Με το τουφέκι και τη λύρα

ΑΠΟΧΗ ΚΑΙ ΕΚΛΟΓΕΣ

MOYTZEΣ

Το 1946, το ΚΚΕ, το οποίο μέσα από την εθνική αντίσταση είχε γιγαντώσει την επιρροή του στον ελληνικό λαό, αντί να επιδιώξει την κατάληψη της εξουσίας μέσα από εκλογές, προέτρεψε τους προσκείμενους σε αυτό να απόσχουν της διαδικασίας. Το αποτέλεσμα ήταν μια μεγαλοπρεπής αποχή του 40%, μέρος της οποίας σίγουρα οφειλόταν στην προτροπή του ΚΚΕ.

Το Σεπτέμβρη του 2015, η αποχή ξεπέρασε ακόμα και αυτό το ποσοστό του 1946, φτάνοντας το 44%, ερχόμενη πρώτη στις προτιμήσεις του εκλογικού σώματος. Θα πρέπει να δούμε προσεκτικά τι σημαίνει αυτό και πώς οδηγηθήκαμε σε τέτοια υψηλά ποσοστά.

Κατ’ αρχάς δε θα πρέπει να εμπλακούμε σε ρητορείες του στυλ «η συμμετοχή στις εκλογές είναι η πεμπτουσία της Δημοκρατίας» και λοιπά εύηχα πλην όμως κενά περιεχομένου. Εδώ θα πρέπει να δούμε τι ώθησε τους συμπολίτες μας να απόσχουν.

Ο προβληματισμός είναι διάχυτος στο λαό, ό,τι στάση κι αν τήρησε: Αν ψήφισε, ψήφισε με βαριά καρδιά, παρά την αναίρεση των προσδοκιών του και επιλέγοντας το μικρότερο κακό, την ψήφο διαμαρτυρίας ή και την υπερψήφιση γραφικών σχημάτων, δείχνοντας έμπρακτα την απαξίωση με την οποία περιβάλλει πια τους υπάρχοντες πολιτικούς φορείς. Κι η απαξίωση αναμένεται να ανέβει κι άλλο όσο θα ψηφίζονται και θα εφαρμόζονται οι μνημονιακές υποχρεώσεις.

ΣΗΜΑΙΕΣ

Ένα μεγάλο κομμάτι προτίμησε να πάει εκδρομή τη μέρα των εκλογών ή να μείνει μακρά από τα εκλογικά τμήματα. Αυτό σημαίνει ότι δεν καλύπτεται από τις υπάρχουσες εναλλακτικές και δε μπαίνει καν στη λογική του μικρότερου κακού. Σημαίνει ότι απορρίπτει τόσο τη μνημονιακή στροφή της κυβέρνησης όσο και τους παλιούς μνημονιακούς φορείς αλλά και τη δραχμική διέξοδο, κοινώς δε βλέπει φώς πουθενά. Σημαίνει ότι δεν έχει στο οπτικό του πεδίο μόνο το οικονομικό κομμάτι του παζλ που συνθέτουν τα ελληνικά προβλήματα, γιατί αλλιώς θα έβρισκε κάτι να ψηφίσει.

Σημαίνει ότι μπροστά του υπάρχει το θεμελιώδες ζήτημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης, που δίχως τη λύση του δεν υπάρχει προοπτική για τη χώρα. Σημαίνει ότι αντιλαμβάνεται τα προβλήματα της εξωτερικής πολιτικής και την Τουρκική επιθετικότητα, και δεν εμπιστεύεται κανένα για τα διαχειριστεί. Ότι έχει συνείδηση ότι υπάρχει το μεταναστευτικό και το δημογραφικό θέμα, που καθένα μόνο του απειλεί να διαλύσει την κοινωνική συνοχή. Βλέπει την πατρίδα μας να μεταβάλλεται από χώρα σε χώρο όπου ξένες δυνάμεις ασκούν πολιτική ερήμην του λαού της και δεν αναγνωρίζει σε κανένα κόμμα μια προοπτική διεξόδου από το εκρηκτικό μείγμα που αποτελεί η ταυτόχρονη σώρευση τόσων προβλημάτων, η επίλυση των οποίων ισοδυναμεί με τετραγωνισμό του κύκλου.

Η αποχή λοιπόν δεν είναι παραίτηση. Παραίτηση ήταν τόσα χρόνια που ψηφίζαμε από ανάγκη και δια της εις άτοπο απαγωγής. Η αποχή των τελευταίων εκλογών μπορεί να είναι το προανάκρουσμα μιας μεγάλης ανατροπής, μιας συνειδητοποίησης ότι αυτό που μέχρι τώρα υπάρχει δε μας καλύπτει, οπότε το αρνούμαστε. Και ποιο είναι το επόμενο βήμα; Η σταδιακή συγκρότηση ενός καινούργιου προτάγματος που θα μπορεί να αγκαλιάσει όλο το λαό και που θα ενώνει τις πατριωτικές, δημοκρατικές και παραγωγικές δυνάμεις, που θα σηκώσει τους Έλληνες από τον καναπέ τους και που θα κερδίσει ξανά τις αξίες που είχαμε και ξεχάσαμε κατά τη μεταπολίτευση, μέσα από τον παρασιτισμό και το εύκολο –όπως νομίζαμε- χρήμα. Αυτό το λογαριασμό πληρώνουμε σήμερα και από κει πρέπει να ξεκινήσουμε.

Αυτό δε σημαίνει ότι θα έρθει νομοτελειακά το καινούργιο: Για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή. Και το προηγούμενο των πλατειών και των αγανακτισμένων που τελικά δε μπόρεσαν να διαμορφώσουν και να εξελιχθούν σε πολιτικό πόλο δείχνει ότι από την υγιή άρνηση μέχρι τη διατύπωση προτάγματος υπάρχει πολύς δρόμος που πρέπει να διανυθεί, κι αυτό δεν είναι σίγουρο ότι θα το πετύχομε. Οφείλομε όμως να το δοκιμάσομε, το χρωστούμε τα παιδιά μας και στους εαυτούς μας.

Advertisements

Οκτώβριος 5, 2015 Posted by | Uncategorized | , , , | Σχολιάστε

ΝΙΚΗ Η ΝΕΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ;

Η νέα μας κυβέρνηση δημιούργησε πολλές ελπίδες και, με τις πρώτες της ενέργειες, έφερε ψυχική ανάταση και περηφάνια σ’ ένα λαό που είχε μάθει να ζει στην ανασφάλεια και στο φόβο, να σκύβει το κεφάλι βομβαρδιζόμενος από τη μνημονιακή προπαγάνδα. Ακόμα κι όσοι είχαν κάποιες επιφυλάξεις έβλεπαν θετικά τις θαρραλέες τοποθετήσεις των διαπραγματευτών μας απέναντι στην τρόικα, ενώ μέχρι και ο Αμβρόσιος Καλαβρύτων επαίνεσε τον πρωθυπουργό για τη στάση του. Η χώρα, ο λαός, είχε ανάγκη να ξεφύγει από την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει εδώ και τόσα χρόνια, κι η κυβέρνηση άναψε τη φλόγα της ελπίδας συσπειρώνοντας τον κόσμο και πετυχαίνοντας αποδοχή τεράστια.

ΔΝΤ
Η συνέχεια είναι πια γνωστή: Μετά από διαρκείς διαπραγματεύσεις, η Ελλάδα περπάτησε, καταπώς λέει κι ο υπουργός οικονομικών, το μεγαλύτερο κομμάτι της απόστασης που τη χώριζε από τους εταίρους της, και ζητούσε από αυτούς να προχωρήσουν μια πολύ μικρή απόσταση για να ‘ρθουν κοντά της. Με άλλα λόγια υποκύψαμε στους εκβιασμούς των δανειστών και παραπέμψαμε στις καλένδες το πρόγραμμα που ψήφισε ο λαός και που ευαγγελιζόταν ο πρωθυπουργός.
Συνοπτικά, δε θα ζητήσουμε διαγραφή του χρέους, ο ΦΠΑ μένει ανοιχτό αν θα αυξηθεί και μάλιστα όχι μόνο στον τουρισμό, ο κατώτατος μισθός δε θα αυξηθεί τώρα αλλά σε απροσδιόριστο μέλλον και αν το εγκρίνουν ο δανειστές, το ΤΑΙΠΕΔ (εγκληματικό όργανο εκποίησης της κρατικής περιουσίας κατά το Λαφαζάνη) δεν καταργείται, οι ιδιωτικοποιήσεις που έγιναν ή έχουν ξεκινήσει θεωρούνται ισχυρές ενώ για τις άλλες θα υπάρξει αξιολόγηση, η απαγόρευση πλειστηριασμών έγινε απλά συνεννόηση με τις τράπεζες ώστε να αποφευχθούν αυτοί.
Τα θετικά (και αυτονόητα) είναι η αποδέσμευση από πρωτογενές πλεόνασμα 3% (που έτσι κι αλλιώς δεν ήταν εφικτό), δέσμευση για πάταξη της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς και την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, απομένει βέβαια να δούμε πώς θα υλοποιηθεί. Σημειώνεται ότι αυτά πρέπει να γίνουν χωρίς δημοσιονομικό κόστος, άρα πρέπει να βρεθούν κάπου πόροι που θα τα στηρίξουν. Κι ακόμα περιμένουμε τι θα γίνει με τον ΕΝΦΙΑ, τα κόκκινα δάνεια, τις 100 δόσεις και τις επαναπροσλήψεις στο Δημόσιο.

ΣΥΡΙΖΑ
Το μνημόνιο παρατείνεται τέσσερεις μήνες, ενώ θα υπάρχει διαρκής αξιολόγηση, που σημαίνει ότι οι δανειστές θα πρέπει να είναι ευχαριστημένοι για να εκταμιευτεί δάνειο. Και στο τετράμηνο θα υπάρχουν άμεσες μεγάλες ανάγκες του δημοσίου που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν, οπότε η θέση μας θα είναι πολύ δύσκολη. Τότε θα φανεί αν θα τελειώσει το μνημόνιο, όπως εκτιμά η κυβέρνηση, ή αν θα υπογράψουμε και τρίτο, όπως φοβούνται πολλοί.
Η τρόικα παραμένει ως «θεσμοί», κι αυτό δε μπορεί να εμφανιστεί ως επιτυχία. Μάλλον μειώνει την αξιοπιστία της κυβέρνησης η θριαμβολογία σε αυτό το σημείο.
Κι ακόμα, με αυτή τη διαπραγμάτευση και την επιβολή των θέσεων της Γερμανίας, θα είναι πολύ δύσκολο να θέσουμε το θέμα των πολεμικών αποζημιώσεων και του κατοχικού δανείου σ’ αυτήν, όταν θα μας εκβιάζει συνεχώς με την αξιολόγηση και την έγκριση εκταμιεύσεων.
Εδώ ξεκινάει όμως μια άλλη συζήτηση, που κανείς δεν την κάνει. Ο δρόμος για να βγούμε από την παρακμή, ηθική και οικονομική, στην οποία βρισκόμαστε, είναι η απόρριψη του παρασιτικού μοντέλου και η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Είναι η πολιτιστική ανάταση και η αυτάρκεια, διατροφική και ενεργειακή, είναι η τόνωση της μαστορικής και της καινοτομίας, η δημιουργία πλούτου μέσα από εργασία και εξαγωγές και όχι από παρασιτισμό και αντιπροσωπείες ξένων οίκων, αυτή που θα επιτρέψει να ξεφύγουμε από το φαύλο κύκλο στον οποίο βρισκόμαστε. Κι ενώ ο στόχος για πάταξη της φοροδιαφυγής είναι σωστός, αυτή πρέπει να συνοδεύεται με ένα απλό και δίκαιο φορολογικό σύστημα, που θα φορολογεί παραγωγή κι όχι αέρα. Τη παραγωγή όμως δεν την αναφέρει κανείς πέρα από ευχολόγια και αοριστολογίες.

ΜΑΥΡΟΓΙΑΛΟΥΡΟς
Εδώ μπαίνει κι ένα άλλο ζήτημα, που εν πολλοίς εξηγεί και την υποχώρηση της κυβέρνησης μπροστά στην πίεση της Γερμανίας: Η εκλογική νίκη δεν ήρθε σαν επιστέγασμα ενός αντιμνημονιακού λαϊκού κινήματος, αφού τέτοιο δεν υπάρχει μετά τους αγανακτισμένους. Ήρθε επειδή έτυχε να πρέπει να εκλεγεί Πρόεδρος Δημοκρατίας εκείνη τη στιγμή, κι επειδή η νυν κυβέρνηση εκμεταλλεύτηκε τη συγκυρία, καθώς ο λαός δεν άντεχε προφανώς άλλο μνημόνιο (το οποίο βρίσκει τελικά ξανά μπροστά του).
Όμως η συγκυρία δεν ήταν η καλύτερη: Αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη δεν υπάρχουν συμμαχίες στις οποίες θα μπορέσει να στηριχτεί η χώρα μας, ενώ το μέγεθος και η διαπραγματευτική μας δύναμη (με ευθύνη των προηγούμενων κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ-ΝΔ βεβαίως), είναι πολύ αδύνατη. Δε μπορούμε δηλαδή να διεξαγάγουμε τον αγώνα κατά της Γερμανικής πολιτικής ούτε μόνοι μας ούτε ως ηγέτες ενός μπλοκ αντιγερμανικού, μπορούμε όμως να είμαστε μέρος μιας αντιγερμανικής συνεννόησης, η οποία πλησιάζει. Στο τέλος του 2015 θα έχουμε μια σειρά εκλογικών αναμετρήσεων στην Ευρώπη όπου οι αντιγερμανικές δυνάμεις αναμένεται να επικρατήσουν, οπότε θα μπορούσαμε κι εμείς να συμπαραταχθούμε με μια σειρά χωρών όπου διαμορφώνονται αντίστοιχοι προβληματισμοί (Ισπανία, Ιταλία, Γαλλία, Βρετανία κλπ). Εκεί θα είμαστε μια συνιστώσα σε ένα ευρύτερο σχηματισμό, και οι πιθανότητες επιτυχίας μιας συνολικής αντιπαράθεσης με τη γερμανική Ευρώπη θα ήταν μεγιστοποιημένες. Τώρα όμως δε μπορούμε να ξεκινήσουμε μόνοι μας μια τέτοια πορεία, καθώς η διαπραγματευτική μας δύναμη είναι μηδαμινή, κι αυτό φάνηκε και στο Γιούρογκρουπ. Αντίστροφα, η μοναχική μας πορεία επέτρεψε στη Γερμανία να υιοθετήσει σκληρή στάση γιατί καταλάβαινε και ότι ήταν ευκαιρία να πατάξει μιαν αδύναμη αντίσταση που εμφανιζόταν και για να στείλει ένα μήνυμα στις άλλες δυνάμεις με την άτακτη υποχώρηση της δικής μας πλευράς. Έτσι, η επιλογή του Σύριζα να γίνει κυβέρνηση τώρα, υπονόμευσε το πρόγραμμά του και τον υποχρέωσε σε οδυνηρές υποχωρήσεις.
Υπονόμευσε όμως και την όλη αντιστασιακή προοπτική της Ευρώπης. Και υπάρχει βέβαια η ελπίδα ότι σιγά σιγά ο χάρτης θ’ αλλάξει, αλλά τότε ενδέχεται τις όποιες νίκες να μη μπορούμε να τις χαρούμε μαζί με τους άλλους λαούς. Η δικές μας βεβιασμένες ενέργειες μπορεί να μας καταστήσουν Ιφιγένεια, που θα έχει ανοίξει το δρόμο αλλά θα έχει θυσιαστεί πριν την τελική νίκη.

Φεβρουαρίου 27, 2015 Posted by | Uncategorized | , , | Σχολιάστε

Η ΒΡΑΒΕΥΣΗ ΤΟΥ ΡΙΧΤΕΡ ΚΑΙ Ο ΣΕΙΣΜΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΟΚΑΛΕΣΕ

 

 

Γρικάτε ήντα παράγγειλεν η Κρήτη των παιδιών τζη
Μετρήσετε τα μνήματα των εδικών και ξένων
Σ’ ούλα ν’ ανάψετε κερί, λιβάνι και καντήλι
Κι αν έρθουν οι δικολογιές των ξένων σκοτωμένων
Να τσι φιλοξενήσετεimage003(1283)

 

Έχομε ασχοληθεί αρκετά από αυτές τις γραμμές με το φαινόμενο του ξαναγραψίματος της ιστορίας που επιχειρείται εδώ και αρκετόν καιρό από διάφορες πλευρές και σε διάφορα ζητήματα. Το παράδειγμα των Σκοπίων από τη μια και του Νεοοθωμανισμού από την άλλη δίνουν το στίγμα του πού αποσκοπεί η τάση αυτή: Στη διαγραφή της ιστορικής μας μνήμης και στην αποδοχή ενός νέου στάτους κβο στην περιοχή μας, όπου θα ξαναγίνουμε ραγιάδες αλλά δε θα πειράζει αυτό, αφού επί τουρκοκρατίας καλά περνούσαμε, σύμφωνα με τις νεοφιλελεύθερες θεωρίες που πλασάρονται, υπό προοδευτικό πάντα ένδυμα.
Στα θέματα αυτά έχομε συνηθίσει να βλέπομε και κάποιους διανοούμενους, πανεπιστημιακούς κλπ δικούς μας, να υποστηρίζουν τις θεωρίες αυτές προτάσσοντας μια αντισυστημική υποτίθεται οπτική, ότι δηλαδή πάνε κόντρα σε κατασκευασμένες αφηγήσεις που εξυπηρετούν μια κρατική κατεστημένη ιδεολογία. Κι έχουμε δείξει ότι στη μικρά πλην έντιμο Ελλάδα των φοβικών συνδρόμων προς την Τουρκία, του μνημονίου και της ανύπαρκτης εξωτερικής πολιτικής, η κρατική ιδεολογία είναι αυτή που υποτιμά τη συλλογική μνήμη και παράδοσή μας και ξαναγράφει την ιστορία μας σύμφωνα με τις επιταγές της Νέας Τάξης και του Σόρος. Και αναθεωρεί όχι μια «κρατική» ιστορία, αλλά μιαν ιστορία που έχει καταγραφεί σε ανύποπτο χρόνο, μέσα από τις αφηγήσεις και ιστορικά τραγούδια του λαού μας τη στιγμή κατά την οποία τα γεγονότα συμβαίνουν, και απηχεί τις σκέψεις και την ιδεολογία του λαού μας κι όχι κάποιων ιδεολογικών μηχανισμών.
Μέχρι τώρα, η αναθεώρηση της ιστορίας βλέπαμε να αφορά την περίοδο της τουρκοκρατίας, όπου τονίζεται η πολυπολιτισμικότητα της αυτοκρατορίας, οι ελευθερίες των υπόδουλων, η δυνατότητα κοινωνικής ανέλιξης που παρείχε το παιδομάζωμα και λοιπά φαιδρά. Τώρα όμως ξεκινά και νέο πεδίο δράσης των αναθεωρητών που αφορά στη γερμανική κατοχή. Αιχμή του δόρατος οι θεωρίες του Γερμανού ιστορικού Ρίχτερ, ο οποίος στο έργο του θεωρεί ότι οι Γερμανοί διεξήγαγαν τον πόλεμο ιπποτικά και με σεβασμό στους κανόνες του πολέμου, ενώ, εξειδικεύοντας στη μάχη της Κρήτης, θεωρεί ότι οι ανθιστάμενοι Κρητικοί επέδειξαν βαρβαρότητα και ανάγκασαν τους κατακτητές να προβούν σε αντίποινα, τη φύση των οποίων όλοι, από τον Καλλικράτη μέχρι τη Βιάννο γνωρίζομε.

tafoi
Ίσως δεν αξίζει να ανασκευάσει κανείς τις θεωρίες του Ρίχτερ. Είναι γνωστές και διασταυρωμένες οι θηριωδίες των ναζί σε όλες τις περιοχές που βίωσαν τον πόλεμο, τόσο στο μέτωπο όσο και στις κατακτημένες περιοχές. Και στην Κρήτη, η ιστορία είναι δίπλα μας σε κάθε μας βήμα, αφού όλος ο λαός συμμετείχε στην αντίσταση κατά των Γερμανών, που γνωρίζομε από πρώτο χέρι τί έγινε, τί υπέφερε ο άμαχος πληθυσμός του νησιού και πόσο αντιστάθηκε από την πρώτη κιόλας μέρα.
Και ναι μεν είναι σεβαστή η ιστορική έρευνα, αλλά και ο ιστορικός οφείλει να ακολουθεί κανόνες και δεοντολογία της έρευνας κι όχι να βάζει την επιστήμη του στην υπηρεσία σκοπιμοτήτων. Το φαινόμενο το έχομε δει στην ελληνική πραγματικότητα σε πολλές μορφές να υπηρετεί την ανάγκη αποδόμησης της έννοιας του έθνους και της συνέχειας του ελληνισμού. Τώρα, το βλέπομε να εξαγνίζει τη συμπεριφορά των ναζί και να δικαιολογεί τις θηριωδίες τους.
Το έργο του Γερμανού ιστορικού, θα περίμενε κανείς να συναντήσει την αντίδραση της ελληνικής κοινωνίας και κυρίως της πανεπιστημιακής κοινότητας. Στο κάτω κάτω τους ναζί αθωώνει για τα εγκλήματά τους, δηλαδή τους πανθομολογουμένως βάρβαρους εχθρούς της ανθρωπότητας.
Πράγματι, η κοινωνία αντέδρασε. Σε αντίθεση με την πανεπιστημιακή κοινότητα, η οποία έκρινε σωστό να τιμήσει το Ρίχτερ για το έργο του, συνειδητοποιημένοι κρητικοί διαμαρτυρήθηκαν, δίχως να ιδρώσει βέβαια το αυτί κανενός. Η βράβευση τελικά, έγινε, και μάλιστα στο υπό φοιτητική κατάληψη πανεπιστήμιο Ρεθύμνου, κι εδώ αρχίζουν τα ερωτήματα:
Από που κι ως που οι πανεπιστημιακοί μας τιμούν το έργο ενός ιστορικού που προβάλει μιαν ωραιοποιημένη κια σε κάθε περίπτωση άσχετη με την καταγεγραμμένη ιστορική πραγματικότητα εικόνα των ναζί; Οι ίδιοι προβάλλουν με κάθε αφορμή τα δημοκρατικά τους φρονήματα, αλλά εδώ έπρεπε προφανώς να υπηρετήσουν άλλο στόχο: Στα πλαίσια της αποδόμησης του πατριωτισμού και συκοφάντησης του αντιστασιακού πνεύματος του λαού μας, ακόμα και οι ναζί θα πρέπει να ηρωοποιηθούν ώστε να φαντάζει βάρβαρη και υπερβολική η παλλαική αντίσταση του άμαχου πληθυσμού της Κρήτης απέναντι στον κατακτητή. Το πρώτο βήμα ήταν η προσπάθεια αποδόμησης της επανάστασης του 21, τώρα ήρθε η σειρά να αποκατασταθούν και οι Γερμανοί επικυρίαρχοι του Μνημονίου.
Από που κι ως που η κατάληψη του πανεπιστημίου, εξ ορισμού αντιναζιστικού ιδεολογικού προσανατολισμού, που δε σηκώνει μύγα στο επαναστατικό της σπαθί, επιτρέπει την είσοδο των νεοταξικών ιστορικών στο υπό κατάληψη πανεπιστήμιο και μάλιστα για να τιμήσουν τον απολογητή των ναζί;

Kreta, Kondomari, Erschießung von Zivilisten
Νομίζομε πως η απάντηση στα ερωτήματα αυτά πρέπει να συνδεθεί με το βαθιά κοσμοπολίτικο και αφασιακό χαρακτήρα αυτού που σήμερα αυτοαποκαλείται αριστερά στην Ελλάδα, το οποίο, σε πλήρη ρήξη με τον εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα της Εαμικής εθνικής αντίστασης αρνείται οτιδήποτε πατριωτικό στο όνομα ενός κακά χωνεμένου διεθνισμού. Έτσι, ο Βελουχιώτης δεν αποτελεί σημείο αναφοράς γι’ αυτούς, γιατί έκανε εθνική αντίσταση, οπότε ήταν “εθνικιστής”. Ο Τσε Γκεβάρα του “πατρίδα ή θάνατος” είναι εξοβελιστέος από τους σημερινούς “αριστερούς”, για τον ίδιο λόγο. Η στάση αυτή οδηγεί σε εκτρώματα, όπως πχ των αντιφα(σιστών) που καταντούν απολογητές της γενοκτονίας του Ισραήλ στη Γάζα, και των σημερινών “δημοκρατικών” πανεπιστημιακών που τιμούν το Ρίχτερ και των ανεχομένων τη βράβευσή του καταληψιών. Έτσι, μια προσέγγιση που έρχεται σε αντίθεση με το πνεύμα της εθνικής αντίστασης στην Κρήτη, είναι κι αυτή εντός της “διεθνιστικής” γραμμής αφού χτυπάει την έννοια του έθνους, κι ας συντάσσεται με τους Γερμανούς κατακτητές.
Η τιμή στο Ρίχτερ αποκτά παραμέτρους που δεν έχουν ακόμα αποτιμηθεί: Πώς θα δοθεί η μάχη για τις γερμανικές αποζημιώσεις των χωριών που υπέστησαν ολοκαύτωμα, όταν η πανεπιστημιακή κοινότητα θεωρεί ιπποτική τη στάση των Γερμανών ναζί και τιμά τα έργα που την “αναδεικνύουν”; Πώς θα μιλήσομε για εθνική αντίσταση όταν τα αντίποινα προβάλλονται πια ως πράξεις που “αναγκάστηκαν” οι Γερμανοί να κάνουν; Πώς θα αντισταθούμε στη σημερινή οικονομική επέλαση των Γερμανών όταν με τη στάση μας διαγράφομε το παρελθόν και αποδεχόμαστε τις τότε κτηνωδίες ως πράξεις εντος του δικαιου του πολέμου; πώς θα επιχειρηματολογήσομε ότι κι οι σημερινές πρακτικές επικυρίαρχου της Γερμανίας σε βάρος μας είναι απεχθείς συμπεριφορές όταν έχομε δώσει συγχωροχάρτι στις προηγούμενες;
Η πατρίδα μας περνάει μια κρίση που στη ρίζα της έχει την ηθική παρακμή. Τα διακυβεύματα είναι τεράστια, και αφορούν την ίδια μας την ύπαρξη σα λαού. Μόνο μια συνειδητοποιημένη και σθεναρή παλλαϊκή αντίσταση σε όλους τους παράγοντες εκείνους που μας προορίζουν για ραγιάδες μπορεί να αναστρέψει την πορεία, αλλά κι αυτό από μας, ευτυχώς ή δυστυχώς εξαρτάται.

 

Δεκέμβριος 24, 2014 Posted by | Uncategorized | Σχολιάστε

ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ

pontian_genocide_

Η γενοκτονία των Χριστιανικών λαών της Ανατολής (Ρωμιών, Αρμενίων, Ασσύριων), είναι η πρώτη του εικοστού αιώνα. Από αυτήν εμπνεύστηκε ο Χίτλερ τη γενοκτονία των Εβραίων, θεωρώντας ότι όπως κανείς δε θυμόταν τα εγκλήματα των Τούρκων, έτσι θα γίνει και με αυτά των Ναζί.
Από τα θύματα της γενοκτονίας στη Μικρά Ασία, μόνο οι Αρμένιοι εξ αρχής διεκδίκησαν την αναγνώριση και τιμώρησαν τουλάχιστο τους εμπνευστές της. Οι υπόλοιποι λαοί άργησαν. Εμείς, παρ΄ όλο που βρισκόμαστε σε ισχυρότερη θέση από τα άλλα θύματα, αργήσαμε πάρα πολύ να μιλήσουμε γιαυτά κι όταν το κάμαμε χωρίσαμε τη γενοκτονία στα δύο: Μία για τον Ποντιακό Ελληνισμό, τη μνήμη της οποίας τιμούμε το Μάιο, και μία για τον υπόλοιπο Μικρασιατικό πληθυσμό, το Σεπτέμβριο.

Pontian%20Genocide

Κι ακόμα, υπάρχουν Έλληνες ιστορικοί της νεοταξικής ιστοριογραφίας, που αρνούνται ότι έγινε γενοκτονία στην καθ΄ ημάς Ανατολή, σε πλήρη σύμπνοια με την επίσημη τούρκικη εκδοχή.
Όμως, η γενοκτονία των Χριστιανικών λαών της Μικράς Ασίας, αποφασίστηκε ήδη από το 1911, στο συνέδριο των Νεότουρκων στη Θεσσαλονίκη. Αποτελεί δηλαδή επίσημη πολιτική τους, κι όχι απλά τυφλή βία μεμονωμένων ομάδων στα πλαίσια συγκρούσεων ή πολέμου. Κι εδώ αντιδιαστέλλεται από την –προσφιλή στους νεοταξικούς ιστορικούς- καραμέλα περί συμψηφισμού βιαιοτήτων, ότι ο Ελληνικός στρατός έκαμε τα ίδια στη Μικρασία. Οι βιαιότητες κάποιων Ελλήνων στρατιωτών κατά άμαχου πληθυσμού μουσουλμανικού, καταδικαστέες βέβαια, ήταν λάθος ενέργειες της στιγμής κι όχι εφαρμογή προαποφασισμένου σχεδίου φυσικής εξόντωσης ολόκληρου λαού.

gse_multipart27468

Πλην όμως, τη Γενοκτονία επιβεβαιώνουν πια και οι ίδιοι οι Τούρκοι ιστορικοί. Όχι αυτοί που τελούν σε διατεταγμένη υπηρεσία, όπως κάποιοι άλλοι και στις δύο όχθες του Αιγαίου, αλλά αυτοί που έχουν το θάρρος της γνώμης τους και πίστη στην επιστημονική τους αποστολή.
Βέβαια οι διωγμοί του Πόντου άρχισαν πολύ νωρίτερα. Ήδη το 1897, σε αντίποινα για την τελευταία κρητική επανάσταση για την ένωση, θα ξεκινήσουν εκκαθαρίσεις στη Μαύρη Θάλασσα.
Ο Πόντος και η Κρήτη ξεχωρίζουν ανάμεσα στις ελληνικές περιοχές, για την εμμονή στην ιδιαίτερη ταυτότητα τους, αυτή που δημιουργεί και σήμερα ακόμα μουσική και χορό, αυτή που κρατά ψηλά τη σημαία των αξιών του λαού μας. Η ηθική κρίση που υπάρχει, και που γέννησε και τη οικονομική, δεν άφησε ανεπηρέαστους ούτε τους πληθυσμούς αυτούς. Αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα. Πάντως, οι παρακαταθήκες που η ιστορία τους έχει αφήσει, μπορούν πιθανόν να τους δώσουν και ισχυρές βάσεις να ανακάμψουν.
Τιμούμε τη μνήμη των θυμάτων της γενοκτονίας λοιπόν. Με στεφάνια κι εκδηλώσεις, με ομιλίες και ενός λεπτού σιγή. Αυτό δε φτάνει. Δεν τιμούμε τους νεκρούς μας όταν σκύβουμε και σήμερα το κεφάλι σ΄ αυτούς που τους εξόντωσαν. Τους ξεχνούμε όταν γινόμαστε «ρεαλιστές», όταν οι αξίες για τις οποίες αυτοί χάθηκαν σήμερα εγκαταλείπονται από μας.

36129267uo1

Εκείνοι μπορούσαν να αποφύγουν τη γενοκτονία μουτίζοντας. Μουτισμένος είναι κι ο προπάππος του Τούρκου Πρωθυπουργού. Όμως Εκείνοι χάθηκαν γιατί επέμειναν σε μιαν ταυτότητα που βάραινε γι΄ αυτούς περισσότερο από τη ζωή τους, τη στιγμή που εμείς για μια ζωή ταπεινωμένη έχουμε ήδη χάσει την αξιοπρέπεια και τις αξίες μας, τη μόνη ζωή δηλαδή που αξίζει να ζει κάποιος.

Μαΐου 15, 2013 Posted by | Uncategorized | , , , | Σχολιάστε

ΔΕ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΜΝΗΜΟΝΙΟ, ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΚΡΑΤΟΣ

Οι διαπραγματεύσεις με την Τρόϊκα συνεχώς μπλοκάρουν, οι απαιτήσεις για περικοπές στους μισθωτούς και τους συνταξιούχους αυξάνονται, σαν να μην έχουν φτάσει στο έσχατο όριο ένδειας τα νοικοκυριά. Πρόσθετοι φόροι στις επιχειρήσεις, στους ελεύθερους επαγγελματίες. Εισφορές, φόρος για το σπίτι που κατοικείς, φόρος για το αμάξι που δε χρησιμοποιείς επειδή δε μπορείς να πληρώνεις τέλη κυκλοφορίας.
Η κοινωνία αναστενάζει κάτω από τη μέγγενη των νέων μέτρων, των προηγούμενων, των επόμενων. Περιμένει να αποδώσουν τα μέτρα, να είναι κάθε φορά τα τελευταία, να αντιστραφεί η πορεία της οικονομίας. Όμως, γίνεται αυτό;
Πόσο τόπο έχουν πιάσει τα μέτρα για να γυρίσουμε ξανά σε παραγωγικό ρυθμό; Πόσο μειώθηκαν τα ελλείμματα από το στραγγαλισμό των μικρομεσαίων; Είναι αυτός ο δρόμος άραγε;
Την αλήθεια θα την πουν οι αριθμοί. Τα ποσά που χάνονται από την φοροδιαφυγή, τις μη καταβαλλόμενες εισφορές στα ταμεία, την ανυπαρξία ελεγκτικού και εισπρακτικού μηχανισμού, τη διαφθορά, είναι τεράστια.
Αντιστοιχούν στην επόμενη δόση που περιμένουμε (αλλά η Τρόϊκα δε θέλει) να πάρουμε, αντιστοιχούν στα ελλείμματα που υποτίθεται ότι ήταν αιτία να μας βάλει σ’ αυτή την περιπέτεια ο Γιωργάκης και τα κατεστημένα κόμματα.
Αν λοιπόν το κράτος είχε την αποτελεσματικότητα που πρέπει στον έλεγχο, δε θα μας έπαιρνε να φοροδιαφεύγουμε. Κι αυτό σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις θα δούλευαν σε ένα ασφαλές περιβάλλον ισονομίας, ότι το κράτος θα είχε έσοδα που θα του επέτρεπαν να κάμει το σχεδιασμό του, ότι τελικά θα είχε επαρκή έσοδα.

Ή μήπως όχι; Τα επαρκή έσοδα προϋποθέτουν λελογισμένα έξοδα.
Αν λοιπόν τα έσοδα μιας δίκαιης και αποτελεσματικής φορολογίας πήγαιναν σε έξοδα όχι πραγματικών κρατικών αναγκών, αλλά σε έξοδα κομματικών ρουσφετολογικών εξυπηρετήσεων, τότε πάλι θα δημιουργείτο χρέος. Υπάρχει λοιπόν και το άλλο σκέλος, αυτό της συνετής διαχείρισης του κρατικού μηχανισμού.
Αν είχε τηρηθεί αυτό, δε θα δημιουργούσαμε ένα χρέος τόσο μεγάλο ώστε να μη φτάνουν τα έσοδα, να δανειζόμαστε συνεχώς, να ανατροφοδοτείται έτσι η οφειλή και να διογκώνεται ώστε να μην είναι πια διαχειρίσιμη.
Δε χρειαζόμαστε λοιπόν μνημόνιο. Χρειαζόμαστε κράτος. Κράτος σοβαρό, αξιόπιστο, στελεχωμένο με ανθρώπους που έχουν συναίσθηση της αποστολής τους και την υπηρετούν. Γιατί το μικροπρόθεσμο συμφέρον του καθενός, κατάντησε να ίσταται ψηλότερα από το μεσοπρόθεσμο συμφέρον όλων.
Αυτό το νέο όραμα τη νέα προσπάθεια, πρέπει να την υλοποιήσουνε καινούργιες νοοτροπίες.
Η σήψη του πολιτικού κόσμου είναι τόσο μεγάλη που δε μπορεί να διορθωθεί.
Είναι χαρακτηριστικό το θέμα που προέκυψε στη Βουλή πρόσφατα, όπου απαγορεύεται το τσιγάρο, σε παρατήρηση ενός βουλευτή σε καπνίζουσα συνάδελφό του. Η αντίδραση της ήταν επιθετική και θρασεία, διεκδικώντας ΄΄να εφαρμόζει όποιο νόμο θέλει, όπως θέλει και όποτε γουστάρει΄΄. Δεν έχει σημασία το κόμμα στο όποιο ανήκουν οι βουλευτές που εμπλέκονται στο επεισόδιο, αφού τέτοιες συμπεριφορές συναντώνται σε όλο το πολιτικό φάσμα. Όμως είναι σαφές ότι πρέπει να ξεκινήσουμε από το μηδέν.
Από το να σεβόμαστε κάθε διάταξη που εμείς ψηφίζουμε (ή να την αλλάζουμε μέσα από τους θεσμούς αν μπορούμε). Και σ’ αυτή την προσπάθεια δε μπορεί να συμμετέχει ο παλιός κόσμος, δεν έχει το ήθος γι’ αυτό.

Νοέμβριος 9, 2012 Posted by | Uncategorized | , , , | Σχολιάστε

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΔΡΟΣΟΥΛΙΤΩΝ 14.12.2011 ΜΕ ΤΟ ΓΙΩΡΓΟ ΚΑΡΑΜΠΕΛΙΑ

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΗΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ «ΔΡΟΣΟΥΛΙΤΕΣ»

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου, στις 19:30

στο χώρο του Σωματείου μας (Εθν. Αντιστάσεως 26 – Πειραιάς, 3ος όροφος), ομιλία του εκδότη-συγγραφέα

Γιώργου Καραμπελιά,

με θέμα

«Η Κρήτη στην αντιστασιακή παράδοση του Ελληνισμού, από τους Ενετούς στο Ρήγα«.

Θα ακολουθήσει συζήτηση

Είσοδος ελεύθερη

 

Δεκέμβριος 6, 2011 Posted by | Uncategorized | , , , , , | Σχολιάστε

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΑΓΝΟΟΥΝ ΤΗ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ (ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ)

Από τα νέα (http://www.skai.gr/news/technology/article/151015/oi-ellines-mathites-agnooyn-ti-mesogeiaki-diatrofi) διαβάζουμε ότι οι μαθητές μας δεν ξέρουν να τρώνε ελληνικά, και βεβαίως καταναλώνουν σκουπίδια. Με την ανοχή, ενθάρρυνση και βόλεμα προφανώς των γονιών τους. Οι μαθητές μας λοιπόν, καταναλώνουν και φυσικά και πνευματικά βλαβερές ουσίες, χάνουν την ελληνικότητα στη διατροφή και στην εκπαίδευση προς όφελος μιας ομοιόμορφης παγκόσμιας τροφής κι εκπαίδευσης. Δεν έχουν πια την ταυτότητά τους, κι αν τώρα εμείς κάτι θυμόμαστε από αυτήν, η επόμενη γενιά δε θα θυμάται, δε θα ξέρει, δε θα μπορεί να αντιδράσει, δε θα θέλει να αντιδράσει. Τώρα αντίσταση, αύριο δεν υπάρχει!

Σεπτεμβρίου 1, 2010 Posted by | Γενικά, Πολιτική και πολιτισμός, Uncategorized | , , | Σχολιάστε

ΟΥΡΑΝΙΑ

Εδώ και μέρες ένοιωθε μια βαριά σκιά να’ρχεται στον ύπνο του. Σαν ένα πρόσωπο, μια οπτασία που ήξερε τ’ όνομα του και τον καλούσε με αγάπη κάθε φορά που αποκοιμιόταν. Στην αρχή δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τη μορφή που τον επισκεπτόταν. Στα λόγια πάλι, μόνο τ’ όνομα του σαν κάπως να’πιανε και μετα κάτι ακαθόριστο, πότε πότε του φαινότανε πως αναγνώριζε σκόρπιες λέξεις: «πίσω», «Πατρίδα», «αμπλά»…… μα παλι δεν ήταν ποτε σίγουρος. Και μιαν απέραντη τρυφερότητα ένοιωθε σ’αυτά τα λόγια. Αναλογιζότανε τ’ όνειρο σαν ξυπνούσε, μα ύστερα τον ρουφούσε η δίνη της ημέρας και το ξέχναγε.

 Είχε βαρύνει η μέρα του τελευταία. Μετα τη δουλειά, έφευγε στο νοσοκομείο να δει τη γιαγιά του. «Τόσα χρόνια οι έγνοιες και οι αποστάσεις δε μ’άφηναν να τη δώ, και τη βλέπω τώρα να ετοιμάζεται «σκέφτονταν και ύστερα πάλι ένοιωθε τύψεις, γιατι ήξερε πως δεν ήταν μόνο αυτό: Πάνω απ’όλα η αμέλεια του ήταν, ο εφησυχασμός, «δεν έχω δικαιολογία» σκεφτόταν και παρα λίγο βούρκωνε, καθως η μηχανή του κατάπινε τα χιλιόμετρα από τον Πειραιά στο Νοσοκομείο. Πειραιάς-νοσοκομείο, μια διαδρομή που έκαμε και η γιαγιά του. Ένα κομμάτι της Οδύσσειας της, το πιο εύκολο μέχρι τώρα, το κομμάτι το προτελευταίο. Τι ήταν γι’αυτή τη θυμόσοφη Καραμαλού αυτή η στάση; Πόσες διαδρομές είχε κάμει στη ζωή της, πόσους κόσμους γύρισε όχι για αναψυχή, όπως αυτός, αλλά από ανάγκη; Ήξερε λίγο, είχε ακούσει κάτι ιστορίες, κι απ’αυτήν κι από τ’ αδέλφια  της όταν, παιδί ακόμα ατίθασο και ανήσυχο, κρυφάκουγε τις συζητήσεις των μεγάλων. Όταν ο πατέρας του, αντί να τον κοιμίσει, αποκοιμιόταν αυτός κάτω από το βάρος μιας γεμάτης μόχθο μέρας, κι αυτός δραπετευε από το κρεββατάκι του και χωνότανε μέσα στα πόδια συγγενών και φίλων. Κι άλλες ιστορίες έχει καταγράψει, πιο μεγάλος, όταν άρχισε ν’ αναρωτιέται ποιος είναι. Κάτι ήξερε, κάτι είχε ακούσει. Μέρη που ποτέ δε γνώρισε, ονόματα παράξενα, και πορείες πάνω κάτω στο χώρο και στο χρόνο. Κάποιες απορίες τις έλυνε σιγά σιγά, άλλες τον απασχολούσαν ακόμα.

 «Η προγιαγιά σου, τα ελληνικά τα’ μαθε στη Δραπετσώνα» του έλεγαν οι μεγάλοι. Τη θυμόταν καλά. Με τη βαριά προφορά της, μέσα σε μια καμαρα στην Υπαπαντή φορτωμένη χαλιά, κασέλες και ένα γραμμόφωνο 78 στροφών. Και τα παιδιά της να της μιλούν Τούρκικα. Όλα. Ακόμα και ο πιο μικρός αδελφός της γιαγιάς του, που δεν γεννήθηκε στην Πατρίδα όπως οι άλλοι, αλλά μέσα σε μια σκηνή στα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς. Στην αρχή αυτά του φαινότανε παράξενα. Πως, Έλληνες αυτοί, μιλούσανε πρώτα τα Τουρκικά; Και πως, ενώ ήταν Πειραιώτες, ήταν ΑΕΚτζηδες; Χαμογελούσανε στις ερωτήσεις του αλλά είχε μια πίκρα αυτό το χαμόγελο. «Αυτά μιλούσαμε στην Πατρίδα…»Δεν είμαστε μόνο Πειραιώτες…» Κουβέντες μετρημένες και κοφτές, και επιστροφή στο μεροκάματο, δε σταματά ποτέ αυτό το πήγαιν’ έλα.

 

Στο διάδρομο του νοσοκομείου οι συνήθεις επισκέπτες. Ξαδέρφια και συγγενείς, πρόσωπα που μαζεύονταν πια σχεδόν μόνο σε τέτοιες καταστάσεις. Γύρισε σπίτι του αργά, η κατάσταση σταθερά άσχημη.

 Η οπτασία ξαναήρθε. Αυτή η φωνή ήταν γνωστή, τη χροιά της την είχε ξανακούσει. Πότε; Φαινότανε να χάνεται κάμποσα χρόνια πίσω, αλλά και πιο κοντά, κάποιες μέρες πίσω, κάποιες ώρες πίσω. «Πίσω», μετα «Πατρίδα», μετα «αμπλα», μετα κι άλλα που δεν τα’ νοιωθε. Ξύπνησε απορημένος. Μέχρι το πρωί η οπτασία δεν ξαναήρθε.

 Την είχε συνηθίσει πια. Παρ’ όλο που δεν καταλάβαινε τι συμβαίνει, ο ύπνος του είχε γίνει πιο γλυκός. Ένοιωθε μια ζεστασιά να τον αγκαλιάζει και τον προστατεύει, κάποιον να το νοιάζεται. Η απορία του μεγάλωνε.

 Είχε καιρό να παει στον Αγιο Σάββα. Τον είχαν χτίσει οι πρώτοι πρόσφυγες όταν έφτασαν στην Παλιά Ελλάδα, και μια εικόνα που ιστορούσε το συντοπίτη τους Άγιο και που είχαν φέρει από την Πατρίδα ήταν πάντα πνιγμένη στα τάματα και στις ευχαριστίες. Μπήκε αθόρυβα, ο νεωκόρος ούτε καν τον πρόσεξε. Άναψε ένα κερι, έκατσε λίγο σκεφτικός μπροστά στην εικόνα. Διέκρινε τη σιλουέτα ενός ιερέα και τον πλησίασε. Γιος του ιερέα του χωριού στην Καππαδοκία, μεγάλος πια κι αυτός συνέχιζε να διακονεί ένα ποιμνιο που έπρεπε, τρεις γενιές τώρα, να αλλάξει για ν’αντιμετωπίσει καινούργιες καταστάσεις παραμένοντας το ίδιο. Τον θυμόταν άραγε, παπαδάκι κάθε Μεγάλη Εβδομάδα να συνορίζεται με τ’ άλλα παιδιά το Ευαγγέλιο στην περιφορά του Επιταφίου; Ένα Ευαγγέλιο που έμοιαζε με όλα τα άλλα  Ευαγγέλια, με το χρυσό του δέσιμο και τις σελίδες τις κιτρινισμένες κι εκείνα τα γράμματα τα Ελληνικά που όμως δε σχηματίζανε Ελληνικές λέξεις. Που μαζί με την εικόνα, ήρθε από απέναντι πριν χρόνια, συμπυκνώνοντας τον ιδρώτα και τον κόπο μιας γης που αυτός ποτε δεν πάτησε, μια πορεία αιώνων που κόπηκε ξαφνικά το ’24. «Δείξε μου πάλι το Ευαγγέλιο παπα-Πρόδρομε» τον παρακάλεσε. Ο γέροντας του ‘δειξε μια προθήκη, πίσω από το τζάμι το Ευαγγέλιο ήταν ανοιγμένο σε μια σελιδα, έτσι τυχαία άραγε; «Είναι η ευχή για τους νεκρούς», του είπε ο παππάς.

 «Ένας ένας και φεύγουν, αυτοί που γεννήθηκαν εκεί. Πρέπει λοιπόν να μπορούν οι ψυχές ν’ ακούσουν το κατευόδιο στη γλώσσα που πρωτόμαθαν. Και που δεν ξέχασαν όσο βρίσκονταν εδώ. Τη γλώσσα που αναγκάστηκαν να μιλούν αφήνοντας τη δική τους πολλές γενιές πίσω, ζώντας ανάμεσα σε ξένους για οκτώ αιώνες. Όμως ποτε δεν έχασαν την ταυτότητά τους. Έμειναν Ρωμιοί, αντιστεκόμενοι για οκτώ αιώνες, κι είχαν σα σημείο αναφοράς πάντα τα όποια κράτη του Ελληνισμού. Είχαμε πια χαθεί για το Βυζάντιο, κι όμως οι εκκλησίες που χτίζαμε στα 1216/17, έγραφαν «επι βασελεως Θεοδορου Λασκαρι», αφού τότε η Αυτοκρατορία της Νίκαιας ήταν η πιο κοντινή σε μας κι η Πόλη φραγκεμένη. Κι όταν χάσαμε τη γλώσσα μας, με Ελληνικούς χαρακτήρες γράφαμε τα τουρκικα. Είμασταν ήδη σκλάβοι όταν έπεσε η Πολη, και μείναμε σκλάβοι όταν άρχισε να ελευθερώνεται σιγα σιγα η Ελλάδα. Και όταν οι χωριανοί μας, μετανάστες στην Πολη άρχισαν να προκόβουν και να στέλνουν χρήματα για το σχολείο, σιγα σιγα αρχίσαμε να ξαναμαθαίνουμε τα Ελληνικά. Μα Ρωμιοί είμαστε πάντα, γιατι είμαστε Χριστιανοί. Άλλο το γενος το δικό μας. Και τα Ευαγγέλια μας στα Τούρκικα γραμμένα, με τα Ελληνικά τα γράμματα, την καραμανλιδικη γραφή…».

 Διάβασε τη σελιδα στην οποια ήταν ανοιγμένο το Ευαγγέλιο από μεσα του. Μα η φωνή που τα διάβαζε δεν ήταν η δική του. Ερχότανε ξανα από το όνειρο, και όχι μόνο….. Από που αλλού; Πότε θα ξεκαθάριζε αυτός ο ήχος;

 Αναλογίστηκε τα καραβάνια των προσφύγων. Τις ετοιμασίες. Τον αποχωρισμό από την Καππαδοκική γη. Και μετα, το καράβι από τη Σελεύκεια στην Κύπρο. Το ταξίδι μέχρι τον Αη Γιώργη, στο Κερατσίνι. Την καραντίνα, που βάστηξε πολύ πανω από σαράντα μέρες. Και τις παράγκες της Δραπετσώνας. Δουλειά ό,τι να’ναι και την πρόποση «του χρόνου στα σπίτια μας»… Τι σημαίνει γι’αυτόν  η Καππαδοκία; Η Πατρίδα της γιαγιάς του, της προγιαγιάς του, του πατέρα του που γεννήθηκε στον Πειραιά, η δική του Πατρίδα;

 «Χαιρετισμούς απ τον Παπα-Πρόδρομο γιαγιά» της ψιθύρισε το βράδι καθώς τη φιλούσε στο μάγουλο. Η κατάσταση παρέμενε σταθερή, του είπε ο γιατρός, κι ήξεραν ότι στη θεση της λέξης «κατάσταση» έπρεπε να βάλουν «πορεία». Το ταξίδι είχε αρχίσει «Θέλει να’ ρθει να σε δει. Μπορεί αύριο κιόλας. Ίσως σου φέρει να μεταλαβεις, αφού έχεις καιρό να πας».

 Η φωνή της βάραινε, ήταν όμως ακόμα καθαρή. Είχε ξαναγίνει παιδί στην αγκαλιά της, τότε που αντι για παραμύθια του’λεγε ιστορίες από την Πατρίδα. Για παράξενους τόπους, για ανθρώπους αλλόκοτους, για τους Τούρκους, τους Ρωμιούς, τον Αη Γιώργη και τον Άγιο Μαμα που τους λατρεύανε και οι Τούρκοι… Στο δωμάτιο του νοσοκομείου ήτανε βράδυ, κι η γιαγιά τράβηξε τον εγγονό της κοντύτερα. «Πάλι ιστορίες θα μου πεις γιαγιά;» Του έγνεψε ναι, αλλά δε χαμογελούσε. «Δεν πρόλαβα να την πω στον πατέρα σου, κι έτσι πρέπει να την ακούσεις εσύ». Η φωνή βάρυνε κι άλλο, λίγο λίγο θόλωνε αλλά αυτός δεν έχανε ούτε λέξη. Η καρδιά του άρχισε να χτυπά γρήγορα, ο ιδρώτας κυλούσε στο πρόσωπό του και μούσκευε τα ρούχα του. «Πίσω στην Πατρίδα, πανε πολλά χρόνια άφησα την αμπλά μου. Στην ενδοχώρα τον πόλεμο δεν τον καταλάβαμε. Ούτε έφτασε σε μας ο ελληνικός στρατός. Όμως κάποιοι τσέτες πέρασαν από μας στο δρόμο για τη Σμύρνη. Παίζαμε στο χώμα το βρεγμενο της καταιγίδας όταν τους είδαμε. Η Αθηνά, η Χαρίκλεια, η Ουρανία κι εγώ. Τ’ άλλα αδέλφια μας ήτανε στο σχολείο, κι ο Ιορδάνης, ο μεγαλύτερος στα χωράφια. Τρέξαμε να κρυφτούμε στριγκλίζοντας. Κι όταν ξαναμετρηθήκαμε η Ουρανία έλειπε. Ήταν η πιο μεγάλη μας και η πιο όμορφη». Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει, όμως η γιαγιά δεν είχε ακόμα τελειώσει.  «Δεν την ξαναείδαμε από τότε. Η προγιαγιά σου δεν περιμενε την καταστροφή για να αρχίσει να θρηνεί χαμένα της παιδιά. Κι αυτό το έκλαψε πιο πολύ απ’ όλα. Όταν έφυγε ο Γρηγόρης να παρουσιαστεί εθελοντής στη Σμύρνη, το’ξερε πως δε θα γύριζε. Στην καταστροφή τον ποδοπάτησε ο όχλος, φορώντας αυτός τη στολή του Ελληνικού Στρατού. Μας το’πε χρόνια μετα ένας φίλος του που γλίτωσε, στη Νεα Καρβαλη πια. Ο Γιαννακός χάθηκε στην κατοχή, καθώς έσκαζε λάστιχα σε Γερμανικά αυτοκίνητα. Μα η κόρη της ήταν πάντα μια πληγή ανοιχτή. Στην αρχή την περίμενε πίσω. Κάπου θα την παρατούσανε αφού τελειώνανε τα κέφια τους. Όμως αυτή δεν ξαναγύρισε. Στον Πειραιά ποτε δεν είπε τ’ όνομά της, ούτε μας άφησε να θαρρούμε πως τη σκέφτεται. Όμως κάποτε μετα τον πόλεμο, ήρθε στο σπίτι μας μια επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού. Στην προγιαγιά σου μόνο μιλήσανε, είχε χηρέψει πια. Ποτε δε μάθαμε. Λίγο πριν πεθάνει, φώναξε στην κλίνη της τον Ιορδανη και το Βασίλη. Και μόνο αφού μας άφησε μάθαμε. Για την αμπλα μας. Πως οι τσέτες την πουλήσανε σ’ένα Τούρκο έμπορο. Πως την έβαλε να τουρκέψει, πως έκαμε μαζί της τέσσερα παιδιά. Πως αυτή έμεινε στα κρυφά Χριστιανή, πως όσο μπορούσε μιλούσε στα παιδιά της γι’αυτή την πίστη, για τη Ρωμιοσύνη της. Έμαθε για την ανταλλαγή.  Στο χωριό μας ήρθανε Τούρκοι και όταν ο άντρας της χρειάστηκε να’ρθει στη Νίγδη για τις δουλειές του, του ζήτησε ν’ αγοράσει το σπίτι μας να μείνουν. Και ζει εκεί, κι είναι σα να μη φύγαμε ούτε μεις. Τα ειπε σ’έναν Έλληνα στρατιώτη στον πόλεμο του ’40, όταν ένα σώμα του στρατού μας διέφυγε στην Αίγυπτο μέσω Μικράς Ασίας. Ήταν η πρώτη φορά μετα από αιώνες που Έλληνες στρατιώτες πατουσαν το πόδι τους στην Καππαδοκία. Μα όχι όπως θα θέλαμε. Δίχως οπλισμό. Κάποιοι απ’αυτούς μάλιστα δεν το αντέξανε. Μίλησε σε έναν απ’αυτους με χίλιες προφυλάξεις. Τού’δωσε ένα γράμμα για τη μάνα της. Κι αυτός το παρέδωσε στον Ερυθρο Σταυρό στο ΚαÀρο. Τα μετα στα είπα.

 Κι έλεγε να πάμε να τη βρούμε. Αυτή δεν μπορούσε να φύγει. Αλλά και να μπορούσε, σάμπως ήξερε τι γίναμε; Και τώρα που εμείς ξέρουμε γιαυτήν, αυτή δεν ξέρει. Ζει όμως. Το νοιώθω. Πρέπει λοιπόν εσύ να πας. Τώρα τη λένε Σαμπιγιέ». Έκλεισε τα μάτια του, κούρνιασε στην αγκαλιά της κι άρχισε να κλαίει με σφιγμένες τις γροθιές απο το πείσμα. Τόσες ζωές χαμένες, τόσο αίμα δικό μας πίσω, βουβό, εκτεθειμένο, ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟ. Ήταν ξανα μικρό αγόρι που έχανε και πείσμωνε, κι η παρηγοριά του ξανάγινε το κρύψιμο ανάμεσα στα χέρια της γιαγιάς του.

 Το βράδυ, δεν γύρισε απευθείας στον Πειραιά. Η μηχανή τον πήγε στη Νέα Χαλκηδόνα, μετα Νέα Φιλαδέλφεια, Καισαριανή, Νέα Σμύρνη, Νίκαια, Κερατσίνι, Δραπετσώνα. Σπίτια μικρά, χαμηλά, δίχως αυλή, παλάτια σε σύγκριση με τις σκηνές και τις παράγκες, εστίες πόνου και νοσταλγίας, καντήλια με φωτίτσες, μια για καθέναν που έμεινε για πάντα πίσω. «Θάνατος δεν είναι και η προσφυγιά;» αναρωτιόταν και δεν τον ένοιαζε που στα φανάρια τον έβλεπαν κλαμμένο. Όταν ξάπλωσε, δεν ήρθε η γιαγιά του πάλι. Του τα’χε επί λίγο νωρίτερα, έτσι κι αλλιώς. Μέσα στο σκοταδι όμως, ήρθε μια άλλη μορφή. Στο σουλούπι της γιαγιάς και των θείων του, με μάτια βαθιά, μ’ένα μαντήλι στο κεφάλι και πρόσωπο σκαμμένο από τον καιρό και τους καημούς. «Γκελ … Γκελ …» του ψιθύριζε κι άπλωνε τα χέρια της στο μέρος του. «Προλαβαίνω να λείψω λιγες μέρες γιατρέ;» Τον ρώτησε. «Με ευθύνη σας και δίχως να το συνιστώ». «Γιαγιά θα παω, να με περιμένεις να σου φέρω νέα»

 Άλλαξε πτήση στην Κωνσταντινούπολη για Άγκυρα. Και μετα λεωφορείο. Δεν ήθελε να παει στην Πατρίδα σαν τουρίστας. Αλλιώς ήθελε να επιστρέψει, τρεις γενιές μετα. Όμως η καρδιά του χτυπουσε καθώς περνούσε από πόλεις και χωριά που τόσο καλά ήξερε και ας μην τα’χε ξαναδεί. Καισάρεια, Ιντζεσού, Προκοπι, Νεβσεχιρ, Ανακου, Μαλακοπη, Αραβανι, Νιγδη. Είχε κάτι στοιχεία, ένα επίθετο, μια οδό, πληροφορίες πενήντα πέντε χρόνων. Ήτανε τρέλλα αυτό που έκαμε σκέφτηκε μια στιγμή, μόνος του, στην άλλη άκρη του κόσμου… Μα δεν ήτανε μόνος του. Γύρω του οι μορφές των γειτόνων στον Πειραιά, τοποθετημένες πια στο φυσικό τους χώρο, σα να μην είχανε ποτε φύγει από κει. Και ποια άκρη του κόσμου; Εδώ είναι η Πατρίδα, να οι παπαρούνες που κοκκινίζουνε τον τόπο την άνοιξη, η πλατεία, να το σχολείο των Ρωμιών, με Ελληνικά μονογράμματα στην πύλη. Τα ποδια του είχανε φτερά, ήξερε κάθε σοκακι και κάθε λακκούβα στο δρόμο, τι είναι άραγε εβδομήντα πέντε χρόνια απουσίας μπροστά σε μια παρουσία χιλιετιών, μια στιγμή δεν αρκεί για να ξεχάσεις, εχτός κι αν θες. Δε θέλησε να παει κατευθείαν στη θεία την Ουρανία. Τελείωσε τη βόλτα του στα μερη που έπαιζε παιδι η γιαγιά του, βρήκε τα παράθυρα απ’ όπου κοίταζε έξω, στον όγκο του Αντιταυρου, έφτασε στο σημείο της αρπαγής της Ουρανίας, της θείας της Ουρανίας, είδε τη σκηνή, τις στριγκλιές των κοριτσιών, τα ματωμένα γόνατα της γιαγιάς του. Και πήρε το δρόμο για το σπίτι τους. Βιαζόταν κι έκοψε δρόμο από τις ίδιες αυλές που έκοβε κι αυτή. Δεν είχανε μαζέψει τη μπουγάδα, και μυρωδιές από μπαχαρικά έβγαιναν από τα σπίτια. Έφτασε μπροστά στην πόρτα της θείας της Ουρανίας, του σπιτιού τους. Κοντοστάθηκε. Ανοιχτά. «Θεία», φώναξε, «Θεία Ουρανία» και μετα  «Σαμπιγιε χανουμ, Σαμπιγιε χανουμ». Μια γειτόνισσα βρήκε και του μίλησε. «Μόλις την προλαβαίνεις γιε μου. Θα’χουνε φτάσει στο κοιμητήριο». Από την ταραχή του δεν κατάλαβε ότι αυτά τα λόγια ήτανε στα Τούρκικα. Ούτε για πότε έφτασε στο μνήμα της. Η κηδεία είχε σκορπίσει, το χώμα φρέσκο ακόμα και μια πλάκα μνημόνευε το όνομα της νεκρής. Γονάτισε σα χαμένος, τα δάχτυλα του χώνονταν στο νωπό χώμα, ο λαιμός του είχε φράξει. Κάθησε ώρα πολλή στο μεσημεριάτικο ήλιο της Καππαδοκίας. Χορτάρια υψώνονταν σ’όλο το νεκροταφείο εκτος από το φρεσκοσκαμμένο μνήμα της θείας της Ουρανίας. Κουλουριασμένος πάνω στο αγαπημένο γλυκό χώμα, έψαξε να βρει δύο ξυλαράκια. Με λίγο σπάγγο τα έδεσε μεταξύ τους και κάρφωσε το σταυρό στο προσκέφαλό της θείας του. Μ’ένα σουγιά, χάραξε σε μια γωνία της πλάκας το αληθινό της όνομα. «Συγγνώμη γιαγιά δεν πρόλαβα», σκέφτηκε. Σουρούπωνε όταν έφυγε. Το λεωφορείο ταξίδευε όλη τη νύχτα για την Καισάρεια και μετα την Άγκυρα. Ξάγρυπνος και σε υπερδιέγερση μπήκε στο αεροπλάνο, άλλαξε στην Πόλη, και από το Ελληνικό έτρεξε  κατευθείαν στο νοσοκομείο. Δεν είχε σκεφτεί ακόμα τι θα της έλεγε. Το μόνο που έκανε ήταν να χώνει βαθιά τις χούφτες του στα σακκουλάκια με το χώμα. Στο προαύλιο δεν ήταν γνωστοί ή συγγενείς. Κοίταξε στο μπαλκόνι του δωματίου, «γιατι είναι ανοιχτή η πόρτα; θα κρυώσει» σκέφτηκε. Διέκρινε δύο νοσοκόμους να τακτοποιούν. Ανέβηκε τα σκαλιά δύο δύο. «Δεν την πρόλαβες γιε μου», του’πε μια φωνή που ούτε καταλάβαινε από που ερχόταν. Χτες το μεσημέρι έγινε η κηδεία. «Σας είχα προειδοποιήσει», του είπε ο γιατρός αυστηρά.

 Σκόρπισε πανω στον τάφο το χώμα που’φερε από την Πατρίδα. «Είναι της αμπλάς σου γιαγιά», προσπάθησε να πει μέσα στ’ αναφιλητά του.

 Το βράδυ ο ύπνος τον βρήκε αποκαμωμένο και τον πήρε εύκολα. Μόνο που τώρα ήρθαν δύο μορφές, στην αρχή θολές, μετα καθαρότερες, πλημμυρισμένες από ένα φως χαρούμενο, κι όλο τις ξεχώριζε καλύτερα. Αγκαλιασμένες και μ’ένα γέλιο, η θεία η Ουρανία και η γιαγιά η Αλεξάνδρα του γνέφανε από ψηλά. «Μη στενοχωριέσαι για μας … Μαζί φύγαμε …  Εμείς πια σμίξαμε και τίποτα δε θα μας ξαναχωρίσει». 

 Η ανοιξιάτικη βροχή μούσκεψε τα φρέσκα ακόμα στεφάνια στο μνήμα στην Ανάσταση. Στο σκαμμένο χώμα του κοιμητηρίου της Νίγδης έβγαιναν κιόλας τα πρώτα χορταράκια.

Σημ. του Φουρόκατου: Το παραπάνω κείμενο έχει ήδη δημοσιευθεί στο ιστολόγιο αλλά για κάποιο λόγο που οι λειψές μου γνώσεις στη διαχείριση του ιστολογίου δεν μπορούν να ξεδιαλύνουν έχει «εξαφανιστεί» από τις αναζητήσεις, ευρέσεις και μετρήσεις. Έτσι, το ξαναδημοσιεύω ώστε να το ξανανιώσω κομμάτι του ιστολογίου, σάρκα εκ της σαρκός του, κι αυτό και κάποια άλλα που θα ακολουθήσουν.

Αύγουστος 23, 2010 Posted by | Κείμενα για την Μικρασία, ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ, Uncategorized | , , , , , , , , | 2 Σχόλια

ΔΗΛΑΔΗ ΠΡΙΝ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΑΜΕ;

Με τίτλο «Η γέννηση ενός έθνους», προαναγγέλει το ΣΚΑΙ μια νέα σειρά που αναφέρεται στην επανάσταση του 21. Επειδή οι καιροί είναι πονηροί κι επειδή υπάρχει μια γενικότερη φιλολογία από πλευράς των αποδομητών ιστορικών που προσπαθούν να μας πείσουν ότι την περίοδο της επανάστασης του 21 δημιουργήθηκε το ελληνικό έθνος, ο τίτλος της σειράς μας κάνει ιδιαίτερα επιφυλακτικούς. Τη συνέχεια της ύπαρξής μας σα λαός από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα έχουν τεκμηριώσει οι ιστορικοί και επιβεβαιώσει η έρευνα. Θα είναι κρίμα αν η σειρά του ΣΚΑΙ αποδειχτεί μια ακόμα προσπάθεια των ΜΜΕ να χειραγωγήσουν τη σκέψη και το φρόνημα του λαού μας σύμφωνα με τις επιταγές της Νέας Τάξης. Θα περιμένουμε να δούμε και θα επανέλθουμε.

Αύγουστος 19, 2010 Posted by | Uncategorized | , , , | 8 Σχόλια

ΕΦΥΓΕ Ο ΠΑΡΗΣ ΚΕΛΑΙΔΗΣ

Ακούστε ήντα μηνύσανε του Νάδη οι γιαντρειωμένοι
Να τωνε πάσιν άρματα μολύβια και μπαρούθια
Και πόλεμο θα κάμουνε του Χάρο δίχως άλλο
Για δεν τονε βαστούνε μπλιο να ξεδιαλέει τσ άντρες
Να παίρνει τσ άντρες τσι καλούς τσι καστροπολεμάρχους
Απού τα κάστρη πολεμούν

Σήμερο αποχαιρετούμε ένα τέτοιον άντρα. Τα κάστρη που πολέμησε δεν ήταν με άρματα, ευτυχώς ή δυστυχώς αυτή την εποχή την είχαν ολοκληρώσει οι προηγούμενοί τους, άντρες σαν το πατέρα του το Σταύρο κι άλλους πολλούς. Η εποχή του ήταν εποχή άλλου πολέμου. Αυτού της διατήρησης της ταυτότητας εκείνων που η φτώχια κι ένα συγκεντρωτικό κράτος ξενίτευαν στην Αθήνα και στο εξωτερικό. Κι αργότερα, της μεταλαμπάδευσης των αξιών της σφακιανής επαρχίας στα παιδιά εκείνα που γεννήθηκαν στην ξενητιά, αλλά και σ’ αυτά που αναλίκωσαν στην επαρχία ακούγοντας τις αφηγήσεις των παλιών.

Ο Πάρης Κελαιδής έταξε εαυτόν στο μόχθο της διατήρησης της ιστορικής μνήμης. Αποθησαύρισε ιστορίες, μελέτησε χειρόγραφα και παλιές εκδόσεις και μας παρέδωσε σε 42 βιβλία τα Σφακιά σε όλες τους τις εκφάνσεις: ιστορικές, λαογραφικές, πολιτιστικές. Δραστήριος όχι μόνο ως συγγραφέας, υπήρξε ενεργό μέλος της σφακιανής παροικίας της Αττικής. Την Ένωση των Απανταχού Σφακιανών, την υπηρέτησε από όλα τα αξιώματα, για να λάβει και τον τίτλο του επίτιμου προέδρου όταν παρέδωσε τη σκυτάλη σε νεώτερους. Ήταν δίπλα σ’ όλα τα σωματεία που τον χρειάζονταν, κι σημερινή παρουσία των ντυμένων Κουρητών εδώ μας δείχνει πόσο τον υπολόγιζας και τον μπεγέντιζαν όλοι. Εκδότης της σφακιανής εφημερίδας στο μεγαλύτερο διάστημα της ζωής της και πολύτιμος σύμβουλος σε όσους τον διαδεχτήκαμε σ’ αυτήν, δάσκαλος πραγματικός που δίδασκε σεμνότητα και ουσία. Το «εγώ» δεν το άκουγες από τα χείλη του, πάντα μειλίχιος και συγκαταβατικός, κατάφερνε να συνθέτει τους εγωισμούς αποφεύγοντας τις συγκρούσεις.

Παιδάκι ακόμα, τον γνώρισα μέσα από ένα βιβλίο του για τα Ριζίτικα. Δεν ήταν μόνο συλλογή τραγουδιών, αλλά ευχάριστο μάθημα ιστορίας, καθώς ανέλυε τα ιστορικά γεγονότα που γέννησαν το κάθε τραγούδι. Ακολούθησαν κι άλλα, κι άλλα βιβλία, που τώρα τα διαβάζω ακόμα, αλλά τα διαβάζουνε πια και τα δικά μου τα παιδιά, ψάχνοντας κι αυτά τις ρίζες τους και την καταγωγή τους.

Τον τελευταίο καιρό, που η ταυτότητά μας βάλλεται από παντού, τα βιβλία του Πάρη απέκτησαν κι άλλου τύπου επικαιρότητα: Γραμμένα σε ανύποπτο χρόνο, έδιναν αβίαστα απαντήσεις σε αμφισβητήσεις της ταυτότητάς μας, της ιστορίας μας, της παράδοσής μας.

Το Νοέμβριο που μας πέρασε παρουσίασε το τελευταίο του έργο η Ένωση των Απανταχού Σφακιανών, το σωματείο του. Ήταν η δίτομη Ιστορία των Σφακίων. Ο ίδιος θεωρούσε ότι ήταν το τελευταίο του. Δε νομίζω να το έλεγε συναισθανόμενος το τέλος. Πρέπει απλά να θεωρούσε ότι με αυτό, ολοκλήρωνε ένα κύκλο προσπάθειας δεκαετιών, ότι η κορύφωση του έργου του είχε πια φτάσει.

Κι όχι μόνο του έργου του. Στην προσωπική του ζωή ευτύχησε να δημιουργήσει μια ζηλευτή οικογένεια, να καμαρώσει ένα γιο λαμπρό επιστήμονα και δυό χαριτωμένα εγγόνια, και να χει στο πλευρό του μια σύζυγο που του διδε δύναμη στις προσπάθειές του.

Μια ζωή γεμάτη, μιαν εργογραφία πλήρη επιφύλαξε ο Θεός στον Πάρη. Και παρ’ όλο που λένε ότι αυτούς που αγαπά τους καλεί κοντά του σύντομα, για εκείνον έκαμε μιαν εξαίρεση. Ήξερε ότι εδώ τον είχαμε όλοι πιο πολλή ανάγκη.

Σήμερο δεν αποχαιρετούμε απλά έναν αγαπημένο μας νεκρό. Είμαστε εδώ να του ψιθυρίσομε «καλήν αντάμωση», και να του δώσομε τις παραγγελιές μας για αυτούς που πάει να συναντήσει, δικούς του και δικούς μας ανθρώπους. Κι αυτός χαμογελάει καθώς μας παρατηρεί, μας δίδει αυτός κουράγιο και μας λέει να μη φοβόμαστε το άγνωστο:

«Δε με φοβίζει ο θάνατος του κάτω κόσμου οι τόποι
γιατί με περιμένουνε πολλοί δικοί μου αθρώποι».

Καλό σου ταξίδι αγαπημένε μας δάσκαλε.

Επικήδειος στην εξόδιο ακολουθία του Πάρη Κελαιδή, Νέα Φιλαδέλφεια 10-8-2010

Αύγουστος 11, 2010 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη, ΣΦΑΚΙΑ, Uncategorized | , , | 3 Σχόλια