Με το τουφέκι και τη λύρα

ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

Με το τέλος της φετινής τουριστικής σαιζόν και την αρνητική εμπειρία της περσινής, μπορούμε να διατυπώσομε κάποιες σκέψεις γενικότερες, τόσο για τον τουρισμό που θέλομε, όσο και για το παραγωγικό υπόδειγμα της πατρίδας μας.

Μια γενική παρατήρηση είναι πως οι υπηρεσίες, στις οποίες συγκαταλέγεται και ο τουρισμός, αποτελούν ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του ΑΕΠ της χώρας, περίπου 80%· αυτό σημαίνει ότι ο πρωτογενής και δευτερογενής τομέας έχουν δυσανάλογα μικρή συμμετοχή στην οικονομία, κι αυτό δημιουργεί ανισορροπίες και στρεβλώσεις που γίνονται αισθητές στη ζωή μας. Το παρήγορο είναι ότι δείχνουν μιαν ανοδική τάση που ελπίζομε να συνεχιστεί.

Ο τουρισμός, διαφημίζεται από πολλούς σαν η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας. Κι αν αυτό επιβεβαιώνει μια δομή οικονομίας όπου η μεταποίηση δεν έχει τη θέση που θα έπρεπε, η ουσία είναι ότι δεν πρέπει ο τουρισμός, και οι υπηρεσίες γενικότερα, να λειτουργήσουν σα βαριά βιομηχανία ή «ατμομηχανή της οικονομίας» σε ένα ενάρετο παραγωγικό μοντέλο. Μια οικονομία που βασίζεται στις υπηρεσίες είναι ευάλωτη σε αλλαγές πέραν του ελέγχου της, όπως η πανδημία ή μια γεωπολιτική κρίση. Έτσι, πέρσι ο τουρισμός δε δούλεψε λόγω του κορονοϊού, ενώ μια κρίση με την Τουρκία θα έχει αντίστοιχο αντίκτυπο.

Η οικονομία πρέπει να στοχεύει στην κατά το δυνατό μεγαλύτερη αυτάρκεια της πατρίδας, οπότε θα πρέπει να έχει στόχο να αξιοποιεί τις δυνατότητες του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα. Αυτό δεν ισχύει σε μας. Παθογένειες της κρατικής μηχανής και εμπόδια που αυτή θέτει στους παραγωγούς και μεταποιητές, οδηγούν στην εγκατάλειψη των παραγωγικών δραστηριοτήτων προς όφελος των υπηρεσιών. Αλλά οι υπηρεσίες που προσφέρονται, ο τουρισμός κυρίως, υστερεί σε ποιότητα και, ακόμα κι αυτός, μπορεί να αποδίδει προσωρινά, αλλά πιο πολύ εκμεταλλευόμενος την προνομιακή θέση της Ελλάδας παρά εξελίσσοντας αυτό το πλεονέκτημα και πατώντας σε στέρεες βάσεις.

Οι μικρές εκμεταλλεύσεις στην οικονομία μας, είτε πρόκειται για χωράφια, είτε για τουριστικές επιχειρήσεις, μπορούν να είναι ποιοτικές και κερδοφόρες· όχι όμως με το να παραδίδομε την παραγωγή μας στο χονδρέμπορο ή να φτιάχνομε δυο υποτυπώδη καταλύματα προς άγρα τουριστών που ψάχνουν απλά να μεταφέρουν τον τρόπο ζωής τους υπό ήλιο και θάλασσα, αδιαφορώντας για τον τόπο που επισκέπτονται.

Σημαίνει τούτο πως δε θέλομε τον τουρισμό; Σε ένα περιβάλλον σαν το σημερινό, εννοείται πως και οι υπηρεσίες και ο τουρισμός αποτελούν μια σημαντική συνιστώσα της διάρθρωσης της οικονομίας. Αλλά αυτό δεν πρέπει να γίνεται με τη μορφή της μονομέρειας, με την εγκατάλειψη των άλλων τομέων και μια λογική αλληλοαποκλεισμού μεταξύ τους. Η μικρομεσαία, κοινοτική δομή της οικονομίας μας, δεν αποτελεί εμπόδιο αλλά προσφέρεται για συνέργειες μεταξύ των τομέων της οικονομίας· απλά θα πρέπει να ξεκαθαρίσομε τί οικονομία θέλομε, και τί τουρισμό θέλομε.

Κι εδώ πρέπει να γίνει μια ιεράρχηση από πλευράς μας. Η αγροτική παραγωγή, εξ ορισμού ποιοτική ακόμα και όταν δεν είναι βιολογική, οφείλει να τυποποιείται και να διατίθεται στην τιμή που της αξίζει, με τον παραγωγό να βλέπει την ανταπόκριση των προσπαθειών του ο ίδιος κι όχι ο χονδρέμπορος ή το ξένο κράτος που εισάγει το προϊόν μας χύμα σε εξευτελιστική τιμή, το μεταποιεί και το διαθέτει αυτό όπως πρέπει, κερδίζοντας την υπεραξία αυτό και όχι ο παραγωγός.

Αντίστοιχα, ο δευτερογενής τομέας έχει μια τεράστια δυναμική και αναγνώριση με την μαστορική του τεχνίτη, που λειτουργεί εκτός εγχειριδίου, δημιουργικά κι όχι διεκπεραιωτικά, και αξίζει να έχει ένα υποστηρικτικό θεσμικό πλαίσιο για να γιγαντωθεί.

Ο τουρισμός θα πρέπει να λειτουργήσει σε δυο επίπεδα: Το ένα είναι να θέσει συγκεκριμένες προδιαγραφές: Το υπόδειγμα του τουρίστα που μεθάει κάνοντας ηλιοθεραπεία αποκομμένος από την τοπική κοινωνία, κουλτούρα, γαστρονομία, ιστορία, μουσική και χορό, οφείλει να είναι υπόδειγμα προς αποφυγή. Η σύγχρονη τάση του περιηγητή που αναζητά εμπειρίες και βιώματα από τον τόπο που επισκέπτεται, που αποτυπώνεται ήδη και σε πλατφόρμες όπως το Airbnb, είναι αυτή που δημιουργεί δεσμούς, σεβασμό, αλληλεπιδράσεις μεταξύ επισκέπτη και χώρας υποδοχής. Κι είναι αυτή στην οποία οφείλει η Ελλάδα να ρίξει το βάρος. Το υπόδειγμα αυτό της ταιριάζει, καθώς δεν είναι απλά σκηνικό για διακοπές αλλά τόπος με έντονη ιστορία, πολιτισμό και ζώσα παράδοση. Σε αυτή τη βάση προσελκύει ποιοτικό τουρισμό, συνειδητοποιημένο και με απαιτήσεις πέραν της προχειρότητας, βελτιώνοντας έτσι την προσφορά των παροχών σε μιαν ενάρετη ανοδική σπείρα.

Δίπλα σ’ αυτή τη βασική αρχή, μπορούν να προστεθούν θεματικού τύπου τουριστικές εμπειρίες, τις οποίες προσφέρει απλόχερα η ελληνική διαχρονία: Αρχαιότητες, βυζαντινή περίοδος, θρησκευτικός, χειμερινός, συνεδριακός τουρισμός, και στοχευμένα σε ένα από αυτά και σωρευτικά, αποσκοπώντας στην ποιότητα και στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου.  

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η παραπέρα επέκταση του τουρισμού πρέπει να εμπεριέχει συνέργειες με τους άλλους τομείς της οικονομίας: Μονάδες που εξοπλίζονται με ελληνικά προϊόντα, έπιπλα, κουφώματα, στρώματα κλπ, μειώνουν τις εισαγωγές και ενισχύουν το δευτερογενή τομέα. Αντίστοιχα, η προσφορά φαγητού από προϊόντα της περιοχής, είναι η ίδια μια εμπειρία για τον, επισκέπτη πλέον και όχι τουρίστα, που τη δοκιμάζει, και δημιουργεί τόνωση της πρωτογενούς παραγωγής ώστε να καλύψει τη ζήτηση, εισόδημα για τον αγρότη από επέκταση των καλλιεργειών. Ακόμα κάνει γνωστό το προϊόν εκτός Ελλάδος, δημιουργώντας φήμη και ζήτηση που θα εκφραστεί σε εξαγωγές. Η επαφή του επισκέπτη με αυτά, με τα χειροτεχνήματα της παράδοσής μας, με τα προϊόντα οικοτεχνίας, δημιουργεί τις προϋποθέσεις της παραμονής των νέων στον τόπο τους, της αναγέννησης της υπαίθρου, και ταιριάζει με το κοινοτικό υπόδειγμα της πολυειδίκευσης και των συνεργειών μεταξύ μικρών παραγωγών, που είναι συγχρόνως μικροξενοδόχοι και που ο ένας συμπληρώνει τον άλλο. Κι όλοι μαζί συνθέτουν ένα ψηφιδωτό ζωντανό, χαρούμενο, δυναμικό.

Θέλομε τον τουρισμό λοιπόν. Με τους όρους μας, όρους ταυτότητας και αυθεντικότητας, κι όχι με όρους απρόσωπης διεκπεραίωσης μιας αρπαχτής. Κι αν παλιότερα αυτό δεν ήταν τόσο συνειδητό, σήμερα, που βρισκόμαστε πολλώ λογιώ στα όριά μας, το καταλαβαίνουν οι περισσότεροι, και μπορεί από εκεί να ξεκινήσει μια αντιστροφή του παρασιτισμού, χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες ως εφαλτήριο, μετατρέποντάς τις από νεκροθάφτη της παραγωγής σε μοχλό ανάκαμψής της.

19 Νοεμβρίου, 2021 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , | Σχολιάστε

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕ ΤΗ ΓΑΛΛΙΑ: ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΒΗΜΑ Σ’ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΔΡΟΜΟ

Στις διεθνείς σχέσεις, οι αρχές υποχωρούν μπροστά στο συμφέρον. Αυτό είναι γνωστό, στην περίπτωση της Ελλάδας όμως πρέπει κάποιο σαν δει και πώς εννοείται το «συμφέρον». Στην αυτονόητη απάντηση ότι πρόκειται για το συμφέρον της χώρας, στο Ελληνικό υπόδειγμα προσφέρεται μια άλλη προσέγγιση: Συμφέρον για τις ελίτ που κυβερνούν είναι το συμφέρον των «συμμάχων» μας, που το υπαγορεύουν σε κυβερνήσεις που υπακούν.

Το παράδειγμα του σήριαλ των γαλλικών φρεγατών είναι χαρακτηριστικό: Σε μια συγκυρία όπου η άμυνα είχε εγκαταλειφθεί επί 15ετία (και λόγω των γερμανικών μνημονιακών απαιτήσεων και λόγω του εθνομηδενιστικού χαρακτήρα των κυβερνώντων) τη στιγμή που η Τουρκία έκανε άλματα στους εξοπλισμούς, οι φρεγάτες Μπελαρά συγκέντρωναν την καθολική αποδοχή των ειδικών για την ποιότητά τους. Πέραν αυτού, η Γαλλία πρότεινε και μιαν ευρύτερη συμφωνία που θα αμυντικής συνεργασίας, που καθιστούσε την επιλογή ακόμα πιο ελκυστική.

Κι όμως, το θέμα των φρεγατών σερνόταν για δύο τουλάχιστο χρόνια, καθώς στη λήψη της τελικής απόφασης έπρεπε να ληφθεί υπ’ όψη η αντίθεση της Πρεσβείας (μία είναι η πρεσβεία!), η οποία προωθούσε τις αμερικανικές φρεγάτες. Κι αν αυτή καλά έκανε, εμείς δεν είχαμε το δικαίωμα ούτε να καθυστερούμε, γιατί απέναντί μας έχομε μια Τουρκία που διεξάγει ήδη υβριδικό πόλεμο εναντίον μας, ούτε να επιλέξομε τις κατώτερες ποιοτικά φρεγάτες των ΗΠΑ. Φαινόταν πως θα πηγαίναμε τελικά στη λάθος επιλογή, ακριβώς γιατί δεν είχαμε δυνατότητα επιλογής.

Και τελικά πήραμε τις γαλλικές φρεγάτες, συνοδευόμενες με μια συμφωνία αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής! Πριν συγχαρούμε όμως τις ελίτ που μας κυβερνούν, θα πρέπει να δούμε αν σε αυτές οφείλεται η επιτυχία τούτη. Η αλήθεια είναι ότι αυτό έγινε ως παράπλευρη συνέπεια της ευρύτερης συμφωνίας των Αγγλοσαξώνων (ΗΠΑ, Μ. Βρετανία, Αυστραλία) στον Ειρηνικό, που στοχεύει στην αντιμετώπιση της Κίνας και που προκάλεσε τη μήνι της Γαλλίας η οποία παρακάμφθηκε, υπέστη δε και απώλειες από ακύρωση παραγγελίας εξοπλισμών από την Αυστραλία. Η συμφωνία αυτή, που οδήγησε τη Γαλλία να ανακαλέσει και τους πρέσβεις της στις συμμάχους της αυτές, κατέληξε να δημιουργήσει μια καραμπόλα αλυσιδωτών συνεπειών, μια από τις οποίες είναι και η συμμαχία με τη Γαλλία, την οποία επέτρεψαν οι Αμερικάνοι προς κατευνασμό της.

Η συμμαχία αυτή ανταποκρίνεται στα αμοιβαία συμφέροντα των δύο χωρών στην παρούσα συγκυρία. Η Ελλάδα βρίσκεται σε διαρκή απειλή από την αναθεωρητική Τουρκία· η Γαλλία βλέπει την Τουρκία να εισβάλλει στο εσωτερικό της ως προβαλλόμενη ηγέτιδα δύναμη των Μουσουλμάνων που κατοικούν εκεί, να παρέχει κάλυψη στην ισλαμική τρομοκρατία εντός κι εκτός Γαλλίας, κι έχει τη βούληση να αναστρέψει την πορεία αυτή.

Και οι επιπτώσεις φτάνουν πολύ πιο μακριά: Διασπάται το ΝΑΤΟ, αφού η συμφωνία προβλέπει και συνδρομή σε πρόκληση από χώρα-μέλος του, δηλαδή την Τουρκία! Δημιουργεί μια δυναμική που εκτείνεται στην Ευρώπη, καθώς δημιουργεί έναν πόλο που μπορεί να αντιστρατευτεί την πολιτική της, ήδη δυσαρεστημένης, Γερμανίας, και μπορεί να προσελκύσει κι άλλες χώρες. Η δυναμική όμως εκτείνεται και πέραν της Ευρώπης, καθώς αφορά και την Ανατολική Μεσόγειο και επιρρωνύει την αντιτουρκική συσπείρωση χωρών της Μέσης Ανατολής και του Κόλπου, με προοπτική να εξαπλωθεί και στην ινδική υποήπειρο. Ο πρόσκαιρος προβληματισμός από την ενίσχυση της Τουρκίας μετά τη νίκη των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν αντικαταστάθηκε, χάρη στη συμφωνία, από την ενδυνάμωση των συνεννοήσεων με τις χώρες αυτές και την εμπέδωση μιας αποτρεπτικής στρατηγικής απέναντι στην Τουρκία στην Ανατολική Μεσόγειο.

Από σύμπτωση λοιπόν, η Ελλάδα βρέθηκε για πρώτη φορά μεταπολεμικά με χαλαρωμένο το σφιχτό εναγκαλισμό των ΗΠΑ (και δευτερευόντως της Γερμανίας). Στη συμμαχία με τη Γαλλία δεν έρχεται ως παρίας· είναι ο σύμμαχος που δίχως αυτόν δε μπορεί να αντιμετωπιστεί η Τουρκία, λόγω της γεωπολιτικής σημασίας της. Είναι, μαζί με την Κύπρο, στο κέντρο του αντιτουρκικού μετώπου, και αυτές που μπορούν, με την οριοθέτηση ΑΟΖ, να ακυρώσουν το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας.

Σε μια συγκυρία λοιπόν που η Ελλάδα χρειάζεται χρόνο, η συμφωνία την ισχυροποιεί και της παρέχει περιθώρια να κινηθεί. Εδώ ξαναμπαίνουν και οι ευθύνες μας: Θα εκμεταλλευτούμε αυτή την ευκαιρία; Η χώρα πρέπει να δείξει βούληση και αποφασιστικότητα. Και ναι μεν κέρδισε κάποιαν ελευθερία κινήσεων έστω και από σπόντα, αλλά αυτή θα πρέπει να την επεκτείνει, στοχεύοντας σε πλήρη επιλογή κινήσεων και ανεξάρτητη πορεία. Κι αυτό δε γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη, ούτε είναι εγγυημένο το αποτέλεσμα· το αντίθετο ισχύει, είναι πολύ εύκολο να ανατραπούν τα κέρδη αν δεν τα περιφρουρήσομε.

Η ισχυροποίηση της πατρίδας μας περνά όμως και από την παραγωγή και από τη δημογραφία. Οι φρεγάτες δε θα κατασκευαστούν στην Ελλάδα· αυτό δείχνει και πώς αντιλαμβάνονται οι ελίτ την οικονομία: με εισαγωγικό χαρακτήρα, δίχως τεχνογνωσία που θα μπορούσε να αποκτηθεί, δίχως αντισταθμιστικά οφέλη. Μια άλλη διαχείριση θα είχε φροντίσει για ρήτρες συμπαραγωγής. Θα είχε σχέδιο συνολικό για τη χώρα, που θα στόχευε στην αυτάρκεια σε όλους τους τομείς και τη στήριξη στις δικές μας δυνάμεις. Θα είχε λάβει μέτρα αντιστροφής της δημογραφικής κατάρρευσης. Αλλά οι ελίτ έχουν όρια που δε μπορούν να υπερβούν, ακόμα και όταν οι πάτρωνές τους επιτρέπουν μια στοιχειώδη ελευθερία.

Χρειαζόμαστε λοιπόν να πάρει ο λαός τις τύχες του στα χέρια του. Να χαράξει μια πολιτική με όραμα, να κινηθεί ισότιμα απέναντι στις γύρω του δυνάμεις, να φροντίσει τα δικά του συμφέροντα και όχι των ξένων. Χρειάζεται επομένως μια πατριωτική δημοκρατική αφύπνιση, που θα αναδείξει και το αντίστοιχο πολιτικό προσωπικό προς αντικατάσταση του υπάρχοντος…

30 Οκτωβρίου, 2021 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , | Σχολιάστε

ΚΟΙΝΟΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ

This image has an empty alt attribute; its file name is images.jpg

Ο κοινοτισμός υπήρξε ο τρόπος πάνω στον οποίο δόμησε ο λαός μας την κοινωνική του συγκρότηση. Μέσα από αιώνες δουλείας και καταπίεσης, στην κοινότητα εύρισκε το καταφύγιο για την επιβίωσή του, μέσα από αυτήν διατηρούσε την ταυτότητά του, άρρηκτα συνυφασμένη με την ορθοδοξία, ως αντίσταση στη διπλή πίεση που δεχόταν για να εκχωρήσει την ιδιοπροσωπία του και να προσχωρήσει σε μιαν άλλη, τόσο από το τουρκικό Ισλάμ όσο και από την καθολική Δύση.
Η κοινοτική οργάνωση στηρίζεται στη έλλειψη μεγάλων κοινωνικών αντιθέσεων· η διαφορά του πλούσιου από το φτωχό είναι μικρή. Ο κλήρος είναι κατακερματισμένος και όλοι έχουν από λίγο, δεν υπάρχουν γαιοκτήμονες και κολλήγοι. Και ο καθένας χρειάζεται τον άλλο για να σταθούν μαζί όρθιοι. Μοναχός του ο καθένας θα δυσκολευτεί.

Έτσι, το μοντέλο της οικονομίας είναι το μικρομεσαίο. Οι επιχειρηματικές προσπάθειες παίρνουν τη μορφή συνεταιρισμού (πλοία, βιοτεχνίες), ενώ και όπου η δραστηριότητα είναι ατομική, πάλι η βοήθεια της κοινότητας έρχεται σε περιόδους που χρειάζεται κορύφωση της προσπάθειας. Ο τρύγος και η κουρά είναι και σήμερα υπομνήσεις του κοινοτικού τρόπου οργάνωσης.

This image has an empty alt attribute; its file name is cebaceb1cf84ceaccebbcebfceb3cebfcf82.jpg
Γύρω από αυτά διαμορφώνεται ένα ξεχωριστό ήθος, που κατανοεί την αλληλεξάρτηση των προσώπων στα πλαίσια ενός ευρύτερου συνόλου και εμπεδώνει τον αμοιβαίο σεβασμό, διαμορφώνει άγραφους κανόνες που επιχειρούν να ρυθμίσουν τις σχέσεις των μελών της κοινότητας, ενθαρρύνει τη συλλογικότητα ως προϋπόθεση επιβίωσης.
Οι κανόνες είναι απλοί, συγκεκριμένοι και ίστανται υπεράνω προσώπων· η παραβίασή τους είναι προσβολή στην κοινότητα, όχι μόνο σε μέλη της, και η αποκατάσταση της διασαλευθείσας ισορροπίας είναι καθήκον του καθενός και της κοινότητας συνολικά. Γιατί τους κανόνες αυτούς δεν τους επιβάλλει κάποια εξουσία, ο λαός τους διαμορφώνει για να αυτοδιοικηθεί, είναι λοιπόν υπόθεση του καθενός να εφαρμόζονται. Η εξουσία, ξένη και καταπιεστική έχει τους δικούς της κανόνες που επιβάλλει στους υπόδουλους, κι απέναντι σ’ αυτήν αναδεικνύεται ένα ακόμα ήθος, το αντιστασιακό, ένοπλο και πνευματικό, σε κάθε ευκαιρία. Γιατί κι εκεί που η ένοπλη δράση δεν έχει περιθώρια, η εμμονή στην ιδιοπροσωπία μας αποτελεί ύψιστη μορφή αντίστασης: Δε θα παραδώσομε την ταυτότητά μας στο δυνάστη για να γλυτώσομε τις κακουχίες και την καταπίεση.
Με άξονες την αντίσταση προς τα έξω και το σεβασμό προς τα μέσα, η κοινότητα προχωρά, αναπτύσσεται, κατακτά κάθε μέρα τη συνέχειά της και ελπίζει σ’ ένα μέλλον δίχως δυνάστες. Διαπλέκεται με τις όμορες κοινότητες στη βάση των κοινών τους αξιών και ταυτότητας, στη βάση της συμμετοχής τους στην ίδια μοίρα, στον ίδιο λαό. Και χτίζει κάτι παραπάνω, μαζικοποιεί την αντίσταση, διαμορφώνει σχέσεις κοινότητας σε επίπεδο χωριών, επαρχιών, ευρύτερων γεωγραφικών περιοχών.
Εκεί διαμορφώνονται οι συνθήκες όπου, μετά από πολλές απόπειρες, τα οράματα γίνονται πράξη, η λευτεριά κατακτιέται κι επεκτείνεται. Εκεί θα στραφούμε στις δύσκολες στιγμές του ελεύθερου βίου, μας, στην κοινότητα, όχι στον ατομικισμό της Δύσης, ούτε στην εξαφάνιση του προσώπου από τη δεσποτεία της Ανατολής. Σε μια σύνθεση που και το σύνολο υπάρχει και λειτουργεί, και τα μέλη του παραμένουν πρόσωπα αυθύπαρκτα κι όχι άτομα α-πρόσωπα.

This image has an empty alt attribute; its file name is cebaceb1cf84ceaccebbcebfceb3cebfcf822.jpg
Ο κοινοτισμός σήμερα στην πατρίδα μας υποχωρεί. Ο επελαύνων καταναλωτισμός, σημάδι του εκδυτικισμού της χώρας, δεν αγαπάει τα πρόσωπα. Χρειάζεται άτομα-αριθμούς να τον υπηρετούν, αποκομμένα το ένα από το άλλο, κι ας κάθονται δίπλα. Καθένας τώρα νοιώθει πως δε χρειάζεται τον άλλο. Η σχέση του με τον δίπλα είναι ανταγωνιστική. Κι αντί για κοινότητα, έχομε άθροισμα ανθρώπινων μονάδων.
Η μονάδα όμως δε μπορεί να αντισταθεί. Κι αν έχει χάσει το αντιστασιακό ήθος, μάλλον δε θα θέλει κιόλας. Θα παραδώσει την ταυτότητά της, θα μεταλλαχθεί σε κάτι άλλο, θα χαίρεται που μπορεί να καταναλώνει κι ας χάνει την αξιοπρέπειά της. Κι εκεί θα έχουν χαθεί όσα για αιώνες υπερασπίζαμε.
Την πορεία αυτή επιβάλλουν μια σειρά συνθήκες και τάσεις της εποχής: Ο νεοφιλελευθερισμός, η παγκοσμιοποίηση, η επεκτατικότητα σε βάρος λαών. Όμως, τα κλειδιά για να την αντιστρέψομε, τα έχομε. Εμείς οφείλομε να αποφασίσομε αν θέλομε να ξαναβρούμε τον εαυτό μας, και να εκσυγχρονίσομε την παράδοσή μας, δηλαδή να εφαρμόσομε τον τρόπο των παλιών μας για να απαντήσομε στις σύγχρονες προκλήσεις. Να διαμορφώσομε λοιπόν κάτι καινούργιο, που θα πατά και θα εξελίσσει αυτά που βρήκαμε και που ακόμα υπάρχουν κάπου βαθιά μέσα μας.

28 Σεπτεμβρίου, 2021 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , | Σχολιάστε

ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΑΤΡΙΔΑ

ή πώς χρηματοδοτούμε την προπαρασκευή της Τουρκίας εναντίον μας

Αφορμή για το σημείωμα τούτο στάθηκε η πεζή ανάγκη αγοράς σιδερώστρας για το σπίτι. Στις επιλογές του καταστήματος ήταν, μεταξύ άλλων, και μια σιδερώστρα μάρκας ESTIA. Επειδή προσέχομε στις αγορές να αγοράζομε ελληνικά προϊόντα, και σε κάθε περίπτωση ποτέ τούρκικα, το όνομα μας προδιέθεσε θετικά και σκύψαμε στην ετικέτα για επιβεβαίωση. Προς απογοήτευσή μας, ένα μεγαλοπρεπές MADE IN TURKEY (κατασκευασθέν στην Τουρκία), απέκλεισε τη συγκεκριμένη επιλογή. Όμως οι εκπλήξεις δε σταμάτησαν εδώ.
Η πρώτη μας εντύπωση ήταν ότι πρόκειται για τουρκική μάρκα που χρησιμοποιεί ελληνικό όνομα για τη διείσδυσή της στην ελληνική αγορά, ώστε να παραπλανήσει τον όλο και πιο συνειδητοπούμενο (αν και όχι επαρκώς ακόμα) καταναλωτή. Όμως, στην ετικέτα, διαβάζομε, πέραν της Τουρκίας ως χώρας κατασκευής, και τα εξής: «Επινοήθηκε, σχεδιάστηκε & δημιουργήθηκε από την ECOCASA AE στην Ελλάδα με το διακριτικό σήμα estia. Παράγεται στην Τουρκία σύμφωνα με τα Ευρωπαϊκά ποιοτικά πρότυπα με την επίβλεψη και τους ποιοτικούς ελέγχους των τεχνικών της ECOCASA AE… ΜΑDE IN TURKEY».

This image has an empty alt attribute; its file name is 231778956_2979050418978095_1060513040469059927_n.jpg
Δηλαδή εδώ δεν έχομε απλά μιαν εισαγωγή τουρκικού προϊόντος. Υπάρχει μια ελληνική εταιρεία, που σχεδιάζει το προϊόν και, προφανώς επειδή αναζητεί κόστος παραγωγής φτηνότερο από το αν κατασκευαζόταν αυτό στην Ελλάδα (δε θα πιάσομε σε αυτό το κείμενο την κουβέντα περί ανάγκης ενδογενούς παραγωγής), κάνει διεθνή έρευνα αγοράς. Δίχως να λαμβάνει υπόψη της ευρύτερες παραμέτρους, δίχως να αποκλείσει την Τουρκία από τις αγορές στις οποίες θα αναζητήσει αυτό το φτηνότερο κόστος.
Όμως η Τουρκία απειλεί την Ελλάδα, κατέχει τη μισή Κύπρο, εργαλειοποιεί το λαθρομεταναστευτικό ώστε να διαλύσει τον κοινωνικό ιστό, προετοιμάζεται πολεμικά σε βάρος μας, διεκδικεί σ’ όλη τη μεθόριο. Επενδύει στους εξοπλισμούς, πρωτοπορεί στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, συνεχίζει την πολιτική της Γενοκτονίας στο Αρτσάχ, την Αρμενία, την Ελλάδα, επεμβαίνει στη Συρία, τη Λιβύη και το Ιράκ, παντού με όποια μέσα μπορεί κατά περίπτωση να χρησιμοποιήσει. Ο ισλαμοφασισμός του Ερντογάν εστιάζει στα όπλα και αφήνει τους πολίτες απροστάτευτους από φυσικές καταστροφές· στις πρόσφατες πυρκαγιές στην Τουρκία, προέκυψε ότι η χώρα δε διαθέτει πυροσβεστικά αεροπλάνα!
Κάθε ευρώ που εισρέει στην Τουρκία επενδύεται σε εξοπλισμούς με στόχο τις όμορες χώρες. Αυτό πρέπει να το συνειδητοποιήσει, πέραν της κεντρικής μας πολιτικής, και ο λαός στην Ελλάδα. Να μποϋκοτάρει τα τουρκικά προϊόντα, να σταματήσει τις εισαγωγές από εκεί. Και βέβαια, να μην επενδύει στην Τουρκία.
Η ελληνική εταιρεία που κατασκευάζει στην Τουρκία προϊόντα δικού της σχεδιασμού, κινείται με βάση μια νεοφιλελεύθερη λογική που λέει πως εκεί που θα βρει συμφέρουσα τιμή, εκεί θα καταλήξει. Δε γνωρίζομε αν έχει εκεί υπεργολάβο ή θυγατρική, ούτε μας ενδιαφέρει. Μας ενδιαφέρει όμως ότι οι ενέργειές της δημιουργούν στην Τουρκία εισόδημα που χρησιμοποιείται σε βάρος μας.

This image has an empty alt attribute; its file name is 230532348_2979050365644767_934079724795856646_n.jpg
Απέναντι στην προσέγγιση αυτή υπάρχουν οι εξής παρατηρήσεις:
Μια επίσης νεοφιλελεύθερη, που δεν ασπαζόμαστε, αλλά που θα μπορούσε να λειτουργήσει στο μυαλό των ιθυνόντων της ελληνικής εταιρείας: Η ενδυνάμωση της Τουρκίας στην οποία συντελούν, οδηγεί στην ευόδωση των σκοπών της, και προοπτικά στον ακρωτηριασμό και τη φινλανδοποίηση της πατρίδας μας. Αυτό θα έχει επιπτώσεις και στην αγορά στην οποία απευθύνεται η ελληνική εταιρεία: αφενός τη συρρικνώνει, αφετέρου η Τουρκία προοπτικά θα επιδιώξει να υποκαταστήσει την ελληνική επιχειρηματική δραστηριότητα με αντίστοιχη τουρκική, όπως έχει κάμει και στο παρελθόν, απαλλοτριώνοντας ελληνικές περιουσίες και επιχειρήσεις ως πρωταρχική συσσώρευση για τη δημιουργία Τουρκικής αστικής τάξης. Η ελληνική εταιρεία που παράγει στην Τουρκία θα πρέπει να λάβει υπ’ όψη της και αυτό τον παράγοντα. Κι αν λειτουργεί με όρους κεφαλαιοκρατικούς, θα πρέπει να δει τη μεγάλη εικόνα, που δείχνει πως η επένδυσή της και η αγορά στην οποία απευθύνεται έχουν ημερομηνία λήξεως αν ευοδωθούν οι σκοποί της Τουρκίας, τη συμφέρει λοιπόν να τους καθυστερήσει ή και ματαιώσει στο μέτρο των δυνατοτήτων της. Κι αυτές είναι να μην επενδύει ούτε να συνεργάζεται με την Τουρκία. Υπάρχουν κι άλλες φτηνές αγορές με όρους παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.
Μια δεύτερη, και πιο ουσιαστική προσέγγιση, θα έβλεπε την ανάγκη της αντιστροφής του παρασιτικού οικονομικού μοντέλου και της αναγέννησης της παραγωγής στη χώρα. Θα τα έβλεπε αυτά και αυτοτελώς, αλλά και σε συνδυασμό με τη γεωπολιτική κατάσταση που περιγράφεται παραπάνω. Γιατί αν για κάθε χώρα η παραγωγική οικονομία αποτελεί στόχο, για μια χώρα σαν τη δική μας που απειλείται από επιθετικούς γείτονες καθίσταται αναγκαία συνθήκη επιβίωσης. Οπότε θα εξαντλούσε τα περιθώρια για την παραγωγή ενδογενώς. Κι αν δεν επικουρείται από το κράτος, θα μπορούσε να το πάει μέχρι εκεί που μπορεί, σε συνεργασία με άλλες παραγωγικές δυνάμεις. Μια άλλη προσέγγιση θα ενέτασε στη μεγάλη εικόνα και το δημογραφικό, που απειλεί την κοινωνία με παράλυση. Θα έβλεπε και την ανάγκη επένδυσης στην τεχνολογία και στην εξειδίκευση, δίδοντας στην εκπαίδευση τη σημασία που της αξίζει και συνδέοντάς τη με την παραγωγή και την κοινωνία.
Αλλά, όπως είπε κι ένας μεγάλος πριν από χρόνια, το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα. Επιδιώκει να μεγιστοποιήσει τα κέρδη του αδιαφορώντας για τους ανθρώπους και τους λαούς. Όμως οι λαοί έχουν πατρίδα. Κι η αντίσταση σε όποιον την απειλεί γίνεται με πολλούς τρόπους, μεταξύ των οποίων και με οικονομικές επιλογές.

11 Αυγούστου, 2021 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , | Σχολιάστε

ΝΑ ΧΑΙΡΕΣΑΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ!

This image has an empty alt attribute; its file name is peasantsl-740x357-1.jpg

Η ονομαστική γιορτή είναι γιορτή της κοινότητας. Την ξέρουν όλοι αφού συνδέεται με το πότε γιορτάζει ο Άγιος του οποίου το όνομα φέρει ο καθένας. Δεν είναι ατομική υπόθεση όπως τα γενέθλια, ο καθένας συμμετέχει αν θέλει στη γιορτή χωρίς να χρειάζονται προσκλήσεις. Στις γιορτές δεν καλουνε. Η πόρτα είναι ανοιχτή και όποιος θέλει να τιμήσει τον εορταζοντα προσέρχεται.
Η γιορτή πηγαίνει και πιο βαθιά. Σηματοδοτεί, κάθε φορά που έρχεται και τη γιορτάζουμε, την ένταξη μας στην ελληνική ιδιοπροσωπία. Κι αν αυτό σήμερα μας φαίνεται δίχως πολλη σημασία, σε καιρούς σκοτεινους, σε καιρούς πού και το αύριο έπρεπε να το κερδίσει ο λαός μας, έδειχνε ότι για μία ακόμα χρονιά συνεχίζαμε Ρωμιοί, δίχως να τουρκέψομε κάτω από το βάρος μιας αβάσταχτης σκλαβιάς. Γιατί όλοι εμείς που σήμερα είμαστε εδώ, που διαφωνούμε, που κάποιες φορές είμαστε βαθύτατα διαιρεμένοι, είμαστε οι απόγονοι αυτών πού μείνανε με ένα απίστευτο πείσμα προσηλωμένοι στην ταυτότητά τους, που δεν λύγισαν σε συνθήκες ασύλληπτα αντίξοες. Και αυτό το πείσμα εκφραζόταν και ανανεωνόταν κάθε χρόνο, συμβολικά, όταν έφτανε η γιορτή. Γιατί σήμαινε ότι για ένα ακόμα χρόνο ο εορτάζων δεν είχε λυγίσει, δεν είχε μουτισει, δεν είχε αλλάξει το όνομά του για ένα τουρκικό, παρέμενε λοιπόν μέλος της Κοινότητάς μας.
Γι αυτό ευχόμαστε «και του χρόνου», γιατί πάντα υπήρχε η αγωνία μήπως δεν αντέξει τη σκλαβιά από τη μια χρονιά την άλλη. Γι αυτό και η ευχή «να χαίρεσαι το όνομά σου», με προφανή συμπαραδηλωση του ότι όσο το κρατάς, παραμένεις μέλος της Κοινοτητας, του Γένους, του Λαού μας. Ετσι, η δημόσια συζήτηση για τα θέματα αυτά, δεν είναι ολοκληρωμένη αν δε συμπεριλάβει και αυτή τη διάσταση, δε μπορεί δηλαδή να περιορίζεται σε θέματα δόγματος και γενικότερων αναζητήσεων μόνο. Χρόνια πολλά λοιπόν στους εορτάζοντες, να χαίρονται το όνομα τους, και του χρόνου ελεύθεροι, υγιείς, μονοιασμενοι και περήφανοι…

14 Μαΐου, 2021 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , | Σχολιάστε

ΜΕΓΑΛΑ ΚΑΡΑΒΙΑ ΜΕΓΑΛΕΣ ΦΟΥΡΤΟΥΝΕΣ…

Η προσάραξή του πλοίου EVER GIVEN, που προκάλεσε διακοπή της κυκλοφορίας στο Σουέζ για έξι μέρες, δίδει αρκετή τροφή για σκέψη…

Ένας πρώτος προβληματισμός αφορά στην ύβρη του γιγαντισμού σε όλα τα επίπεδα, που εδώ επικεντρώνεται στο μέγεθος του πλοίου. Πράγματι, το πλοίο των 200.000 τόνων νεκρού βάρους, 400 μέτρων μήκους, 59 πλάτους και μεταφορικής ικανότητας 20.000 εμπορευματοκιβωτίων, δε μπόρεσε να αντισταθεί στους ισχυρούς ανέμους και τις αμμοθύελλες, που το παρέσυραν στην προσάραξη, με το μέγεθός του να συντείνει στη δυσκολία χειρισμών και τελικά την καθήλωσή του. Σε αυτό συντέλεσε η τεράστια συμπαγής επιφάνεια που έχουν πλοία αυτού του τύπου, από κάθε πλευρά τους, καθώς τα εμπορευματοκιβώτια που μεταφέρουν διαμορφώνουν πρόσθετες επιφάνειες αντίστασης στον άνεμο, στοιβαζόμενα το ένα πάνω στο άλλο. Συντέλεσε όμως και το μεγάλο ύψος των εξάλων (των μερών δηλαδή του πλοίου που βρίσκονται πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας), λόγω του μικρού βάρους του φορτίου, αλλά και η έλλειψη βοηθητικών προπελών στην πρύμη και πλώρη, που διευκολύνουν την κίνηση του πλοίου δουλεύοντας ανεξάρτητα από την κεντρική. Σημειώνομε ότι βοηθητικές προπέλες έχουν τα κρουαζιερόπλοια, αλλά δεν είχε το Ever Given.

Κι όμως, τα υπερμεγέθη πλοία της κατηγορίας του, θεωρήθηκαν ότι συντελούν στη επίτευξη οικονομίας κλίμακος, με την τεράστια μεταφορική τους ικανότητα. Κι ας είναι πιο δύσκολος ο χειρισμός τους, κι ας παρουσιάζουν καθυστερήσεις στη φορτοεκφόρτωση, κι ας μη μπορούν, λόγω των διαστάσεων και του βυθίσματός τους, να προσεγγίσουν μεγάλο αριθμό λιμένων. Οι διαστάσεις αυτές όμως, σημαίνουν, όπως είδαμε, και πολλαπλασιαστικά μεγαλύτερη έκθεση στα στοιχεία της φύσης και τους θαλάσσιους κινδύνους. Φαίνεται πως τέτοιες κατασκευές αποτελούν τελικά Ύβρη απέναντι στη φύση, καθώς την προκαλούν, υπολογίζοντας ότι θα τη δαμάσουν με το μέγεθός τους και την υπερσύγχρονη τεχνολογία τους.

Το περιστατικό αμφισβήτησε και την αποτελεσματικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων μεγάλων αποστάσεων, που αποτελούν εμφατική λειτουργία του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, στηριγμένες στο χαμηλό κόστος σε κάποια σημεία του πλανήτη, στις πολυπόθητες οικονομίες κλίμακος και στην τεχνολογικά εφικτή δυνατότητα μακρόθεν επίβλεψης των αλυσίδων εφοδιασμού. Τα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων αποτελούν κομβικό κομμάτι αυτών των αλυσίδων, ο γιγαντισμός τους όμως φτάνει να αναιρεί τα ωφέλη ακόμα κι όταν δεν υπάρχουν ατυχήματα.

Για μιαν ακόμα φορά, η φύση έδειξε στον άνθρωπο τα όριά του.

Οι έξι μέρες διακοπής της κυκλοφορίας του καναλιού του Σουέζ, έμειναν έξι χάρη στη γενναιοδωρία της φύσης, καθώς η παλίρροια και η άνοδος της στάθμης των υδάτων που προκάλεσε βοήθησαν στην αποκόλληση του EVER GIVEN και τη σταδιακή αποκατάσταση της κυκλοφορίας στην Ερυθρά θάλασσα. Όμως, οι έξι μέρες αυτές μεταφράζονται σε πολύ μεγαλύτερη καθυστέρηση και ζημίες, και μάλιστα σε μιαν ευτυχή συγκυρία όπου ούτε ρύπανση υπήρξε, ούτε βλάβη του αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων φορτίου του συγκεκριμένου πλοίου (πιθανότατα όμως θα υπάρχει ζημία σε φορτία άλλων πλοίων που επηρεάστηκαν από το συμβάν).

Το έμφραγμα στη θαλάσσια κυκλοφορία ανέτρεψε άρδην τα προγράμματα κατάπλων και παραδόσεων φορτίων, όχι μόνο του Ever Given αλλά όλων των πλοίων που εγκλωβίστηκαν εκατέρωθεν του σημείου της προσάραξης. Η ίδια η κυκλοφορία στο Σουέζ θα χρειαστεί μέρες να αποκατασταθεί· τα πλοία που θα συνεχίσουν τον πλου τους μετά την απελευθέρωση της διόδου, θα φτάσουν καθυστερημένα στο λιμένα προορισμού τους, αλλά και θα συναντήσουν συνωστισμό κι εκεί, αφού θα συγκλίνουν ταυτόχρονα περισσότερα πλοία που ήταν προγραμματισμένα να δέσουν σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου. Μια ευρύτερη ανατροπή του προγράμματος κάθε πλοίου και κάθε λιμανιού θα λάβει χώρα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την καθυστέρηση στην άφιξη και αποστολή εμπορευμάτων και εμπορευματοκιβωτίων που αναμένεται στο λιμάνι της …Βιέννης (!) στο Δούναβη, για να έχομε μιαν ιδέα της έκτασης των συνεπειών!

Οι καθυστερήσεις στις αφίξεις και παραδόσεις θα αυξήσουν το κόστος μεταφοράς, ενώ θα παρατηρηθεί έλλειψη προϊόντων στους τόπους προορισμού των φορτίων. Οι ζημίες αφορούν μη έγκαιρες εκτελέσεις συμβάσεων διεθνών αγοραπωλησιών αγαθών που μεταφέρονταν με τα πλοία, που, μαζί και λόγω του Ever Given,  καθυστέρησαν την εκτέλεση των συμβολαίων τους, μη έγκαιρες συμβάσεις μεταφοράς των αγαθών αυτών για τον ίδιο λόγο, βλάβη φορτίων από την καθυστέρηση, ενώ τα εμπλεκόμενα μέρη αναμένεται να αποδυθούν σε δικαστικούς αγώνες για αποκατάσταση ζημιών, ενώ η ασφαλιστική κάλυψη του Ever Given δε θα μπορεί να καλύψει τέτοιας έκτασης ζημίες, ακόμα κι αν επιδικαστούν ποσά στους ζημιωθέντες. Μόνο η Αρχή του καναλιού του Σουέζ, κάνει κάποιες πρώτες εκτιμήσεις για ζημίες τουλάχιστον ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων, σύμφωνα με τον Πρόεδρό της Οσάμα Ράμπι. Κι αν αυτή είναι η ζημία του κρατικού φορέα, τα ιδιωτικά συμφέροντα του φορτίου του Ever Given, των φορτίων των άλλων πλοίων που εγκλωβίστηκαν και των μεταφορέων αυτών, θα καταμετρήσουν ζημίες που αθροιζόμενες θα κάνουν τις απαιτήσεις της Αρχής να φαντάζουν αστείες.

Για άλλη μια φορά μπαίνει μπροστά μας το ζήτημα του γιγαντισμού. Που για χάρη των οικονομιών κλίμακος οδηγεί σε «λύσεις» που εμπεριέχουν ενδογενώς την καταστροφή. Γιατί οι ζημίες αυτής της περίπτωσης είναι ικανές να ακυρώσουν όλες τις οικονομίες που μπορεί να έχουν επιτευχθεί. Η αποανάπτυξη εδώ μοιάζει ζητούμενο, όχι μόνο ως κινηματική προοπτική, αλλά και με όρους καπιταλιστικής διαχείρισης!

Η φύση μας θυμίζει την παρουσία της αναδεικνύοντας το αδιέξοδο των κατασκευών και των αλυσίδων που την υποτιμούν. Μας θυμίζει και από αυτή τη θέση πως η σχέση μας μαζί της πρέπει να είναι σχέση σεβασμού και όχι κυριαρχίας πάνω της. Κάνει επίκαιρο ξανά το θέμα του περιορισμού των περιττών μεταφορών και της αξίας της τοπικής παραγωγής και κατανάλωσης. Κι ας μην ξεχνούμε πως ένα κομμάτι μεταφορών καθίσταται αναγκαίο από την έξαρση του καταναλωτικού ναρκισσισμού των δυτικών κοινωνιών (που εκτείνεται πλέον σε όλες τις κοινωνίες που, θαμπωμένες, ακολουθούν αυτό το πρότυπο). Το ατύχημα του Ever Given δίδει αφορμή να στοχαστούμε και γύρω από το οικονομικό μοντέλο που ακολουθούν οι κοινωνίες της κατανάλωσης και του ατομοκεντρισμού, οι κοινωνίες του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Το τοπικό κι εδώ, όπως και σ’ άλλες εκφάνσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας, μας δείχνει ότι ο δρόμος της κοινότητας, αυτός που αναπτύσσεται σε μικρές κλίμακες, σε τοπικό επίπεδο, σε αρμονία με τη φύση κι όχι σε αντιπαράθεση μαζί της είναι ο μόνος βιώσιμος…

8 Απριλίου, 2021 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , | Σχολιάστε

ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ: ΜΟΝΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ Η ΜΟΧΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ;

Δε θα μπούμε στη συζήτηση για το αν ο τουρισμός είναι η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας. Αυτό που είναι σίγουρο, είναι πως μαζί με τη ναυτιλία είναι οι δυο μεγάλοι πυλώνες της οικονομίας μας, με τον πρωτογενή τομέα να περιορίζεται σε ένα 5% περίπου του ΑΕΠ και το δευτερογενή να βρίσκεται γύρω στο 16%.
Η πανδημία κατέδειξε τα όρια μιας οικονομίας που έχει ατροφική παραγωγή και βασίζεται στις υπηρεσίες, με ναυαρχίδα εδώ τον τουρισμό. Η κατανάλωση καλύπτεται από εισαγωγές, οπότε η κατάρρευση μιας κύριας πηγής εσόδων, όπως ο τουρισμός, μας υποχρεώνει σε κάποιες σκέψεις για το μέλλον.
Ένα ζήτημα είναι πού στηρίζεται ο τουρισμός μας. Αν στοχεύει στο να προσφέρει απλά ένα περιβάλλον ήλιου και θάλασσας σε κάποιους που θέλουν να ξεσκάσουν, χαμηλώνει τις προδιαγραφές του. Θα προσφέρει σκουπίδια για φαγητό, μπόμπες για ποτό, ώστε να μπορεί να προσελκύσει τουρίστες αλλά όχι περιηγητές που θα επισκέπτονται έναν τόπο με κριτήριο το ενδιαφέρον τους γι’ αυτόν. Και για να το κάμει, θα στραφεί σε προμηθευτές παντού όπου θα βρει φτηνότερα. Το παγκοσμιοποιημένο οικονομικό σύστημα το επιτρέπει. Επομένως, ο τουριστικός πελάτης δε θα δοκιμάσει στο φαγητό την παραγωγή του τόπου που επισκέπτεται, αλλά κάποιου φτηνότερου. Θα χρησιμοποιήσει έπιπλα και εξοπλισμό εισαγωγής, που προμηθεύτηκε φτηνά ο επιχειρηματίας από την παγκόσμια αγορά. Και η αίσθηση που θα αποκομίσει από την Ελλάδα είναι ότι πρόκειται για ένα ειδυλλιακό σκηνικό εκτόνωσης.
Όμως έτσι χάνεται η μοναδικότητά του τόπου, γιατί ο τόπος είναι οι άνθρωποί του, η ιστορία του. Και, για να μπούμε στη λογική του επιχειρηματία, το σκηνικό μπορεί να το βρει κάποιος φτηνότερα. Πρέπει λοιπόν να εστιάσει αλλού ο τουρισμός μας για να συνεχίσει να υπάρχει και να προσφέρει στους απασχολούμενου σ’ αυτόν και στην εθνική οικονομία.
Κι εδώ, όπως και σε μια σειρά από θέματα, το κλειδί είναι η ταυτότητα. Το όμορφο τοπίο δεν έρχεται μόνο του. Είναι πρώτ’ απ’ όλα οι άνθρωποί του. Που διαμορφώθηκαν από τον τόπο στο διάβα των αιώνων, και τον διαμόρφωσαν σε μικρότερο βαθμό. Που προσάρμοσαν την αρχιτεκτονική τους στα υλικά που είναι διαθέσιμα και στο κλίμα. Που τρέφονται με αυτά που παράγει και υποστηρίζει η γη. Που πάλεψαν για να ζουν εδώ, που διαμόρφωσαν συνήθειες, μουσική και χορούς, που δημιούργησαν ένα σύστημα αξιών το οποίο καθορίζει τον τόπο. Άρα αυτός δεν είναι κάτι ουδέτερο, αλλά μια ταυτότητα συγκεκριμένη.


Την ταυτότητα αυτή θα πρέπει να μπορεί να τη βρει ο επισκέπτης σε κάθε του βήμα. Να γνωρίσει την ιστορία, τα έθιμα, τα προϊόντα, την κουλτούρα, τη μαγειρική… Κι εδώ έρχεται η οικονομία να συναντηθεί με τον τουρισμό. Γιατί ο επισκέπτης που θα ζητήσει να γνωρίσει τη χώρα, το λαό της, θα δοκιμάσει τις συνταγές της, θα αγοράσει χαρακτηριστικά προϊόντα, θα πάει στα γλέντια, θα δει τα μνημεία και θ’ αναρωτηθεί για την ιστορία τους, παλιά και νεότερη. Κι αυτό προϋποθέτει να υπάρχει τοπική παραγωγή.
Βέβαια, όταν οι ελίτ που διαχειρίζονται τις τύχες της χώρας περιφρονούν την ταυτότητά της, όταν δεν είναι σε θέση να χορέψουν ένα χορό της και ακούν τα πολιτισμικά υποπροϊόντα της δυτικής μουσικής, όταν οι ίδιοι ενθαρρύνουν τις εισαγωγές και αφήνουν τον πρωτογενή τομέα και τη μεταποίηση να σβήνουν, δεν είναι σε θέση να αντιληφθούν αυτό το βασικό ζήτημα. Κι αφού αυτοί δε θα διαμορφώσουν μια τέτοια πολιτική στην οικονομία γενικά και στον τουρισμό ειδικότερα, πρέπει αυτή να τη διαμορφώσει ο λαός, υποκαθιστώντας τους στη διαμόρφωση στρατηγικής.
Στο μεταξύ, η τελευταία τάση του τουρισμού σα βιομηχανία, είναι να τονίζει την «εμπειρία», δηλαδή τα ταυτοτικά χαρακτηριστικά του τουρισμού. Για παράδειγμα, το Airbnb, έχει πλέον ιδιαίτερη κατηγορία, πέραν των καταλυμάτων, που τιτλοφορείται «Εμπειρίες», η οποία στοχεύει ακριβώς στο να προσφέρει στον επισκέπτη μια γεύση από την ιδιαιτερότητα του τόπου προορισμού του. Εδώ λοιπόν έρχεται η ανάγκη για μιαν ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση, που θα συναντήσει τις τάσεις στον τουρισμό. Η σύνδεση βέβαια του τουρισμού με την τοπική παραγωγή δε θα έπρεπε να γίνει επειδή έτσι είναι οι διεθνείς τάσεις, αλλά γιατί μια οικονομία θα πρέπει να στηρίζεται στη δική της παραγωγή και πάνω σ΄ αυτή να χτίζει κι άλλους τομείς της οικονομίας. Αλλά έστω κι έτσι, μπορεί ο τουρισμός να αποτελέσει ένα μοχλό επανεκκίνησης της παραγωγής.
Βασικό στοιχείο σε αυτή την προσπάθεια είναι η σύνδεση του πρωτογενούς τομέα με τα καταλύματα και την εστίαση στον τουρισμό. Η μοναδικότητα της χώρας θα φανεί και από το φαγητό, όπου θα προσφέρονται συνταγές με ντόπια προϊόντα, επενδύοντας στην αυθεντικότητα ως πόλο έλξης. Ήδη, η προσπάθεια για Ελληνικό Πρωινό και η αντίστοιχη με εστιατόρια που στηρίζονται σε ντόπιες πρώτες ύλες, έχει ανταπόκριση με αυξητικές τάσεις. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Στόχος πρέπει να είναι οι μονάδες εξοπλισμένες σε όλο τους το φάσμα από εγχώριες δημιουργίες, από την επίπλωση μέχρι τον ηλιακό θερμοσίφωνα.
Ευτυχώς, η μικρομεσαία δομή του ελληνικού τουρισμού, επέτρεψε στους απασχολούμενους σε αυτόν να αντέξουν την καταστροφή της πανδημίας και να προσβλέπουν σε μιαν αντιστροφή φέτος του κλίματος. Μόνο όμως αν συνδυαστεί με τη σύνδεσή του με την υπόλοιπη οικονομική και πολιτιστική δημιουργία θα αποκτήσει βάσεις τόσο στέρεες, ώστε η κρίση στον τουρισμό να μη συνεπάγεται και κρίση στην οικονομία και την πατρίδα συνολικά.

29 Μαρτίου, 2021 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη, Πολιτική και πολιτισμός | , , | 1 σχόλιο

ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ (ή ένας Κοινοτικός Κλεφτοπόλεμος)

This image has an empty alt attribute; its file name is images-2.jpg
Ομηρία
Η συλλογική εμπειρία στο σύγχρονο ελεύθερο βίο μας είναι σημαδεμένη από την καταπίεση που ασκεί το κράτος σε βάρος του λαϊκού σώματος, του έθνους. Η φορολογία, η γραφειοκρατία, η διεκπεραίωση των υποθέσεων με διαμεσολάβηση «γνωστού», η πρόσληψη του κράτους από τον πολίτη ως μέσου επαγγελματικής αποκατάστασης μέσω του διορισμού, αλλά και η διαχείριση από το κράτος σε κεντρικό επίπεδο με βάση συμφέροντα και υποδείξεις ξένων παραγόντων και όχι της χώρας, είναι χαρακτηριστικά εμπεδωμένα πια στο DNA μας. Κάθε ενέργειά μας, κάθε προσπάθεια, πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψη της τα παραπάνω. Τα αυτονόητα για το πώς πρέπει μια Διοίκηση, μια Κυβέρνηση, ένα Κράτος να ενεργούν απέναντι στους εντολείς των είναι στη δική μας περίπτωση ζητούμενα απόμακρα, θεωρητικά μόνο, και σε επίπεδο γενικών αρχών και κατευθύνσεων, όχι σε ένα πεδίο της κοινωνικής τριβής όπου με την κατάλληλη πίεση θα εφαρμοστούν.
Γι’ αυτό κι όταν οι συμπατριώτες μας πετυχαίνουν στο εξωτερικό, αυτό αποδίδεται, πέρα από το δαιμόνιο της φυλής και τον ελληνικό τρόπο προσέγγισης των πραγμάτων, και στην απουσία των ανασταλτικών παραγόντων που θέτει το εδώ κράτος. Αυτό αφορά τους ξενιτεμένους Έλληνες αλλά και κάθε δραστηριότητα που, ακόμα κι αν η διαχείρισή της γίνεται στην Ελλάδα, δεν υπόκειται στον κρατικό έλεγχο. Εμβληματικό παράδειγμα του τελευταίου αποτελεί η ναυτιλία.
Όπως προαναφέρθηκε, η καταπίεση του συστήματος εκδηλώνεται σε ατομικό και συλλογικό/συνολικό επίπεδο: Επηρεάζει την καθημερινότητα κάθε συναλλασσόμενου με το κράτος, καθενός υποκειμένου στη δικαιοδοσία του, και επηρεάζει και τη συμπεριφορά του ίδιου του κράτους στις διεθνείς του σχέσεις.
Ο μιθριδατισμός που έχει αναπτύξει το λαϊκό σώμα στην κατάσταση αυτή, καταλήγει στη θεώρηση κάθε προσπάθειας δράσης πέραν του φαύλου αυτού κύκλου ως ματαιοπονίας· προκρίνεται η δράση εντός του συστήματος, με καταφυγή στο πολιτικό, κοινωνικό ή διοικητικό μέσο, η παράκαμψή του με πράξεις στα μουλωχτά παραβίασης του συστήματος, που οδηγούν σε μεγαλύτερη τελικά εξάρτηση από αυτό, προκειμένου να επιτευχθεί ατιμωρησία ή να πέσουμε στα μαλακά όταν μας τσακώσουν και σε εμπέδωση της εξάρτησης από το κύκλωμα των «γνωστών». Εννοείται ότι το ίδιο το σύστημα φροντίζει να διατηρεί τα εμπόδια και να δημιουργεί κι άλλα, ώστε να κρατά σε ομηρία τον πολίτη.

Κάτω το κράτος ή ένα δικό μας κράτος;
Να ξεκαθαρίσομε κάτι: η τραυματική μας εμπειρία από το κράτος (μας), δε σημαίνει πως πρέπει να το καταλύσομε. Πρέπει να του αντισταθούμε με συγκεκριμένο τρόπο, που θα αναιρεί την ανασταλτική λειτουργία του και θα το μεταλλάξει σε μια κατεύθυνση λειτουργίας υπέρ των εντολέων του, ενώνοντάς το με το λαϊκό σώμα, να το αλώσομε.
Η αντίστασή μας λοιπόν οφείλει να λειτουργήσει με βάση αυτά τα δεδομένα. Κι επειδή χρειαζόμαστε κράτος κι η προσπάθεια άλωσής του δεν περιορίζεται σε μια μεγάλη νύχτα, ούτε καν σε μιαν εκλογική νίκη, αλλά είναι ένας διαρκής αγώνας ενάντια σε μηχανισμούς και παγιωμένες καταστάσεις, κι επειδή οι δυνάμεις μας δεν είναι ακόμα επαρκείς, αυτό που απαιτείται είναι μια τακτική αποδυνάμωσης των μηχανισμών που λειτουργούν παερμποδιστικά, και οργάνωσης κι επιβίωσής μας εκτός αυτών. Από τώρα, κάθε στιγμή, σε κάθε επίπεδο. Επιθυμητό αποτέλεσμα των ενεργειών μας είναι η αναίρεση των παγιωμένων καταστάσεων. Και κινητήριος δύναμη η υλοποίηση του αυτονόητου, του να καταστεί το κράτος η προέκταση του εαυτού μας, να ταυτιστούμε με αυτό καθώς θα νοιώθομε πια ότι λειτουργεί για μας κι όχι εναντίον μας.
Για να γίνει αυτό, πρέπει να λειτουργήσομε ενωμένοι. Και να ξεκινήσομε από κάπου, σε κάθε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας και προσπάθειας. Στην αρχή λίγοι, που θα πληθαίνουν όσο προχωρά η διαδικασία αυτή. Μια διαδικασία κατ’ εξοχήν πολιτική, με την έννοια της παρέμβασης στο δημόσιο βίο συνολικά, σε κάθε πτυχή του, σε κάθε έκφανση της ανθρώπινης δραστηριότητας.

This image has an empty alt attribute; its file name is images2.jpg

Ένα θεσμικό αντάρτικο
Μέχρι να αλώσει το κράτος, ο ελληνικός λαός θα υφίσταται την καταπίεση και τα εμπόδια που αυτό του θέτει, οφείλει λοιπόν να τα αντιμετωπίσει εδώ και τώρα, για να επιβιώσει και να συνεχίσει να δημιουργεί (και να αντιστρέψει αυτή την κατάσταση βέβαια). Πρέπει λοιπόν να υποκαταστήσει το κράτος όπου και σε όποιο βαθμό αυτό είναι εφικτό.
Αυτό μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους, που θα προσδιορίζει η φύση κάθε τομέα στον οποίο θα επεμβαίνομε. Κάποιες γενικές σκέψεις δράσης, που η πράξη θα δοκιμάσει, θα δικαιώσει, θα απορρίψει, θα μεταβάλει, θα εμπλουτίσει, μπορεί να είναι και οι εξής:
Δίκτυα πληροφόρησης
Η μικρομεσαία δομή της ελληνικής κοινωνίας είναι ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της, στο οποίο οφείλει πολλά θετικά στοιχεία. Συγχρόνως όμως, παρουσιάζει κάποια ζητήματα όταν αναζητούνται κρίσιμα μεγέθη που να επιτρέπουν ορισμένες δραστηριότητες. Εκεί, μπορεί η δημιουργία δικτύων που θα ενώνουν τους ενδιαφερόμενους σε κάποια κοινή δράση να αναιρέσει τις αδυναμίες που μπορεί να παρουσιάζει καθένας μόνος του.
Στο επίπεδο αυτό, οι ενδιαφερόμενοι να δημιουργήσουν μπορούν να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες και τεχνογνωσία που κανονικά θα έπρεπε να παρέχει το κράτος. Αυτό το κενό υποκαθιστά εδώ η συλλογική δράση των δικτύων πληροφόρησης.
Δίκτυα δράσης
Σε ένα άλλο επίπεδο, οι συνέργειες μεταξύ των πολιτών μπορούν να πάρουν απτό περιεχόμενο· είτε έρχονται ως εξέλιξη της λειτουργίας των δικτύων πληροφόρησης είτε αυτόνομα, περνούν στην υλοποίηση πρακτικών που ανεβάζουν εκθετικά την αποτελεσματικότητά τους σε όποιες προσπάθειες γίνονται. Μπορούν να αφορούν τα πάντα: προμήθεια επαγγελματικού εξοπλισμού για κοινή χρήση· από κοινού διαπραγμάτευση με αγοραστές για διάθεση κρίσιμης ποσότητας προϊόντων, με παρόχους υπηρεσιών στο κομμάτι της μεταποίησης και της τυποποίησης. Καλύπτουν εδώ την έλλειψη κρατικής μέριμνας για άρση των αδυναμιών του μικρού μεγέθους των εκμεταλλεύσεων, και υποκαθιστούν την κρατική δράση.

Δίκτυα αλληλεγγύης
Στη σφαίρα της κοινωνικής δράσης, οι πολίτες μπορούν να προχωρήσουν σε πράξεις υποστήριξης των αδύναμων και ευπαθών συμπολιτών τους με συντονισμένες ενέργειες, από την προμήθεια ειδών πρώτης ανάγκης μέχρι την εύρεση εργασίας, καταλύματος και την επιμόρφωση ανθρώπων που χρειάζονται δεξιότητες για να ξαναμπούν στην αγορά εργασίας, ως υπάλληλοι ή και φτιάχνοντας κάτι δικό τους. Ο εθελοντισμός είναι εδώ κυρίαρχος και μπορεί να υποκαταστήσει την ανεπάρκεια του κράτους σε αυτό τον τομέα.

Μια προσπάθεια που δεν προϋποθέτει κρίσιμη μάζα για να ξεκινήσει
Τα δίκτυα αυτά δεν είναι κλειστά· μπορεί να ξεκινήσουν από ελάχιστους που αλληλοϋποστηρίζονται στοιχειωδώς και στην πορεία να μεγαλώσουν προσελκύοντας κι άλλους, δημιουργώντας ένα πόλο δράσης.
Δεν είναι μορφές πολιτικού ακτιβισμού, αν και η δράση τους είναι εκ του αποτελέσματος πολιτική· δεν έχουν πολιτική στόχευση αλλά επεμβαίνουν στην οργάνωση της παραγωγής, της καθημερινότητας, της ζωής των συμμετεχόντων σε αυτά, και ωφελούν περισσότερους.
Τα δίκτυα δεν έχουν συγκεκριμένη σύνθεση και μπορεί να είναι ασύμβατα ή επάλληλα· άλλοι μπορεί να συμμετέχουν σε ένα δίκτυο που ανταλλάσσει πληροφορίες για μια καλλιέργεια, άλλοι σε ένα δίκτυο που κάνει συμβουλευτική σε όποιον προσπαθεί να επιδοτηθεί ή να εξαγάγει την παραγωγή του, άλλοι σε μια προσπάθεια για την απομάκρυνση μιας κεραίας κινητής τηλεφωνίας κοκ. Και στα παραδείγματα αυτά μπορεί κάποιοι να συνυπάρχουν σε ένα δίκτυο και σε άλλο όχι.
Χαρακτηριστικό εδώ είναι ο εθελοντισμός και η επέμβασή του σε τομείς της εκδήλωσης της παραγωγικής και όχι μόνο δραστηριότητας. Η διάθεση των εμπλεκομένων να συνεισφέρουν με τις επί μέρους γνώσεις, δυνάμεις, δράση και εμπειρίες τους και να τις μοιραστούν με αυτούς που τις χρειάζονται (ή και την κοινωνία, τοπική ή ευρύτερη) με αμοιβαίο συνήθως όφελος. Μπορεί να είναι άνθρωποι που ήδη έχουν παρόμοια εμπειρία, που κατέχουν τη διαδικασία. Το βασικό είναι να υπάρχουν κάποιοι που γνωρίζουν και θέλουν να μοιραστούν κάποια γνώση που έχουν, και κάποιοι που έχουν ένα όραμα και χρειάζονται γνώση ή/και κινητοποίηση για να το υλοποιήσουν και τη διάθεση για συλλογική δράση.
Τα δίκτυα μπορούν να είναι άτυπα ή να έχουν κάποια μορφή· Μπορεί να επιτελούν τη λειτουργία τους με μερικά τηλεφωνήματα ή συναντήσεις σε καφενεία, να λαμβάνουν θεσμικές μορφές όπως ομάδα παραγωγών, εταιρεία, να είναι ανεπίσημες, όπως συνιδιοκτησία στην πράξη υλικών κι εξοπλισμού που στα χαρτιά φαίνεται να ανήκει σε έναν, ομάδα σε κοινωνικά δίκτυα που συνεννοείται για θέματα κοινού ενδιαφέροντος κλπ.

This image has an empty alt attribute; its file name is images3.jpg

Τα δίκτυα ως μέσα άσκησης υψηλής πολιτικής στην πράξη
Τα δίκτυα δεν έχουν προκαθορισμένους στόχους ή συγκεκριμένα στοχευμένη αποτελεσματικότητα· το καθένα δραστηριοποιείται εκεί που κρίνει πως υπάρχει ανάγκη, ανάλογα με την διαθεσιμότητα των εμπλεκομένων, και επεκτείνεται μέχρι εκεί που το επιτρέπουν οι υποκειμενικές του δυνατότητες και οι αντικειμενικές συνθήκες. Για παράδειγμα, δε μπορεί να χορηγήσει άδειες εξαγωγής προϊόντων, αφού η διαδικασία τούτη αποτελεί κρατικό προνόμιο, αλλά μπορεί συμβουλευτικά να βοηθήσει τους ενδιαφερόμενους να ετοιμάσουν ένα πλήρη φάκελο που θα επιτρέψει την απρόσκοπτη και ταχεία διεκπεραίωση της σχετικής διαδικασίας. Δε θα ασκήσει αμυντική ή εξωτερική πολιτική αλλά θα μαζέψει χρήματα για την αγορά αμυντικών συστημάτων. Θα μπορεί να βοηθήσει μη εξοικειωμένους με τη γραφειοκρατία παραγωγούς ή τεχνίτες να εκμεταλλευτούν τις δυνατότητες απόκτησης εξοπλισμού μέσω προγραμμάτων, στη βάση εθελοντικής πλατφόρμας αλληλοενημέρωσης. Και οι ίδιοι θα μπορούν να αποφασίσουν να χρησιμοποιούν από κοινού τον εξοπλισμό αυτόν, εκ περιτροπής, ανάλογα με τις ανάγκες μιας μικρής εκμετάλλευσης, της οποίας ο κύκλος εργασιών δε θα δικαιολογούσε πιθανόν την απόκτηση και πλήρη χρήση και απόσβεση ενός εξοπλισμού προορισμένου να εξυπηρετήσει μόνο την ίδια.
Η λειτουργία και ο ρόλος των δικτύων μπορεί να ποικίλει λοιπόν, ανάλογα τις ανάγκες που προορίζονται να καλύψουν. Από μια μικρή παρέα σε τοπικό επίπεδο μέχρι πολυπλόκαμα σχήματα συνεργασίας και δράσης σε περισσότερα επίπεδα, από την παραγωγή μέχρι την κοινωνική παρέμβαση. Η λειτουργία τους είναι πάντα όμως μια προβολή κρατικής λειτουργίας, τί θα κάναμε εμείς αν ήμασταν το κράτος και βέβαια η εμπειρία αυτή θα εφαρμοστεί όταν το αλώσουμε. Αλλά ήδη, και δίχως να το καταλάβομε, θα το έχομε υποκαταστήσει σε μεγάλο βαθμό, θα έχομε μειώσει την εξάρτησή μας από αυτό στα απολύτως απαραίτητα.
Τα δίκτυα μπορούν ακόμα να αποτελέσουν το όχημα για την άσκηση ουσιαστικής πολιτικής σε θέματα που αποτελούν κεντρικούς στόχους μιας εναλλακτικής προσέγγισης. Για παράδειγμα, μια πολιτική παραγωγικής ανασυγκρότησης, λειτουργεί ενάντια στην παρασιτική δομή της ελληνικής οικονομίας. Αυτή, πέρα από επί μέρους προσπάθειες στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα, πρέπει να αντιμετωπίσει και το ζήτημα της χρηματοδότησης των προσπαθειών αυτών. Εδώ τα δίκτυα θα μπορούσαν να ασκήσουν πολιτική μέσα από μια λαϊκής βάσης εταιρεία μικροχρηματοδοτήσεων, το θεσμικό πλαίσιο για την οποία ήδη υπάρχει. Μια τέτοια συλλογική προσπάθεια, θα έδιδε συγκεκριμένη κατεύθυνση στη χρηματοδότηση αποκλειστικά παραγωγικών δραστηριοτήτων. Εδώ, τα μικρά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας βρίσκουν δικαίωση και στήριγμα.

Υποκατάσταση του κράτους
Από τη στιγμή που δύο άνθρωποι αρχίζουν να συνεννοούνται προς αυτή την κατεύθυνση, δημιουργείται μια δομή που προχωράει, παράλληλα κι ανεξάρτητα από τις κρατικές διαδικασίες. Μέσα από λάθη κι εμπειρίες, χτίζει ένα μηχανισμό, που όσο πληθαίνει η ομάδα τόσο εξαπλώνεται. Φτιάχνει στο δικό του επίπεδο και μέτρα μιαν άλλη δομή, που λειτουργεί ανεξάρτητα από το κράτος, αφού αυτά που θα ζητούσε από εκείνο τα δημιουργεί η ίδια, οι άνθρωποι που την αποτελούν.
Όσο βαθαίνει η λειτουργία αυτή, τόσο εμπεδώνεται η αυτονομία της ως μηχανισμού κι επιτυγχάνεται η απαγκίστρωσή της από το κράτος. Μέχρι ένα όριο βέβαια, όπως εκτέθηκε ήδη παραπάνω, αλλά το κέρδος εδώ είναι διπλό: Αφενός η μέγιστη δυνατή απεξάρτηση από το κράτος, αφετέρου η προσομοίωση της λειτουργίας του, η τριβή με διοικητικές και γραφειοκρατικές διαδικασίες από την πλευρά που συνήθως τις υφίσταται, έτσι ώστε να τις περιορίζει στις απολύτως απαραίτητες με γνώμονα τη διευκόλυνση της ζωής του πολίτη.
Έτσι όμως, αποκτά το λαϊκό σώμα, μέσα από αυτή τη διαδικασία, εμπειρία λειτουργίας κράτους· καταλαβαίνει πώς πρέπει να λειτουργεί, τί χρειάζεται, διαμορφώνει άποψη για το τί χρειάζεται και τί όχι, πώς θα γίνει αποτελεσματικότερο, πώς θα τον εξυπηρετεί. Μπορεί να ζητά λιγότερη ή περισσότερη εμπλοκή του κράτους ανάλογα το αντικείμενο και τις διαθέσεις των μελών του δικτύου. Αλλά ξέρει ανά πάσα στιγμή πως έχει κάτι δικό του, σάρκα από τη σάρκα του, που υπηρετεί τις ανάγκες τις δικές του, όχι κάποιες άλλες.
Τέτοια λειτουργία αποδυναμώνει σταδιακά την κυριαρχία του κράτους στη ζωή του λαού, την περιορίζει στα απολύτως απαραίτητα. Κι όταν η κοινωνία αλώσει το κράτος, όταν πετύχει την πολιτική του εξουσίαση, αυτό θα προβάλει μικρότερη αντίσταση όταν οι μηχανισμοί του είναι αποδυναμωμένοι, όταν οι καταστάσεις μπορούν να προχωρήσουν και δίχως αυτό. Συγχρόνως, διαδικασίες ήδη δοκιμασμένες κι εμπεδωμένες, θα μπορούν να συνεχίσουν τη λειτουργία τους θεσμικά πια, ελέγχοντας, συμπληρώνοντας ή και αντικαθιστώντας τη γραφειοκρατία του κράτους.
Ένα παράδειγμα μπορεί να μας δώσει ο πρωτογενής τομέας: Παραγωγοί που θα θέλουν να καλλιεργήσουν, να τυποποιήσουν και να εξαγάγουν το προϊόν τους, θα συναντήσουν δυσκολίες ο καθένας μόνος του σε αυτή την προσπάθεια. Αλλά αν έχουν μια συνεννόηση μεταξύ τους, μπορούν να έχουν συνέργειες σε διάφορα κλιμακούμενα επίπεδα, όπως έχουν ανωτέρω περιγραφεί, και που είναι στοιχεία που μπορούν να ανεβάσουν την αποτελεσματικότητα της προσπάθειας. Αυτό δημιουργεί παράπλευρες συνέργειες, πχ την κατάκτηση γνώσης και τη δημιουργία ενός πόλου που θα λειτουργεί σαν παράδειγμα και στους υπόλοιπους.
Σε πρώτη φάση, αυτό θα φαντάζει αναποτελεσματικό καθώς πολύ λίγοι θα εμπλέκονται, όμως η σταδιακή επέκταση του δικτύου και η τεχνογνωσία που θα αποκτάται, αρχικά σε αργό ρυθμό και στη συνέχεια εκθετικά, θα διαμορφώσει καταστάσεις όπου θα δημιουργούνται και θα λειτουργούν δομές από τα κάτω. Αυτό από μόνο του, πέρα από το τί θα επιτυγχάνει, θα είναι σημαντικό, γιατί δρομολογείται μια διαδικασία, η οποία διαμορφώνει και αντικαθιστά στο βαθμό του εφικτού μια λειτουργία που κανονικά θα έκανε το κράτος. Κι αυτό δημιουργείται από τα κάτω, καταλήγοντας σε παράλληλες δομές που επικαλύπτουν τη δράση του κράτους και το υποκαθιστούν. Σε ένα αρχικά περιορισμένο επίπεδο, που όσο συμμετέχουν περισσότεροι σ’ αυτό τόσο πιο αποτελεσματικό γίνεται, δημιουργείται μια παράλληλη σκιώδης λειτουργία, αποκομίζεται εμπειρία· η κοινωνία αυτοοργανώνεται όχι σε επίπεδο διεκδίκησης από την εξουσία, αλλά γίνεται εξουσία η ίδια, μέχρι εκεί που φτάνει το οργανωτικό της χέρι. Δοκιμάζονται μέθοδοι δράσης που στοχεύουν σε αποτέλεσμα απτό, σε υλοποίηση στόχων, στο να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας.
Σίγουρα το κείμενο δεν ανακαλύπτει τον τροχό· τέτοιες προσπάθειες γίνονται, ίσως μη συνειδητοποιώντας πως μπορούν να ενταχθούν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, όπως αυτό που περιγράφεται. Η ανάγκη να διασυνδεθούν αυτές οι επί μέρους προσπάθειες είναι ένα ζητούμενο. Κι άλλο ένα είναι να πληθύνουν, να καλύψουν περισσότερο κόσμο, περισσότερες εκφάνσεις της δραστηριότητάς του, περισσότερους τομείς. Πρόκειται για μιαν αλληλοτροφοδοτούμενη ανοδική ενάρετη σπείρα, από την εκκίνηση και επιτάχυνση της οποίας μπορούμε μόνο θετικά να περιμένομε…

8 Μαρτίου, 2021 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , | Σχολιάστε

ΤΟΥΡΚΙΑ: ΔΥΟ ΒΗΜΑΤΑ ΠΙΣΩ Η ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΜΠΡΟΣΤΑ;

Η ελληνική πολιτική φαίνεται επιτέλους να έχει συνειδητοποιήσει ότι ο κατευνασμός ως μέσο αντιμετώπισης της Τουρκίας έχει αποτύχει· αυτό, δυστυχώς, δεν οφείλεται στην οξυδέρκεια του πολιτικού μας προσωπικού…

Η απότομη προσγείωση των ελίτ της πατρίδας μας στην πραγματικότητα, αποτελεί συνέπεια της επιθετικής πολιτικής του Ερντογάν, που, πέραν των διαχρονικών τουρκικών προθέσεων και αναβάθμισης της γείτονος, μπόρεσε να εκδηλωθεί και λόγω της εγκατάλειψης της άμυνας της χώρας, της διπλωματικής της οπισθοχώρησης σε όλα τα πεδία και της απαξίωσής της γενικά μέσα από πολιτικές εξάρτησης και άρνησης άσκησης πολιτικής με βάση τα συμφέροντά της.

Η πρόσκρουση της κυβέρνησης στην πραγματικότητα του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου επήλθε μόνο επειδή δε μπορούσε πλέον να παριστάνει πως δε βλέπει τί γίνεται. Οι προηγούμενες νόμιζαν πως είχαν αυτή την πολυτέλεια, και απλά προετοίμασαν την αποσάθρωση του εδάφους στο οποίο βρέθηκε η σημερινή, και το οποίο υποχωρεί κάτω από τα πόδια της, συμπαρασύροντας και όλο το λαό.

Δε θα επαναλάβομε εδώ αναλύσεις που έχουν ήδη καλύψει το θέμα, για την Τουρκική επεκτατικότητα σε όλη τη μεθόριο, χερσαία και θαλάσσια, από την Θράκη μέχρι την πράσινη γραμμή, για την εργαλειοποίηση ενός υπαρκτού ρεύματος οικονομικής μετανάστευσης αλλά και τη δημιουργία εκ του μηδενός τέτοιου με στόχο την αλλοίωση του πληθυσμού της πατρίδας μας. Θα θεωρήσομε επίσης αυτονόητη και δεδομένη τη νεοοθωμανική στάση της Τουρκίας και την επεκτατική της πολιτική σε μια τεράστια ακτίνα γύρω από την επικράτειά της προς όλα τα αζιμούθια. Και θα αποπειραθούμε να διερευνήσομε τρόπους ανάσχεσης της τουρκικής πλημμυρίδας.

Η κατάσταση, ακριβώς επειδή είναι τόσο αρνητική παντού, επιτρέπει και επιβάλλει αντιδράσεις σε πολλαπλά επίπεδα, κάποιες από τις οποίες θα παραθέσομε επιγραμματικά εδώ. Συνοπτικά, ενέργειες πρέπει να αναληφθούν στο εσωτερικό της χώρας, στο εξωτερικό, και στο εσωτερικό της Τουρκίας. Ενέργειες που θα επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα τους συσχετισμούς μεταξύ της χώρας μας και της Τουρκίας.

Στο εσωτερικό πεδίο, είναι σαφές πως η δυσχερής θέση της Ελλάδας έχει πολλαπλές αιτίες με κοινή βάση την παρασιτική δομή της. Η οικονομία είναι παραγωγική αθροιστικά στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα σε ποσοστό κατώτερο του 20% του ΑΕΠ, ενώ οι υπηρεσίες με πρώτο τον τουρισμό κυριαρχούν. Αυτό και μόνο εμποδίζει την υλοποίηση αυτόνομης πολιτικής. Ένα σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης θα έπρεπε να συγκρουστεί με παθογένειες, με τον παρασιτισμό, να στοχεύσει στην τεχνολογική αναβάθμιση και στην επένδυση σε εξοπλισμό. Αυτά θα κληθούν να τα υλοποιήσουν νέοι που όλο και λιγοστεύουν μέσα από μια δημογραφική κατάρρευση που καθιστά ορατή την εξάλειψή μας ως λαού σε μερικά χρόνια. Και θα πρέπει να γίνουν σε έναν κοινωνικό ιστό ασφαλή και ομονοούντα, όχι διαλυμένο από τη λαθρομετανάστευση ούτε απειλούμενο από την τουρκική επέλαση.

Αυτά προϋποθέτουν ένα κράτος με όραμα, που ταυτίζεται με το λαό που διοικεί και δεν τον καταδυναστεύει. Άρα, με μιαν εθνική ιδεολογία απεξάρτησης και συγκρότησης ενός συμπαγούς εσωτερικού μετώπου που θα στοχεύει στη συνέχεια και στην εμπέδωση της παρουσίας του λαού μας στα εσωτερικά και διεθνή δρώμενα.

Η ανάγκη για ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση μπορεί να δέσει και με το στόχο της κατά το δυνατόν αμυντικής αυτονομίας της χώρας. Μέσα από συμπαραγωγές οπλικών συστημάτων, μεταφοράς και δημιουργίας τεχνογνωσίας, επένδυσης στην ψηφιακή τεχνολογία, ανάπτυξης αυτόνομης τεχνολογίας όπου τούτο είναι εφικτό, μεγαλώνουμε την αυτάρκειά μας, εφαρμόζομε τη γνώση αυτή σε όλη την οικονομία, στηριζόμαστε στην επινοητικότητα του έμψυχου δυναμικού μας, δίδουμε όραμα και πίστη για το μέλλον, δημιουργούμε υψηλής ειδίκευσης θέσεις εργασίας και παράγομε πλούτο για το λαό και την πατρίδα.

Και για να υλοποιηθούν αυτά, απαιτείται έμψυχο δυναμικό, το οποίο αυτή τη στιγμή λείπει, είτε γιατί έχει εξωθηθεί στη μετανάστευση είτε λόγω της δημογραφικής κατάρρευσης της χώρας. Η δημιουργία θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης θα φέρει πίσω τους ξενιτεμένους νέους. Και η επανάκτηση οράματος, σε συνδυασμό με συγκεκριμένη δημογραφική πολιτική, θα αντιστρέψει τη μείωση των γεννήσεων. Παράλληλα, η έμφαση στην ειδικευμένη εργασία και η επένδυση σε εξοπλισμό, θα μειώσει και την ανάγκη για ανειδίκευτη μαύρη εργασία· κι αυτό είναι μια παράμετρος, συχνά υποτιμούμενη, που θα μειώσει και την ανάγκη χρησιμοποίησης λαθρομεταναστευτικών πληθυσμών στο επίπεδο της κοινωνίας, παράλληλα με μια σοβαρή πολιτική αποτροπής του φαινομένου, η οποία θα συμβάλει στην αποκατάσταση της συνοχής της κοινωνίας.

Παράλληλα, οφείλει να ελέγξει απολύτως τη δράση της Τουρκίας στη Θράκη και εσχάτως στα Δωδεκάνησα. Η μειονότητα η ίδια καταπιέζεται από το προξενείο με την ανοχή της Ελλάδας, και οφείλει το κράτος να τη στηρίξει. Μια μειονότητα ελεύθερη από την Τουρκική καταπίεση μπορεί να λειτουργήσει και ως γέφυρα προς το μουσουλμανικό κόσμο, ενώ τώρα εμφανίζεται ως καταπιεζόμενη μέσα από την Τουρκική εκμετάλλευση του θέματος με απούσα την Ελλάδα και φιμωμένη ή χειραγωγούμενη τη μειονότητα.

Τα παραπάνω λειτουργούν προς την ενίσχυση της χώρας έναντι της Τουρκίας, άμεσα και έμμεσα, αναβαθμίζοντάς την σε μια σειρά από τομείς. Αυτό είναι απαραίτητο, γιατί ένας οργανισμός πρέπει να είναι συνολικά υγιής για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που του θέτει η πραγματικότητα.

Κι αν στο εσωτερικό πρέπει να ενδυναμωθεί η άμυνα, η παραγωγικότητα, η δημογραφία και η συνοχή του κοινωνικού ιστού, στον εξωτερικό περίγυρο η δουλειά που μας περιμένει δεν είναι λιγότερη: Η χώρα πρέπει να θωρακιστεί απέναντι στις απειλές και να σπάσει την περικύκλωση που επιχειρεί να της επιβάλει η Τουρκία. Καλείται λοιπόν να κινηθεί πολυδιάστατα.

Στην ΕΕ, πρέπει να καταστεί, μαζί με την ιδιαίτερου ειδικού βάρους Γαλλία, κινητήριος δύναμη ενός αντιγερμανικού-αντιτουρκικού πόλου. Η Γαλλία, η Αυστρία, και εσχάτως η Ολλανδία, Σλοβενία, Βέλγιο, Σλοβακία, Ιρλανδία, είναι χώρες που αντιλαμβάνονται τους κινδύνους που η Τουρκία αντιπροσωπεύει και αποτελούν, μαζί με την Ελλάδα και την Κύπρο ένα πυρήνα υπολογίσιμο μέσα στην ΕΕ, που σπάει τη γερμανική μονοκρατορία και έχει την προοπτική να συσπειρώσει κι άλλες χώρες, δυσχεραίνοντας τα σχέδια της Τουρκίας να επιβάλει τετελεσμένα.

Στη Μεσόγειο, πρέπει να εμβαθύνομε τη συμμαχία με τη Γαλλία και να κινηθούμε πιο ενεργά στη σύμπηξη ενός αντιτουρκικού τόξου με εκείνη, την Αίγυπτο, τα Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία, το Ισραήλ, τη Συρία, τη Λιβύη του Χαφτάρ, την Κύπρο. Προοπτικά, θα πρέπει να εκτείνεται το τόξο αυτό μέχρι την Ινδία, την Αρμενία και άλλες χώρες του μουσουλμανικού κόσμου που βρίσκονται σε σύγκρουση με την Τουρκία. Η συμμαχία αυτή θα μπορεί να λάβει πολυεπίπεδα χαρακτηριστικά, από προμήθειες εξοπλισμού μέχρι αμοιβαία συνδρομή σε περίπτωση επίθεσης.

Συγχρόνως, οφείλομε να εγκαταλείψομε τη φοβική στάση μας στο θέμα της ανακήρυξης χωρικών υδάτων στα 12 μίλια. Η ενέργεια αυτή θα λύσει αυτόματα τα ζητήματα κυριαρχίας και εκμετάλλευσης στο Αιγαίο, ακόμα κι αν δεν οριοθετηθεί ΑΟΖ.

ΑΟΖ όμως επιβάλλεται να οριοθετηθεί με την Κύπρο, καθώς οφείλομε να έχομε στην πράξη έναν ενιαίο χώρο με το άλλο ελληνικό κράτος, και να λειτουργούμε εν τοις πράγμασι σαν μια οντότητα. Αυτό επηρεάζει και τις εξοπλιστικές μας επιλογές, οι οποίες θα μπορούν να γίνονται και με τη συνδρομή της Κύπρου. Η οριοθέτηση ΑΟΖ με την Κύπρο και η ολοκλήρωση της οριοθέτησης με την Αίγυπτο, βάζει ταφόπλακα στη Γαλάζια Πατρίδα και καθιστά Ελλάδα και Κύπρο όμορες και την Ανατολική Μεσόγειο λίμνη ειρήνης και συνεργασίας μεταξύ των χωρών της περιοχής.

Στο αμυντικό επίπεδο, η όποια πρόκληση της Τουρκίας θα πρέπει να μη μείνει αναπάντητη· εδώ χρειάζεται να αναθεωρήσομε και τις κόκκινες(;) γραμμές της χώρας, που σε καμιά περίπτωση δε μπορεί να είναι τα 6 μίλια που είδαμε στις πρόσφατες προκλήσεις και που στην πράξη επέτρεψαν στην Τουρκία να αμφισβητήσει την υφαλοκρηπίδα μας και να εφαρμόσει τη γαλάζια πατρίδα. Αποτροπή σημαίνει ότι είμαστε έτοιμοι για σύγκρουση για να προασπίσομε τα δίκαιά μας.

Αναδιατάσσοντας τη χώρα στη διεθνή και περιφερειακή σκακιέρα, η καταγγελία της Συμφωνίας των Πρεσπών και η άσκηση πολιτικής μαλακής ισχύος στα Βαλκάνια, είναι κινήσεις που ξεπλένουν το άγος της προδοσίας της Μακεδονίας και συντελούν στο να λαμβάνεται υπ’ όψη η Ελλάδα στους σχεδιασμούς των γειτονικών και μη χωρών. Η ακηδεμόνευτη στάση της Βουλγαρίας στο θέμα της εισδοχής των Σκοπίων στην ΕΕ, εκτός του ότι μετέθεσε για αργότερα ένα γεγονός που θα μας φέρει σε δύσκολη  θέση, καθώς δεν πρόκειται τα Σκόπια να δείξουν καμιάν αλληλεγγύη στην Ελλάδα και την Κύπρο απέναντι στην Τουρκία, γελοιοποίησε το προδοτικό τόξο των ψηφισάντων αφενός και των μη ψηφισάντων αλλά ήδη ανεχομένων το ξεπούλημα της Μακεδονίας.

Μια σοβαρή βαλκανική πολιτική θα υποχρέωνε και την Αλβανία να συνεργαστεί, θα οριοθετούσε ΑΟΖ και με αυτήν και θα στήριζε τα δικαιώματα του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού.

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, στις διεθνείς σχέσεις μετράει και ο ρεαλισμός του ποιόν υποχρεούνται τα κράτη να λαμβάνουν υπ’ όψη κατά τους σχεδιασμούς τους, είτε είναι φίλος είτε εχθρός. Η Τουρκία το έχει αντιληφθεί αυτό και λειτουργεί προβάλλοντας, πέρα από την ισχύ της, και το μέγεθός της σε τέσσερα επίπεδα: Το πληθυσμιακό, το γεωγραφικό (που αφορά τόσο τη θέση της όσο και την έκτασή της), το υπερεθνικό σε δύο επίπεδα, ως ηγέτιδα δυνητικά δύναμη του τουρκικού από τη μια αλλά και του μουσουλμανικού κόσμου εν γένει από την άλλη.

Αυτή την παράμετρο οφείλει η ελληνική πολιτική να την εξετάσει με μεγάλη προσοχή. Γιατί ένα τέτοιο μέγεθος δίπλα της θα αναγκάζει τους πάντες να το υπολογίζουν. Πρέπει λοιπόν να υπάρξει επεξεργασμένο σχέδιο συρρίκνωσης των μεγεθών αυτών της Τουρκίας κι εκμετάλλευσης των αδυναμιών της. Ήδη, στο χώρο του Ισλάμ, βρίσκεται σε αντίθεση με τις αραβικές μουσουλμανικές χώρες από τις οποίες διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία, ενισχύοντας μάλιστα τον ισλαμισμό και τις εξτρεμιστικές οργανώσεις του.

Σε αυτό το επίπεδο, η συρρίκνωση της Τουρκίας πρέπει να είναι μονόδρομος. Οι προϋποθέσεις υπάρχουν, καθώς οι λαοί στο εσωτερικό της βρίσκονται σε αντιπαράθεση μεταξύ τους, με κυρίαρχη αλλά όχι μόνη αυτήν μεταξύ Κούρδων και Τουρκίας. Οι Αλεβίτες και οι εξισλαμισμένοι πληθυσμοί που διατηρούν τη συνείδηση της καταγωγής τους ακόμα κι αν είναι πια συνειδητοί Μωαμεθανοί, οι μουσουλμανικές μειονότητες που πιέζονται να εκτουρκιστούν, τελούν υπό καθεστώς εν δυνάμει εξέγερσης και αποτελούν βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια της Τουρκίας. Συγχρόνως η αντίθεση μεταξύ κοσμικών-κεμαλικών παραλίων και ερντογανικής-ισλαμικής ενδοχώρας, λειτουργεί παράλληλα με τις άλλες αντιθέσεις και προσθέτει μιαν ακόμα διαίρεση. Έτσι, μια πολιτική αποσταθεροποίησης και δημιουργίας εσωτερικών προβλημάτων στην Τουρκία θα την υποχρεώσει να αφιερώσει δυνάμεις και ενέργεια στο να τα καταστείλει, ενώ η εμφύλια αντιπαράθεση θα αδυνατίσει τη θέση της και θα αναγκάσει τις άλλες χώρες να εκδηλώσουν προτιμήσεις σε κάποιαν από τις αντικρουόμενες δυνάμεις. Ο διαμελισμός θα προβάλει σαν προοπτική όσο εμπεδώνεται μια μονιμότητα σε τέτοιες αντιθέσεις. Κι αυτό θα μειώσει τη σημασία της Τουρκίας τόσο ως αυτόνομου παίχτη, όσο και ως μέρους μιας ευρύτερης συνομάδωσης χωρών. Μια μικρή Τουρκία δε θα μπορεί να διεκδικεί την ηγεσία των Τουρκόφωνων χωρών, όταν πια θα υπάρχουν μεγαλύτερες σε έκταση και πληθυσμό. Ούτε θα μπορεί να εμφανίζεται ως νέο Χαλιφάτο στον κόσμο του Ισλάμ, έστω και στο μη αραβικό.   

Αντιλαμβάνεται κανείς ότι τα παραπάνω είναι εφικτά, απαιτούν όμως αλλαγή αμυντικού δόγματος, δόγματος εξωτερικής πολιτικής και παραγωγικού μοντέλου, κι αυτό δεν το έχει μια πολιτική που όταν είναι με την πλάτη στον τοίχο αναγκάζεται να αντισταθεί κι όταν ο κίνδυνος απομακρύνεται τρέχει σε διερευνητικές. Τα παραπάνω απαιτούν και μια μόχλευση που κανείς αυτή τη στιγμή δεν είναι διατεθειμένος να ασκήσει. Επομένως, η Ελλάδα, είτε αυτόνομα, είτε εντός ευρύτερων σχημάτων που έχουν επάλληλες αν όχι ταυτόσημες στοχεύσεις, οφείλει να διευκολύνει τις διαλυτικές τάσεις στο εσωτερικό της Τουρκίας και να ελέγξει κατά το δυνατόν την έκβασή τους. Κι αν αυτά μοιάζουν ευσεβείς πόθοι όταν αναλογιστούμε την εξαρτημένη φύση και τη φοβική στάση των ελληνικών ελίτ, στην πραγματικότητα θα είναι πολύ εύκολα όταν ο λαός αποφασίσει να πάρει τις τύχες του στα χέρια του και να εκφραστεί μέσα από ένα άλλο πολιτικό προσωπικό, πατριωτικό, δημοκρατικό, κοινοτικό.

Καταλήγομε λοιπόν, από όπου και να πιάσομε το ζήτημα, ότι εμείς (αυτή τη στιγμή δεν) κρατούμε την τύχη μας στα χέρια μας κι ότι αν έχομε πολιτική στόχευση, η αντιμετώπιση της Τουρκίας καθίσταται εφικτή. Αυτό βέβαια έχει και την αντίστροφη ανάγνωση: Όσο παραμένομε ενεργούμενα των Αμερικάνων και των Γερμανών, όσο η πολιτική μας υπαγορεύεται από τις πρεσβείες κι όχι από τη λαϊκή βούληση, τόσο θα βυθιζόμαστε σε μια καθοδική σπείρα υποταγής στην Τουρκία και φινλανδοποίησης της πατρίδας μας μέχρι την εξαφάνισή μας ως διακριτό υποκείμενο στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Κι αν μέχρι πρόσφατα μας έπαιρνε να παριστάνομε πως δεν τρέχει τίποτα, πλέον είτε θα αντιστρέψομε την καθοδική κίνηση προς τον Άδη είτε θα αφεθούμε σ’ αυτό τον κατήφορο προς την καταστροφή…

19 Ιανουαρίου, 2021 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | Σχολιάστε

ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ ΤΟΜΕΑΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ: ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ;

Συνηθίζομε, όταν μιλούμε για πρωτογενή τομέα, να εννοούμε τη γεωργική, κτηνοτροφική, αλιευτική παραγωγή καθεαυτή και να υπολογίζομε την αξία της για τον παραγωγό στην τιμή που το αγοράζει ο χονδρέμπορος. Αυτό είναι κατ’ αρχήν σωστό. Όμως αφενός αποκρύπτει την προστιθέμενη αξία που μπορεί να έχει σε μια τελική μεταποιημένη μορφή, αφετέρου καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει μια τέτοια διαδικασία μεταποίησης στην Ελλάδα στο μέγεθος που θα δικαιολογούσε η παραγόμενη ποσότητα. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε σε άρθρο του το Μάιο 2020 στο αγροτικό περιοδικό Agrenda ο βουλευτής Μ. Λαζαρίδης, o πρωτογενής τομέας ανέρχεται σε 11 δις, ήτοι 5,1% του ΑΕΠ, οι επιδοτήσεις του ανέρχονται σε 2 δις (1% ΑΕΠ) και η μεταποίησή του προϊόντος σε ακόμα 12 δις, δηλαδή 5,2% του ΑΕΠ. Στο ίδιο κείμενο τονίζεται πως τα στοιχεία αυτά είναι διπλάσια του ευρωπαϊκού μέσου όρου αλλά υπολείπονται σημαντικά των αντίστοιχων στοιχείων των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου, που έχουν παρόμοια δομή και προϋποθέσεις με την Ελλάδα.

Αν σκεφτούμε δε ότι το 1970 ο πρωτογενής τομέας ήταν 14% του ΑΕΠ, μπορούμε να δούμε πώς μειώθηκε στη διάρκεια των χρόνων η παραγωγή. Η αύξηση των υπηρεσιών, ιδίως του τουρισμού, δεν επαρκεί για να εξηγήσει τη μείωση αυτή, καθώς παρίσταται η ανάγκη διατροφής περισσότερων ανθρώπων, οπότε μια οικονομία που προσανατολίζεται στην αυτάρκεια θα ζητούσε να καλύψει τέτοιες ανάγκες από την παραγωγή της αυξάνοντάς την. Από την άλλη, από την κρίση και μετά ο πρωτογενής τομέας παρουσίασε αύξηση, αν υπολογίσει κανείς ότι το 2010, έτος έναρξης της κρίσης, η συμβολή του στο ΑΕΠ είχε πέσει στο 4,5% του ΑΕΠ, δηλαδή παρουσίασε αύξηση 0,6%. Βέβαια, αυτό δεν αντανακλά απαραίτητα μιαν ουσιαστική αύξηση, αλλά είναι απόρροια και του ότι παρατηρήθηκε μείωση των υπόλοιπων τομέων της οικονομίας, οπότε το σχετικό μερίδιο της αγροτικής παραγωγής φάνηκε να αυξάνεται σε μια συρρικνωμένη πίτα. Οι ιδιαίτερες συνθήκες της κρίσης οδήγησαν και στην αύξηση του αριθμού αυτών που δηλώνουν κατ’ επάγγελμα αγρότες.

Στον πρωτογενή τομέα έχομε δύο σημεία παθογένειας: Το πρώτο είναι ότι εγκαταλείπεται η παραγωγή, η καλλιέργεια, και τείνει να αντικατασταθεί με εισαγωγές. Το δεύτερο είναι ότι η όποια παραγωγή, προσεγγίζεται στη χύμα εκδοχή της και δεν υπάρχει μια στροφή στην τυποποίηση. Τα δύο λειτουργούν σα φαύλος κύκλος. Η χαμηλή χύμα τιμή καθιστά ασύμφορη την καλλιέργεια (ή την περιορίζει στο ελάχιστο σημείο που θα δικαιολογούσε επιδότηση, η οποία λαμβάνεται συχνά βάσει παραποιημένων μεγεθών και επίσης συχνά δε χρησιμοποιείται για το σκοπό που λαμβάνεται). Η ασύμφορη καλλιέργεια εγκαταλείπεται. Η παραγωγή μειώνεται. Προς κάλυψή της καταφεύγομε στις εισαγωγές, οπότε διογκώνεται το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο ακόμα και σε τομείς που θα μπορούσε η Ελλάδα να πλησιάσει την αυτάρκεια. Αυτό οδηγεί και σε μείωση του πρωτογενούς τομέα, και σε μειωμένη απόδοση στους απασχολούμενους σε αυτόν. Το παρακάτω διάγραμμα δείχνει την απόδοσή του ανά εργαζόμενο ως τη χαμηλότερη διαχρονικά στην Ελληνική οικονομία.

(Πηγή: άρθρο του Περικλή Γκόγα, Αναπληρωτή Καθηγητή Οικονομικής Ανάλυσης και Διεθνών Οικονομικών, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 26/10/2017, δημοσιευμένο στη Huffington Post)

Σημαίνει αυτό πως ο πρωτογενής τομέας είναι μη προσοδοφόρος; Ας δούμε μιαν υπόθεση εργασίας με οδηγό το λάδι στον κατωτέρω πίνακα (από την ιστοσελίδα ypaithros.gr, Έρευνα ελαιόλαδο: Με δυσκολίες αλλά και ευκαιρίες εξελίσσεται η αγορά ελαιοκομικών προϊόντων, Γ. Τσιφόρος, 13.5.2020):

Χώρες προορισμούΑξία (χιλ.ευρώ)Ποσότητα (τόνοι)Μέση τιμή (€/κιλό)
Ιταλία107.81139.9442,70
Γερμανία47.2159.9394,75
ΗΠΑ35.6178.6614,11
Αυστρία13.0672.4995,23
Γαλλία6.6981.3624,92
Καναδάς6.4401.7153,76
Ην. Βασίλειο6.2931.5084,17
Ελβετία5.1258526,02
Κύπρος4.7441.4323,31
Σ. Βέλγιο4.5609354,88
Πολωνία3.9767325,43
Ιαπωνία3.6476955,25
Αυστραλία3.3759293,63
Ολλανδία2.6775345,01
Τσεχία2.3675084,56
Σουηδία2.3565364,40
Ισπανία2.0286513,12
Ουκρανία1.9643795,18
Ην. Αρ. Εμιράτα1.9494953,94
Νορβηγία1.8913096,12
Λοιπές26.6325.3894,52
Σύνολο290.43280.5043,61

Από παραγωγή 80.000 τόνων εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου που εξήχθη το 2019, εξαγάγαμε στην Ιταλία χύμα το μισό, ήτοι 40.000 τόνους, σε τιμή 2,70€/λίτρο. Αν το 2,70 είναι η τιμή που εισπράττει ο χονδρέμπορος, ο παραγωγός εισέπραξε ακόμα λιγότερο. Δυστυχώς, η συζήτηση για το λάδι σε επίπεδο παραγωγών γίνεται στο επίπεδο αυτών των τιμών, κι αν ξεπεράσει τα 2,50€ ο παραγωγός είναι ευχαριστημένος, πράγμα που δείχνει πόσο χαμηλά έχει τεθεί ο πήχυς. Το παράδειγμα της Ιταλίας θα μας δείξει έναν άλλο δρόμο. Η Ιταλία είναι η μεγαλύτερη εξαγωγός χώρα ελαιολάδου στον κόσμο. Συγχρόνως είναι και η μεγαλύτερη εισαγωγός, δηλαδή η παραγωγή της δεν αρκεί για να καλύψει την πελατεία της και εισάγει από τρίτες ελαιοπαραγωγούς χώρες προϊόν, το οποίο τυποποιεί και πωλεί σαν ιταλικό. Οι τιμές εκεί ξεπερνούν σταθερά τα 12$/λίτρο, φτάνοντας και πάνω από τα 64$/λίτρο (ενδεικτικά https://www.olioandolive.com/italian_extra_virgin_olive_oil_s/1826.htm, https://www.insicilia.com/en/171-sale-italian-extra-virgin-olive-oil). Σ’ αυτή την υπεραξία συντελούν μια σειρά κλάδοι, καθώς η τυποποίηση ανεβάζει θεαματικά την αξία του προϊόντος, την οποία καρπώνεται η χώρα που τυποποιεί κι όχι η παραγωγός, αποτελεί όμως παράδειγμα του τί πρέπει να γίνει στη χώρα μας. Την υπεραξία δημιουργούν και μοιράζονται μια σειρά επαγγελματίες που εμπλέκονται στην αλυσίδα αυτήν, όπως ο γραφίστας που θα φτιάξει το λογότυπο, ο κατασκευαστής της φιάλης ή άλλης συσκευασίας, ο εμφιαλωτής, ο ετικετάς που θα κολλήσει τη γραφική παράσταση και τα διατροφικά στοιχεία στη συσκευασία, ο διαφημιστής κλπ και απομένει ένα σημαντικό περιθώριο κέρδους για τον παραγωγό που τυποποιεί. Δεν αποτελεί προϋπόθεση για μια χώρα που τυποποιεί/μεταποιεί να είναι και παραγωγός, κι αυτό μπορούμε να το αποτιμήσουμε επαρκώς αν σκεφτούμε πόσες φυτείες κακάο υπάρχουν στην Ελβετία ή το Βέλγιο, τις κατεξοχήν χώρες που ελέγχουν την αγορά της σοκολάτας παγκοσμίως!

Ο μονόδρομος λοιπόν για την αγροτική παραγωγή είναι να ελέγξουν οι παραγωγοί την τυποποίηση/μεταποίηση και διάθεση του προϊόντος τους. Το θέμα της τυποποίησης δεν απαιτεί να έχει κάποιος αντίστοιχη εγκατάσταση, που πιθανόν να μη δικαιολογείται από μια μικρή σε ατομικό επίπεδο παραγωγή. Μπορούν βέβαια περισσότεροι, ως συνεταιρισμός ή ως ομάδα παραγωγών να αποκτήσουν εφόσον τα αθροιστικά τους μεγέθη το επιτρέπουν. Μπορεί όμως κάποιος και μόνος του να απευθυνθεί σε τυποποιητήριο τρίτου που θα αναλάβει εργολαβικά την τυποποίηση, με τον παραγωγό να εισφέρει το προϊόν και ενίοτε τον περιέκτη και τον εργολάβο να αναλαμβάνει την πλήρωση του περιέκτη και ενίοτε την επίθεση των ετικετών κλπ.

Το θέμα της διάθεσης είναι υπαρκτό. Όμως μπορούν να ανοίξουν αγορές και με τη διάθεση στους ξένους επισκέπτες της Ελλάδας, οι οποίοι θα συναντήσουν το τυποποιημένο προϊόν εδώ και θα το διαφημίσουν στην πατρίδα τους, και με το άνοιγμα αγορών του εξωτερικού. Το ελληνικό προϊόν του πρωτογενούς τομέα δεν είναι φτηνό και δε μπορεί να ανταγωνιστεί τα φτηνότερα προϊόντα άλλων χωρών, όμως δεν είναι αυτοί οι ανταγωνιστές μας ούτε στοχεύομε στο ίδιο καταναλωτικό κοινό. Τα ελληνικά προϊόντα, πρέπει να εισέρχονται σε νέες αγορές ως πρώτης ποιότητας (premium, delicatessen) και να απευθύνονται σε ένα κοινό που να είναι συνειδητοποιημένο και να διατίθεται να ξοδέψει περισσότερα για μια ποιοτική διατροφή. Υπάρχει πάντα η επιφύλαξη ότι δεν έχουμε τις ποσότητες εκείνες που θα κάλυπταν την ξένη αγορά, ιδίως Κίνα και Ινδία. Όμως δε θα πρέπει να σκεφτόμαστε πως στόχος είναι η κάλυψη ολόκληρης της αγοράς αυτών των χωρών, αλλά ένα μέρος τους μικρό ποσοστιαία αλλά και πάλι ικανό να απορροφήσει την ακριβή και ποιοτικά υπέρτερη παραγωγή μας.

Εδώ βέβαια απαιτείται να υπάρχει μια στήριξη από το κράτος. Υπάρχουν οι εμπορικοί ακόλουθοι στις πρεσβείες μας και το Enterprise Greece, ο πρώην Οργανισμός Προώθησης Εξαγωγών. Υπάρχουν και τα επιμελητήρια που υποδεικνύουν ευκαιρίες για συνεργασία με ξένους οίκους που φτάνουν σε αυτά. Απαιτείται όμως κάτι παραπάνω και από πλευράς Πολιτείας και από πλευράς παραγωγών.

Η Πολιτεία θα πρέπει να μπορεί να προσφέρει μιαν υποδομή με μηδενική γραφειοκρατία και παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών και καθοδήγησης για τον παραγωγό που θέλει να τυποποιήσει, μεταποιήσει, εξαγάγει τα προϊόντα του. Θα πρέπει επίσης να υπάρξει μια συντονισμένη δραστηριότητα που θα καταγράψει μια σειρά από προϊόντα δεκτικά κατοχύρωσης ως ΠΓΕ (Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη), ΠΟΠ (Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης), ΓΕ (Γεωγραφική Ένδειξη για αλκοολούχα), ΕΠΠΕ (Ειδικά Παραδοσιακά Προϊόντα Εγγυημένα) κλπ. Αυτό από μόνο του κινητοποιεί μια διαδικασία που περιλαμβάνει μεγάλο φάσμα εμπλεκομένων: Την τοπική αυτοδιοίκηση, τις υπηρεσίες του Υπουργείου, τα πανεπιστήμια που θα κληθούν να κάμουν έρευνα ώστε να στοιχειοθετηθεί η κατοχύρωση, τις τοπικές ενώσεις, συνεταιρισμούς και μεμονωμένους παραγωγούς στις εκμεταλλεύσεις και προϊόντα των οποίων θα διενεργηθούν οι έρευνες. Δηλαδή συνδέεται η παραγωγή με τα ΑΕΙ, κινητοποιείται ο διοικητικός μηχανισμός και δημιουργείται ένα υπόστρωμα που προσθέτει αξία στο παραγόμενο προϊόν. Αυτό με τη σειρά του δημιουργεί κίνητρο στον παραγωγό να ασχοληθεί, και οδηγεί σε αύξηση της παραγωγής, του κέρδους του, και μπορεί να αντιστρέψει τη φθίνουσα πορεία της παραγωγικότητας στον πρωτογενή τομέα, να αυξήσει το μερίδιό του στο ΑΕΠ και να αυξήσει και τις συνέργειές του με το δευτερογενή τομέα ώστε και αθροιστικά να κερδίσουν μερίδιο στο ΑΕΠ.

Κι εδώ θα πρέπει να γίνει συνείδηση πως η αξιοποίηση της ψηφιακής τεχνολογίας (από καλλιεργητικές εφαρμογές μέχρι ηλεκτρονικό κατάστημα) και η τυποποίηση είναι μονόδρομος για τον παραγωγό.  Απαιτεί κόπο στο στήσιμό της αλλά εάν υποστεί κάποιος τη βάσανο της διαδικασίας αυτής μια φορά, θα την έχει δρομολογήσει σε μόνιμη βάση. Όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν πρόκειται για απλή διαδικασία. Εμπλέκονται οι προαναφερθείσες ειδικότητες κι άλλες ακόμα, τις οποίους πρέπει να συντονίσει ο παραγωγός ή η ομάδα/ένωση/συνεταιρισμός που προχωρά στην τυποποίηση. Σε περίπτωση μεταποίησης, δηλαδή στη δημιουργία νέου προϊόντος του διατροφικού, φαρμακευτικού, κοσμετολογικού κλπ τομέα που θα έχει σα βάση το παραγόμενο προϊόν, περαιτέρω ειδικότητες και φορείς εμπλέκονται, όπως κέντρα ερευνών (ΑΕΙ, Ιδρύματα, εργαστήρια). Φορείς αδειοδοτήσεων χρειάζεται να εμπλακούν από την πλευρά της διοίκησης, δημιουργώντας μια κατάσταση που απαιτεί χρόνο και έξοδα, αλλά και προσωπική ενασχόληση.

Ένας ακόμα ανασταλτικός παράγοντας σε μια τέτοια προσπάθεια, είναι σε αρκετές περιπτώσεις ο ίδιος ο παραγωγός. Ακόμα κι αν έχει ξεπεράσει το στάδιο των επιδοτήσεων ως αυτοσκοπό και τις εντάσσει σε ένα παραγωγικό σχέδιο, έχει συνηθίσει να συναλλάσσεται με το χονδρέμπορο σε βάση χύμα διάθεσης της παραγωγής. Πολλές φορές δεν είναι εξοικειωμένος με το όλο φάσμα των εργασιών που απαιτούνται μέχρι να φτάσει στην τυποποίηση και αποθαρρύνεται είτε στην αρχή, είτε στην πορεία. Βρίσκεται σε μιαν αδράνεια που προκαλεί μια παγιωμένη κατάσταση και τον ξεβολεύει να βγει από αυτήν, ακόμα και αν τα κίνητρα υπάρχουν. Και να ενδιαφέρεται θεωρητικά, όταν έρθει η ώρα της πράξης διστάζει να προχωρήσει. Εδώ θα πρέπει να υπάρξει συνειδητοποίηση, βούληση και ενίοτε συντονισμένη δράση με άλλους παραγωγούς. Και αυτό όμως δημιουργεί επιφυλάξεις, καθώς πέραν ορισμένων φωτεινών εξαιρέσεων, η συλλογική δράση έχει αποκτήσει κακό όνομα, λόγω των αποτυχιών πολλών συνεταιρισμών, ενώ και η συνεννόηση μεταξύ περισσότερων προσκρούει σε εγωισμούς και προσωπικές θεωρήσεις και επιδιώξεις που δε μπορούν να εναρμονιστούν με μια κοινή πορεία.

Σε όλα αυτά δεν υπάρχουν μαγικά ραβδιά που θα μεταμορφώσουν τη Διοίκηση σε αποτελεσματική, οραματική και φιλική στον πολίτη και τους παραγωγούς σε επιχειρηματίες και συνεταιριστές. Χρειάζεται από κάπου να αρχίσει κανείς, κι αυτό θα είναι από μεμονωμένες περιπτώσεις με όραμα και σχέδιο, που θα έχουν άποψη για το πώς θέλουν να κινηθούν και θα μπορέσουν να υλοποιήσουν τα σχέδιά τους με την απαραίτητη υπομονή και επιμονή. Στην πορεία θα αποκτήσουν τις γνώσεις και με τα λάθη που θα κάμουν θα καταλήξουν στο πώς θα διαμορφωθεί η προσπάθειά τους και το τελικό προϊόν. Κι αν μπορούν να συνεννοηθούν με κάποιους ακόμα, μπορούν να φτιάξουν κάτι πιο μεγάλο, κατά προτίμηση σιγά σιγά, με μετρημένα βήματα που το επόμενο θα προέρχεται από τη σταθερότητα και αποδοτικότητα του προηγούμενου. Μια άλλη προσέγγιση θα ήταν βέβαια να πάνε κατευθείαν σε κάτι μεγάλο, πχ Ομάδα παραγωγών ή Συνεταιρισμό, όμως η εμπειρία έχει δείξει πως κάτι που ξεκινά με υψηλούς στόχους αλλά δίχως να έχουν δοκιμαστεί στην πράξη οι σχέσεις και οι συμπεριφορές, αποδυναμώνεται στην πορεία όταν αυτά εκδηλώνονται. Ίσως μια σταδιακή αναβάθμιση της συνεργασίας βάσει των θετικών αποτελεσμάτων του προηγούμενου σταδίου να είναι πιο συμβατή στη νοοτροπία του Έλληνα παραγωγού.

Χρειάζεται ακόμα, μια συλλογική δράση που θα υποκαταστήσει τον αργό και εχθρικό κρατικό μηχανισμό, μέχρι εκεί που είναι αυτό αντικειμενικά αλλά και υποκειμενικά εφικτό. Η δημιουργία ενός δικτύου αλληλοενημέρωσης για κάποια θέματα πχ τυποποίηση, εξαγωγές κλπ μπορεί να υποκαταστήσει την έλλειψη επαρκούς συμβουλευτικής από το κράτος και να δημιουργήσει συνέργειες. Σε πρώτη φάση αυτό θα φαντάζει αναποτελεσματικό καθώς πολύ λίγοι θα εμπλέκονται, όμως η σταδιακή επέκταση του δικτύου και η τεχνογνωσία που θα αποκτάται, αρχικά σε αργό ρυθμό και στη συνέχεια εκθετικά, θα διευκολύνει την πρόσβαση περισσότερων στην αγορά. Η Ελληνική ιδιαιτερότητα του κατακερματισμού του κλήρου και των πολλών μικρών εκμεταλλεύσεων, που καταγράφεται σαν αρνητικό στοιχείο και στην έκθεση Πισσαρίδη, μπορεί εδώ να αντισταθμίσει, μέσα από τις συνέργειες που θα αναπτυχθούν, το μειονέκτημα που της αποδίδεται λόγω αδυναμίας οικονομιών κλίμακος. Και βέβαια οι συνέργειες δεν περιορίζονται στο δίκτυο που προαναφέρθηκε, μπορούν να εξελιχθούν σε συνεργασίες είτε ομοειδών προϊόντων, πχ παραγωγός που δε μπορεί να καλύψει έναν πελάτη να συμπληρώσει ποσότητα μέσω άλλου παραγωγού, είτε ετεροειδών, πχ παραγωγός που έχει πελάτη που αναζητά κι άλλα προϊόντα να υποδείξει τέτοιους παραγωγούς κλπ. Συνέργειες μεταξύ τομέων του πρωτογενούς τομέα μπορούν να λάβουν χώρα ιδίως σε περιπτώσεις μικρού κλήρου, πχ η βόσκηση ζώων σε δενδρώδη καλλιέργεια, όπου τα ζώα βρίσκουν τροφή και συγχρόνως καθαρίζουν το χωράφι από τα χόρτα που φυτρώνουν και το λιπαίνουν με τη κοπριά τους, η απομάκρυνση κοπριάς από υπόστεγο/στάβλο και η εναπόθεσή της σε καλλιέργεια κλπ.

Οι συνέργειες μπορεί να σημαίνουν από κοινού αγορά και εκ περιτροπής χρήση μηχανημάτων που θα ήταν ασύμφορο να αγοράσει καθένας μόνος του. Ξεκινώντας από μικρές ομάδες, και με απαραίτητη προϋπόθεση το σεβασμό και την υπευθυνότητα στη χρήση των μηχανημάτων, μπορεί αυτή η κατάσταση να μεγαλώσει μέχρι την κοινή πια επιχειρηματική δράση. Αλλά κι αν δε φτάσει μέχρι εκεί, πάλι κέρδος θα είναι να φτάσομε σε ένα επίπεδο συνεργασίας μέχρι εκεί που το επιτρέπει η διάθεση και οι στόχοι του καθενός, δίχως δυσαρέσκειες αν τυχόν δεν πάει παραπέρα η σχέση. Μέχρι εκεί που μπορεί θα πρέπει να προχωρά ο καθένας.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στις επιδοτήσεις. Στην Ελλάδα υπάρχει μια στρεβλή χρήση τους, καθώς πολλές βασίζονται σε αναληθή στοιχεία και δε χρησιμοποιούνται για το σκοπό που λαμβάνονται. Επιπλέον, αποφασίζει να ξεκινήσει κάποιος μιαν εκμετάλλευση όχι γιατί είναι αυτή βιώσιμη αλλά γιατί επιδοτείται. Αυτό σημαίνει πως η εκμετάλλευση δε θα προχωρήσει, καθώς συντηρείται στο όριο της επιβίωσής της για να δικαιολογεί την επιδότηση δίχως κάποιο ενδιαφέρον από τον παραγωγό, ενώ θα εγκαταλειφθεί μόλις η επιδότηση σταματήσει. Τούτο συντελεί στη μείωση της παραγωγής. Η πορεία θα πρέπει να είναι αντίστροφη: μια εκμετάλλευση θα πρέπει να ξεκινά εφόσον ο παραγωγός θεωρεί ότι μπορεί να αποδώσει από μόνη της. Εκεί μπορεί να συνδυάσει επιδοτήσεις στοχευμένα που δίδουν πρόσθετη αξία στο προϊόν, που διευκολύνουν την προσπάθεια του παραγωγού, που τον βοηθούν να περάσει και στην τυποποίηση/μεταποίηση. Κι επειδή με τον τρόπο χρήσης τους, οι επιδοτήσεις έχουν βγάλει κακό όνομα, θα πρέπει αυτό να το αντιστρέψομε και να τις δούμε σα μοχλό διευκόλυνσης της προσπάθειάς μας. Αυτό σημαίνει επίσης και συγκεκριμένη πολιτική κεντρικά, ιδίως όταν δίδονται κίνητρα για την εγκατάλειψη κάποιας δραστηριότητας. Θα πρέπει σε τοπικό επίπεδο να κρίνουν οι παραγωγοί εάν όντως πρέπει να αλλάξουν δραστηριότητα με βάση τη δική τους πραγματικότητα κι όχι τις επιταγές του κράτους ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Από την άλλη η Πολιτεία οφείλει να έχει κεντρικό σχέδιο για τον πρωτογενή τομέα, που θα εστιάζει στην εφικτή αυτάρκεια και στην εξωστρέφεια. Θα πρέπει να εντοπίσει πού δεν επαρκεί η παραγωγή μας και να στοχεύσει να καλύψει το κενό. Αυτό, στο βαθμό που μειώνει τις εισαγωγές λειτουργεί ως αντίστροφη εξαγωγή και βελτιώνει το εμπορικό ισοζύγιο. Σε προϊόντα όπου υπάρχει κάλυψη της εσωτερικής ζήτησης (συμπεριλαμβανομένης αυτής που ο τουρισμός προκαλεί), θα πρέπει να υπάρχει στοχευμένο σχέδιο για εξαγωγές και διευκόλυνση των παραγωγών που θα θελήσουν να τις πραγματοποιήσουν. Αντί δηλαδή να ψάχνονται οι παραγωγοί, θα πρέπει να υπάρχει έτοιμος ένας οδικός χάρτης από τη Διοίκηση. Κι αν όχι, αυτό το ρόλο θα πρέπει να παίξουν τα δίκτυα που προαναφέραμε.

Βέβαια, συζητώντας για διατροφική αυτάρκεια, θα πρέπει να προβληματιστούμε πάνω στο διατροφικό πρότυπο που έχομε υιοθετήσει ως κοινωνία, με έμφαση στην υπερκατανάλωση κρέατος. Δε θα πρέπει πχ να επιδιώξομε αυτάρκεια που θα τροφοδοτεί ένα κρεατοκεντρικό μοντέλο διατροφής. Πέραν του θέματος υγείας, μια τέτοια αυτάρκεια θα οδηγούσε σε παραγωγή χαμηλής ποιότητας κρέατος, με κτηνοτροφία σταβλισμένη και βασισμένη στις ζωοτροφές. Η στροφή στη μεσογειακή διατροφή, όπως αυτή έχει μελετηθεί και τεκμηριωθεί σε μεσογειακές χώρες, μεταξύ των οποίων και στην πατρίδα μας (και που, παρεμπιπτόντως, σχεδόν κανείς δεν ακολουθεί πια στην Ελλάδα), θα σημάνει πέρα από τη βελτίωση των δεικτών υγείας και μείωση των εισαγωγών κρέατος.

This image has an empty alt attribute; its file name is foto-2-543x361-1.jpg

Η έμφαση στη βιολογική παραγωγή πρέπει να είναι μεταξύ των προτεραιοτήτων. Εδώ υπάρχει αφενός η δυσπιστία των παραγωγών στο οικονομικό αποτέλεσμα και στις καλλιεργητικές μεθόδους, αφετέρου η ανυπαρξία υποδομών από το κράτος, πχ η έλλειψη βιολογικά πιστοποιημένου σφαγείου για βιολογική κτηνοτροφία σε πολλές περιοχές, και η έλλειψη αντίστοιχα βιολογικά πιστοποιημένου τυροκομείου, οδηγεί στο να πωλείται το βιολογικό κρέας και γάλα ως συμβατικά και με αντίστοιχες τιμές, ενώ οι κτηνοτρόφοι καθίστανται εξαρτώμενοι από τις επιδοτήσεις που δίδονται για βιολογική κτηνοτροφία αφού δεν έχουν τον τρόπο να ολοκληρώσουν μια τέτοιαν εκμετάλλευση, και βέβαια όταν οι επιδότηση λήξει θα απουσιάζει το κίνητρο για βιολογική κτηνοτροφία. Η στροφή στη βιολογική παραγωγή οφείλει να είναι στην πρώτη γραμμή της προσπάθειας της Ελλάδας να διαμορφώσει ένα ισχυρό εμπορικό όνομα διεθνώς, αλλά πρέπει να ενταχθεί σε μια συνολική προσπάθεια και σχέδιο. Και εδώ η βραδύτητα του δημοσίου θα πρέπει να υποκατασταθεί από τη λειτουργία των δικτύων, αλλά μόνο ως προς την προπαρασκευή, καθώς οι αδειοδοτήσεις και η δημιουργία υποδομών σε μεγάλο βαθμό εξαρτώνται από τη Διοίκηση. Εδώ φαίνονται και τα όρια μιας προσπάθειας, καθώς και ότι το κράτος πρέπει να γίνει αρωγός κι όχι εμπόδιο στις προσπάθειες των πολιτών του, να είναι οι πολίτες του.

Ο μικρός κλήρος αποτελεί χαρακτηριστικό του ελληνικού πρωτογενούς τομέα. Αν και χαρακτηρίζεται ως μειονέκτημα στην έκθεση Πισσαρίδη, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί μια πραγματικότητα, η οποία πιθανόν με μια πρώτη προσέγγιση να μη φαίνεται οικονομοτεχνικά αποδοτική, πλην όμως έχει ένα ιστορικό βάθος και αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιά του κοινοτισμού, της άμεσης δημοκρατίας, της μικρής κοινωνικής ψαλίδας μεταξύ των μελών της κοινωνίας και άρα την ισότιμη συμμετοχή του καθενός στην κοινότητα, ενώ σφυρηλάτησε και την αξία της αλληλεγγύης αφού μέσα από τις συνέργειες αναίρεσε η κοινότητα τις δυσκολίες που ο μικρός κλήρος μπορεί να παρουσιάσει. Σήμερα, η τεχνολογική πρόοδος μπορεί να τεθεί σύμμαχος στη διαχείριση μιας εκμετάλλευσης, ενώ συμμετοχικές πρακτικές θα συντελούσαν σε οικονομίες κλίμακος. Η αξιοποίηση της ψηφιακής τεχνολογίας, η εργολαβική ανάθεση σε τρίτους επί μέρους εργασιών σε περίπτωση που δεν υπάρχει ιδία υποδομή (πχ όργωμα από κάτοχο τρακτέρ, ανάθεση τυποποίησης σε τυποποιητήριο τρίτου κλπ), είναι ακόμα ένας τρόπος διεκπεραίωσης των απαιτούμενων εργασιών δίχως δέσμευση κεφαλαίων και αυξημένο κόστος ανά μονάδα, ενώ η υποστήριξη από τη διοίκηση ή/και δίκτυα πολιτών/παραγωγών θα πρέπει να πλαισιώνει τις προσπάθειες στοχεύοντας σε ένα βέλτιστο αποτέλεσμα.

Το σημείο εκκίνησης για όλα αυτά είναι κοντά στο μηδέν, έχει δηλαδή, για να χρησιμοποιήσουμε μια διατύπωση που ωραιοποιεί τα χάλια μας, «τεράστια περιθώρια βελτίωσης». Στόχος θα πρέπει να είναι να οργανωθεί τόσο καλά σε επίπεδο κρατικό, παραγωγών και συλλογικής προσπάθειας, ώστε να εξαντλήσει όσο γίνεται περισσότερο αυτά τα περιθώρια. Κι αυτό προϋποθέτει και σε αυτό το επίπεδο, να πραγματοποιήσομε μια ρήξη με το σύστημα, με τον παρασιτισμό, με το βολεμένο εαυτό μας. Αλλά αν αποφασίσομε πράγματι αυτή τη στροφή σαν κοινότητα και σαν πρόσωπα, ο πρωτογενής τομέας θα είναι ένας από τους πολλούς που θα επηρεαστούν, οπότε σε μια συνολική προσπάθεια η επί μέρους αλλαγή θα φαντάζει πιο εύκολη.

23 Δεκεμβρίου, 2020 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | Σχολιάστε