Με το τουφέκι και τη λύρα

Η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΠΛΗΘΥΣΜΩΝ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ: ΜΙΑ ΝΟΜΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Τα δραματικά γεγονότα των αρχών του 20ου αιώνα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τα γνωρίζομε πια όλοι. Αυτό δεν είναι αυτονόητο. Τα γνωρίζομε παρά την πολιτική λήθης που έχουν εφαρμόσει σε σχέση μ’ αυτά τα κράτη και οι κυρίαρχες ιδεολογίες του Τουρκικού και του Ελλαδικού κράτους. Eίναι χαρακτηριστικό το ότι παλιότερα, μιλώντας για τη γενοκτονία, είχαμε στο νού μας μόνο την αρμενική συνιστώσα, όχι την ελληνική και την ασσυροχαλδαίικη. Κι αυτό γιατί ο μόνος λαός που ξεκίνησε από την πρώτη στιγμή να μιλεί γιαυτό και να διεκδικεί ήταν οι Αρμένιοι.
Εμείς τους ακολουθήσαμε πολύ αργότερα, γιατί κάποιοι πρωτοπόροι πρόσφυγες δεύτερης και τρίτης γενιάς μπόρεσαν να καθαρίσουν από τη λάσπη της λήθης και της ιδεολογικής συκοφάντησης τη Μικρασιατική Ρωμιοσύνη και να κάτσουν να προβληματιστούν για το τι συνέβη και φύγαμε τελικά από την Ανατολή. Η ελληνική συνιστώσα της γενοκτονίας αναδύθηκε σε δύο φάσεις, μια «ποντιακή» και μια «μικρασιατική», έχει πάρει όμως τη θέση της πια στη θεώρηση των γεγονότων της περιόδου εκείνης που μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά μιαν ενιαία γενοκτονία σε εφαρμογή μιας προγραμματισμένης πολιτικής.

1neb32b

Δε θα μιλήσομε εδώ για τα γεγονότα. Ακόμα χειρότερα, θα προσπαθήσομε να αποστασιοποιηθούμε από τη συναισθηματική φόρτιση της αφήγησης της ενιαίας γενοκτονίας κατά των χριστιανικών λαών της Ανατολής, να μην παρασυρθούμε από το δίκιο που μας πνίγει όταν μιλούμε για πατρίδα, για αίμα δικό μας. Δε θα σταθούμε καν στις τουρκικές πηγές και στους Τούρκους θαρραλέους ιστορικούς που τεκμηριώνουν πια μόνοι τους τη γενοκτονία, δίχως την ανάγκη για συνδρομή των δικών μας πηγών, ούτε στους θλιβερούς απολογητές του τουρκικού εθνικισμού της εδώ πλευράς του Αιγαίου.
Θα προσπαθήσομε να δούμε το ζήτημα τεχνοκρατικά, όσο μπορεί να μη λάβει υπ’ όψη του κανείς το αίμα εκατοντάδων χιλιάδων θυμάτων και τις ζωές τόσων παιδιών χριστιανών που κατέληξαν μέσα από τα ορφανοτροφεία των Tούρκων συνειδητοί Τούρκοι. Θα κοιτάξομε τι προβλέπεται από το διεθνές δίκαιο για τις γενοκτονίες και θα εξετάσομε αν τα γεγονότα της Ανατολής υπάγονται στους ορισμούς αυτούς ή αν ήταν απλά πράξεις βίας κι εκδίκησης στα πλαίσια ενός ευρύτερου πολέμου.

7_Cetinoglu
Υπάρχει ένα νομικό εργαλείο για το θέμα μας: η Διεθνής Σύμβαση για την Πρόληψη και Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας, που εγκρίθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη το 1948. Στην Ελλάδα ισχύει από το 1954.
Κι εδώ ξεκινούμε από την παραδοχή μιας ήττας: Η συγκεκριμένη σύμβαση προήλθε από την ευαισθητοποίηση που προκάλεσαν οι συστηματικές δολοφονίες, συμπεριλαμβανομένων αυτών των Εβραίων, από το τρίτο Ράιχ, παρ’ όλο που είχαν προηγηθεί γενοκτονίες σε προηγούμενες περιόδους. Οι ιθαγενείς λαοί της Αμερικής και οι γηγενείς πληθυσμοί της Μικράς Ασίας αποτελούν τέτοιες περιπτώσεις, πλην όμως δεν υπήρξε ανάλογη ευαισθητοποίηση πριν τα εγκλήματα των Ναζί. Προφανώς δεν υπήρχε νωρίτερα η διεθνής συναίνεση έναντι πράξεων των κυρίαρχων αποικιακών δυνάμεων ή του μεγάλου ασθενούς: της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κι αργότερα της προσφιλούς στη Δύση και Σοβιετική Ένωση κεμαλικής Τουρκίας. Υπό το βάρος των γεγονότων εκείνης της εποχής υπήρξε κοινή φραστική καταδίκη από την Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, που δεν προχώρησε σε κάτι ουσιαστικότερο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ίδια η λέξη «γενοκτονία» δεν υπήρχε στο αγγλικό λεξιλόγιο πριν το 44, ενώ στη δίκη της Νυρεμβέργης η κατηγορία αφορούσε «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας» και όχι γενοκτονία, λέξη που χρησιμοποιήθηκε περιγραφικά και όχι νομικά εκεί. Έτσι, ο συνδυασμός της νίκης των Συμμάχων σε ένα παγκόσμιο πόλεμο, των ειδεχθών εγκλημάτων των Ναζί και της κινητοποίησης του Εβραϊκού στοιχείου, οδήγησαν στην καταδίκη των πράξεων αυτών στη δίκη της Νυρεμβέργης και στην υιοθέτηση από τα Ηνωμένα Έθνη της προαναφερθείσας σύμβασης. Πάντως, τα γεγονότα της καθ’ ημάς ανατολής αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης και παράδειγμα για όσους ασχολήθηκαν με το θέμα της γενοκτονίας στο β’ παγκόσμιο πόλεμο.
Έτσι, με βάση ένα νομικό όχημα που φτιάχτηκε με συγκεκριμένο ερέθισμα, αναδύθηκαν στο διεθνές προσκήνιο αντίστοιχες πράξεις σε όλο τον κόσμο και σε διάφορες περιόδους, από την Καμπότζη μέχρι τη Ρουάντα κι από τους Αβορίγινες μέχρι τους Ινδιάνους. Μέσα σ’ αυτές και η δική μας περίπτωση, αυτή που μας αφορά άμεσα, καθώς οι απόγονοι των θυμάτων της ζουν σήμερα στην Ελλάδα, την Αρμενία, τη Μέση Ανατολή και στον υπόλοιπο κόσμο ως τρίτης και τέταρτης γενιάς πρόσφυγες και στην Τουρκία ως τρίτης και τέταρτης γενιάς εκτουρκισμένοι, συνειδητοί Τούρκοι δηλαδή και με πλήρη άγνοια της καταγωγής τους.

armenia
Ας δούμε όμως τι προβλέπει η διεθνής σύμβαση για τη γενοκτονία, κι ας δούμε αν υπάγεται στον ορισμό της η μοίρα του λαού μας, των Αρμενίων και των Ασσυροχαλδαίων στην Ανατολή:
«Εις την παρούσαν Σύμβασιν ως γενοκτονία νοείται οιαδήποτε εκ των κατωτέρω
πράξεων, ενεργουμένη με την πρόθεσιν ολικής ή μερικής καταστροφής ομάδος, εθνικής, εθνολογικής, φυλετικής ή θρησκευτικής, ως τοιαύτης :
α) Φόνος των μελών της ομάδος.
β) Σοβαρά βλάβη της σωματικής ή διανοητικής ακεραιότητος των μελών της ομάδος.
γ) Εκ προθέσεως υποβολή της ομάδος εις συνθήκας διαβιώσεως δυναμένας να επιφέρωσιν την πλήρη ή την μερικήν σωματικήν καταστροφήν αυτής.
δ) Μέτρα αποβλέποντα εις την παρεμπόδισιν των γεννήσεως εις τους κόλπους ωρισμένης ομάδος.
ε) Αναγκαστική μεταφορά παίδων μιας ομάδος εις ετέραν ομάδα».

Το πρώτο στοιχείο που μας ενδιαφέρει εδώ, ακολουθώντας βήμα βήμα τη διατύπωση της Συνθήκης, είναι η «πρόθεση» ολικής ή μερικής καταστροφής ομάδας: Υπήρχε πρόθεση των Τούρκων να καταστρέψουν ολικά ή μερικά τις συγκεκριμένες εθνικές ομάδες; Αν δεν υπήρχε, μιλούμε για εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας αλλά όχι για γενοκτονία.
Βέβαια, αντιλαμβάνεται κανείς ότι είναι δύσκολο σε τέτοιες περιπτώσεις να υπάρξουν αποδεικτικά στοιχεία που διατρανώνουν την πρόθεση διάπραξης γενοκτονίας, όπως δεν είναι εφικτό να αποδείξει κάποιος την αναθεωρητική πρόθεση της σημερινής Τουρκίας μέσα από τα πρακτικά του Συμβουλίου Ασφαλείας της, αφού δεν υπάρχει πρόσβαση σ’ αυτά. Έτσι, όπως και σε πιο απλές νομικές υποθέσεις, οι προθέσεις συνάγονται από την εμμονή σε τακτικές που αποσκοπούν στην εξαφάνιση της ομάδας των θυμάτων, κατά την εύστοχη έκφραση της Χαράς Γαλανού, νομικού που έχει ασχοληθεί εμπεριστατωμένα με το υπό διαπραγμάτευση ζήτημα. Τέτοια εμμονή προκύπτει από επαναλαμβανόμενες ενέργειες που οδηγούν στην επίτευξη του σκοπού της γενοκτονίας, όπως περιγράφεται στον ορισμό της Διεθνούς Σύμβασης του ΟΗΕ για τις γενοκτονίες.
Βέβαια, στην περίπτωση της χριστιανικής Ανατολής, η πρόθεση έχει και επίσημη τεκμηρίωση: Η γενοκτονία, σαν πολιτική επιλογή και στρατηγικός στόχος των Νεότουρκων, αποφασίστηκε στο συνέδριό τους στην Οθωμανική Θεσσαλονίκη το 1911:
“Η Τουρκία πρέπει να γίνει μωαμεθανική χώρα, όπου η μωαμεθανική θρησκεία και οι μωαμεθανικές αντιλήψεις θα κυριαρχούν και κάθε άλλη θρησκευτική προπαγάνδα θα καταπνίγεται… Αργά ή γρήγορα θα πρέπει να πραγματοποιηθεί η πλήρης οθωμανοποίηση όλων των υπηκόων της Τουρκίας. Και είναι ολοκάθαρο ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει με την πειθώ. Άρα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ένοπλη βία… Το δικαίωμα των άλλων εθνοτήτων να έχουν δικές τους οργανώσεις θα πρέπει να αποκλειστεί. Κάθε μορφή αποκέντρωσης και αυτοδιοίκησης θα θεωρείται προδοσία προς την τουρκική αυτοκρατορία.”

Τους στόχους αυτούς των Νεότουρκων εξέφρασε σε σύσκεψή τους και ο δρ. Σακίρ Μπεχαεντίν:

“Τα έθνη που απέμειναν από παλιά στην Αυτοκρατορία μας, μοιάζουν με ξένα και βλαβερά χόρτα που πρέπει να ξεριζωθούν. Να ξεκαθαρίσουμε τη γη μας. Αυτός άλλωστε είναι και ο σκοπός της επανάστασής μας.”

Στην ίδια σύσκεψη ο δρ. Ναζίμ λέει:

“…Θέλω να ζήσει ο Τούρκος. Και θέλω να ζήσει μόνο σ αυτά τα εδάφη και να είναι ανεξάρτητος. Εκτός των Τούρκων όλα τα άλλα στοιχεία να εξοντωθούν, άσχετα σε ποια θρησκεία ή πίστη ανήκουν. Αυτή η χώρα πρέπει να καθαρίσει από τα ξένα στοιχεία. Οι Τούρκοι πρέπει να κάνουν την εκκαθάριση.”

Το πρόγραμμα των Νεότουρκων αναπαράγει αυτές τις απόψεις και οι τελευταίοι αναλαμβάνουν να τις υλοποιήσουν με σειρά διαταγμάτων και νόμων μόλις απέκτησαν λόγο στην κεντρική πολιτική σκηνή της Τουρκίας, η εφαρμογή των οποίων ξεπέρασε κάθε φαντασία στη βία και τη φρίκη. Τον προμελετημένο χαρακτήρα της γενοκτονίας είχε παραδεχτεί και ο Ταλαάτ πασάς και ο Εμβέρ πασάς σε ξεχωριστές συνομιλίες τους με τον Αμερικανό πρέσβη Χένρυ Μοργκεντάου. Στις ίδιες συζητήσεις φάνηκε ότι είχαν επεξεργαστεί κάθε πτυχή του σχεδίου, αφού ζήτησαν από τον πρέσβη μέχρι και κατάλογο των ασφαλιστικών εταιρειών της Αμερικής, ώστε να εντοπίσουν συμβόλαια με ασφαλισμένους τους νεκρούς και να εισπράξουν το ασφάλισμα από τις ασφάλειες ζωής των, με το αιτιολογικό ότι δεν είχαν αφήσει κληρονόμους, οπότε το τουρκικό κράτος τους κληρονομούσε!

armenia_sfagi3-474x324
Εδώ είναι ευκαιρία να αναφερθούμε σε μια συμψηφιστική φιλολογία που ακούγεται μερικές φορές όταν μιλούμε γι’ αυτά τα ζητήματα, ότι δηλαδή οι βιαιότητες των Τούρκων έχουν σαν αντίβαρο βιαιότητες του Ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία. Είναι σαφές ότι η νομική προσέγγιση καταδεικνύει ότι δεν πρόκειται για ισοδύναμες καταστάσεις. Οι Τούρκοι ενήργησαν βάσει κεντρικής πολιτικής και σχεδιασμού που στόχευαν στη γενοκτονία. Οι Έλληνες στρατιώτες, όπου διέπραξαν βιαιότητες, λειτούργησαν παρορμητικά και δίχως να εκτελούν προσχεδιασμένη αποστολή. Διέπραξαν πιθανόν εγκλήματα πολέμου αλλά όχι γενοκτονία. Ακόμα, αυτή η λογική μεταθέτει την αντιπαράθεση στο ελληνοτουρκικό διακρατικό επίπεδο, ενώ η γενοκτονία αφορά συμπεριφορά του Τουρκικού κράτους προς υπηκόους του, εκ των οποίων ένα κομμάτι είναι Έλληνες, παραγνωρίζοντας το ότι η γενοκτονία αφορούσε και τους Αρμένιους και τους Ασσύριους. Και βέβαια, οι Τούρκοι έχουν ξεκινήσει τη γενοκτονία πολύ πριν ωριμάσουν καν οι συνθήκες για να βρεθεί ο Ελληνικός στρατός στη Μικράν Ασία.

ceb7cebcceadcf81ceb1-cebccebdceaecebcceb7cf82-ceb3ceb9ceb1-cf84ceb7-ceb3ceb5cebdcebfcebacf84cebfcebdceafceb1-cf84cf89cebd-ceb5cebbcebb
Έχοντας λοιπόν ξεκαθαρίσει το ζήτημα της πρόθεσης διάπραξης γενοκτονίας καταφατικά, πρέπει να δούμε και το άλλο στοιχείο, αυτό της «ολικής ή μερικής καταστροφής» ομάδος εθνικής, εθνολογικής, φυλετικής ή θρησκευτικής, ως τοιαύτης.
Ο ορισμός δεν απαιτεί την εξαφάνιση της ομάδας που αποτελεί στόχο της γενοκτόνου πολιτικής. Δεν απαιτεί δηλαδή την ολοσχερή επίτευξη της επιδίωξης των θυτών. Σε τέτοια περίπτωση, δε θα είχαμε καμία γενοκτονία, αφού πάντα κάποιοι θα γλύτωναν, και όλες οι περιπτώσεις θα περιορίζονταν σε απόπειρες γενοκτονίας, επίσης τιμωρούμενες από την Διεθνή Σύμβαση αλλά με μικρότερο ειδικό βάρος βεβαίως. Ο ορισμός αρκείται στη μερική επίτευξη του στόχου. Με τον κίνδυνο να εισαγάγουμε το ποσοτικό στοιχείο με τρόπο που δεν ταιριάζει όπου μιλούμε για ανθρώπινες ζωές, θα σημειώσομε ότι η εξολόθρευση έστω και μικρού αριθμού μελών της ομάδας-στόχου «ως τοιαύτης», ως ανηκόντων δηλαδή στη συγκεκριμένη ομάδα, αποτελεί γενοκτονία ως προς το υποσύνολο της ομάδας-θύματος που υφίσταται τις γενοκτόνες πράξεις, άρα εμπίπτει στον ορισμό. Μικρή σημασία έχει αν το ποσοστό των θυμάτων σε σχέση με τον πληθυσμό της όλης ομάδας είναι μικρότερο ή μεγαλύτερο, σημασία έχει η στόχευσή τους ως μέλη ομάδας με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Στη Μικρά Ασία είχαμε έτσι κι αλλιώς εξόντωση ενός μεγάλου ποσοστού των μη μουσουλμανικών λαών, επομένως πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο ορισμός όσον αφορά το βαθμό στον οποίο πραγματώθηκε η γενοκτονία στην ομάδα-θύμα.
Θα πρέπει τώρα να εξετάσομε το επόμενο κριτήριο, αυτό της στόχευσης της ομάδας-θύματος στη βάση του εθνικού, εθνολογικού, φυλετικού ή θρησκευτικού της χαρακτήρα. Δηλαδή πρέπει οι πράξεις εξολόθρευσης να γίνονται στη βάση ενός εξ αυτών των χαρακτηριστικών για να θεωρηθούν γενοκτονία. Για παράδειγμα, πράξεις εξόντωσης των κατοίκων μιας πόλης ή των οπαδών μιας ποδοσφαιρικής ομάδας επειδή είναι πχ Πειραιώτες ή Αεκτζήδες, δεν αποτελούν γενοκτονία, αφού δε γίνονται λόγω της εθνικής ή θρησκευτικής διάστασης της ομάδας. Στη Μικρά Ασία όμως στόχος ήταν οι μικρασιατικοί πληθυσμοί εκείνοι που δεν ήταν Τούρκοι ή μουσουλμάνοι, δηλαδή οι Ρωμιοί, Αρμένιοι και Ασσύριοι, επειδή ακριβώς ήταν χριστιανοί, λόγω της θρησκείας τους, κι επειδή ακριβώς ανήκαν στις «άλλες εθνότητες». Η εθνική διάσταση της γενοκτονίας υπάρχει και πέρα από τη θρησκευτική, καθώς στην Οθωμανική Αυτοκρατορία οι επί μέρους ταυτότητες συγκροτούνται μεν με βάση τα γένη, τα μιλλέτ, με κριτήριο τη θρησκεία, η τελευταία όμως επιτελεί και λειτουργία εθνικής ταυτότητας. Έτσι, ο Ρωμιός που αλλαξοπιστούσε δε θεωρούνταν Έλληνας μουσουλμάνος αλλά Τούρκος, και η λέξη που χρησιμοποιείτο ήταν ότι «τουρκεύει». Επομένως, οι ενέργειες των Τούρκων στη Μικρά Ασία εστρέφοντο κατά θρησκευτικών-εθνικών ομάδων, ικανοποιώντας έτσι διπλά το κριτήριο που θέτει η Διεθνής Σύμβαση. Θυμίζω απλά ότι και ένα από τα δύο κριτήρια να επληρούτο, δηλαδή αν ήθελε θεωρήσει κανείς ότι μόνο η θρησκευτική ή μόνο η εθνική διάσταση υπήρχε στους διωγμούς, και τότε θα είχαμε γενοκτονία με βάση τις αρχές που θέτει η Συνθήκη.
Ανακεφαλαιώνοντας, έχομε στην περίπτωση της Μικρασιατικής Ανατολής διάπραξη πράξεων από τους Τούρκους, που έλαβαν χώρα βάσει σχεδίου και πολιτικού προγράμματος, με πρόθεση δηλαδή να καταστρέψουν τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας λόγω της διακριτής θρησκευτικής και εθνικής τους ταυτότητας. Οι πράξεις αυτές κατέληξαν στην καταστροφή μεγάλου μέρους των στοχευμένων πληθυσμών, ενώ η παρουσία τους εξαλείφθηκε ολοσχερώς από τη Μικρά Ασία.

genoktonia_Pontion 2
Ας δούμε τώρα τους τρόπους τους οποίους χρησιμοποίησαν οι Τούρκοι ώστε να υλοποιήσουν τη γενοκτονία, με οδηγό την περιπτωσιολογία της Διεθνούς Συνθήκης.
α) Φόνος των μελών της ομάδος.
Εδώ έχομε την πιο απτή πρακτική, που εκδηλώθηκε είτε στους τόπους κατοικίας των υπό γενοκτονία πληθυσμών είτε στους τόπους εκτόπισης αυτών, σε ενεργό αλλά και άμαχο πληθυσμό, με κάθε τρόπο που μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου: Δολοφονίες, κάψιμο ανθρώπων ζωντανών, κρέμασμα, συνοδευόμενα από βασανιστήρια και βιασμούς όπου αυτό ήταν δυνατό, οδήγησαν στην απώλεια εκατοντάδων χιλιάδων ψυχών, υλοποιώντας έτσι την εκπεφρασμένη βούληση των Τούρκων για εξαφάνιση των χριστιανικών λαών της Μικράς Ασίας.

β) Σοβαρά βλάβη της σωματικής ή διανοητικής ακεραιότητος των μελών της ομάδος.
Αν και η αρχικώς επιτυγχανόμενη σωματική βλάβη των μελών των υπό γενοκτονία λαών μέσα από τα βασανιστήρια, τους ακρωτηριασμούς, τους βιασμούς, συνήθως κατέληγε σε θάνατο, υπήρξαν αρκετοί που επέζησαν με βλάβες που τους συνόδευαν σε όλη τους τη ζωή, υπαγόμενοι έτσι στο σκέλος αυτό της συνθήκης που περιγράφει τους τρόπους υλοποίησης της γενοκτονίας.
Ίσως όμως ακόμα περισσότεροι ήταν οι ομόθρησκοί μας εκείνοι των οποίων τα λογικά σάλεψαν, υπέστησαν δηλαδή βλάβη της διανοητικής τους ακεραιότητας, όταν είδαν τα παιδιά, τις γυναίκες, τους πατριώτες τους να βιάζονται, να βασανίζονται και να δολοφονούνται μπροστά στα μάτια τους, γιατί δεν ήταν μόνο απόλαυση για τους αυτουργούς της γενοκτονίας να διαπράττουν τα προσχεδιασμένα τους εγκλήματα, αλλά και να υποβάλλουν στο μαρτύριο της παρακολούθησης αυτών τους άμεσους συγγενείς των θυμάτων, πριν έρθει κι αυτών η σειρά.

genoktonia_Pontion

γ) Εκ προθέσεως υποβολή της ομάδος εις συνθήκας διαβιώσεως δυναμένας να επιφέρωσιν την πλήρη ή την μερικήν σωματικήν καταστροφήν αυτής.
Εδώ έχουμε τις εκτοπίσεις, τις ατέλειωτες πορείες δίχως προορισμό των προγραμμένων υπό συνθήκες ψύχους η καύσωνα, με υποτυπώδη διατροφή, ρακένδυτους, με όσα υπάρχοντα ήταν σε θέση να πάρουν μαζί τους κλεμμένα από τους δεσμοφύλακές τους, με τις αρρώστιες να τους θερίζουν και τα βασανιστήρια να είναι στην ημερήσια διάταξη. Τα ίδια ισχύουν και για τα τάγματα εργασίας.
Αλλά δεν έχομε μόνο αυτά.
Η καταστροφή των οικιών και των χωριών των εκτοπισμένων σιγουρεύει το ότι και να γλυτώσουν από εκεί δε θα έχουν πού να γυρίσουν, άρα θα φύγουν, ικανοποιείται λοιπόν και με αυτό τον τρόπο το παραπάνω κριτήριο.
Σε άλλο επίπεδο, την ίδια λειτουργία επιτελούν και οι διοικητικής φύσεως ρυθμίσεις που στοχεύουν τις μειονότητες, όπως: Η φορολογική εξόντωση ειδικά των υπό γενοκτονία λαών, η δήμευση των περιουσιών των ίδιων και των πνευματικών-θρησκευτικών τους ιδρυμάτων, η κατάργηση των αυτοδιοικητικών μορφών οργάνωσης τους, της κοινοτικής τους εκπαίδευσης, η οποία αντικαταστάθηκε από τουρκική, η απαγόρευση να ασκούν συγκεκριμένα επαγγέλματα, ο αφοπλισμός τους, συντέλεσαν στην εμπέδωση ενός αισθήματος μειονεξίας, ανασφάλειας και απαισιοδοξίας για το μέλλον τους στη Μικράν Ασία, καθώς η ζωή τους κατέστη αφόρητη. Η συνέχιση της διαβίωσης τους στην πατρίδα ήταν αδύνατη, έπρεπε να φύγουν αν επιζούσαν. Όμως ένας λαός υπάρχει και πραγματώνεται ως τέτοιος στη βάση και της τοπικής του υπόστασης. Όταν αποκοπεί από το χώρο του, ο ίδιος ο χώρος ορφανεύει και ο λαός ζει κάπου αλλού ως ξένος, με προοπτική την αφομοίωσή του από την κυρίαρχη ομάδα του νέου τόπου του, έστω κι αν αυτή είναι φιλική απέναντί του. Έτσι, και ο ξεριζωμός από τα εδάφη του και η απώλεια της ταυτότητας του λαού-θύμα, επιτελούν το σκοπό της γενοκτονίας, που είναι να πάψει η ύπαρξη του λαού ως τέτοιου. Η βιολογική του συνέχεια ως κάτι άλλο, είναι αποδεκτή από τους γενοκτόνους, εφαρμόζεται μάλιστα κι από τους ίδιους προς εμπλουτισμό της δικής τους ομάδας.

images 1

δ) Μέτρα αποβλέποντα εις την παρεμπόδισιν των γεννήσεων εις τους κόλπους ωρισμένης ομάδος.
Ο ενεργός ανδρικός πληθυσμός, από 16 μέχρι 60 χρονών, εκτοπίζεται, με αποτέλεσμα να μην έχομε γεννήσεις λόγω της απουσίας τους. Ο εκτοπισμός και η εξόντωση λοιπόν των ανθρώπων αυτών δε στέρησε το λαό τους μόνο από τους ίδιους, αλλά και από τους απογόνους που δε γέννησαν, αποδυναμώνοντας έτσι πληθυσμιακά την εθνική τους ομάδα.

ε) Αναγκαστική μεταφορά παίδων μιας ομάδος εις ετέραν ομάδα».
Μιλήσαμε για τα παιδιά που δε γεννήθηκαν. Και τα παιδιά που πρόλαβαν να γεννηθούν όμως δεν τα περίμενε καλύτερη τύχη. Κι από μιαν άποψη, αυτά είναι τα πιο θλιβερά θύματα της γενοκτονίας. Τα ορφανά που άφηναν τα θύματα των παραπάνω περιπτώσεων, οι Τούρκοι τα ενέταξαν στη δική τους εθνική ομάδα μέσα από το θεσμό των ορφανοτροφείων. Η περίθαλψη που πρόσφεραν στα παιδιά αυτά ήταν στα πλαίσια των ιδεολογικών μηχανισμών του τουρκικού κράτους, λάμβαναν τουρκική εκπαίδευση, άκουγαν την τουρκική εκδοχή των γεγονότων ως νεαροί τούρκοι και έτσι ενηλικιώνονταν ως συνειδητοί Τούρκοι. Κι εκεί που κανείς θα περίμενε από τα παιδιά των θυμάτων να μπορέσουν να εκδικηθούν και να δικαιώσουν τους γονείς και το λαό τους, αυτά, ανεπίγνωστα βέβαια, μεγάλωσαν με την αφήγηση των γενοκτόνων. Ποια μεγαλύτερη ύβρις στο νεκρό από το να δικαιώνει το παιδί του το θάνατο του γονιού, και πόσο δυστυχισμένο μπορεί να είναι ένα παιδί που θα ανακαλύψει την πραγματική του ταυτότητα τυχαία;
Το φαινόμενο αυτό υπάρχει και σε άλλη μορφή, αυτής των οικογενειών που ο ένας γονιός είναι από χριστιανική πληθυσμιακή ομάδα. Συνήθως αφορά περιπτώσεις που επέζησαν των εκτοπίσεων και οι γενοκτόνοι τους εγκατέστησαν σε τουρκικό περιβάλλον, όπου έκαναν οικογένεια με τούρκο και τα παιδιά μεγάλωσαν σαν Τούρκοι, ή ανθρώπους που τούρκεψαν την τελευταία στιγμή για να παραμείνουν στις εστίες τους. Σ΄ αυτές τις περιπτώσεις τα παιδιά δεν υποψιάζονται καν την καταγωγή του μη Τούρκου γονιού, αν και είναι υπαρκτές κάποιες περιπτώσεις που έχουν καταγραφεί όπου κάποια στιγμή την έμαθαν. Δεν είναι πάντως δυνατό να απαλειφθεί η πλύση εγκεφάλου που έχουν υποστεί μόνο με μια εκ των υστέρων πληροφορία περί της αληθινής καταγωγής τους.
Σε μια μεσοπρόθεσμη προοπτική, παρατηρούμε το φαινόμενο να χάνουν τη συνείδηση της καταγωγής τους οι απόγονοι των επιζησάντων της γενοκτονίας, να χάνουν τη μικρασιατική τους ταυτότητα. Είναι μια μεγάλη κουβέντα να πούμε γιατί έγινε αυτό, και σίγουρα στην περίπτωση της Ελλάδας θα πρέπει να μιλήσομε για τις ευθύνες του ελλαδικού κράτους και την πολιτική λήθης απέναντι στους πρόσφυγες. Πλην όμως δε θα φτάσομε μέχρι εκεί, τουλάχιστο στα πλαίσια αυτής της συζήτησης. Θα μιλήσομε όμως για το φαινόμενο αυτό ως συνέπεια της διακοπής της σύνδεσης του λαού με την πατρίδα του και την αδυναμία μακροπρόθεσμα να αναπαραγάγει τους όρους διατήρησης της ταυτότητάς του σε άλλο τόπο, όντας μειοψηφία και ευάλωτο σε αφομοιωτικές διαδικασίες. Αυτό αποτελεί λευκή γενοκτονία, αφού τα μέλη της ομάδας βιώνουν την απώλεια της ταυτότητάς τους, δηλαδή δεν υπάρχουν πια ως μέλη τέτοιας ομάδας αν και συνεχίζουν βιολογικά να υπάρχουν. Υπάρχουν όμως ως κάτι άλλο, πχ εδώ ως αφομοιωμένοι παλαιοελλαδίτες που μπορεί και να μιλούν στις παρέες τους για συνωστισμό κι όχι για γιαγκίνι στη Σμύρνη, που μπορεί στο γήπεδο να βρίζουνε τους Αεκτζήδες «Τούρκους».
Επομένως, τα αποτελέσματα της γενοκτονίας των χριστιανικών λαών της Ανατολής εξακολουθούν να δημιουργούνται, η γενοκτονία συνεχίζεται κάθε φορά που ένα παιδί τέταρτης πια γενιάς που έρχεται στον κόσμο, μεγαλώνει μέσα σ’ ένα περιβάλλον όπου δε βιώνει τη μικρασιατική του προέλευση, που δε θα διεκδικήσει λοιπόν τη μνήμη της πατρίδας να την κάνει δική του μνήμη, που αν το θελήσει θα πρέπει αυτή να τη βρει μέσα από αφηγήσεις των παλιότερων, που όμως κι αυτοί από παλιότερους την έχουν βρει κι όχι βιωματικά. Θα πρέπει να τη βρει μέσα από κιτρινισμένες φωτογραφίες του χτες που καλείται να το φανταστεί σα να είναι σήμερα, όμως το σήμερα αυτό δεν υπάρχει γι’ αυτό το παιδί.
Θυμίζω ότι ο όρος μιλάει για μεταφορά των παιδιών σε «έτερη ομάδα», όχι απαραίτητα την ομάδα των γενοκτόνων.
Έτσι, με τον εκτουρκισμό των παιδιών αλλά και την αφομοίωση όσων γλύτωσαν κι έφυγαν από ισχυρότερες πληθυσμιακές ομάδες του τόπου υποδοχής τους, ικανοποιείται πολλαπλώς και ο όρος που θέτει η συνθήκη ως προς τα παιδιά της υπό γενοκτονία ομάδας.

images 2
Είπαμε στην αρχή πως σήμερα θα μιλήσομε τεχνικά, στεγνά νομικά, προκειμένου να δούμε αν υπάγονται τα γεγονότα της Ανατολής στον ορισμό της γενοκτονίας. Και νομίζω πως εκεί καταλήξαμε. Δεν καταλήξαμε όμως μόνο εμείς, που μπορεί να είμαστε συναισθηματικά φορτισμένοι, να έχομε υποστεί πλύση εγκεφάλου, όχι πάντως από το ενδοτικό ελλαδικό κράτος, να είμαστε προκατειλημμένοι, όπως μας κατηγορούν οι υπάλληλοι του Σόρος και οι οσφυοκάμπτες των Νεοοθωμανών.
Υπάρχει, στο διεθνή επιστημονικό χώρο, η Διεθνής Ένωση των Ακαδημαϊκών για τη Γενοκτονία. Πρόκειται για έναν έγκυρο οργανισμό, ένα σώμα διεθνούς κύρους και απήχησης και κυρίως υπεράνω υποψίας, ο οποίος μελετά τα φαινόμενα των γενοκτονιών στον κόσμο, οι απόψεις του δε τυγχάνουν ευρύτατης αποδοχής και αναγνωρίζονται διεθνώς. Η Διεθνής Ένωση των Ακαδημαϊκών για τη γενοκτονία λοιπόν, αναγνώρισε τα γεγονότα που εξετάζομε εδώ ως γενοκτονία, το Δεκέμβριο του 2007, με σχετική απόφασή της, ληφθείσα με πλειοψηφία άνω του 80% επί των ψηφισάντων μελών της. Έχομε λοιπόν και διεθνή επιστημονική τεκμηρίωση του ότι οι προϋποθέσεις της Διεθνούς Σύμβασης ικανοποιούνται εδώ.

images 3
Ποια είναι η πρακτική σημασία αυτής της διαπίστωσης όμως; Τι σημασία έχει άραγε το να περιγραφούν αυτά σα γενοκτονία ή κάπως αλλιώς, η ουσία δεν είναι ίδια; Ο πόνος κι η δυστυχία, η εξαφάνιση τριών λαών από την καθ’ ημάς Ανατολή είναι πια πραγματικότητα.
Νομίζω ότι έχει σημασία μεγάλη να επιμείνομε στο νομικό χαρακτηρισμό της γενοκτονίας, αφού αυτό έχει σημαντικές συνέπειες. Η γενοκτονία έχει ήδη αναγνωριστεί από μια σειρά κράτη, εκτός από τη διεθνή ένωση ακαδημαϊκών για τις γενοκτονίες.
Από τη στιγμή που το έγκλημα χαρακτηρίζεται πια γενοκτονία, δημιουργούνται διάφορες συνέπειες: Η Τουρκία καλείται να αναγνωρίσει το γεγονός. Μέχρι σήμερα τηρεί μια στάση αντιφατική, καθώς από τη μια αρνείται κατηγορηματικά να τη συζητήσει, από την άλλη αποδίδει τα όσα συνέβησαν στο προηγούμενο της Τουρκικής Δημοκρατίας πολιτειακό μόρφωμα, απεκδυόμενη κάθε ευθύνη. Έτσι όμως εκτίθεται, καθώς είτε δε συνέβησαν αυτά, είτε τα έκαναν άλλοι.
Το προηγούμενο της Γερμανίας σε σχέση με τα όσα διέπραξε κατά των Εβραίων αποτελεί και την απαίτηση της διεθνούς κοινότητας πια κι όχι μόνο των θυμάτων από την Τουρκία. Και βέβαια, όταν η Τουρκία αναγνωρίσει τη γενοκτονία, θα πρέπει να αναλάβει και τις σχετικές ευθύνες. Να αποζημιώσει τα θύματα, δηλαδή τους απογόνους τους, είναι το πρώτο. Αλλά τι σημαίνει αποζημίωση; Πληρώνουμε την αξία της περιουσίας που έχασαν, την ηθική βλάβη για τις φρικαλεότητες που υπέστησαν οι πληθυσμοί και καθαρίσαμε;
Αναγνώριση πρέπει να σημαίνει συγνώμη και άρση των αποτελεσμάτων της γενοκτονίας, δηλαδή απόδοση στην ομάδα-θύμα της πατρίδας που έχασε, των μελών που απώλεσε και προς τη γενοκτόνο εθνότητα και γενικά. Και αυτό για να γίνει σημαίνει πρακτικά εκδημοκρατισμό της Τουρκίας, ελεύθερη κυκλοφορία των ιδεών, πρόσβαση στην ιστορική γνώση. Σημαίνει ανάδυση των καταπιεσμένων ταυτοτήτων, ανακάλυψη των ανεπίγνωστων καταγωγών και διάσπαση της τουρκικής ταυτότητας στις ταυτότητες από τις οποίες έκλεψε πληθυσμούς για να διαμορφωθεί η ίδια, σημαίνει δηλαδή διάλυση της Τουρκίας.

images 5
Γι’ αυτό και κάθε προσπάθεια να γίνει λόγος για αναγνώριση συναντά τη λυσσαλέα αντίδραση της Τουρκίας. Γι’ αυτό και μεις οφείλομε να είμαστε στις επάλξεις και αυτού του αγώνα. Σε συνεργασία με τις άλλες εθνότητες-στόχους, θα πρέπει να συντονίζομε τη διαδικασία της αναγνώρισης βήμα βήμα, διεθνώς, στην πατρίδα μας και στην ίδια την Τουρκία. Οι διεθνείς σχέσεις βέβαια, δεν έχουν αισθήματα αλλά μόνο συμφέροντα. Γι’ αυτό και το ειδικό βάρος της Τουρκίας υψώνεται ως ανασταλτικός παράγοντας της όποιας προσπάθειας, καθώς κάθε χώρα προσμετρά και τις συνέπειες που θα έχει τυχόν αναγνώριση στις σχέσεις της με μια μεγάλην αγορά, που είναι και μια μουσουλμανική επίσης χώρα, και μια χώρα με σοβαρή και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, που θέτει στόχους και τους υλοποιεί σε βάθος χρόνου.
Όμως αυτά είναι και τα όρια της Τουρκίας. Και το ότι παρά τις αντιξοότητες αυτές αυξάνεται ο αριθμός των χωρών που αναγνωρίζουν τη γενοκτονία, δείχνει ότι τελικά η πίστη στα δίκαιά μας και η προσήλωση στο στόχο μπορεί να φέρει αποτελέσματα ακόμα και σε τόσο δύσκολες συνθήκες. Γιατί η πολιτική της Τουρκίας μπορεί να ανατραπεί από μια σχεδιασμένη πολιτική αρχών και εκμετάλλευσης των ευκαιριών άσκησης αυτόνομης πολιτικής που δίνονται σε έναν πολυπολικό κόσμο.images 16
Εμείς, οι απόγονοι των επιζώντων της γενοκτονίας, έχομε τις δικές μας ευθύνες σ’ αυτή την κατάσταση. Οφείλομε να επηρεάσομε την πολιτική της πατρίδας μας προς την κατεύθυνση υιοθέτησης μιας στάσης αξιοπρέπειας απέναντι στην Τουρκία, συνεργασίας με τους λαούς-θύματα της πολιτικής της και απαίτησης αναγνώρισης της γενοκτονίας. Βέβαια, θα πει κανείς, εδώ είμαστε βουτηγμένοι στο Μνημόνιο, ο κοινωνικός ιστός διαλύεται, λεφτά δεν υπάρχουν, πώς θα ξεφύγομε από την πολιτική της υποτέλειας προς όλους; Μα ακριβώς αυτή η στάση μας έφερε εδώ, το να φερόμαστε όπως μας επιβάλλουν οι ξένοι κι όχι όπως μας ορίζει το συμφέρον του τόπου μας. Και μια δυναμική στάση στην εξωτερική πολιτική προϋποθέτει μια συνολική αλλαγή στο παραγωγικό μας μοντέλο, προϋποθέτει μια πατρίδα που ενθαρρύνει τον πολίτη να δραστηριοποιηθεί και δεν τον στραγγαλίζει, ένα λαό που αγωνίζεται να επιτύχει αυτάρκεια, μιαν εκπαίδευση και ιδεολογία που δε θα υπαγορεύεται από το Σόρος.
Εδώ εντοπίζεται λοιπόν το χρέος μας, να αποτινάξομε την κάθε λογής αποικιοκρατία από τον τόπο μας, να μπορέσομε να διαμορφώσομε οι ίδιοι τις προτεραιότητες και τους στόχους μας. Κι εδώ θα κριθεί ο καθένας μας και όλοι μαζί. Γιατί οι ευκαιρίες που θα έχομε στο εξής θα είναι μετρημένες, και το να χάσομε μία δε σημαίνει ότι θα υπάρξει δυνατότητα επανόρθωσης.

Advertisements

Απρίλιος 9, 2014 Posted by | Κείμενα για την Μικρασία, ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ | , , , , , , , | 1 σχόλιο

ΑΕΚ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ ΞΕΡΙΖΩΜΕΝΗ;


Ο δικτυακός τόπος http://www.aek365.gr, κάνει αναφορά την 28-11-2011 σε ενδιαφέρον τουρκικού κολοσσού να πάρει το πλειοψηφικό πακέτο της ομάδας. Σε δύο αναρτήσεις, http://www.aek365.gr/a-158335/me-tourkous-milaei-gia-thn-aek-o-adamidhs.htm, http://www.aek365.gr/a-158346/auth-einai-h-etairia-pou-thelei-thn-aek.htm, η ιστοσελίδα αναφέρει ότι ο πρόεδρος της ΑΕΚ μιλάει με Τούρκους επιχειρηματίες, κατονομάζει μάλιστα την οικογένεια Σαμπαντζί, η οποία συγκαταλέγεται στα μεγάλα επιχειρηματικά τζάκια της Τουρκίας, ως αυτήν που ενδιαφέρεται να αναλάβει την Ένωση.
Η Γκιουλέρ Σαμπαντζί, επικεφαλής του ομίλου, βρίσκεται στη δεύτερη θέση στον κατάλογο των 50 ισχυρότερων γυναικών επιχειρηματιών του κόσμου που καταρτίζουν οι Financial Times. O όμιλος Σαμπαντζί έχει δυναμική παρουσία και στον πολιτισμό, με το ομώνυμο μουσείο που προωθεί το ιδεολόγημα των Τούρκων περί παρουσίας τους επί χιλιάδες χρόνια στη Μικρά Ασία, ενώ με κεφάλαιά του έχει χτιστεί φοιτητική εστία στην κατεχόμενη Αμμόχωστο.
Ο αθλητικός τύπος της 28-11-2011 μιλάει εναλλακτικά και για Άραβες επενδυτές, με τους οποίους η συνάντηση του προέδρου της ΑΕΚ έλαβε χώρα στην Κωνσταντινούπολη, οπότε το τοπίο είναι ακόμα θολό ως προς το τι πραγματικά συμβαίνει. Πλην όμως μπορούμε από τώρα να κάνομε κάποιες βασικές επισημάνσεις ως προς το τι σημαίνει και σε ποιον ανήκει η ΑΕΚ, επισημάνσεις που μπορούν να μας οδηγήσουν και στο ποιος δικαιούται να την ελέγχει.
Κάθε ομάδα είναι δεμένη με μια γειτονιά, μ’ ένα τόπο, μιαν ιδιαίτερη πατρίδα. Στην Ελλάδα η έννοια της ιδιαίτερης πατρίδας δεν έχει πάντα συγκεκριμένη αναφορά σε χωριό, σπίτια και περιουσία, αφού το σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού των Μικρασιατών αναφέρεται στην Πατρίδα του μέσα από τη μνήμη. Οι φορείς των προσφύγων αυτή τη μνήμη υπηρετούν, κι οι ομάδες τους είναι η μεταφορά της μνήμης αυτής στο αθλητικό πεδίο. Μια ματιά στα πανώ που κατεβαίνουν στους αγώνες της ΑΕΚ και των άλλων προσφυγικών ομάδων αρκεί να δείξει ότι η μνήμη της Μικρασιατικής πατρίδας μένει ζωντανή μέσα και από το ποδόσφαιρο. Αυτό φαίνεται και από την αντιμετώπιση των άλλων ομάδων στις εκατέρωθεν ύβρεις μεταξύ οπαδών: Οι ΑΕΚτζήδες είναι για τους άλλους οι «Τούρκοι» τα «χανούμια», σε ευθεία αναπαραγωγή του «Τουρκόσποροι» των παλαιοελλαδιτών κατά τα πρώτα χρόνια μετά την Καταστροφή.

Οι μικρασιατικές οικογένειες έχουν πολλά να διηγηθούν από την Πατρίδα. Καλά και κακά, φιλίες με τουρκικές οικογένειες και νεκρούς από τους Τσέτες, παραμένει όμως κοινός παρονομαστής της τραγικής τους μοίρας ότι η τύχη τους είχε προδιαγραφεί ήδη από το 1911, στο συνέδριο των Νεότουρκων στη Θεσσαλονίκη, όπου αποφασίστηκε η γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής. Πριν τη μικρασιατική εκστρατεία είχε ήδη συντελεστεί το μεγαλύτερο μέρος της εθνοκάθαρσης, ενώ με την Καταστροφή και την Ανταλλαγή ολοκληρώθηκε η εκκένωση της Μικρασίας από τους προαιώνιους κατοίκους της. Μπορούσαν να μείνουν; Ναι, αλλά μόνο αν τούρκευαν, όπως γινόταν επί αιώνες. Κι Αυτοί, μάρτυρες του λαού μας, είτε νεκροί στα άγια χώματα της καθ’ ημάς Ανατολής, είτε ζωντανά ράκη σε μιαν Ελλάδα που τους περιφρόνησε βαθιά, επέλεξαν για το χατήρι της Ρωμέικης ταυτότητάς τους να τερματίσουν μια παρουσία χιλιετιών εκεί.
Η ΑΕΚ και τ’ άλλα προσφυγικά σωματεία δεν έχουν λοιπόν μόνο το χαρακτηριστικό της τοπικής ομάδας σε επίπεδο πόλης της Ελλάδας. Κουβαλάνε μια μνήμη πολύ βαριά, μια παρουσία δεμένη με το αίμα των νεκρών μας που αφήσαμε εκεί, τους βιασμούς των κοριτσιών μας, των γυναικών και των μανάδων μας, των πληθυσμών που αλλαξοπίστησαν για να γλυτώσουν την τυραννία. Κουβαλάνε ακόμα τον καημό των προσφύγων για τις εστίες που εγκατέλειψαν, τον απίστευτο αγώνα τους για επιβίωση στο καινούργιο περιβάλλον που τους υποδέχτηκε με εχθρότητα και καχυποψία, γεγονότα που σημάδεψαν τους παππούδες μας και τους γονείς μας και που πολλούς τους έκαμαν να μη θέλουν να μιλήσουν στους νεώτερους γι’ αυτά που πέρασαν.
Σήμερα, στην εποχή της αποκτήνωσης, του «να κερδίζει η ομάδα με οποιοδήποτε τρόπο», οι αρχές της άμιλλας και του ισότιμου συναγωνισμού έχουν υποχωρήσει. Μαζί τους υποχωρούν και οι αξίες που βρίσκονται πίσω από κάθε ομάδα, για να δώσουν τη θέση τους στα ένστικτα και τον ανταγωνισμό. Έτσι, δε μας νοιάζει ποιος θα έχει την ομάδα, αρκεί αυτή να νικάει. Το βλέπομε σα νοοτροπία στους οπαδούς όλων των ομάδων: ο επενδυτής που θα απογειώσει μετράει, όχι τι εκπροσωπεί.
Μπορεί σ’ αυτό το σχήμα να χωρέσει Τούρκος μεγαλομέτοχος για την ΑΕΚ; Μπορεί αυτός που μας έδιωξε από την Ιωνία, την Καππαδοκία, τον Πόντο, να έρθει τώρα να μας αγοράσει; Και τι θα σήμαινε αυτό για την ΑΕΚ; Η ομάδα των προσφύγων δημιουργήθηκε για να στεγάσει τον πόνο της στερημένης πατρίδας μας, και θα τη δώσομε σ’ αυτούς που μας τη στέρησαν;

 

ΑΕΚ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ ΞΕΡΙΖΩΜΕΝΗ. Το βλέπεις το σύνθημα αυτό στους τοίχους, σε μπλουζάκια συνδέσμων, στην ιστορία του συλλόγου. Η παράδοσή της λοιπόν σε Τούρκους θα σημάνει ακύρωση της ιστορίας της. ΑΕΚ δε θα σημαίνει πια ομάδα των προσφύγων. Μπορεί να το δει κάποιος κι έτσι βέβαια, άλλωστε σήμερα οι ομάδες είναι ανώνυμες εταιρείες κι ως γνωστόν το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα. Κι αφού θα νικάμε τους άλλους καλά θα είμαστε. Και θα νικάμε σίγουρα, αφού η Τουρκία πάει να γίνει το αφεντικό στην περιοχή, οπότε, δε μπορεί, θα έχει τον τρόπο να επιβάλλει τη θέλησή της στο πρωτάθλημα, εδώ την επιβάλλει στο Αιγαίο και την Κύπρο.
Κι εμείς τι θα κάνουμε; Το θέλομε αυτό τελικά; Θέλομε ένα αφεντικό που έχει μαζί μας προηγούμενα; Και τι θα πούμε στους παλιούς μας, αυτούς που έμειναν για πάντα εκεί, αυτούς που φύγανε αλλόφρονες από απέναντι για να γλυτώσουνε από τους Τσέτες, αυτούς που νύχτα χτίσανε το γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας από το υστέρημα του χρόνου που τους άφηνε ο αγώνας για την επιβίωση; Τι θα σημαίνει ΑΕΚ πια για μας;

Αν αποσυνδέσομε το μήνυμα της προσφυγιάς που η ΑΕΚ κουβαλάει από την ομάδα, όλα γίνονται. Αλλά τότε, μερικοί από μας δε θα έχουν κάποιο λόγο να είναι ακόμα ΑΕΚ. Γιατί ΑΕΚ δε γίναμε για να τσακωνόμαστε με τους άλλους, για να επιβληθούμε και να ταπεινώσομε τον αντίπαλο και να νοιώσομε ικανοποίηση μέσα απ’ αυτό. ΑΕΚ είμαστε για μια πατρίδα που τόσο υπέφερε και προδόθηκε, για έναν πληθυσμό που από το 1071 μέχρι το 1922 κράτησε την ταυτότητά την ελληνική μέσα στους Τούρκους, κι αυτή την ταυτότητα δε θα την υποστείλομε τώρα για να βάλομε μερικά γκολ παραπάνω, γιατί γι’ αυτά τα γκολ δε θα μπορούμε να πανηγυρίσομε, κάποιος άλλος θα τα βάζει κι όχι εμείς, κι αυτός ο άλλος είναι κι η αιτία που σήμερα βρισκόμαστε στη Νέα Φιλαδέλφεια στην Αττική κι όχι στην παλιά στη Μικρασία.

Νοέμβριος 28, 2011 Posted by | Κείμενα για την Μικρασία, ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , , , | 1 σχόλιο

«Πού πάς αδελφέ: Μια Ιστορία Αποχωρισμού»

Εκδήλωση, 8 Δεκεμβρίου 2010

«Πού πάς αδελφέ: Μια Ιστορία Αποχωρισμού»

Κardes Nereye : Bir Ayrilik Oykusu

Mία ιδέα του καταγόμενου από την Ορντού, Τούρκου ερευνητή, İbrahim Dizman, την οποία ανέλαβε να υλοποιήσει ο εκδότης Ömer Asan.  (http://www.omerasan.com/)

Σκοπός τους  είναι, 90 χρόνια μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, να παρακολουθήσουμε τις συνέπειες των «τραυμάτων», που άφησε ο μεγάλος ξεριζωμός μέσα από ένα  ντοκιμαντέρ που θα κινείται πάνω στο τρίπτυχο «αποχωρισμός-φιλία-νοσταλγία».

Τα γυρίσματα ξεκίνησαν στις 15 Σεπτεμβρίου, με συνεντεύξεις προσφύγων από την Ελλάδα που εγκαταστάθηκαν στην Ορντού (Κοτύωρα του Πόντου) και θα συνεχιστούν  στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης και της Κατερίνης, με συνεντεύξεις Ορντουλήδων Ποντίων.

Η ιδέα αυτή θα παρουσιαστεί την Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010 , 9:30 μ.μ. , στο νέο Χώρο Πολιτισμού «@Ρουφ» Κωνσταντινουπόλεως 10 & Ανδρονίκου 18, Αθήνα, τηλ. :  2103837191

Ομιλητές : Ömer Asan , Στέλιος Ελληνιάδης, Βλάσης Αγτζίδης.

Συντονίζει ο Στέλιος Θεοδωρίδης.

Θα ακολουθήσει ποντιακό παρακάθ(ι) με  λύρα, τραγούδι,

ποτό και ότι άλλο ήθελε προκύψει …

Την εκδήλωση στηρίζουν :

-Χώρος Πολιτισμού «στο Ρουφ»,

-«Ψωμιάδειον» Πολιτιστικό Κέντρο Ποντιακού Ελληνισμού,

και τα ιστολόγια:

«40 Mήλα Κόκκινα»- (http://sarantamilakokkina.wordpress.com/)

-«Γεννηθείς εις Καύκασον Ρωσίας» – (http://kafkasios-pontokomitis.blogspot.com/)

-«Έφηβος» – (http://efhbos.wordpress.com/)

-«Ιστολόγιο του Εξαποδώ» – (http://eksapodo.wordpress.com/)

-«Κανάλι» – (http://kanali.wordpress.com/),

«Με το τουφέκι και τη λύρα» – (https://metotoufekikaitilyra.wordpress.com/)

-«Ου παντός πλειν ες Πόντον» – (http://vripolidis.blogspot.com/)

-«Πεντανόστιμη» – ( http://pentanostimi.blogspot.com/)

-«Πόντος και Αριστερά» – (http://pontosandaristera.wordpress.com/),

-«Σχεδόν κάλμα» – (http://sxedonkalma.wordpress.com/)

«Τhalassa-Karadeniz» – (http://thalassa-karadeniz.mylivepage.com/)

-«Und ich dachte immer» – (http://kars1918.wordpress.com/)

Δεκέμβριος 6, 2010 Posted by | Κείμενα για την Μικρασία, ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | 1 σχόλιο

ΙΟΡΔΑΝΗΣ

«Πως είπες πως θα τον βγάλετε; Ιορδάνη;» Η οικογενειακή φίλη δεν ήταν ενθουσιασμένη. «Παράξενο όνομα … είστε σίγουροι πως δε θα του δημιουργήσετε πρόβλημα; Πως θα νοιώθει το παιδί μ’ ένα τέτοιο όνομα;».

Ήταν ο δεύτερος Ιορδάνης της οικογενείας που θα βαφτιζόταν στην προσφυγιά, εξήντα πέντε χρόνια μετά τον πρώτο. Τον παππού του. Κι αυτός πάλι πήρε τ’ όνομα του δικού του παππού, εκείνου του Ιορδάνη που στην Πατρίδα είχε δικά του καραβάνια που πηγαίνανε μέχρι την Αίγυπτο, κι εδώ προσπαθούσε να ζεστάνει την οικογένεια του μέσα σε μια παράγκα στη Δραπετσώνα. Ο μικρός γελούσε όταν άκουγε τ’ όνομά του. Γελούσε στους ανθρώπους, κι όταν κοιμόταν έμοιαζε μ’ ένα αγγελουδάκι μικρό, που είχε κατέβει στη γη να ξαποστάσει και ξώμεινε. Τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν από πόνο. Τα ίδια έκανε κι ο παππούς του, που θα τον ανάσταινε ο μικρός, όταν ήταν σαν κι αυτόν. Η παράγκα είχε γίνει πια ένα μικρό σπιτάκι, δώδεκα χρόνια απ’ την Ανταλλαγή. Κι ο Ιορδάνης -ο παππούς- ήταν κι αυτός ένα παιδάκι γελαστό. Κι ας ήταν το σπίτι εκείνο γεμάτο καϋμούς, κι ας αναστέναζαν κρυφά οι μεγάλοι. Για όλα. Γι’ αυτά που αφήσανε, γι’ αυτά που βρήκανε, για την ελπίδα της Επιστροφής που όλο και ξεθώριαζε. Ο Ιορδάνης – παππούς-, θα ήταν ο πρώτος από τα πέντε πρώτα ξαδέρφια με το ίδιο όνομα. Θα ανήκε σ’ εκείνη τη γενιά που θα μεγάλωνε με το στίγμα του Τουρκόσπορου, και που θα κατάφερνε να σταθεί στα πόδια της παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε. Στο σπίτι άκουγε τους μεγάλους να μιλούν τα Τούρκικα, ιδίως όταν απευθυνόταν στον παππού του. Σ’ αυτά τα σπίτια των προσφύγων από την Καππαδοκία, η οικογένεια ήταν κάτι το ιερό. Τόσο, που μερικές φορές σε έκανε να λυγίζεις από το δέος. Οι οικογένειες, σφιχτά δεμένες και σε απόλυτη συνεννόηση μεταξύ τους, τόσο που όταν παντρεύονταν τα παιδιά να μην ξεφεύγουν από το σπίτι το πατρικό, τόσο σφιχτά δεμένες που μερικές φορές πνιγόσουν. Γεμάτες έγνοια όμως του ενός για τον άλλο. Κι αυστηρή ιεραρχία, ο Ιορδάνης, ο παππούς του παππού με λόγο για τα σπουδαία.

Δεν είχε μάθει τα Ελληνικά στην Πατρίδα. Ήταν μεγάλος πια όταν, με εισφορές των ξενιτεμένων στην Πόλη κυρίως, αλλά και στο Ικόνιο, στη Σμύρνη κι αλλού χωριανών, λειτούργησε το Σχολειό στο χωριό.

Το ταμείο το διαχειρίστηκε εκείνος. Τον εμπιστεύονταν οι υπόλοιποι, τον έκαιγε η αγωνία. Τα παιδιά του μάθανε τα Ρωμεϊκα, αλλά στο σπίτι μιλούσανε πάντα στα Τούρκικα. Για τον Πατέρα και τη Μάνα, αλλά και γιατί ήταν και γι’ αυτά η μητρική τους γλώσσα. Για αιώνες, γι’ αυτούς τους Ρωμιούς της Καππαδοκίας, η πίστη ήταν αυτό που τους ξεχώριζε από τον περίγυρο του δυνάστη. «Τη γλώσσα την Ελληνική» την έχασαν ξεκομμένοι από τον υπόλοιπο κορμό τετρακόσια κιόλας χρόνια πριν την Άλωση.

Ο Ιορδάνης -ο μικρός- σηκώνει τα χεράκια του στον αέρα. Θέλει να τον πάρουνε στα χέρια οι γονείς. Και γελάει, βγάζει χαρούμενες κραυγούλες, φωτίζεται το πρόσωπό του, και μαζί και των γονιών του. Ακόμα δεν έχει αρχίσει να μιλάει. Όταν πάντως το κάμει, οι πρώτες του κουβέντες θα ναι στα Ρωμέικα.

Και τα οχτώ αδέρφια μάθανε τα Ελληνικά στο σχολειό. Ακόμα και στην ενδοχώρα, τα πράγματα άλλαζαν, χρόνια πριν την καταστροφή. Οι υπόδουλοι άρχιζαν να κοιτάζουν στα ίσια το δυνάστη, η ελπίδα κρυφά μεγάλωνε, όμως τα Ρωμέϊκα θα τα χρησιμοποιούσαν τελικά για να ενταχθούν στις νέες τους εστίες. Ο πατέρας τους δεν τα χρειάστηκε, στην Ελλάδα έφτασε μεγάλος, κι οι συναναστροφές του ήταν κυρίως με πατριώτες του. Οι Ελλαδίτες, έτσι κι αλλιώς δε θέλανε να τους μιλούνε. Στους συνοικισμούς έρχονταν μόνο αν έπρεπε, ή για να προσβάλλουν τους πρόσφυγες. Και τότε, στο αποτυχημένο κίνημα του ΄35, για να τους κάψουν. Αλλά κι αν έπρεπε να μιλήσει Ελληνικά, τα παιδιά του του τα μετέφραζαν. Πέθανε μέσα στον πόλεμο, με τον καημό της Πατρίδας στα χείλη. Ο ίδιος γνώρισε τους δύο μόνο από τους εγγονούς του που τον ανάστησαν. Ο πρώτος ήταν ο Ιορδάνης, ο παππούς. Μόνο που αυτός δε θα γνωρίσει το μικρό που θα του δώσει το όνομα.

«Παράξενο τ’ όνομα … Είστε σίγουροι ότι δε θα του δημιουργήσει πρόβλημα; Μήπως τον κοροϊδεύουν τ’ άλλα παιδιά;»

Στην Πατρίδα δεν ήτανε παράξενο τ’ όνομα. Ούτε το Πρόδρομος, Αβραάμ, Γαβριήλ, Βηθλεέμ, Μακρίνα. Που να το ξέρει όμως αυτό η οικογενειακή φίλη; Που να ξέρει τι σημαίνει Μικρασία; Εδώ πολλοί δικοί μας το ‘χουν πια ξεχάσει. Άλλοι από ανάγκη, άλλοι γιατί το θελαν. Ήθελαν να μην ξεχωρίζουν από τους εδώ. Αυτούς που τους υποδέχτηκαν με περιφρόνηση, που τους πρόσβαλλαν με όποιο τρόπο μπορούσαν. Άραγε, στην Πατρίδα, το ίδιο δεν έκαναν κι εκείνοι οι δικοί μας που Τούρκεψαν; Κι αυτοί, είτε από ανάγκη και φόβο, είτε γιατί το θελαν. Να γίνουν κι αυτοί εξουσία, να ξεκόψουν από το Γένος το δικό μας, το δικό τους, και να το καταπιέσουν με τη ζέση του νεοσύλλεκτου, με την πίστη του φανατικού. Έτσι κι εδώ, στην Παλιά Ελλάδα, η ίδια ιστορία. Μόνο που εδώ ήταν μεταξύ αδελφών.

Ο μικρός παίζει με μια μπάλα, δώρο του νονού του. Η βάφτιση θα καθυστερήσει λίγο, αλλά νονός και βαφτισιμιός γνωρίζονται καλά. Μια μπάλα κιτρινόμαυρη, με το δικέφαλο αετό της ΑΕΚ. Η Πατρίδα υπάρχει ακόμα. Κι εκεί κι εδώ. Γιατί η Πατρίδα είναι οι άνθρωποι της. Όπου στέκουν αυτοί, την κουβαλούνε μέσα τους. Άραγε τι θα σημαίνει η ΑΕΚ για το μικρό; Ένα παιδί που την Πατρίδα θα τη γνωρίσει μόνο μέσα από διηγήσεις ανθρώπων που κι αυτοί την ξέρουν μέσα από τις αναμνήσεις των παλιών που φυγαν, πως θα μπορέσει να τη νοιώσει; Τι θα του λένε οι ξεθωριασμένες φωτογραφίες του ΄24; Πως θα νοιώσει που οι δικοί του άνθρωποι δεν είναι μαζεμένοι σε μια γειτονιά, αλλά θα τους βρεις σκορπισμένους στις προσφυγουπόλεις του Πειραιά, του Βόλου, της Θεσσαλονίκης, στα χωριά της Βόρειας Ελλάδας; Και πόσες αναμνήσεις θα έχει περισώσει μια γιαγιά από μια Πατρίδα που τη γνώρισε κι αυτή σαν καημό; Πώς να χωρέσει το μυαλό ενός παιδιού πως αν σήμερα κάνει βόλτες στο Πασαλιμάνι κι όχι στην Προκυμαία της Σμύρνης, σ’ αυτό φταίει η καταστροφή;

Πολλοί δικοί μας έχουνε ξεχάσει. Ή τουλάχιστο αυτό νομίζουνε. Όμως τα ονόματά τους μένουνε να τους θυμίζουνε πως κάποτε υπήρχε στη Μικρασία πληθυσμός ρωμέικος. Ονόματα μικρά κι επώνυμα, παράξενα για τους Παλαιοελλαδίτες, δυσκολοπρόφερτα και άγνωστα, άγνωστα όπως η ύπαρξη κι η ιστορία ενός Ελληνισμού που αυτός κράτησε για αιώνες το Βυζάντιο, που ήταν η πηγή ζωής και δύναμης τον καιρό της σκλαβιάς, για να ρθει τελικά σα ζητιάνος σ’ ένα περιβάλλον που θα πρεπε, αλλά δεν ήταν οικείο. Αλλά και τα ονόματα των προσφύγων δεν γλίτωσαν το νυστέρι της μετάλλαξης. Πόσων τα επώνυμα δεν άλλαξαν οι γραφειοκράτες υπάλληλοι της Επιτροπής Ανταλλαγής, πόσα -ογλου δε γίνανε -οπουλος, έτσι για να μη θυμίζει τίποτα σε δύο γενιές την απόγνωση και τον πόνο αυτών των ανθρώπων.

«Ιορδάνης… τουλάχιστο να τον φωνάζετε κάπως αλλιώς, ένα χαϊδευτικό … κάτι άλλο …»

Στις προσφυγογειτονιές, χωριά και συνοικισμούς, οι μόνες χαρές ήτανε οι γάμοι κι οι βαφτίσεις, εκείνα τα πρώτα χρόνια μετά την Ανταλλαγή. Κρυφή ελπίδα όταν γεννιόταν το παιδί, ήταν να γίνει η βάφτιση στην Πατρίδα. Να’ χουν επιστρέψει στο μεταξύ. Κι όταν αυτό περνούσε, η επόμενη ελπίδα ήταν ο γάμος. Μετά την Κατοχή αυτά ξεχάστηκαν. Η ζωή τους δε θα ξαναγύριζε στην Πατρίδα.

Στις βαφτίσεις κανείς δεν είχε άγνωστες λέξεις, κανενός δεν του φαινότανε παράξενα και μπανάλ τα βαφτιστικά ονόματα τα Μικρασιάτικα. Σιγά σιγά όμως, η γειτονιά, ο πυρήνας αυτός που κρατούσε την Πατρίδα ζωντανή, άρχισε να σπάει. Πρόκοβαν κι έφευγαν, κι έχαναν την ταυτότητά τους δίχως να το θέλουν οι περισσότεροι, δίχως να το φαντάζονται.

Κι όσο άπλωνε ο περίγυρος, τόσο χάνονταν κι αυτοί στο χωνευτήρι της πρωτεύουσας. Ευτυχώς που στα χωριά δεν είναι έτσι.

Ο Ιορδάνης, ο μικρός, είναι ένα παιδί αυτής της κατάστασης. Οι παππούδες του δεν είναι όλοι Μικρασιάτες. Κουβαλά και μνήμες από άλλες περιοχές, έχει ρίζες και στην άλλη όχθη του Αιγαίου. Γιατί έτσι έγινε μετά την καταστροφή. Μόνο που οι άλλες ρίζες είναι παρούσες. Στους τόπους των άλλων παππούδων πάει όποτε θέλει. Τη ρίζα της απέναντι Πατρίδας όμως, θα τη βρει μονάχα αν την ψάξει. Αν έχει τη δύναμη, όταν μεγαλώσει, να πετάξει το κεφάλι του έξω από το βούρκο της λήθης, αν προσπαθήσει να βάλει χρώμα σε κάποιες ξεθωριασμένες φωτογραφίες, να δώσει σάρκα και οστά σε όνειρα, να αναστενάξει για καϋμούς που δεν τον άφησαν να γνωρίσει.΄

Γι΄ αυτό χρειάζεται όμως δύναμη. Όλα θα είναι αρνητικά. Η απουσία της Πατρίδας, η άγνοια των γύρω του, ακόμα κι η οικογενειακή φίλη που θα δυσανασχετεί με τ’ όνομά του. Ο Ιορδάνης θα πρέπει να ψάξει πολύ να βρει το παρελθόν. Θα πρέπει να καθαρίσει την εικόνα της Πατρίδας από σωρούς λάσπης, σκόνης και λήθης, για να βρει τη Μικρασία που άφησε κάποτε ο προπάππους του, την Καππαδοκία των παραμυθιών και διηγήσεων που δεν πρόλαβε. Θα χρειαστεί κόπο κι αγώνα να γνωρίσει ποιος είναι, δε θα του προσφερθεί από κανέναν, γιατί κανείς δεν είναι σε θέση να του δώσει κάτι αν δεν το γυρέψει ο ίδιος. Πρέπει όμως. Γιατί εκεί, εκεί που κάθε δεύτερη γενιά ένας γιος ανάσταινε τον πατέρα του βαφτίζοντας το δικό του γιο Ιορδάνη, Γαβριήλ, Πρόδρομο, οι ρωμέϊκοι πληθυσμοί κρατούσαν, με όπλο μόνο τους την πίστη, ούτε καν τη γλώσσα, μια ταυτότητα που για χατίρι της το ΄24 τερμάτισαν μια παρουσία αιώνων. Γιατί αν το νοιώσει αυτό ο Ιορδάνης, θα μπορέσει να κοιτάξει το μέλλον με σιγουριά. Γιατί αυτοί που ξέρουν από πού έρχονται, ξέρουνε και ποιος είναι ο προορισμός τους. Αλλοίμονο στους άλλους μόνο, σ’ αυτούς που ξέχασαν, και που προορισμό τους πια τίποτα δεν έχουν.

Σημ. του Φουρόκατου: Το παραπάνω κείμενο έχει ήδη δημοσιευθεί στο ιστολόγιο αλλά για κάποιο λόγο που οι λειψές μου γνώσεις στη διαχείριση του ιστολογίου δεν μπορούν να ξεδιαλύνουν έχει “εξαφανιστεί” από τις αναζητήσεις, ευρέσεις και μετρήσεις. Έτσι, το ξαναδημοσιεύω ώστε να το ξανανιώσω κομμάτι του ιστολογίου, σάρκα εκ της σαρκός του, κι αυτό και κάποια άλλα που θα ακολουθήσουν.

Αύγουστος 27, 2010 Posted by | Κείμενα για την Μικρασία, ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ | , , , , , , , | 2 Σχόλια

ΟΥΡΑΝΙΑ

Εδώ και μέρες ένοιωθε μια βαριά σκιά να’ρχεται στον ύπνο του. Σαν ένα πρόσωπο, μια οπτασία που ήξερε τ’ όνομα του και τον καλούσε με αγάπη κάθε φορά που αποκοιμιόταν. Στην αρχή δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τη μορφή που τον επισκεπτόταν. Στα λόγια πάλι, μόνο τ’ όνομα του σαν κάπως να’πιανε και μετα κάτι ακαθόριστο, πότε πότε του φαινότανε πως αναγνώριζε σκόρπιες λέξεις: «πίσω», «Πατρίδα», «αμπλά»…… μα παλι δεν ήταν ποτε σίγουρος. Και μιαν απέραντη τρυφερότητα ένοιωθε σ’αυτά τα λόγια. Αναλογιζότανε τ’ όνειρο σαν ξυπνούσε, μα ύστερα τον ρουφούσε η δίνη της ημέρας και το ξέχναγε.

 Είχε βαρύνει η μέρα του τελευταία. Μετα τη δουλειά, έφευγε στο νοσοκομείο να δει τη γιαγιά του. «Τόσα χρόνια οι έγνοιες και οι αποστάσεις δε μ’άφηναν να τη δώ, και τη βλέπω τώρα να ετοιμάζεται «σκέφτονταν και ύστερα πάλι ένοιωθε τύψεις, γιατι ήξερε πως δεν ήταν μόνο αυτό: Πάνω απ’όλα η αμέλεια του ήταν, ο εφησυχασμός, «δεν έχω δικαιολογία» σκεφτόταν και παρα λίγο βούρκωνε, καθως η μηχανή του κατάπινε τα χιλιόμετρα από τον Πειραιά στο Νοσοκομείο. Πειραιάς-νοσοκομείο, μια διαδρομή που έκαμε και η γιαγιά του. Ένα κομμάτι της Οδύσσειας της, το πιο εύκολο μέχρι τώρα, το κομμάτι το προτελευταίο. Τι ήταν γι’αυτή τη θυμόσοφη Καραμαλού αυτή η στάση; Πόσες διαδρομές είχε κάμει στη ζωή της, πόσους κόσμους γύρισε όχι για αναψυχή, όπως αυτός, αλλά από ανάγκη; Ήξερε λίγο, είχε ακούσει κάτι ιστορίες, κι απ’αυτήν κι από τ’ αδέλφια  της όταν, παιδί ακόμα ατίθασο και ανήσυχο, κρυφάκουγε τις συζητήσεις των μεγάλων. Όταν ο πατέρας του, αντί να τον κοιμίσει, αποκοιμιόταν αυτός κάτω από το βάρος μιας γεμάτης μόχθο μέρας, κι αυτός δραπετευε από το κρεββατάκι του και χωνότανε μέσα στα πόδια συγγενών και φίλων. Κι άλλες ιστορίες έχει καταγράψει, πιο μεγάλος, όταν άρχισε ν’ αναρωτιέται ποιος είναι. Κάτι ήξερε, κάτι είχε ακούσει. Μέρη που ποτέ δε γνώρισε, ονόματα παράξενα, και πορείες πάνω κάτω στο χώρο και στο χρόνο. Κάποιες απορίες τις έλυνε σιγά σιγά, άλλες τον απασχολούσαν ακόμα.

 «Η προγιαγιά σου, τα ελληνικά τα’ μαθε στη Δραπετσώνα» του έλεγαν οι μεγάλοι. Τη θυμόταν καλά. Με τη βαριά προφορά της, μέσα σε μια καμαρα στην Υπαπαντή φορτωμένη χαλιά, κασέλες και ένα γραμμόφωνο 78 στροφών. Και τα παιδιά της να της μιλούν Τούρκικα. Όλα. Ακόμα και ο πιο μικρός αδελφός της γιαγιάς του, που δεν γεννήθηκε στην Πατρίδα όπως οι άλλοι, αλλά μέσα σε μια σκηνή στα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς. Στην αρχή αυτά του φαινότανε παράξενα. Πως, Έλληνες αυτοί, μιλούσανε πρώτα τα Τουρκικά; Και πως, ενώ ήταν Πειραιώτες, ήταν ΑΕΚτζηδες; Χαμογελούσανε στις ερωτήσεις του αλλά είχε μια πίκρα αυτό το χαμόγελο. «Αυτά μιλούσαμε στην Πατρίδα…»Δεν είμαστε μόνο Πειραιώτες…» Κουβέντες μετρημένες και κοφτές, και επιστροφή στο μεροκάματο, δε σταματά ποτέ αυτό το πήγαιν’ έλα.

 

Στο διάδρομο του νοσοκομείου οι συνήθεις επισκέπτες. Ξαδέρφια και συγγενείς, πρόσωπα που μαζεύονταν πια σχεδόν μόνο σε τέτοιες καταστάσεις. Γύρισε σπίτι του αργά, η κατάσταση σταθερά άσχημη.

 Η οπτασία ξαναήρθε. Αυτή η φωνή ήταν γνωστή, τη χροιά της την είχε ξανακούσει. Πότε; Φαινότανε να χάνεται κάμποσα χρόνια πίσω, αλλά και πιο κοντά, κάποιες μέρες πίσω, κάποιες ώρες πίσω. «Πίσω», μετα «Πατρίδα», μετα «αμπλα», μετα κι άλλα που δεν τα’ νοιωθε. Ξύπνησε απορημένος. Μέχρι το πρωί η οπτασία δεν ξαναήρθε.

 Την είχε συνηθίσει πια. Παρ’ όλο που δεν καταλάβαινε τι συμβαίνει, ο ύπνος του είχε γίνει πιο γλυκός. Ένοιωθε μια ζεστασιά να τον αγκαλιάζει και τον προστατεύει, κάποιον να το νοιάζεται. Η απορία του μεγάλωνε.

 Είχε καιρό να παει στον Αγιο Σάββα. Τον είχαν χτίσει οι πρώτοι πρόσφυγες όταν έφτασαν στην Παλιά Ελλάδα, και μια εικόνα που ιστορούσε το συντοπίτη τους Άγιο και που είχαν φέρει από την Πατρίδα ήταν πάντα πνιγμένη στα τάματα και στις ευχαριστίες. Μπήκε αθόρυβα, ο νεωκόρος ούτε καν τον πρόσεξε. Άναψε ένα κερι, έκατσε λίγο σκεφτικός μπροστά στην εικόνα. Διέκρινε τη σιλουέτα ενός ιερέα και τον πλησίασε. Γιος του ιερέα του χωριού στην Καππαδοκία, μεγάλος πια κι αυτός συνέχιζε να διακονεί ένα ποιμνιο που έπρεπε, τρεις γενιές τώρα, να αλλάξει για ν’αντιμετωπίσει καινούργιες καταστάσεις παραμένοντας το ίδιο. Τον θυμόταν άραγε, παπαδάκι κάθε Μεγάλη Εβδομάδα να συνορίζεται με τ’ άλλα παιδιά το Ευαγγέλιο στην περιφορά του Επιταφίου; Ένα Ευαγγέλιο που έμοιαζε με όλα τα άλλα  Ευαγγέλια, με το χρυσό του δέσιμο και τις σελίδες τις κιτρινισμένες κι εκείνα τα γράμματα τα Ελληνικά που όμως δε σχηματίζανε Ελληνικές λέξεις. Που μαζί με την εικόνα, ήρθε από απέναντι πριν χρόνια, συμπυκνώνοντας τον ιδρώτα και τον κόπο μιας γης που αυτός ποτε δεν πάτησε, μια πορεία αιώνων που κόπηκε ξαφνικά το ’24. «Δείξε μου πάλι το Ευαγγέλιο παπα-Πρόδρομε» τον παρακάλεσε. Ο γέροντας του ‘δειξε μια προθήκη, πίσω από το τζάμι το Ευαγγέλιο ήταν ανοιγμένο σε μια σελιδα, έτσι τυχαία άραγε; «Είναι η ευχή για τους νεκρούς», του είπε ο παππάς.

 «Ένας ένας και φεύγουν, αυτοί που γεννήθηκαν εκεί. Πρέπει λοιπόν να μπορούν οι ψυχές ν’ ακούσουν το κατευόδιο στη γλώσσα που πρωτόμαθαν. Και που δεν ξέχασαν όσο βρίσκονταν εδώ. Τη γλώσσα που αναγκάστηκαν να μιλούν αφήνοντας τη δική τους πολλές γενιές πίσω, ζώντας ανάμεσα σε ξένους για οκτώ αιώνες. Όμως ποτε δεν έχασαν την ταυτότητά τους. Έμειναν Ρωμιοί, αντιστεκόμενοι για οκτώ αιώνες, κι είχαν σα σημείο αναφοράς πάντα τα όποια κράτη του Ελληνισμού. Είχαμε πια χαθεί για το Βυζάντιο, κι όμως οι εκκλησίες που χτίζαμε στα 1216/17, έγραφαν «επι βασελεως Θεοδορου Λασκαρι», αφού τότε η Αυτοκρατορία της Νίκαιας ήταν η πιο κοντινή σε μας κι η Πόλη φραγκεμένη. Κι όταν χάσαμε τη γλώσσα μας, με Ελληνικούς χαρακτήρες γράφαμε τα τουρκικα. Είμασταν ήδη σκλάβοι όταν έπεσε η Πολη, και μείναμε σκλάβοι όταν άρχισε να ελευθερώνεται σιγα σιγα η Ελλάδα. Και όταν οι χωριανοί μας, μετανάστες στην Πολη άρχισαν να προκόβουν και να στέλνουν χρήματα για το σχολείο, σιγα σιγα αρχίσαμε να ξαναμαθαίνουμε τα Ελληνικά. Μα Ρωμιοί είμαστε πάντα, γιατι είμαστε Χριστιανοί. Άλλο το γενος το δικό μας. Και τα Ευαγγέλια μας στα Τούρκικα γραμμένα, με τα Ελληνικά τα γράμματα, την καραμανλιδικη γραφή…».

 Διάβασε τη σελιδα στην οποια ήταν ανοιγμένο το Ευαγγέλιο από μεσα του. Μα η φωνή που τα διάβαζε δεν ήταν η δική του. Ερχότανε ξανα από το όνειρο, και όχι μόνο….. Από που αλλού; Πότε θα ξεκαθάριζε αυτός ο ήχος;

 Αναλογίστηκε τα καραβάνια των προσφύγων. Τις ετοιμασίες. Τον αποχωρισμό από την Καππαδοκική γη. Και μετα, το καράβι από τη Σελεύκεια στην Κύπρο. Το ταξίδι μέχρι τον Αη Γιώργη, στο Κερατσίνι. Την καραντίνα, που βάστηξε πολύ πανω από σαράντα μέρες. Και τις παράγκες της Δραπετσώνας. Δουλειά ό,τι να’ναι και την πρόποση «του χρόνου στα σπίτια μας»… Τι σημαίνει γι’αυτόν  η Καππαδοκία; Η Πατρίδα της γιαγιάς του, της προγιαγιάς του, του πατέρα του που γεννήθηκε στον Πειραιά, η δική του Πατρίδα;

 «Χαιρετισμούς απ τον Παπα-Πρόδρομο γιαγιά» της ψιθύρισε το βράδι καθώς τη φιλούσε στο μάγουλο. Η κατάσταση παρέμενε σταθερή, του είπε ο γιατρός, κι ήξεραν ότι στη θεση της λέξης «κατάσταση» έπρεπε να βάλουν «πορεία». Το ταξίδι είχε αρχίσει «Θέλει να’ ρθει να σε δει. Μπορεί αύριο κιόλας. Ίσως σου φέρει να μεταλαβεις, αφού έχεις καιρό να πας».

 Η φωνή της βάραινε, ήταν όμως ακόμα καθαρή. Είχε ξαναγίνει παιδί στην αγκαλιά της, τότε που αντι για παραμύθια του’λεγε ιστορίες από την Πατρίδα. Για παράξενους τόπους, για ανθρώπους αλλόκοτους, για τους Τούρκους, τους Ρωμιούς, τον Αη Γιώργη και τον Άγιο Μαμα που τους λατρεύανε και οι Τούρκοι… Στο δωμάτιο του νοσοκομείου ήτανε βράδυ, κι η γιαγιά τράβηξε τον εγγονό της κοντύτερα. «Πάλι ιστορίες θα μου πεις γιαγιά;» Του έγνεψε ναι, αλλά δε χαμογελούσε. «Δεν πρόλαβα να την πω στον πατέρα σου, κι έτσι πρέπει να την ακούσεις εσύ». Η φωνή βάρυνε κι άλλο, λίγο λίγο θόλωνε αλλά αυτός δεν έχανε ούτε λέξη. Η καρδιά του άρχισε να χτυπά γρήγορα, ο ιδρώτας κυλούσε στο πρόσωπό του και μούσκευε τα ρούχα του. «Πίσω στην Πατρίδα, πανε πολλά χρόνια άφησα την αμπλά μου. Στην ενδοχώρα τον πόλεμο δεν τον καταλάβαμε. Ούτε έφτασε σε μας ο ελληνικός στρατός. Όμως κάποιοι τσέτες πέρασαν από μας στο δρόμο για τη Σμύρνη. Παίζαμε στο χώμα το βρεγμενο της καταιγίδας όταν τους είδαμε. Η Αθηνά, η Χαρίκλεια, η Ουρανία κι εγώ. Τ’ άλλα αδέλφια μας ήτανε στο σχολείο, κι ο Ιορδάνης, ο μεγαλύτερος στα χωράφια. Τρέξαμε να κρυφτούμε στριγκλίζοντας. Κι όταν ξαναμετρηθήκαμε η Ουρανία έλειπε. Ήταν η πιο μεγάλη μας και η πιο όμορφη». Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει, όμως η γιαγιά δεν είχε ακόμα τελειώσει.  «Δεν την ξαναείδαμε από τότε. Η προγιαγιά σου δεν περιμενε την καταστροφή για να αρχίσει να θρηνεί χαμένα της παιδιά. Κι αυτό το έκλαψε πιο πολύ απ’ όλα. Όταν έφυγε ο Γρηγόρης να παρουσιαστεί εθελοντής στη Σμύρνη, το’ξερε πως δε θα γύριζε. Στην καταστροφή τον ποδοπάτησε ο όχλος, φορώντας αυτός τη στολή του Ελληνικού Στρατού. Μας το’πε χρόνια μετα ένας φίλος του που γλίτωσε, στη Νεα Καρβαλη πια. Ο Γιαννακός χάθηκε στην κατοχή, καθώς έσκαζε λάστιχα σε Γερμανικά αυτοκίνητα. Μα η κόρη της ήταν πάντα μια πληγή ανοιχτή. Στην αρχή την περίμενε πίσω. Κάπου θα την παρατούσανε αφού τελειώνανε τα κέφια τους. Όμως αυτή δεν ξαναγύρισε. Στον Πειραιά ποτε δεν είπε τ’ όνομά της, ούτε μας άφησε να θαρρούμε πως τη σκέφτεται. Όμως κάποτε μετα τον πόλεμο, ήρθε στο σπίτι μας μια επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού. Στην προγιαγιά σου μόνο μιλήσανε, είχε χηρέψει πια. Ποτε δε μάθαμε. Λίγο πριν πεθάνει, φώναξε στην κλίνη της τον Ιορδανη και το Βασίλη. Και μόνο αφού μας άφησε μάθαμε. Για την αμπλα μας. Πως οι τσέτες την πουλήσανε σ’ένα Τούρκο έμπορο. Πως την έβαλε να τουρκέψει, πως έκαμε μαζί της τέσσερα παιδιά. Πως αυτή έμεινε στα κρυφά Χριστιανή, πως όσο μπορούσε μιλούσε στα παιδιά της γι’αυτή την πίστη, για τη Ρωμιοσύνη της. Έμαθε για την ανταλλαγή.  Στο χωριό μας ήρθανε Τούρκοι και όταν ο άντρας της χρειάστηκε να’ρθει στη Νίγδη για τις δουλειές του, του ζήτησε ν’ αγοράσει το σπίτι μας να μείνουν. Και ζει εκεί, κι είναι σα να μη φύγαμε ούτε μεις. Τα ειπε σ’έναν Έλληνα στρατιώτη στον πόλεμο του ’40, όταν ένα σώμα του στρατού μας διέφυγε στην Αίγυπτο μέσω Μικράς Ασίας. Ήταν η πρώτη φορά μετα από αιώνες που Έλληνες στρατιώτες πατουσαν το πόδι τους στην Καππαδοκία. Μα όχι όπως θα θέλαμε. Δίχως οπλισμό. Κάποιοι απ’αυτούς μάλιστα δεν το αντέξανε. Μίλησε σε έναν απ’αυτους με χίλιες προφυλάξεις. Τού’δωσε ένα γράμμα για τη μάνα της. Κι αυτός το παρέδωσε στον Ερυθρο Σταυρό στο ΚαÀρο. Τα μετα στα είπα.

 Κι έλεγε να πάμε να τη βρούμε. Αυτή δεν μπορούσε να φύγει. Αλλά και να μπορούσε, σάμπως ήξερε τι γίναμε; Και τώρα που εμείς ξέρουμε γιαυτήν, αυτή δεν ξέρει. Ζει όμως. Το νοιώθω. Πρέπει λοιπόν εσύ να πας. Τώρα τη λένε Σαμπιγιέ». Έκλεισε τα μάτια του, κούρνιασε στην αγκαλιά της κι άρχισε να κλαίει με σφιγμένες τις γροθιές απο το πείσμα. Τόσες ζωές χαμένες, τόσο αίμα δικό μας πίσω, βουβό, εκτεθειμένο, ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟ. Ήταν ξανα μικρό αγόρι που έχανε και πείσμωνε, κι η παρηγοριά του ξανάγινε το κρύψιμο ανάμεσα στα χέρια της γιαγιάς του.

 Το βράδυ, δεν γύρισε απευθείας στον Πειραιά. Η μηχανή τον πήγε στη Νέα Χαλκηδόνα, μετα Νέα Φιλαδέλφεια, Καισαριανή, Νέα Σμύρνη, Νίκαια, Κερατσίνι, Δραπετσώνα. Σπίτια μικρά, χαμηλά, δίχως αυλή, παλάτια σε σύγκριση με τις σκηνές και τις παράγκες, εστίες πόνου και νοσταλγίας, καντήλια με φωτίτσες, μια για καθέναν που έμεινε για πάντα πίσω. «Θάνατος δεν είναι και η προσφυγιά;» αναρωτιόταν και δεν τον ένοιαζε που στα φανάρια τον έβλεπαν κλαμμένο. Όταν ξάπλωσε, δεν ήρθε η γιαγιά του πάλι. Του τα’χε επί λίγο νωρίτερα, έτσι κι αλλιώς. Μέσα στο σκοταδι όμως, ήρθε μια άλλη μορφή. Στο σουλούπι της γιαγιάς και των θείων του, με μάτια βαθιά, μ’ένα μαντήλι στο κεφάλι και πρόσωπο σκαμμένο από τον καιρό και τους καημούς. «Γκελ … Γκελ …» του ψιθύριζε κι άπλωνε τα χέρια της στο μέρος του. «Προλαβαίνω να λείψω λιγες μέρες γιατρέ;» Τον ρώτησε. «Με ευθύνη σας και δίχως να το συνιστώ». «Γιαγιά θα παω, να με περιμένεις να σου φέρω νέα»

 Άλλαξε πτήση στην Κωνσταντινούπολη για Άγκυρα. Και μετα λεωφορείο. Δεν ήθελε να παει στην Πατρίδα σαν τουρίστας. Αλλιώς ήθελε να επιστρέψει, τρεις γενιές μετα. Όμως η καρδιά του χτυπουσε καθώς περνούσε από πόλεις και χωριά που τόσο καλά ήξερε και ας μην τα’χε ξαναδεί. Καισάρεια, Ιντζεσού, Προκοπι, Νεβσεχιρ, Ανακου, Μαλακοπη, Αραβανι, Νιγδη. Είχε κάτι στοιχεία, ένα επίθετο, μια οδό, πληροφορίες πενήντα πέντε χρόνων. Ήτανε τρέλλα αυτό που έκαμε σκέφτηκε μια στιγμή, μόνος του, στην άλλη άκρη του κόσμου… Μα δεν ήτανε μόνος του. Γύρω του οι μορφές των γειτόνων στον Πειραιά, τοποθετημένες πια στο φυσικό τους χώρο, σα να μην είχανε ποτε φύγει από κει. Και ποια άκρη του κόσμου; Εδώ είναι η Πατρίδα, να οι παπαρούνες που κοκκινίζουνε τον τόπο την άνοιξη, η πλατεία, να το σχολείο των Ρωμιών, με Ελληνικά μονογράμματα στην πύλη. Τα ποδια του είχανε φτερά, ήξερε κάθε σοκακι και κάθε λακκούβα στο δρόμο, τι είναι άραγε εβδομήντα πέντε χρόνια απουσίας μπροστά σε μια παρουσία χιλιετιών, μια στιγμή δεν αρκεί για να ξεχάσεις, εχτός κι αν θες. Δε θέλησε να παει κατευθείαν στη θεία την Ουρανία. Τελείωσε τη βόλτα του στα μερη που έπαιζε παιδι η γιαγιά του, βρήκε τα παράθυρα απ’ όπου κοίταζε έξω, στον όγκο του Αντιταυρου, έφτασε στο σημείο της αρπαγής της Ουρανίας, της θείας της Ουρανίας, είδε τη σκηνή, τις στριγκλιές των κοριτσιών, τα ματωμένα γόνατα της γιαγιάς του. Και πήρε το δρόμο για το σπίτι τους. Βιαζόταν κι έκοψε δρόμο από τις ίδιες αυλές που έκοβε κι αυτή. Δεν είχανε μαζέψει τη μπουγάδα, και μυρωδιές από μπαχαρικά έβγαιναν από τα σπίτια. Έφτασε μπροστά στην πόρτα της θείας της Ουρανίας, του σπιτιού τους. Κοντοστάθηκε. Ανοιχτά. «Θεία», φώναξε, «Θεία Ουρανία» και μετα  «Σαμπιγιε χανουμ, Σαμπιγιε χανουμ». Μια γειτόνισσα βρήκε και του μίλησε. «Μόλις την προλαβαίνεις γιε μου. Θα’χουνε φτάσει στο κοιμητήριο». Από την ταραχή του δεν κατάλαβε ότι αυτά τα λόγια ήτανε στα Τούρκικα. Ούτε για πότε έφτασε στο μνήμα της. Η κηδεία είχε σκορπίσει, το χώμα φρέσκο ακόμα και μια πλάκα μνημόνευε το όνομα της νεκρής. Γονάτισε σα χαμένος, τα δάχτυλα του χώνονταν στο νωπό χώμα, ο λαιμός του είχε φράξει. Κάθησε ώρα πολλή στο μεσημεριάτικο ήλιο της Καππαδοκίας. Χορτάρια υψώνονταν σ’όλο το νεκροταφείο εκτος από το φρεσκοσκαμμένο μνήμα της θείας της Ουρανίας. Κουλουριασμένος πάνω στο αγαπημένο γλυκό χώμα, έψαξε να βρει δύο ξυλαράκια. Με λίγο σπάγγο τα έδεσε μεταξύ τους και κάρφωσε το σταυρό στο προσκέφαλό της θείας του. Μ’ένα σουγιά, χάραξε σε μια γωνία της πλάκας το αληθινό της όνομα. «Συγγνώμη γιαγιά δεν πρόλαβα», σκέφτηκε. Σουρούπωνε όταν έφυγε. Το λεωφορείο ταξίδευε όλη τη νύχτα για την Καισάρεια και μετα την Άγκυρα. Ξάγρυπνος και σε υπερδιέγερση μπήκε στο αεροπλάνο, άλλαξε στην Πόλη, και από το Ελληνικό έτρεξε  κατευθείαν στο νοσοκομείο. Δεν είχε σκεφτεί ακόμα τι θα της έλεγε. Το μόνο που έκανε ήταν να χώνει βαθιά τις χούφτες του στα σακκουλάκια με το χώμα. Στο προαύλιο δεν ήταν γνωστοί ή συγγενείς. Κοίταξε στο μπαλκόνι του δωματίου, «γιατι είναι ανοιχτή η πόρτα; θα κρυώσει» σκέφτηκε. Διέκρινε δύο νοσοκόμους να τακτοποιούν. Ανέβηκε τα σκαλιά δύο δύο. «Δεν την πρόλαβες γιε μου», του’πε μια φωνή που ούτε καταλάβαινε από που ερχόταν. Χτες το μεσημέρι έγινε η κηδεία. «Σας είχα προειδοποιήσει», του είπε ο γιατρός αυστηρά.

 Σκόρπισε πανω στον τάφο το χώμα που’φερε από την Πατρίδα. «Είναι της αμπλάς σου γιαγιά», προσπάθησε να πει μέσα στ’ αναφιλητά του.

 Το βράδυ ο ύπνος τον βρήκε αποκαμωμένο και τον πήρε εύκολα. Μόνο που τώρα ήρθαν δύο μορφές, στην αρχή θολές, μετα καθαρότερες, πλημμυρισμένες από ένα φως χαρούμενο, κι όλο τις ξεχώριζε καλύτερα. Αγκαλιασμένες και μ’ένα γέλιο, η θεία η Ουρανία και η γιαγιά η Αλεξάνδρα του γνέφανε από ψηλά. «Μη στενοχωριέσαι για μας … Μαζί φύγαμε …  Εμείς πια σμίξαμε και τίποτα δε θα μας ξαναχωρίσει». 

 Η ανοιξιάτικη βροχή μούσκεψε τα φρέσκα ακόμα στεφάνια στο μνήμα στην Ανάσταση. Στο σκαμμένο χώμα του κοιμητηρίου της Νίγδης έβγαιναν κιόλας τα πρώτα χορταράκια.

Σημ. του Φουρόκατου: Το παραπάνω κείμενο έχει ήδη δημοσιευθεί στο ιστολόγιο αλλά για κάποιο λόγο που οι λειψές μου γνώσεις στη διαχείριση του ιστολογίου δεν μπορούν να ξεδιαλύνουν έχει «εξαφανιστεί» από τις αναζητήσεις, ευρέσεις και μετρήσεις. Έτσι, το ξαναδημοσιεύω ώστε να το ξανανιώσω κομμάτι του ιστολογίου, σάρκα εκ της σαρκός του, κι αυτό και κάποια άλλα που θα ακολουθήσουν.

Αύγουστος 23, 2010 Posted by | Κείμενα για την Μικρασία, ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ, Uncategorized | , , , , , , , , | 2 Σχόλια

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΜΝΗΜΗ

  «Όνειρα και όνειρα πήγανε χαμένα και είναι από τα λάθη σου όλα γκρεμισμένα»

 (Μ. Χριστοδουλόπουλος)

   

Η ανταλλαγή και η εγκατάσταση των προσφύγων στην Παλαιά Ελλάδα έχει περιγραφεί με διάφορες εκφράσεις και από ποικίλες οπτικές γωνίες. Έχει θεωρηθεί ως έπος, ως το γεγονός που έδωσε την κινητήρια δύναμη στην ανάπτυξη της Ελλάδας, και λογικά, αφού η μαζική εισροή 1.500.000 Μικρασιατών προσέφερε στην οικονομία δαιμόνιους και έμπειρους επιχειρηματίες, και στο Ελληνικό κεφάλαιο φθηνό εργατικό δυναμικό, την εργατική δύναμη του οποίου χρησιμοποίησε σαν μοχλό. Έχει περιγραφεί όμως η έλευση των  προσφύγων και σα μια  ανεπιθύμητη είσοδος τουρκόσπορων και τουρκομεριτών, από μια μεγάλη μερίδα της Ελληνικής διανόησης που και σήμερα ακόμα κυριαρχεί στην Ελληνική πολιτική σκηνή και που θεωρεί τη Μικρασία σαν κάποιο εξωτικό μακρινό τόπο που δεν έχει καμμια σχέση με την Ελλάδα. Μνημειώδη έχουν μείνει τα πλήρη μίσους κείμενα του Βλάχου στην Καθημερινή που καλούσε το Λαϊκό Κόμμα να μη συμπεριλαμβάνει πρόσφυγες στους εκλογικούς συνδυασμούς του, και που δεν ήθελε να τους έχει ούτε βέβαια φίλους, αλλά ούτε καν αντίπαλους. Αυτό που συμβαίνει σήμερα με τους Βορειοηπειρώτες και τους Ποντίους της πρώην Σ. Ένωσης, συνέβαινε σε μια μεγακλίμακα τα χρόνια μετά την καταστροφή και την Ανταλλαγή.  Συνέχεια

Μαρτίου 31, 2008 Posted by | ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , , , , | Σχολιάστε