Με το τουφέκι και τη λύρα

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΚΡΗΤΗ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ

ΡΙΖΙΤΕΣ

Παιδιά κι ήντα γινήκανε του κόσμου οι αντρειωμένοι
Μουδέ στσι μέσες φαίνουνται μουδέ στσ’ αναμεσάδες
Κάτω στην άκρη τ’ ουρανού στην τέλειωση του κόσμου
Σιντεροπύργο χτίζουνε

Ο κάθε τόπος είναι οι αθρώποι του. Που διαμορφώνονται απ’ αυτόν και το διαμορφώνουν κι εκείνοι με τη σειρά τους. Κι εμείς σήμερο για έναν τόπο θέλομε να μιλήσομε, για τους αντρειωμένους που αναθράφηκαν στα χαράκια και τις λέσκες του, που συνήθισαν να κοιτούνε το Χάρο κατάματα. Γιατί στη Δυτική Κρήτη, με επίκεντρο την επαρχία Σφακίων, το αφιλόξενο ανάγλυφο του εδάφους εξελίχθηκε σε μήτρα της ελευθερίας και καταφύγιο όσων βίωναν την καταπίεση στις άλλες περιοχές του νησιού.
Εδώ, όπως και σ’ όλη την Ελλάδα, μέσα από το διαρκή αγώνα του λαού μας ενάντια σε Δυτικούς και Τουρκους δυναστες, διαμορφώθηκαν οι διαχρονικές αξίες μας, ελευθερία, εργατικότητα, πρεπιά, αντίσταση, τιμιότητα, σεβασμός, σεμνότητα. Και εδώ, οι αξίες και τα αξιομνημόνευτα γεγονότα, οι περιπέτειες του τοπικού πληθυσμού αλλά και τα ευρύτερα βάσανα του Ελληνισμού, καταγράφηκαν και παραδόθηκαν στις επόμενες γενιές με το τραγούδι. Κι όπως σε κάθε περιοχή της πατρίδας μας, έτσι και στη Δυτική Κρήτη το τραγούδι έχει τις ιδιαιτερότητές του.
Εδώ όμως, μιλούμε για ιδιαιτερότητες που ξεφεύγουν από το πώς εκφέρεται η μελωδία και ποιος είναι ο ρυθμός. Μιλούμε για έναν τρόπο ζωής, μιλούμε για τις παρέες που γίνονται μέσα από το τραγούδι, μιλούμε για το Τραγούδι με ταυ κεφαλαίο, αυτό που οι επιστήμονες ονόμασαν κάποια στιγμή ριζίτικο.
Η ζωή στη μαδάρα είναι δεμένη με το Τραγούδι κι αυτό πάλι μόνο σ’ αυτήν μπόρεσε ν’ αναπτυχθεί. Η στιβαρή μελωδία, ο σκοπός, παραδομένος από γενιά σε γενιά σε βάθος χρόνου απροσδιόριστο, απηχεί κοινωνίες πολεμικές και ολιγαρκείς, γι’ αυτό ελεύθερες. Απηχεί ακόμα μιαν εποχή κι ένα στάδιο της μουσικής όπου δε γινόταν ακόμα μελοποίηση του στίχου, αλλά τα λόγια εντασσόταν σε ήδη δεδομένες μελωδικές φόρμες, όπως παρατηρεί ο Καβρουλάκης στην κλασική μελέτη του «Οι ρίζες των Ριζίτικων τραγουδιών». Κι εδώ, έχομε μελωδίες των οποίων το ύφος προδιαθέτει για έναν ηρωικό, σοβαρό χαρακτήρα και στις οποίες προσαρμόζεται στίχος με αντίστοιχο περιεχόμενο.

Άντρες γιάντα με διώχνετε, γιάντα μ’ απολαλείτε
Όξω γιατ’ είμαι μοναχός κι είμαι ξαρματωμένος;
Μ’ αφήστε με ν’ αρματωθώ να βάλω τ’ άρματά μου
Να ιδείτε τότες πόλεμο
Έτσι, ο αντιστασιακός χαρακτήρας του λαού μας στα Σφακιά και τη ρίζα, εκφράστηκε με συγκεκριμένο τρόπο τραγουδιστικά. Αλλά εδώ το τραγούδι πήγε ένα βήμα παραπέρα: Αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία γίνονται οι παρέες, με τον τρόπο που τραγουδιέται και τη συλλογικότητα που προϋποθέτει. Γιατί στην τάβλα, το φαγητό είναι η πρόφαση και οι συζητήσεις το προοίμιο αυτού που θα ακολουθήσει. Κι όταν έχει προχωρήσει το φαγοπότι κι η κουβέντα, βάζει κάποιος την αρχή. Όχι τυχαία. Πρέπει να είναι σεβαστό πρόσωπο ή ο οικοδεσπότης. Οι γύρω του θα τον συνδράμουν στο τραγούδι που θ’ αρχίσει, και θα συνεχίσουν μέχρι τον ενάμιση πρώτο στίχο, οπότε θα το «πάρουν» οι υπόλοιποι του τραπεζιού και θα το επαναλάβουν. Μόλις τελειώσουν, θα συνεχίσει η πρώτη πατούλια στο δεύτερο ενάμιση στίχο, που συνήθως ξεκινά με τον τελευταίο μισό της προηγούμενης κοντυλιάς, θα το ξαναπάρουν οι άλλοι, κι αυτό θα γίνει ακόμα μια φορά. Σύνολο τρεισήμισι στίχοι, τραγουδισμένοι τελικά από όλους, και το τραγούδι σταματά άσχετα αν ολοκληρώνεται το νόημα εκεί ή όχι.

ΧΑΙΝΗΔΕΣ

Γη πέτε το γή να το πώ τση τάβλας το τραγούδι
γιατί κι η τάβλα θέλει το κι η συντροφιά καλεί το
κι ο νοικοκύρης του σπιθιού χαρά μεγάλη το ‘χει,
να πουν τραγούδι του σκαμνιού.
Δε χρειάζεται να ολοκληρώνεται το νόημα γιατί αφενός όλοι γνωρίζουν τα λόγια, αφετέρου πρέπει να προλάβουν όλοι να ξεκινήσουν τραγούδι, και βέβαια, να πουν όσο περισσότερα γίνεται. Αυτό επιβεβαιώνει όμως και κάτι άλλο που είπαμε, ότι ο σκοπός από μόνος του υποβάλλει το ύφος, το νόημα, την ψυχική ανάταση στους συνδαιτυμόνες, έτσι ώστε τα λόγια να έχουν δευτερεύοντα ρόλο. Αλλά κι όταν η παρέα εκτραχύνεται, πάλι το τραγούδι που θα πιάσει κάποιος θα φέρει την τάξη, προσοχή όμως, όχι την τάξη της καταστολής αλλά αυτή της οικειοθελούς προσχώρησης σε ένα κλίμα αμοιβαίου σεβασμού και φιλίας. Είναι αυτό που έχει γράψει ένας καλός φίλος που δεν είναι πια μαζί μας, ο Νίκος ο Ψαρός, πως ο άθρωπος της Μαδάρας αγάλλεται, δεν πλαντάσσει.
Το Τραγούδι συμπυκνώνει λοιπόν τη στάση ζωής του λαού μας.

Να ιδείτ’ ήντα παραγγενε μια φρόνιμη του γιου τζη
Φιε μου κι αν πας στο καπηλειό απου ‘ν’ οι χαροκόποι
Τήρα διαντήρα το σκαμνί τον τόπο να καθίζεις
Με τον καλλιά σου κάθιζε και νηστικός σηκώνου

Κι ακόμα, καταγράφει έμμετρα τα γεγονότα και τις ιστορικές στιγμές, διατηρώντας τες ζωντανές στη μνήμη των επόμενων γενεών, σε περιόδους που δεν υπήρχε ο καταιγισμός πληροφόρησης και η πληθώρα ερμηνειών που βιώνομε σήμερο, σε περιόδους που τα αυτονόητα ήταν όντως αυτονόητα και οι αφηγήσεις δεν εξυπηρετούσαν σκοπιμότητες.
Απέστειλέ μ’ ο βασιλιάς τσι βίγλες να μπαστίσω
κι ούλες τσι βίγλες μπάστισα κι ούλες λαγώνεψά τζι
κι ούλες τσ’ ηύρηκα ξυπνητές κι ούλες τσι παραβλέπα
τη βίγλα τω Σαρακηνώ ηύρηκα κι εκοιμάτο

Η Δυτική Κρήτη, με επίκεντρο την επαρχία Σφακίων, κατέχει ξεχωριστή θέση στο κρητικό αλλά και ευρύτερα ελληνικό γίγνεσθαι. Από δω ξεκινούν οι επαναστάσεις, εδώ καταφεύγουν οι ανυπότακτες ψυχές όλου του νησιού, για να πετάξουν όλοι μαζί σαν ελευθερωτές κι εκδικητές στο κατωμέρι. Από δω, απομονωμένοι από την υπόλοιπη Κρήτη αλλά ανοιχτοί σ’ όλο τον κόσμο μέσω της θάλασσας και της ναυτιλίας, συμμετέχουν στις αναζητήσεις και αγωνίες του λαού μας. Θαυμάζουν το Διγενή. Προσβλέπουν στον αυτοκράτορα της Νίκαιας, μετά την πρώτη Άλωση, για να ελευθερώσει την Κρήτη από τους Ενετούς. Θρηνούν, πρώτοι απ’ όλους τους Έλληνες το κούρσος της Αντριανούπολης. Προστρέχουν για βοήθεια στην πολιορκία της Πόλης από το Μωάμεθ και τους Τούρκους, όντας οι ίδιοι υπόδουλοι των Ενετών. Συμμετέχουν στον πανελλήνιο Σηκωμό των Ορλωφικών το 1770, με το Δασκαλογιάννη και στη Φιλική Εταιρεία λίγο αργότερα. Αγωνίζονται για την Ένωση, όταν βρεθούν εκτός του νεοσύστατου ελλαδικού κρατίδιου. Ελευθερώνουν άλλες ελληνικές περιοχές πριν ακόμα ενωθούν οι ίδιοι με την Ελλάδα, ακριβώς 100 χρόνια πριν. Και κάθε επεισόδιο γίνεται Τραγούδι.

ΒΡΑΚΟΦΟΡΟΙ

Ποιος είν’ αψύς κι ογλήγορος περίσσια προκομένος
Να πάει στη Χώρα τω Σφακιών απού ν οι καπετάνιοι
Κι οι Τούρκοι ξεπροβάλλανε εις το σελί τση Κράπης
Να παν να κλείσουν τον Κατρέ
Τα τραγούδια αυτά δεν είναι μουσειακά είδη επειδή είναι παλιά. Άλλωστε στη Δυτική Κρήτη η έννοια του χρόνου είναι εντελώς σχετική, ο Δασκαλογιάννης του 1770 κι ο Καντανολέος του 1527 είναι πρόσωπα οικεία, προσιτά, κοντινοί πρόγονοι κι όχι μορφές ιστορικές των βιβλίων.
Οι αθρώποι της Μαδάρας και σήμερο με τον ίδιο τρόπο γλεντίζουν όπως και τότε, τους ίδιους σκοπούς λένε, τα λόγια μόνο εμπλουτίζονται καθώς καινούργια επεισόδια της ιστορίας μας παίρνουν κι αυτά τη θέση τους μέσα στους δεδομένους σκοπούς. Αυτοί που σήμερο τραγουδούν τα ριζίτικα στη Δυτική Κρήτη, είναι αυτοί που συνεχίζουν την παράδοση και την πάνε παραπέρα. Όχι γιατί τραγουδούν, αλλά γιατί έχουν το ήθος της τάβλας και της συντροφιάς, αυτό είναι που μετρά κι όχι το είναι κάποιος τεχνικά καλός τραγουδιστής.
Μάνα μου φίλους μπιστικούς θα τραπεζοκυκλώσω
Βάλε κεντίδια στα σκαμνιά και ρόδα στα τραπέζια
Βάλε κανάτες πλουμιστές και κούπες ασημένιες
Χρουσά μαχαιροπήρουνα
Το ριζίτικο, για όποιον δεν το γνωρίζει, μπορεί να φαίνεται βαρετό, άρρυθμο, κουραστικό. Δεν είναι για όλους, είναι γι αυτούς που προσχωρούν στους κώδικες και τις συμπεριφορές κοινωνιών απομονωμένων και αυτεξούσιων, που δεν ανέχτηκαν κατακτητή και που έπρεπε να διασφαλίσουν την κοινοτική τους οργάνωση και ισορροπία μέσα από δικούς τους κανόνες.
Ούτε άρρυθμο είναι το Τραγούδι. Αυτό που λογιέται από όσους δεν το γνωρίζουν σαν έλλειψη ρυθμού, οφείλεται στο ότι μουσικολογικά ανήκει στον ελεύθερο ρυθμικό τύπο και όχι στον περιοδικό, όπου ανήκουν πχ οι χοροί, όπως γράφει κι ο Καβρουλάκης.
Το ριζίτικο λοιπόν είναι παρόν, ζώσα παράδοση και εμπλουτιζόμενη μέχρι χτες σε συλλογικό επίπεδο (γιατί και σήμερα μερικοί μεμονωμένοι μερακλήδες μπορούν και βγάζουν τραγούδια που τ’ αγκαλιάζουν οι παρέες), με πιο πρόσφατα ιστορικά γεγονότα τον Ενωτικό αντιαποικιακό αγώνα της Κύπρου τη δεκαετία του 50. Μπορεί άραγε και σήμερα να προσφέρει κάτι, σε μια Ελλάδα που υποτάσσεται στο δυτικό πρότυπο, που χάνει την ιδιοπροσωπία της, που ζει πια σαν αποικία χρέους; Ποια είναι η θέση του Τραγουδιού και γενικότερα της παράδοσής μας στη σημερινή εποχή;

sfakia_liviko

Την απάντηση σ’ αυτό θα τη δώσομε εμείς οι ίδιοι, είναι στο χέρι μας. Το ριζίτικο έχει να προσφέρει δυο σημαντικά στοιχεία στον αγώνα επικαιροποίησης της παράδοσής μας, δηλαδή της προσπάθειας να κοιτάξομε το σημερινό κόσμο με τα κλειδιά που μας έχουν στείλει οι παλιοί μας, κι όχι με φυτευτή μεταφορά των προτύπων του «πολιτισμού» της παγκόσμιας αγοράς και της ατομικής κατανάλωσης στον τόπο μας, καθιστάμενοι χρήσιμοι ηλίθιοι ενός μοντέλου χρεοκοπημένου.
Το πρώτο στοιχείο είναι η υπόμνηση της ιστορικής μας συνέχειας και των αξιών μας από τα Τραγούδια. Υπόμνηση που έρχεται να δώσει σε ανύποπτο χρόνο και δίχως σκοπιμότητες απάντηση στις θεωρίες νεοταξικών ιστορικών που προσπαθούν να μας πείσουν ότι εμείς σα λαός έχομε ιστορία διακοσίων χρόνων, ότι το Βυζαντινό και αρχαίο μας παρελθόν είναι παρελθόν άλλου λαού κι όχι του δικού μας. Κι έρχεται το Ριζίτικο και τραγουδεί το Διγενή και τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, μιλεί για τους κουρσάρους και τους Σαρακηνούς, και παραδίδεται από γενιά σε γενιά μέχρι εμάς, κάνοντας κουρελόχαρτο τις θεωρίες των υπαλλήλων του Τζωρτζ Σόρος.
Όντεν εδικονίζεντο ο Κωνσταντής στα ξένα
Τσι ρούγες ρούγες πορπατεί και τα στενά διαβαίνει
Κι είχε τα ράσα κούντουρα κι εφάνη τ’ άρματά ντου
Κι εφάνη τ’ αλαφρό σπαθί και τ’ αργυρό φουκάρι
Το δεύτερο στοιχείο είναι η αναβάπτιση στο ήθος και τις αξίες του λαού μας, που επιτυγχάνεται στις ριζίτικες παρέες στην Κρήτη. Απ’ αυτές παίρνομε κι εμείς κουράγιο και θάρρος, αυτές μας δίδουν τη δύναμη να συνεχίσομε. Εκεί, όποιος αποτελεί παραφωνία, όποιος έρχεται για τον τύπο κι όχι για την ουσία, απομονώνεται μέσα από τη σιωπηλή αποδοκιμασία των υπόλοιπων. Και είτε αποβάλλεται είτε επανέρχεται στο ήθος της τάβλας, βελτιώνεται κι ο ίδιος δηλαδή. Στην Αττική, οι ριζίτικες παρέες έχουν πιο δύσκολο έργο. Έχουν να αντιμετωπίσουν νοοτροπίες αθηναϊκές, ανθρώπων που δε σέβονται αυτό που σηματοδοτεί το ριζίτικο, τραγουδιστών του γιουτιουμπ και της κασέτας, που έρχονται στην παρέα για τη φιγούρα, δίχως σεβασμό στο Τραγούδι και τη συντροφιά. Κι όσο η Κρήτη γίνεται μόδα, ξεπέφτουν και μερικοί τέτοιοι στο Ριζίτικο, τενεκέδες άδειοι που κάνουν θόρυβο αντίστροφα ανάλογο αυτού που έχουν να προσφέρουν. Αυτοί, στην Αθήνα δεν αντιμετωπίζονται με τη σιωπηρή απόρριψη και τη μεγαλοθυμία των αθρώπων της Μαδάρας, γιατί είναι, εχτός από άσχετοι, αναλογικά πολλοί. Αυτοί πρέπει να εκδιωχθούν από τη ριζίτικη συντροφιά άμεσα, η κρητική ανωτερότητα εδώ δε μπορεί να εκτιμηθεί απ’ αυτούς και μπορεί να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης που θα επιτρέψει την είσοδό τους και τελικά την αλλοίωση της ριζίτικης παρέας. Αντίθετα, αθρώποι άσχετοι μεν με το Τραγούδι και την παράδοσή μας, που όμως θα πλησιάσουν με σεβασμό και σεμνότητα την παρέα, είναι καλοδεχούμενοι και κέρδος για όλους.
Όταν λοιπόν λέμε αν θα μπορέσει το Τραγούδι να προσφέρει κάτι σήμερο, η απάντηση είμαστε εμείς κι όχι αυτό. Αυτό και η παράδοσή μας, μας δείχνουν το δρόμο. Είμαστε εμείς άξιοι να τον ακολουθήσομε; Μπορούμε με τις αξίες των παλιών μας να βγούμε στο σημερινό κόσμο και να προτείνομε απαντήσεις μέσα από την ιδιοπροσωπία μας; Μπορούμε, στην εποχή του μνημονίου και της νέας τάξης, να παραγάγομε ιστορία, πράξεις άξιες να γίνουν κι αυτές τραγούδι όπως κάποτε; Εδώ είναι λοιπόν το στοίχημά μας, θα μείνομε μόνο να καμαρώνομε για τις πράξεις των παλιών μας, ή θα σταθούμε αντάξιοι αυτών;
Ομιλία που εκφωνήθηκε στις 14.9.13 στην Τεχνόπολη στο Γκάζι, στα πλαίσια της εκδήλωσης «ΦΕΣΤΙΒΑΛΑΚΙ»

Advertisements

Σεπτεμβρίου 27, 2013 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη, Πολιτική και πολιτισμός, ΣΦΑΚΙΑ | , , , , , | Σχολιάστε

ΡΙΖΙΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑ

37

Η τάση της Αρχαιοπληξίας αποτελεί παραπροϊόν της κρίσης αξιών που περνά η κοινωνία και ο λαός μας τα τελευταία χρόνια. Η αρχαιοπληξία δεν αφορά το θαυμασμό και τη μελέτη των επιτευγμάτων της Αρχαίας Ελλάδας, από την οποία, όπως και από την παράδοσή μας διαχρονικά μπορούμε να αντλήσομε διδάγματα και να διαμορφώσομε προτάσεις για να αντιμετωπίσομε τα προβλήματα που θέτει το σήμερα. Κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε την προσαρμογή της παράδοσής μας στις νέες συνθήκες, έτσι ώστε αυτή να εκσυγχρονιστεί, κατά την εύστοχη έκφραση του Γιώργου Καραμπελιά, μέσα όμως από τους δικούς της μηχανισμούς, διατηρώντας την ταυτότητά της, σε αντίθεση με αυτό που σήμερα γίνεται, όπου η ταυτότητά μας έχει υποχωρήσει προς όφελος μιας εισαγόμενης κουλτούρας.

Η αρχαιοπληξία θαυμάζει την Αρχαία Ελλάδα ως κάτι πέρα από μας, που άκμασε λόγω μιας αρχαίας γνώσης η οποία όμως δεν είναι προσιτή στο ευρύ κοινό, και στηρίζεται στην ανωτερότητα των αρχαίων μας προγόνων. Εφ’ όσον η γνώση αυτή δεν είναι προσιτή στους πολλούς, εννοείται ότι την κατέχουν λίγοι γνώστες, ένα ιδιότυπο ιερατείο, το οποίο μπορεί να εκφράζει απόψεις που στηρίζονται σε αυτή την –ανεξέλεγκτη- αυθεντία και άρα να τις νομιμοποιεί με αυτό τον τρόπο. Γελοιογραφικές εκδοχές αυτής της προσέγγισης μπορεί κανείς να βρει στις θεωρίες για την εξωγήινη καταγωγή των Ελλήνων και τη συνακόλουθη ανωτερότητά τους, στις αναφορές στην ομάδα Ελ, που κατέχει την υπέρτατη γνώση και στην κατάλληλη στιγμή θα παρέμβει γα να μας σώσει και στο Λιακόπουλο. Η άποψη αυτή χαρακτηρίζεται βεβαίως από θεωρήσεις φυλετικής ανωτερότητας των Ελλήνων έναντι των λοιπών.

Έτσι, η αρχαιοπληξία δεν προτείνει κάτι που θα μπορούσαμε να κάμομε σήμερο ώστε να ξεπεράσομε την κρίση, αξιών πρωτίστως, που περνούμε. Αντίθετα, αντιπαρέρχεται την ανάγκη για αγώνες ώστε να αλλάξομε εμείς οι ίδιοι, να ανατραπεί η πολιτιστική κρίση και η μνημονιακή πολιτική, να καταστεί η Ελλάδα ξανά αυτάρκης και παραγωγική, παραπέμποντας τη σωτηρία στην Αρχαία Γνώση και στις μυστικές ομάδες περιφρούρησης του Ελληνισμού. Γι’ αυτό και σήμερα έχει ευρύτερη αποδοχή, προσφέροντας ελπίδα σε ένα λαό που έχει χάσει την αγωνιστική του διάθεση, παραπληροφορημένος από τα νεοταξικά ΜΜΕ και την τροικανή προπαγάνδα.

loutro

Έκφραση αυτού του ρεύματος στην πιο εμβληματική συνιστώσα της παράδοσης της Δυτικής Κρήτης, τα ριζίτικα τραγούδια, έπεσε στα χέρια μου προ καιρού. Πρόκειται για ένα μικρό έντυπο εκδοθέν στα Χανιά το 2004, με τίτλο «Ρίζα, Ριζίτικο, Ριζίτης». Συγγραφέας αναφέρεται «Μουζουράκης Δ+Ε…». Σπεύδω να διευκρινίσω ότι δεν υπάρχει καμιά προσωπική αντιπαράθεση με τους συγγραφείς, επιβάλλεται όμως η κριτική των γραφομένων εκεί.

Το περιεχόμενο του εντύπου βρίθει ανακριβειών, παραθέσεων ασύνδετων μεταξύ τους φράσεων με κοινό παρονομαστή τη Συμπαντική Αρμονία και την Αρχαία Γνώση, και με εμφανή σκοπό να εντάξει το τραγούδι στο όλο πλέγμα της μυστικής σοφίας των αρχαίων που μόνο λίγοι σήμερο κατέχουν. Επειδή λοιπόν δε βγαίνει νόημα, δε μπορεί να ασκηθεί και ουσιαστική κριτική στα γραφόμενα. Από την άλλη, θα προσπαθήσομε ν’ αναδείξομε κάποιες αδυναμίες επιλεκτικά, ώστε να φανούν τα παραπάνω. Ο χώρος του σημειώματος αυτού δεν επιτρέπει τη συνολική κριτική του εντύπου, πλην όμως αν χρειαστεί θα επανέλθομε.

Από μόνη της η προσέγγιση του εντύπου πάσχει. Το Δημοτικό τραγούδι είναι αυτό που εξέφρασε έμμετρα τη στάση ζωής του λαού μας, που κατέγραψε την ιστορία του, τα έθιμά του, τη μεγάλη του πορεία στο χρόνο. Καταγράφει συγκεκριμένα γεγονότα, στάση ζωής, κι όταν μιλεί αλληγορικά έχει συγκεκριμένη στόχευση, πχ μιλεί για τη λευτεριά μέσα από τον αητό κλπ. Από το Δημοτικό τραγούδι μαθαίνομε γιατί είναι δημιούργημα του λαού, αυτόν εκφράζει κι επειδή τον εκφράζει αγκαλιάζεται και τραγουδιέται απ’ όλους, έτσι γίνεται ανώνυμο και κοινό κτήμα αυτό που αρχικά από έναν γράφτηκε και πολλοί υιοθέτησαν.

Η συνέχεια του Ελληνισμού, που από την Αρχαιότητα πέρασε στο Βυζάντιο κι από κει στην Τουρκοκρατία και το σύγχρονο κόσμο, είναι κάτι που αμφισβητείται από τους υπηρέτες της Νέας Τάξης, ιστορικούς με προοδευτική λεοντή και φιλελεύθερους τεχνοκράτες. Θεωρούν αυτοί ότι ο λαός που κατοίκησε στις δυο όχθες του Αιγαίου χάθηκε, κι ότι κάποιοι καινουργιοφερμένοι ταυτίστηκαν μαζί του το 18ο αιώνα και γεννήσανε έτσι το σημερινό ελληνισμό, ο οποίος δεν έχει καμιά σχέση με τον παλιό. Και τα Δημοτικά μας τραγούδια, με τα Ριζίτικα ανάμεσά τους, τους χαλάνε τη θεωρία. Γιατί βρίσκομε σ’ αυτά αβίαστα, σε ανύποπτο χρόνο και υπεράνω τυχόν σκοπιμοτήτων τα κομμάτια της παλιάς μας ιστορίας, της συνέχειάς μας. Αλλά η συνέχειά μας, σημαίνει ότι είμαστε τα παιδιά του πατέρα, δηλαδή του Βυζαντίου, και εγγόνια κι όχι παιδιά του παππού, δηλαδή της Αρχαίας Ελλάδας.

Εδώ έρχονται κάποιοι αρχαιόπληκτοι και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στη Νέα Τάξη, απαξιώνοντας το Βυζαντινό μας παρελθόν, αναφερόμενοι μόνο στην αρχαία ιστορία μας και μάλιστα με όρους μεταφυσικούς. Έτσι, σε μια προσπάθεια να αναχθούν τα πάντα στην αρχαιότητα και να πάρουν το μεγαλείο δανεικό από αυτήν (λες και δεν έχει μεγαλείο από μόνη της η παράδοσή μας), παραγνωρίζεται η βυζαντινή μας διάσταση, εφευρίσκονται υπερφυσικές ιδιότητες των Αρχαίων Ελλήνων και όλα γυρίζουν γύρω από αυτά.

sfakia_crete

Το συγκεκριμένο έντυπο έχει αρκετά χαρακτηριστικά από αυτά. … Έχει όμως και κάτι ακόμα: Την υποτίμηση των σημερινών ριζιτών και την πεποίθηση ότι αυτό μόνο κατέχει τη βαθύτερη γνώση και σοφία του τραγουδιού μας, όχι αυτοί που το τραγουδούν. Μάλιστα, σε κάποιαν αποστροφή του διαβάζομε (σελ. 29): «Δηλαδή μεταφέρεται η γνώση σε απλούστερη μορφή και πολλές φορές με παραβολικό τρόπο ή ακόμα και με κωδικά μηνύματα που μόνο οι βαθιά γνωρίζοντες μπορούν να εξηγήσουν. Τονίζω και πάλι, το καλύτερο που έχουν να κάνουν οι ριζίτες είναι να τα μεταφέρουν ως έχουν, χωρίς την παραμικρή αλλοίωση»! Ποιοι είναι οι βαθιά γνωρίζοντες άραγε; Είναι οι συγγραφείς του εντύπου; Πάντως όχι οι ριζίτες, οι οποίοι καλούνται να προσέχουν να μην αλλοιώσουν κάτι που προφανώς τους ξεπερνά. ‘Οποιος νουθετεί με τέτοιον τρόπο, προφανώς τοποθετεί τον εαυτό του στο ιερατείο των κατεχόντων τη «Γνώση» και τους νουθετούμενους σε θέση άσχετου που δεν αντιλαμβάνεται τη σημασία αυτού που έχει στα χέρια του. Αφού δηλαδή εκφράσει την άποψη ότι μόνο ένα ιδιότυπο ιερατείο έχει πρόσβαση στη γνώση που μεταφέρουν τα ριζίτικα, νουθετεί τους ριζίτες (υπό ποιαν ιδιότητα άραγε;), μην τα αλλάζουν!

Επίσης, είναι χαρακτηριστική η προσέγγιση που επιφυλάσσει στην «Ξαστεριά» το συγκεκριμένο βιβλίο: Στις σελίδες 59-61 υπάρχει μια αναφορά στο τραγούδι η οποία συνοψίζεται στα εξής: Εφόσον στον Ομαλό δε μπορεί να κατεβεί κανείς, αφού είναι οροπέδιο και μόνο ανεβαίνει κάποιος, ο στίχος του τραγουδιού «να κατεβώ στον Ομαλό» σημαίνει ότι μόνο κάποιος που έρχεται από κατοικήσιμο τόπο πιο ψηλά από τον Ομαλό μπορεί να κατέβει σ’ αυτόν: Και ποιος είναι ο τόπος αυτός; «ο Ουρανός, η γνώση του Παντός, ο Θεός ο οποίος έρχεται από πάνω» (σ. 59)! Και συνεχίζει με μια θεωρία ότι τα άρματα που περιγράφει το τραγούδι είναι μεταφορικά τα μέσα του καθενός προς επίτευξη του σκοπού του ή του επαγγέλματός του, ότι ο ύμνος αυτός πιστεύεται –από ποιον άραγε;- ότι είναι αρχαίος με πνευματική υπόσταση και λοιπές θεωρίες δύσκολο να γίνουν κατανοητές.
Τα εκφραζόμενα από το συγγραφέα σε αυτό το απόσπασμα είναι χαρακτηριστικά για να εξαγάγουμε συμπεράσματα και να δούμε παραδείγματα του πόση υπευθυνότητα χρειάζεται όταν κάποιος ασχολείται με την παράδοση: Κατ’ αρχάς, το έντυπο φαίνεται να αγνοεί την εξέλιξη του συγκεκριμένου τραγουδιού και προγενέστερες μορφές του, όπου ο στίχος ήταν είτε «να πρόβαινα στον Ομαλό» (βλ. Συλλογή Γιανναράκη σ. 173), είτε «και ν’ ανεβώ στον Ομαλό» (βλ. Βλαστού, ο γάμος εν Κρήτη και Συλλογή Γιανναράκη σελ. 162). Η αρχική μορφή αντιστοιχεί στην ανθρωπογεωγραφία του Ομαλού και αναιρεί το συλλογισμό του εντύπου, που φαίνεται να την αγνοεί. Για το πώς μετεξελίχθηκε και επικράτησε η νεώτερη καταγραφή «να κατεβώ στον Ομαλό», έχει εκφραστεί η άποψη από το λαογράφο Γ. Μ. Σηφάκη (σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εισήγησή του στη Ζ’ επιστημονική συνάντηση με θέμα “Εκδοτικά και ερμηνευτικά ζητήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας”, Θεσσαλονίκη 1998), ότι καθώς το τραγούδι εξελισσόταν από «κυνηγετικό» σε «πολεμικό», οι επιτιθέμενοι Χαΐνηδες κατέβαιναν στο κατωμέρι να πολεμήσουν τους εχθρούς, οπότε άλλαξε η λέξη ερχόμενη σε αντίθεση με τη χωροταξική πραγματικότητα.

Ενδιαφέρον εδώ παρουσιάζει και η άποψη του καθηγητή Ερατοσθένη Καψωμένου, με τον οποίο κουβεδιάσαμε το παρόν κείμενο, την οποία παραθέτω αυτούσια μαζί με τις ευχαριστίες μου σ’ αυτόν: «Προσθέτω ότι ο Ομαλός δεν είναι το ψηλότερο μέρος της Μαδάρας και με καθαρά τοπογραφικά κριτήρια θα μπορούσε κάλλιστα να κατεβεί κανείς από κάπου ψηλότερα, χωρίς αυτό το κάπου να είναι ο ουρανός, η κατοικία των θεών κ.τ.τ.· από τον Γκίγκιλο, για παράδειγμα, από τσι Γαλανές Μαδάρες, από του Καλλέργη, από τσ’ Αγκαθωπής τα πλάγια, από το Σεληνιώτικο πόρο, θέσεις πιο απρόσιτες από το ίδιο το οροπέδιο. Ότι ο Ομαλός δεν ήταν υπό τον έλεγχο των κατακτητών δε σημαίνει ότι ήταν και εντελώς απρόσιτος στις δυνάμεις της εκάστοτε εξουσίας και ότι δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στους χαϊνηδες και σε επιτιθέμενο τακτικό στρατό, που εξορμά στα ορεινά για εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Η ύπαρξη της «στράτας των Μουσούρων» στην ΒΑ είσοδο του Ομαλού μαρτυρεί ότι το οροπέδιο ήταν προσβάσιμο, καθώς αποτελούσε τιμάριο των αρχοντο-Μουσούρων, παλιάς βυζαντινής οικογένειας, οι οποίοι δεν ταυτίζονται αυτονόητα με τους χαϊνηδες. Υπάρχει εξάλλου η εύλογη υπόθεση ότι η αφετηρία του τραγουδιού είναι τοπικές διαφορές ανάμεσα στους Αρχοντομουσούρους και σε κτηνοτρόφους της περιοχής, καθώς ο Όμαλός ήταν κατά καιρούς αντικείμενο διεκδίκησης ανάμεσα στις επαρχίες Κυδωνίας, Σελίνου και Σφακίων. Ενδεικτικά πάνω σ’ αυτό είναι τα τραγούδια για το φόνο του Γιανναρονικόλα, που, κατά μία άποψη, είναι τραγούδια της περιόδου της Ενετοκρατίας. Ένα απ’ αυτά (που οι συλλογείς συσχετίζουν με το “Πότε θα κάνει ξαστεριά”), λέει:

        Μωρέ κοπέλια Σφακιανά, όσά ‘στε των αρμάτω,

        πιάστε τα και γλακίσετε στον Ομαλό να πάμε

        και κάμαν πάλι φονικό οι γι Αρχοντομουσούροι,

        το Γιάνναρη σκοτώσασιν το νιο το παινεμένο.  

                           [Γιάνναρης 6, Παπαγρηγοράκης 124.220, Αποστολάκης 156Β΄]»

sfakia-1911

Ένα άλλο παράδειγμα του τραβήγματος των δεδομένων από τα μαλλιά προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι στόχοι του εντύπου είναι και η απόπειρα σύνδεσης τραγουδιών με την αρχαιότητα πάση θυσία: Έτσι, στη σελ. 29, μαθαίνομε ότι το κείμενο του ριζίτικου «Αφήσετε τσ’ αθιβολές και τα ροζοναμέντα…γιατ’ ο παντέρμος άθρωπος μια λίτρα κρες γεννάται», θεωρείται ότι έχει στοιχεία από την αρχαιότητα, τη λέξη λίτρα=μονάδα μέτρησης του 6ου αι. πΧ. Και παρατίθεται απόσπασμα από όπου προκύπτει ότι οι άποικοι Ιταλίας και Σικελίας χρησιμοποιούσαν ντόπιο σύστημα, τη λίτρα, υποδιαιρούμενη σε 12 σικελικές ουγγιές, «άρα ενδεχομένως το τραγούδι αυτό να είναι από τον 6ο πχ αιώνα», καταλήγει το έντυπο!

Αν ακολουθήσομε αυτή τη λογική θα πρέπει να βρούμε τους πρόδρομους του ριζίτικου στη Σικελία, πράγμα που δεν εξηγεί το έντυπο, ούτε πώς φτάσανε από κει στην Κρήτη. Χώρια που το «ροζοναμέντα» είναι κατάλοιπο της Ενετικής κατάκτησης του νησιού μας, οπότε πώς να έρχεται το τραγούδι από τον 6ο αι. πΧ; Τα πράματα μάλλον είναι πιο απλά: Η λίτρα μπορεί να ήτανε μονάδα μέτρησης του 6ου αιώνα, αλλά όχι μόνο τότε: Ήταν και μονάδα μέτρησης τον καιρό του Χριστού. Πράγματι, αναφέρεται στο ευαγγέλιο του Ιωάννη, (Ιωάννης 12:3 («ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου…», 19:39 («ἦλθε δὲ καὶ Νικόδημος ὁ ἐλθὼν πρὸς τὸν Ἰησοῦν νυκτὸς τὸ πρῶτον, φέρων μῖγμα σμύρνης καὶ ἀλόης ὡς λίτρας ἑκατόν») ως Ρωμαϊκή μονάδα βάρους, περίπου 320-327 γραμμάρια (βλ. και http://www.jesuslovesyou.gr/Bible_club/Encyclopedia/Weight_Measure/Weight.htm.

Πριν όμως ανακαλύψομε Ριζίτες και στη Γαλιλαία, μια πρόχειρη έρευνα στο διαδίκτυο δείχνει ότι η λίτρα ήταν μονάδα μέτρησης βάρους στερεών και στην Τουρκοκρατία (βλ. http://www.egrigoros.gr/book/a14.asp όπου καταγράφονται μέτρα και σταθμά στη Χίο εκείνης της περιόδου)! Πού καταλήγομε λοιπόν; Το λογικό είναι ότι η λίτρα σα μονάδα μέτρησης βάρους, επιβίωσε και στη νεώτερη ιστορία μας, κι όταν το συγκεκριμένο τραγούδι δημιουργήθηκε κάποια στιγμή μέσα στην Τουρκοκρατία ή Ενετοκρατία, πήρε λέξεις που υπήρχαν στη ντοπιολαλιά, μεταξύ των οποίων και αυτήν!

Η ουσία είναι ότι τα ριζίτικα, και γενικότερα η δημοτική μας ποίηση, έχουν μια τεράστια αξία από μόνα τους. Δεν υπάρχει ανάγκη να τα αναβαθμίσομε κατασκευάζοντας σχέση τους με την αρχαία ιστορία μας, τα υποτιμούμε μ’ αυτό τον τρόπο. Τα πράγματα είναι πιο απλά απ’ ότι προσπαθούμε μερικές φορές να τα κάμομε, απλά και φυσικά όπως αυτός που τα έφτιαξε: Ο Λαός μας…

Θα μπορούσαμε να γράψομε κι άλλα αποδομώντας τα γραφόμενα του εντύπου. Αυτό όμως που ενδιαφέρει περισσότερο, είναι να ξεκαθαριστεί ότι ο λαός μας πάντα δημιουργεί συνειδητά τη δημοτική του ποίηση, και πέρα απ’ αυτήν την ιστορία του, έχοντας ρόλο πρωταγωνιστή και όχι κομπάρσου. Ο ίδιος ενεργεί και φτιάχνει, κι όχι άλλοι γι’ αυτόν. Όποτε γίνεται το δεύτερο, όπως σήμερο, σημαίνει ότι βρισκόμαστε σε υποχώρηση και κρίση, και ότι είμαστε ανίκανοι να δημιουργήσομε, εμείς που για αιώνες τόσα έχομε προσφέρει στους εαυτούς μας και στην ανθρωπότητα.

Ιουνίου 25, 2013 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη, ΣΦΑΚΙΑ | , , , , , , , , , | Σχολιάστε

Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΜΑΡΚΟΣ ΚΑΙ Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΣ

Συμπληρώνονται φέτος 100 χρόνια από την απελευθέρωση της Παραμυθιάς. Στην περιοχή αυτή της Ηπείρου, όπου και ο δήμος Σουλίου πλέον, τιμάται η επέτειος και αποτίεται φόρος τιμής στους αγωνιστές της Ελευθερίας.
Ένας κρητικός καπετάνιος όμως έχει αφήσει ξεχωριστή ανάμνηση από τη δράση του, το όνομα του έγινε θρύλος και οι πράξεις του τραγούδι στην περιοχή: Ο Μάρκος Δεληγιαννάκης…
Άκουγα, αλλά δεν είχα συνειδητοποιήσει πόση αίγλη έχει το όνομα του εκεί, μέχρι που βρέθηκα στην Παραμυθιά, σε εκδήλωση του τοπικού Φιλοπρόοδου Ομίλου, μαζί με το Λαογραφικό Σύλλογο Χανίων. Οι ντόπιοι δεν ξεχνούν την αντάρτικη δράση του, που συνίστατο στην παρεμπόδιση των Τουρκαλβανών της περιοχής από το να ενισχύσουν τα Ιωάννινα. Ούτε ξεχνούν ότι αυτός τους λύτρωσε από την ηγεσία, αυτών που σήμερα επανέρχονται με διεκδικήσεις για τη Θεσπρωτία, την κατ’ αυτούς Τσαμουριά.
Τέτοιες επέτειοι, προσφέρονται για βαθύτερες σκέψεις, αρκεί να μην τις περιορίζουμε σε μνημόσυνα, αρκεί να προβληματιζόμαστε από τα μηνύματά τους και να εφαρμόζουμε τα διδάγματά τους στο παρόν.
Ο καπετάν Μάρκος θα ένιωθε πολύ ξένος στη σημερινή Ελληνική κοινωνία της φιγούρας, της διαφθοράς, των πουλημένων πολιτικών, των τούρκικων σήριαλ, της φοβικής εξωτερικής μας πολιτικής. Αυτός αναλίκωσε σε ένα περιβάλλον που διαπνεόταν από το πνεύμα και τη νοοτροπία της αντίστασης του λαού μας απέναντι στους δυνάστες του, σε μια περίοδο όπου η άμιλλα μεταξύ των νέων ήταν ποιος θα δώσει περισσότερα στους αγώνες της πατρίδας. Με πατέρα που ήταν αρχηγός Ρεθύμνης στο σηκωμό του 1866, αδερφούς καπετάνιους το ’97 και στο Μακεδονικό αγώνα, χάραξε τη δική του πορεία στην Ήπειρο. Η προσωπική του ζωή ήταν υπόδειγμα αρχών και αγώνων. Κοιμόταν στο χώμα πολεμώντας, πάντα δίπλα στους καταπιεσμένους αδελφούς του. Οι χριστιανοί, εκείνη ακόμα την περίοδο, υπέφεραν τα πάνδεινα. Σώζεται η μαρτυρία μιας γυναίκας, που ζούσε ακόμα πριν μερικά χρόνια, που έφερε από πολύ μικρή χαραγμένο στο χέρι της με ανεξίτηλη γραφή ένα μικρό σταυρό και τα αρχικά του ονόματος της, χάραγμα που της έκαμαν οι γονείς της ώστε να μην ξεχάσει ποια είναι η ταυτότητά της αν την παίρνανε οι Τούρκοι για να την τουρκέψουν.
Κι αυτά αρχές του 20ου αιώνα, όχι τον καιρό του Σουλεϊμάν. Τότε η διατήρηση και μόνο της ταυτότητας ήταν αντίσταση σ’ ένα περιβάλλον που κάθε στιγμή σε καλούσε να τουρκέψεις από την καταπίεση.
Μετά τον πόλεμο, ο καπετάν Μάρκος, ολιγαρκής και έτσι πάντα ελεύθερος, έζησε στο χωριό του, την Αργυρούπολη Ρεθύμνης. Η καταγωγή του ήταν από το Ασφέντου Σφακίων. Κάποια στιγμή, ένας φιλιότσος του από την Παραμυθιά που είχε βαφτίσει δι’ αντιπροσώπου επειδή πολεμούσε και δε μπορούσε να παρευρεθεί στο μυστήριο, έγινε υφυπουργός Οικονομικών και τον αναζήτησε να του προσφέρει μεγαλύτερη σύνταξη. Ο καπετάνιος την αρνήθηκε, γιατί η πατρίδα είναι φτωχή κι έχει πολλές ανάγκες, κι αυτός δεν έκαμε ό,τι έκαμε για να ανταμοιφθεί με χρήματα.
Η στάση αυτών των ανθρώπων, προκαλεί σήμερα δέος. Γιατί είναι μπροστά μας συνεχώς, προσφέροντας μας ένα παράδειγμα αντίστασης, αυτοθυσίας, συλλογικότητας, αξιοπρέπειας. Κι εμείς σήμερα δεν έχομε τίποτα απ’ αυτά, τα χάσαμε τρέχοντας πίσω από κόμματα που θα μας βόλευαν και ανέσεις δανεικές, κατασκευασμένες ανάγκες που μας στέρησαν την ελευθερία μας, που μας κάμανε να συμβιβαστούμε. Κι αναμετριούμαστε μ’ Αυτούς και ντρεπόμαστε για την κατάντια μας, ενώ σήμερα πληρώνομε και το λογαριασμό.
Όμως, εκεί βρίσκονται τα κλειδιά που θα μας βγάλουν από το σημερινό αδιέξοδο, αν έχομε τη θέληση κι αν είμαστε άξιοι να τα δούμε και τα φέρομε στα σημερινά μέτρα κι ανάγκες, πραγματικές ανάγκες.
Οι παλιοί μας δείχνουν το δρόμο, με τις παρακαταθήκες τους και τις αξίες που διείπαν τη ζωή τους.
Παραγωγικοί, αυτάρκεις, ελεύθεροι, δίχως το ρεαλισμό των σημερινών προσκυνημένων, με πίστη στα δίκαια τους και αποφασιστικότητα, επέβαλαν τη θέλησή τους στους Δυτικούς και τους Τούρκους, αυτούς που σήμερα επανακάμπτουν για να μας εξαφανίσουν, οικονομικά οι πρώτοι, πολιτικά και στρατιωτικά οι δεύτεροι. Δεν είναι τυχαίο ότι όταν ο καπετάν Μάρκος εξόντωσε την ηγεσία των κατακτητών, οι Δυτικοί έκαναν διαβήματα στο Βενιζέλο ζητώντας την τιμωρία του. Αυτοί όμως ήταν τότε οι Άντρες, κι αυτοί είμαστε εμείς σήμερα. Αν θέλομε, μπορούμε να τους πλησιάσομε, κι αυτό κέρδος θα’ ναι, γιατί να τους φτάσομε είναι μάλλον αδύνατο.

* Οι πληροφορίες για τη ζωή του καπετάν Μάρκου προέρχονται από προφορικές οικογενειακές αφηγήσεις και από την καταγραφή του Στρατηγού Ηλία Δεληγιαννάκη στο έργο του ΄΄Γενεαλογία Δεληγιαννάκηδων – Βαρδουλάκηδων΄΄.

Φεβρουαρίου 21, 2013 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη, Πολιτική και πολιτισμός, ΣΦΑΚΙΑ | , , , , , , , | Σχολιάστε

ΣΤΑ ΞΕΝΑ ΜΗΝ ΠΟΘΑΝΩ

Παρακαλώ σε μοίρα μου να μη με ξενιτέψεις
Πάλι κι αν ξενιτέψεις με στα ξένα μην ποθάνω
Γιατ’ είδανε τα μάθια μου τα ξένα πώς τα θάφτουν
Δίχως λιβάνι και κερί, χωρίς παπά και διάκο
Κι αλάργο από την εκκλησιά

Η ξενιθειά είναι σύμφυτη με την ιστορική εμπειρία του λαού μας. Λόγοι επιβίωσης, που έχομε αναλύσει κατά καιρούς, οδηγούσαν πολλούς στο μισεμό. «Τα ξένα», όπως αποκαλούν τους ξενιτεμένους τα τραγούδια μας, βρίσκονται ξαφνικά σ’ ένα τόπο ξένο, με ξένες συνήθειες και άλλες κοσμοθεωρίες, άλλες αρχές. Πρέπει λοιπόν να επιβιώσουν εκεί, δίχως να χάσουν την ταυτότητά τους, τις αξίες που τους ανάθρεψαν. Κι αυτό κάνει τον αγώνα τους δύσκολο, διμέτωπο: Από τη μια να προκόψουν στον ξένο τόπο, από την άλλη να μη γίνει αυτό απεμπολώντας την ταυτότητά τους. Οι ξενιτεμένοι έχουν απόλυτη συναίσθηση της ταυτότητάς τους ερχόμενοι σ’ επαφή με τους ξένους τόπους. Κι αυτή η ισχυρή ταυτότητα είναι η αντίσταση του «ξένου», όπως αποκαλούν το μετανάστη τα τραγούδια, στο ανοίκειο περιβάλλον που του στερεί την πατρίδα του, όχι όμως την ιδιοπροσωπία του, στην οποία μένει πιστός μέχρι θανάτου.
Έτσι, στο τραγούδι που αναφέρομε στην αρχή, το «ξένο» έχει σαν πρώτο στόχο να μείνει στην πατρίδα του. Αν όμως αυτό δεν καταστεί δυνατό, η επιστροφή είναι πια αυτοσκοπός, μονόδρομος. Προφανώς γιατί η επιστροφή λειτουργεί σαν μοχλός εγρήγορσης μην και χάσει την ταυτότητα του ο ξενιτεμένος. Και γιατί η προσμονή της επιστροφής συνοδεύεται από τη θέληση να ξαναγυρίσει στον περίγυρο από τον οποίο έφυγε με τους όρους αυτού του περίγυρου, όχι μεταφέροντας μιαν άλλη ταυτότητα στο γενέθλιο χώρο. Έτσι, οι αξίες και η ταυτότητα παραμένουν πράγμα αδιαπραγμάτευτο και ιερό, και πρέπει να διατηρηθούν. Όμως εδώ ο αγώνας είναι αντίξοος: Μόνο του το «ξένο» πρέπει να κρατήσει τον εαυτό του σ’ αυτή τη λογική, το περιβάλλον του την αγνοεί αν δεν την εχθρεύεται κιόλας. Στην πατρίδα, κάθε τι του θυμίζει ποιοι κώδικες επικρατούν, στα ξένα όχι. Ο αγώνας να κρατηθείς λοιπόν Έλληνας είναι πρώτα απ’ όλα αγώνας ενάντια σε μια καθημερινότητα που αθόρυβα σε καταπίνει, σε αλλάζει.

Καταφυγή κι εδώ η πίστη. Είναι φανερή η αγωνία του «ξένου», αν όλα αποτύχουν και η επιστροφή δεν πραγματοποιηθεί, μπάρεμου να μη θαφτεί εκεί. Γιατί εκεί δεν ακολουθείται το ορθόδοξο τυπικό της κηδείας κι η ψυχή δε θα αναπαυτεί όπως πρέπει. Η πίστη είναι κι εδώ κιβωτός της ταυτότητας του ελληνισμού, και αυτός που παραμένει Έλληνας στην ξενιθειά, παραμένει κυριολεκτικά μέχρι θανάτου. Κι αντίστροφα, δεν του αρκεί να έχει κρατήσει μέχρι τέλους την ταυτότητά του αν δε θαφτεί και όπως αυτή ορίζει. Γιατί η πίστη έχει συνδεθεί τόσο πολύ με το έθνος επί αιώνες, που είναι πια πολύ δύσκολο να την ξεχωρίσεις. Γιατί αυτά που ορίζει η πίστη, αποτελούν διαχρονικές αξίες του έθνους, που κέρδισαν καταξίωση μέσα από την καταγραφή τους ως δόγματα θρησκευτικά.

Κι η εμμονή στην πίστη αυτή μέσα σε συνθήκες απίστευτα δύσκολες, όπου οι πολλοί λύγισαν, δείχνει το πείσμα να κρατήσουν αυτοί που έμειναν τελικά να λέγονται Ρωμιοί μια ταυτότητα, που μας την παράδωσαν από γενιά σε γενιά για να την απαξιώνομε εμείς σήμερα και να γινόμαστε έρμαια των επιταγών της Νέας Τάξης. Κι αυτό είναι που πρέπει να μας προβληματίσει σήμερα, ότι δίχως τις αξίες των παλιών μας γινόμαστε ευάλωτοι, χανόμαστε σαν πολιτιστική πρόταση, και πόση σημασία έχει άραγε να επιβιώσομε σαν άτομα απρόσωπα;

Μαρτίου 28, 2012 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη, ΣΦΑΚΙΑ | , , | Σχολιάστε

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΞΑΔΕΛΦΟΥ ΜΟΥ ΣΤΡΑΤΗ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΑΚΗ, ΕΤΩΝ 20

Λεβέντη απού κατέβηκες απ’ τον απάνω κόσμο
Για κάτσε να ξεκουραστείς να σε ρωτήξω θέλω
Για πες μου ανε βαστά ουρανός κι α στέκει απάνω κόσμος
Κι ανε βαφτίζουνε παιδιά κι α χτίζου μοναστήρια

Οι παλιοί μας είχαν και στην αιώνια ζωή τις αγωνίες της προσωρινής. Γι’ αυτό, κάθε καινουργιοφερμένο τον ρωτούν τι γίνεται στον πάνω κόσμο. Οι αγωνίες τους είναι χαρακτηριστικές: Η πρώτη, η γενική, είναι αν ακόμα υπάρχει η ζωή που άφησαν: Αν ο ουρανός εξακολουθεί να σκεπάζει τη γη, κι αν αυτή ακόμα υφίσταται. Είναι προϋπόθεση η θετική απάντηση στην πρώτη ερώτηση, για να καταλήξουμε στη δεύτερη, αυτή που πραγματικά ενδιαφέρει τους νεκρούς μας και που εκφράζεται με δυο αγωνίες:
Η μία είναι: ΄΄Ανε βαφτίζουνε παιδιά΄΄. Δεν είναι τυχαίο ότι για βαφτίσεις (κι όχι για γάμους) ρωτά ο παλιός κάτοικος του Άδη τον καινούργιο. Γιατί η βάφτιση δεν είναι απλά μια ονοματοδοσία. Σηματοδοτεί την είσοδό του νεοφώτιστου στην ορθοδοξία και κατ’ επέκταση, την είσοδό του στην Ρωμιοσύνη, στο λαό μας, στην ταυτότητα τη δική μας. Ξεπερνά τα θρησκευτικά πλαίσια ακριβώς λόγω ταύτισης Ελληνισμού και Ορθοδοξίας, και καταλήγει στην απονομή πολιτιστικής ταυτότητας.
Εξ αντιδιαστολής, τα αδέλφια μας εκείνα που επέλεγαν να μουτίσουν, δηλαδή να μην είναι πια αδέλφια αλλά δυνάστες μας, άλλαζαν τα ονόματά τους σε ισλαμικά, απεκδυόμενοι έτσι τη δική μας ταυτότητα και προσχωρώντας στην ταυτότητα των κυρίαρχων. Γι’ αυτό άλλωστε και στην ορθόδοξη Ανατολή, την προσανατολισμένη στη συλλογικότητα, γιορτάζαμε πιο πολύ τη γιορτή παρά τα γενέθλια: Γιατί η γιορτή, σηματοδοτούσε κάθε χρόνο, ότι σε απίστευτες συνθήκες τυραννίας, ο λαός μας κρατούσε την πίστη του, άρα τη ρωμέϊκη ταυτότητά του, και αυτό ήταν από μόνο του λόγος γιορτής, παράλληλα προς την επιβαλλόμενη τιμή στον εορτάζοντα άγιο. Κι ακόμα, η γιορτή δεν είναι άγνωστη σαν τα γενέθλια. Όλοι γνωρίζουν πότε πέφτει, κι όσοι θέλουν, πάνε να πουν τη γιορτή στον εορτάζοντα, να τον τιμήσουν. Προσκλήσεις δε χρειάζονται στη γιορτή, αντίθετα με τα ατομοκεντρικά γενέθλια των Δυτικών, όπου μόνο όσοι είναι καλεσμένοι του εορτάζοντος πάνε να σβήσουν τα κεράκια. Και βέβαια, ο επελαύνων εκδυτικισμός τείνει να δώσει και σε μας προτεραιότητα στα γενέθλια.
Η ονομαστική γιορτή όμως είναι η γιορτή της κοινότητας, της παρέας, η νίκη απέναντι στην καταπίεση και στην εξώθηση προς αποβολή της ταυτότητάς μας. Φάνηκε στους δύσκολους καιρούς της Τουρκοκρατίας, φαίνεται και τώρα στους επίσης δύσκολους καιρούς της παγκοσμιοποίησης.
Ρωτά όμως και κάτι άλλο, ο παλιός νεκρός μας τον καινούργιο έχει κι άλλην αγωνία: ΄΄Αν χτίζουν μοναστήρια΄΄. Φυσικό επακόλουθο της προηγούμενης ερώτησης, αφού εκεί θα βαπτιστεί το κάθε παιδί, κι αν μοναστήρια δεν υπάρχουν, δεν εξασφαλίζεται η πολιτιστική συνέχεια του λαού μας. Απηχεί και μιαν ακόμα αγωνία η ερώτηση: αντανακλά τη μεγάλη δυσκολία που είχαν οι ραγιάδες (από το δυνάστη) να ανεγείρουν ναούς, το κυνηγητό των χώρων λατρείας του λαού μας. Δίχως αυτούς δεν υπάρχει η Ρωμιοσύνη.
Μέσα σε τέσσερις στίχους λοιπόν, έκλεισε ένα τραγούδι μιαν ολόκληρη στάση ζωής, μια ταυτότητα που για το χατήρι της υπομείναμε τα πάνδεινα και δικαίως, και η οποία ξεπερνά τα όρια της ζωής αυτής, επεκτεινόμενη και στην άλλη.
Αφορμή γι’ αυτό το κείμενο έδωσε η υποδοχή που έκαμαν οι παλιοί στον κάτω κόσμο, λίγο πριν αλλάξει ο χρόνος, σε ένα πολύ νέο παιδί, καμάρι της οικογένειάς του και της Σφακιανής επαρχίας. Που σίγουρα τους είπε ότι γίνονται βαφτίσεις ακόμα, είχε τύχει κι ο ίδιος σε μια λίγο πριν ξεκινήσει το δρόμο προς τα ‘κει. Για τις χάρες του Στρατή θα μιλήσουν και θα γράψουν πολλοί, γιατί το άξιζε. Το τραγούδι που πιάσαμε, με αφορμή το ταξίδι που έκαμε, κοιτάζει μιαν άλλη παράμετρο του θανάτου για το λαό μας, και δίδει την προοπτική της συνέχειας της ύπαρξής μας σε άλλη διάσταση, αλλά δίχως να ξεχνάμε (ούτε στην αιώνια ζωή) ποιοι είμαστε. Ξάδερφε Στρατή, καλήν αντάμωση.

Ιανουαρίου 20, 2012 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη, ΣΦΑΚΙΑ | , , , | 1 σχόλιο

ΟΙ ΣΦΑΚΙΑΝΟΙ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΣΤΕΛΝΟΥΝ

Πολλά έχουν γραφτεί για τους Σφακιανούς αγίους, αυτούς που η επαρχία μας έχει προσφέρει στη χορεία των νεομαρτύρων του λαού μας κατά τη σκοτεινή περίοδο της Τουρκοκρατίας. Ποιους αποκαλούμε νεομάρτυρες όμως και γιατί τιμούμε τη θυσία τους; Θα συνειδητοποιήσομε το μεγαλείο του μαρτυρίου τους αφού τους τοποθετήσομε στην εποχή τους και στα δεδομένα που τους ανέδειξαν.

Η Οθωμανική δεσποτεία δεν υποχρέωνε τους χριστιανούς να ασπαστούν την πίστη του δυνάστη τους. Κι αυτό γιατί ήταν ανάγκη για ένα κράτος με τη δομή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, να έχει δεύτερης κατηγορίας πολίτες τους οποίους απομυζούσε. Η κρατούσα θρησκευτική ομάδα ζούσε θεσμοθετημένα, επίσημα, σε βάρος των υπόδουλων, των ραγιάδων, λέξη που υποδηλώνει το πρόβατο που αρμέγεις και κατ’ επέκταση εκμεταλλεύεσαι. Η ύπαρξη δεύτερης κατηγορίας πολιτών ήταν λοιπόν απαραίτητη για να ζουν σε βάρος τους οι Τούρκοι κυρίαρχοι. Για παράδειγμα, στη φορολογία, οι Χριστιανοί φορολογούνταν με ένα ποσοστό 78% στο εισόδημά τους ενώ το αντίστοιχο στους Μουσουλμάνους ήταν 25%. Πέρα από τη φορολογία βέβαια, ο υπόδουλος πληθυσμός δεν είχε δικαιώματα τιμής κι αξιοπρέπειας απέναντι στον Τούρκο, εκτεθειμένος συνεχώς στην αυθαιρεσία και το δικαίωμα ζωής και θανάτου που είχε ο τελευταίος απέναντί του.

Αυτό το προϊόν της προκοπής του λαού μας, που καρπωνόταν έτσι ο κατακτητής, παρασιτώντας κυριολεκτικά σε βάρος του, αποτελούσε και το λόγο της ανοχής της ύπαρξης χριστιανών στην αυτοκρατορία, κι όχι βέβαια η ανεξιθρησκία κι η δήθεν ανεκτικότητα των Οθωμανών, όπως προσπαθούν να μας πείσουν σήμερα αυτοί που μας προετοιμάζουν να ξαναγίνομε ραγιάδες. Υπήρχαν όμως εξισλαμισμοί. Η απόλυτη εξουσία των Μουσουλμάνων απέναντι στους Χριστιανούς οδηγούσε σε τόσο αφόρητες συνθήκες διαβίωσης τους υπόδουλους, που πολλοί, μη αντέχοντας, μούτιζαν και περνούσαν πια κι αυτοί στο γένος που κυριαρχούσε. Λέμε γένος, γιατί τότε δεν υπήρχε διαχωρισμός με βάση την εθνικότητα αλλά με βάση τη θρησκεία. «Τούρκος» ήταν ο μουσουλμάνος, «Ρωμιός» ο ορθόδοξος, ενώ τα άλλα θρησκευτικά δόγματα της αυτοκρατορίας αποτελούσαν ξεχωριστά μιλλέτια, γένη, όπως οι Αρμένιοι, οι Εβραίοι κλπ. Κι όποιος εξισλαμιζόταν «Τούρκευε». Υπήρχαν όμως και περιπτώσεις υποχρεωτικού εξισλαμισμού: Το παιδομάζωμα, όπου υποχρεωτικά νέοι ραγιάδες αρπάζονταν από τις οικογένειές τους και εξισλαμίζονταν. Έτσι, οι Οθωμανοί στερούσαν από τους υπόδουλους λαούς τα πιο υγιή και σθεναρά μέλη τους, που προορίζονταν να ενδυναμώσουν τις τάξεις του κατακτητή. Και υπήρχαν κι εξισλαμισμοί στη βάση ατομικών περιπτώσεων πίεσης και διάθεσης εξευτελισμού, όπως μας διδάσκει και η ιστορία του αγίου Ιωάννη, ο οποίος όντας Χριστιανός πιέστηκε να μουτίσει.

Στην Κρήτη, την εποχή του Δασκαλογιάννη, ο μισός πληθυσμός είχε τουρκέψει. Οι Τουρκοκρητικοί, μουτισμένοι δικοί μας, ασκούσαν στα μέχρι χτες αδέρφια τους την ίδια καταπίεση που οι ίδιοι υφίσταντο μέχρι τον εξισλαμισμό τους κι αυτή η κατάσταση αναπαράγεται σ’ όλη την Αυτοκρατορία: Όσοι παραμένουν στην πίστη μας, όσοι κρατούν την ταυτότητά μας, το κάνουν με προσωπική τους θυσία. Εμείς που σήμερα λεγόμαστε Έλληνες, οι Σέρβοι, οι Αρμένιοι είμαστε οι απόγονοι αυτών που δεν τουρκέψανε τότε. Κι οι σημερινοί Τούρκοι είναι οι απόγονοι αυτών που λύγισαν, και το ξέρουν πολύ καλά κι οι ίδιοι.

Το να παραμένεις χριστιανός αποτελούσε από μόνο του πράξη αντίστασης, με συνέπειες που τις βίωναν κάθε μέρα, κάθε στιγμή. Η αλλαγή θρησκείας επιτρεπόταν μόνο προς το Ισλάμ, ποτέ αντίστροφα. Αν ήσουν Χριστιανός μπορούσες να γίνεις Μουσουλμάνος, αν ήσουν Μουσουλμάνος απαγορευόταν να γίνεις χριστιανός, αποτελούσε παράβαση του ιερού νόμου του Ισλάμ και η ποινή ήταν θάνατος.

Εδώ είναι που εμφανίζονται οι Νεομάρτυρες: Πρόκειται για εξισλαμισμένους που ομολογούν ξανά πίστη στο Χριστό. Κι αφού αυτό δεν επιτρέπεται, υποβάλλονται σε βασανιστήρια προκειμένου να αλλάξουν γνώμη, με αποτέλεσμα να πεθαίνουν με μαρτυρικό τρόπο, κερδίζοντας μια θέση στο αγιολόγιο της Εκκλησίας μας και προσφέροντας ένα αντιστασιακό πρότυπο, ελπίδα και δύναμη στους σκλάβους.

Τα βλέπομε αυτά στο μαρτύριο των Σφακιανών αγίων: Στο Μανουήλ που επανήλθε στην πίστη των πατέρων του μετά από τον εξαναγκασμό του σε εξωμοσία, στον Ιωάννη που αρνήθηκε να εξομώσει προκειμένου να επικυρωθεί η αθωότητά του σε δίκη για θάνατο Τούρκου που δεν είχε διαπράξει. Πράγματι, η παρέα του διαπληκτίσθηκε με Τούρκους στη Νέα Έφεσο της Μικράς Ασίας και σκότωσε έναν απ’ αυτούς, ο Ιωάννης όμως έμεινε αμέτοχος. Αυτό δεν εμπόδισε τους Τούρκους να τον κατηγορήσουν για την εκτέλεση του ομοεθνούς τους, παράδειγμα της αυθαιρεσίας που αναφέραμε παραπάνω. Και, ασκώντας την απόλυτη εξουσία που είχαν πάνω στους σκλάβους, για τον ξεφτιλίσουν του έθεσαν το δίλημμα: Τούρκος ή ένοχος. Κι Εκείνος, στο ύψος των περιστάσεων σα Σφακιανός, επέλεξε τη δικαιοσύνη του Χριστού και του λαού μας κι όχι τη δικαστική παρωδία που θα του έσωζε μια ζωή που δε θα ΄θελε να ζει. Λέει η παράδοση πως η θυσία των Αγίων μας δεν πήγε χαμένη. Έδωσαν θάρρος στους ραγιάδες τόσο το μαρτύριο όσο και τα θαύματα που το συνόδευσαν, στο μεν Μανουήλ με την τροπή του δημίου σε φυγή, στο δε Ιωάννη με το μέγα φως εξ ουρανού που περιέλουσε το κρεμασμένο κορμί του.

Τα μηνύματα που στέλνουν οι Σφακιανοί Άγιοι, αλλά κι όλοι οι Νεομάρτυρες του λαού μας, παραμένουν διαχρονικά κι έχουν εφαρμογή και σήμερα, μέσα στην ηθική πρώτα απ’ όλα κρίση που περνούμε, προϊόν της οποίας είναι και η οικονομική.

Το πρώτο είναι το ζήτημα της ταυτότητάς μας: Οι Νεομάρτυρές μας, σάρκα από τη σάρκα του λαού μας, δε θέλησαν να χάσουν την ιδιότητα του μέλους του βολευόμενοι σε κάτι άλλο, περνώντας το κατώφλι της εξουσίας που τους χάριζε η αλλαγή πίστης, δηλαδή γένους, εθνότητας. Και σήμερα ο λαός μας διεκδικεί την ιδιοπροσωπία του, με σεβασμό στις άλλες ταυτότητες και κουλτούρες της Οικουμένης απέναντι στη λαίλαπα της παγκοσμιοποίησης, απέναντι στους ντόπιους απολογητές της που τον θέλουν απρόσωπο, καταναλωτή αγαθών που έχει πειστεί ότι χρειάζεται. Διεκδικεί τις αξίες που τον έφεραν μέχρι εδώ δια πυρός και σιδήρου μέσα από αιώνες σκλαβιάς σε δυνάστες από Δύση κι Ανατολή. Γιαυτή την ταυτότητα οι Άγιοί μας μαρτύρησαν, γιαυτή την ομολογία πίστης, που ξεπερνά το θρησκευτικό πλαίσιο και αποκτά στην περίπτωσή μας τα εθνικά χαρακτηριστικά της Ρωμιοσύνης.

Ίσης σημασίας μήνυμα που μας περνούν είναι αυτό της Αντίστασης: Δεν υπέκυψαν στο μαστίγιο των βασανιστηρίων ούτε στον πειρασμό της συμμετοχής τους στη νομή της εξουσίας. Αντιστάθηκαν για να προασπίσουν μιαν ιδέα, μια ταυτότητα. Και μεις σήμερο ν’ αντισταθούμε πρέπει απέναντι και στους νεοσουλτάνους της Άγκυρας που θέλουν να μας κάμουν πάλι ραγιάδες και στους δωσίλογους που τους προωθούν στην πατρίδα μας. Γιαυτό, πρέπει, όπως κι Έκείνοι, να έχομε πίστη στα δίκαιά μας και όραμα υψηλότερο από τη βολή μας.

Οι Άγιοί μας μας δίδουν αφορμές και γι άλλες σκέψεις, μέσα στη μιζέρια που ζούμε στην εποχή του Μνημονίου. Άραγε ποια εποχή ήταν πιο δύσκολή, τότε ή τώρα; Κι αν τότε τα ξεπεράσαμε, με τρομακτικό φόρο αίματος, με μαρτύρια των αγίων μας και απώλεια τόσων μουτισμένων αδερφών μας, σήμερα τι είναι αυτό που θα μας δυσκολέψει να ξεπεράσομε κι αυτή την κρίση; Πιθανόν να είναι ακριβώς η πίστη που είχαμε τότε και δεν έχομε τώρα. Γιατί τότε, όσοι συνεχίσαμε να είμαστε Ρωμιοί, είχαμε τις αξίες της ταυτότητάς μας πάνω απ’ όλα: Την αλληλεγγύη, τον κοινοτισμό, την πρεπιά, την εργατικότητα, τη σεμνότητα. Την αγάπη στην Ελευθερία, την περηφάνεια, την ανδρεία, την Αντίσταση. Και κοινό παρονομαστή σ’ όλα αυτά την Ορθοδοξία, που κωδικοποιεί, όπως κι η θρησκεία κάθε λαού, τις προτάσεις μας στο μεγάλο ερώτημα της ζωής. Αυτές τις αξίες τις χάσαμε σε μεγάλο ή μικρότερο βαθμό. Γιατί μας εκφύλισαν οι ψεύτικες ανέσεις, γιατί το όραμά μας περιορίστηκε στην ικανοποίηση ψεύτικων αναγκών με κάθε μέσο, άρα όχι με βάση τις αρχές μας. Γιατί το αντιστασιακό μας πνεύμα, αν και δεν πρέπει να έχει πεθάνει μέσα μας, βρίσκεται σε λήθαργο. Εκείνοι όμως, έχασαν μια προσωρινή ζωή για να σταθούν συνεπείς σε μιαν ιδέα, σε αξίες, για μη χάσουν μια ταυτότητα συγκεκριμένη. Αν το σκεφτεί κανείς, το δικό μας έργο σήμερο είναι τελικά ευκολότερο από το δικό τους. Κι αν αποτύχομε θα βρούμε άραγε δικαιολογίες να πούμε στα κοπέλια μας;

Ομιλία που εκφωνήθηκε στις 21-8 στην εκκλησία του Αγίου Μανώλη στο Ασκύφου Σφακίων, στα 200 χρόνια από το μαρτύριο του Αγ. Ιωάννου

Αύγουστος 22, 2011 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη, ΣΦΑΚΙΑ | , , , , , , | Σχολιάστε

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ, ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΗΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΜΑΣ

Απόβγαλέ μ’ ο βασιλιός τσι βίγλες να μπαστίσω
Κι ούλες τσι βίγλες μπάστισα κι ούλες λαγόνεψά τζι
Κι ούλες τσ’ ηύρηκα ξυπνητές κι ούλες τσι παραβλέπα
Τη βίγλα τω Σαρακηνών ηύρηκα κι εκοιμάτο

Όταν τραγουδιούνται τραγούδια σαν κι αυτό στις παρέες νοιώθω πολύ παράξενα. Δεν είναι μόνο η χαρά της συμμετοχής στο πάρε δώσε της τάβλας, δεν είναι το να μοιράζεσαι μια βραδιά με φίλους, δεν είναι η άμιλλα στο ποιος θα πει ποιο τραγούδι. Είναι ότι βρίσκομαι σε μια διαδικασία, μια παρέα, που γίνεται με τον ίδιο τρόπο αιώνες τώρα, είναι ότι κάθε φορά μια τέτοια σμίξη πιάνει ένα νήμα από το παρελθόν, το δικό μας παρελθόν και το συνεχίζει, είναι ότι η συλλογική μας μνήμη, η ιστορική μας αφήγηση, υπάρχει εδώ, παρούσα κι όχι σε λαογραφική καταγραφή, ζωντανή και ακμαία.

Τα τραγούδια μας γράφτηκαν για να αφηγηθούν τις μικρές και μεγάλες στιγμές μας, την καθημερινότητα και τις ξεχωριστές πράξεις, τις πολλές λύπες και τις λιγοστές χαρές του λαού μας σε μια περίοδο που ξεπερνάει τα χίλια χρόνια. Τις δικές μας στιγμές κι όχι άλλων. Τη δική μας θεώρηση των πραγμάτων εκφράζουν, τους φίλους μας τους έχουν για φίλους, τις περιοχές μας για πατρίδα, τους εχθρούς μας για αντίπαλους. Κι όταν αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα δεν περιγράφουν απλά μια κατάκτηση: Μιλούν για το χτίσιμο της Αγιασοφιάς, θρηνούν το κούρσος της Αντριανούπολης, λυπούνται τον Κωνσταντή «όντεν εδικονίζετο» την εύνοια των Λατίνων για να αντιμετωπίσει τους Τούρκους, δυσπιστούν απέναντι στους ευκαιριακά συμμάχους μας.

Κι αυτό το κάνουν για αιώνες, και το ένα τραγούδι διαδέχεται το άλλο, προσθέτοντας το δικό του πετραδάκι στο ψηφιδωτό της ιστορίας μας, της συνέχειάς μας από τόσο παλιά μέχρι τώρα, τώρα που εμείς δεν είμαστε πια άξιοι να παραγάγουμε τραγούδια γιατί δε δημιουργούμε νέα γεγονότα. Όμως ακόμα τα λέμε στις παρέες, κι εκείνες οι στιγμές είναι κάτι παραπάνω από τραγούδια μεταξύ φίλων. Περπατούμε κι εμείς πάνω στη στράτα των παλιών μας, όσο κι αν αυτό δεν αρέσει στους ιστορικούς του Σόρος και του Σκάι. Τα τραγούδια μας, που τραγουδιούνται αυτούσια στην Κρήτη τόσους αιώνες, δίνουν την απάντηση σε όσους «ανακαλύπτουν» ότι ο λαός μας δεν υπήρχε πριν. Και με το αντιστασιακό τους ήθος, δείχνουν και το δρόμο που πρέπει κι εμείς ν’ ακολουθήσομε. Ήδη, το ότι ακόμα τα τραγουδούμε, είναι μια αντίσταση από μόνο του. Κι αν δεν έχει η γενιά μας μπορέσει να δώσει τροφή σε νέα τραγούδια, το ότι αγαπά τα παλιά μας δίδει την ελπίδα ότι θα αξιωθεί να γίνει η αιτία να γραφτούνε καινούργια, για να προστεθούν κι αυτά στη μακρόχρονη αφήγησή μας.

Φεβρουαρίου 19, 2011 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη, Πολιτική και πολιτισμός, ΣΦΑΚΙΑ | , , , , , , | Σχολιάστε

ΕΦΥΓΕ Ο ΠΑΡΗΣ ΚΕΛΑΙΔΗΣ

Ακούστε ήντα μηνύσανε του Νάδη οι γιαντρειωμένοι
Να τωνε πάσιν άρματα μολύβια και μπαρούθια
Και πόλεμο θα κάμουνε του Χάρο δίχως άλλο
Για δεν τονε βαστούνε μπλιο να ξεδιαλέει τσ άντρες
Να παίρνει τσ άντρες τσι καλούς τσι καστροπολεμάρχους
Απού τα κάστρη πολεμούν

Σήμερο αποχαιρετούμε ένα τέτοιον άντρα. Τα κάστρη που πολέμησε δεν ήταν με άρματα, ευτυχώς ή δυστυχώς αυτή την εποχή την είχαν ολοκληρώσει οι προηγούμενοί τους, άντρες σαν το πατέρα του το Σταύρο κι άλλους πολλούς. Η εποχή του ήταν εποχή άλλου πολέμου. Αυτού της διατήρησης της ταυτότητας εκείνων που η φτώχια κι ένα συγκεντρωτικό κράτος ξενίτευαν στην Αθήνα και στο εξωτερικό. Κι αργότερα, της μεταλαμπάδευσης των αξιών της σφακιανής επαρχίας στα παιδιά εκείνα που γεννήθηκαν στην ξενητιά, αλλά και σ’ αυτά που αναλίκωσαν στην επαρχία ακούγοντας τις αφηγήσεις των παλιών.

Ο Πάρης Κελαιδής έταξε εαυτόν στο μόχθο της διατήρησης της ιστορικής μνήμης. Αποθησαύρισε ιστορίες, μελέτησε χειρόγραφα και παλιές εκδόσεις και μας παρέδωσε σε 42 βιβλία τα Σφακιά σε όλες τους τις εκφάνσεις: ιστορικές, λαογραφικές, πολιτιστικές. Δραστήριος όχι μόνο ως συγγραφέας, υπήρξε ενεργό μέλος της σφακιανής παροικίας της Αττικής. Την Ένωση των Απανταχού Σφακιανών, την υπηρέτησε από όλα τα αξιώματα, για να λάβει και τον τίτλο του επίτιμου προέδρου όταν παρέδωσε τη σκυτάλη σε νεώτερους. Ήταν δίπλα σ’ όλα τα σωματεία που τον χρειάζονταν, κι σημερινή παρουσία των ντυμένων Κουρητών εδώ μας δείχνει πόσο τον υπολόγιζας και τον μπεγέντιζαν όλοι. Εκδότης της σφακιανής εφημερίδας στο μεγαλύτερο διάστημα της ζωής της και πολύτιμος σύμβουλος σε όσους τον διαδεχτήκαμε σ’ αυτήν, δάσκαλος πραγματικός που δίδασκε σεμνότητα και ουσία. Το «εγώ» δεν το άκουγες από τα χείλη του, πάντα μειλίχιος και συγκαταβατικός, κατάφερνε να συνθέτει τους εγωισμούς αποφεύγοντας τις συγκρούσεις.

Παιδάκι ακόμα, τον γνώρισα μέσα από ένα βιβλίο του για τα Ριζίτικα. Δεν ήταν μόνο συλλογή τραγουδιών, αλλά ευχάριστο μάθημα ιστορίας, καθώς ανέλυε τα ιστορικά γεγονότα που γέννησαν το κάθε τραγούδι. Ακολούθησαν κι άλλα, κι άλλα βιβλία, που τώρα τα διαβάζω ακόμα, αλλά τα διαβάζουνε πια και τα δικά μου τα παιδιά, ψάχνοντας κι αυτά τις ρίζες τους και την καταγωγή τους.

Τον τελευταίο καιρό, που η ταυτότητά μας βάλλεται από παντού, τα βιβλία του Πάρη απέκτησαν κι άλλου τύπου επικαιρότητα: Γραμμένα σε ανύποπτο χρόνο, έδιναν αβίαστα απαντήσεις σε αμφισβητήσεις της ταυτότητάς μας, της ιστορίας μας, της παράδοσής μας.

Το Νοέμβριο που μας πέρασε παρουσίασε το τελευταίο του έργο η Ένωση των Απανταχού Σφακιανών, το σωματείο του. Ήταν η δίτομη Ιστορία των Σφακίων. Ο ίδιος θεωρούσε ότι ήταν το τελευταίο του. Δε νομίζω να το έλεγε συναισθανόμενος το τέλος. Πρέπει απλά να θεωρούσε ότι με αυτό, ολοκλήρωνε ένα κύκλο προσπάθειας δεκαετιών, ότι η κορύφωση του έργου του είχε πια φτάσει.

Κι όχι μόνο του έργου του. Στην προσωπική του ζωή ευτύχησε να δημιουργήσει μια ζηλευτή οικογένεια, να καμαρώσει ένα γιο λαμπρό επιστήμονα και δυό χαριτωμένα εγγόνια, και να χει στο πλευρό του μια σύζυγο που του διδε δύναμη στις προσπάθειές του.

Μια ζωή γεμάτη, μιαν εργογραφία πλήρη επιφύλαξε ο Θεός στον Πάρη. Και παρ’ όλο που λένε ότι αυτούς που αγαπά τους καλεί κοντά του σύντομα, για εκείνον έκαμε μιαν εξαίρεση. Ήξερε ότι εδώ τον είχαμε όλοι πιο πολλή ανάγκη.

Σήμερο δεν αποχαιρετούμε απλά έναν αγαπημένο μας νεκρό. Είμαστε εδώ να του ψιθυρίσομε «καλήν αντάμωση», και να του δώσομε τις παραγγελιές μας για αυτούς που πάει να συναντήσει, δικούς του και δικούς μας ανθρώπους. Κι αυτός χαμογελάει καθώς μας παρατηρεί, μας δίδει αυτός κουράγιο και μας λέει να μη φοβόμαστε το άγνωστο:

«Δε με φοβίζει ο θάνατος του κάτω κόσμου οι τόποι
γιατί με περιμένουνε πολλοί δικοί μου αθρώποι».

Καλό σου ταξίδι αγαπημένε μας δάσκαλε.

Επικήδειος στην εξόδιο ακολουθία του Πάρη Κελαιδή, Νέα Φιλαδέλφεια 10-8-2010

Αύγουστος 11, 2010 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη, ΣΦΑΚΙΑ, Uncategorized | , , | 3 Σχόλια

ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΗ ΚΕΛΑΪΔΗ

‘’ Η μεγαλύτερη περιουσία είναι η μνήμη…’’ αυτά τα λόγια τα πρωτάκουσα σε μια ταινία του Φίλιππου Κουτσαφτή, την ‘’ Αγέλαστη Πέτρα’’. Εκεί μιλούσε για τους Μικρασιάτες της Ελευσίνας, αλλά η κουβέντα αυτή έχει εφαρμογή παντού. Σ’ όλο τον Ελληνισμό, σ’ όλους τους λαούς.

Γιατί σήμερα καλούμαστε να μην έχουμε μνήμη. Καλούμαστε να ξεχάσουμε ποιοι είμαστε, ποια είναι η διαδρομή μας στο χρόνο, τι μας έφερε μέχρι εδώ. Καλούμαστε να χάσουμε τη συλλογικότητά μας, αξίες όπως την αλληλεγγύη, το σεβασμό στο διπλανό μας και στο σύνολο, τη σεμνότητα, την πρεπιά, την εργατικότητα, την τιμιότητά μας. Σήμερα πρέπει να γίνομε άτομα ξεκομμένα μεταξύ τους, που συνυπάρχουν αλλά δίχως να διαπλέκονται οι πορείες τους, που ατομικά καταναλώνουμε προϊόντα μιας χρήσεως για να καλύψουμε ανύπαρκτες ανάγκες. Το άτομο – καταναλωτής δεν πρέπει να έχει μνήμη, δεν πρέπει να έχει αντιστάσεις, δεν πρέπει να έχει ταυτότητα. Και συνακόλουθα, καινούργιες θεωρίες δεν αναγνωρίζουν δικαιώματα συλλογικά, σε λαούς, σε κοινωνικές ομάδες, αλλά θεοποιούν τα ‘’ατομικά’’  δικαιώματα, δηλαδή το δικαίωμα στην κατανάλωση και δαιμονοποιούν το δικαίωμα στην ταυτότητα, στη μνήμη.

Λαοί όμως που ξέχασαν ποιοι είναι, δε μπορούν να έχουν ούτε μέλλον.

Κι ο δικός μας λαός έχει ισχυρή μνήμη ακόμα. Την προκαλούν βέβαια και την αποδομούν συστηματικά οι διανοούμενοι της υποταγής, κάποιοι καινοφανείς ιστορικοί της Νέας Τάξης, που προσπαθούν να σβήσουν τη μνήμη του λαού μας, κι έτσι να κάμψουν το αντιστασιακό του φρόνημα.

Απέναντι τους στέκουν όχι μόνο αντίστοιχοι διανοούμενοι και ιστορικοί, αλλά όλη η συλλογική μνήμη του λαού μας, η αντιστασιακή του παράδοση όπως διαμορφώνεται εδώ και αιώνες, παράδοση αντίστασης προς τη Δύση και την Ανατολή, προς τους Λατίνους Σταυροφόρους  και τους Τούρκους δυνάστες, αλλά και τους Γερμανούς, τους σύγχρονους πολιτιστικά κυρίαρχους Δυτικούς, τους στρατιωτικά φιλόδοξους Νεοοθωμανούς και τους μικροιμπεριαλιστές των Σκοπίων.

Αυτή τη συλλογική μνήμη διακονεί για δεκαετίες ο Πάρης Κελαϊδής. Παιδί μικρό ακόμη, τον ήξερα μέσα από τα βιβλία του για τα ριζίτικα. Που δεν ήταν καθόλου μόνο αυτό που έλεγε ο τίτλος, ήταν κάτι παραπάνω: Κάθε τραγούδι ήταν η αφορμή για ένα ταξίδι στο χρόνο και την Ιστορία, μια ανάλυση των γεγονότων που διεκτραγωδούνται εκεί, μια πληθώρα πληροφοριών για πρόσωπα, τόπους και νοοτροπίες. Ο Πάρης Κελαϊδής αποθησαυρίζει τις ιστορίες των παλιών, τις προσθέτει στο υπόβαθρο το οικογενειακό του το τόσο πλούσιο και τόσο βαθιά ριζωμένο στη Σφακιανή επαρχία και στις εκτός Σφακίων εξορμήσεις και περιπέτειες, και μας παρουσιάζει τα Σφακιά του χτες και του προχτές απ’ όλες τις πλευρές: Τις σχέσεις των Σφακιανών μεταξύ τους, τους άγραφους κανόνες που οι ίδιοι διαμόρφωσαν για να τους ορίζουν, τις θρησκευτικές τους εκδηλώσεις, άρρηκτα δεμένες με τις ασχολίες τους στον κύκλο του χρόνου, τους αγίους, τα τραγούδια, τα γεγονότα, τις προσωπικότητες, τις πολλές πολλές εκείνες προσωπικότητες αγωνιστών που διαμόρφωσαν οι συνθήκες κι η πίστη στα δίκαιά μας. Κι ακόμα τις σχέσεις με τις διπλανές επαρχίες, την υπόλοιπη Κρήτη, την υπόλοιπη Ελλάδα, τον αλύτρωτο Ελληνισμό, τη Μακεδονία, τη Βόρειο Ήπειρο.

Πρόκειται για πρόσωπα, τόπους, γεγονότα γνωστά. Άλλωστε, στα Σφακιά ζεις τόσο έντονα δίπλα στην ιστορία, αυτό που άλλοι μαθαίνουν σαν αναφορά σε απώτερα συμβάντα ξεκομμένα από το σήμερα, είναι σε μας ιστορίες των οικογενειών μας, των γειτόνων μας, των φίλων μας, κι ακόμα των αντίπαλων οικογενειών, αφού το ότι ζει η ιστορία μαζί μας σημαίνει ότι παρόντα είναι και τα οικογενειακά.

Ο Πάρης μας φέρνει κοντά σε Ιστορίες που καθεμιά μπορεί να την ακούσει κάποιος από τους παλιούς, αλλά όλες μαζί δε θα μπορούσε να τις γνωρίσει αν δεν τις είχε καταγράψει στα βιβλία του εκείνος. Ακούραστος, μερακλής, και με αγάπη για τον τόπο, έχει μια τόσο σφαιρική εικόνα γι’ αυτόν που μπορεί άνετα να καταλάβει τις επιμέρους συμπεριφορές, το γιατί γίνονται έτσι τα πράγματα, όχι μόνο το πώς.

Πέρα από το παρελθόν των γονιών, δηλαδή των νεωτέρων χρόνων, της Τουρκοκρατίας, της Ενετοκρατίας, ο Πάρης Κελαϊδής ερευνά το παρελθόν των παππούδων, της αρχαιότητας και της Μυθολογίας. Κατανοεί και μας το μεταδίδει, ότι ο κοινός παρανομαστής στην αγέρωχη διαχρονικά συμπεριφορά των Σφακιανών είναι ο τόπος, το ανάγλυφο της Μαδάρας, που διαμορφώνει τις νοοτροπίες κι ανταποκρίνεται σ’ αυτές.

Ο συγγραφέας Πάρης Κελαϊδής των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων έγινε, αργότερα, ένας σεβαστός μου γνωστός. Μου τον γνώρισε η μάνα μου, σα νεανική της παρέα στο Ρέθυμνο του ’50 και μέσα από τις διαδικασίες της Ένωσης των Απανταχού Σφακιανών, ήρθα σ’ επαφή μ’ ένα πρόσωπο που τα γραφτά του με είχαν σημαδέψει μικρό, για να πάρω κι άλλα μαθήματα δίπλα του. Και κυρίως, αυτό της ουσιαστικής παρουσίας, ενός άντρα που είναι αυτό που δείχνει και όχι κάτι άλλο, αλλά κι ένας Σφακιανός που έχει την καμαρωμένη περηφάνεια της επαρχίας κι όχι τον κακό της εγωισμό. Δε βάζει τον εαυτό του πάνω από τους άλλους, το συναινετικό του πνεύμα λειτουργεί πάνω από μικροεγωισμούς και ενώνει, δεν ομαδοποιεί. Σε αντίθεση με πολλούς άλλους, το ‘’εγώ’’ δε θα το ακούσεις από το στόμα του. Όμως οι πολλοί μιλάνε γι’ αυτόν, κι αυτό αποτελεί τη μεγαλύτερη αναγνώριση. Μειλίχιος κι ενωτικός, τώρα που έχει αποτραβηχτεί από τα κοινά της Ένωσης μας λείπει ο τρόπος που έχει να ξεπερνά τις εντάσεις και να υποτάσσει τα ξεχωριστά ‘’εγώ’’ στο κοινό συμφέρον της επαρχίας.

Πριν από χρόνια, σε εκδήλωση στα Σφακιά, η επαρχία τον ανακήρυξε άξιο τέκνο της και τον τίμησε γι’ αυτό. Εμείς, από τη θέση αυτή, το μόνο που μπορούμε να του πούμε είναι ένα μεγάλο μεγάλο ευχαριστώ.

Κι επειδή ξέρουμε πόσο ακούραστος είναι, να ευχηθούμε το έργο του που θα μοιραστεί στην έξοδο να μην είναι το τελευταίο. Γιατί έχεις πολλά να δώσεις ακόμα Πάρη Κελαϊδή….

(Ομιλία σε εκδήλωση της Ένωσης των Απανταχού Σφακιανών για τον Πάρη Κελαιδή)

Δεκέμβριος 29, 2009 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη, ΣΦΑΚΙΑ | , , , , , , | 1 σχόλιο

ΚΟΥΡΕΣ: ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠ’ Ο,ΤΙ ΦΑΙΝΕΤΑΙ

Κάθε εποχή έχει στον κύκλο του χρόνου συγκεκριμένες δραστηριότητες για τις αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες. Η αρχή του καλοκαιριού χαρακτηρίζεται από τις κουρές των οζών. Τα πρόβατα πρέπει να απαλλαγούν από το μαλλί που θα τα ζεσταίνει κατά το καλοκαίρι, ενώ παλιότερα, στις εποχές της φτώχειας αλλά και της αυτάρκειας, το μαλλί τους θα γινόταν ρούχα, πατανίες, οι αργαλειοί θα έπαιρναν φωθιά.

Σήμερα οι κουρές έχουν κρατήσει κυρίως τον πρώτο τους σκοπό. Αποτελούν όμως και μιαν ευκαιρία για γιορτή.

giortes1

Ο βοσκός δε μπορεί να κουρέψει μόνος του. Θέλει βοήθεια, γιατί τα πρόβατα είναι πολλά, αν προσπαθήσει μόνος να κουρέψει θα χρειαστεί πολύ περισσότερο χρόνο και προσπάθεια. Πρέπει ο ίδιος να μπουζιάζει και να κουρεύει, κι αν το κάμει θα χρειαστεί πολλές μέρες. Μπορεί όμως να καλέσει στην κουρά κι άλλους που γνωρίζουν τη δουλειά. Ήδη, η λέξη «καλέσει», προδιαθέτει για γιορτή κι όχι για αγγαρεία, κι είναι πολύ σημαντικό στη σημειολογία της κρητικής διαλέκτου ότι όλες οι δουλειές που απαιτούν ένταση εργασίας σε περιορισμένο χρόνο γίνονται με κάλεση. Κάλεση για αφιλοκερδή προσφορά εργασίας, όχι με μεροκάματα, αλλά με συλλογική προσπάθεια μεταξύ φίλων και συγγενών. Ο τρύγος είναι ένα ακόμα τέτοιο παράδειγμα. Η δουλειά μοιράζεται. Άλλος μπουζιάζει, άλλος κουβαλά το μπουζιασμένο οζό στον κουρίσκο, κι ο τελευταίος κουρεύει, λύνει το πρόβατο και αρχίζει με το επόμενο. Έτσι, ο χρόνος μειώνεται σημαντικά. Ο βοσκός μόνος του δε θα χρειαζόταν το χρόνο της κουράς επί τον αριθμό των συμμετεχόντων, θα χρειαζόταν πολύ περισσότερο. Πέρα από το χρόνο, μια δουλειά που μόνη της θα ήταν μονότονη και κουραστική γίνεται τώρα μια συλλογική προσπάθεια. Ο κόπος μοιράζεται μεταξύ των συμμετεχόντων, τα πειράγματα και τα χωρατά περισσεύουν και ο χρόνος που απαιτείται είναι χρόνος παρέας κι όχι δουλειάς.

Και φυσικά η συμμετοχή δεν πληρώνεται. Ο ένας που σήμερα κουρεύει τα δικά του πρόβατα (η κρητική λέξη «κουράδι» προέρχεται από την κουρά), αύριο θα είναι κουρίσκος στην κουρά κάποιου που ήρθε να τον βοηθήσει ή και που φέτος δε μπόρεσε, αλλά άλλες φορές μπορούσε. Είναι μια διαδικασία που στηρίζεται στην αλληλεγγύη, στην εργατικότητα, στη συμπαράσταση, στην αξιοσύνη. Αξίες που υποχωρούν σήμερα αλλά ακόμα αντέχουν.

Η συμμετοχή δεν πληρώνεται. Είναι δώρο στο βοσκό που κουρεύει. Κι η ανταπόδοση θα έρθει με τη συμμετοχή του στις κουρές αυτών που ήρθαν στη δικιά του. Εν τω μεταξύ, ένα μικρό «ευχαριστώ» είναι το τραπέζι που ακολουθεί. Εκεί ο βοσκός τραπεζώνει αυτούς που έσπευσαν σε βοήθειά του. Και η καλή διάθεση και το κέφι που υπάρχει στην κουρά τώρα γίνεται ακόμα μεγαλύτερη. Το τραπέζι εξελίσσεται σε συχνά σε γλέντι, κι η φιλοξενία και κοινωνικότητα των κρητικών βρίσκει την αφορμή να το επεκτείνει σε τραπέζι για περισσότερους, όχι μόνο αυτούς που έχουν πάρει μέρος στην προσπάθεια.

1077

Οι κουρές είναι μια διαδικασία που επιβιώνει σε ένα περιβάλλον που πια χτυπά αξίες όπως αυτές που αναφέραμε πιο πάνω. Αυτές δεν ποσοτικοποιούνται, δεν μεταφράζονται σε οικονομικά μετρήσιμα μεγέθη, δεν υπάρχουν δείκτες της οικονομίας της αγοράς που να μπορούν να τις μετρήσουν. Είναι μια δραστηριότητα που, δίχως να το καταλαβαίνουμε, έχει αποτελέσματα που πάνε πιο πέρα από το να ξαλαφρώσουν τα πρόβατα από το μαλλί τους. Και ως τέτοια μπορεί να μας δώσει αφορμές για ευρύτερους προβληματισμούς σε μιαν εποχή που σαρώνει αξίες και συμπεριφορές για να τις αντικαταστήσει από τη θεοποίηση του ατόμου και του στενού, αυτιστικού του συμφέροντος.

Ιουλίου 14, 2009 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη, Πολιτική και πολιτισμός, ΣΦΑΚΙΑ | , , , , , | Σχολιάστε