Με το τουφέκι και τη λύρα

ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ

Η πρώτη φορά αριστερά κυβέρνηση, συνεχίζοντας το έργο της καταστροφής της ελληνικής κοινωνίας σύμφωνα με τις εντολές των δανειστών, ψήφισε και το τέταρτο μνημόνιο. Πιο πριν, μεταξύ άλλων, είχε παραδώσει τα περιφερειακά αεροδρόμια, δηλαδή τα κλειδιά των τουριστικών εισόδων της χώρας έναντι ευτελούς ανταλλάγματος.
Μια ματιά σε κάποια από τα 140 προαπαιτούμενα που ζήτησαν τα αφεντικά και ικανοποίησε η κυβέρνηση μας δείχνει το τι μας περιμένει μέσα από άχρωμες ή τεχνοκρατικές διατυπώσεις:
Νέο κόψιμο των συντάξεων, μειώνεται το αφορολόγητο και φτωχαίνουν κι άλλο οι ήδη χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι, αύηξση των ασφαλιστικών εισφορών για τους ελεύθερους επαγγελματίες,
Επίσης: «Υιοθέτηση νομοθεσίας που επιτρέπει στους εισαγγελείς να στέλνουν πληροφορίες στη φορολογική διοίκηση ως απλή πληροφορία χωρίς δεσμευτικό αποτέλεσμα, αφήνοντας στη φορολογική διοίκηση τη διακριτική ευχέρεια να διαχειρίζεται την πληροφορία». Αντιλαμβάνεται κανείς τι σημαίνει αυτό και πώς ο έλεγχος της ζωής μας θεσμοθετείται, ενώ η φορολογική αρχή καθίσταται εισαγγελέας η ίδια!
«Κατάργηση του επίδοματος κοινωνικής αλληλεγγύης συνταξιούχων (ΕΚΑΣ)». Δε χρειάζονται σχόλια εδώ…
«Η συγχώνευση των ταμείων κοινωνικής ασφάλισης στον ΕΦΚΑ θα οδηγήσει σε σημαντικά έσοδα και μέσω της μείωσης του προσωπικού». Και νέες απολύσεις δηλαδή!
«Νομοθεσία για fast track δικαστική διαδικασία, που θα κρίνει τη νομιμότητα των απεργιών» Έτσι θα κρίνονται ευκολότερα καταχρηστικές οι απεργίες.
«Δικαιοσύνη. Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας. Ηλεκτρονικές δημοπρασίες. Τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ώστε να επιτρέπεται η εφαρμογή υπουργικής απόφασης για τη ρύθμιση όλων των σχετικών προϋποθέσεων για τις ηλεκτρονικές δημοπρασίες. Πιλοτική εκδοχή ηλεκτρονικής πλατφόρμας». Το ξεπούλημα των σπιτιών μας θα γίνεται στον κυβερνοχώρο. Οι πρωτοβουλίες πολιτών δε θα μπορούν να το εμποδίσουν με παρεμβάσεις στο χώρο όπου διενεργείται ο πλειστηριασμός.


Η πρόθεση των δανειστών και των ντόπιων φαμέγιων τους πίσω από αυτά είναι να διαλύσουν το μικροϊδιοκτητικό ελληνικό μοντέλο. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες να πάνε υπάλληλοι σε εταιρείες του κλάδου τους που θα έρθουν να επιβληθούν στην αγορά, τα μαγαζιά που δε θα μπορούν να δουλέψουν Κυριακές να κλείσουν σε όφελος των πολυκαταστημάτων, οι εργαζόμενοι να γίνουν λάστιχο στα χέρια της εργοδοσίας, και η κατοικία να ξεπουληθεί σε εταιρείες διαχείρισης ακινήτων. Δηλαδή να μας νοικιάζουν τα σπίτια μας.
Το μικροϊδιοκτητικό μοντέλο της ελληνικής κοινωνίας όμως, ήδη από τον καιρό του Σόλωνα, είναι αυτό που στήριξε την ισοτιμία μεταξύ των πολιτών, την άμεση δημοκρατία από την αρχαιότητα μέχρι τις κοινότητες των νεότερων χρόνων. Είναι αυτό που καλλιέργησε την πολυειδίκευση των Ελλήνων, που διαμόρφωσε την επινοητικότητα και τον Ελληνικό τρόπο, την ενεργητική προσέγγιση σε κάθε δραστηριότητα. Είναι αυτό που ανέδειξε τον πολυμήχανο Έλληνα τεχνίτη σε αντιδιαστολή με τον παθητικό εργάτη-μάζα του γιγαντιαίου καπιταλιστικού μοντέλου.
Οι δανειστές λοιπόν, δεν έχουν το στόχο κάθε δανειστή, που είναι να πάρει τα λεφτά του πίσω. Θέλουν να κρατούν υπόδουλη τη χώρα, να τη μετατρέψουν σε χώρο δίχως ταυτότητα, και να την απομυζούν μόνιμα ως αποικία χρέους. Εδώ έχουν την αμέριστη βοήθεια της κυβέρνησής μας. Αλλά όχι μόνο αυτής.


Οι οργανωμένες δυνάμεις που μιλούν για ανατροπή είναι διαιρεμένες και κυρίως, σε ιδεολογική αφασία. Κοινό τόπο με την κυβέρνηση έχουν κάποιοι τον εθνομηδενισμό, το κυνήγι και την κατασυκοφάντηση του πατριωτισμού και της ιδιοπροσωπίας μας, παίζοντας έτσι το παιχνίδι αφενός της Νέας Τάξης και του Σόρος, αφετέρου πριμοδοτώντας τη Χρυσή Αυγή, αφού η συκοφάντηση του πατριωτισμού πάει χέρι χέρι με την ταύτισή του με την άκρα δεξιά, σε αντίθεση με την αντιστασιακή παράδοση του λαού μας και την έκφρασή από κάποια άλλη Αριστερά που πια δεν υπάρχει. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη συγκέντρωση κατά της ψήφισης του τέταρτου μνημονίου στο Σύνταγμα, οι διοργανωτές καλούσαν, και σωστά, τον κόσμο σε πορεία για τους Παλαιστίνιους αγωνιστές δυο μέρες μετά, αλλά δεν καλούσαν σε αντίστοιχη συμμετοχή στην πορεία για τη γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού και στην πορεία στην Τουρκική πρεσβεία την επομένη.
Όμως, αν δεν καταλάβουμε ότι σε μιαν αποικία ο αγώνας είναι εθνικοαπελευθερωτικός, τότε δε θα μπορούμε να τον κερδίσομε, γιατί θα αγωνιζόμαστε σε λάθος κατεύθυνση.
Η κυβέρνηση των φαμέγιων πρέπει να φύγει. Το ξέρουν κι οι ίδιοι, το βλέπουν στη δημοσκοπική τους κατάρρευση, το ομολογούν όταν επισείουν το μπαμπούλα της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ (όπως ονομάζεται τώρα) που θα ξανάρθουν. Εδώ όμως πρέπει εμείς να τους κόψομε αυτό το παραμύθι: δε γυρνούμε πίσω στο χρεωκοπημένο πολιτικό κατεστημένο, μέρος του οποίου είναι και η παρούσα κυβέρνηση. Δημιουργούμε νέες δυνάμεις με άξονα την εθνική ανεξαρτησία, την κοινωνική δικαιοσύνη, την οικολογία, την άμεση δημοκρατία, την παραγωγική ανασυγκρότηση. Και καλά θα έκαναν οι κρατούντες να μην επισείουν την απειλή του «και μετά», ώστε να ενεργοποιήσουν τα αντιδεξιά αντανακλαστικά του λαού: πρώτα γιατί οι ίδιοι απενοχοποίησαν πλήρως τις προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις ξεπερνώντας τις. Και, ακόμα χειρότερα, ο πολίτης που θα μπει στον πειρασμό να σκεφτεί πονηρά, θα στραφεί προς αυτές γιατί θα γνωρίζει ότι με το ΣΥΡΙΖΑ στην αντιπολίτευση καμιά κυβέρνηση δε θα τολμήσει να ψηφίσει μέτρα σαν κι αυτά που ψηφίζονται τώρα, γιατί οι νυν κυβερνώντες θα θυμηθούν τον παλιό τους εαυτό και θα αντιδράσουν, υποχρεώνοντας την όποια κυβέρνηση σε υιοθέτηση πιο ήπιων μέτρων από τα τωρινά. Το Υπερταμείο είναι ένα καλό παράδειγμα, αφού ούτε ο Γιωργάκης ούτε ο Σαμαράς το έδωσαν, για να το υπογράψουν τώρα οι αριστεροί κυβερνώντες.
Αλλά το θέμα δεν είναι να γυρίσομε πίσω, είναι να πάμε μπροστά. Κι αυτό θα γίνει μόνο να εμείς το συνειδητοποιήσομε, αν εμείς το θελήσομε και παλέψομε γιαυτό.

Μαΐου 22, 2017 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | 1 σχόλιο

ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑ

Ο τουρισμός προβάλλεται σαν η ‘’βαριά βιομηχανία’’ της χώρας, και όταν η σαιζόν πηγαίνει καλά η οικονομία παίρνει πρόσκαιρα βαθιές ανάσες. Ήδη, ο όρος ΄΄βαριά βιομηχανία΄΄ παραδέχεται μιαν ήττα: Το ότι η παραγωγή του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα έχει καταστραφεί. Την ανάγκη να μη στηρίζεται η οικονομία μας σε αυτό το βαθμό στον τριτογενή τομέα (υπηρεσίες), στον οποίο συγκαταλέγεται και ο τουρισμός, την έχουμε αναλύσει, αν και αυτονόητη.
Είναι επίσης ανάγκη να αλλάξουμε και το τουριστικό μοντέλο που προσφέρουμε: Η λογική του ήλιου και της θάλασσας, συνοδευόμενη από μεθύσια και υπερβολές που συμβαίνουν ερήμην της τοπικής κοινωνίας, αν όχι εναντίον της, έχει εξαντληθεί, τόσο οικονομικά (αφού ελάχιστα συνεισφέρει στο τοπικό εισόδημα) όσο και σαν αντίληψη.
Στόχος μας πρέπει να είναι ένας τουρισμός που δεν αντιμετωπίζει την πατρίδα μας σα σκηνικό διακοπών δίχως ταυτότητα και ιστορία. Πρέπει να είναι ένα μοντέλο που δέχεται ταξιδιώτες, περιηγητές και όχι τουρίστες. Ανθρώπους που καταλαβαίνουν ότι ο τόπος είναι και οι άνθρωποί του, διαμορφωμένοι από αυτόν και επιδρώντες σε αυτόν. Είναι η ιστορία τους, η παράδοσή τους, οι χοροί, τα τραγούδια, οι γιορτές, η γαστρονομία τους. Είναι ο ελληνικός τρόπος. Κι αυτό το μοντέλο θέλουμε. Γιατί αυτό προϋποθέτει μια ισότιμη σχέση επισκέπτη και οικοδεσπότη, όχι μια σχέση κυρίου με υπηρέτη. Ο οικοδεσπότης μυεί τον επισκέπτη στον τόπο, κι ο επισκέπτης γνωρίζει κάτι πολύ περισσότερο από μια παραλία.


Αυτό το μοντέλο τραβάει άλλο τύπο επισκέπτη, που έρχεται με σεβασμό στο χώρο και ζητάει να το μάθει. Κι εδώ μπορεί να ταιριάξει μια αντίληψη που δένει την παραγωγή με τον τουρισμό και που μπορεί να δώσει μια σημαντική διέξοδο στον πρωτογενή τομέα: Αν οι ξενοδοχειακές μονάδες προσέφεραν εδέσματα από την ποικιλία των τοπικών προϊόντων, αυτό θα τόνωνε σημαντικά τη ζήτηση και θα λειτουργούσε πολλαπλασιαστικά ως προς την αναγέννηση της παραγωγής και την κάλυψη της διατροφής ενδογενώς κι όχι με εισαγωγές. Αντί για τα ξένα βούτυρα και κρέατα, τα εισαγόμενα ποτά, θα μπορούσαμε να προσφέρουμε ελληνικό εδεσματολόγιο. Κι εδώ έχει σημασία μια πρωτοβουλία που υπάρχει από τον Ξενοδοχειακό χώρο, αυτή του ‘’Ελληνικού Πρωινού’’, που στοχεύει στο να φέρει σε επαφή τους ξένους με παραδοσιακές γεύσεις ελληνικές, με το ιδιαίτερο χρώμα του κάθε τόπου. Στόχος του προγράμματος «Ελληνικό Πρωινό», όπως τονίζει χαρακτηριστικά το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο της Ελλάδος, είναι να δοθεί η δυνατότητα στους επισκέπτες των ελληνικών ξενοδοχείων να γνωρίσουν τον άφθονο γαστρονομικό πλούτο της χώρας μας και να γευτούν, στο πρωινό τους, τα αναρίθμητα ελληνικά προϊόντα και εδέσματα που βρίσκονται στην καρδιά της μεσογειακής διατροφής, η οποία δεν είναι μια μοντέρνα διατροφική τάση, αλλά αποτελεί, σύμφωνα με την UNESCO “άυλη πολιτιστική κληρονομιά της ανθρωπότητας”. Η βάση του ελληνικού πρωινού είναι τα κύρια προϊόντα της μεσογειακής διατροφής, όπως ο άρτος, τα παξιμάδια, το ελαιόλαδο, οι ελιές, το γιαούρτι, το μέλι, τα τυροκομικά, τα αλλαντικά, τα φρέσκα λαχανικά, τα όσπρια, οι πίτες, τα γλυκά και τα φρέσκα φρούτα. Στη βάση αυτού του κορμού, κάθε περιοχή της Ελλάδας, ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες, την εδαφολογική σύσταση, τα παραγόμενα προϊόντα και τις πολιτισμικές σχέσεις και ανταλλαγές, διαμόρφωσε έναν ιδιαίτερο γαστρονομικό πολιτισμό και ιδιαίτερες τοπικές κουζίνες. Αν και δεν έχει αγκαλιάσει την πρωτοβουλία ακόμα ούτε το 10% των τουριστικών καταλυμάτων, έχει ήδη 700 μονάδες στο δυναμικό της και εξαπλώνεται. Αντιλαμβάνεται κανείς πόσο σημαντικό είναι για την τοπική κοινωνία να μπορεί να διαθέτει έτσι την παραγωγή της, και τα έσοδα να μένουν στην πατρίδα. Το αντίθετο γίνεται τώρα: Τα έσοδα φεύγουν στις εισαγωγές ειδών διατροφής και εδώ μένει ένα μικρό κομμάτι μόνο.


Αυτό το παράδειγμα μπορεί να επεκταθεί και σε επίπεδο κοινότητας: Σε μια τουριστική αγορά που έχει μεγάλη ποικιλία προσφορών, αυτοί που προσφέρουν απλά στέγαση, μπορούν να συνεννοηθούν με τα καφενεία και ταβέρνες να προσφέρουν ελληνικό πρωινό σε μια προκαθορισμένη τιμή και με συγκεκριμένα προϊόντα τοπικής παραγωγής.
Αυτό θα δημιουργούσε μια δικτύωση μέσω συνεργιών όλων των κατοίκων ενός χωριού, των παραγωγών, των ιδιοκτητών καταλυμάτων, των απασχολούμενων στην εστίαση, και όχι μόνο. Γιατί ο τοπικός πολιτιστικός σύλλογος θα μπορούσε να προσφέρει μαθήματα ιστορίας και χορού, εκδρομές στα τοπικά αξιοθέατα, δίνοντας έτσι μια πλήρη εικόνα του τόπου στον επισκέπτη.
Δε θα επεκταθούμε σε άλλους τομείς εδώ, όπως ιατρικό, θεματικό και συνεδριακό τουρισμό. Θα πούμε μόνο ότι η τεχνογνωσία και η δεξιότητα των Ελλήνων επιστημόνων και επαγγελματιών θα μπορούσε να στηρίξει και αυτούς τους κλάδους, με εκθετικά οφέλη.
Ακόμα και στον τουρισμό, υπάρχει τεράστιο έδαφος να καλύψουμε, που σημαίνει ότι όσο πιο πολλοί τουρίστες έρχονται τόσο πιο ανοργάνωτοι και δίχως άποψη για το προϊόν δείχνουμε σήμερα ότι είμαστε. Μπορούμε να φτάσουμε στην παραγωγικότητα μέσω των υπηρεσιών λοιπόν!

Απρίλιος 6, 2017 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , | Σχολιάστε

ΑΝΑΘΕΣΗ Ή ΔΡΑΣΗ;

images

H κρίση και οι διαρκείς απογοητεύσεις έχουν δημιουργήσει μιαν επικίνδυνη απάθεια στο λαϊκό σώμα. Ο κόσμος δεν αντιδρά, παρ’ όλο που βλέπει κάθε μέρα να χειροτερεύει η κατάσταση.

Η μη αντίδραση δε σημαίνει αποδοχή των τεκταινόμενων. Σημαίνει απελπισία, ανημποριά και αίσθηση αδυναμίας. Κι αυτό εξυπηρετεί τους δανειστές και την κυβέρνηση, που βλέπουν ότι μπορούν ανενόχλητοι να παίρνουν όλο και πιο καταστροφικά μέτρα.

Ο λαός δεν αντιδρά. Αρκείται να εναποθέτει τις ελπίδες του σε διάφορους αυτόκλητους σωτήρες, που υπόσχονται λύσεις δίχως κόπο. Κι ενώ νιώθει ότι δεν ισχύουν αυτά, καταφεύγει σ’ αυτούς για να μην ξεβολεύεται, γιατί ξεσυνήθισε να παλεύει.

Τα κόμμα της δραχμής, ο Συριζανέλ, ο Σώρρας, αποτελούν παραδείγματα βιομηχανίας υποσχέσεων χωρίς αντίκρισμα. Έπρεπε να διαγνωστεί η ποινική διάσταση του φαινόμενου Σώρρας για να αρχίσει να ανακόπτεται η ξέφρενη πορεία του προς την επόμενη Βουλή.

Όμως, κι αυτοί που δεν πείθονται από το εμπόριο ελπίδας, κι αυτοί που δεν έχουν καμίαν αυταπάτη, πολλές φορές πέφτουν στην παγίδα της ανάθεσης σε άλλους αυτού που πρέπει να γίνει, της αντίστασης που πρέπει να προβάλουμε.

Συμφωνούν και καταλαβαίνουν ότι τα πράγματα θα αλλάξουνε μόνο με κόπο, θυσίες, αλλαγή του οικονομικού μοντέλου της χώρας, αλλαγή του τρόπου ζωής του καθενός μας, σπάσιμο της καταναλωτικής μανίας, επανανακάλυψη της συλλογικότητας και του κοινοτικού πνεύματος.

3-1b

Αλλά και πάλι, είναι τόσο δύσκολη η κατάσταση, που τη διέξοδο θα πρέπει να τη φτιάξουμε εμείς. Δε μιλούμε για φως στο τούνελ, αλλά ότι πρέπει να φτιάξουμε το τούνελ το ίδιο! Κι εκεί αρχίζουν πάλι οι ενστάσεις, οι απογοητεύσεις, ελλοχεύει ο κίνδυνος της παραίτησης: Άμα δεν έχουμε μία λύση έτοιμη, τι κάνουμε; Γιατί δε μας λέτε (ποιοι;) τι να κάνουμε;

Δυστυχώς, αυτή τη στιγμή πρέπει να δημιουργήσουμε την υποδομή για να μπορέσουμε να αντιδράσουμε. Για παράδειγμα, η παραγωγική ανασυγκρότηση είναι ζητούμενο που θα πρέπει να το δουλέψουμε για καιρό πριν δούμε καρπούς. Οι υποδομές που θα υποκαθιστούν το κράτος στο βαθμό του δυνατού και θα προτείνουν μίαν εναλλακτική διέξοδο δεν έχουν ακόμα την κρίσιμη μάζα εκείνη που θα τους δώσει τη δυνατότητα παραγωγής αποτελεσμάτων, πρέπει να στηθούν από λίγους και σε διάσπαρτους τομείς, και ακολούθως να μπορέσουν να διασυνδεθούν και μαζικοποιηθούν.

Οπότε το αποτέλεσμα φαίνεται φτωχό, κι η –ανθρώπινη- επιθυμία για αποτελέσματα δημιουργεί απογοήτευση κι αίσθηση ματαιότητας. Εδώ βρίσκεται κι άλλος κίνδυνος: Να εγκαταλειφθεί η προσπάθεια και από τους συνειδητοποιημένους! Αν αυτό γίνει, θα χαθεί η μοναδική ελπίδα.

Θα πρέπει ο καθένας μας, αντί να παραπονιέται γιατί δεν προχωρούν οι λύσεις, να γίνει κομμάτι του κινήματος που τις επεξεργάζεται. Όχι να κάθεται απ’ έξω, συμπαραστεκόμενος φραστικά, αλλά μη ενεργώντας, να πράττει ο ίδιος και να μην απαιτεί από τους άλλους να πράξουν.

Το σημείο αυτό είναι πολύ κρίσιμο. Σε ένα στάδιο που οι ψεύτικες ελπίδες ξεφτίζουν, μπορεί να καταστρέψει τις ουσιαστικές. Και θέλει, κι εδώ πάλι, μια προσωπική αλλαγή τάσης: Η απραξία στην οποία έχουμε μάθει επηρεάζει και τους συνειδητοποιημένους, κι αυτοί πρέπει να αντισταθούν και στον ίδιο τους τον εαυτό.

Φεβρουαρίου 20, 2017 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , | Σχολιάστε

Η ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΚΗΝΙΚΟΥ ΚΑΙ Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ

neos-proedros-ipa

Τον τελευταίο καιρό παρατηρούμε μια στροφή των λαών σε θέσεις που εκ πρώτης όψεως φαίνονται ακατανόητες. Κοινωνικά στρώματα ψηφίζουν αντίθετα από εκεί που ψήφιζαν σε αλλοτινές εποχές.
Το Μπρέξιτ και η εκλογή Τράμπ στις ΗΠΑ αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα, ενώ η άνοδος των δυνάμεων που αντιδρούν στην πολιτική των ανοιχτών συνόρων και την επιβολή του νεοφιλελευθερισμού δείχνει τη σύγχυση που επικρατεί σε μια μεταβατική περίοδο.
Κανονικά θα σκεφτόταν κανείς, ότι δεν υπάρχει σύγχυση, ότι οι λαοί καλώς αντιδρούν στην επιβολή της νέας τάξης, στο εμπόριο ψυχών, στις πολιτικές εκπτώχευσης. Όμως, το «παράδοξο» είναι ότι οι πολιτικές δυνάμεις που εκφράζουν την αντίδραση των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων δεν είναι οι δυνάμεις της Αριστεράς.
Αντίθετα, οι τελευταίες, με μια εξαιρετικά ριζοσπαστική φρασεολογία περί δικαιωμάτων, διανθιζόμενη με μια ρητορική κατά του «λαϊκισμού», της «ξενοφοβίας», του «εθνικισμού», υλοποιούν τις στρατηγικές της παγκοσμιοποίησης με εξαιρετικά αποτελεσματικό τρόπο, έχοντας το επικοινωνιακό πλεονέκτημα.

tsipras_skeptikos_972356924
Η θέση της Αριστεράς ξενίζει τα λαϊκά στρώματα, τα οποία παραδοσιακά αποτελούσαν τη βάση της. Η σταδιακή μετάλλαξη της σε στυλοβάτη της παγκοσμιοποίησης ώθησε το λαό να της γυρίσει την πλάτη. Από τους βομβαρδισμούς της Σερβίας μέχρι τη στήριξη του σχεδίου Ανάν, από τη διάλυση των τοπικών κοινωνιών χωρών που υπέστησαν επεμβάσεις της Δύσης μέχρι τη χρησιμοποίηση των προσφύγων που η Δύση δημιουργεί για τη διάλυση και των τοπικών κοινωνιών των χωρών «υποδοχής», η Αριστερά περιβάλλει με την αίγλη της τη παγκοσμιοποίηση, τη στηρίζει και τη δικαιώνει.
Ο πολιτικός νεοφιλελευθερισμός της Αριστεράς, αποτελεί πλέον την άλλη όψη του νομίσματος του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού της Δεξιάς, αλλά η πειθώ που ασκεί ο αριστερός νεοταξικός λόγος είναι αυτή που επιτρέπει ακόμα την επικοινωνιακή προβολή των πολιτικών αυτών ως ‘’προοδευτικών’’, ‘’ριζοσπαστικών’’ κλπ.
Έτσι, τα λαϊκά στρώματα στρέφονται εκεί που ποτέ δεν περίμεναν να στραφούν. Κι αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Αποτελεί φαινόμενο της μεταβατικής εποχής μας, όπου πλέον η κυρίαρχη αντίθεση δεν είναι Αριστερά- Δεξιά, όπως είχαμε συνηθίσει. Τώρα η αντίθεση είναι Νέα Τάξη και κυριαρχία του εμπορεύματος από τη μία, κατά τοπικών ταυτοτήτων και κοινωνιών, όπου η οικονομία δεν υπερκαθορίζει την κοινωνία αλλά υποτάσσεται σ’ αυτήν από την άλλη.
Αυτά βέβαια, δε θα τα στηρίξει ο Τράμπ ή η Λεπέν. Όταν κατακαθίσει ο κουρνιαχτός της κατάρρευσης του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος, θα βρουν κι αυτοί τη θέση τους στο περιθώριο μιας πολιτικής σκηνής που θα καθορίζουν οι λαοί κι όχι το κεφάλαιο. Προς το παρόν όμως, τα λαϊκά στρώματα δείχνουν περισσότερη εμπιστοσύνη πια σ’ αυτούς, παρ’ όλο που βρίσκονται στο ίδιο στρατόπεδο με τη νεοταξική Αριστερά.
Έχουμε λοιπόν χρέος να δημιουργήσουμε εμείς μιαν εναλλακτική προοπτική απέναντι στις (αριστερές και δεξιές) νεοφιλελεύθερες δυνάμεις. Μία πολιτική που θα μιλάει για συλλογικότητες και συλλογικά δικαιώματα, για τα οποία σήμερα δε μιλάει κανείς, με την Αριστερά να δραπετεύει μέσω της προβολής των ατομικών (μόνο!) δικαιωμάτων. Μια πολιτική που θα κατανοεί ότι δεν είναι δυνατή η συνεχής ανάπτυξη, καθώς οι φυσικοί πόροι είναι περιορισμένοι, και θα προτάσσει την ανάγκη της αποανάπτυξης, κόντρα στην καταναλωτική μανία. Μια πολιτική που θα αρνείται την επιβολή του ενός πολιτισμικού μοντέλου της Δύσης και θα εστιάζει στη συνάντηση των επί μέρους εθνικών και πολιτιστικών ταυτοτήτων, με αμοιβαίο σεβασμό και με διάθεση συνεργασίας.
Κι αυτήν την πολιτική πρέπει να την φτιάξουμε, τη φτιάχνουμε ήδη εμείς. Όχι άλλοι για μας. Μόνο από τα κάτω και μόνο με τη συνειδητοποίηση του διακυβεύματος που είναι η ίδια μας η επιβίωση, η συνέχιση της πορείας μας σα λαός, θα μπορέσουμε να αντιστρέψουμε την καθοδική σπείρα, την κάθοδο στον Άδη.

Ιανουαρίου 30, 2017 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , | Σχολιάστε

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΤΕΜΠΕΛΗ

kalanta_epm

Στην ταβέρνα του Πατσοπούλου, ενώ ο βορράς εφύσα, και υψηλά εις τα βουνά εχιόνιζεν, ένα πρωί, εμβήκε να πίη ένα ρούμι να ζεσταθή ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από την γυναίκα του, υβρισμένος από την πενθεράν του, δαρμένος από τον κουνιάδον του, ξορκισμένος από την κυρά–Στρατίναν την σπιτονοικοκυράν του, και φασκελωμένος από τον μικρόν τριετή υιόν του, τον οποίον ο προκομμένος ο θείος του εδίδασκεν επιμελώς, όπως και οι γονείς ακόμη πράττουν εις τα «κατώτερα στρώματα», πως να μουντζώνη, να βρίζη, να βλασφημή και να κατεβάζη κάτω Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατά και κόλλυβα. Κι έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα!
Ο προβλεπτικός ο κάπηλος, δια να έρχωνται ασκανδαλίστως να ψωνίζουν αι καλαί οικοκυράδες, αι γειτόνισσαι, είχε σιμά εις τα βαρέλια και τας φιάλας, προς επίδειξιν μάλλον, ολίγον σάπωνα, κόλλαν, ορύζιον και ζάχαριν, είχε δε και μύλον, δια να κόπτη καφέν. Αλλ’ έβλεπέ τις, πρωί και βράδυ, να εξέρχωνται ατημέλητοι και μισοκτενισμένοι γυναίκες, φέρουσαι την μίαν χείρα υπό την πτυχήν της εσθήτος, παρά το ισχίον, και τούτο εσήμαινεν, ότι το οψώνιον δεν ήτο σάπων, ούτε ορύζιον ή ζάχαρις.
΄Ηρχετο πολλάκις της ημέρας η γριά – Βασίλω, πτωχή, έρημη και ξένη στα ξένα, ήτις δεν είχε προλήψεις κι έπινε φανερά το ρούμι της. Ήρχετο και η κυρά-Κώσταινα η Κλησάρισσα, ήτις εβοηθούσε το κατά δύναμιν εις την εκκλησίαν, ισταμένη πλησίον του μανουαλίου, δια να κολλά τα κεριά, και όσας πεντάρας έπαιρνε την Κυριακήν, όλας τας έπινε, μετ’ ευσυνειδήτου ακριβείας, την Δευτέραν, Τρίτην και Τετάρτην.
Ήρχετο κι η Στρατίνα, νοικοκυρά με δύο σπίτια, οπού εφώναζεν εις την αυλόπορταν, εις τον δρόμον και εις το καπηλείον όλα τα μυστικά της, δηλ. τα μυστικά των άλλων, και μέρος μεν αυτών έμενον εις την αυλήν, μέρος δε έπιπτον εις το καπηλείον, και τα περισσότερα εχύνοντο εις τον δρόμον, κι εξενομάτιζε τον κόσμον, ποία νοικάρισσα της καθυστερεί δύο νοίκια, ποίος οφειλέτης της χρεωστεί τον τόκον, ποία γειτόνισσα της επήρεν ένα είδος, δανεικόν κι αγύριστον.
Ο μαστρο-Δημήτρης ο φραγκορράφτης της εχρωστούσε τρία νοίκια, ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος πέντε, και τον μήνα που έτρεχεν, εξ. Η Λενιώ, η κουμπάρα της, της πέρασε δευτέραν υποθήκην με δόλον εις το σπίτι, και τώρα ήτον ανάγκη να τρέχη εις δικηγόρους και συμβολαιογράφους, δια να εξασφαλίση τα δίκαιά της. Η Κατίνα, η ανεψιά της από τον πρώτον άνδρα της, της είχεν αφήσει ένα αμανάτι δια να την δανείση δέκα δραχμάς, και τώρα, ακτά την εκτίμησιν δύο χρυσοχόων, απεδείχθη, ότι το ασημικόν ήτο κάλπικον και δεν ήξιζεν ούτε όσα ήξιζαν τα δύο φυσέκια με τες σκουριασμένες μπακίρες – που, αφού, κατά την συνήθειάν της (αυτό δεν το έλεγεν, αλλά ήτο γνωστόν), έβγαλεν έξω το γερο-Στρατήν, τον άνδρα της, την κόρην της, την Μαργαρίταν και την εγγονήν της, την Λενούλαν, ήνοιξε την κρύπτην, απέθεσεν εκεί το ενέχυρον, έβγαλε το κομπόδεμα, έλαβε τα φυσέκια, και τα ενεχείρισε με τρόπον, οπού εσήμαινε να τα δώση και να μην τα δώση, κι εφαίνετο ως να εκολλούσαν τα χέρια της, εις την πτωχήν την Κατίναν.
Η Ασημίνα, η παλαιά νοικάρισσά της, τραγουδίστρα το επάγγελμα, όταν εξεκουμπίσθη κι έφυγε, της εχρωστούσε τρία μηνιάτικα και εννέα ημέρας. Και τα μεν έπιπλα, οπού έπρεπε κατά δίκαιον τρόπον να τα εκχωρήση εις την σπιτονοικοκυράν, τα παρέδωκεν εις τον κούκον της, τον τελευταίον αγαπητικόν της, που να τσάκιζε το πόδι της, να μην είχε σώσει ποτέ… Και εις αυτήν δεν έδωκεν άλλο τίποτε, παρά ένα παλιοφυλαχτόν εκεί, λιγδιασμένον, και της είπε μυστηριωδώς, ότι αυτό περιείχε Τίμιον Ξύλον… Σαν εκγρεμοτσακίσθη και έφυγε, το ανοίγει και αυτή εκ περιεργείας, και αντί Τιμίου Ξύλου, τί βλέπει;… κάτι κουρέλια, τρίχες, τούρκικα γράμματα, σκοντάματα, μαγικά, χαμένα πράματα… Τ’ ακούτε σεις αυτά;
Εισήλθε, ριγών, ο μαστρο-Παυλάκης και εζήτησεν ένα ρούμι. Το παιδί του καπηλείου, οπού τον ήξευρε καλά, του είπε·
–Έχεις πεντάρα;
Ο άνθρωπος έσεισε τους ώμους με τρόπον διφορούμενον.
–Βάλε συ το ρούμι, είπεν.
Πως να έχη πεντάρα; Καλά και τα λεπτά, καλή η δουλειά, καλό και το κρασί, καλή κι η κουβέντα, όλα καλά. Καλλίτερον απ’ όλα η ραστώνη, το ν τ ό λ τ σ ε φ α ρ ν ι έ ν τε των αδελφών Ιταλών. Αν εις αυτόν ανετίθετο να συντάξη τον κανονισμόν της εβδομάδος, θα ώριζε την Κυριακήν δια σχόλην, την Δευτέραν δια χουζούρι, την Τρίτην δια σουλάτσο, την Τετάρτην, Πέμπτην και Παρασκευήν δι εργασίαν, και το Σάββατον δια ξεκούρασμα. Ποιός λέγει, ότι αι εορταί είναι πάρα πολλαί δια τους ορθοδόξους Έλληνας, και αι εργάσιμοι είναι πολύ ολίγαι; Αυτά τα λέγουν όσοι δεν έκαμαν ποτέ σωματικήν εργασίαν και ηξεύρουν μόνον δια τους άλλους να θεσμοθετούν.
Ακριβώς την ώραν ταύτην ήλθεν απ’ αντικρύ ο Δημήτρης ο φραγκορράφτης, δια να πίη το πρωινόν του. Μόνην παρηγορίαν είχε, να κάμνη αυτά τα συχνά ταξιδάκια, καθώς τα ωνόμαζε. Διέκοπτεν επί πέντε λεπτά την εργασίαν του, δέκα φοράς την ημέραν, και ήρχετο να πίνη ένα κρασί. Έπαιρνεν εργασίαν από τα μαγαζιά και εδούλευεν ως κάλφας εις το δωμάτιόν του. Εισήλθε και παρήγγειλεν ένα κρασί. Είτα, ιδών τον Παύλον·
–Βάλε και του μαστρο-Παυλάκη ένα ρούμι, είπεν.

κατάλογος 2
Ως από Θεού σταλμένος, δια να λύση το ζήτημα της πεντάρας, μεταξύ του πελάτου και του υπηρέτου, εκάθισε πλησίον του Παύλου και ήρχισε τοιαύτην ομιλίαν, η οποία ήτο μεν συνέχεια των ιδίων λογισμών του, εις δε τον Παύλον εφάνη ως συνηγορία υπέρ των ιδικών του παραπόνων.
–Που σκόλη και γιορτή, μαστρο-Παυλέτο, φίλε μου, είπεν· ούτε καθισιό, ούτε χουζούρι. Τ’ Άη-Νικολάου δουλέψαμε, τ’ Άη-Σπυρίδωνα δουλέψαμε, την Κυριακή προχθές δουλέψαμε. Έρχονται Χριστούγεννα, και θαρρώ, πως θα δουλεύουμε, χρονιάρα μέρα…
Ο Παύλος έσεισε την κεφαλήν.
–Θέλω κάτι να πω, αλλά δεν ξέρω για να τα σταμπάρω περί γραμμάτου μαστρο-Δημήτρη μου, είπε. Μου φαίνεται, πως αυτοί οι μαστόροι, αυτοί οι αρχόντοι, αυτή η κοινωνία πολύ κακά έχουνε διωρισμένα τα πράγματα. Αντί να είναι η δουλειά μοιρασμένη ίσια τις καθημερινές, πέφτει μονομιάς και μονομπάντα. Δουλεύουμε βιαστικά τις γιορτάδες, και ύστερα χασομερούμε εβδομάδες και μήνες τις καθημερινές.
–Είναι και η τεμπελιά εις το μέσο, είπε μετά πονηράς αυθαδείας το παιδί του καπηλείου, ωφεληθέν από μίαν στιγμήν, καθ’ ην ο αφέντης του είχεν ομιλίαν εις το κατώφλιον της θύρας και δεν ηδύνατο ν’ ακούση.
–Ας είναι, τί να σου κάμη η προκομμάδα και η τεμπελιά; είπεν ο Δημήτρης. Το σωστό είναι, πολλά κεσάτια και ολίγη μαζωμένη δουλειά. Καλά λέει ο μαστρο-Παύλος. Άλλο αν είμαι ακαμάτης εγώ, ας πούμε, ή ο Παύλος, ή ο Πέτρος, ή ο Κώστας ή ο Γκίκας. Εμένα η φαμίλια μου δουλεύει, εγώ δουλεύω, ο γυιός μου δουλεύει, το κορίτσι πάει στη μοδίστρα. Και μ’ όλα αυτά, δεν μπορούμε ακόμα να βγάλουμε τα νοίκια της κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε για την σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε για τον μπακάλη, για τον μανάβη, για τον τσαγκάρη, για τον έμπορο. Η κόρη θέλει το λούσο της· ο νέος θέλει το καφενείο του, το ρούχο του, το γλέντι του. Ύστερα, κάμε προκοπή.
–Υγρασία μεγάλη, μαστρο-Δημήτρη, είπεν ο Παυλέτος, αποκρινόμενος εις τους ιδίους στοχασμούς του. Υγρασία κάτω στα μαγαζιά, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαρειά, ρεματισμοί, κρυώματα. Ύστερα κόπιασε, αν αγαπάς, να αργάζης τομάρια. Το δικό μας το τομάρι άργασε πια, άργασε…
–Καλά αργασμένο το δικό σου, μαστρο-Παύλο, αυθαδίασε πάλιν ο υπηρέτης, αινιττόμενος ίσως τας μεταξύ του Παύλου και του γυναικαδέλφου του σκηνάς.
Είτα εισήλθεν ο κάπηλος. Ο μαστρο-Δημήτρης απήλθε, να επαναλάβη την εργασίαν του και η ομιλία έπαυσεν.
Ο μαστρο-Παύλος αφέθη εις τας φαντασίας του. Σάββατον σήμερον, μεθαύριον παραμονή, την άλλην Χριστούγεννα. Να είχε τουλάχιστον λεπτά δια να αγοράση ένα γαλόπουλο, να κάμη και αυτός Χριστούγεννα στο σπίτι του, καθώς όλοι! Μετενόει τώρα πικρώς, διότι δεν επήγε τας τελευταίας ημέρας εις τα βυρσοδεψεία να δουλεύση και να βγάλη ολίγα λεπτά, δια να περάση πτωχικά τας εορτάς. «Υγρασία μεγάλη, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαρειά. Κόπιασε να αργάζης τομάρια! Το σικό μας το τομάρι θέλει άργασμα!»
Είχεν ακούσει τον λαϊκόν μύθον δια τον τεμπέλην, οπού επήγαιναν να τον κρεμάσουν, και όστις συγκατένευσε να ζήση υπό τον όρον να είναι «βρεμένο το παξιμάδι». Εγνώριζε και την άλλην διήγησιν δια το τεμπελχανιό, το οποίον ίδρυσε, λέγουν, ο Μεχμέτ Αλής εις την πατρίδα του Καβάλαν. Εκεί, επειδή το κακόν είχε παραγίνει, ο επιστάτης εσοφίσθη να στρώνη μίαν ψάθαν, επί της οποίας ηνάγκαζε τους αέργους να εξαπλώνωνται. Είτα έβαζε φωτιάν εις την ψάθαν. Όποιος επροτίμα να καή, παρά να σηκωθή από την θέσιν του, ήτο σωστός τεμπέλης και εδικαιούτο να φάγη δωρεάν το πιλάφι. Όποιος εσηκώνετο και έφευγε το πυρ, δεν ήτο σωστός τεμπέλης και έχανε τα δικαιώματα. Τόσοι Βαλλιάνοι, τόσοι Αβέρωφ και Συγγροί, εσκέπτετο ο μαστρο–Παύλος, και κανείς εξ αυτών να μην ιδρύση παραπλήσιόν τι εις τας Αθήνας!
Ο μαστρο-Παυλάκης επεριδιάβασεν ακόμη δύο ημέρας και την άλλην ήτο παραμονή. Το γαλόπουλο δεν έπαυσε να το ονειροπολή και να το ορέγεται. Πώς να το προμηθευθή;
Αφού ενύκτωσε, διωγμένος καθώς ήτον από το σπίτι, απετόλμησε και ήλθεν από ένα πλάγιον δρομίσκον και ήτον έτοιμος να χωθή εις το καπηλείον. Ο νους του ήτο αναποσπάστως προσηλωμένος εις το γαλόπουλο. Θα εχρησίμευε τούτο, εάν το είχε, και ως μέσον συνδιαλλαγής με την γυναίκα του.
Εκεί, καθώς εστράφη να εμβή εις το καπηλείον, βλέπει εν παιδίον της αγοράς, με μίαν κοφίναν επ’ ώμων, ήτις εφαίνετο ακριβώς να περικλείη ένα γάλον, αγριολάχανα, πορτοκάλια, ίσως και βούτυρον και άλλα καλά πράγματα. Το παιδίον εκοίταζε δεξιά και αριστερά και εφαίνετο να αναζητή οικίαν τινά. Ήτο έτοιμον να εισέλθη εις το καπηλείον δια να ερωτήση. Έπειτα είδε τον Παύλον και εστράφη προς αυτόν·
–Ξέρεις, πατριώτη, του λόγου σου, που είναι εδώ χάμου το σπίτι του κυρ-Θανάση του Μπελιοπούλου;
–Του κυρ-Θανάση του Μπε…
Αστραπή, ως ιδέα, έλαμψεν εις το πνεύμα του Παύλου.
–Μούπε τον αριθμό και το εξέχασα τώρα γρήγορα έπιασε σπίτι εδώ χάμου, σ’ αυτόν το δρόμο… τον είχα μουστερή από πρώτα… μπροστήτερα καθότανε παρά πέρα, στο Γεράνι.
–Του κυρ-Θανάση του Μπελιοπούλου! αυτοσχεδίασε ο μαστρο-Παύλος· να, εδώ είναι το σπίτι του. Να φωνάξης την κυρα–Παύλαινα, μέσα στην κάτω κάμαρα, στο ισόγειο… αυτή είναι η νοικοκυρά του… πως να πώ; είναι η γενειά του… τη έχει λύσε-δέσε, σ” όλα τα πάντα… οικονόμισσα στο νοικοκυριό του… είναι κουνιάδα του… μαθές θέλω να πω, ανιψιά του… φώναξέ την και δώσε της τα ψώνια.
Και βαδίσας ο ίδιος πέντε βήματα, κατά την θύραν της αυλής, έκαμε πως φώναξε·
–Κυρά-Παύλαινα, κόπιασ’ εδώ να πάρης τα ψώνιαμ που σου στέλλει ο κύριος… ο αφέντης σου.
Καλά ήλθαν τα πράγματα έως τώρα. Ο μαστρο-Παυλάκης έτριβε τας χείρας και ησθάνετο εις την ρίνα του την κνίσαν του ψητού κούρκου. Και δεν τον έμελλε τόσον δια τον κούρκον, αλλά θα εφιλιώνετο με τη γυναίκα του. Την νύκτα επέρασεν εις εν ολονύκτιον καφενείον και το πρωί επήγεν εις την εκκλησίαν.
Όλην την ημέραν προσεκολλήθη εις μίαν συντροφιάν, έπειτα εις μίαν άλλην παλαιών γνωρίμων του, εις το καπηλείον, όπου έμεινε τας περισσοτέρας ώρας ανοικτόν, με τα παράθυρα κλεισμένα, και επέρασε με ολίγους μεζέδες και με αρκετά κεράσματα.
Το βράδυ, αφού ενύκτωσε, επήγε με τόλμην από τας πολλάς σπονδάς και από την ενθύμησιν του κούρκου και έκρουε την θύραν της οικογενείας του. Η θύρα ήτο κλεισμένη έσωθεν.
–Καλησπέρα, κυρα-Παύλαινα, εφώναξεν απ’έξω, χρόνους πολλούς. Πώς πήγε ο γάλος; Βλέπεις, εγώ πάλε;
Ουκ ην φωνή, ουδέ ακρόασις. Όλη η αυλή ήτο ήσυχος. Τα ισόγεια, αι τρώγλαι, τα κοτέτσια της κυρα-Στρατίνας, όλα εκοιμώντο. Ο σκύλος μόνον εγνώρισε τον μαστρο-Παύλον, έγρυξεν ολίγον και πάλιν ησύχασεν.
Υπήρχον εκεί εκτός από το ψυχομέτρι τριων ή τεσσάρων οικογενειών, οπού εκατοικούσαν εις τ’ ανήλια δωμάτια, δύο γίδες, δώδεκα όρνιθες, τέσσαρες γάτοι, δύο ινδιάνοι και πολλά ζεύγη περιστερών. Αι δύο γίδες ανεχάραζαν βαθιά εις το σκεπασμένο μανδράκι τους, αι όρνιθες έκλωζον υποκώφως εις το κοτέτσια τους, τα περιστέρια είχαν μαζωχθή εις τους περιστερώνας περίτρομαα από το κυνήγι, οπού ήρχιζον εναντίον των την νύκτα οι γάτοι. Όλοι αυτοί οι μικροί θόρυβοι ήσαν το ροχάλισμα της αυλής κοιμωμένης.
Πάραυτα ηκούσθη κρότος βημάτων εις το σπίτι.
–Έ, μαστρο-Παύλε, είπε πλησιάσασα η κυρα-Στρατίνα, νάχουμε και καλό ρώτημα… Τί γάλος και γαλίζεις και γυαλίζεις και καλό να μούχης, ασίκη μου; Είδαμε κι επάθαμε να σκεπάσουμε το πράμα, να μη προσβαλθή το σπίτι… Εκείνος που ήτον δικός του ο γάλος, ήλθε μεσάνυκτα κι εφώναζε, έκανε το κακό, και μας φοβέριζεν όλους, κι η φαμίλια σου, επειδής τον είχε κόψει το γάλο, μαθές, και τον είχε βάλει στο τσουκάλι, βρέθηκε στα στενά… κλειδώθηκε μες στην κάμαρα, και δεν ήξευρε τι να κάμη… Είπε και ο κουνιάδος σου.. καλό κελεπούρι ήτανε κι αυτό, μαθές… και επέρασεν η φαμίλια σου όλην την ημέραν κλειδομανταλωμένη μέσα, από φόβον μην ξαναέλθη εκείνος πούχε το γάλο και μας φέρη και την αστυνομία… ήτον φόβος να μην προσβαλθή κι εμένα το σπίτι μου. Άλλη φορά, τέτοιαα αστεία να μην τα κάνης, μαστρο-Παυλάκη. Τέτοια προσβολή να λείπη από το σπίτι μου, εμένα, τ’ ακουσες;
Ο μαστρο-Παύλος ηρώτησε δειλά·
–Τώρα… είναι μέσα η φαμίλια μου;
–Είναι μέσα όλοι τους, κι έχουνε κλειδωμένα καλά, και το φως κατεβασμένο, δια τον φόβο των Ιουδαίων. Κοίταξε, μη σε νοιώση από πουθενά, κείνος ο σκιάς ο κουνιάδος σου, πάλε…
–Είναι μέσα;
–Ή μέσα είναι, ή όπου είναι έφθασε… να, κάπου ακούω τη φωνή του.
Ηκούσθη, τω όντι, μία φωνή εκεί πλησίον, ήτις δεν υπέσχετο καλά δια τον νυκτερινόν επισκέπτην.
–Έ, μαστρο-Παυλίνε, έλεγε, καλός ήταν ο γάλος…
Ποίος ήτον ο ομιλήσας, άδηλον. Ίσως να ήτο ο μαστρο-Δημήτρης ο γείτων. Δυνατόν να ήτο και ο φοβερός γυναικάδελφος του μαστρο–Παύλου.
–Και να μην πάρω κι εγώ ένα μεζέ; παρεπονέθη ως τόσον ο άνθρωπός μας.
Τι σου χρειάζεται ο μεζές, μαστρο-Παυλάκη μου; επανέλαβεν η Στρατίνα. Τα πράματα είναι πολύ σκούρα. Άφσε τα αυτά. Δουλειά, δουλειά! Η δουλειά βγάζει παλληκάρια. Ό,τι έγινε–έγινε, να πας να δουλέψης, να μου φέρης εμένα τα νοίκια μου. Τ’ ακούς;
–Τ’ ακούω.
–Φέρε μου εσύ τον παρά, κι εγώ, με όλη τη φτώχεια, την θυσιάζω μια γαλοπούλα και τρώμε. Ηκούσθη από μέσα βραχνός μορμυρισμός, είτα φωνή μικρού παιδιού είπε
–Την υγειά σου, μάτο-Πάλο, τεμελόκυλο, κακέ πατέλα. Τόνε φάαμε το λάλο. Να πάλε κι εσύ πέντε, κι άλλε πέντε, δέκα!
Προφανώς ήτον μέσα ο φοβερός ο γυναικάδελφος, και είχε δασκαλέψει το παιδί να τα φωνάζη αυτά.
–Μη στέκεσαι στιγμή, μαστρο-Παυλέτο, είπεν η Στρατίνα· το καλό που σου θέλω! Δρόμο τώρα, και μεθαύριο δουλειά, δουλειά!…
Ηκούσθη κρότος, ως να εσηκώθη τις από μέσα, και να επλησίαζε με βαρύ βήμα προς την θύραν.
–Δρόμιο, επανέλαβε μηχανικώς ο Παύλος, συμμορφούμενος εμπράκτως με την λέξιν… δρόμο και δουλειά!

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
και για την αντιγραφή Φουρόκατος

Δεκέμβριος 25, 2016 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , | Σχολιάστε

ΕΙΝΑΙ Η ΚΥΠΡΟΣ ΠΟΥ ΟΙ ΕΜΠΟΡΟΙ ΤΗ ΜΙΣΟΥΝΕ

dsc_0475

Ο λαός μας στην Κύπρο δίνει έναν αγώνα στον οποίο δεν πρέπει να μείνει αβοήθητος. Όχι μόνο γιατί η Ελλάδα δίχως την Κύπρο υποβαθμίζεται σε γεωπολιτική σημασία, αλλά για λόγους αρχής.

Έτσι, η αποτυχία των διαπραγματεύσεων στο Μον Πελεράν λόγω της απληστίας της Τουρκίας, θα μπορούσε να λειτουργήσει θετικά εκ του αποτελέσματος, καθώς, όση υποχωρητικότητα και να δείξει η ελληνική πλευρά, πάντα θα ζητούν κάτι παραπάνω οι Τούρκοι.

Όμως ο ενδοτισμός του προέδρου Αναστασιάδη δεν έχει ακόμα πιάσει πάτο. Αφού επέρριψε τις ευθύνες στον Κοτζιά, και όχι στους Τούρκους, για το ναυάγιο του Μον Πελεράν, έρχεται ξανά να υποχωρήσει σε μια «λύση» που αποτελεί την ταφόπλακα του Ελληνισμού στην Κύπρο και όχι μόνο.

Μέσα στον εθισμό των υποχωρήσεων και της ανάπτυξης του συνδρόμου του ομήρου που τείνει ψυχολογικά να ταυτιστεί με το δεσμοφύλακά του, έχομε χάσει την ουσία του Κυπριακού σα θέματος εισβολής και κατοχής. Οποιαδήποτε λύση νοείται μόνον όταν αναιρέσει τις συνέπειες της εισβολής-κατοχής.

Έχομε χάσει όμως και το χαρακτήρα του ζητήματος σα ζήτημα του Ελληνισμού συνολικά και όχι μόνο της Κύπρου, του μεγαλύτερου Ελληνικού νησιού. Θα πρέπει λοιπόν να σκεφτόμαστε πάνω σ’ αυτές τις παραμέτρους όταν μιλούμε για το Κυπριακό.

Έτσι, πενταμερής διάσκεψη, δηλαδή των τριών εγγυητριών δυνάμεων και των δύο «κοινοτήτων» δε νοείται. Τέτοια διάσκεψη επιτρέπει στο αποικιακής κοπής και έμπνευσης σχέδιο των εγγυήσεων να επιβιώνει καταδυναστεύοντας και τη λύση, ενώ η εγγυήτρια Τουρκία ήταν αυτή που εισέβαλε. Ακόμα χειρότερα, υποβαθμίζει την Κυπριακή Δημοκρατία σε κοινότητα ισότιμη με την Τουρκική μειονότητα του 16%. Ο αείμνηστος Τάσος Παπαδόπουλος αρνήθηκε να παραδώσει κοινότητα εκεί που παρέλαβε κράτος. Ο διάδοχός του όμως το επιδιώκει.

Ο κατοχικός στρατός θα παραμείνει «μεταβατικά» σύμφωνα με το σχέδιο. Το «μεταβατικά» των Τούρκων εννοείται ότι σημαίνει «εις το διηνεκές», και είναι δική μας ευθύνη να διαγνώσουμε ότι με το στρατό κατοχής σε σχέδιο λύσης, αυτός θα είναι στρατός κατοχής ολόκληρης της Κύπρου! Ούτε οι έποικοι θα φύγουν. Αυτό το διαρκές έγκλημα πολέμου θα νομιμοποιηθεί, με κάποιους να λαμβάνουν την Κυπριακή υπηκοότητα και κάποιους να μένουν με άδεια παραμονής (και μελλοντική υπηκοότητα βεβαίως). Κάνεις δεν επιστρέφει στην Τουρκία.

%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%ac%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%82

Και βέβαια το πολιτειακό είναι ο ορισμός του απαρτχάιντ και του βιασμού κάθε έννοιας δημοκρατίας. Το δικαίωμα βέτο των Τουρκοκυπρίων που προβλέπεται, θλιβερό απομεινάρι σε χειρότερη μορφή του Σχεδίου Ανάν, εγγυάται ότι κουμάντο θα κάνει η Τουρκία στην Κυπριακή Δημοκρατία, ότι οι Ελληνοκύπριοι θα ακολουθήσουν το δρόμο της προσφυγιάς, μη αντέχοντας τις συνθήκες που θα δημιουργηθούν και μη ελέγχοντας πια την ενιαία προσεχώς πατρίδα τους. Άλλωστε το δόλωμα είναι ακριβώς η επανένωση, η οποία όμως γίνεται με τους όρους της Τουρκίας.

Αυτό το σημείο δεν αποτελεί μόνο καταστροφή για την Κύπρο και την Ελλάδα, αλλά μέσω μιας Κύπρου ελεγχόμενης από την Τουρκία, καθιστά και την Ευρωπαϊκή Ένωση όμηρό της, αφού τίποτα δε θα γίνεται στην Ευρώπη αν δε συμφωνεί και η Κύπρος, της οποίας την πολιτική θα καθορίζουν πλέον οι Τουρκοκύπριοι, άρα η Τουρκία!

Η Κύπρος έχει μπορέσει τα τελευταία χρόνια να βελτιώσει τη θέση της γεωπολιτικά, με μια συνεπή πορεία που έπαιζε σε πολλά ταμπλό, από την ένταξη στην ΕΕ μέχρι τη μεθοδική έρευνα κι εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων, οι οποίοι αποτελούν μέσο άσκησης πολιτικής. Με την επιδιωκόμενη λύση, τα πλεονεκτήματα αυτά χάνονται και η Τουρκία αποκτά δικαιώματα και σ’ αυτά. Παρεμπιπτόντως, μπορεί κανείς να σκεφτεί αν η Ελλάδα είχε κι αυτή τέτοια πολιτική πώς θα ήταν σήμερα η κατάσταση, ενώ η σύμπραξη Ελλάδας-Κύπρου λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος. Δείχνει η Κύπρος στους εδώ γραικύλους πως άμα έχεις σχέδιο και πίστη στα δίκαιά σου, δεν έχει σημασία το μικρό σου μέγεθος.

Στην Κυπριακή κοινωνία οι απόψεις της με κάθε θυσία λύσης είναι ακόμα μειοψηφικές. Θα τολμήσουμε να πούμε ότι ενώ επί σχεδίου Ανάν αυτές δεν εκφράστηκαν και σε πολιτικό επίπεδο πέραν του δημοψηφίσματος, τώρα έχουν διατρήσει το πολιτικό σκηνικό και έχουν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση σημαντική, καθώς τα κόμματα που δεν υποκύπτουν εκφράζουν το 40% του εκλογικού σώματος, ενώ σημαντικό ποσοστό των ψηφοφόρων των καθεστωτικών κομμάτων ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ τάσσεται κι αυτό κατά. Αυτή η στάση του λαού μας στην Κύπρο είναι κι η μεγαλύτερη ελπίδα τόσο για το νησί όσο και για την Ελλάδα. Γιατί, αντίστροφα, η ευόδωση των σχεδίων στην Κύπρο, θα είναι το προανάκρουσμα για τη Θράκη και το Αιγαίο.

Για μιαν ακόμα φορά μετά το 2004, ο Κυπριακός Ελληνισμός πρέπει να ορθώσει το ανάστημά του στα σχέδια της Νέας Τάξης και της Τουρκίας. Και δε θα πρέπει να κάμει μόνος του…

Δεκέμβριος 13, 2016 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | 2 Σχόλια

ΑΡΚΑΔΙ ΤΟΤΕ…ΣΗΜΕΡΑ;

%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%ac%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%82

Τα 150 χρόνια από την ανατίναξη στο Αρκάδι τιμήθηκαν δεόντως, και σωστά. Μετά επιστρέψαμε στους συνήθεις ρυθμούς της μιζέριας, της κατάθλιψης, της παραίτησής μας.
Είδαμε να καταθέτουν στεφάνια κάποιοι που εκπροσωπούν πολιτικές και πρακτικές τις οποίες οι αγωνιστές του Αρκαδίου θα περιφρονούσαν. Πολιτικές αποδόμησης της ταυτότητάς μας, για την οποία τόσοι αγώνες έγιναν και τόσοι άνθρωποι χάθηκαν.
Πολιτικές υποταγής και συμβιβασμού απέναντι σε εχθρούς που οι Κρητικοί επαναστάτες πολέμησαν λυσσαλέα, για να καταλήξουν να ακυρώνονται σήμερα οι δικές τους θυσίες.
Γιατί οι αγώνες για την ελευθερία αρχικά και την Ένωση αργότερα, ήταν αγώνες που έρχονταν από πολύ παλιά, που είχαν ιστορικό βάθος αιώνων, από την Ενετική κατάκτηση της Κρήτης, και συνεχίζονταν ασταμάτητα με διάφορες μορφές μέχρι την Ένωση.
Ήταν αντίσταση καθολική, ένοπλη όταν το επέτρεπαν οι συνθήκες, πνευματική σε χαλεπότερους καιρούς, με κύριο χαρακτηριστικό την πεισματώδη προσκόλληση στην ταυτότητα που όλοι οι κατακτητές θέλησαν να αλλάξουν. Και το αποπειράθηκαν χτυπώντας την πίστη του λαού, κι ο λαός εκεί αντιστάθηκε. Η προσκόλλησή του στην Ορθοδοξία ήταν από μόνη της ύψιστη πράξη αντίστασης και τον αγώνα αυτό τον κέρδισε. Πολλοί δεν άντεξαν και γύρισαν στον Καθολικισμό ή το Ισλάμ, αποκοπτόμενοι από το λαϊκό σώμα. Ο δυναμισμός όμως του πληθυσμού, το υψηλό του φρόνημα και η πίστη στα δίκαια του τον κράτησαν ζωντανό, η επινοητικότητά του και η δημογραφική του δύναμη επέτρεψαν τη συνέχειά του, μέσα από απίστευτες δυσκολίες και προκλήσεις.
Και καταφέραμε σήμερα εμείς οι απόγονοι αυτών που δεν υπέκυψαν σε συνθήκες εξαθλίωσης, να έχομε χάσει το αντιστασιακό μας φρόνημα παγιδευμένοι σε μια καταναλωτική μανία, αποδεχόμενοι συνεχείς αποδομήσεις της ιστορίας και της ταυτότητάς μας, αμφισβητώντας αξίες που μας στήριξαν επί αιώνες, καθιστάμενοι τελικά είτε εξαγορασμένοι γιάπηδες των ΜΚΟ της Νέας Τάξης είτε χρήσιμοι ηλίθιοι αυτών.

antistasis
Επιτρέπουμε να κατεβαίνει στον Άδη η πατρίδα μας και ‘μεις ακούμε ένα ψευδοριζοσπαστικό λόγο που τελικά υπογράφει μνημόνια.
Αφήνουμε να διαλυθεί η κοινωνία μας, αυτολογοκρινόμαστε στα έθιμά μας στο όνομα μιας δήθεν ανθρωπιστικής προσέγγισης ψυχών των οποίων οι σύγχρονοι αποικιοκράτες διέλυσαν τις ζωές και τις κοινωνίες, και τους χρησιμοποιούν για δικές τους γεωπολιτικές σκοπιμότητες.
Και το Αρκάδι προσπαθεί να μας θυμίσει την παρουσία του, το πνεύμα που γέννησε ανθρώπους ελεύθερους μέχρι τέλους.
Που είναι αυτοί σήμερα; Είμαστε εμείς, οι αποικιοκρατούμενοι των Δυτικών, οι ξανά υπόδουλοι των Νεοθωμανών, που δε μπορούμε να ασκήσουμε καν εθνική κυριαρχία, οι σκλάβοι της κατανάλωσης, οι βολεμένοι του καναπέ μέσα στην παρακμή μας, άξιοι να συγκριθούμε με Εκείνους;
Αντί να καταθέτουμε λοιπόν στεφάνια κοροϊδεύοντας τους εαυτούς μας, ας αντισταθούμε σε ό,τι μας πνίγει. Ας τιμήσουμε το Αρκάδι και το κάθε παράδειγμα αντίστασης του λαού μας με ανάλογες πράξεις, ας έρθουμε σε ρήξη με τον υποταγμένο εαυτό μας, ας αντισταθούμε! Τι άλλο περιμένουμε;

Νοέμβριος 16, 2016 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη, Πολιτική και πολιτισμός | , , | Σχολιάστε

ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΜΙΑΣ ΞΕΠΕΡΑΣΜΕΝΗΣ ΑΝΤΙΘΕΣΗΣ

images

Παλιά, ο διαχωρισμός της πολιτικής σφαίρας ήταν Αριστερά και Δεξιά, με συγκεκριμένα σημαινόμενα για κάθε πλευρά. Η Δεξιά ήταν ταυτισμένη με τις ελίτ, τις άρχουσες τάξεις και το κεφάλαιο. Η Αριστερά με τον εργαζόμενο λαό και τον κόσμο του μόχθου. Πάνω σ’ αυτή την αντίθεση, στηρίχτηκε ο πολιτικός διάλογος για πάνω από εκατό χρόνια, ενώ και οι δυο πλευρές διεκδικούσαν τον πατριωτισμό ως αυθεντικοί εκφραστές του, τουλάχιστο μέχρι την πρώτη περίοδο της μεταπολίτευσης.

Η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και η ανάδυση της παγκοσμιοποίησης σα φαινόμενο διεθνούς εμβέλειας, επαναπροσδιόρισαν τις αντιθέσεις. Η οικονομική Νέα Τάξη ενσωμάτωσε πολλά προτάγματα που έθετε η εξεγερμένη Αριστερά του 68, με έμφαση στα ατομικά δικαιώματα και την απόλυτη ελευθερία του αυτοκαθορισμού του ατόμου. Αυτό ανταποκρινόταν στην ανάγκη του παγκοσμιοποιημένου πια κεφαλαίου, αφενός να διαμορφώσει όλο τον πλανήτη σα μια ενιαία αγορά με ομοιόμορφα χαρακτηριστικά, αφ’ ετέρου να κατεβάσει το κόστος εργασίας. Έτσι, οι επιχειρήσεις μεταφέρονται στην Ασία, όπου θα έχουν τη δυνατότητα να βρουν φτηνότερη εργασία σε περιβάλλον με ανύπαρκτα εργατικά δικαιώματα. Συγχρόνως, δημιουργείται πίεση στους εργαζομένους της δύσης με στόχο τη μείωση του εργατικού κόστους κι εκεί, με μοχλό την μεταφορά πληθυσμών από τις αναπτυσσόμενες χώρες και την ανάληψη εκ μέρους τους εργασιών κακοπληρωμένων κι ανασφάλιστων. Το οικονομικό πρόταγμα του νεοφιλελευθερισμού είναι παρόν. Αυτό θα εκφραστεί μέσα από την κατάργηση των οικονομικών συνόρων ως προς τους δασμούς, την ελευθερία του ανταγωνισμού και την εκμετάλλευση των εργαζομένων σε πλανητικό επίπεδο. Σε πολιτικό επίπεδο, θα εκφράσει το νεοφιλελεύθερο κομμάτι του συντηρητικού πολιτικού χώρου, ενώ οι λαϊκές και παραδοσιακές συντηρητικές δυνάμεις δε θα ακολουθήσουν (πχ Εκκλησία). Έτσι κι αλλιώς, το νεοφιλελεύθερο πρόταγμα δεν είναι ούτε πατριωτικό, ούτε θρήσκο.

images-1

Σύμμαχό του θα βρει τη φιλελεύθερη προσέγγιση της πολιτικής ορθότητας από τον πάλαι ποτέ αριστερό χώρο: Τις απόψεις που πιά μιλούν μόνο για ατομικά δικαιώματα, υποστέλλοντας τα συλλογικά και δίνοντας έμφαση στο «δικαίωμα του αυτοκαθορισμού», με μιαν εφαρμογή όμως που κατέληξε να συμβαδίζει με την ασυδοσία, δίχως αρχές και όρια, διαστρέφοντας αξίες από τις οποίες ξεκίνησαν οι σχετικοί προβληματισμοί, που έτσι κι αλλιώς αφορούσαν και συλλογικότητες, όχι μόνο άτομα. Έτσι, ο διεθνισμός παρερμηνεύτηκε ως το μίσος προς την πατρίδα, ο πατριωτισμός ως εθνικιστική υστερία, η διάθεση μιας κοινωνίας να πορεύεται σα συγκροτημένο σύνολο ως ρατσισμός. Πάλι εδώ οι δυνάμεις της παραδοσιακής αριστεράς (πχ ΚΚΕ), βρέθηκαν έξω από τα νερά τους, όμως τα μέλη της μεσαίας τάξης με άνεση οικονομική και αριστερή φρασεολογία, ένοιωθαν περήφανα επαναστατημένοι όταν μιλούσαν για μια σειρά δικαιώματα. Και ναι μεν η αρχική σύλληψη αφορούσε υπαρκτές αντιθέσεις, όπως πχ την καταπίεση των γυναικών ή την περιθωριοποίηση των μαύρων στις δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες, γρήγορα όμως χάθηκε το μέτρο και φτάσαμε να ακούμε για το δικαίωμα στην παιδεραστία, την ανάγκη ισοπεδωτικής εξαφάνισης κάθε διαφοράς, συμπεριλαμβανομένης της αντρικής όρθιας ούρησης (θα πρέπει κι οι άντρες να μη διαφέρουν από τις γυναίκες ούτε εκεί!), και βέβαια για το ότι το φύλο το επιλέγουμε, δε γεννιόμαστε μ’ αυτό. Και είναι κι εδώ χαρακτηριστικό, ότι η άποψη αυτή μιλάει για ανοιχτά σύνορα και χλευάζει κάθε τι που ανήκει στον παλιό κόσμο, χτυπώντας τις ιδιαίτερες ταυτότητες και μέσα από έναν αντικληρικαλισμό που ουσιαστικά χτυπάει την κοσμοθεωρία κάθε λαού, όπως αυτή διαμορφώθηκε στο διάβα του στο χρόνο και στην ιστορική του συνέχεια και κωδικοποιήθηκε μέσα από τα θρησκευτικά του κείμενα. Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι η πνευματικότητα των θρησκευτικών κειμένων κάθε λαού θα πρέπει να ιδωθεί από μια φιλοσοφική σκοπιά και όχι σα μέρος μιας συζήτησης για την ύπαρξη θεού, και να κριθεί σαν πολύτιμο μνημείο της στάσης κάθε έθνους απέναντι στη ζωή.

Έτσι, η αντίθεση Δεξιά-Αριστερά πια δεν υπάρχει. Υπάρχει μια νέα αντίθεση, αυτή του φιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης απέναντι στις ιδιαίτερες ταυτότητες και τις εστίες αντίστασης στο βάρβαρο καπιταλισμό της Νέας Τάξης, από το Μεξικό μέχρι το Κουρδιστάν, από τους αβοριγίνες της Αυστραλίας μέχρι την αποικιοκρατούμενη Ελλάδα. Αυτή η αντίθεση διαπερνά οριζόντια το πολιτικό φάσμα, καθώς οι παλιοί Αριστεροί και Δεξιοί σήμερα έχουν διχαστεί ανάμεσα στα δύο καινούργια στρατόπεδα. Κοινό σημείο των Νεοταξικών είναι ο εθνομηδενισμός και η αποδοχή της σημασίας που δίνει το επιθετικό κεφάλαιο ως προς τη μετατροπή του ανθρώπου από πρόσωπο σε άτομο-καταναλωτή που δε θα εκφράζει στη δημόσια σφαίρα απόψεις, που τις προτιμήσεις του θα περιορίζει στον ιδιωτικό βίο. Στο δημόσιο απλά θα καταναλώνει. Και για να γίνει πιο καλός καταναλωτής, θα πρέπει να μην έχει «βαρίδια» δεσμών με την πατρίδα, την τάξη, την οικογένειά του.

Η παλιά αντίθεση λοιπόν εξυπηρετεί μόνο τις κατεστημένες πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες και τη συντηρούν, με πόλωση και εκατέρωθεν ύβρεις, τη στιγμή που όλοι είναι θιασώτες της μετατροπής της χώρας μας σε αποικία χρέους και της υποδούλωσής της στην αποικιοκρατική Δύση και τη Νεοοθωμανική Τουρκία. Η πραγματική αντίθεση αφορά όμως ακριβώς την αντίθεσή μας με αυτή την κατάσταση, την επιβολή προταγμάτων όπως η παραγωγική ανασυγκρότηση, η πνευματική αφύπνιση, η δημογραφική ανάκαμψη, η εθνική ανεξαρτησία.
Όσο βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι στις αντιπαραθέσεις των ντόπιων υπηρετών των δανειστών, είτε αυτοί είναι στην κυβέρνηση είτε στην αντιπολίτευση, προσφέρουμε κακή υπηρεσία στην πατρίδα μας. Πρέπει να βγούμε μπροστά ΤΩΡΑ, να στείλουμε στο περιθώριο τις δυνάμεις της Νέας Τάξης και να επαναπροσδιορίσομε το πολιτικό σκηνικό με βάση τα πραγματικά διακυβεύματα. Κι οι καταστάσεις μας πιέζουν. Θα προλάβουμε;

Οκτώβριος 19, 2016 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , | Σχολιάστε

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ Ή ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ

%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%ac%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%82

Υπάρχει ακόμα ο διαχωρισμός Αριστερά – Δεξιά; Κι αν υπάρχει, εκφράζει κάποια κυρίαρχη αντίθεση;
Νομίζουμε ότι η απάντηση στα ερωτήματα αυτά θα πρέπει να κρίνει και τη στάση του καθενός μας απέναντι στις καταιγιστικές εξελίξεις που έχουμε στην πατρίδα μας, στην περιοχή μας, στον κόσμο ολόκληρο.
Δε θα μπούμε σε συζητήσεις για το ποια είναι η γνήσια Αριστερά ή Δεξιά, αν υπάρχουν προδότες ή ερμηνείες αυθεντικές ή πιο αυθεντικές αυτών που πρεσβεύει η κάθε ιδεολογία. Η κοινοβουλευτική τους εκπροσώπηση αρκεί.
Η παγκοσμιοποίηση έχει δημιουργήσει νέα δεδομένα, που καθιστούν ανεπίκαιρη την αντίθεση Αριστεράς – Δεξιάς. Το κεφάλαιο πια επικεντρώνεται στο εμπόρευμα και στη δημιουργία ενός ανθρώπου – καταναλωτή, που θα είναι μόνος του, αν και σε δικτύωση με εκατομμύρια άλλους. Μόνος σημαίνει αδύναμος, ευάλωτος στην κυριαρχία της διαφήμισης, ανήμπορος να λειτουργήσει συλλογικά, σα μέλος μιας οικογένειας, ενός έθνους, μιας κοινωνικής τάξης ή ομάδας.
Ο νεοφιλελευθερισμός θέλει να είναι ο άνθρωπος άτομο, μόνο του, να μην έχει ρίζες. Μόνος θα καταναλώνει περισσότερο΄ μια πενταμελής οικογένεια μπορεί να έχει ένα πλυντήριο, μια τηλεόραση, αλλά αν κάθε μέλος της ζει μόνο του θα θέλει πέντε συσκευές αντί για μία.
Κοντά σ’ αυτό, οι ιδιαίτερες ταυτότητες ενοχλούν. Αποτελούν στοιχείο ενοποίησης, αντιστέκονται στη διάσπαση της κοινωνίας σε άτομα που προχωρούν παράλληλα δίχως να σμίγουν ποτέ.
Το νόμισμά του οικονομικού αυτού φιλελευθερισμού, που χρεώνεται στη Δεξιά, έχει ως άλλη όψη τον πολιτικό φιλελευθερισμό, που εκφράζει η Αριστερά: Το ατομικό δικαίωμα είναι ταμπού, η πολιτική ορθότητα το θεοποιεί. Μπορείς να είσαι παγανιστής, παιδεραστής, οτιδήποτε θέλεις, και το σύστημα θα σε προστατέψει. Δε μπορείς όμως να διεκδικείς συλλογικά δικαιώματα.
Σαν άτομο, το κεφάλαιο σε πηγαίνει όπου το εξυπηρετεί, είτε ως οικονομικό μετανάστη είτε ως επενδυτή. Οι τοπικές κοινωνίες πρέπει να υποστούν βίαια μετάλλαξη, οι ‘’χώρες’’ να γίνουν ‘’χώροι’’ δράσης του κεφαλαίου. Οι ρίζες που μας δένουν με τον τόπο μας, είναι συντηρητικά απολιθώματα και πρέπει να κοπούν. Οι νεοταξικοί διανοούμενοι πρεσβεύουν την ‘’ελευθερία’’ μας να επιλέγουμε τις ρίζες μας, δηλαδή να μην έχουμε ρίζες.
Όλη η ιδεολογική επιβολή της παγκοσμιοποίησης, στηρίζεται σε ωραίες λέξεις όπως η ‘’ελευθερία’’, το ‘’δικαίωμα’’ κλπ. Και τη δουλειά της εμπέδωσης των απόψεων της Νέας Τάξης, την έχει αναλάβει η Αριστερά σε όλο τον κόσμο, από τους πράσινους της Γερμανίας που βομβάρδιζαν τη Σερβία μέχρι τη μνημονιακή μας κυβέρνηση.

%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%ac%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%82-2
Κι εμείς, βρισκόμενοι σε ηθική παρακμή, σε καταστολή από τα διαρκή χτυπήματα, δεν έχουμε ακόμα επεξεργαστεί κάποια διέξοδο από τη θέση στην οποία βρισκόμαστε ηθικά, γεωπολιτικά, παραγωγικά, δημογραφικά, μεταναστευτικά (και ξένων προς τα εδώ και Ελλήνων προς τα έξω).
Εν μέρει υπάρχει δικαιολογία: Τα χτυπήματα έρχονται το ένα μέσα το άλλο κι εμείς δεν προλαβαίνουμε ν’ αντιδράσουμε. Αλλά συγχρόνως, δεν ενεργοποιούμαστε. Στρεφόμαστε σε όποιον πουλάει ελπίδα, από το Σύριζα μέχρι το Σώρρα, ενώ τη λύση, την όποια λύση θα τη φέρει μόνο η δική μας δράση. Πολλοί το συνειδητοποιούν, λίγοι κινούνται. Όμως ο καιρός δε μας περιμένει:
Αντίσταση ή Εξαφάνιση!

Σεπτεμβρίου 23, 2016 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , | 1 σχόλιο

ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

κατάλογος

Ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτὴν πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον ― ἐκεῖ ανάμεσα ἐσώζετο ἀκόμη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Δὲν ὑπῆρχε πλέον οἰκία ὀρθή, δὲν ὑπῆρχε στέγη καὶ ἄσυλον, εἰς ὅλον τὸ ὀροπέδιον ἐκεῖνο, παρὰ τὴν ἀπορρῶγα ἀκτήν. Μόνος ὁ μικρὸς ναΐσκος ὑπῆρχε, καὶ εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου ὁ Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας εἶχε κτίσει μικρὸν ὑπόστεγον, καλύβην μᾶλλον ἢ οἰκίαν, λαβὼν τὴν ξυλείαν, ὅσην ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ, καί τινας λίθους ἀπὸ τὰ τόσα τριγύρω ἐρείπια, διὰ νὰ στεγάζεται προχείρως ἐκεῖ καὶ καπνίζῃ ἀκατακρίτως τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν*, ἔξω τοῦ ναοῦ, ὁ φιλέρημος γέρων.

Ὁ ναΐσκος ἦτο ἰδιόκτητος· πρᾶγμα σπάνιον εἰς τὸν τόπον, λείψανον παλαιοῦ θεσμοῦ· ἦτον κτῆμα αὐτοῦ τοῦ γέροντος Φραγκούλα. Ὁ ἀξιότιμος πρεσβύτης, φέρων ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα προεστοῦ, ὡραῖον φέσι τοῦ Τουνεζίου, ἐπανωβράκι* τσόχινον, μὲ ζώνην πλατεῖαν κεντητήν, μακρὰν τσιμπούκαν μὲ ἠλέκτρινον μαμέν, καὶ κρατῶν μὲ τὴν ἀριστερὰν ἠλέκτρινον μακρὸν κομβολόγιον, δὲν ἦτο καὶ πολὺ γέρων, ὣς πενηνταπέντε χρόνων ἄνθρωπος. Κατήγετο ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτέραν καὶ πλέον γνησίως αὐτόχθονα οἰκογένειαν τοῦ τόπου. Ἦτον ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας εὐσταλής, ὑψηλός, λεπτὸς τὴν μέσην, μελαχροινός, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας τοῦ προσώπου, δασείας ὀφρῦς, ὀφθαλμοὺς μεγάλους, ὀγκώδη ρῖνα, χονδρὰ χείλη προέχοντα. Ἠγάπα πολὺ τὰ μουσικά, τά τε ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ ἐξωτερικά, ὑπῆρξε δὲ μὲ τὴν χονδρὴν ἀλλὰ παθητικὴν φωνήν του ψάλτης καὶ τραγουδιστὴς εἰς τὸν καιρόν του μέχρι γήρατος.

Τὴν Σινιώραν, ὡραίαν νέαν, λεπτοφυῆ, λευκοτάτην, τὴν εἶχε νυμφευθῆ ἀπὸ ἔρωτα. Ἤδη εἶχε συζήσει μαζί της ὑπὲρ τὰ εἴκοσι πέντε ἔτη, καὶ εἶχεν ἀποκτήσει τέσσαρας υἱοὺς καὶ τρεῖς θυγατέρας. Ἀλλὰ τώρα, εἰς τὸν οὐδὸν τοῦ γήρατος, δὲν συνέζη πλέον μαζί της.

Εἶχε χωρίσει ἅπαξ ἤδη, ἀφοῦ ἐγεννήθησαν τὰ τέσσαρα πρῶτα παιδία, δύο υἱοὶ καὶ δύο θυγατέρες· ὁ πρῶτος οὗτος χωρισμὸς διήρκεσεν ἐπί τινας μῆνας. Εἶτα ἐπῆλθε συνδιαλλαγὴ καὶ συμβίωσις πάλιν. Τότε ἐγεννήθησαν ἄλλα δύο τέκνα, υἱὸς καὶ θυγάτριον. Εἶτα ἐπῆλθε δεύτερος χωρισμός, ὑπὲρ τὸ ἔτος διαρκέσας. Μετὰ τὸν χωρισμόν, δευτέρα συνδιαλλαγη. Τότε ἐγεννήθη ὁ τελευταῖος υἱός. Ἀκολούθως ἐπῆλθε μακρὸς χωρισμὸς μεταξὺ τῶν συζύγων. Ὁ τελευταῖος οὗτος χωρισμός, μετὰ πολλὰς ἀγόνους ἀποπείρας συνδιαλλαγῆς, διήρκει ἤδη ἀπὸ τριῶν ἐτῶν καὶ ἡμίσεος. Δὲν ἦτο πλέον φόβος νὰ γεννηθοῦν ἄλλα τέκνα. Ἡ Σινιώρα ἦτον ὑπερτεσσαρακοντοῦτις ἤδη.

*
* *

Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, τῆς 13 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 186… ἐκάθητο μόνος, ὁλομόναχος, ἔξω τοῦ ναΐσκου, εἰς τὸ προαύλιον, ἔμπροσθεν τῆς καλύβης τὴν ὁποίαν εἶχε κτίσει, ἐκάπνιζε τὸ τσιμπούκι του, κ᾿ ἐρρέμβαζεν. Ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸν λουλὰν ἀνέθρῳσκε καὶ ἀνέβαινεν εἰς κυανοῦς κύκλους εἰς τὸ κενόν, καὶ οἱ λογισμοὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐφαίνοντο νὰ παρακολουθοῦν τοὺς κύκλους τοῦ καπνοῦ, καὶ νὰ χάνωνται μετ᾿ αὐτῶν εἰς τὸ ἀχανές, τὸ ἄπειρον. Τί ἐσκέπτετο;

Βεβαίως, τὴν σύζυγόν του, μὲ τὴν ὁποίαν ἦσαν εἰς διάστασιν, καὶ τὰ τέκνα του, τὰ ὁποῖα σπανίως ἔβλεπεν. Ἐσχάτως τοῦ εἶχον παρουσιασθῆ, πρώτην φορὰν εἰς τὴν ζωήν του, καὶ οἰκονομικαὶ στενοχωρίαι. Ὁ Φραγκούλας ἦτο μεγαλοκτηματίας. Εἶχε παμπόλλους ἐλαιῶνας, ἀμπέλια ἀρκετά, καὶ χωράφια ἀμέτρητα. Μόνον ἀπὸ τὸν ἀντίσπορον τῶν χωραφίων ἠμποροῦσε νὰ μὴν ἀγοράζῃ ψωμὶ δι᾿ ὅλου τοῦ ἔτους, αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του. Οἱ δὲ ἐλαιῶνες, ὅταν ἐκαρποφόρουν, ἔδιδον ἀρκετὸν εἰσόδημα. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ δὲν εἰργάζετο ποτὲ μόνος του, τὰ ἔξοδα «τὸν ἔτρωγαν»! Εἶτα αὐξανομένης τῆς οἰκογενείας, συνηυξάνοντο καὶ αἱ ἀνάγκαι. Καὶ ὅσον ηὔξανον τὰ ἔξοδα, τόσον τὰ ἔσοδα ἠλαττοῦντο. Ἦλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», ἀφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Εἶτα, διὰ πρώτην φοράν, ἔλαβεν ἀνάγκην μικρῶν δανείων. Δὲν ἐφαντάζετο ποτὲ ὅτι μία μικρὰ κάμπη ἀρκεῖ διὰ νὰ καταστρέψῃ ὁλόκληρον φυτείαν. Ἀπηυθύνθη εἰς ἕνα τοκογλύφον τοῦ τόπου.

Οἱ τοιοῦτοι ἦσαν ἄνθρωποι «φερτοί», ἀπ᾿ ἔξω, καὶ ὅταν κατέφυγον εἰς τὸν τόπον, ἐν ὥρᾳ συμφορᾶς καὶ ἀνεμοζάλης, κατὰ τὴν Μεγάλην Ἐπανάστασιν ἢ κατὰ τὰ ἄλλα κινήματα τὰ πρὸ αὐτῆς, ἀρχομένης τῆς ἑκατονταετηρίδος, κανεὶς δὲν ἔδωκε προσοχὴν καὶ σημασίαν εἰς αὐτούς.

Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ οἱ ἐντόπιοι εἶχον ἀποκλειστικὴν προσήλωσιν εἰς τὰ κτήματα, οὗτοι, οἱ ἐπήλυδες, ὡς πράττουσιν ὅλοι οἱ φύσει καὶ θέσει Ἑβραῖοι, ἔδωκαν ὅλην τὴν σημασίαν καὶ τὴν προσοχήν των εἰς τὰ χρήματα. Ἤνοιξαν ἐργαστήρια, μαγαζεῖα, κ᾿ ἐμπορεύοντο, κ᾿ ἐχρηματίζοντο. Εἶτα ἦλθεν ὥρα, ὅπως καὶ τώρα καὶ πάντοτε συμβαίνει, ὁπότε οἱ ἐντόπιοι ἔλαβον ἀνάγκην τῶν χρημάτων, καὶ τότε ἤρχισαν νὰ ὑποθηκεύουν τὰ κτήματα. Ἑωσότου παρῆλθε μία γενεά, ἢ μία καὶ ἡμίσεια, καὶ τὰ χρήματα ἐπέστρεψαν εἰς τοὺς δανειστάς, συμπαραλαβόντα μεθ᾿ ἑαυτῶν καὶ τὰ κτήματα.

Ἕως τότε δὲν εἶχε συλλογισθῆ τοιαῦτα πράγματα ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας, οὔτε τὸν ἔμελε ποτέ του περὶ χρημάτων. Ἀλλ᾿ ἐπ᾿ ἐσχάτων, εἶχε λάβει ἀνάγκην καὶ δευτέρου καὶ τρίτου δανείου, καὶ οἱ δανεισταὶ προθύμως τοῦ ἔδιδαν, ἀλλ᾿ ἀπῄτουν νὰ τοὺς καθιστᾷ ὑπέγγυα τὰ καλύτερα κτήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἕκαστον εἶχε, κατ᾿ αὐτὸν ἐκτιμητήν, δεκαπλασίαν ἀξίαν τοῦ ποσοῦ τοῦ δανειζομένου. Πλὴν φεῦ! αὐτὸς δὲν ἦτο ὁ μόνος καημός του…

Ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας δὲν ἐφόρει πλέον τὸ ὡραῖόν του μαῦρον φέσι, τὸ τουνεζιάνικον· ἔφερεν οἰκιακὸν μαῦρον σκοῦφον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς. Ἀλλ᾿ εὑρίσκετο σήμερον εἰς τὴν ἐξοχήν. Ἐὰν τὸν συνηντῶμεν τὴν προτεραίαν εἰς τὴν ἀγοράν, κάτω εἰς τὴν πολίχνην, θὰ ἐβλέπομεν ὅτι εἶχε βάψει μαῦρον τὸ φέσι του… Εἶχε πρόσφατον πένθος.

*
* *

«Ἄχ! Τό ᾽χασα, τὸ καημένο μ᾿, τὸ εὐάγωγο, τό ᾽χασα!»

Ὁ γερο-Φραγκούλης ἐστέναξε, καὶ εἶχε δίκαιον νὰ στενάξῃ. Τὸ καλύτερον κοράσιόν του, τὸ τρίτον, τὸ μικρότερον, δεκατετραετὲς μόλις τὴν ἡλικίαν ―τὸ ὁποῖον εἶχε γεννηθῆ κατά τι διάλειμμα ἔρωτος μεταξὺ δύο χωρισμῶν― τοῦ εἶχεν ἀποθάνει πρὸ ὀλίγων μηνῶν…

Καὶ αὐτὸς ἦλθεν εἰς τὴν Παναγίαν, διὰ νὰ κλαύσῃ καὶ νὰ πῇ τὸν πόνον του. Ἦτον κτῆμά του ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Τὸ ἐκκλησίδιον ἦτον εὐπρεπέστατον, ὡραῖα στολισμένον καὶ εἶχε καλὰς εἰκόνας, καὶ μάλιστα τὴν φερώνυμον, τὴν γλυκεῖαν Παναγίαν τὴν Πρέκλαν, σκαλιστὸν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλεον καὶ μανουάλια ὀρειχάλκινα, κανδήλια ἀργυρᾶ. Ἔφερε πάντοτε ὁ ἰδιοκτήτης μαζί του τὴν βαρεῖαν ὑπερμεγέθη κλεῖδα τῆς δρυΐνης θύρας τῆς στερεᾶς, καὶ δὲν ἔλειπε συχνὰ νὰ ἐπισκέπτεται τὴν Παναγίαν του· ἱερόσυλος εὐτυχῶς κανεὶς ἀκόμη δὲν εἶχεν ἀναφανῆ εἰς τὰ μέρη αὐτά.

Ἦτον ἡ προπαραμονὴ τῆς ἑορτῆς, ὅτε θὰ ἐτελεῖτο πανήγυρις εἰς τὸν ναΐσκον, τιμώμενον ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς Κοιμήσεως. Θὰ ἤρχοντο ἀπὸ τὸν τόπον πολλαὶ οἰκογένειαι καὶ ἄτομα, δωδεκάδες τινὲς προσκυνητῶν καὶ πανηγυριστῶν, καὶ ὁ παπα-Νικόλας, ὁ συμπέθερός του. Εἰς τὸν παπα-Νικόλαν ὁ Φραγκούλας ἔδιδε διὰ τὸν κόπον του ἓν τάλληρον, περιπλέον δὲ εἰσέπραττεν ὁ παπὰς διὰ λογαριασμόν του τὰς δεκάρας, ὅσας ἔδιδαν αἱ γυναῖκες «διὰ νὰ γράψουν τὰ ὀνόματα» ἢ τὰ «ψυχοχάρτια».

Ὅλα τ᾿ ἄλλα, προσφοράς, ἀρτοκλασίας, πώλησιν κηρίων, κτλ. τὰ εἰσέπραττεν ὁ Φραγκούλας ὡς εἰσόδημα ἰδικόν του…

Καὶ τώρα τοὺς ἐπερίμενε νὰ ἔλθουν πάλιν… καὶ ἀνελογίζετο πῶς ἄλλοτε, ὅταν ἦτον νέος ἀκόμη, μετὰ τὸν πρῶτον χωρισμὸν ἀπὸ τὴν γυναῖκά του, ἡ πανήγυρις αὐτὴ τῆς Παναγίας τῆς Κοιμήσεως ἔγινεν ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐπέλθῃ συνδιαλλαγὴ μετὰ τῆς γυναικός του. Κατόπιν τῆς συνδιαλλαγῆς ἐκείνης ἐγεννήθη ὁ τρίτος υἱός, καὶ τὸ Κουμπώ, τὸ θυγάτριον τὸ ὁποῖον ἐθρήνει τώρα ὁ γερο-Φραγκούλας…

«Τό ᾽χασα τὸ καημένο μου, τὸ εὐάγωγο, τό ᾽χασα!…»

Ὤ, δὲν ἐλυπεῖτο τώρα τόσον πολὺ τὸν ἀπὸ τῆς γυναικός του χωρισμόν ―τὴν ὁποίαν ἄλλως τρυφερῶς ἠγάπα― ὅσον ἐθρήνει τὴν σκληρὰν ἀπώλειαν ἐκείνην τῆς κορασίδος, τὴν ὁποίαν εἰς τὸν ἄλλον κόσμον ἤλπιζε μόνον νὰ ἐπανεύρῃ… Καὶ κατενύσσετο πολὺ ἡ καρδία του κ᾿ ἐθλίβετο… Καὶ ἀνελογίσθη ὅτι τὸ πάλαι ἐδῶ οἱ χριστιανοί, ὅσοι ἦσαν ὡς αὐτὸς τεθλιμμένοι, εἰς τὸν ναΐσκον αὐτὸν τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας, ἤρχοντο τὰς ἡμέρας αὐτὰς νὰ εὕρωσι, διὰ τῆς ἐγκρατείας καὶ τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ ἱεροῦ ᾄσματος, ἀναψυχὴν καὶ παραμυθίαν… Τὸν παλαιὸν καιρόν, πρὸ τοῦ Εἰκοσιένα, ὅταν τὸ σήμερον ἔρημον καὶ κατηρειπωμένον χωρίον ἐκατοικεῖτο ἀκόμη, ὅλοι οἱ κάτοικοι καὶ τῶν δύο ἐνοριῶν ἤρχοντο εἰς τὸν ναὸν τῆς Πρέκλας, ὅστις ἦτο ἁπλοῦν παρεκκλήσιον, ν᾿ ἀκούσωσι τὰς ψαλλομένας Παρακλήσεις, καθ᾿ ὅλον τὸν Δεκαπενταύγουστον…

Ἄφησεν εἰς τὴν ἄκρην τὸ τσιμπούκι, τὸ ὁποῖον εἶχε σβήσει ἤδη ἀνεπαισθήτως, ἐν μέσῳ τῆς ἀλλοφροσύνης καὶ τῶν ρεμβασμῶν τοῦ καπνιστοῦ, καὶ ἀκουσίως ἤρχισε νὰ ὑποψάλλῃ.

κατάλογος 2

Ἔλεγε τὸν Μέγαν Παρακλητικὸν κανόνα τὸν εἰς τὴν Παναγίαν, ὅπου διεκτραγῳδοῦνται τὰ παθήματα καὶ τὰ βάσανα μιᾶς ψυχῆς, καὶ τὴν σειρὰν ὅλην τῶν κατανυκτικῶν ὕμνων, ὅπου εἷς βασιλεὺς Ἕλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, ἀπὸ Λατίνους καὶ Ἄραβας καὶ τοὺς ἰδικούς του, διεκτραγῳδεῖ πρὸς τὴν Παναγίαν τοὺς ἰδίους πόνους του, καὶ τοὺς διωγμοὺς ὅσους ὑπέφερεν ἀπὸ τὰ στίφη τῶν βαρβάρων, τὰ ὁποῖα ὀνομάζει νέφη.

Εἶτα, κατὰ μικρόν, ἀφοῦ εἶπεν ὅσα τροπάρια ἐνθυμεῖτο ἀπὸ στήθους, ὕψωσεν ἀκουσίως τὴν φωνήν, καὶ ἤρχισε νὰ μέλπῃ τὸ ἀθάνατον ἐκεῖνο:

«Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε,
Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ, κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα.
Καὶ σύ, Υἱὲ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα».

… Καὶ εἶτα προσέτι, παρεκάλει διὰ τοῦ ᾄσματος τὴν Παναγίαν, νὰ εἶναι μεσίτρια πρὸς τὸν Θεόν, «μὴ μοῦ ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων…» Ὤ, αὐτὸ εἶχε τὴν δύναμιν καὶ τὸ προνόμιον νὰ κάμνῃ πολλὰ ζεύγη ὀφθαλμῶν νὰ κλαίωσι τὸν παλαιὸν καιρόν, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἔκλαιον ἀκόμη ἑκούσια δάκρυα ἐκ συναισθήσεως…

Ὁ γερο-Φραγκούλας ἐπίστευε καὶ ἔκλαιεν… Ὤ, ναί, ἦτον ἄνθρωπος ἀσθενής· ἠγάπα καὶ ἡμάρτανε καὶ μετενόει… Ἠγάπα τὴν θρησκείαν, ἠγάπα καὶ τὴν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα του, ἐπόθει ἀκόμη τὸν συζυγικὸν βίον, ἐπόθει καὶ τὸν βίον τὸν μοναχικόν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχεν ἀγαπήσει ἐξ ὅλης καρδίας τὴν Σινιωρίτσαν του… καὶ τὴν ἠγάπα ἀκόμη. Ἀλλ᾿ ὅσον τρυφερὸς ἦτο εἰς τὸν ἔρωτα, τόσον εὐεπίφορος εἰς τὸ πεῖσμα, καὶ τόσον γοργὸς εἰς ὀργήν. Ὤ! ἀτέλειαι τῶν ἀνθρώπων.

Τώρα, εἰς τοὺς τελευταίους χρόνους, εἶχε γνωρίσει ἀκόμη καὶ τὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, τὸ παράπονον τῆς ξεπεσμένης ἀρχοντιᾶς, τὰς πιέσεις καὶ τὰς ἀπειλὰς τῶν τοκογλύφων. «Τὸ διάφορο, κεφάλι*! τὸ διάφορο, κεφάλι!» Ἐπὶ τέσσαρας ἐνιαυτοὺς ἦτο ἀφορία, αἱ ἐλαῖαι δὲν ἐκαρποφόρησαν· ὁ καρπὸς εἶχε προσβληθῆ ἀπὸ ἄγνωστον ἀσθένειαν, διὰ τὰς ἁμαρτίας τῶν ἰδιοκτητῶν. Εἶχαν κιτρινίσει καὶ μαυρίσει αἱ ἐλαῖαι, καὶ ἦσαν γεμᾶται ἀπὸ βοῦλες, καὶ εἶχαν πέσει ἄκαιρα. Τόσα «ὑποστατικά», τόσα «μούλκια»*, τόσο «βιός», ἀγύριστα* κτήματα, σχεδὸν τσιφλίκια, ἠπειλοῦντο νὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας τῶν τοκογλύφων. ― Ἐγέννα ἢ ὄχι ἡ γῆ, ἐκαρποφόρουν ἢ ὄχι τὰ δένδρα, ὁ τόκος δὲν ἔπαυε. Τὰ κεφάλαια «ἔτικτον». Ἔπαυσε νὰ τίκτῃ ἡ γόνιμος (ὅπως λέγει ὁ Ἅγ. Βασίλειος), ἀφοῦ τὰ ἄγονα ἤρχισαν κ᾿ ἐξηκολούθουν νὰ τίκτουν…

Ἀνελογίζετο αὐτά, κ᾿ ἔκλαιεν ἡ ψυχή του. Δὲν ἤλπιζε πλέον, οὔτε ηὔχετο σχεδόν, νὰ ἤρχετο ἡ Σινιωρίτσα αὔριον, εἰς τὴν πανήγυριν, ὅπως ἤρχετο τακτικὰ κάθε χρόνον, ἄλλοτε, ὅταν ἦσαν «μονοιασμένοι» ― ὅπως εἶχεν ἔλθει καὶ ἅπαξ, εἰς καιρὸν ὁποὺ εὑρίσκοντο χωρισμένοι, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν… Τώρα μόνον ἡ ψυχὴ τῆς Κούμπως, τῆς ἀθῴας μικρᾶς παρθένου, εἴθε νὰ παρίστατο ἀοράτως εἰς τὴν πανήγυριν, ἀγαλλομένη.

Ὤ! ἄλλοτε, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν, πρὶν γεννηθῇ ἀκόμη ἡ Κούμπω ― ναί, ἡ Παναγία εἶχε δωρήσει τὸ ἁβρὸν ἐκεῖνο ἄνθος εἰς τὸν Φραγκούλην καὶ τὴν Σινιώραν, καὶ ἡ Παναγία πάλιν τὸ εἶχε δρέψει καὶ τὸ εἶχεν ἀναλάβει πλησίον της, πρὶν μολυνθῇ ἐκ τῆς ἐπαφῆς τῶν ματαίων τοῦ κόσμου… Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχε συμβῆ ὁ πρῶτος χωρισμός, τὸ πρῶτον πεῖσμα, τὸ πρῶτον κάκιωμα μεταξὺ τῶν συζύγων. Καὶ ὁ Φραγκούλης, θυμώδης, ὀξύχολος, δριμύς, εἶχεν ἀναβῆ, ὅπως τώρα, ἀπὸ τὴν πολίχνην τὴν κατοικημένην εἰς τὸ παλαιὸν χωρίον τὸ ἔρημον, τοῦ ὁποίου ἐσώζοντο τότε ἀκόμη ὀλίγισται οἰκίαι, καὶ δὲν ἦτο ἐρείπιον ὅλον, ὅπως σήμερον. Καὶ καθὼς τώρα, εἶχεν ἔλθει δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς ἑορτῆς εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Πρέκλας, ἐκάθητο δὲ εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ναΐσκου κ᾿ ἐκάπνιζε τὸ μακρὸν τσιμπούκι μὲ τὸ ἠλέκτρινον ἐπιστόμιον. Πλὴν τότε τὸ φέσι του ἦτο κατακόκκινον, καὶ τώρα ἐφόρει μαῦρον σκοῦφον… Καὶ τότε ὁ Φραγκούλης ἦτον σαράντα χρόνων, καὶ τώρα ἦτον πενηνταπέντε… Τότε ἔτρεφε πεῖσμα καὶ χολήν, ἀλλ᾿ εἶχε πολὺ περισσότερον καὶ βαθύτερον συζυγικὸν ἔρωτα, καὶ μόνον νύξιν ἤθελεν· ἦτον ἕτοιμος νὰ συγχωρήσῃ· καὶ ν᾿ ἀγαπήσῃ… Ἀλλὰ τώρα δὲν ἔχει πλέον οὔτε πεῖσμα σχεδὸν οὔτε ὀργήν, ἠγάπα τὴν Σινιώραν, τὴν ἐπόνει, ἀλλ᾿ ἔκλαιε πολὺ περισσότερον διὰ τὸ θυγάτριόν του, τὸ Κουμπώ, «τὸ καημένο, τὸ εὐάγωγο!»

Ἐκείνην τὴν φοράν, ὁ παπα-Νικόλας, ἅμα ἔφθασε τὴν παραμονήν, ἀκολουθούμενος ἀπὸ πλῆθος προσκυνητῶν διὰ τὴν πανήγυριν, ἐστάθη πλησίον τῆς θύρας τοῦ ναοῦ, παρὰ τὴν γωνίαν, καὶ τοῦ εἶπε μυστηριωδῶς:

― Θά ᾽χῃς μουσαφιρλίκια, θαρρῶ.

― Τί τρέχει, παπά; ἠρώτησε μειδιῶν ὁ Φραγκούλας, ὅστις ἐμάντευσε πάραυτα.

― Θὰ σοῦ ἔλθῃ τ᾿ ἀσκέρι… Κοίταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα, χωρὶς πείσματα…

Ὁ παπάς, ἀσκέρι λέγων, ἐννοοῦσε προφανῶς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Φραγκούλα· ἀλλὰ τάχα μόνον τὰ παιδία τὰ δύο μεγαλύτερα ἐκ τῶν τεσσάρων; ― καθόσον τὰ ἄλλα δύο τὰ μικρά, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ κουβαληθοῦν εἰς διάστημα τριῶν ὡρῶν ὁδοιπορίας χωρὶς τὴν μητέρα των. Ὁ Φραγκούλης ἠθέλησε νὰ βεβαιωθῇ.

― Θά ᾽ρθῃ μαζὶ κ᾿ ἡ μάννα τους;

― Βέβαια… πιστεύω, εἶπεν ὁ παπάς.

*
* *

Τῷ ὄντι, ὅταν ἐβράδιασε καλά, καὶ ἤρχισε νὰ σκοτεινιάζῃ, ἡ κυρα-Σινιώρα ἦλθε, μαζὶ μὲ τὴν γραῖαν μητέρα της, καὶ μὲ τὰ τέσσαρα παιδιά της, ἐν συνοδίᾳ καὶ ἄλλων προσκυνητριῶν, γειτονισσῶν ἢ συγγενῶν της. Ἀπὸ πολλῶν μηνῶν δὲν εἶχεν ἰδεῖ τὸν σύζυγόν της, ὅστις εἶχε κατοικήσει χωριστά, ― εἰς εὐτελὲς δωμάτιον, χάριν ταπεινώσεως, τὸ ὁποῖον ὠνόμαζε «τὸ κελλί του», καὶ ἔζη ἀπὸ μηνῶν ὡς καλόγηρος. Ἐπλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα· ὁ Φραγκούλης ἵστατο ἐκεῖ, παραπέρα ἀπὸ τὴν θύραν τῆς ἐκκλησίας, κ᾿ ἔκαμνε πὼς ἔβλεπεν ἀλλοῦ, καὶ πὼς ἐπρόσεχεν εἴς τινα ὁμιλίαν περὶ ἀγροτικῶν ὑποθέσεων, μεταξὺ δύο ἢ τριῶν χωρικῶν.

Ἡ Σινιώρα εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναΐσκον, ἐπροσκύνησεν, ἐκόλλησε κηρία, καὶ ἠσπάσθη τὰς εἰκόνας. Εἶτα, μετά τινα ὥραν, ἐξῆλθεν. Ἐπλησίασε συνεσταλμένη, κ᾿ ἐχαιρέτισε τὸν σύζυγόν της. Οὗτος ἔτεινε πρὸς αὐτὴν τὴν χεῖρα, καὶ ἠσπάσθη φιλοστόργως τὰ τέκνα του.

Ἤδη ἐνύκτωνε, καὶ ἐψάλη ὁ Μικρὸς Ἑσπερινός. Ἀκολούθως, μετὰ τὸ λιτὸν σαρακοστιανὸν τὸ ὁποῖον ἔφαγον κατὰ ὁμάδας καθίσαντες οἱ διάφοροι προσκυνηταί, ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, ἐπὶ τῶν χόρτων καὶ τῶν ἐρειπίων, ὁ Φραγκούλης ἡτοίμασεν ἰδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον, πρόχειρον, κατὰ μίμησιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα συνηθίζονται εἰς τὰ μοναστήρια, καὶ φέρων τρεῖς γύρους περὶ τὸν ναόν, τὸ ἔκρουσε μόνος του, πρῶτον εἰς τροχαϊκὸν ρυθμόν, «τὸν Ἀδάμ, Ἀδάμ, Ἀδάμ!» εἶτα εἰς ἰαμβικόν, «τὸ τάλαντον! τὸ τάλαντον!»

Εὐθὺς τότε, τὰ δύο παιδία τοῦ Φραγκούλα, καὶ πέντε ἢ ἓξ ἄλλοι μικροὶ μοσχομάγκαι, ἀνερριχήθησαν ἐπάνω εἰς τὴν στέγην τοῦ ναοῦ, ἄνωθεν τῆς θύρας, καὶ ἤρχισαν νὰ βαροῦν τρελά, ἀλύπητα, ἀχόρταστα, τὸν μικρὸν μισορραγισμένον κώδωνα, τὸν κρεμάμενον ἀπὸ δύο διχαλωτῶν ξύλων ἐκεῖ ἐπάνω. Ὕστερον ἀπὸ πολλὰς φωνάς, μαλώματα καὶ ἐπιπλήξεις τοῦ Φραγκούλα, τοῦ μπαρμπα-Δημητροῦ τοῦ ψάλτου, καὶ τοῦ Παναγιώτου τῆς Ἀντωνίτσας (ἑνὸς καλοῦ χωρικοῦ, ὅστις δὲν ἐκουράζετο νὰ τρέχῃ εἰς ὅλα τὰ ἐξωκκλήσια, καὶ νὰ κάμνῃ «κουμάντο», ἑωσοῦ ἐπὶ τέλους ἡ Δημαρχία ἠναγκάσθη νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ ὡς ἰσόβιον ἐπίτροπον ὅλων τῶν ἐξοχικῶν ναῶν), τὰ παιδία μόλις ἔπαυσαν ὀψέποτε νὰ κρούουν τὸν κώδωνα, κ᾿ ἐξεκόλλησαν τέλος ἀπὸ τὴν στέγην τοῦ ναΐσκου. Ὁ παπα-Νικόλας ἔβαλεν εὐλογητόν, καὶ ἤρχισεν ἡ ἀκολουθία τῆς Ἀγρυπνίας.

Ὁ Φραγκούλας ἦτο τόσον εὐδιάθετος ἐκείνην τὴν ἑσπέραν, ὥστε ἀπὸ τοῦ «Ἐλέησόν με ὁ Θεός», τῆς ἀρχῆς τοῦ Ἀποδείπνου, μέχρι τοῦ «Εἴη τὸ ὄνομα», εἰς τὸ τέλος τῆς Λειτουργίας ―ὅπου ἡ παννυχὶς διήρκεσεν ὀκτὼ ὥρας ἄνευ διαλείμματος― ὅλα τὰ ἔψαλε καὶ τὰ ἀπήγγειλε μόνος του ἀπὸ τοῦ δεξιοῦ χοροῦ, μόλις ἐπιτρέπων εἰς τὸν κὺρ Δημητρόν, τὸν κάτοχον τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ, νὰ λέγῃ κι αὐτὸς ἀπὸ κανένα τροπαράκι, διὰ νὰ ξενυστάξῃ. Ἔψαλε τὸ «Θεαρχίῳ νεύματι» καὶ εἰς τοὺς ὀκτὼ ἤχους μοναχός του, προφάσει ὅτι ὁ κὺρ Δημητρὸς «δὲν εὕρισκεν εὔκολα τὸν ἦχον», ἤτοι δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβῇ ἀβιάστως καὶ ἄνευ χασμωδίας ἀπὸ ἤχου εἰς ἦχον. Εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ, μοναχός του ἐδιάβασε τὸ Συναξάρι, καί, χωρὶς νὰ πάρῃ ἀνασασμόν, μοναχός του πάλιν ἤρχισε τὸν Ἑξάψαλμον. Ἔψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Ἀναβαθμοὺς καὶ προκείμενα, εἶτα ὅλον τὸ «Πεποικιλμένη» ἕως τὸ «Συνέστειλε χορός», καὶ ὅλον τὸ «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου» ἕως τὸ «Δέχου παρ᾿ ἡμῶν». Εἶτα ἔψαλεν Αἴνους, Δοξολογίαν, ἐδιάβασεν Ὥρας καὶ Μετάληψιν, πρὸς χάριν ὅλων τῶν ἡτοιμασμένων διὰ τὴν Θείαν Κοινωνίαν, καὶ εἰς τὴν Λειτουργίαν πάλιν ὅλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, τὸ Χερουβικόν, τὸ «Αἱ γενεαὶ πᾶσαι», τὸ Κοινωνικόν, κτλ. κτλ.

Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐνθυμεῖτο ἀκόμη, ὡς νὰ ἦτον χθές, ὁ γερο-Φραγκούλας, καὶ εἶχον παρέλθει δεκαπέντε ἔτη ἔκτοτε. Ἀκόμη καὶ μικρά τινα φαιδρὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὴν Λιτήν, μικρὸν πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, κατὰ τὴν ἔξοδον τῆς ἱερᾶς εἰκόνος εἰς τὸ ὕπαιθρον. Ἐπειδὴ αἱ γυναῖκες εἶχαν κολλήσει πολλὰ καὶ χονδρὰ κηρία, τὰ πλεῖστα ἔργα αὐτῶν τῶν ἰδίων χειρομάλακτα, τὰ δὲ κηρία συμπλεκόμενα εἰς δέσμας καὶ περιπλοκάδας ἀπὸ τὸν Παναγιώτην τῆς Ἀντωνίτσας, τὸν πρόθυμον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἱερᾶς πανηγύρεως, εἶχαν λαμπαδιάσει, εἰς μίαν στιγμὴν ὀλίγον ἔλειψε νὰ πάρῃ φωτιὰν τὸ φελόνι τοῦ παπᾶ, εἶτα καὶ τὸ γένειόν του. Τότε ὁ Παναγιώτης τῆς Ἀντωνίτσας, μὴ εὑρίσκων ἄλλο προχειρότερον μέσον, ἥρπαζε τὰς ὀγκώδεις δέσμας τῶν φλεγόντων κηρίων, τὰς ἔφερε κάτω εἰς τὸ ἔδαφος, κ᾿ ἐπάτει δυνατὰ μὲ τὰ τσαρούχια του διὰ νὰ τὰ σβήσῃ. Αἱ γυναῖκες δυσφοροῦσαι ἐγόγγυζον, νὰ μὴν πατῇ τὰ κηριά, γιατὶ εἶναι κρῖμα.

Τότε εἷς τῶν παρεστώτων, υἱὸς πλουσίου τοῦ τόπου, ἀπὸ ἐκείνους οἵτινες εἰς τὸ ὕστερον κατέστησαν δανεισταὶ τοῦ Φραγκούλα ―καὶ ὅστις ἐλέγετο ὅτι ἐμελέτα εἰς τὰς ἐκλογὰς νὰ βάλῃ κάλπην ὡς ὑποψήφιος δήμαρχος― ἠκούσθη νὰ λέγῃ ὅτι πρέπει νὰ μάθουν νὰ κάμνουν «οἰκονομία, οἰκονομία στὰ κηριά! ἡ νύχτα μεγαλώνει… ἰσημερία τώρα, κοντεύει… ἔχει νύχτα…»

Ἀλλ᾿ αἱ γυναῖκες, ἐνῷ ἤξευραν, καλύτερα ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅλας τὰς οἰκονομίας τοῦ κόσμου, δὲν ἐννοοῦσαν τί θὰ πῇ «οἰκονομία στὰ κηριά», ἀφοῦ ἅπαξ εἶναι ἀγορασμένα καὶ πληρωμένα, καὶ εἶναι μελετημένα καὶ ταμένα ἐξ ἅπαντος νὰ καοῦν, διὰ τὴν χάριν τῆς Παναγίας. Μία ἀπ᾿ αὐτάς, γερόντισσα, ἀνεπόλησε κάτι τι δι᾿ ἕνα θαῦμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ τὸ συναξάρι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ὅπου ὁ Ἅγιος, εἰς τὴν Σαλονίκην, ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸν νεωκόρον, ἔχοντα τὴν μανίαν νὰ σβήνῃ μισοκαμένα τὰ κηριά ― καὶ ἡ γερόντισσα ἤρχισε νὰ τὸ διηγῆται χθαμαλῇ τῇ φωνῇ εἰς τὴν πλησίον της: «Ἀδελφὲ Ὀνήσιμε, ἄφες νὰ καοῦν τὰ κηρία, ὅσα προσφέρουν οἱ χριστιανοί, καὶ μὴ ἁμαρτάνῃς…»

Τὴν ἰδίαν ὥραν συνέβη καὶ τοῦτο. Ἐνῷ ὁ παπὰς ἀπήγγελλε τὰς μακρὰς αἰτήσεις τῆς Λιτῆς, ἐπισυνάπτων καὶ τὰ ὀνόματα ὅλα, ζωντανὰ καὶ πεθαμένα, ὅσα τοῦ εἶχον ὑπαγορεύσει ἀφ᾿ ἑσπέρας αἱ εὐλαβεῖς προσκυνήτριαι, ὁ Φραγκούλης ἔψαλλε μεγαλοφώνως τὸ τριπλοῦν «Κύριε Ἐλέησον» μὲ τὴν χονδρὴν φωνήν του, καὶ μὲ ὅλον τὸ πάθος τῆς ψαλτικῆς του. Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἐφαίνετο νὰ εἶχε πειραχθῆ ὀλίγον, ἴσως διότι ὁ Φραγκούλας ἐν τῇ ψαλτομανίᾳ του δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ πῇ κ᾿ ἐκεῖνος ἕνα τροπαράκι σωστό (διότι ἅμα ἤρχιζεν ὁ Δημητρὸς τὸ δικό του, ὁ Φραγκούλας, μὲ τὴν γερήν, κεφαλικὴν φωνήν του, ἐκθύμως συνέψαλλε, τοῦ ἥρπαζε τὴν πρωτοφωνίαν, καὶ ὑπέτασσε καὶ ἐκάλυπτε τὴν ἀσθενῆ καὶ τερετίζουσαν φωνὴν ἐκείνου), ἔλαβε τὸ θάρρος νὰ τοῦ κάμῃ παρατήρησιν.

― Πιὸ σιγά, πιὸ ταπεινά, κὺρ Φραγκούλη· σιγανώτερα νὰ τὸ λὲς τὸ Κύριε ἐλέησον, γιατὶ δὲν ἀκούονται τὰ ὀνόματα, καὶ θέλουν οἱ γυναῖκες νὰ τ᾿ ἀκοῦνε.

Εἶχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αἱ γυναῖκες ἀπῄτουν νὰ λέγωνται ἐκφώνως τὰ ὀνόματα, ὅσα εἶχαν εἰπεῖ εἰς τὸν παπὰν νὰ γράψῃ. Ἐννοοῦσαν νὰ τ᾿ ἀκούῃ κι ὁ Θεὸς κ᾿ ἡ Παναγία κι ὅλος ὁ κόσμος. Ἡ καθεμία ἤθελε ν᾿ ἀκούσῃ «τὰ δικά της τὰ ὀνόματα», καὶ νὰ τ᾿ ἀναγνωρίσῃ, καθὼς ἀπηγγέλλοντο ἀραδιαστά. Ἄλλως θὰ εἶχαν παράπονα κατὰ τοῦ παπᾶ, κι ὁ παπὰς ἂν ἤθελε νὰ φάγῃ κι ἄλλοτε, εἰς τὸ μέλλον, προσφορές, ὤφειλε νὰ τὰ ἔχῃ καλὰ μὲ τὶς ἐνορίτισσες.

Τότε ἡ Ἀργυρή, ἡ πρωτότοκος τοῦ Φραγκούλα, οὖσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθὼς ἔστεκε πλησίον εἰς τὸν πατέρα της, ἐψήλωσεν ὀλίγον διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ οὖς του, καὶ τοῦ λέγει κρυφά:

― Πατέρα, ἄφησε καὶ τὸν μπαρμπα-Δημητρὸ νὰ ψάλῃ «Κύριε ἐλέησον».

Τοῦτο ἦτο ὡς ἔμπνευσις καὶ βοήθημα διὰ τὸν Φραγκούλην. Ἐπειδὴ οὗτος δὲν ἤθελε φανερὰ νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν σχεδὸν αὐθάδη παραίνεσιν τοῦ Δημητροῦ, καὶ πάλιν δὲν ἤθελε νὰ δείξῃ ὅτι ἐθύμωσεν, ἐστράφη πρὸς τὸν καλὸν γέροντα, καὶ τοῦ λέγει:

― Πέ, Δημητρό, σαράντα φορὲς τὸ «Κύριε ἐλέησον».

Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἂν καὶ εἶχε γηράσει, δὲν εἶχε μάθει ἀκόμη καλὰ τὰ Τυπικά, καὶ δὲν ἤξευρεν ἀκριβῶς πότε κατὰ τὴν Λιτὴν τὸ Κύριε ἐλέησον λέγεται τρὶς καὶ πότε τεσσαρακοντάκις, ἤρχισε πράγματι νὰ τὸ ψάλλῃ σαράντα φορές, ὥστε ὁ παπὰς ἐβιάσθη ν᾿ ἀπαγγείλῃ ραγδαίως καὶ ἀθρόα τὰ τελευταῖα ὀνόματα, καί, διὰ νὰ εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν ψάλτην, ἤρχισε πρὸ τῆς ὥρας νὰ λέγῃ: «…ὑπὲρ τοῦ διαφυλαχθῆναι… ἀπὸ λιμοῦ, λοιμοῦ, σεισμοῦ, καταποντισμοῦ, πυρός, μαχαίρας» καὶ τὰ ἑξῆς.

*
* *

Τέλος, μετὰ τὴν λειτουργίαν, ὁ παπάς, ὁ Φραγκούλας καὶ ἡ οἰκογένειά του, καὶ ὀλίγοι φίλοι, ἐκάθισαν κ᾿ ἔφαγαν ὁμοῦ καὶ ηὐφράνθησαν, καὶ τὴν ἑσπέραν ὁ Φραγκούλης ἐπανήρχετο, εἰρηνικῶς καὶ μὲ ἀγάπην, μετὰ τῆς συζύγου καὶ τῶν τέκνων του, ὑπὸ τὴν οἰκιακὴν στέγην.

Πρὶν παρέλθῃ ἔτος, ἐγεννήθη ἡ Κούμπω. Ἡ κόρη αὕτη, πλάσμα χαριτωμένον καὶ συμπαθές, ἀνετρέφετο καὶ ἡλικιοῦτο, ἐγίνετο τὸ χάρμα καὶ ἡ παρηγορία τοῦ πατρός της. Δὲν εἶχε μόνον νοημοσύνην πρώιμον, ἀλλὰ κάτι ἄλλο παράδοξον γνώρισμα, οἱονεὶ χαρακτῆρα φρονίμου γυναικὸς εἰς ἡλικίαν παιδίσκης. Ὕστερον, μετὰ χρόνους, ὅταν ἐπῆλθεν ὁ δεύτερος χωρισμός, ἡ Κούμπω, ὀκταέτις τότε, ἔτρεχε πλησίον τοῦ πατρός της, εἰς τὸ «κελλί του», ὅπου κατῴκει εἰς τὴν ἀνωφερῆ ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης, καὶ τὸν ἐγέμιζε περιποιήσεις καὶ τρυφερότητας.

Αὐτὴ μόνη ἐδέχετο προθύμως τοὺς πατρικοὺς χαλινούς, ἐνῷ τὰ ἄλλα τέκνα δὲν ἤρχοντο ποτὲ πλησίον τοῦ πατρός των, καὶ διὰ τοῦτο ἐκεῖνος τὴν ὠνόμαζε «τὸ εὐάγωγο». Καθημερινῶς ἔτρεχε νὰ τὸν εὕρῃ, καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τὸν παρακαλῇ:

―Ἔλα, πατέρα, στὸ σπίτι· μὴ μᾶς ἀφήσῃς, λέγ᾿ ἡ μητέρα, ζωνταρφανά*.

Μίαν τῶν ἡμερῶν ἔτρεξε δρομαία, φαιδρά, καὶ πνευστιῶσα τοῦ εἶπε:

― Τά ᾽μαθες, πατέρα;… Θὰ παντρέψουμε τ᾿ Ἀργυρώ μας… Ἔλα στὸ σπίτι, γιατὶ δὲν εἶναι πρέπο, λέγει ἡ μητέρα, νὰ εἶστε χωρισμένοι ἐσεῖς, ποὺ θὰ παντρευτῇ τ᾿ Ἀργυρώ μας… γιὰ νὰ μὴν κακιώση ὁ γαμπρός!…

Τῷ ὄντι ὁ Φραγκούλας ἐπείσθη, κ᾿ ἐφιλιώθη μὲ τὴν σύζυγόν του. Ἠρραβώνισαν τὴν Ἀργυρώ, εἶτα μετ᾿ ὀλίγους μῆνας τὴν ἐστεφάνωσαν… Εἶτα πάλιν ἐπῆλθε τρίτος χωρισμὸς μεταξὺ τοῦ παλαιοῦ ἀνδρογύνου, καὶ μ᾿ ἕνα γεροντόπαιδον μαζί, τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον σχεδὸν συγχρόνως μὲ τὸν γάμον τῆς πρωτοτόκου.

Τότε ἡ Κούμπω, ἥτις εἶχε γίνει δεκατριῶν ἐτῶν, δὲν ἔπαυε νὰ τρέχῃ πλησίον τοῦ πατρός της, καὶ νὰ τὸν παρακινῇ ν᾿ ἀγαπήσῃ μὲ τὴν μητέρα.

Μίαν ἡμέραν, θλιβερὰ τοῦ εἶπε:

― Δὲν θὰ μπορῶ πλέον νά ᾽ρχωμαι οὔτε στὸ κελλί σου, πατέρα. Εἶναι κάτι κακὲς γυναῖκες, ἐκεῖ στὸ μαχαλά, στὸ δρόμο ποὺ περνῶ, καὶ τὶς ἄκουσα ποὺ λέγανε, καθὼς περνοῦσα: «Νά τὸ κορίτσι τῆς Φραγκούλαινας, ποὺ τὴν ἔχει ἀπαρατήσει ὁ ἄντρας της…» Δὲν τὸ βαστῶ πλέον, πατέρα…

Τῷ ὄντι παρῆλθον τρεῖς ἡμέραι, καὶ ἡ Κούμπω δὲν ἐφάνη εἰς τὸ κελλὶ τοῦ πατρός της. Τὴν τετάρτην ἡμέραν ἦλθε πολὺ ὠχρὰ καὶ μαραμένη, ἐφαίνετο νὰ πάσχῃ.

― Τί ἔχεις, κορίτσι μου; τῆς εἶπεν ὁ πατήρ της.

―Ἂν δὲν ἔλθῃς, πατέρα, τοῦ ἀπήντησεν ἀποτόμως αἴφνης, μὲ παράπονον καὶ μὲ πνιγμένα δάκρυα, νὰ ξεύρῃς, θὰ πεθάνω ἀπ᾿ τὸν καημό μου!…

―Ἔρχομαι, κορίτσι μου, εἶπεν ὁ Φραγκούλης.

Τῷ ὄντι, τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπῆγεν εἰς τὴν οἰκίαν. Ἀλλ᾿ ἡ νεαρὰ κόρη ἔπεσε πράγματι ἀσθενής, καὶ εἶχε δεινὸν πυρετόν. Ὅταν ὁ πατέρας ἦλθε παρὰ τὴν κλίνην της, καὶ τῆς ἀνήγγειλεν ὅτι ἔκαμεν ἀγάπην μὲ τὴν μητέρα της, διὰ νὰ χαρῇ, ἦτον ἀργὰ πλέον. Ἡ τρυφερὰ παιδίσκη ἐμαράνθη ἐξ ἀγνώστου νόσου, καὶ οὔτε φάρμακον οὔτε νοσηλεία ἴσχυσε νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ εἰς τὸν πρόσκαιρον κόσμον. Ἐκοιμήθη χωρὶς ἀγωνίαν καὶ πόνον, ἐξέπνευσεν ὡς πουλί, μὲ τὴν λαλιὰν εἰς τὸ στόμα:

― Πατέρα! πατέρα! στὴν Παναγία νὰ κάμετε μιὰ λειτουργία… μὲ τὴν μητέρα μαζί…

Εἶπε καὶ ἀπέθανε.

Ὁ Φραγκούλης ἔκλαυσεν ἀπαρηγόρητα· ἔκλαυσεν ἀχόρταστα, ὁμοῦ μὲ τὴν σύζυγόν του… Κατόπιν ἀπεσύρθη, κ᾿ ἐξηκολούθησε νὰ κλαίῃ μόνος του, εἰς τὴν ἐρημίαν..

Ὁ τελευταῖος οὗτος χωρισμὸς ἦτον μᾶλλον φιλικὸς καὶ μὲ τὴν συναίνεσιν τῆς Σινιώρας, ἥτις ἔβλεπεν ὅτι ὁ γέρων σύζυγός της ἐπεθύμει μᾶλλον νὰ γίνῃ μοναχός. Ὁ Φραγκούλης ἐνθυμεῖτο τὴν τελευταίαν σύστασιν τῆς Κούμπως, «μὲ τὴν μητέρα μαζί». Μόνον ἓν παροδικὸν πεῖσμα τοῦ εἶχεν ἔλθει. Τοῦ ἐφάνη ὅτι αἱ ἴδιαι ἀδελφαί της, ἡ ὕπανδρος, καὶ ἡ ἄλλη ἡ δευτερότοκος, δὲν τὴν ἐλυπήθησαν ὅσον ἔπρεπε, δὲν τὴν ἐπένθησαν ὅσον τῆς ἤξιζε, τὴν ἀτυχῆ μικράν, τὴν Κούμπω. Ἔκτοτε ἐξηκολούθει νὰ ζῇ ὁλομόναχος πάλιν, τώρα, «ἐπὶ γήραος οὐδῷ». Καὶ ἐνθυμεῖτο τὸν στίχον τοῦ Ψαλτηρίου: «Μὴ ἀπώσῃ με εἰς καιρὸν γήρως… καὶ ἕως γήρως καὶ πρεσβείου μὴ ἐγκαταλίπῃς με».

Καὶ τὴν ἡμέραν αὐτήν, τὴν παραμονὴν τῆς Κοιμήσεως πάλιν, τὸν εὑρίσκομεν νὰ κάθηται εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου, καὶ νὰ καπνίζῃ μελαγχολικῶς τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν… ἀναλογιζόμενος τόσα ἄλλα καὶ τοὺς ὀχληροὺς δανειστάς του, οἱ ὁποῖοι τοῦ εἶχαν πάρει ἐν τῷ μεταξὺ τὸ καλύτερον κτῆμα· ἕνα ὁλόκληρον βουνόν, ἐλαιῶνα, ἄμπελον, ἀγρὸν μὲ ὀπωροφόρα δένδρα, μὲ βρύσιν, μὲ ρέμα καὶ νερόμυλον … καὶ νὰ ἐκχύνῃ τὰ παράπονά του εἰς θρηνώδεις μελῳδίας πρὸς τὴν Παναγίαν.

«Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου με ζάλαι, ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε…»

Κ᾿ ἐπόθει ὁλοψύχως τὸν μοναχικὸν βίον, ὀλίγον ἀργά, κ᾿ ἐπεκαλεῖτο μεγάλῃ τῇ φωνῇ τὸν «Γλυκασμὸν τῶν Ἀγγέλων, τῶν θλιβομένων τὴν χαράν», ὅπως ἔλθῃ εἰς αὐτὸν βοηθὸς καὶ σώτειρα·

«ἀντιλαβοῦ μου καὶ ῥῦσαι,
τῶν αἰωνίων βασάνων…»

(1906)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
και για την αντιγραφή (και πάλι) Φουρόκατος

Αύγουστος 13, 2016 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , | Σχολιάστε