Με το τουφέκι και τη λύρα

ΕΛΛΑΔΑ, ΓΛΩΣΣΑ ΤΥΦΛΗ ΣΤΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΕΛΛΑΔΑ, ΟΙΚΟΠΕΔΟ ΚΑΙ ΑΠΟΙΚΙΑ

Αν και από καιρό ο Σαββόπουλος έχει κάμει τη στροφή του, παραμένουν τα γραπτά του σα σημεία αναφοράς μιας άλλης προσέγγισης στην οποία όλοι αυτοί που ανακατεύονται στο σημερινό κατεστημένο πολιτικό σκηνικό έχουν αλλεργία.
Είναι σαφές εδώ και πολύ καιρό, ότι η κυβέρνηση δεν είναι κυβέρνηση του ελληνικού λαού. Δεν αφουγκράζεται τις επιθυμίες του, δεν εκτελεί τις εντολές του. Αφουγκράζεται τις επιθυμίες άλλων, εκτελεί τις δικές τους εντολές και σε συνεννόηση μαζί τους απλά διαχειρίζεται επικοινωνιακά απέναντι στους ιθαγενείς την υλοποίηση των εντολών των αφεντικών.
Γιατί είναι εντολές που διαλύουν τη χώρα συνολικά: Εκπτωχεύουν το λαό καταστρέφοντας την παραγωγική του δυναμική του και του στερούν την αξιοπρέπειά του και την περιουσία του. Εξαφανίζουν τον Ελληνισμό με πολιτικές που έχουν οδηγήσει στην κατάρρευση της δημογραφίας. Διαλύουν τον κοινωνικό ιστό με τη δημιουργία γκέτο και την αποδοχή επήλυδων που δεν είναι διατεθειμένοι να αφομοιωθούν σε μια πολιτιστική ταυτότητα που έχυσε ποταμούς αίματος για να μπορέσει να αναπτυχθεί σ’ αυτά τα χώματα.
Και ήδη, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για τη διάλυση τη χώρας. Επί των ημερών τους η Τουρκία προσάρτησε επισήμως τα Ίμια, ενέγραψε κι άλλες διεκδικήσεις νησιών, και παράλληλα τελειώνουν το Μακεδονικό με τους χειρότερους δυνατούς όρους για την Ελλάδα. Οδηγός στις κινήσεις τους στα εθνικά ζητήματα είναι η βούληση του ΝΑΤΟ και της Αμερικής, οι σχεδιασμοί των οποίων απαιτούν τη θυσία του Ελλαδικού και Κυπριακού Ελληνισμού ώστε να ικανοποιηθεί η περικύκλωση της Ρωσίας και η ισχυροποίηση της παραπαίουσας Δύσης, τόσο στη Νατοϊκή όσο και στην Ευρωπαϊκή (υπό Γερμανική ηγεμονία) εκδοχή της.
Άρα η κυβέρνηση δεν είχε κάτι να διαπραγματευτεί με τα Σκόπια. Ήξερε τι θέλουν οι επικυρίαρχοι και έπρεπε απλά να παίξει μια παράσταση στους ιθαγενείς καμώνοντας πως διαπραγματεύεται και το παλεύει, και να πουλήσει επιτυχία κιόλας στο τέλος.
Δεν έχει έννοια να κάνομε επίκληση στις αριστερές καταβολές της κυβέρνησης, αλλά θα πούμε ότι, ακόμα κι αν θέλεις κάτι, αν αυτό εξυπηρετεί στρατηγικούς σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ είσαι υποχρεωμένος να το αφήσεις στην άκρη μέχρι να αλλάξουν οι συνθήκες. Αυτά τους διδάξανε οι θεωρητικοί της Αριστεράς ως προς τη στρατηγική και την τακτική, αυτά αναχαράσσανε χρόνια ως περιθώριο και αντιπολίτευση του καφενείου και της ταβέρνας. Εδώ βέβαια έγινε το αντίθετο: Η Αριστερά, ως στυλοβάτης της παγκοσμιοποίησης και εμπεδωτής της Νέας Τάξης και του (ατομικού μόνο κι όχι συλλογικού) δικαιωματισμού, συνειδητά από χρόνια διαλύει τη Γιουγκοσλαβία, βομβαρδίζει τη Σερβία, και ήδη διαλύει την Ελλάδα.
Μια ανάγνωση της συμφωνίας με τα Σκόπια θα δημιουργήσει σε κάθε λογικά σκεπτόμενο πολίτη απορίες: Πού βρίσκεται η αμοιβαιότητα στην αποδοχή της συμφωνίας από κάθε χώρα; Το προηγούμενο του σχεδίου Ανάν, όπου η λεόντειος υπέρ των τουρκοκυπρίων (δηλαδή της Τουρκίας) συμφωνία δεν εγκρίθηκε από το λαό μας στην Κύπρο, χρησίμευσε σαν οδηγός τώρα: Δημοψήφισμα μπορούν να κάμουν μόνο οι ευνοημένοι από τη συμφωνία. Οι Έλληνες όχι. Αρκεί η κύρωση από τη Βουλή, και όχι σε όλα τα θέματα. Έτσι, η Βουλή των μνημονιακών και νεοφιλελεύθερων κομμάτων θα ψηφίσει υπέρ της συμφωνίας, όποτε τελειώσουν τα Σκόπια με τις δικές τους διαδικασίες κύρωσης. Αλλά ο εξευτελισμός δε σταματά εδώ. Δε χρειάζεται καν η κύρωση από τη Βουλή για να ξεκινήσουν οι διαδικασίες ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση! Αρκεί να την κυρώσουν οι Σκοπιανοί…
Η αναγνώριση Μακεδονικής εθνότητας (με αστερίσκους που κανείς ποτέ δε θα διαβάσει και δε θα θυμάται), εμπεδώνει τις διεκδικήσεις των γειτόνων. Μπροστά στα μάτια μας μας δουλεύουν όταν λένε ότι τα διακριτικά ΜΚ δε θα αλλάξουν παρά μόνο στις πινακίδες των αυτοκινήτων, όπου θα είναι ΝΜΚ. Βέβαια, γιατί εξυπηρετεί την ανάγκη εμπαιγμού των ιθαγενών να βλέπουν στους δρόμους αμάξια με το Βόρεια Μακεδονία, ενώ όλα τα άλλα σήματα θα παραπέμπουν στη σκέτη Μακεδονία.
Το κομμάτι των εμπορικών σημάτων παραπέμπεται σε περαιτέρω διαπραγμάτευση. Τούτο σημαίνει πως οι Σκοπιανοί έχουν ήδη κερδίσει το «Μακεδονία», και θα πάνε σε αμφισβήτηση του δικαιώματός μας να χρησιμοποιούμε τον όρο όπως τόσα χρόνια, δημιουργώντας τεράστια σύγχυση και απώλεια εθνικών σημάτων τελικά.
Η Χρυσή Αυγή προσέφερε για άλλη μια φορά χείρα βοηθείας στην κυβέρνηση, επιτρέποντάς της να στρέψει τα φώτα στην έκκληση του Μπαρμπαρούση στο στρατό να παρέμβει. Το δίπολο Σύριζα-Χρυσή Αυγή είναι αλληλοσυμπληρούμενο και αποσκοπεί στο να μην αφήσει χώρο για μια δημοκρατική έκφραση του πατριωτικού χώρου, παραδίδοντας τον στους Ναζί ώστε να συκοφαντείται ανάλογα. Σημειωτέον ότι η Χρυσή Αυγή ασκεί πλέον βία στις δημοκρατικές πατριωτικές δυνάμεις διεκδικώντας την αποκλειστική διαχείριση των εθνικών θεμάτων, πράγμα που βολεύει πολύ την κυβέρνηση. Αλλά δε θα τους αφήσομε, δεν πρέπει να τους αφήσομε.


Δε θα προβούμε σε ανάλυση σημείο προς σημείο της συμφωνίας ενταφιασμού της ελληνικότητας της Μακεδονίας στα πλαίσια αυτού του κειμένου. Θα πούμε όμως ξανά ότι εδώ, σε επίπεδο διεθνούς πολιτικής, το βέτο μας ήταν, πέρα από στοιχειώδης έκφραση αξιοπρέπειας, κι ένα ανάχωμα στους Νατοϊκούς σχεδιασμούς στην περιοχή μας. Δυστυχώς, αυτό αντικαταστάθηκε από τη γελοία εικόνα του υπουργού μας να τραγουδάει στο Νίμιτς για τα γενέθλιά του. Δεν υπάρχει διέξοδος από δω παρά μόνο με την είσοδο του λαού στο προσκήνιο. Είμαστε άραγε έτοιμοι για μιαν αντίσταση οργανωμένη και διαρκείας;

Advertisements

Ιουνίου 23, 2018 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , | Σχολιάστε

ΣΗΜΑΙΕΣ ΠΑΝΤΟΥ

Είναι πολύ πρόσφατο το συμβάν με τη σημαία στη βραχονησίδα Ανθρωποφάγοι, που τοποθέτησαν τρεις συμπολίτες μας. Η αντίδραση της επίσημης πολιτείας ήταν αυτή που έχουμε συνηθίσει χρόνια τώρα: Φόβος, κατευνασμός, άγχος μην ερεθίσουμε το θηρίο. Κι αντί να αντιστεκόμαστε στον Τούρκικο ιμπεριαλισμό, χτυπάμε όποιον του σηκώνει κεφάλι.
Ναι, θα πει κάποιος καλοπροαίρετος, αλλά αυτή τη στιγμή οι συσχετισμοί δε μας ευνοούν. Οπότε μήπως πρέπει να κάνουμε υπομονή ανεχόμενοι τις προκλήσεις μέχρι να φέρουμε την κατάσταση σε ισορροπία; Μέχρι να υιοθετήσουμε μια στρατηγική που θα ανατρέψει το δυσμενή συσχετισμό δυνάμεων;
Σ’ αυτή τη φωνή μπορούμε ν’ απαντήσουμε, μ’ αυτή την άποψη μπορούμε να συνδιαλεχτούμε. Δε μπορούμε να μπούμε σε διάλογο στην άποψη του φοβικού συνδρόμου και του κατευνασμού. Μ’ αυτή βρισκόμαστε σε πλήρη ρήξη. Σε απόψεις όπως εκείνου του εισαγγελέα που το 1996 στα Ίμια διερεύνησε αν ο δήμαρχος Καλύμνου είχε εκθέσει τη χώρα σε κίνδυνο επειδή σημαιοστόλισε τη διοικητική του περιφέρεια, μόνο περιφρόνηση αξίζει.


Στους προβληματισμένους, όπως κι εμείς, συμπολίτες μας, απαντάμε ως εξής: Υποχρέωση του λαού, εφόσον το κράτος και το πολιτικό σύστημα βρίσκονται σε αντίθεση με την κοινωνία, είναι να πάρει την κατάσταση στα χέρια του, σε όλο το φάσμα των δεινών που υφίσταται η χώρα: Από την ανατροπή της αποικιοκρατίας των Δυτικών μέχρι την αντίσταση του Νεοοθωμανισμό. Αυτό θα πρέπει να γίνεται συνεχώς, όπου μπορούμε, σταδιακά, δίχως να περιμένουμε τη μεγάλη νύχτα της επανάστασης, αλλά χτίζοντας την ανατροπή καθημερινά. Με την αλλαγή του προσωπικού μας τρόπου ζωής, με την αντίσταση σε ατομικό, τοπικό, συλλογικό επίπεδο. Με τη δημιουργία δικτύων και δομών από το λαό, που θα αμφισβητούν την πολλαπλή υποδούλωση της πατρίδας μας, και τελικά θα την ανατρέψουν. Σε όλους τους τομείς στους οποίους πάσχει η χώρα, στην πνευματική παρακμή, στην παραγωγή, στην οικονομία, στο μεταναστευτικό, στο δημογραφικό, στην εξωτερική πολιτική. Δίκτυα και δομές που θα αναλαμβάνουν δράση και θα υποκαθιστούν το κράτος μέχρι το σημείο που μπορούν.
Κι αυτό στην αρχή θα είναι υποτυπώδες, όσο μεγαλώνουν όμως οι προσπάθειες θα γίνεται και πιο ουσιαστικό. Μέχρι να πάρει ο λαός την εξουσία, μέχρι να αρθεί η αντίφαση που θέλει το κράτος να καταδυναστεύει την κοινωνία αντί να την υπηρετεί.
Η ύψωση της σημαίας σε οποιοδήποτε σημείο της ελληνικής επικράτειας είναι δικαίωμα του κάθε πολίτη. Η ύψωση της σημαίας σ’ ένα νησί που αμφισβητούν οι Τούρκοι είναι μια πράξη που θα έπρεπε να έχει κάμει πρώτο το κράτος, ο λαλίστατος υπουργός Εθνικής Άμυνας, η εκάστοτε κυβέρνηση. Όπως επίσης κι η οργάνωση της αντίστασης με κάθε πρόσφορο τρόπο, μεταξύ αυτών και της παλλαϊκής άμυνας. Αντί γι’ αυτό, ακούμε άκαπνους να αντροκαλιούνται από το παχύ χαλί του γραφείου τους, περισπούδαστους οσφυοκάμπτες να εξηγούν γιατί είναι ντροπή να υψώνουμε τη σημαία μας στα εδάφη μας, και μια κυβέρνηση να σφυρίζει αδιάφορα την ώρα που τα Ίμια εγγράφονται στο Τουρκικό κτηματολόγιο.


Απέναντι, σ’ αυτή τη στάση, ελάχιστο καθήκον μας είναι, μέχρι να τους διώξουμε, να τους υποχρεώσουμε να κάνουν τη δουλειά τους, να τους φέρουμε ενώπιον των ευθυνών που αποφεύγουν. Και η ύψωση της σημαίας σημαίνει ότι δημιουργείς τις προϋποθέσεις να είσαι εκεί να τις προστατεύσεις, μαζί και τα νησιά, όχι να τα αφήσεις έκθετα. Κι εφόσον αυτοί δεν το θέλουν αυτό, δεν τους επιτρέπουμε να το αποφύγουν. Η κυβέρνηση πρέπει να γνωρίζει ότι ο λαός θα τη φέρνει συνεχώς μπροστά στις ευθύνες της, κι έτσι κάποιες θα αναγκαστεί να τις αναλάβει. Όχι στο βαθμό που πρέπει, αλλά περισσότερο από ό,τι τώρα. Κι εμείς στην πρώτη γραμμή, παντού, και στα ελληνοτουρκικά. Πιστοί στην παράδοση του πολίτη-οπλίτη της αρχαιότητας, του Ακρίτα της Βυζαντινής Ανατολής, του Κρητικού Χαϊνη όλων των περιόδων της σκλαβιάς, Ενετικής και Τουρκικής. Μόνο εμείς θα ανατρέψουμε την Αποικιοκρατία, το Νεοοθωμανισμό και τους ντόπιους υπαλλήλους τους, στα χνάρια των παλιών μας και εμπνεόμενοι από το ‘’Ελευθερία ή Θάνατος’’ εκείνων και το ‘’Πατρίδα ή Θάνατος’’ του Τσε Γκεβάρα.

Μαΐου 9, 2018 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , | Σχολιάστε

ΤΑ ΣΥΝΕΧΟΜΕΝΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΜΙΑΣ ΣΥΝΤΡΙΠΤΙΚΗΣ ΗΤΤΑΣ

Η κρίση πλέον έφτασε το απώτατο στάδιό της, το γεωπολιτικό. Μια αδύναμη χώρα γίνεται ήδη βορά των εξ ανατολών, και όχι μόνο, γειτόνων, έχοντας χάσει πάνω απ’ όλα την πίστη στα δίκαιά της και τη βούληση να παλέψει γι’ αυτά.
Ο πόλεμος δεν έχει κηρυχτεί επίσημα αλλά υπάρχει. Και τον έχομε χάσει δίχως να πέσει μια τουφεκιά. Πόλεμος ψυχολογικός, επικοινωνιακός, και ένοπλος. Αυτό που λένε υβριδικός, μια λέξη που έβαλε στη ζωή μας η Τουρκία τώρα τελευταία. Βέβαια, της δώσαμε κάθε δυνατότητα να το κάνει, δίχως ανάλυση της συμπεριφοράς της, δίχως εθνική στρατηγική δική μας, αδιαφορώντας για την άμυνά μας και την αμυντική μας βιομηχανία προς δόξα της μίζας. Κάναμε το αντίθετο δηλαδή από αυτό που κάνουν χώρες όπως η Τουρκία, που έχουν μια πολιτική για τη πατρίδα κι όχι για τον εκάστοτε μιζαδόρο, και που έχει πια κερδίσει σημαντική γνώση στην εξοπλιστική βιομηχανία, την οποία εξελίσσει συνεχώς.
Και ποιους έχει απέναντί της από πλευράς μας; Μήπως κάποιους ρεαλιστές που κάνουν μιαν αποτίμηση της κατάστασης, βλέπουν τις δυνατότητες που υπάρχουν και αμύνονται με αποφασιστικότητα έτοιμοι για όλα, όπως στο Αφρίν; Κάποιους που πατούν σε μια μεγάλη αντιστασιακή παράδοση αιώνων και αντιστέκονται με κάθε θυσία, υπερασπιζόμενοι την Ελευθερία που κάποιοι άλλοι μας κληροδότησαν, προσπαθώντας να σταθούν αντάξιοι αυτών;
Άπέναντί της η Τουρκία έχει διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις μη ρεαλιστικά σκεπτόμενες, με κοινό παρονομαστή το φόβο και τον κατευνασμό (εσχάτως δε και τον εθνομηδενισμό), την ερασιτεχνική άσκηση εξωτερικής πολιτικής, την απουσία ανάλυσης και σχεδίου, την υποταγή στις φιλελεύθερες επιταγές της Νέας Τάξης και στους σχεδιασμούς τους για την Ελλάδα. Και πλέον έχει απέναντί της μια κυβέρνηση που νομίζει ότι παίζει ΡΙΣΚ σε κάποιο παιδικό πάρτυ, που αγνοεί τις συνέπειες της αφασίας στην οποία βρίσκεται, που προβάλλει τις ειρηνιστικές της ονειρώξεις στην πραγματικότητα. Που προσγειώνεται ανώμαλα από το ροζ συννεφάκι της μονομερούς αγάπης και φιλίας, του «θα πάρουμε το ρίσκο με την Τουρκία», σε μια πραγματικότητα που η ίδια συντελεί να είναι χειρότερη από κάθε άλλη στιγμή. Δεν υπάρχει καλύτερος αντίπαλος για την Τουρκία.


Όμως η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη. Γιατί είπαμε πως η γεωπολιτική καταστροφή αποτελεί την κορύφωση μιας κρίσης που ξεκίνησε από τον ηθικό εκμαυλισμό και την απεμπόληση των αξιών του λαού μας, αξιών σφυρηλατημένων δια πυρός και σιδήρου μέσα σε μιαν αντιστασιακή και κοινοτική παράδοση. Απλά η γεωπολιτική διάσταση αναδεικνύει παροξυστικά και τις υπόλοιπες παραμέτρους της κρίσης που ήδη υπάρχουν.
Η υποχώρηση των αξιών μας έχει διαμορφώσει άτομα καταναλωτές, που δεν έχουν μια συλλογική προοπτική και που προτιμούν το ατομικό βόλεμα από το κοινό καλό. Επίσης, η διαχρονικά φοβική πολιτική μας δημιουργεί μια λογική ηττοπάθειας στο λαό, «κατανόησης» του ότι η Τουρκία είναι μεγάλη δύναμη, άρα πρέπει να υποχωρούμε σε ό,τι ζητά. Δημιουργείται αίσθηση ανασφάλειας στη μεθόριο και συνακόλουθα μια τάση φυγής προς ασφαλέστερες περιοχές. Ακόμα και με όρους αγοράς και επενδύσεων, που αρέσουν στους κρατούντες περισσότερο από τους ανθρώπους που εξαθλιώνουν καθημερινά, υποψήφιοι επενδυτές αποφεύγουν περιοχές που θεωρούνται υποψήφιες προς κατάληψη από τους Τούρκους, κάτοικοι των απειλούμενων περιοχών προβληματίζονται για το αν θα πρέπει να χτίσουν σπίτι ή να καλλιεργήσουν με προοπτικές πολυετείς, όταν στο μυαλό τους καρφώνεται η ιδέα της απώλειας των περιουσιών τους. Η αυξανόμενη ένταση επηρεάζει και τον τουρισμό, που ξελάσπωσε την κυβέρνηση το περασμένο καλοκαίρι, δείχνοντας ότι άμα δεν έχεις αποτρεπτική ισχύ και στρατηγική, είσαι στο έλεος του αντιπάλου που μπορεί να σε χτυπάει όπου και όποτε και όπως θέλει. Το ηθικό λοιπόν είναι στο ναδίρ, κι ο πόλεμος δεν κερδίζεται με χαμηλό φρόνημα.
Αλλά και ηθικό να είχαμε, χρειαζόμαστε παραγωγή. Δηλαδή εθνικό πλούτο που να μπορεί να χρηματοδοτήσει την άμυνά μας. Κι εδώ μπαίνει ένα ακόμα στοιχείο της ελληνικής πραγματικότητας, που ανάγεται μάλιστα στα χρόνια πριν την κρίση. Η αγροτική μας παραγωγή είναι στο 3% του ΑΕΠ, και η δευτερογενής στο 16%. Κι όμως, έχομε κάθε δυνατότητα, παρά τις προσπάθειες του κράτους για το αντίθετο, να παράγομε υψηλής ποιότητας αγροτικά προϊόντα και εξαιρετικής επινοητικότητας τεχνικά έργα, σε μικρή ή μεγάλη κλίμακα, ισοσκελίζοντας το εμπορικό ισοζύγιο και δημιουργώντας όνομα για τις ελληνικές δημιουργίες. Κι ακόμα παραπέρα, μπορούμε να έχομε μιαν ενδογενή παραγωγή στην αμυντική βιομηχανία, είτε με συμπαραγωγές ως αντιστάθμισμα εξοπλισμών είτε με εξέλιξη και δημιουργία δικών μας κατασκευών. Αυτό θα έδιδε μιαν αυτονομία στην άμυνά μας, αλλά θα δημιουργούσε παράπλευρα οφέλη και στην οικονομία, αφού εφαρμογές της αμυντικής βιομηχανίας επεκτείνονται σε άλλους κλάδους της παραγωγής. Aντί γι’ αυτό, έχομε αποθάρρυνση της παραγωγικότητας και συνολικά στη χώρα λόγω της φορολογικής πολιτικής, και λόγω μιας ματαιοπονίας που φαίνεται να υπάρχει στην προσπάθεια για παραγωγή σε περιοχές που αργά ή γρήγορα θα χαθούν.
Κι όταν μιλούμε για παραγωγή, μιλούμε για εργαζόμενους, που τώρα επιβιώνουν με 300 ευρώ όταν δουλεύουν οχτάωρο, που δε μπορούν να ζήσουν, που έχουν χάσει την αξιοπρέπειά τους μέσα στην αποικία χρέους που έχει καταντήσει η Ελλάδα ή που θα πρέπει να φύγουν στο εξωτερικό. Η ανασυγκρότηση της παραγωγής μας θα αντιστρέψει και την κοινωνική αδικία, πατώντας πάνω στην τεχνογνωσία και δημιουργώντας εξειδικευμένες θέσεις εργασίας, αντίστοιχα αμοιβόμενες.


Την Τουρκία δε θα την αντιμετωπίσει ένα έθνος γερασμένο υπό εξαφάνιση. Κι η σημερινή κατάσταση, με τους ανθρώπους στην ανεργία, στην ξενιτειά ή στα μεροκάματα πείνας, εξυπηρετεί τον εξανδραποδισμό μας και τη δημογραφική μας κατάρρευση. Γιατί ποιος θα τολμήσει να κάμει οικογένεια με μισθούς πείνας, ποιο ζευγάρι θα γεννήσει παιδιά για να ανανεωθεί ο πληθυσμός αν δε νοιώθει σιγουριά και επαγγελματική προοπτική στην πατρίδα του; Η κρίση, που τώρα μας χτυπά την πόρτα και γεωπολιτικά, έχει ήδη ροκανίσει την καρέκλα μας και σε αυτό το σημείο.
Για την απόκρουση της Τουρκικής απειλής πρέπει να έχομε στέρεο δεσμό με τη γη μας, τα χωριά και τις γειτονιές μας. Όταν η παγκοσμιοποίηση μετατρέπει τους χώρους που ζούμε σε γκέτο, όταν αλλοιώνει τη σύνθεση του κοινωνικού σώματος, σπάει τους δεσμούς γνωριμίας και αλληλεγγύης που αναπτύσσονται ανάμεσα στους ανθρώπους και δημιουργεί αντιπαλότητες, χάνεται το κίνητρο του αγώνα υπέρ βωμών και εστιών.
Κοντολογίς, η κρίση έχει πολύπλευρη διαλυτική δράση σε όλο το φάσμα της δραστηριότητας του λαού μας, κι αυτό αναδεικνύεται συνολικά στο ανώτατο (ή μάλλον κατώτατο) στάδιο της κρίσης, το γεωπολιτικό.
Η τραγική κυβέρνηση των γραικύλων δεν είναι σε θέση ούτε τους αιχμαλώτους να ελευθερώσει, ούτε τα Ίμια να ξαναπάρει, ούτε την Κύπρο να προστατέψει από την ασυδοσία του Τουρκικού επεκτατισμού, είτε στην Κεμαλική του εκδοχή είτε στην Ισλαμοφασιστική. Παρακαλάει σα διακονιάρης τις ΗΠΑ, την Ευρώπη, τον Ερντογάν, ο πρωθυπουργός λέει ότι θα του τηλεφωνήσει ζητώντας ρουσφέτι για τα φυλακισμένα παιδιά μας! Κι η οργή συσσωρεύεται, όμως όταν ξεσπάσει θα είναι μετά από μια καταστροφή. Γιατί η καταστροφή δεν απειλείται, είναι εδώ, στα χαμένα Ίμια και στο Αιγαίο που δεν ορίζομε, στους κρατούμενους στις φυλακές της Αδριανούπολης και στην ΑΟΖ της Κύπρου. Κι έρχεται κι άλλη. Η κυβέρνηση απλά προσπαθεί να τη διαχειριστεί επικοινωνιακά, αλλά η πραγματικότητα ούτε αυτό πια το επιτρέπει. Κι αυτά ενώ δίπλα μας, στο Αφρίν, παραδίδονται μαθήματα αξιοπρέπειας και θάρρους σε προσκυνημένους.
Η νέα πραγματικότητα που επιβάλλει η Τουρκία μας προετοιμάζει για το απρόβλεπτο χτύπημα κάθε μέρα, που μπορεί να εκδηλωθεί με κάθε τρόπο. Κι οι οργανισμοί στους οποίους συμμετέχομε δεν αντιδρούν. Και γιατί να το κάμουν όταν η στάση μας είναι ανάξια να εμπνεύσει σεβασμό, όταν δεν αναγκάζει τον άλλο να λάβει υπ’ όψη του την παρουσία μας, όπως έγραφε κι ο Κονδύλης; Γιατί οι διεθνείς σχέσεις δε διαμορφώνονται στη βάση του συναισθήματος αλλά στη βάση της ισχύος και της στρατηγικής. Κι εμείς ούτε το ένα έχομε ούτε το άλλο. Γι’ αυτό και το ΝΑΤΟ κι η Ευρώπη αδιαφορούν, γιατί δεν έχομε το ανάστημα να τους επιβάλομε το σεβασμό στα δίκαιά μας. Γι’ αυτό χαϊδεύουν την Τουρκία στο Αιγαίο, στην Κύπρο, στο Αφρίν, κι ας την αντιπαθούν. Γιατί ξέρει να διεκδικεί ενώ εμείς όχι.
Υπάρχει, βέβαια ο αντίλογος: Πού πάμε με τους Τούρκους να έχουν τα πάνω χέρι; Πού πάμε με την εθνική περιουσία, δημόσια και τώρα και ιδιωτική, στα χέρια των ξένων; Μας παίρνει; Μήπως τελικά ο Κουβέλης είναι ο υφυπουργός που απαιτεί η συγκυρία; Μήπως οι στιγμές απαιτούν την «ψυχραιμία και σωφροσύνη» που δείχνει η κυβέρνηση;
Η αποτίμηση της κατάστασης είναι κάτι που χρειαζόμαστε. Γιατί μόνο έτσι θα μπορέσομε να την αντιμετωπίσομε. Δε θέλομε δηλαδή μια στάση στρουθοκαμηλισμού, ούτε να ζούμε στα όνειρά μας, όπως κάνει η κυβέρνηση στα πολλά ζητήματα που μας καίνε. Αλλά η γνώση της πραγματικότητας πρέπει να συνοδεύεται από την αποφασιστικότητα να την αλλάξομε, να της αντισταθούμε, να έχομε λόγο στη διαμόρφωσή της. Οδηγό δε μπορούμε να έχομε άλλο από τα παραδείγματα των παλιών μας, στις Θερμοπύλες και στο Μανιάκι, αυτών που δεν ήταν σώφρονες απέναντι σε μιαν «ανώτερη» δύναμη και που πρότασσαν την περηφάνια και τις αρχές τους απέναντι σε κάθε δυνάστη, που είχαν το θάνατο προτιμότερο από τη σκλαβιά. Αυτοί ήταν οι ρεαλιστές, όχι οι σημερινοί δωσίλογοι. Αυτή τη νοοτροπία θα πρέπει να ξαναβρούμε, αυτή τη στάση ζωής. Τη βλέπομε στο Αφρίν και το τουρκοκρατούμενο Κουρδιστάν σήμερα, αλλά όχι στο Κολωνάκι, τη Μύκονο και τα Εξάρχεια.
Το ΄χομε ξαναπεί: Δεν υπάρχουν ‘’ανώτερες’’ δυνάμεις: Μόνο ραγιάδες υπάρχουν. Κι όσο αυτοί καταδέχονται να παραμείνουν ραγιάδες, θα είναι άξιοι κάθε χλεύης και κάθε ταπείνωσης. Ουαί τοις ηττημένοις!

Μαρτίου 15, 2018 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | Σχολιάστε

ΜΕΤΑ ΤΑ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΑ ΤΙ;

Η επανεμφάνιση του λαού στο προσκήνιο με αφορμή τις διαπραγματεύσεις για το Σκοπιανό, έδωσε έναυσμα για συζητήσεις, αντιδράσεις και συμπεράσματα. Μερικές σκέψεις γι’ αυτά, μπορούν να περιλαμβάνουν τα εξής:
1. Ο λαός έδειξε ότι έχει ακόμα αντανακλαστικά και αντιστασιακά αποθέματα. Αυτό όμως θα πρέπει να συνεχιστεί με συγκροτημένο τρόπο, με αυτοοργάνωση του κόσμου σε καινούργια σχήματα και όχι στα κοινοβουλευτικά κόμματα, και με σαφή πατριωτικό – αντιαποικιακό λόγο. Η οργάνωση και επαναδραστηριοποίηση του λαϊκού σώματος θα πρέπει να ανατρέψει τους Νατοϊκούς σχεδιασμούς στην περιοχή μας, να βάλει στη βάση της διαπραγμάτευσης τον αλυτρωτικό χαρακτήρα της Σκοπιανής πολιτικής και να ακυρώσει την επερχόμενη υποχώρησή μας και σε αυτό το ζήτημα. Και βέβαια, η διαρκής παρουσία του λαού στις εξελίξεις, θα πρέπει να επεκταθεί σε όλο το φάσμα του πολιτικού βίου, και στην ανατροπή της συνολικής πολιτικής των δανειστών και των ντόπιων φερεφώνων τους.


2. Είναι έκδηλος ο τρόμος που κατέλαβε την κυβέρνηση από το ηχηρό «παρών» που έδωσε ο λαός παρατώντας τον καναπέ του. Είναι εντυπωσιακή επίσης η αγαστή σύμπνοια των ΜΜΕ και της κυβέρνησης στην υποβάθμιση και κατασυκοφάντηση των συλλαλητηρίων, κι αυτό δείχνει ότι επιτέλους βρισκόμαστε σε καλό δρόμο. Η υποβάθμιση αφορά τόσο στον αριθμό των συμμετεχόντων, όσο και στο επίπεδό τους. Με την τάχα περιορισμένη συμμετοχή δεν θα ασχοληθούμε, η ίδια η πραγματικότητα έχει ήδη μιλήσει. Όμως επίθεση έγινε και στον ίδιο το λαό, με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς και χρέωσή του στη Χρυσή Αυγή. Είναι γεγονός ότι η Νέα Τάξη μισεί τις πατρίδες και τις ταυτότητες, αφού επιζητά την κυριαρχία του εμπορεύματος και την παγκόσμια καταναλωτική ομοιομορφία. Γι’ αυτό μονίμως, με «ριζοσπαστική» ρητορική και τη συνδρομή χρήσιμων ηλιθίων κατακεραυνώνει ως οπισθοδρομικό, συντηρητικό και φασιστικό τον πατριωτικό λόγο. Όμως, τόσο παγκοσμίως, όσο και στην αποικιοκρατούμενη πατρίδα μας, η αντίδραση μπορεί να είναι μόνο εθνικοαπελευθερωτική, με ενσωματωμένες βεβαίως τις κοινωνικές διεκδικήσεις. Στην προηγούμενη κατοχή της Ελλάδας, ο Άρης Βελουχιώτης το είχε περιγράψει αυτό στο μνημειώδη λόγο της Λαμίας, λόγο επίκαιρο και σήμερα. Γι’ αυτό λυσσάει όλο το σύστημα, όλο το κατεστημένο των δανειστών και των υπηρετών τους με το λαό, με το Μίκη Θεοδωράκη, γι’ αυτό αναβαθμίζει και μεγιστοποιεί την (εξαφανισμένη από την παλλαϊκή συμμετοχή και τα προτάγματα των συγκεντρώσεων) Χρυσή Αυγή. Τη χρειάζονται ώστε να απαξιώνουν το λαό, χρεώνοντάς τον σε αυτή. Αλλά αυτό το κίνημα, αν συνεχιστεί και μπορέσει να οργανωθεί, δε χειραγωγείται όπως το προηγούμενο των πλατειών. Κι αυτό γιατί εδώ το κυρίαρχο στοιχείο του είναι το πατριωτικό, και δεν μπορεί να το αποπροσανατολίσει ο εθνομηδενιστικός χώρος.


3. Ο Λαός συμπαρέσυρε στο διάβα του τους πάντες. Έφερε και την ανώτατη ιεραρχία στο δρόμο της Αντίστασης, μεταβάλλοντας την ενδοτική της στάση. Μόνο της κυβέρνησης δεν ίδρωσε το αυτί. Επέλεξαν να αγνοήσουν το μήνυμα γιατί οι εντολές που έχουν είναι να κλείσει το ζήτημα τώρα. Ο υπουργός εξακολουθεί να διαπραγματεύεται δίχως να μπαίνει πουθενά ο αλυτρωτισμός, με ένα όνομα που θα δημιουργήσει κι άλλα ζητήματα, συνεχίζοντας την κάθοδο στον Άδη. Λέτε ο λαός, μετά από αυτά, σε μια συγκυρία που και στο Αιγαίο έχουμε απειλή θερμού επεισοδίου, να αντιστρέψει την πορεία και να φέρει νωρίτερα την Ανάσταση;

Φεβρουαρίου 14, 2018 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | Σχολιάστε

ΣΚΟΠΙΑΝΟ: Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ;

Η συγκέντρωση της Θεσσαλονίκης, με απόν το πολιτικό σύστημα, έδειξε ότι υπάρχουν ακόμα αντανακλαστικά στην κοινωνία. Μια κοινωνία διαλυμένη από τις μνημονιακές πολιτικές και κυβερνήσεις, ηττοπαθή και παραιτημένη. Μέχρι χτες τουλάχιστο. Η τεράστια συμμετοχή αποτελεί καλό νέο, που θα πρέπει να αξιοποιηθεί κατάλληλα και προς τη σωστή κατεύθυνση.
Έτσι:
Η εγρήγορση θα πρέπει να συνεχίσει και να στοχεύσει σε μιαν άλλη πολιτική για το Σκοπιανό, η οποία θα επικεντρώνει στο ζήτημα του αλυτρωτισμού των Σκοπίων. Πράγματι, μέχρι τώρα η «διαλλακτικότητα» που δείχνουν οι Σκοπιανοί αφορά το όνομα, ενώ αφήνει ανέγγιχτη τη θεωρία τους ότι υπάρχει η Μακεδονία του Αιγαίου, η οποία πρέπει να απελευθερωθεί. Ο αλυτρωτισμός διαπερνά τη σκοπιανή ιδεολογία, από το Σύνταγμα μέχρι την εκπαίδευση της γειτονικής χώρας. Το κυβερνών κόμμα, του οποίου στελέχη και συνιστώσες αποκαλούσαν τα Σκόπια «Μακεδονία», περιορίζεται στην κουβέντα για το όνομα, όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις, και αφήνει απ’ έξω τον αλυτρωτισμό. Αυτό δημιουργεί διαχρονικά προβλήματα στη διαχείριση του ζητήματος, αφού οι γείτονες το εκμεταλλεύονταν επικοινωνιακά παλιότερα, εμφανιζόμενοι σαν αδικημένοι που τους στερούμε τάχα το δικαίωμα αυτοκαθορισμού (επιχείρημα που έπιανε σε μη πληροφορημένο διεθνές ακροατήριο). Το εκμεταλλεύονται και τώρα, αφού εμφανίζονται έτοιμοι για κάποια κοινά αποδεκτή ονομασία δίχως να υποστέλλουν τον αλυτρωτισμό, ούτε τους πιέζομε κι εμείς. Αν μεταφέρομε τη συζήτηση στην ουσία, κερδίζομε πολλά: μεταφέρομε την πίεση στους Σκοπιανούς, καθώς θα πρέπει να αποδείξουν έμπρακτα ότι δε διεκδικούν εδάφη δικά μας, προετοιμάζομε τη διεθνή κοινότητα να καταλάβει τι πράγματι συμβαίνει, να νιώσει την ουσία του σκοπιανού αφηγήματος. Έτσι, όταν τα Σκόπια αποκηρύξουν τον αλυτρωτισμό, το όνομα θα λυθεί από μόνο του και σε κατεύθυνση που θα συνάδει με τα εθνικά συμφέροντα. Ενώ αν τώρα καταλήξομε σε μια κοινά αποδεκτή ονομασία και δε συζητήσομε για τις σκοπιανές διεκδικήσεις, θα βρούμε από την πίσω πόρτα αυτό που νομίζομε ότι πετάξαμε από το παράθυρο.
Η επιτυχία του συλλαλητηρίου έφερε σε αμηχανία το πολιτικό σκηνικό. Γι’ αυτό και κατασυκοφαντήθηκε ως ακροδεξιό και ακραίο από την κυβέρνηση και τον υπόλοιπο εθνομηδενιστικό νεοταξικό χώρο, γι’ αυτό και τονίστηκε νωρίτερα ότι δε συνίσταται η διεξαγωγή του. Για άλλη μια φορά θέλησαν να χαρίσουν τον πατριωτισμό στη Χρυσή Αυγή οι υπηρέτες της παγκοσμιοποίησης και του Σόρος. Και διαψεύστηκαν από την παλλαικότητα της συμμετοχής και την ανταπόκριση του λαού. Αλλά ήταν χαρακτηριστική και η στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, της οποίας ο αρχηγός επίσης αμήχανα ένιωσε, και σύρθηκε σε μια δήλωση «κατανόησης και σεβασμού» του λαϊκού αισθήματος, δείχνοντας ότι δεν το συμμερίζεται, δείχνοντας πόσο αποστασιοποιημένος είναι από το ζήτημα κι ότι μόνο από ψηφοθηρική σκοπιά το προσεγγίζει. Εμείς όμως θα πρέπει να χτίσομε πάνω στην επιτυχία αυτή, ώστε να δημιουργηθεί ένα κίνημα απελευθέρωσης, που θα βάλει τα θεμέλια για την αντιστροφή της παρακμής και την αντίσταση σ’ αυτούς που μεταβάλλανε την πατρίδα μας σε αποικία, ξένους αλλά και ντόπιους λακέδες τους.


Η πανελλήνια συμμετοχή, με διακριτή τη συμπαράσταση της Κρήτης, σφυρηλατεί ξανά την αίσθηση της αλληλεγγύης μεταξύ των ελληνικών πληθυσμών, και οδηγεί στη σύμπηξη ενός μετώπου που ενώνει την κοινωνία στο μεγάλο της αγώνα, που είναι να ξαναπάρομε τη χώρα στα χέρια μας. Αυτό θα γίνει μέσα από την αυτοοργάνωση του λαού, την απόρριψη του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος και τη συνειδητοποίηση ότι ένας αντιαποικιοκρατικός αγώνας είναι υποχρεωτικά εθνικοαπελευθερωτικός. Για να θυμηθούμε και να επαναλάβομε τα λόγια ενός μεγάλου επαναστάτη που σκοτώθηκε μαχόμενος δίχως να αλλοτριωθεί από την εξουσία, Πατρίδα ή Θάνατος!

Ιανουαρίου 22, 2018 Posted by | Γενικά, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , | Σχολιάστε

ΤΑ ΓΙΟΥΣΟΥΦΑΚΙΑ

Το πρωτοχρονιάτικο δώρο της κυβέρνησης-ανδρείκελο στο νεοοθωμανό αφέντη ήταν η αίτηση ακύρωσης της απόφασης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Προσφυγών, με την οποία εχορηγείτο άσυλο σ’ έναν από τους Τούρκους στρατιωτικούς που έχουν ζητήσει άσυλο. Η ιστορία τους είναι γνωστή, από την αρχή η Δικαιοσύνη στάθηκε εμπόδιο στην προσπάθεια της κυβέρνησης να τους χαρακτηρίσει πραξικοπηματίες, υιοθετώντας την άποψη της Τουρκικής κυβέρνησης, και να τους παραδώσει στους ισλαμοφασίστες της Άγκυρας.
Το τελευταίο επεισόδιο ήταν το πρωτοχρονιάτικο. Η κυβέρνηση των γραικύλων δεν έχει μόνο ένα αφεντικό. Η πολλαπλή υποτέλεια της χώρας, σημαίνει για το λαό μας ότι έχει πολλά μέτωπα να αντιμετωπίσει συγχρόνως, όπως κάνει εδώ κι αιώνες, και για την κυβέρνηση ότι πρέπει να εκτελεί εντολές προερχόμενες από πολλές πηγές εξουσίας τις οποίες καλείται να υπηρετήσει ταυτόχρονα. Μια άλλη κυβέρνηση που θα ταυτιζόταν με το λαό θα μπορούσε να ηγηθεί και να οργανώσει την αντίστασή του. Τα γιουσουφάκια όμως, ταυτισμένα με τα αφεντικά τους κι όχι με το λαό. απλά εκτελούν τις εντολές όσο πιο πειθήνια γίνεται.
Νομικά, η κυβέρνηση έχει πράγματι τη δυνατότητα να προσβάλει την απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Προσφυγών. Νομικά επίσης, η απόφαση είναι τεκμηριωμένη, καθώς δεν καλείται η Επιτροπή να αποφανθεί για το αν οι Τούρκοι ικέτες είναι πραξικοπηματίες (όπως έκαμε από την πρώτη στιγμή η κυβέρνηση για να δώσει δημοκρατική αύρα σ’ αυτό που απλά είναι υπακοή στο νεοοθωμανικό αφεντικό). Καλείται να κρίνει αν θα έχουν μια δίκαιη δίκη κι αν θα υποστούν μεταχείριση που θα παραβιάζει τα δικαιώματά τους. Κι η Επιτροπή διαπίστωσε αυτό που όλος ο κόσμος γνωρίζει, που και η Δύση (ο έτερος δυνάστης μας) στηλιτεύει, ότι αν οι ικέτες, πραξικοπηματίες η μη, Κεμαλικοί που έχουν κι αυτοί βλέψεις κατά της Ελλάδας ή μη, εκδοθούν στην Τουρκία, θα υποστούν αυτά που κάθε πολίτης που διαφοροποιείται εκεί υφίσταται, πόσο μάλλον όταν όλοι γνωρίζουν τη μεταχείριση που επιφυλάχθηκε στους χιλιάδες κατηγορούμενους για συμμετοχή στο πραξικόπημα.
Οπότε τα γιουσουφάκια της κυβέρνησης. τρομοκρατημένα από την οργή του Σουλτάνου, τις απειλές ότι δε θα υπάρχει χώρα να υπερασπιστούν (άρα γι’ αυτούς δε θα υπάρχει εξουσία να νέμονται), σπεύδουν να προσβάλουν την απόφαση της Επιτροπής. Αναμενόμενο είναι ότι δε θα μείνουν μόνο εκεί. Θα επιδιώξουν να χειραγωγήσουν τη Δικαιοσύνη, όπως ματαίως έχουν προσπαθήσει κι άλλες φορές, ώστε να ακυρώσει την απόφαση και να μπορέσουν έτσι να δείξουν στο Σουλτάνο ότι είναι καλοί ραγιάδες, ότι μπορούν να συνεχίσουν την υποτελή πορεία τους δίχως να τους ξηλώσουν από την εξουσία στην οποία είναι αγκιστρωμένοι.
Έτσι, οι γραικύλοι έχουν ήδη πετύχει να μην υπάρχει πια χώρα που θα υπερασπιστεί ο λαός (κι όχι αυτοί βέβαια). Η απειλή της Τουρκίας έχει πιάσει δίχως να χυθεί αίμα, δίχως να πέσει μια τουφεκιά, δίχως να χρησιμοποιηθεί ως στήριγμα ούτε η απαξιωτική στάση της Δύσης, των άλλων επικυρίαρχων, απέναντι στο βιασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την Τουρκία του Ερντογάν. Ο δικαιωματισμός των γραικύλων περιορίζεται στις νεοταξικές προδιαγραφές που αυτοί πλήρως ενστερνίζονται και δεν έχει καμιάν εφαρμογή πέραν αυτών.
Κι εδώ φαίνεται, πριν στεγνώσει το μελάνι των διθυράμβων για τον αντιστασιακό πρωθυπουργό που αντιμετώπισε επιτυχώς τον Ερντογάν κατά την επίσκεψή του στην πατρίδα μας, ποιος αντιστέκεται και ποιος διατάζει, ποιος έδωσε εντολές και ποιος τις εκτελεί.


Μια κυβέρνηση που θα εξέφραζε τα συμφέροντα του λαού, ακόμα και πιεσμένη από τους Τούρκους, θα άφηνε τη Δικαιοσύνη απερίσπαστη. Θα εύρισκε συμμάχους στη στάση μιας πλειάδας κρατών που καταδικάζουν την Τουρκία και θεωρούν τον Ερντογάν δικτάτορα. Θα μπορούσε να συμπήξει συμμαχίες σ’ αυτή τη βάση, αλλά και στη βάση της Γενοκτονίας, να απομονώσει επικοινωνιακά την Τουρκία, να συναντηθεί με τους λαούς και τις δυνάμεις εκείνες της Τουρκικής κοινωνίας που αντιστέκονται και να δημιουργήσει άλλα δεδομένα.
Αντί γι’ αυτό, προσφέρει άλλοθι κι αναγνώριση στον Ερντογάν, δικαιώνει τον ισλαμοφασισμό του και μεταβάλλει τη χώρα σε εν τοις πράγμασι επαρχία της Τουρκίας. Οπότε Ελλάδα κυρίαρχη δεν υπάρχει πια, και μάλιστα πολλώ λογιώ, υποτελής στη Δύση και στην Τουρκία. Κι αυτό θα μπορούσε να συμβεί με δυο τρόπους: είτε μετά από αντίσταση, όπως πάντα γινόταν, είτε με προδοσία και παράδοση. Τώρα γίνεται το δεύτερο, μπροστά στα μάτια μας, διανθισμένο με προοδευτικές φανφάρες και με το λαό σε νάρκη.
Λέγαμε ότι αν δεν αντισταθούμε θα χάσομε την πατρίδα μας. Τώρα έχομε περάσει σε άλλο επίπεδο, την έχομε χάσει και πρέπει να την κερδίσομε ξανά, μόνο αν αντισταθούμε, έστω και τώρα, έστω και υπ’ αυτές τις συνθήκες. Μπορούμε, ή θα γίνουμε κι εμείς γιουσουφάκια;

Ιανουαρίου 3, 2018 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | Σχολιάστε

Πρωτοχρονιάτικο παραμύθι

Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς, χωμένο στη γωνία μιας εξώπορτας, κάθουνταν ένα αγοράκι και κοίταζε το αντικρινό φωτισμένο παράθυρο. Είχε νυχτώσει νωρίς, και το χιόνι σκέπαζε τις πλάκες του δρόμου, τα φανάρια, τα δέντρα και τις στέγες των σπιτιών, πράμα σπάνιο στην Αθήνα.

Το κρύο ήταν δυνατό, και τυλιγμένος στο παλιωμένο και σκισμένο ρουχάκι του, όλο και περισσότερο χώνουνταν ο Βασίλης στη γωνιά της εξώπορτας, για να ξεφύγει από το βοριά που τον πάγωνε ως τα κόκαλα. Μα τα μάτια του έμεναν καρφωμένα στο φωτισμένο παράθυρο του αρχοντόσπιτου, αντίκρυ του.

«Πρωτοχρονιά αύριο», μουρμούρισε, «διασκεδάζουν εκεί μέσα».

Εκεί μέσα κείτουνταν ένα παιδί, με λιωμένο αχνό πρόσωπο.

Κουτιά γεμάτα μπογιές, μολυβένια στρατιωτάκια, ζώα ξύλινα, σιδηρόδρομοι και καραβάκια, που σκέπαζαν το κρεβάτι του, έστεκαν άγγιχτα. Τ’ αδύνατα χεράκια του έμεναν ακίνητα στο σεντόνι απάνω’ δεν κοίταζε καν τα πλούσια δώρα γύρω του. Το κουρασμένο βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο παράθυρο όπου, στα σκοτεινά, άσπριζαν τα χιόνια της αντικρινής στέγης.

-Τι συλλογίζεσαι, Βασιλάκη; ρώτησε η μητέρα του.

– Κοίταζα τα χιόνια, αποκρίθηκε ο μικρός, και συλλογίζουμουν τη χαρά να τρέχεις στους δρόμους, να βουτάς στα χιόνια, να τα μαζεύεις και να φτιάνεις μπάλες, και να τις τινάζεις στους περαστικούς, όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου μου, εκεί που είδα και το χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα πολλά κεράκια… Αλήθεια, μητέρα, λες να βρήκε ο Νικόλας δέντρο τέτοιο εδώ;

-Ναι, παιδί μου, βρήκε, και θα σου το φέρει τώρα στολισμένο. Δεν είναι πολύ μεγάλο όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου σου, μα το στόλισε ο πατέρας σου… και είναι πολύ όμορφο… Είσαι ευχαριστημένος;

-Ναι, είπε ο Βασιλάκης χωρίς ενθουσιασμό.

Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα. Δυο υπηρέτες έφεραν μέσα ένα μικρό έλατο ολοφώτιστο, και το έστησαν απάνω στο τραπέζι. Τα κλαδιά ήταν φορτωμένα χρυσά και ασημένια στολίδια, φαναράκια και μπρίλες. Παντού στέκουνταν όρθια τ’ αναμμένα χρωματιστά κεράκια, και τα μεγαλύτερα κλαδιά λύγιζαν από το βάρος των παιχνιδιών που κρέμουνταν δεμένα με κορδέλες.

-Ε, Βασιλάκη, σ’ αρέσει το δέντρο σου; ρώτησε ζωηρά ο πατέρας του.

Ο μικρός το κοίταξε μια στιγμή με σβησμένα αγέλαστα μάτια.

– Το φαντάζουμουν ωραιότερο, είπε με τη βαρεμένη του φωνή.

Και το βλέμμα του γύρισε πάλι στο παράθυρο και στα χιόνια του αντικρινού σπιτιού.

– Πατέρα, λες του χρόνου την Πρωτοχρονιά να είμαι πια καλά και να βγω κι εγώ στα χιόνια;

– Ναι, παιδί μου, είπε ο πατέρας.

Και η μητέρα βγήκε από το δωμάτιο για να κρύψει τα κλάματα που την έπνιγαν.

-Τι όμορφα που θα είναι να τρέχεις στα χιόνια… είπε συλλογισμένα ο Βασιλάκης. Τι δε θα έδινα για να δω τι γίνεται έξω…

Έξω, ο Βασίλης είχε δει πίσω από το φωτισμένο παράθυρο το δέντρο του Βασιλάκη, με τα φώτα και τα χρυσά στολίδια και τα παιχνιδάκια που γέμιζαν τα κλαδιά από πάνω ως κάτω.

-Αχ, τι ωραίο! είπε το φτωχό· πρέπει να το έφερε ο Άη-Βασίλης.

Και τα μάτια του έτρωγαν το δέντρο και, τρέμοντας από το κρύο, ολοένα χώνουνταν βαθύτερα στη γωνιά του και γύρευε να τυλίξει στο κορμάκι του τα κουρέλια του, μήπως και τον ζεστάνουν λίγο.

-Ο Άη-Βασίλης… μουρμούρισε. Γιατί δεν έρχεται κάποτε και σε μας, ο Άη-Βασίλης;

Θυμήθηκε το φτωχικό σπιτάκι στο χωριό του, όπου τον είχε μεγαλώσει η μάνα του· όλα τα είχε στερηθεί αφότου γεννήθηκε, εκτός μόνο τα χάδια της μάνας του. Ξενοδούλευε η κακομοίρα για να κερδίσει το ψωμί τους, μα άλλο από ψωμί δεν πρόφθαινε να βγάλει, μόνο την αγάπη της μπορούσε χάρισμα να του δίνει, και αυτήν του την έδινε μπόλικη. Μα ήλθαν οι κακοί καιροί, η αρρώστια, η μαύρη φτώχεια, και πέθανε η μάνα του και την έβαλαν σε σανιδένια κάσα, και την πήγαν στο νεκροταφείο, και την είδε που τη σκέπασαν τα χώματα. Και τον έβγαλαν από το φτωχικό του καλυβάκι, κι έφυγε το έρημο ορφανό και ήλθε κι έπεσε στην Αθήνα, παραμονή του Άη-Βασίλη, πεινασμένο, παγωμένο, μακαρίζοντας τους ευτυχισμένους που διασκέδαζαν πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, αντίκρυ του.

Από νωρίς είχε δει κίνηση μεγάλη στους δρόμους, παιδιά μεγάλα και μικρά, που σταματούσαν στις πόρτες των αρχοντόσπιτων και έλεγαν τον Άγιο Βασίλη. Μα τ’ ορφανό δεν τόλμησε να χτυπήσει και αυτό σε καμιά πόρτα, ούτε ήταν μαθημένο στην ταραχή της μεγάλης πολιτείας. Και λίγο-λίγο, τράβηξε κατά τους ήσυχους μεγαλόπρεπους δρόμους, μακριά από το κέντρο, και ήλθε και ζάρωσε σε μιαν εξώπορτα, χωρίς ψωμί, χωρίς σκοπό, χωρίς καμιάν ελπίδα.

Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο πήγαιναν κι έρχουνταν σκιές. Πέρασε κι ένας υπηρέτης με βελάδα, βαστώντας ένα πιάτο με μια μεγάλη πίτα!

Ο Βασίλης θυμήθηκε πως την τελευταία βούκα ψωμί την είχε φάγει το πρωί. Και μέσα κει θα έτρωγαν τώρα πίτα!

Αχ, και να είχε και αυτός μια βουκίτσα να γελάσει την πείνα του! Του φάνηκε τόσο ορεκτική η πίτα, τόσο αφράτη, καθώς την πέρασε ο υπηρέτης εμπρός στο παράθυρο. Άραγε, αν ζητούσε λίγη, θα του έδινε κανένα κομματάκι;

Και έξαφνα, χωρίς να ξέρει και αυτός πώς το έκανε, άρχισε να τραγουδά:

«Άγιος Βασίλης έρχεται α-α-από, από την Καισαρεία… βαστά καλάμι και χαρτί, χα-α-ρτί, χαρτί και καλαμάρι».

Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, διάφορες σκιές πήγαν και ήλθαν κοιτάζοντας έξω. Σώπασε τρομαγμένος ο Βασιλάκης και ζάρωσε στη γωνίτσα του όσο μπορούσε περισσότερο.

– Παναγιά μου! ψιθύρισε, λένε πως οι πλούσιοι δεν έχουν καλή ψυχή και περιφρονούν τους φτωχούς…

Και με τρομαγμένα μάτια ακολουθούσε το πήγαινε κι έλα των ανθρώπων μες στην κάμαρα.

Μες στην καμάρα είχαν κόψει την πίτα. Ακουμπισμένος στα μαξιλάρια, ο Βασιλάκης βαστούσε το πιάτο του στα χέρια, κοιτάζοντας με αδιαφορία το κομμάτι του, χωρίς καν να το γευθεί.

– Δεν το κόβεις να δεις αν σου έπεσε το φλουρί, Βασιλάκη μου; ρώτησε τρυφερά η μητέρα του.

-Ναι, μητέρα, θα το γυρέψω, αποκρίθηκε, αλλά δεν κούνησε, ούτε άλλαξε η κουρασμένη όψη του.

Έξαφνα ανέβηκε ως το δωμάτιο του άρρωστου αγοριού μια φωνή παιδιάτικη, τρεμουλιαστή, σα φοβισμένη: «Άγιος Βασίλης έρχεται α-α-από, από την Καισαρεία… βαστά καλάμι και χαρτί, χα-α-ρτί, χαρτί και καλαμάρι».

Ο Βασιλάκης ξαφνίστηκε’ άναψαν μια στιγμή τα μάτια του, ζωήρεψε το μελαγχολικό του πρόσωπο.

-Πατέρα, πατέρα! φώναξε, τ’ ακούς; Τραγουδά απ’ έξω… Θα είναι κανένα αγοράκι… φώναξε το! Πολύ σε παρακαλώ!

Η μητέρα του είχε πάγει κιόλα στο παράθυρο, μα δεν είδε τίποτε.

– Δε βλέπω κανένα παιδί, είπε.

– Πατέρα, κοίταξε συ, άνοιξε το παράθυρο, φώναξε το παιδί να έλθει να πάρει από την πίτα, το κομμάτι του φτωχού… και να μας πει τι γίνεται έξω…

Πήγε ο πατέρας στο παράθυρο, το άνοιξε, έσκυψε έξω, κοίταξε δεξιά, αριστερά, μα δεν είδε τίποτε· έκλεισε το παράθυρο και γύρισε στο κρεβάτι του Βασιλάκη.

– Πέρασε το παιδί και πάει, είπε ζωηρά· μα δεν πειράζει, θα περάσει και άλλο και τότε το φωνάζομε· δοκίμασε την πίτα σου ωστόσο.

Μα ο Βασιλάκης δεν πεινούσε· έσπρωξε το πιάτο του, ακούμπησε στα μαξιλάρια και έκλεισε τα μάτια. Η ζωηράδα του προσώπου του είχε σβήσει· το φλουρί της πίτας δεν τον ενδιέφερε, ούτε το δέντρο όπου είχαν σβήσει πια τα κεράκια, ούτε τα δώρα του. Το δρόμο μόνο συλλογίζουνταν…

Και το παιδάκι, που μπορούσε να πει την ομορφιά της ελευθερίας, τη χαρά να τρέχεις και να βουτάς στα χιόνια, είχε περάσει και πάει!

– Θέλεις, παιδί μου, να φας την πίτα σου αύριο; ρώτησε η μητέρα χαϊδεύοντας γλυκά το μέτωπο του.

-Ναι, μητέρα, αύριο.

Η μητέρα έκανε νόημα σ’ όλους να βγουν από το δωμάτιο.

Ο Βασιλάκης ήταν κουρασμένος… Ο Βασιλάκης ήθελε να κοιμηθεί…

Πήρε το πιάτο με την πίτα και το ακούμπησε στο τραπέζι, κοντά στο κομμάτι του φτωχού· έσβησε τα φώτα, άναψε την καντήλα, φίλησε γλυκά το αγόρι της και βγήκε από το δωμάτιο.

Μα ο Βασιλάκης δε νύσταζε· ο νους του έμενε στο δρόμο και στη χαρά που θα είχε αν μπορούσε να τρέξει στα χιόνια…

Κοίταξε γύρω του, είδε πως ήταν μόνος’ με κόπο κατέβηκε από το κρεβάτι, και σιγά-σιγά σύρθηκε ως το παράθυρο.

Αχ! και να έβλεπε λιγάκι απ’ έξω το χιονισμένο δρόμο, τα φανάρια, τ’ άσπρα δέντρα…

Με δυσκολία γύρισε το πόμολο, άνοιξε το παράθυρο κι έσκυψε έξω. Το κρύο τον ξάφνισε, του έκοψε την αναπνοή, ζήτησε να στηριχθεί στο πεζούλι του παραθύρου μα όλα γύριζαν, του φάνηκε πως πέφτει…

Έξαφνα, από το παράθυρο πήδησε μέσα ένας άνθρωπος, και ο Βασιλάκης από το σάστισμά του ξέχασε τη ζάλη του. Ήταν γέρος, χιονοσκεπασμένος, με μακριά καλογερικά ρούχα και μεγάλα άσπρα γένια’ τον κοίταξε ο Βασιλάκης και τον ανεγνώρισε:

-Ο Αη-Βασίλης… ψιθύρισε.

– Ναι, εγώ είμαι, είπε ο Άη-Βασίλης με το ανοιχτόκαρδο χαμόγελο του. Ήλθα να σε ρωτήσω, τι θέλεις να σου δώσω για την εορτή μου, που ξημερώνει αύριο, και που είναι και δική σου εορτή;

-Αχ, Άη-Βασίλη μου, να μη μου δώσεις πια τίποτα! φώναξε ο Βασιλάκης σταυρώνοντας παρακλητικά τα χέρια του. Δες πόσα πράγματα μου έδωσαν, και τα έχω τόσο βαρεθεί! Μα πάρε με έξω μαζί σου! Πάρε με στα χιόνια! Θέλω τόσο να τρέξω ελεύθερα!

– Θέλεις; είπε ο Άη-Βασίλης. Μα έξω κάνει κρύο! Και συ έχεις όλα τα καλά του κόσμου! Τόσα παιχνίδια, τόσα χάδια, και ζεστασιά, και πίτα που ούτε τη δοκίμασες ακόμα… Και θέλεις να φύγεις;

-Ναι! Να βγω στα χιόνια, να τρέξω ελεύθερα, αχ, πάρε με, πάρε με, καλέ μου Άη-Βασίλη! παρακάλεσε ο Βασιλάκης. Πάρε με στα χιόνια!

Ο Άη-Βασίλης χαμογέλασε πάλι.

– Καλά, είπε. Εγώ σήμερα δε χαλώ χατήρι κανενός. Έλα μαζί μου αφού το θέλεις.

Και πήρε το Βασιλάκη στην αγκαλιά του, και πέταξε από το παράθυρο που έμεινε ανοιχτό…

Στα χιόνια κάθουνταν ο Βασίλης με τα μάτια καρφωμένα στο παράθυρο. Με τρομάρα είχε δει έναν κύριο που άνοιξε τα γυαλιά και κοίταζε στο δρόμο· μα έτσι μικρός που ήταν και ζαρωμένος στη γωνίτσα του, δεν τον είδε ο κύριος. Και το παράθυρο έκλεισε πάλι.

Τα κεράκια του δέντρου είχαν σβήσει, οι σκιές πήγαιναν κι έρχονταν ακόμα· ύστερα έσβησαν και τα φώτα, και μόνο μια καντήλα τρεμόφεγγε, στημένη σε κανένα έπιπλο απάνω. Και ο Βασίλης ακόμα κοίταζε, σα μαγνητισμένος από τη θαμπερή λάμψη της.

Το κρύο όλο δυνάμωνε· τα βλέφαρα του Βασίλη βάραιναν. Θυμήθηκε τη μάνα του και τη ζεστή της αγκαλιά. Έριξε μια ματιά στο παράθυρο και συλλογίστηκε πως εκεί μέσα θα έκαμνε ζέστη… Αχ! λίγη ζέστη…

Λαφρύς κρότος τον ξάφνιασε. Σήκωσε τα μάτια του τρομαγμένος. Το παράθυρο είχε ανοίξει πάλι, μα δεν ήταν πια εκεί ο ίδιος κύριος· ένα παιδάκι, στα νυχτικά του, έσκυβε να δει το δρόμο.

Μια στιγμή το κοίταξε με απορία ο Βασίλης, μα τόσο βαριά ήταν τα βλέφαρα του, που δεν μπορούσε να τα βαστάξει ανοιχτά. Έκανε πάλι να δει το αντικρινό παιδί, και του φάνηκε πως σωριάζουνταν στο πάτωμα το άσπρο κορμάκι, μα δεν πρόφθασε να βεβαιωθεί.

Ακούμπησε το κεφάλι του στον τοίχο και τα μάτια του έκλεισαν μονάχα τους. Έξαφνα, μια λάμψη τον ξύπνησε· εμπρός του στέκουνταν ένας γέρος ντυμένος στα κόκκινα και στα χρυσά. Τα γένια του ήταν μακριά και κάτασπρα, και γύρω του χύνουνταν τόση ζέστη, που ο Βασίλης ξέχασε τα χιόνια και το βοριά. Κοίταξε το γέρο και τον ανεγνώρισε.

-Ο Άη Βασίλης! έκανε μαγεμένος.

-Ναι, ο Άη-Βασίλης, είπε ο γέρος. Σ’ άκουσα που έλεγες πως δεν έρχομαι ποτέ σε σας και, βλέπεις, τώρα ήλθα.

Τ’ ορφανό τον κοίταξε μ’ έκσταση. Ο Άη-Βασίλης γέλασε.

-Λοιπόν πες μου, του είπε· αύριο ξημερώνει Πρωτοχρονιά, που είναι εορτή μου και δική σου εορτή. Τι θέλεις να σου χαρίσω;

Ο Βασίλης έριξε μια ματιά στο αντικρινό παράθυρο. Η καντήλα είχε σβήσει και αυτή· τόσο κρύο θα ήταν τώρα κι εκεί μέσα…

– Θέλω, παρακαλώ, λίγη πίτα, είπε δειλά, και θέλω πάλι τη μάνα μου… Μα ίσως αυτό να είναι αδύνατο; ρώτησε φοβισμένος λίγο για τη μεγάλη του απαίτηση.

-Τίποτα δεν είναι αδύνατο σήμερα, είπε ο Άη-Βασίλης, και ό,τι ζητήσεις θα σου το κάνω. Πίτες όσες θέλεις θα σου δώσω, και τη μάνα σου θα την ξαναδείς οπόταν θέλεις. Μα σκέψου, είναι και μερικά παιδιά που λαχταρούν την ελευθερία σου. Εσύ μπορείς τον κόσμον όλο να τον γυρίσεις, να ζήσεις όπως θέλεις. Είσαι ακόμα μικρός και ο κόσμος όλος είναι ανοιχτός μπροστά σου…

-Αχ όχι, καλέ μου Άη-Βασίλη! παρεκάλεσε ο μικρός. Μόνο πάρε με στη μάνα μου! Και δωσ’ μου λίγη πίτα και για κείνην, που δεν έχει φάγει τώρα τόσα χρόνια!

-Καλά, είπε ο Άη-Βασίλης με το καλό του χαμόγελο, σήμερα δε χαλώ κανενός χατήρι. Έλα να σε πάγω στη μάνα σου.

Και τον πήρε ο Άη-Βασίλης στην αγκαλιά του, και πέταξε ψηλά, ψηλά, τόσο που περνούσε πάνω από τα ψηλότερα σπίτια, κι έφυγαν.

Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, την ώρα που χαρούμενες χτυπούσαν οι καμπάνες σ’ όλες τις εκκλησιές της χώρας, βγήκε ο Νικόλας ο υπηρέτης, με μάτια κοκκινισμένα από τα κλάματα, στο χιονισμένο δρόμο.

Χωμένο σε μια γωνιά της εξώπορτας του αντικρινού σπιτιού, είδε ένα παιδάκι που φαίνονταν να κοιμάται. Το σίμωσε, το άγγιξε, το βρήκε παγωμένο.

Το πήρε στην αγκαλιά του και το ανέβασε στο αρχοντόσπιτο, όπου μητέρα και πατέρας, πλάγι στο κρεβάτι του Βασιλάκη, έκλαιγαν το πεθαμένο τους αγόρι.

Μαζί τα ξάπλωσαν πλάγι-πλάγι, το χαδεμένο μονοπαίδι και το έρημο ορφανό.

Πάνω στο τραπέζι, δυο κομμάτια πίτας ξηραίνονταν άγγιχτα, το κομμάτι του Βασιλάκη και το κομμάτι του Βασίλη.

Πλάγι-πλάγι έθαψαν τα δυο παιδιά. Στον ένα τάφο είναι γραμμένο με χρυσά γράμματα τ’ όνομα του Βασιλάκη· ο άλλος τάφος δεν έχει όνομα.

Κανένας δε γνώριζε το έρημο ορφανό.

Πηνελόπη Δέλτα

και για την αντιγραφή Φουρόκατος, καθ’ υπόδειξιν ΘΝ

Δεκέμβριος 29, 2017 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , | Σχολιάστε

ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΨΩΜΟ

Μεταξύ των πολλών δημωδών τύπων, τους οποίους θα έχωσι να εκμεταλλευθώσιν οι μέλλοντες διηγηματογράφοι μας, διαπρεπή κατέχει θέσιν η κακή πενθερά, ως και η κακή μητρυιά. Περί μητρυιάς άλλωστε θα αποπειραθώ να διαλάβω τινά, προς εποικοδόμησιν των αναγνωστών μου. Περί μιας κακής πενθεράς σήμερον ο λόγος.
Εις τι έπταιεν η ατυχής νέα Διαλεχτή, ούτως ωνομάζετο, θυγάτηρ του Κασσανδρέως μπάρμπα Μανώλη, μεταναστεύσαντος κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εις μίαν των νήσων του Αιγαίου. Εις τι έπταιεν αν ήτο στείρα και άτεκνος; Είχε νυμφευθή προ επταετίας, έκτοτε δις μετέβη εις τα λουτρά της Αιδηψού, πεντάκις τής έδωκαν να πίη διάφορα τελεσιουργά βότανα, εις μάτην, η γη έμενεν άγονος. Δύο ή τρεις γύφτισσαι τής έδωκαν να φορέση περίαπτα θαυματουργά περί τας μασχάλας, ειπούσαι αυτή, ότι τούτο ήτο το μόνον μέσον, όπως γεννήση, και μάλιστα υιόν. Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τη εδώρησεν ηγιασμένον κομβολόγιον, ειπών αυτή να το βαπτίζη και να πίνη το ύδωρ. Τα πάντα μάταια.
Επί τέλους με την απελπισίαν ήλθε και η ανάπαυσις της συνειδήσεως, και δεν ενόμιζεν εαυτήν ένοχον. Το αυτό όμως δεν εφρόνει και η γραία Καντάκαινα, η πενθερά της, ήτις επέρριπτεν εις την νύμφην αυτής το σφάλμα της μη αποκτήσεως εγγόνου διά το γήρας της.
Είναι αληθές, ότι ο σύζυγος της Διαλεχτής ήτο το μόνον τέκνον της γραίας ταύτης, και ούτος δε συνεμερίζετο την πρόληψιν της μητρός του εναντίον της συμβίας αυτού. Αν δεν τω εγέννα η σύζυγός του, η γενεά εχάνετο. Περίεργον, δε, ότι πας Ελλην της εποχής μας ιερώτατον θεωρεί χρέος και υπερτάτην ανάγκην την διαιώνισιν του γένους του.
Εκάστοτε, οσάκις ο υιός της επέστρεφεν εκ του ταξιδίου του, διότι είχε βρατσέραν, και ήτο τολμηρότατος εις την ακτοπλοΐαν, η γραία Καντάκαινα ήρχετο εις προϋπάντησιν αυτού, τον ωδήγει εις τον οικίσκον της, τον εδιάβαζε, τον εκατήχει, του έβαζε μαναφούκια, και ούτω τον προέπεμπε παρά τη γυναικί αυτού. Και δεν έλεγε τα ελαττώματά της, αλλά τα αυγάτιζε, δεν ήτο μόνο «μαρμάρα», τουτέστι στείρα η νύμφη της, τούτο δεν ήρκει, αλλ’ ήτο άπαστρη, απασσάλωτη, ξετσίπωτη κλπ. Ολα τα είχεν, «η ποίσα, η δείξα, η άκληρη».

Ο καπετάν Καντάκης, φλομωμένος, θαλασσοπνιγμένος, τα ήκουεν όλα αυτά, η φαντασία του εφούσκωνεν, εξερχόμενος είτα συνήντα τους συναδέλφους του ναυτικούς, ήρχιζαν τα καλώς ώρισες, καλώς σας ηύρα, έπινεν επτά ή οκτώ ρώμια, και με τριπλήν σκοτοδίνην, την εκ της θαλάσσης, την εκ της γυναικείας διαβολής και την εκ των ποτών, εισήρχετο οίκαδε και βάρβαροι σκηναί συνέβαινον τότε μεταξύ αυτού και της συζύγου του.
Ούτως είχον τα πράγματα μέχρι της παραμονής των Χριστουγέννων του έτους 186… Ο καπετάν Καντάκης προ πέντε ημερών είχε πλεύσει με την βρατσέραν του εις την απέναντι νήσον με φορτίον αμνών και ερίφων, και ήλπιζεν, ότι θα εώρταζε τα Χριστούγεννα εις την οικίαν του. Αλλά τον λογαριασμόν τον έκαμνεν άνευ του ξενοδόχου, δηλ. άνευ του Βορρά, όστις εφύσησεν αιφνιδίως άγριος και έκλεισαν όλα τα πλοία εις τους όρμους, όπου ευρέθησαν. Είπομεν όμως, ότι ο καπετάν Καντάκης ήτο τολμηρός περί την ακτοπλοΐαν. Περί την εσπέραν της παραμονής των Χριστουγέννων ο άνεμος εμετριάσθη ολίγον, αλλ’ ουχ ήττον εξηκολούθει να πνέη. Το μεσονύκτιον πάλιν εδυνάμωσε.
Τινές ναυτικοί εν τη αγορά εστοιχημάτιζον, ότι, αφού κατέπεσεν ο Βορράς, ο καπετάν Καντάκης θα έφθανε περί το μεσονύκτιον. Η σύζυγός του όμως δεν ήτο εκεί να τους ακούση και δεν τον επερίμενεν. Αύτη εδέχθη μόνο περί την εσπέραν την επίσκεψιν της πενθεράς της, ασυνήθως φιλόφρονος και μηδιώσης, ήτις τη ευχήθη το απαραίτητον «καλό δέξιμο», και διά χιλιοστήν φορά το στερεότυπον «μ’ έναν καλό γυιό».
Και ου μόνον, τούτο, αλλά τη προσέφερε και εν χριστόψωμο.
– Το ζύμωσα μοναχή μου, είπεν η θειά Καντάκαινα, με γεια να το φας.
– Θα το φυλάξω ως τα Φώτα, διά ν’ αγιασθή, παρετήρησεν η νύμφη.
– Οχι, όχι, είπε μετ’ αλλοκότου σπουδής η γραία, το δικό της φυλάει η κάθε μια νοικοκυρά διά τα Φώτα, το πεσκέσι τρώγεται.
– Καλά, απήντησεν ηρέμα η Διαλεχτή, του λόγου σου ξέρεις καλλίτερα.
Η Διαλεχτή ήτο αγαθωτάτης ψυχής νέα, ουδέποτε ηδύνατο να φαντασθή ή να υποπτεύση κακό τι.
«Πώς τώπαθε η πεθερά μου και μου έφερε χριστόψωμο», είπε μόνον καθ’ εαυτήν, και αφού απήλθεν η γραία εκλείσθη εις την οικίαν της και εκοιμήθη μετά τινος δεκαετούς παιδίσκης γειτονοπούλας, ήτις τη έκανε συντροφίαν, οσάκις έλειπεν ο σύζυγός της. Η Διαλεχτή εκοιμήθη πολύ ενωρίς, διότι σκοπόν είχε να υπάγη εις την εκκλησίαν περί το μεσονύκτιον. Ο ναός δε του Αγίου Νικολάου μόλις απείχε πεντήκοντα βήματα από της οικίας της.
Περί το μεσονύκτιον εσήμαναν παρατεταμένως οι κώδωνες. Η Διαλεχτή ηγέρθη, ενεδύθη και απήλθεν εις την εκκλησίαν. Η παρακοιμωμένη αυτή κόρη ήτο συμπεφωνημένον, ότι μόνον μέχρι ου σημάνη ο όρθρος θα έμενε μετ’ αυτής, όθεν αφυπνίσασα αυτήν την ωδήγησε πλησίον των αδελφών της. Αι δύο οικίαι εχωρίζοντο διά τοίχου κοινού.
Η Διαλεχτή ανήλθεν εις τον γυναικωνίτην του ναού, αλλά μόλις παρήλθεν ημίσεια ώρα και γυνή τις πτωχή και χωλή δυστυχής, ήτις υπηρέτει ως νεωκόρος της εκκλησίας, ελθούσα τη λέγει εις το ους.
– Δόσε μου το κλειδί, ήλθε ο άντρας σου.
– Ο άντρας μου! ανεφώνησεν η Διαλεχτή έκπληκτος.

Και αντί να δώση το κλειδί έσπευσε να καταβή η ιδία.
Ελθούσα εις την κλίμακα της οικίας, βλέπει τον σύζυγόν της κατάβρεκτον, αποστάζοντα ύδωρ και αφρόν.
– Είναι μισοπνιγμένος, είπε μορμυρίζων ούτος, αλλά δεν είναι τίποτε. Αντί να το ρίξωμε έξω, το καθίσαμε στα ρηχά.
– Πέσατε έξω; ανέκραξεν η Διαλεχτή.
– οχι, δεν είναι σου λέω τίποτε. Η βρατσέρα είναι σίγουρη, με δυο άγκουρες αραγμένη και καθισμένη.
– Θέλεις ν’ ανάψω φωτιά;
– Αναψε και δόσε μου ν’ αλλάξω.
Η Διαλεχτή εξήγαγε εκ του κιβωτίου ενδύματα διά τον σύζυγόν της και ήναψε πυρ.
– Θέλεις κανένα ζεστό;
– Δεν μ’ ωφελεί εμένα το ζεστό, είπεν ο καπετάν Καντάκης. Κρασί να βγάλης.
Η Διαλεχτή εξήγαγεν εκ του βαρελίου οίνον.
– Πώς δεν εφρόντισες να μαγειρεύσης τίποτε; είπε γογγύζων ο ναυτικός.
– Δεν σ’ επερίμενα απόψε, απήντησε μετά ταπεινότητος η Διαλεχτή. Κρέας επήρα. Θέλεις να σου ψήσω πριζόλα;
– Βάλε, στα κάρβουνα, και πήγαινε συ στην
εκκλησιά σου, είπεν ο καπετάν Καντάκης. Θα έλθω κι εγώ σε λίγο.
Η Διαλεχτή έθεσε το κρέας επί της ανθρακιάς, ήτις εσχηματίσθη ήδη, και ητοιμάζετο να υπακούση εις την διαταγήν του συζύγου της, ήτις ήτο και ιδική της επιθυμία, διότι ήθελε να κοινωνήση. Σημειωτέον ότι την φράσιν «πήγαινε συ στην εκκλησιά σου» έβαψεν ο Καντάκης διά στρυφνής χροιάς.

– Η μάννα μου δε θα τώμαθε βέβαια ότι ήλθα, παρετήρησεν αύθις ο Καντάκης.

– Εκείνη είναι στην ενορία της, απήντησεν η Διαλεχτή. Θέλεις να της παραγγείλω;
– Παράγγειλέ της να έλθη το πρωί.
Η Διαλεχτή εξήλθεν. Ο Καντάκης την ανεκάλεσεν αίφνης.
– Μα τώρα είναι τρόπος να πας εσύ στην εκκλησιά, και να με αφήσεις μόνον;

– Να μεταλάβω κι έρχομαι, απήντησεν η γυνή.
Ο Καντάκης δεν ετόλμησε ν’ αντείπη τι, διότι η απάντησις θα ήτο βλασφημία. Ουχ ήττον όμως την βλασφημίαν ενδιαθέτως την επρόφερεν.
Η Διαλεχτή εφρόντισε να στείλη αγγελιοφόρον προς την πενθεράν της, ένα δωδεκαετή παίδα της αυτής εκείνης γειτονικής οικογενείας, ης η θυγάτηρ εκοιμήθη αφ’ εσπέρας πλησίον της, και επέστρεψεν εις τον ναόν.
Ο Καντάκης, όστις επείνα τρομερά, ήρχισε να καταβροχθίζη την πριζόλαν. Καθήμενος οκλαδόν παρά την εστίαν, εβαρύνετο να σηκωθή και ν’ ανοίξη το ερμάρι διά να λάβη άρτον, αλλ’ αριστερόθεν αυτού υπεράνω της εστίας επί μικρού σανιδώματος ευρίσκετο το Χριστόψωμον εκείνο, το δώρον της μητρός του προς την νύμφην αυτής. Το έφθασε και το έφαγεν ολόκληρον σχεδόν μετά του οπτού κρέατος
Περί την αυγήν, η Διαλεχτή επέστρεψεν εκ του ναού, αλλ’ εύρε την πενθεράν της περιβάλλουσαν διά της ωλένης το μέτωπον του υιού αυτής και γοερώς θρηνούσαν.
Ελθούσα αύτη προ ολίγων στιγμών τον εύρε κοκκαλωμένον και άπνουν. Επάρασα τους οφθαλμούς, παρετήρησε την απουσίαν του Χριστοψώμου από του σανιδώματος της εστίας, και αμέσως ενόησε τα πάντα. Ο Καντάκης έφαγε το φαρμακωμένο χριστόψωμο, το οποίον η γραία στρίγλα είχε παρασκευάσει διά την νύμφην της.
Ιατροί επιστήμονες δεν υπήρχον εν τη μικρά νήσω. ουδεμία νεκροψία ενεργήθη. Ενομίσθη, ότι ο θάνατος προήλθεν εκ παγώματος συνεπεία του ναυαγίου. Μόνη η γραία Καντάκαινα ήξευρε το αίτιον του θανάτου. Σημειωτέον, ότι η γραία, συναισθανθείσα και αυτή το έγκλημά της, δεν εμέμφθη την νύμφην της. Αλλά τουναντίον την υπερήσπισε κατά της κακολογίας άλλων.
Εάν έζησε και άλλα κατόπιν Χριστούγεννα, η άστοργος πενθερά και ακουσία παιδοκτόνος, δε θα ήτο πολύ ευτυχής εις το γήρας της.

A. Παπαδιαμάντης

και για την αντιγραφή Φουρόκατος

Δεκέμβριος 25, 2017 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , | Σχολιάστε

ΔΥΣΗ, ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΑ

Η κυριαρχία του δυτικού κόσμου στον υπόλοιπο μέσω της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού, στρατιωτικού, πολιτικού και πολιτιστικού, έχει οδηγήσει στην προσέγγιση και ερμηνεία των πάντων από τη σκοπιά της Δύσης. Αυτό από μόνο του συνιστά πρόβλημα και στην ίδια τη δυτική προσέγγιση, καθώς επιχειρεί να ερμηνεύσει οτιδήποτε συμβαίνει στον κόσμο με βάση μόνο τη δική της εμπειρία, η οποία αυθαίρετα θεωρείται ότι έχει οικουμενική εφαρμογή. Και βέβαια δείχνει και την υπεροψία με την οποία η Δύση προσεγγίζει τον υπόλοιπο κόσμο.
Μια σειρά διανοούμενοι από διαφορετικές αφετηρίες και καταβολές (ενδεικτικά ο Γιώργος Κοντογιώργης και ο Παλαιστίνιος Έντουαρντ Σαΐντ), εντοπίζουν αυτή την προβληματική προσέγγιση της Δύσης απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο, στον οποίο προσπαθεί να επιβάλει τα δικά της μέτρα και σταθμά. Είναι τόσο κυρίαρχη αυτή η προσέγγιση, ώστε να θεωρείται αυτονόητη ακόμα και από τον υπόλοιπο κόσμο, ενώ η κάθε περιοχή και η κάθε ταυτότητα έχουν ανεξάρτητες πορείες και εξέλιξη, που δε χωρούν στις δυτικές θεωρίες και που αξίζουν τουλάχιστον ισότιμη αντιμετώπιση.
Ένα παράδειγμα είναι ο Διαφωτισμός. Για την εποχή του ήταν μια πρόοδος για το δυτικό κόσμο, καθώς αμφισβήτησε την απολυταρχία και έδωσε πρόσωπο και φωνή στις μάζες των καταδυναστευομένων από τη φεουδαρχία (δε θα εξετάσομε εδώ την τελική επικράτηση μιας εκδοχής του η οποία οδήγησε σε μια νέα καταδυνάστευση, αυτή της Φύσης από τον άνθρωπο με πρόσχημα την ελευθερία της σκέψης). Αυτή η πρόοδος για το δυτικό κόσμο λοιπόν, εμφανίζεται ως μια συνολική επιτυχία της ανθρωπότητας, κι ας μην αποτελούσε για άλλες κοινωνίες ανάγκη. Ιδιαίτερα στην περίπτωση του Ελληνισμού, υπάρχει μια συνεχής πλύση εγκεφάλου (από διάφορους δυτικοθρεμένους διανοούμενους του νεοταξικού χώρου) περί μεταφοράς του πνεύματος του Διαφωτισμού στον ελληνικό χώρο και της αφύπνισης που αυτή η επιρροή επέφερε, με κατάληξη στην επανάσταση του 21. Παρουσιάζεται δηλαδή ο Διαφωτισμός ως μια σημαντική εξέλιξη που φώτισε και τους εδώ ιθαγενείς και τους ξύπνησε, οδηγώντας τους στην ελευθερία.
Όμως, για τον Ελληνισμό, ο Διαφωτισμός δεν ήταν κάτι που χρειάζονταν για να έρθουν στο προσκήνιο οι πολίτες. Από την αρχαιότητα και μετά στο Βυζάντιο, και ακόμα και υπό τον τουρκικό ζυγό, οι Έλληνες έδιδαν ιδιαίτερη σημασία στο πρόσωπο, στον πολίτη, και ποτέ δεν είχαν ανάγκη να αποτινάξουν εσωτερικό απολυταρχικό εχθρό. Είχαν, τον καιρό της Τουρκοκρατίας και της Λατινοκρατίας, δυνάστη, αλλά όχι στα πλαίσια των κοινοτήτων τους. Οι κοινότητες ήταν αυτές που έδιδαν στον πολίτη σημαντικό ρόλο, που δημιουργούσαν, ακόμα και σε συνθήκες σκλαβιάς, ένα αμεσοδημοκρατικό πολιτικό σύστημα που επέτρεπε στην κοινωνία να ασκεί η ίδια την πολιτική εξουσία και όχι μέσω αντιπροσώπων, να αποφασίζει σε καιρό ειρήνης πώς θα πορευτεί και σε καιρό υποδούλωσης πώς θα αντιμετωπίσει το δυνάστη. Αυτό εκφράστηκε και στα πρώτα συντάγματα της επανάστασης, όπου προβλεπόταν καθολική ψηφοφορία, πράγμα ανήκουστο για τη «διαφωτισμένη» Ευρώπη της εποχής! Ο Ελληνισμός είχε τη δική του πνευματική αναγέννηση που μπορεί να συνδιαλέχθηκε με το Διαφωτισμό αλλά δεν προήλθε από αυτόν. Σε άλλες καταστάσεις αναπτύχθηκε και άλλες προτεραιότητες ήρθε να καλύψει. Σεβαστά είναι και τα δύο ρεύματα, δεν μπαίνει θέμα αν κάποιο είναι καλύτερο από το άλλο, καθώς απαντούν σε διαφορετικές πραγματικότητες και διαφορετικά επίπεδα πολιτικής ωριμότητας, με τον Ελληνισμό να έχει λύσει από παλιά το ζήτημα της άμεσης δημοκρατίας και της σημασίας του Πολίτη/Προσώπου στη λήψη αποφάσεων της κοινότητας.


Ένα άλλο παράδειγμα αποτελεί η εθνογέννεση στη Δύση και πώς αυτή κατέληξε να θεωρείται ότι αφορά όλη την οικουμένη. Πράγματι, στη Δύση δεν υπήρχε εθνική συνείδηση ανάμεσα στους πληθυσμούς που ζούσαν σα σκλάβοι στα φέουδα. Σταδιακά και με την επιρροή του Διαφωτισμού, οι δομές εξουσίας που διαμορφώθηκαν οδήγησαν στην ενοποίηση ευρύτερων πληθυσμιακών ομάδων σε έθνη. Αυτό το φαινόμενο έχει πολύ ενδιαφέρον για τη μελέτη της ιστορίας του δυτικού κόσμου. Όμως, όταν επιχειρείται από τους δυτικούς ιστορικούς αυτό το μοντέλο να εμφανιστεί ότι έχει παγκόσμια εφαρμογή, οδηγεί σε εκτρωματικές θεωρίες. Έτσι, ιστορικά έθνη όπως το Ελληνικό, το Κινέζικο, το Περσικό, το Εβραϊκό, δε χωρούν σ’ αυτή την ερμηνεία. Και οι μεν Κινέζοι, Εβραίοι, Πέρσες, έχουν συνείδηση αυτής της κατάστασης και δεν επιτρέπουν να τους επηρεάσει. Εδώ όμως, η ιστορία θέλησε να καταντήσομε παρασιτική απόφυση της Δύσης και η Δύση προσπαθεί να μας επιβάλει το δικό της πολιτιστικό πρότυπο (κι έχομε και πρόθυμους υπηρέτες της και σε αυτό). Επομένως, ένα κομμάτι των διανοουμένων που υπηρετούν τις επιδιώξεις της Δύσης και της Νέας Τάξης, διακινούν αυτές τις θεωρίες με την πριμοδότηση του κράτους και της ντόπιας εξουσίας. Ανακαλύπτουν ότι δεν υπάρχει συνέχεια στην ιστορία μας, ότι εμείς σαν έθνος δημιουργηθήκαμε από το κράτος που προέκυψε μετά την επανάσταση του 1821, βάζοντας την τρισχιλιετή πορεία του λαού μας στην Προκρούστεια κλίνη της Δυτικής θεωρίας για την εθνογέννεση. Αναχαράσσουν θεωρίες που οι δημιουργοί τους έχουν ήδη απορρίψει: ο θεωρητικός των απόψεων περί δημιουργίας των εθνών κατά την πρόσφατη ιστορική περίοδο, Έρνεστ Γκέλνερ, τελικά αναγνώρισε ότι η θεωρία του δε μπορεί να καλύψει ιστορικά έθνη όπως και οι Έλληνες. Παρ’ όλα αυτά, οι διανοούμενοι της υποταγής αναφέρονται σ’ αυτόν για να αποδείξουν ότι δημιουργηθήκαμε σα λαός πρόσφατα κι ότι δεν έχομε ιστορική συνέχεια.
Αυτές οι θεωρίες βολεύουν πολύ τις κυβερνήσεις της υποταγής: Αν δεν υπήρχαμε παλιότερα, δεν έχουμε ρίζες να κοπούνε από μια πολυπολιτισμική μετάλλαξή μας, δεν έχομε να χάσομε κάτι από μιαν υποδούλωσή μας στους αποικιοκράτες των μνημονίων και στο νεοοθωμανισμό. Θα γίνουμε ό,τι θέλει ο νέος μας αφέντης και δε θα αγχωνόμαστε, δεν ήμασταν κάτι πριν για να το χάσομε.
Αυτές τις θεωρίες έχομε χρέος να αντιπαλέψομε. Με όπλο την αλήθεια, την ιστορία και την πραγματικότητα. Σε μιαν εποχή που δεν τα ευνοεί, εμείς ή θα νικήσομε ή θα χαθούμε. Κι εδώ ο φυσικός θάνατος δεν είναι τόσο τρομερός όσο η απώλεια της ταυτότητάς μας.

Δεκέμβριος 13, 2017 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | Σχολιάστε

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ: ΘΕΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Ακόμα και σε περιόδους αποξένωσης και προτάγματος του ιδιωτικού συμφέροντος, η αλληλεγγύη, βασική αξία του λαού μας, εξακολουθεί να εκφράζεται και να λειτουργεί θετικά σε μια σειρά εκφράσεων του δημόσιου βίου, μερικές φορές έστω και με κεκτημένη ταχύτητα, ιδίως σε τοπικές κοινωνίες που παραμένουν «τοπικές», με την έννοια της άμεσης επαφής των μελών της. Αυτό προϋποθέτει κι έναν αριθμό ανθρώπων διαχειρίσιμο, όπως στις μικρές κοινωνίες, σε αντίθεση με το χάος της Αθήνας, όπου εκεί η αλληλεγγύη είναι η εξαίρεση.
Μερικές μορφές έκφρασης της αλληλεγγύης, έχουν φανεί στην Κρήτη και σα «θεσμοθετημένες» πρακτικές της κοινότητας. Η λογική που τις διαπερνά είναι αυτή της μικρής προσφοράς από όλους προς έναν, ο οποίος σήμερα είναι ο δέκτης αλλά μετά από λίγο και πιο συχνά καθίσταται δότης προσφοράς. Εδώ το σχήμα είναι μαθηματικά πρόσφορο: Οι πολλοί που δίνουν από λίγο δε νοιώθουν να το στερούνται. Οι πολλές μικρές προσφορές όμως, αθροιζόμενες, καταλήγουν σε ένα υπολογίσιμο μέγεθος, το οποίο είναι καθοριστικό για τον ένα που δέχεται την προσφορά και τον βοηθά να αντεπεξέλθει σε στιγμές κατά τις οποίες χρειάζεται βοήθεια. Από την άλλη, ο ίδιος ο δέκτης της προσφοράς των πολλών, μετά από λίγο μεταβάλλεται, και περισσότερες φορές, σε προσφέροντα μικρής βοήθειας, έτσι ώστε να συμβάλει με τη σειρά του στην ανάγκη κάποιου άλλου.
Οι δεσμοί της συγγένειας, της κουμπαριάς, της συντεκνιάς, της γειτονίας, της φιλίας, δίνουν τον ορισμό του κύκλου των ανθρώπων που εμπλέκονται στον κύκλο αυτό της αέναης προσφοράς και αποδοχής. Σημαντικό στοιχείο είναι εδώ και το ότι αυτές οι πρακτικές θεωρούνται κομμάτι της κοινωνικής συμπεριφοράς και διαδικασίας.


Έτσι, στον τρύγο, όποιος τρυγά, καλεί φίλους, συγγενείς, χωριανούς, να του βοηθήσουν στο μάζεμα των σταφυλιών. Για να δούμε και την αντίθετη προσέγγιση, μόνος του θα χρειαζόταν μέρες, αν έβαζε εργάτες θα κατέληγε ασύμφορο. Έχει λοιπόν τη βοήθεια που χρειάζεται, τελειώνει σε λιγότερο από μια μέρα, δείχνει την ευγνωμοσύνη του μ’ ένα τραπέζι μετά, και ανταποδίδει όταν ο επόμενος από την παρέα θα τρυγά, αφού θα πάει να του βοηθήσει με τη σειρά του.
Τα ίδια ισχύουν και στην κουρά, και σπανιότερα όταν κάποιος ρίχνει μπετά κλπ. Πρόκειται για διαδικασίες που έχουν από πίσω έντονη τη συνειδητοποίηση ότι η κοινότητα είναι ένας οργανισμός όπου ο ένας χρειάζεται τον άλλο και όπου όλοι μαζί μπορούν να φτάσουν μακριά. Ο καθένας μόνος του όμως δεν πάει πουθενά.
Ιδιαίτερα εκφράζεται η λογική αυτή στη διαδικασία του γάμου: Στον πρόγαμο, οι φίλοι κι εδικοί καθενός από το ζευγάρι πάνε σ’ ένα τραπέζι, όπου τους καλεί ο γαμπρός και η νύφη ξεχωριστά, ο καθένας στο χώρο του. Κάθε καλεσμένος ξέρει ο ίδιος αν έχει τόσο στενό δεσμό ώστε να πάει και στον πρόγαμο, πράγμα που σημαίνει περαιτέρω έξοδα γιαυτόν: Θα σφάξει ένα οζό για κανίσκι, αν δεν έχει θα πάει μια δωδεκάδα κουλούρες του γάμου, ένα μπιτόνι κρασί, οτιδήποτε άλλο μπορεί να συμβάλει στο τραπέζι του γάμου. Έτσι, οι καλεσμένοι κι από τις δυο πλευρές βάζουν πλάτη στα έξοδα του γάμου με τον πρόγαμο, καλύπτοντας ένα μεγάλο μέρος του τραπεζιού, που γίνεται κατά βάση με τις προσφορές τους.
Αλλά κι ο ίδιος ο γάμος είναι δείγμα αυτής της συμπεριφοράς, καθώς το χρηματικό δώρο στο φακελάκι από κάθε καλεσμένο, συσσωρευόμενο καταλήγει σε ένα σημαντικό κεφάλαιο που μπορεί να επιτρέψει στο ζευγάρι να αντιμετωπίσει βασικά έξοδα στησίματος του νοικοκυριού του και της καινούργιας του ζωής. Κι εδώ η κοινότητα είναι παρούσα: Η μικρή προσφορά των πολλών δίδει στο ζευγάρι τη δυνατότητα να ξεκινήσει με λυμένα βασικά ζητήματα και να πατήσει πάνω στην προσφορά των γαμουλιωτών στοχεύοντας ακόμα ψηλότερα.
Αντίστοιχες πρακτικές θα συναντήσομε στον αγροτικό κυρίως βίο, αλλά και όπου η ζωή επιτρέπει να μεταφερθούν αυτές οι πρακτικές. Η αποξένωση που παρατηρείται στην παγκοσμιοποιημένη εποχή μας απειλεί και αυτές τις εκφράσεις αλληλεγγύης. Μια κοινωνία όμως που πιστεύει στις αξίες της θα μπορέσει να αντισταθεί σε μιαν αφιλόξενη εποχή και να επιβάλει αυτή τις συμπεριφορές που θεωρεί ότι χρειάζεται, και δε θα της επιβάλει η Νέα Τάξη καινούργιες. Εμείς, σε μιαν εποχή όπου στο πλανητικό επίπεδο η κυριαρχία της αγοράς και στο εθνικό επίπεδο η πολλαπλή κρίση απειλεί να διαλύσει την κοινωνία, θα πρέπει να κρατήσομε μια ισχυρή στάση διατήρησης της ταυτότητάς μας και του ελληνικού τρόπου σε όλα τα επίπεδα. Μεταξύ των οποίων και σε αυτό της «θεσμοθετημένης» αλληλεγγύης ανάμεσα στα μέλη της κοινότητας.

Νοέμβριος 24, 2017 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , | Σχολιάστε