίλοι την εφάρμοσαν και σ’ αυτά μαζί με άνυδρου ασβέστη που ουδετεροποιεί το παραγόμενο εδαφοβελτιωτικό), γαλακτοκομικών, κρεατικών και ψαρικών.

 

Στις φωτογραφίες φαίνεται ο κάδος, καθώς και οι «κάτοικοί» του ανάμεσα στα αποφάγια που καλούνται να καταναλώσουν. Τρώνε το μισό τους βάρος κάθε μέρα, διπλασιάζονται κάθε τρεις μήνες και ο πληθυσμός τους αυτορυθμίζεται ανάλογα με το πόση τροφή βρίσκουν. Αρχικά μας πήρε κάποιο χρόνο μέχρι να συνηθίσομε να ρίχνουμε τον όγκο που ο τότε μικρός πληθυσμός τους προλάβαινε να καταναλώσει. Καλό είναι να υπάρχει αυτή η ισορροπία μεταξύ πληθυσμού και τροφής που τους δίδουμε γιατί η υπερσυσσώρευση τροφής θα φέρει μυγάκια ξυδιού, τα οποία επίσης εμφανίζονται όταν το ph είναι όξινο. Για την ουδετεροποίησή του υπάρχει η σκόνη άνυδρου ασβέστη, μικρή ποσότητα του οποίου ρίχνουμε σε τακτά χρονικά διαστήματα. Το τσόφλι από το αυγό θεωρείται επίσης καλό για αυτή τη δουλειά, όμως παρατηρήσαμε ότι τα σκουλήκια δεν το τρώγανε. Παρέμενε όμως στο παραγόμενο προιόν και πιθανόν έτσι να συμβάλλει στην ουδετεροποίηση. Από αυτή τη διαδικασία παράγεται και υγρό λίπασμα, το οποίο εξάγεται από βρυσάκι που υπάρχει στον κάδο. Τονίζομε ότι δεν υπάρχει δυσοσμία.

Τα σκουλήκια παρουσιάζουν ευαισθησία στις υψηλές θερμοκρασίες. Αρχικά τα είχαμε στο μπαλκόνι, αλλά το καλοκαίρι τα κατεβάσαμε σε υπόγειο όπου και παρέμειναν πια. Όπου και να είναι όμως, το καλοκαίρι ο κάδος πρέπει να καταβρέχεται με νερό τις μεσημεριανές ώρες.

Το αποτέλεσμα είναι να παράγεται εξαιρετικής ποιότητας χώμα, το οποίο χρησιμοποιούμε στις γλάστρες και ζαρντινιέρες του μπαλκονιού και της ταράτσας σε συνδυασμό με το αντίστοιχο που παράγεται από τα υπόλοιπα αποφάγια με την παρακάτω μέθοδο:

Ενεργοί μικροοργανισμοί

Τα σκουλήκια βοήθησαν σε μείωση του όγκου των σκουπιδιών, αλλά δεν μπορούσαν να απορροφήσουν τα ζωικά και ξυνά αποφάγια, τα οποία πετιούνταν μέχρι που δοκιμάσαμε την κομποστοποίησή τους με τους ενεργούς μικροοργανισμούς στους ειδικούς κάδους γιαυτό το σκοπό. Για μια επισκόπηση των ευρύτατων εφαρμογών της τεχνολογίας των ενεργών μικροοργανισμών μπορεί να επισκεφτεί κάποιος τις σχετικές αναφορές στο διαδίκτυο. Εδώ θα αναφερθούμε μόνο στην αξιοποίησή τους στην κομποστοποίηση. Η διαδικασία εδώ είναι αναερόβια (ενώ στα σκουλήκια είναι αερόβια). Προϋπόθεση για αυτή τη μέθοδο είναι να έχομε παραγάγει ή προμηθευτεί το υγρό που θα χρησιμοποιήσομε σ’ αυτή τη διαδικασία, μέσα από μια διαδικασία ζύμωσης της βασικής μαγιάς με μελάσα επί μια βδομάδα σε 35-38 βαθμούς (ακούγεται δύσκολο αλλά είναι πολύ απλό, εμείς το κάνουμε με μιαν αντίσταση ενυδρείου σε πεντάλιτρο δοχείο).

Το υγρό αυτό στις άλλες εφαρμογές χρησιμοποιείται αραιωμένο από 1/50 μέχρι 1/1000, εδώ όμως συνιστάται αραίωσή του 1/2 ή 1/3. Εμείς δεν το αραιώνομε καθόλου. Ψεκάζομε από όλες τις πλευρές τα αποφάγια που θα μπουν στον κάδο και όταν τα τοποθετούμε εκεί τα πιέζομε ώστε να μην υπάρχει αέρας.

Από πάνω έχομε βάλει μια σακούλα σούπερ μάρκετ γεμάτη άμμο, ώστε να ασκεί πίεση και να διώχνει τον αέρα παίρνοντας το σχήμα του περιεχομένου. Καλό είναι επίσης να πιέζομε το περιεχόμενο όταν το τοποθετούμε με ένα τούβλο.

Και από δω υπάρχει παραγωγή υγρού λιπάσματος, το οποίο ρίχνομε αραιωμένο 1/50 στις γλάστρες.

Όταν ο κάδος γεμίσει, τον αφήνομε μια βδομάδα κλειστό. Ακολούθως τον αδειάζομε σε μια μεγάλη ζαρντινιέρα, όπου κάτω έχομε φροντίσει να υπάρχει ήδη μια στρώση έτοιμο χώμα (και από προηγούμενη κομποστοποίηση), και ακολούθως το σκεπάζομε πάλι με χώμα. Στη φωτογραφία κατωτέρω φαίνεται σε τομή το χώμα που πριν λίγο καιρό ήταν αποφάγια. Φαίνεται ακόμα και η στρώση χώματος έτοιμη να υποδεχτεί τα καινούργια αποφάγια. Πιο κάτω φαίνεται το περιεχόμενο του κάδου που γέμισε το κενό και στη συνέχεια όπως το σκεπάσαμε με χώμα.

Θα παρατηρήσομε όταν ανοίξομε τον κάδο μετά την εβδομάδα κατά την οποία παραμένει κλειστός, τα αποφάγια έχουν την ίδια μορφή όπως όταν τα πρωτορίξαμε: Τα λεμόνια, οι πατάτες, ξεχωρίζουν κανονικά μέσα στον κάδο.

Έχει αλλάξει όμως η σύστασή τους, είναι πια κομποστοποιημένα, κι αυτό θα φανεί στη δεύτερη φάση της διαδικασίας όπου θα μπουν στο χώμα. Μετά ένα μήνα, η  ζαρντινιέρα έχει πλέον κανονικό χώμα, το οποίο είναι άριστης ποιότητας και το οποίο χρησιμοποιούμε όπου θέλομε. Όταν ανοίγει ο κάδος ενδέχεται να υπάρχει δυσοσμία. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι έμεινε λίγος αέρας μέσα στον κάδο, αλλά δεν αποτελεί πρόβλημα, αφού ούτε μυρίζει με κλειστό τον κάδο, ούτε όταν σκεπαστεί με χώμα. Ακόμα, το ότι δεν επιτεύχθηκε πλήρης αναερόβια ζύμωση δεν καθιστά άχρηστο το παραγόμενο προιόν, απλά δεν είναι έτοιμο για χρήση παρά μόνο αφού περάσει ο μήνας μέσα στη γλάστρα/ζαρντινιέρα με το χώμα.

Και μετά τι κάνουμε;

Με αυτές τις διαδικασίες έχομε πετύχει να μην έχομε καθόλου αποφάγια στα σκουπίδια μας και να μειώσομε πάρα πολύ τον όγκο που καταλήγει στον κάδο απορριμμάτων. Και αυτός ήταν ο στόχος μας. Το να παραχθεί λίπασμα ήταν για μας μια ευχάριστη παράπλευρη ωφέλεια, την οποία έχομε φροντίσει να αξιοποιήσομε πλήρως: Καταρχάς δεν αγοράζομε πια χώμα για γλάστρες. Έχομε αρκετό όχι μόνο για συμπλήρωμα, αλλά για να γεμίζομε εξ αρχής γλάστρες, ζαρντινιέρες, τσουβάλια. Οπότε έχομε προχωρήσει στην οργάνωση του κήπου μας στο μπαλκόνι, η οποία βρίσκεται σε αρχικό ακόμα στάδιο. Παλιότερα είχαμε βάλει αγγούρια και μελιτζάνες σε πειραματική βάση. Τώρα έχομε ξεκινήσει με πατάτες σε τσουβάλια. Στα επόμενα σχέδιά μας είναι οι ντομάτες, μαρούλια και κάποια δέντρα της ελληνικής φύσης. Δε βιαζόμαστε. Πηγαίνομε με τους ρυθμούς παραγωγής του χώματός μας, ενώ κατά το φύτεμα προσθέτομε και περλίτη στους υποδοχείς του σε αναλογία 1 μέρος περλίτη προς 2-3 μέρη χώμα. Η αλήθεια είναι ότι το χώμα μας παράγεται με γοργούς ρυθμούς, αλλά και πάλι δε γεμίζουν εύκολα τόσο πολλές μεγάλες γλάστρες, ζαρντινιέρες και βαρέλια, οπότε κάθε βήμα μας παίρνει το χρόνο του.

 

Αποτελέσματα

Βασικό στοιχείο της παράδοσής μας ο κοινοτισμός, προϋποθέτει τη συμμετοχή και το ενδιαφέρον του καθενός μας στα κοινά και την ανάληψη των ευθυνών του απέναντι στο σύνολο. Σήμερα, στην κοινωνία των σκουπιδιών, η μείωση και αξιοποίησή τους πρέπει να αποτελεί βασικό μέλημα όλων μας. Τα οργανικά απόβλητα έχουν μια διέξοδο αξιοποίησης κατά 100% μέσω της κομποστοποίησης. Αν σταματήσομε εκεί έχομε ήδη κάμει το βήμα που έπρεπε. Από κει και πέρα, οι αρχές της αυτάρκειας, της οικονομίας και της αυτοκατανάλωσης, καθώς και η ανάγκη για περισσότερο πράσινο στα μπαλκόνια και τις ταράτσες, μπορούν να μας κατευθύνουν στην καλλιέργεια δικών μας προϊόντων και τη δημιουργία του μικρού μας κήπου. Το έχομε δει και στην Κούβα του Κάστρο, ήρθε η ώρα να το δούμε και στο δικό μας αστικό ιστό.

 

Ιανουαρίου 21, 2011 Posted by | Γενικά, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , | 4 Σχόλια