Με το τουφέκι και τη λύρα

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕ ΤΗ ΓΑΛΛΙΑ: ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΒΗΜΑ Σ’ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΔΡΟΜΟ

Στις διεθνείς σχέσεις, οι αρχές υποχωρούν μπροστά στο συμφέρον. Αυτό είναι γνωστό, στην περίπτωση της Ελλάδας όμως πρέπει κάποιο σαν δει και πώς εννοείται το «συμφέρον». Στην αυτονόητη απάντηση ότι πρόκειται για το συμφέρον της χώρας, στο Ελληνικό υπόδειγμα προσφέρεται μια άλλη προσέγγιση: Συμφέρον για τις ελίτ που κυβερνούν είναι το συμφέρον των «συμμάχων» μας, που το υπαγορεύουν σε κυβερνήσεις που υπακούν.

Το παράδειγμα του σήριαλ των γαλλικών φρεγατών είναι χαρακτηριστικό: Σε μια συγκυρία όπου η άμυνα είχε εγκαταλειφθεί επί 15ετία (και λόγω των γερμανικών μνημονιακών απαιτήσεων και λόγω του εθνομηδενιστικού χαρακτήρα των κυβερνώντων) τη στιγμή που η Τουρκία έκανε άλματα στους εξοπλισμούς, οι φρεγάτες Μπελαρά συγκέντρωναν την καθολική αποδοχή των ειδικών για την ποιότητά τους. Πέραν αυτού, η Γαλλία πρότεινε και μιαν ευρύτερη συμφωνία που θα αμυντικής συνεργασίας, που καθιστούσε την επιλογή ακόμα πιο ελκυστική.

Κι όμως, το θέμα των φρεγατών σερνόταν για δύο τουλάχιστο χρόνια, καθώς στη λήψη της τελικής απόφασης έπρεπε να ληφθεί υπ’ όψη η αντίθεση της Πρεσβείας (μία είναι η πρεσβεία!), η οποία προωθούσε τις αμερικανικές φρεγάτες. Κι αν αυτή καλά έκανε, εμείς δεν είχαμε το δικαίωμα ούτε να καθυστερούμε, γιατί απέναντί μας έχομε μια Τουρκία που διεξάγει ήδη υβριδικό πόλεμο εναντίον μας, ούτε να επιλέξομε τις κατώτερες ποιοτικά φρεγάτες των ΗΠΑ. Φαινόταν πως θα πηγαίναμε τελικά στη λάθος επιλογή, ακριβώς γιατί δεν είχαμε δυνατότητα επιλογής.

Και τελικά πήραμε τις γαλλικές φρεγάτες, συνοδευόμενες με μια συμφωνία αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής! Πριν συγχαρούμε όμως τις ελίτ που μας κυβερνούν, θα πρέπει να δούμε αν σε αυτές οφείλεται η επιτυχία τούτη. Η αλήθεια είναι ότι αυτό έγινε ως παράπλευρη συνέπεια της ευρύτερης συμφωνίας των Αγγλοσαξώνων (ΗΠΑ, Μ. Βρετανία, Αυστραλία) στον Ειρηνικό, που στοχεύει στην αντιμετώπιση της Κίνας και που προκάλεσε τη μήνι της Γαλλίας η οποία παρακάμφθηκε, υπέστη δε και απώλειες από ακύρωση παραγγελίας εξοπλισμών από την Αυστραλία. Η συμφωνία αυτή, που οδήγησε τη Γαλλία να ανακαλέσει και τους πρέσβεις της στις συμμάχους της αυτές, κατέληξε να δημιουργήσει μια καραμπόλα αλυσιδωτών συνεπειών, μια από τις οποίες είναι και η συμμαχία με τη Γαλλία, την οποία επέτρεψαν οι Αμερικάνοι προς κατευνασμό της.

Η συμμαχία αυτή ανταποκρίνεται στα αμοιβαία συμφέροντα των δύο χωρών στην παρούσα συγκυρία. Η Ελλάδα βρίσκεται σε διαρκή απειλή από την αναθεωρητική Τουρκία· η Γαλλία βλέπει την Τουρκία να εισβάλλει στο εσωτερικό της ως προβαλλόμενη ηγέτιδα δύναμη των Μουσουλμάνων που κατοικούν εκεί, να παρέχει κάλυψη στην ισλαμική τρομοκρατία εντός κι εκτός Γαλλίας, κι έχει τη βούληση να αναστρέψει την πορεία αυτή.

Και οι επιπτώσεις φτάνουν πολύ πιο μακριά: Διασπάται το ΝΑΤΟ, αφού η συμφωνία προβλέπει και συνδρομή σε πρόκληση από χώρα-μέλος του, δηλαδή την Τουρκία! Δημιουργεί μια δυναμική που εκτείνεται στην Ευρώπη, καθώς δημιουργεί έναν πόλο που μπορεί να αντιστρατευτεί την πολιτική της, ήδη δυσαρεστημένης, Γερμανίας, και μπορεί να προσελκύσει κι άλλες χώρες. Η δυναμική όμως εκτείνεται και πέραν της Ευρώπης, καθώς αφορά και την Ανατολική Μεσόγειο και επιρρωνύει την αντιτουρκική συσπείρωση χωρών της Μέσης Ανατολής και του Κόλπου, με προοπτική να εξαπλωθεί και στην ινδική υποήπειρο. Ο πρόσκαιρος προβληματισμός από την ενίσχυση της Τουρκίας μετά τη νίκη των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν αντικαταστάθηκε, χάρη στη συμφωνία, από την ενδυνάμωση των συνεννοήσεων με τις χώρες αυτές και την εμπέδωση μιας αποτρεπτικής στρατηγικής απέναντι στην Τουρκία στην Ανατολική Μεσόγειο.

Από σύμπτωση λοιπόν, η Ελλάδα βρέθηκε για πρώτη φορά μεταπολεμικά με χαλαρωμένο το σφιχτό εναγκαλισμό των ΗΠΑ (και δευτερευόντως της Γερμανίας). Στη συμμαχία με τη Γαλλία δεν έρχεται ως παρίας· είναι ο σύμμαχος που δίχως αυτόν δε μπορεί να αντιμετωπιστεί η Τουρκία, λόγω της γεωπολιτικής σημασίας της. Είναι, μαζί με την Κύπρο, στο κέντρο του αντιτουρκικού μετώπου, και αυτές που μπορούν, με την οριοθέτηση ΑΟΖ, να ακυρώσουν το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας.

Σε μια συγκυρία λοιπόν που η Ελλάδα χρειάζεται χρόνο, η συμφωνία την ισχυροποιεί και της παρέχει περιθώρια να κινηθεί. Εδώ ξαναμπαίνουν και οι ευθύνες μας: Θα εκμεταλλευτούμε αυτή την ευκαιρία; Η χώρα πρέπει να δείξει βούληση και αποφασιστικότητα. Και ναι μεν κέρδισε κάποιαν ελευθερία κινήσεων έστω και από σπόντα, αλλά αυτή θα πρέπει να την επεκτείνει, στοχεύοντας σε πλήρη επιλογή κινήσεων και ανεξάρτητη πορεία. Κι αυτό δε γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη, ούτε είναι εγγυημένο το αποτέλεσμα· το αντίθετο ισχύει, είναι πολύ εύκολο να ανατραπούν τα κέρδη αν δεν τα περιφρουρήσομε.

Η ισχυροποίηση της πατρίδας μας περνά όμως και από την παραγωγή και από τη δημογραφία. Οι φρεγάτες δε θα κατασκευαστούν στην Ελλάδα· αυτό δείχνει και πώς αντιλαμβάνονται οι ελίτ την οικονομία: με εισαγωγικό χαρακτήρα, δίχως τεχνογνωσία που θα μπορούσε να αποκτηθεί, δίχως αντισταθμιστικά οφέλη. Μια άλλη διαχείριση θα είχε φροντίσει για ρήτρες συμπαραγωγής. Θα είχε σχέδιο συνολικό για τη χώρα, που θα στόχευε στην αυτάρκεια σε όλους τους τομείς και τη στήριξη στις δικές μας δυνάμεις. Θα είχε λάβει μέτρα αντιστροφής της δημογραφικής κατάρρευσης. Αλλά οι ελίτ έχουν όρια που δε μπορούν να υπερβούν, ακόμα και όταν οι πάτρωνές τους επιτρέπουν μια στοιχειώδη ελευθερία.

Χρειαζόμαστε λοιπόν να πάρει ο λαός τις τύχες του στα χέρια του. Να χαράξει μια πολιτική με όραμα, να κινηθεί ισότιμα απέναντι στις γύρω του δυνάμεις, να φροντίσει τα δικά του συμφέροντα και όχι των ξένων. Χρειάζεται επομένως μια πατριωτική δημοκρατική αφύπνιση, που θα αναδείξει και το αντίστοιχο πολιτικό προσωπικό προς αντικατάσταση του υπάρχοντος…

30 Οκτωβρίου, 2021 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , | Σχολιάστε

ΤΟΥΡΚΙΑ: ΔΥΟ ΒΗΜΑΤΑ ΠΙΣΩ Η ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΜΠΡΟΣΤΑ;

Η ελληνική πολιτική φαίνεται επιτέλους να έχει συνειδητοποιήσει ότι ο κατευνασμός ως μέσο αντιμετώπισης της Τουρκίας έχει αποτύχει· αυτό, δυστυχώς, δεν οφείλεται στην οξυδέρκεια του πολιτικού μας προσωπικού…

Η απότομη προσγείωση των ελίτ της πατρίδας μας στην πραγματικότητα, αποτελεί συνέπεια της επιθετικής πολιτικής του Ερντογάν, που, πέραν των διαχρονικών τουρκικών προθέσεων και αναβάθμισης της γείτονος, μπόρεσε να εκδηλωθεί και λόγω της εγκατάλειψης της άμυνας της χώρας, της διπλωματικής της οπισθοχώρησης σε όλα τα πεδία και της απαξίωσής της γενικά μέσα από πολιτικές εξάρτησης και άρνησης άσκησης πολιτικής με βάση τα συμφέροντά της.

Η πρόσκρουση της κυβέρνησης στην πραγματικότητα του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου επήλθε μόνο επειδή δε μπορούσε πλέον να παριστάνει πως δε βλέπει τί γίνεται. Οι προηγούμενες νόμιζαν πως είχαν αυτή την πολυτέλεια, και απλά προετοίμασαν την αποσάθρωση του εδάφους στο οποίο βρέθηκε η σημερινή, και το οποίο υποχωρεί κάτω από τα πόδια της, συμπαρασύροντας και όλο το λαό.

Δε θα επαναλάβομε εδώ αναλύσεις που έχουν ήδη καλύψει το θέμα, για την Τουρκική επεκτατικότητα σε όλη τη μεθόριο, χερσαία και θαλάσσια, από την Θράκη μέχρι την πράσινη γραμμή, για την εργαλειοποίηση ενός υπαρκτού ρεύματος οικονομικής μετανάστευσης αλλά και τη δημιουργία εκ του μηδενός τέτοιου με στόχο την αλλοίωση του πληθυσμού της πατρίδας μας. Θα θεωρήσομε επίσης αυτονόητη και δεδομένη τη νεοοθωμανική στάση της Τουρκίας και την επεκτατική της πολιτική σε μια τεράστια ακτίνα γύρω από την επικράτειά της προς όλα τα αζιμούθια. Και θα αποπειραθούμε να διερευνήσομε τρόπους ανάσχεσης της τουρκικής πλημμυρίδας.

Η κατάσταση, ακριβώς επειδή είναι τόσο αρνητική παντού, επιτρέπει και επιβάλλει αντιδράσεις σε πολλαπλά επίπεδα, κάποιες από τις οποίες θα παραθέσομε επιγραμματικά εδώ. Συνοπτικά, ενέργειες πρέπει να αναληφθούν στο εσωτερικό της χώρας, στο εξωτερικό, και στο εσωτερικό της Τουρκίας. Ενέργειες που θα επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα τους συσχετισμούς μεταξύ της χώρας μας και της Τουρκίας.

Στο εσωτερικό πεδίο, είναι σαφές πως η δυσχερής θέση της Ελλάδας έχει πολλαπλές αιτίες με κοινή βάση την παρασιτική δομή της. Η οικονομία είναι παραγωγική αθροιστικά στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα σε ποσοστό κατώτερο του 20% του ΑΕΠ, ενώ οι υπηρεσίες με πρώτο τον τουρισμό κυριαρχούν. Αυτό και μόνο εμποδίζει την υλοποίηση αυτόνομης πολιτικής. Ένα σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης θα έπρεπε να συγκρουστεί με παθογένειες, με τον παρασιτισμό, να στοχεύσει στην τεχνολογική αναβάθμιση και στην επένδυση σε εξοπλισμό. Αυτά θα κληθούν να τα υλοποιήσουν νέοι που όλο και λιγοστεύουν μέσα από μια δημογραφική κατάρρευση που καθιστά ορατή την εξάλειψή μας ως λαού σε μερικά χρόνια. Και θα πρέπει να γίνουν σε έναν κοινωνικό ιστό ασφαλή και ομονοούντα, όχι διαλυμένο από τη λαθρομετανάστευση ούτε απειλούμενο από την τουρκική επέλαση.

Αυτά προϋποθέτουν ένα κράτος με όραμα, που ταυτίζεται με το λαό που διοικεί και δεν τον καταδυναστεύει. Άρα, με μιαν εθνική ιδεολογία απεξάρτησης και συγκρότησης ενός συμπαγούς εσωτερικού μετώπου που θα στοχεύει στη συνέχεια και στην εμπέδωση της παρουσίας του λαού μας στα εσωτερικά και διεθνή δρώμενα.

Η ανάγκη για ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση μπορεί να δέσει και με το στόχο της κατά το δυνατόν αμυντικής αυτονομίας της χώρας. Μέσα από συμπαραγωγές οπλικών συστημάτων, μεταφοράς και δημιουργίας τεχνογνωσίας, επένδυσης στην ψηφιακή τεχνολογία, ανάπτυξης αυτόνομης τεχνολογίας όπου τούτο είναι εφικτό, μεγαλώνουμε την αυτάρκειά μας, εφαρμόζομε τη γνώση αυτή σε όλη την οικονομία, στηριζόμαστε στην επινοητικότητα του έμψυχου δυναμικού μας, δίδουμε όραμα και πίστη για το μέλλον, δημιουργούμε υψηλής ειδίκευσης θέσεις εργασίας και παράγομε πλούτο για το λαό και την πατρίδα.

Και για να υλοποιηθούν αυτά, απαιτείται έμψυχο δυναμικό, το οποίο αυτή τη στιγμή λείπει, είτε γιατί έχει εξωθηθεί στη μετανάστευση είτε λόγω της δημογραφικής κατάρρευσης της χώρας. Η δημιουργία θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης θα φέρει πίσω τους ξενιτεμένους νέους. Και η επανάκτηση οράματος, σε συνδυασμό με συγκεκριμένη δημογραφική πολιτική, θα αντιστρέψει τη μείωση των γεννήσεων. Παράλληλα, η έμφαση στην ειδικευμένη εργασία και η επένδυση σε εξοπλισμό, θα μειώσει και την ανάγκη για ανειδίκευτη μαύρη εργασία· κι αυτό είναι μια παράμετρος, συχνά υποτιμούμενη, που θα μειώσει και την ανάγκη χρησιμοποίησης λαθρομεταναστευτικών πληθυσμών στο επίπεδο της κοινωνίας, παράλληλα με μια σοβαρή πολιτική αποτροπής του φαινομένου, η οποία θα συμβάλει στην αποκατάσταση της συνοχής της κοινωνίας.

Παράλληλα, οφείλει να ελέγξει απολύτως τη δράση της Τουρκίας στη Θράκη και εσχάτως στα Δωδεκάνησα. Η μειονότητα η ίδια καταπιέζεται από το προξενείο με την ανοχή της Ελλάδας, και οφείλει το κράτος να τη στηρίξει. Μια μειονότητα ελεύθερη από την Τουρκική καταπίεση μπορεί να λειτουργήσει και ως γέφυρα προς το μουσουλμανικό κόσμο, ενώ τώρα εμφανίζεται ως καταπιεζόμενη μέσα από την Τουρκική εκμετάλλευση του θέματος με απούσα την Ελλάδα και φιμωμένη ή χειραγωγούμενη τη μειονότητα.

Τα παραπάνω λειτουργούν προς την ενίσχυση της χώρας έναντι της Τουρκίας, άμεσα και έμμεσα, αναβαθμίζοντάς την σε μια σειρά από τομείς. Αυτό είναι απαραίτητο, γιατί ένας οργανισμός πρέπει να είναι συνολικά υγιής για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που του θέτει η πραγματικότητα.

Κι αν στο εσωτερικό πρέπει να ενδυναμωθεί η άμυνα, η παραγωγικότητα, η δημογραφία και η συνοχή του κοινωνικού ιστού, στον εξωτερικό περίγυρο η δουλειά που μας περιμένει δεν είναι λιγότερη: Η χώρα πρέπει να θωρακιστεί απέναντι στις απειλές και να σπάσει την περικύκλωση που επιχειρεί να της επιβάλει η Τουρκία. Καλείται λοιπόν να κινηθεί πολυδιάστατα.

Στην ΕΕ, πρέπει να καταστεί, μαζί με την ιδιαίτερου ειδικού βάρους Γαλλία, κινητήριος δύναμη ενός αντιγερμανικού-αντιτουρκικού πόλου. Η Γαλλία, η Αυστρία, και εσχάτως η Ολλανδία, Σλοβενία, Βέλγιο, Σλοβακία, Ιρλανδία, είναι χώρες που αντιλαμβάνονται τους κινδύνους που η Τουρκία αντιπροσωπεύει και αποτελούν, μαζί με την Ελλάδα και την Κύπρο ένα πυρήνα υπολογίσιμο μέσα στην ΕΕ, που σπάει τη γερμανική μονοκρατορία και έχει την προοπτική να συσπειρώσει κι άλλες χώρες, δυσχεραίνοντας τα σχέδια της Τουρκίας να επιβάλει τετελεσμένα.

Στη Μεσόγειο, πρέπει να εμβαθύνομε τη συμμαχία με τη Γαλλία και να κινηθούμε πιο ενεργά στη σύμπηξη ενός αντιτουρκικού τόξου με εκείνη, την Αίγυπτο, τα Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία, το Ισραήλ, τη Συρία, τη Λιβύη του Χαφτάρ, την Κύπρο. Προοπτικά, θα πρέπει να εκτείνεται το τόξο αυτό μέχρι την Ινδία, την Αρμενία και άλλες χώρες του μουσουλμανικού κόσμου που βρίσκονται σε σύγκρουση με την Τουρκία. Η συμμαχία αυτή θα μπορεί να λάβει πολυεπίπεδα χαρακτηριστικά, από προμήθειες εξοπλισμού μέχρι αμοιβαία συνδρομή σε περίπτωση επίθεσης.

Συγχρόνως, οφείλομε να εγκαταλείψομε τη φοβική στάση μας στο θέμα της ανακήρυξης χωρικών υδάτων στα 12 μίλια. Η ενέργεια αυτή θα λύσει αυτόματα τα ζητήματα κυριαρχίας και εκμετάλλευσης στο Αιγαίο, ακόμα κι αν δεν οριοθετηθεί ΑΟΖ.

ΑΟΖ όμως επιβάλλεται να οριοθετηθεί με την Κύπρο, καθώς οφείλομε να έχομε στην πράξη έναν ενιαίο χώρο με το άλλο ελληνικό κράτος, και να λειτουργούμε εν τοις πράγμασι σαν μια οντότητα. Αυτό επηρεάζει και τις εξοπλιστικές μας επιλογές, οι οποίες θα μπορούν να γίνονται και με τη συνδρομή της Κύπρου. Η οριοθέτηση ΑΟΖ με την Κύπρο και η ολοκλήρωση της οριοθέτησης με την Αίγυπτο, βάζει ταφόπλακα στη Γαλάζια Πατρίδα και καθιστά Ελλάδα και Κύπρο όμορες και την Ανατολική Μεσόγειο λίμνη ειρήνης και συνεργασίας μεταξύ των χωρών της περιοχής.

Στο αμυντικό επίπεδο, η όποια πρόκληση της Τουρκίας θα πρέπει να μη μείνει αναπάντητη· εδώ χρειάζεται να αναθεωρήσομε και τις κόκκινες(;) γραμμές της χώρας, που σε καμιά περίπτωση δε μπορεί να είναι τα 6 μίλια που είδαμε στις πρόσφατες προκλήσεις και που στην πράξη επέτρεψαν στην Τουρκία να αμφισβητήσει την υφαλοκρηπίδα μας και να εφαρμόσει τη γαλάζια πατρίδα. Αποτροπή σημαίνει ότι είμαστε έτοιμοι για σύγκρουση για να προασπίσομε τα δίκαιά μας.

Αναδιατάσσοντας τη χώρα στη διεθνή και περιφερειακή σκακιέρα, η καταγγελία της Συμφωνίας των Πρεσπών και η άσκηση πολιτικής μαλακής ισχύος στα Βαλκάνια, είναι κινήσεις που ξεπλένουν το άγος της προδοσίας της Μακεδονίας και συντελούν στο να λαμβάνεται υπ’ όψη η Ελλάδα στους σχεδιασμούς των γειτονικών και μη χωρών. Η ακηδεμόνευτη στάση της Βουλγαρίας στο θέμα της εισδοχής των Σκοπίων στην ΕΕ, εκτός του ότι μετέθεσε για αργότερα ένα γεγονός που θα μας φέρει σε δύσκολη  θέση, καθώς δεν πρόκειται τα Σκόπια να δείξουν καμιάν αλληλεγγύη στην Ελλάδα και την Κύπρο απέναντι στην Τουρκία, γελοιοποίησε το προδοτικό τόξο των ψηφισάντων αφενός και των μη ψηφισάντων αλλά ήδη ανεχομένων το ξεπούλημα της Μακεδονίας.

Μια σοβαρή βαλκανική πολιτική θα υποχρέωνε και την Αλβανία να συνεργαστεί, θα οριοθετούσε ΑΟΖ και με αυτήν και θα στήριζε τα δικαιώματα του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού.

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, στις διεθνείς σχέσεις μετράει και ο ρεαλισμός του ποιόν υποχρεούνται τα κράτη να λαμβάνουν υπ’ όψη κατά τους σχεδιασμούς τους, είτε είναι φίλος είτε εχθρός. Η Τουρκία το έχει αντιληφθεί αυτό και λειτουργεί προβάλλοντας, πέρα από την ισχύ της, και το μέγεθός της σε τέσσερα επίπεδα: Το πληθυσμιακό, το γεωγραφικό (που αφορά τόσο τη θέση της όσο και την έκτασή της), το υπερεθνικό σε δύο επίπεδα, ως ηγέτιδα δυνητικά δύναμη του τουρκικού από τη μια αλλά και του μουσουλμανικού κόσμου εν γένει από την άλλη.

Αυτή την παράμετρο οφείλει η ελληνική πολιτική να την εξετάσει με μεγάλη προσοχή. Γιατί ένα τέτοιο μέγεθος δίπλα της θα αναγκάζει τους πάντες να το υπολογίζουν. Πρέπει λοιπόν να υπάρξει επεξεργασμένο σχέδιο συρρίκνωσης των μεγεθών αυτών της Τουρκίας κι εκμετάλλευσης των αδυναμιών της. Ήδη, στο χώρο του Ισλάμ, βρίσκεται σε αντίθεση με τις αραβικές μουσουλμανικές χώρες από τις οποίες διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία, ενισχύοντας μάλιστα τον ισλαμισμό και τις εξτρεμιστικές οργανώσεις του.

Σε αυτό το επίπεδο, η συρρίκνωση της Τουρκίας πρέπει να είναι μονόδρομος. Οι προϋποθέσεις υπάρχουν, καθώς οι λαοί στο εσωτερικό της βρίσκονται σε αντιπαράθεση μεταξύ τους, με κυρίαρχη αλλά όχι μόνη αυτήν μεταξύ Κούρδων και Τουρκίας. Οι Αλεβίτες και οι εξισλαμισμένοι πληθυσμοί που διατηρούν τη συνείδηση της καταγωγής τους ακόμα κι αν είναι πια συνειδητοί Μωαμεθανοί, οι μουσουλμανικές μειονότητες που πιέζονται να εκτουρκιστούν, τελούν υπό καθεστώς εν δυνάμει εξέγερσης και αποτελούν βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια της Τουρκίας. Συγχρόνως η αντίθεση μεταξύ κοσμικών-κεμαλικών παραλίων και ερντογανικής-ισλαμικής ενδοχώρας, λειτουργεί παράλληλα με τις άλλες αντιθέσεις και προσθέτει μιαν ακόμα διαίρεση. Έτσι, μια πολιτική αποσταθεροποίησης και δημιουργίας εσωτερικών προβλημάτων στην Τουρκία θα την υποχρεώσει να αφιερώσει δυνάμεις και ενέργεια στο να τα καταστείλει, ενώ η εμφύλια αντιπαράθεση θα αδυνατίσει τη θέση της και θα αναγκάσει τις άλλες χώρες να εκδηλώσουν προτιμήσεις σε κάποιαν από τις αντικρουόμενες δυνάμεις. Ο διαμελισμός θα προβάλει σαν προοπτική όσο εμπεδώνεται μια μονιμότητα σε τέτοιες αντιθέσεις. Κι αυτό θα μειώσει τη σημασία της Τουρκίας τόσο ως αυτόνομου παίχτη, όσο και ως μέρους μιας ευρύτερης συνομάδωσης χωρών. Μια μικρή Τουρκία δε θα μπορεί να διεκδικεί την ηγεσία των Τουρκόφωνων χωρών, όταν πια θα υπάρχουν μεγαλύτερες σε έκταση και πληθυσμό. Ούτε θα μπορεί να εμφανίζεται ως νέο Χαλιφάτο στον κόσμο του Ισλάμ, έστω και στο μη αραβικό.   

Αντιλαμβάνεται κανείς ότι τα παραπάνω είναι εφικτά, απαιτούν όμως αλλαγή αμυντικού δόγματος, δόγματος εξωτερικής πολιτικής και παραγωγικού μοντέλου, κι αυτό δεν το έχει μια πολιτική που όταν είναι με την πλάτη στον τοίχο αναγκάζεται να αντισταθεί κι όταν ο κίνδυνος απομακρύνεται τρέχει σε διερευνητικές. Τα παραπάνω απαιτούν και μια μόχλευση που κανείς αυτή τη στιγμή δεν είναι διατεθειμένος να ασκήσει. Επομένως, η Ελλάδα, είτε αυτόνομα, είτε εντός ευρύτερων σχημάτων που έχουν επάλληλες αν όχι ταυτόσημες στοχεύσεις, οφείλει να διευκολύνει τις διαλυτικές τάσεις στο εσωτερικό της Τουρκίας και να ελέγξει κατά το δυνατόν την έκβασή τους. Κι αν αυτά μοιάζουν ευσεβείς πόθοι όταν αναλογιστούμε την εξαρτημένη φύση και τη φοβική στάση των ελληνικών ελίτ, στην πραγματικότητα θα είναι πολύ εύκολα όταν ο λαός αποφασίσει να πάρει τις τύχες του στα χέρια του και να εκφραστεί μέσα από ένα άλλο πολιτικό προσωπικό, πατριωτικό, δημοκρατικό, κοινοτικό.

Καταλήγομε λοιπόν, από όπου και να πιάσομε το ζήτημα, ότι εμείς (αυτή τη στιγμή δεν) κρατούμε την τύχη μας στα χέρια μας κι ότι αν έχομε πολιτική στόχευση, η αντιμετώπιση της Τουρκίας καθίσταται εφικτή. Αυτό βέβαια έχει και την αντίστροφη ανάγνωση: Όσο παραμένομε ενεργούμενα των Αμερικάνων και των Γερμανών, όσο η πολιτική μας υπαγορεύεται από τις πρεσβείες κι όχι από τη λαϊκή βούληση, τόσο θα βυθιζόμαστε σε μια καθοδική σπείρα υποταγής στην Τουρκία και φινλανδοποίησης της πατρίδας μας μέχρι την εξαφάνισή μας ως διακριτό υποκείμενο στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Κι αν μέχρι πρόσφατα μας έπαιρνε να παριστάνομε πως δεν τρέχει τίποτα, πλέον είτε θα αντιστρέψομε την καθοδική κίνηση προς τον Άδη είτε θα αφεθούμε σ’ αυτό τον κατήφορο προς την καταστροφή…

19 Ιανουαρίου, 2021 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | Σχολιάστε

Ο ΚΟΙΝΟΣ ΠΑΡΟΝΟΜΑΣΤΗΣ

Το πολιτικό σύστημα στην πατρίδα μας έχει διαμορφώσει συγκεκριμένα εθνομηδενιστικά νεοταξικά χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα οι διαφορές μεταξύ των συστημικών κομμάτων να εστιάζονται σε δευτερεύοντα στοιχεία αντιπαράθεσης και όχι στις κεντρικές αντιθέσεις που διατρέχουν την κοινωνία, την πατρίδα μας και τον κόσμο ολόκληρο.
Θα έλεγε κάποιος ότι είναι κοινός τόπος για τα συστημικά κόμματα στην εξωτερική πολιτική η ανυπαρξία οποιουδήποτε σχεδίου και στρατηγικής, συνδυαζόμενο με τη λειτουργία τους (άρα και του κράτους στο τιμόνι του οποίου διαδέχονται το ένα το άλλο) ως ιμάντων διαβίβασης κι εκτέλεσης πολιτικών υπαγορευόμενων από κέντρα εκτός Ελλάδας. Είναι γνώρισμα όλου του πολιτικού κατεστημένου η αδυναμία χάραξης πολιτικής που να έχει συγκεκριμένους στόχους ταυτιζόμενους με τα συμφέροντα της χώρας, και σχέδιο για την επίτευξή τους λαμβάνοντας υπ’ όψη τις γεωπολιτικές συνθήκες, τις αντιθέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων και τις συνισταμένες που δημιουργούν αντίρροπες δυνάμεις κρατών και οργανισμών που επηρεάζουν την πατρίδα μας, την περιοχή μας και τον κόσμο.

Από την άλλη, στην οικονομία, κοινός παρονομαστής στο πολιτικό μας σύστημα είναι η αποδοχή του παρασιτισμού, η παραμέληση κάθε δυνατότητας προώθησης της ενδογενούς παραγωγικής ανασυγκρότησης και η έμφαση στις υπηρεσίες, του τουρισμού προεξάρχοντος. Η κρίση του κορωνοϊού απλά υπενθυμίζει πως μια κοινωνία που δεν έχει παραγωγή δε μπορεί να σταθεί στα πόδια της, δε μπορεί να έχει πατρίδα ανεξάρτητη κι αυτεξούσια. Χαρακτηριστική είναι ακόμα η προτεραιότητα σε ένα μοντέλο επιχειρηματικό βασισμένο στη μαύρη ανειδίκευτη εργασία και όχι σε ένα σχέδιο εντάσεως τεχνολογίας που θα είχε έμφαση στην εξειδικευμένη εργασία και στην αξιοποίηση της επινοητικότητας του Έλληνα τεχνίτη σε αλληλεπίδραση με τα τεχνολογικά μας εκπαιδευτικά ιδρύματα. Ακόμα, κοινός τόπος του πολιτικού μας κόσμου είναι το χτύπημα της μικρομεσαίας δομής της ελληνικής οικονομίας (δομή που εκφράζεται σε διεθνή πρωτοτυπία από την ύπαρξη ειδικών επιμελητηρίων, των βιοτεχνικών, ως φορέων εκπροσώπησης αυτών των οικονομικών μονάδων, όπου το κεφάλαιο και η εργασία συμπλέκονται αξεχώριστα). Η μικρομεσαία δομή, βάση του κοινοτικού μοντέλου οργάνωσης της κοινωνίας, χτυπιέται και σύρεται στην εξαφάνιση υπέρ των μεγάλων ομίλων και αλυσίδων, όπου ο εργαζόμενος δεν έχει προσωπικότητα και αποτελεί αναλώσιμο μέγεθος. Χαρακτηριστικό αυτής της προσέγγισης είναι η εμμονή στις ξένες επενδύσεις με παράλληλη υποβάθμιση, αν όχι υπονόμευση, της δυνατότητας συνδυασμού μικρού κεφαλαίου, καινοτομιών και εργασίας που θα μπορούσε να παραγάγει προστιθέμενη αξία και πλούτο εντός της επικράτειας και με εξαγωγικό προσανατολισμό.


Ανεξαρτήτως λοιπόν επί μέρους διαφοροποιήσεων, ο εθνομηδενισμός διαπερνά τον άξονα του πολιτικού σκηνικού, και παραμένει κυρίαρχος ανεξαρτήτως ποιο κόμμα είναι στην εξουσία. Μέσα από αυτόν εκφράζονται κι άλλες παράμετροι της κοινής θεώρησης των πραγμάτων από το πολιτικό κατεστημένο: Το Δημογραφικό και το Λαθρομεταναστευτικό δεν τους απασχολεί γιατί δε συνδέουν την Ελλάδα με τον Ελληνισμό, οπότε μπορεί να αντικατασταθεί ο γηράσκων πληθυσμός από επήλυδες αντί να εκπονηθεί μια στρατηγική ανάκαμψης των γεννήσεων, κοκ.
Μια προτεραιότητά μας σήμερα, είναι να σπάσομε αυτή την κοινή βάση του εθνομηδενισμού που διαπερνά οριζόντια το πολιτικό φάσμα και αποκλείει τις δημοκρατικές πατριωτικές δυνάμεις από το να ακουστούν οι απόψεις τους και να καταστούν μέρος της ημερήσιας διάταξης της πολιτικής συζήτησης. Πολύ περισσότερο που οι απόψεις του δημοκρατικού πατριωτικού χώρου είναι πλειοψηφικές στην κοινωνία, τελευταία δε έχομε δει να επιβάλλουν την άποψή τους στα νησιά του Β. Αιγαίου μέσα από οξύτατη σύγκρουση με την εξουσία και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς της, από την οποία βγήκαν νικητές, και στον Έβρο μέσα από την υιοθέτηση από μιαν εθνομηδενιστική κυβέρνηση πολιτικών αποτροπής της Τουρκικής επιθετικότητας. Όμως, είναι σαφές πως δίχως μιαν οργανωμένη πολιτική έκφραση και παρέμβαση στην κεντρική πολιτική σκηνή, αυτές οι απόψεις, πλειοψηφικές στην κοινωνία επαναλαμβάνομε, θα παραμείνουν αποσπασματικές, ανολοκλήρωτες και περιθωριακές.

Χρειάζεται λοιπόν να σπάσει η ομερτά του Εθνομηδενισμού. Και αυτό θα γίνει με όλα τα μέσα που διαθέτομε, μεταξύ άλλων με αποφασιστική παρουσία στο δρόμο, στις γειτονιές και στους χώρους εργασίας, στα νησιά και στα σύνορα, χερσαία και θαλάσσια, και με οργανωτική συγκρότηση και παρέμβαση σε τοπικό και κεντρικό επίπεδο. Οι απόψεις της κοινωνίας εκφράζονται πια δίχως το φόβο της νεοταξικής Ιεράς Εξέτασης, έχουν ξεπεράσει το μπαμπούλα της πολιτικής ορθότητας και αναγκάζουν το εθνοαποδομητικό προσωπικό να τις λάβει υπ’ όψη. Κι αυτό είναι η αρχή της ήττας τους.
Έχομε ήδη ακυρώσει τον αποκλεισμό των απόψεών μας, δηλαδή έχομε πετύχει την παρέμβασή μας στα τεκταινόμενα στην κοινωνία και στους μαζικούς χώρους. Ήδη, κατά τόπους τα οργανωτικά σχήματα και οι δημοτικές κινήσεις που εκφράζουν τον κόσμο αυτόν, έχουν και παρουσία στους χώρους λήψης των αποφάσεων και επηρεάζουν, είτε με τις δυνάμεις τους, είτε και με την ακτινοβολία των απόψεών τους, την πολιτική στην περιφέρειά τους, αναγκάζοντας τους θεσμικούς φορείς να τοποθετηθούν πάνω σε ζητήματα που θα ήθελαν να θάψουν. Αυτό γίνεται με εμφατικό τρόπο στη Χίο, ενώ και στην Κομοτηνή, στη Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα και στην Αθήνα ακούγεται η φωνή μας και σε επίπεδο δημοτικού συμβουλίου. Αυτό πρέπει να βαθύνει. Και πρέπει να εκφραστεί και σε κεντρικό πια επίπεδο.


Έτσι λοιπόν, ο κοινός παρονομαστής του εθνομηδενισμού σαν conditio sine qua non του πολιτικού μας σκηνικού ήδη αναιρείται. Οι φωνές που ακούγονται όλο και πιο δυνατά, τον καταργούν από δεδομένο υπόστρωμα της κοινωνικής και πολιτικής συνεννόησης, και ανοίγουν το δρόμο για την ανατροπή του. Ο αγώνας αυτός είναι ολοκληρωτικός· αφορά κάθε δραστηριότητα της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένης της εκπαίδευσης όλων των βαθμίδων και του πολιτισμού. Και βεβαίως, δεν είναι κερδισμένος a priori. Χρειάζεται διαρκές σφυροκόπημα των νεοταξικών θέσεων στην οριζόντια διάταξή τους στο πολιτικό φάσμα. Κι αυτό απαιτεί συγκρούσεις και ρήξεις και με παλιούς αντιπάλους αλλά και με χώρους με τους οποίους μέχρι προχτές (όχι πάντως χτες) υπήρχε μια μίνιμουμ συνεννόηση.

Η ενδυνάμωση της φωνής της κοινωνίας στους χώρους λήψης αποφάσεων είναι μια φυσική συνέπεια της διάστασης που υπάρχει πια μεταξύ του λαού κι αυτών που (παριστάνουν πως) τον εκπροσωπούν. Βρίσκεται στην αρχή της και αυτή τη στιγμή στόχο πρέπει να έχει την επιβολή της πολιτικής και των απόψεών της στο εθνομηδενιστικό προσωπικό που κυβερνά τη χώρα. Πλην όμως, αυτό είναι μόνο το ξεκίνημα. Σε δεύτερο επίπεδο, οι απόψεις αυτές θα πρέπει να εκφράζονται από τους φυσικούς φορείς τους σε όλες τις βαθμίδες της κοινωνικής δραστηριότητας, από τους μαζικούς χώρους μέχρι τη θεσμική εκπροσώπηση. Είναι ευθύνη του χώρου να οργανωθεί και να διεκδικήσει τη μονιμοποίηση της παρουσίας του παντού όπου χαράζεται η πολιτική της χώρας.Αυτός όμως δεν είναι και ο τελικός στόχος. Η επιδίωξη δεν είναι να καταργηθεί ο κοινός παρονομαστής γενικά, αλλά ειδικά αυτός του εθνομηδενισμού. Το να υπάρχει ένα κοινό πεδίο, το οποίο θεωρείται δεδομένο και από κει και πέρα χτίζονται οι αντιπαραθέσεις σε μια χώρα, είναι απαραίτητο. Στην Τουρκία για παράδειγμα, υπάρχει κοινός παρονομαστής, με άλλα βεβαίως χαρακτηριστικά. Εκεί είναι το κρατικό συμφέρον, στην πιο ρατσιστική, ιμπεριαλιστική και δίχως αρχές εκδοχή του. Το σύστημα είναι τόσο προσηλωμένο στις αρχές αυτές, ώστε η αντιπαράθεση γίνεται με όρους πλειοδοσίας στη γραμμή της επεκτατικότητας. Μόνο τελευταία μπόρεσε ένα πολιτικό κόμμα να εκφράσει πληθυσμούς και αξίες διάφορες του τουρκισμού και υφίσταται διώξεις, καθιστάμενο αποσυνάγωγο της Τουρκικής πολιτικής σκηνής και ποινικά καταδιωκτέα τα στελέχη του.

Η έννοια του κοινού παρονομαστή πρέπει να υπάρχει σε ένα κράτος, καθώς αποτελεί το ελάχιστο κοινά αποδεκτό πλαίσιο μέσα στο οποίο ένας λαός οργανώνει τη ζωή του και την πορεία του στο χώρο. Και αυτονόητα πρέπει να συνάδει με τα συμφέροντα του λαού που έχει συγκροτήσει την κρατική υπόσταση που (υποτίθεται ότι) του προσφέρει ένα θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργεί. Αυτό που χρειάζεται στο τέλος της μακριάς αυτής νύχτας η πατρίδα μας, είναι η αντικατάσταση του εθνομηδενιστικού κοινού παρονομαστή με έναν άλλον, με πατριωτικό δημοκρατικό πρόσημο. Δεν πρέπει δηλαδή απλά να σπάσομε αυτόν που ήδη υπάρχει, τιτάνιο έργο αφ’ εαυτό. Πρέπει τελικά η αντιπαράθεση στην Ελλάδα να καταλήξει να γίνεται στη βάση του ποιος υπηρετεί καλύτερα την πατρίδα κι όχι ποιος είναι η καλύτερη θεραπαινίδα των ξένων κέντρων, πρέπει η αποδοχή να προέρχεται από λαό κι όχι από τις πρεσβείες. Πρέπει να είμαστε σε θέση να επιβάλομε ότι και οι αντίπαλοί μας θα ενστερνίζονται τα πατριωτικά δημοκρατικά ιδεώδη. Πρέπει να επιβληθεί λοιπόν ένας νέος κοινός παρονομαστής.


Η αλλαγή του κοινού τόπου προς μια τέτοια κατεύθυνση σημαίνει ότι η πατρίδα μας, ανεξάρτητα ποιος θα βρίσκεται στην εξουσία, θα ασκεί πολιτική με βάση συγκεκριμένες παραμέτρους που δε θα αλλάζουν με την εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία. Η στρατηγική της θα παραμένει η ίδια, αυτό που θα αλλάζει θα είναι η τακτική που θα οδηγεί στο συγκεκριμένο στόχο. Επομένως δε θα εξαρτάται από την παρουσία ενός εμπνευσμένου ηγέτη που θα χαράζει δρόμο· αντίθετα, το όποιο πολιτικό προσωπικό, εμπνευσμένο ή μη, θα υποχρεώνεται να κινείται σε προδιαγεγραμμένες κατευθύνσεις. Στη γείτονα είναι χαρακτηριστικό ότι αυτό ήδη συμβαίνει ενώ μια πρόσφατη ρήση Τούρκου πολιτικού κατέγραψε πως δεν κάνει ο Ερντογάν ό,τι θέλει την Τουρκία, αλλά η Τουρκία τον Ερντογάν. Αντίστοιχο παράδειγμα από μια προσφιλή λαϊκή αθλητική δραστηριότητα είναι το έχει μια ομάδα το γήπεδό της: δεν εξαρτάται μετά από την ύπαρξη ή μη παραγόντων που θα την τρέξουν. Έχει το γήπεδο σαν υπόστρωμα, δημιουργεί βάσει αυτού, κι ο ικανός παράγοντας χτίζει πάνω σε υπαρκτά θεμέλια, δεν καθίσταται οικοδόμημα ο ίδιος, που μετά την αποχώρησή του θα καταρρεύσει.

Επειδή λοιπόν εμείς έχομε για χρόνια εγκαταλείψει (αν είχαμε ποτέ σαν κεντρικό πολιτικό δόγμα πέρα από αναλαμπές) μια στρατηγική που σα γνώμονα έχει τα συμφέροντα της πατρίδας, πρέπει τώρα να τρέξομε ένα Μαραθώνιο με ρυθμούς σπριντ. Και να μην εφησυχάσομε αν δεν ακουστεί δυνατότερα η φωνή μας. Το σύστημα θα πέσει, μέσα από μια διαρκή επανάσταση σε μικρά και μεγάλα πεδία μάχης, μόνο όταν εξαφανιστεί ο εθνομηδενισμός από την πολιτική αντιπαράθεση, κι αυτό προϋποθέτει την εξαφάνιση του σημερινού πολιτικού κατεστημένου προοπτικά.

18 Ιουνίου, 2020 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , | Σχολιάστε

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΜΑΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΣΤΟ ΧΩΡΟ


Η εθνομηδενιστική ιστοριογραφία βάλλει κατά της διαχρονίας της πορείας του λαού μας στην ιστορία, προσπαθώντας να αποκόψει τη σύγχρονη πορεία του από τις προηγούμενες περιόδους αυτής, εξυπηρετώντας ποικίλες σκοπιμότητες. Για ένα διάστημα έπαιζε δίχως αντίπαλο, καθώς εκμεταλλεύτηκε την επέλαση του κατά Σημίτη «εκσυγχρονισμού» και επέβη του άρματός του προσφέροντας του ιδεολογική κάλυψη που διαχύθηκε σε όλο το νεοταξικό εθνομηδενιστικό φάσμα, τόσο της νεοφιλελεύθερης Δεξιάς όσο και της δικαιωματικής Αριστεράς.
Οι απόψεις αυτές έχουν πια επαρκώς αντικρουστεί, με νέο υλικό που προστέθηκε στο έργο των παλαιότερων ιστορικών μας και εστίασε ακριβώς στα σημεία που έθιγαν οι αποδομητές. Πλέον η συνέχεια, η εθνική συνείδηση του νέου ελληνισμού, η σχέση του με την ορθοδοξία, το κρυφό σχολειό, ο ελληνικός διαφωτισμός, οι διαρκείς επαναστάσεις εναντίον Δυτικών και Οθωμανών κατακτητών, η αυτόφωτη εξεγερσιακή δραστηριότητα, αποτελούν κοινό τόπο σε όσους επιμένουν να διατηρούν ένα στοιχειώδη προβληματισμό. Μπορούμε να πούμε πως το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα έχει πια ηττηθεί και ιδεολογικά, εκτός του ότι ποτέ δεν το ενστερνίστηκε η λαϊκή βάση.
Η ελληνική διαχρονία είναι σημαντικό διακύβευμα από μόνη της, δίπλα της όμως πρέπει να βάλουμε και μιαν άλλη συνέχεια, αυτήν του χώρου. Το ελλαδικό κράτος από την αρχή παραθεωρούσε το πολύ ευρύτερό του έθνος, αν δε βρισκόταν σε ανταγωνισμό μαζί του. Η ύπαρξη σημαντικών κέντρων του αυτόχθονος (και όχι παροικιακού) Ελληνισμού στην Κωνσταντινούπολη, την Τραπεζούντα και τη Σμύρνη, η παρουσία συμπαγών Ελληνικών πληθυσμών από τη Βόρειο Ήπειρο μέχρι την Κύπρο, την Καππαδοκία και τον Πόντο, δημιουργούσαν αμηχανία, αν όχι ενόχληση, στο ελλαδικό κράτος της «μικράς πλην εντίμου». Τόσο πολύ που επέδειξε και έναν εξέχοντα ρατσισμό εναντίον των υπόδουλων που προσέβλεπαν σ’ αυτό, ρατσισμό που δύο φορές έλαβε και νομοθετική κάλυψη: Την πρώτη με τη νομοθεσία περί αυτοχθόνων και ετεροχθόνων, η οποία το 1844 απέκλεισε τους Έλληνες που είχαν γεννηθεί σε υπόδουλες περιοχές και εγκατασταθεί στο Ελλαδικό κράτος να διορίζονται ως δημόσιοι υπάλληλοι, διάταξη που οδήγησε, μεταξύ άλλων, και στην απόλυση του Κων/νου Παπαρηγόπουλου. Τη δεύτερη, με νόμο του 1922, πάνω στην Καταστροφή, με τον οποίο «Απαγορεύεται η εν Ελλάδι αποβίβασις προσώπων ομαδόν αφικνουμένων εξ αλλοδαπής, εφ’ όσον ούτοι δεν είναι εφωδιασμένοι δια τακτικών διαβατηρίων νομίμως τεθεωρημένων…», απαγορεύτηκε η καταφυγή όσων από τους Μικρασιάτες είχαν επιζήσει από τους διωγμούς των Τούρκων στην Ελλάδα.


Έχομε συνηθίσει να μιλούμε για τα γεγονότα που συνέβησαν στο χώρο που σήμερα καταλαμβάνει το Ελλαδικό κράτος σα να είναι, αυτά και μόνο, τα γεγονότα της Ελληνικής ιστορίας. Ακόμα και η διαδεδομένη κρίση περί 400 χρόνων σκλαβιάς, αγνοεί ότι υπήρξαν πληθυσμοί και περιοχές που παρέμεναν υπόδουλες ήδη από τη μάχη του Μαντζικέρτ, άλλες που ελευθερώθηκαν εκατό και περισσότερα χρόνια μετά τη δημιουργία του ελλαδικού κρατιδίου κι άλλες που παραμένουν ακόμα υπό ξένη κατοχή. Και σίγουρα, οι εκτός συνόρων εναπομένοντες πληθυσμοί θεωρούνται μάλλον βάρος, όπως δείχνει η αντιμετώπιση της κυπριακής και της βορειοηπειρωτικής διάστασης του λαού μας, ενώ ο προσφυγικός ελληνισμός, αφού συκοφαντήθηκε και περιφρονήθηκε από τους ντόπιους ενσωματώθηκε υπό την αίρεση της υποστολής της πολιτιστικής του ταυτότητας. Η εξαίρεση του Ποντιακού στοιχείου επιβεβαιώνει τον κανόνα, αφού η διακριτή του ταυτότητα σώθηκε λόγω της μαζικότητάς της εγκατάστασής του σε περιοχές αγροτικές και χωριά, όπου και σήμερα συνεχίζεται η πολιτιστική του δημιουργία.
Το ελλαδικό κράτος έχει διαμορφώσει μιαν ιδεολογία που υπόρρητα διασπά την εδαφική παρουσία του Ελληνισμού σε μια «τοπική» και μιαν «εξωτική». Η αποτυχία της ολοκλήρωσης της επανάστασης του 1821 και το κάψιμο του οράματός της στο γιαγκίνι της Σμύρνης, έχει θέσει σύνορα και στο ποιος είναι ο Ελληνισμός γεωγραφικά. Η μικρασιατική, βορειοηπειρωτική, κυπριακή διάσταση του Νέου Ελληνισμού δε θεωρείται άξια μελέτης στα πλαίσια της ελληνικής ιστορίας αλλά προσεγγίζεται ως κάτι περιθωριακό και δίχως την ανάπτυξη που επιφυλάσσεται στα υπόλοιπα τμήματα του λαού μας που κατοικούν σε τμήματα της επικράτειας της χώρας. Σαν αποτέλεσμα, η συλλογική εμπειρία των πληθυσμών αυτών δεν ενσωματώνεται στο εθνικό συνειδητό, με αποτέλεσμα την άγνοια σε -επίσημο και μη- επίπεδο του τί έχει συμβεί πχ στη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη. Τέτοια γνώση όμως θα οδηγούσε σε ασφαλή συμπεράσματα για το γενοκτονικό και επιθετικό χαρακτήρα της Τουρκίας, τα οποία θα λάμβανε υπ’ όψη της τόσο η εξωτερική πολιτική όσο και τα κόμματα και η κοινή γνώμη. Αντί γι’ αυτό, έχομε απόψεις όπως του Μπαλάφα του ΣΥΡΙΖΑ ότι θα το ρίσκαραν με την Τουρκία, απόψεις όμως που, πέραν της γελοιότητάς τους, περνάν υποσυνείδητα σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας γιατί η Μικρά Ασία ή η Κύπρος, φαίνονται πράγματι μακρινές κι όχι οικείες. Το θέμα της Γενοκτονίας, δίδει ένα παράδειγμα χαρακτηριστικό: Η Γενοκτονία αντιμετωπίζεται σα θέμα του Μικρασιατικού Ελληνισμού μόνο και όχι όλου του λαού. Σε αντίθεση, η Αρμενία το αντιμετωπίζει σαν ένα εθνικό θέμα, που αφορά όλο το Αρμενικό έθνος, και το λαμβάνει υπ’ όψη συνολικά. Το δικό μας κράτος, το βλέπει σαν κάτι περιθωριακό και το αγνοεί στη χάραξη της πολιτικής του, εξωτερικής, εκπαιδευτικής διπλωματικής. Κι αυτό γιατί οι Αρμένιοι έχουν συνείδηση της συνέχειάς τους στο χώρο της Ανατολικής Μικράς Ασίας, ενώ εμείς καμία.


Εδώ θα πρέπει να επισημάνομε ότι διαμορφώνονται δύο πόλοι σε αυτή τη διαδικασία, οι οποίοι αλληλοτροφοδοτούνται: Η άγνοια δίνει άλλοθι στην κατευναστική πολιτική, η υλοποίηση της οποίας νομιμοποιείται από την επίκληση της μη ύπαρξης συμφερόντων και δικαιωμάτων του Ελληνισμού σε συγκεκριμένες περιοχές (λόγω άγνοιας)· και η υποχωρητικότητα οδηγεί σε παγίωση της άγνοιας, αφού η άρση της θα δημιουργούσε «υποχρεώσεις» που δεν επιθυμεί να επωμιστεί το ελλαδικό κράτος: «Αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει, καλύτερα να μη μας πει κανένα…».
Αυτή η προσέγγιση λοιπόν δεν περιορίζεται στο ιδεολογικό πεδίο· έχει απτά αποτελέσματα όσον αφορά την πολιτική του Ελλαδικού κράτους, γιατί το αποκλείει από το να διαμορφώσει σχέσεις και να επηρεάσει (στα πλαίσια μιας σοβαρής πολιτικής εννοείται) πληθυσμούς και εξελίξεις εκτός της ελλαδικής επικράτειας:
Η Κύπρος «βρίσκεται μακριά», επομένως είναι κάτι ξεχωριστό από εμάς, οπότε δε μας αφορά η Κατοχή. Επιπλέον, δε μας αφορά και η Ανατολική Μεσόγειος εφόσον δε φτάνουμε μέχρι εκεί. Άρα νομιμοποιείται η απουσία μας από το μέτωπο αυτό και η εγκατάλειψη του ενιαίου αμυντικού δόγματος, και βεβαίως της Ανατολικής Μεσογείου και της Κύπρου στην Τουρκία.
Αντίστοιχα ισχύουν και για τη Βόρειο ‘Ήπειρο. Η ύπαρξη μιας μειονότητας αναγνωρισμένης ως εθνικής Ελληνικής, αποτελεί βάρος για τον ελλαδικό τρόπο άσκησης εξωτερικής πολιτικής· η πολιτική μας αγνοεί τις διεθνείς συμβάσεις, αρνείται να αναλάβει τις ευθύνες της, ενώ υιοθετεί άκριτα τις θέσεις του Αλβανικού Εθνικισμού και των σωμάτων ασφαλείας της γείτονος, όπως πχ στη δολοφονία Κατσίφα. Αυτό πάλι σημαίνει ότι η μειονότητα εγκαταλείπεται στις ορέξεις του Αλβανικού κράτους, και ότι η στάση μας περνά το μήνυμα ότι δε θα υπάρξει αντίδραση, εντείνοντας την ασυδοσία σε βάρος των ομογενών.
Η συνέχεια στο χώρο και η μη συνειδητοποίησή της από το ελλαδικό κράτος αφορά και άλλες παραμέτρους. Στις περιοχές που εγκαταλείψαμε με τη γενοκτονία και την ανταλλαγή των πληθυσμών δεν υπάρχουν πια χριστιανοί, υπάρχουν όμως τα μνημεία τους και ο απόηχος της παρουσίας τους είναι ακόμα εκεί. Επιπλέον, υπάρχει ο εξισλαμισμένος πληθυσμός, τμήμα του οποίου πιθανόν και να προέρχεται από ένα προηγούμενο κρυπτοχριστιανικό στάδιο που δε μπόρεσε να αντέξει σε περισσότερες γενιές, αλλά σε κάθε περίπτωση μπορεί να αποκτήσει συνείδηση της καταγωγής του και, ακόμα κι αν είναι πια μωαμεθανικός, να μη θεωρεί τον εαυτό του Τούρκο αλλά Έλληνα μουσουλμάνο. Αυτό γίνεται ήδη σε περιοχές της Μαύρης Θάλασσας, όπου ομιλούνται και τα Ρωμαίικα κατά τόπους. Μια σοβαρή πολιτική θα είχε συνείδηση αυτών των στοιχείων. Και θα διαμόρφωνε άποψη τόσο για τα μνημεία όσο και για τον πληθυσμό που έχει παραμείνει εκεί (ή ήρθε με την ανταλλαγή των πληθυσμών από την Ελλάδα, ως εξισλαμισμένος, είναι χαρακτηριστικό ότι οι Σκοπιανοί θεωρούν τους εκ Μακεδονίας Βαλαάδες εξισλαμισμένους Σκοπιανούς και τους προσεγγίζουν).
Μια στάση που θα είχε εμπεδώσει τη συνέχεια στο χώρο, δε θα θεωρούσε ποτέ μακριά την Κύπρο. Θα επενέβαινε στην υπεράσπισή της και στην αποτροπή των πειρατικών ενεργειών της Τουρκίας. Θα απέτρεπε τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την αρπαγή των περιουσιών των Βορειοηπειρωτών, τη δολοφονία Κατσίφα και την επαπειλούμενη εγκατάσταση μουσουλμανικών λαθρομεταναστευτικών πληθυσμών στη Βόρειο Ήπειρο. Θα άπλωνε ασπίδα προστασίας σε πληθυσμούς κρυπτοχριστιανικούς στη Μικρά Ασία (ο Νεοκλής Σαρρής αναφερόταν σε έγγραφα τέτοιων αδελφών μας της δεκαετίας του ’30 προς το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, τα οποία δεν έτυχαν καμιάς απάντησης), θα διαμόρφωνε διαύλους επικοινωνίας με σημερινούς εξισλαμισμένους πληθυσμούς που συνειδητοποιούν την καταγωγή τους και θα διεκδικούσε λόγο για τα μνημεία μας εκεί. Έτσι, θα είχε μιαν ενεργή πολιτιστική επικοινωνία και θα ενθάρρυνε την έκφραση ταυτοτήτων που είναι σήμερα καταπιεσμένες, κι ίσως αύριο να εξαλειφθούν.


Είναι σαφές ότι η παραθεώρηση της χωρικής διάστασης του Ελληνισμού οδηγεί σε κολοβωμένη τοπικά πρόσληψη της ιστορικής μας διαδρομής και εν τέλει στη διάγνωση ύπαρξης συμφερόντων του λαού μας και στο σχεδιασμό(;) της όποιας στρατηγικής μόνο σε αυτά τα πλαίσια. Αυτό δε σημαίνει πως η Ελλάδα θα πρέπει να καταστεί αναθεωρητική δύναμη και να διεκδικεί εδάφη η τύχη των οποίων έχει καθοριστεί με διεθνείς συνθήκες. Σημαίνει όμως πως μπορεί να εκφέρει λόγο σε σχέση με περιοχές όπου αναπτύχθηκε αυτόχθων ελληνικός πληθυσμός, να ενδιαφέρεται για τα δικαιώματά του ως ξεριζωμένου, για τα μνημεία του, είτε αυτά βρίσκονται εκεί είτε έχουν μεταφερθεί αλλού (πχ τα μνημεία της Περγάμου που βρίσκονται σε γερμανικό μουσείο). Σημαίνει ότι το Κυπριακό δε μπορεί να αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα του Κυπριακού κράτους, ούτε τα δικαιώματα των Βορειοηπειρωτών σαν εσωτερικό θέμα της Αλβανίας. Η πολιτιστική επαναπροσέγγιση των εξισλαμισμένων πληθυσμών μας, Ποντίων (που το κάνουν ήδη από μόνοι τους), Μακεδόνων, Κρητικών (που είναι πιο δύσκολο στο βαθμό που αποχώρησαν μέσα από οξύτατες συγκρούσεις αλλά εφικτό σε μεμονωμένες προς το παρόν περιπτώσεις), μπορεί να δημιουργήσει μια συναίσθηση του τί έχει προηγηθεί. Το τουρκικό κράτος γνωρίζει αυτό που εμείς επιμένουμε να αγνοούμε, και πρέπει να μπούμε κι εμείς σε μια τέτοια λογική. Η συνειδητοποίηση έστω και μόνο από την εδώ πλευρά του Αιγαίου αυτών των παραμέτρων αρκεί για να αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε την περιοχή μας, γιατί θα είναι μια άλλη περιοχή, θα πρόκειται για περιοχή του Ελληνισμού και όχι της ελλαδικής επικράτειας.
Η μάχη για την αναίρεση της χωρικής λήθης είναι μπροστά μας. Πιο αχαρτογράφητη από τη μάχη για την ελληνική διαχρονία. Πιο ασυνειδητοποίητη, ακόμα και σε μας που τα νιώθομε αυτά. Γιατί ενώ η χρονική συνέχεια έχει έρεισμα στο συλλογικό θυμικό, η γενοκτονία της λήθης που υπέστη ο λαός μας, πρόσφυγες και μη, οδήγησε στον εξοβελισμό από αυτό του πέραν της Ελλάδικής επικράτειας αυτόχθονος Ελληνισμού, πρέπει λοιπόν να τον ξαναβάλομε στην εικόνα ισότιμα με τους Ελλαδικούς πληθυσμούς και περιοχές.

27 Απριλίου, 2020 Posted by | Κείμενα για την Μικρασία, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , | Σχολιάστε

ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΙ: Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ;

Μια κοινωνία που χτυπιέται από παντού, έφτασε η ώρα να στερηθεί αυτό που με απτό τρόπο τη δένει με τον τόπο της: Το σπίτι της, τη μικρή ιδιοκτησία. Φαινόμενο τυπικά ελληνικό, η ιδιοκατοίκηση ήταν καρφί στο μάτι των δανειστών πριν ακόμα αυτοί γίνουν δανειστές. Σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη, το ποσοστό ιδιοκατοίκησης είναι εξαιρετικά υψηλό στην Ελλάδα, απομεινάρι του κοινοτικού τρόπου οργάνωσης που δημιουργούσε η μικρομεσαία δομή των κοινοτήτων μας, εχέγγυο μικρής κοινωνικής ψαλίδας και δημιουργός συμπεριφορών αλληλοϋποστήριξης, συνεργασίας και εν τέλει κοινού σχεδιασμού πορείας.
Τη σημασία που έχει η μικρή ιδιοκτησία για το ρίζωμα του λαού μας την εξέφρασε χρόνια πριν ο Άρης στη Λαμία: «Ενώ εμείς, το μόνο πού διαθέτουμε, είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας. Αυτά αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει, οπού βρει κέρδη, δε μπορούν να κινηθούν και παραμένουν μέσα στη χώρα που κατοικούμε.
Ποιος, λοιπόν, μπορεί να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του; Αυτοί που ξεπορτίζουν τα κεφάλαια τους από τη χώρα μας ή εμείς που παραμένουμε με τα πεζούλια μας εδώ;»
Ο λαός έχει πατρίδα λοιπόν, αντίθετα από το κεφάλαιο. Και την έχει μέσα από μια σειρά προκείμενες, μια από τις οποίες είναι και η μικρή ιδιοκτησία, οι καλύβες και τα πεζούλια μας. Εμπειρία, από τα βάθη του χρόνου επιβεβαιωμένη, από τον πολίτη-οπλίτη μέχρι τους απελάτες.
Το σπάσιμο λοιπόν του δεσίματος του λαού με την πατρίδα θα πρέπει να γίνει, εκτός από την εθνομηδενιστική αποδόμηση της ιστορίας, και σε ένα πιο πρακτικό επίπεδο: Πρέπει ο λαός να χάσει το σπίτι του, το χωράφι του, τη γή του. Την όλη μεθόδευση μετά από πέντε χρόνια μνημονίων την ανέλαβε βεβαίως η πρώτη φορά Αριστερά: Ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί, διεύρυνση του αριθμού των υποψήφιων πλειοδοτών, εκπτώχευση των μεσαίων στρωμάτων. Το κίνημα κατά των πλειστηριασμών έχασε τον αντίπαλο κάπου στον κυβερνοχώρο, και όσο χρειάστηκε να το αφομοιώσει αυτό συνεχίστηκε η κολοβωμένη προστασία της πρώτης κατοικίας, με ημερομηνία λήξεως πια. Την ολοκλήρωση της δουλειάς ανέλαβε, όπως και άλλες, η διάδοχη κυβέρνηση, διάδοχη όχι μόνο σε χρονική αλληλουχία αλλά και σε προγραμματική συνέχεια. Το ίδιο σχέδιο εφαρμόζουν, γι’ αυτό και οι τσακωμοί τους είναι για τον εμφύλιο κι όχι για το σήμερα. Παράλληλα λοιπόν με το μεταναστευτικό και τα ελληνοτουρκικά, συνεχίζουν τώρα και στο ξεσπίτωμα του κόσμου.
Εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσομε ότι δε μιλούμε για μια «κανονικότητα» στην οικονομία, όπου υπάρχουν μπαταξήδες ή και άτυχοι από δικές τους λάθος επιλογές που μοιραία πληρώνουν τη συμπεριφορά τους ή τη λάθος εκτίμηση που οδηγεί σε αδυναμία αποπληρωμής των οφειλών. Εδώ μιλούμε για δέκα χρόνια κρίσης, που διέλυσαν κάθε προγραμματισμό που μπορεί να είχε κάμει ένα συνετό νοικοκυριό ή ένας επιχειρηματίας, από τους πολλούς μικρομεσαίους που απαρτίζουν τον καμβά της ελληνικής οικονομίας. Εδώ λοιπόν μιλούμε για ανωτέρα βία, για απρόβλεπτες καταστάσεις που, ακόμα χειρότερα, μετεξελίχθηκαν σε Κατοχή και αποικιοποίηση της χώρας. Σε τέτοιες συνθήκες, δε μπορεί να υπάρχει επίκληση σε «στρατηγικούς κακοπληρωτές» από τα παπαγαλάκια της κυβέρνησης που ψάχνουν άλλοθι για να διαλύσουν ό,τι απέμεινε μετά από χρόνια μνημονίων. Ακόμα κι αν αυτοί υπάρχουν, θα πρέπει να κριθούν αφού η χώρα επιστρέψει από την κόλαση που ζει σε πολλαπλά επίπεδα, κι όχι να καούν τα πολύ περισσότερα χλωρά των θυμάτων της κρίσης με τα λίγα συγκριτικά ξερά των όποιων κακοπληρωτών. Το αντίθετο πρέπει να γίνει εν όψει της κατάστασης, να παρασχεθεί προστασία στην πρώτη κατοικία και όχι μόνο σ’ αυτή, σε όλη την περιουσία των δανειοληπτών. Με τί όρους, Μα, με τους όρους που επιφύλαξαν στα διάφορα κοράκια που ήρθαν να αγοράσουν τα κόκκινα δάνεια από τις τράπεζες, που πια δεν είναι ελληνικές, άρα δεν έχουν ούτε αυτές διασύνδεση με την κοινωνία, άλλο ένα κατόρθωμα της πρώτης φοράς Αριστερά. Μπορούσε όμως η Πολιτεία να ορίσει ότι οι δανειολήπτες θα μπορούσαν να εξαγοράσουν το δάνειό τους με τους ίδιους όρους πώλησής τους στα διάφορα Ταμεία που ενεργούν ως κοράκια που ζητούν κέρδος με κάθε τρόπο.
Θα μπορούσε κι ένα κίνημα να το επιβάλει αυτό; Θα μπορούσε να διαμορφώσει τρόπους πάλης εναλλακτικούς; Να εξαγοράσει αυτό τα δάνεια με εράνους και απόδοσή τους στους ιδιοκτήτες με ευνοϊκούς όρους αποπληρωμής; Θα μπορούσε ίσως να το κάμει ανά περίπτωση; Σίγουρα, η εμπειρία της προηγούμενης Κατοχής μπορεί να χρησιμεύσει κι εδώ. Μπορεί ίσως μια κυβέρνηση που θα προκύψει αφού επιτέλους ο λαός αποφασίσει να τελειώνει με το υπάρχον πολιτικό σύστημα, να νομοθετήσει την ακύρωση των μεταβιβάσεων που θα γίνουν μέσω των πλειστηριασμών, όπως είχε γίνει και τότε με τις μεταβιβάσεις στους δωσίλογους εκείνης της εποχής, που πήραν τα σπίτια του κόσμου εκμεταλλευόμενοι την ανάγκη του, με τη δυνατότητα να επαναληφθούν αν συναινούν και οι δύο πλευρές, του ιδιοκτήτη και του υπερθεματιστή στον πλειστηριασμό, ως όρο για την εγκυρότητά τους. Και ίσως θα έπρεπε να υπάρχει από τώρα μια οργανωμένη πολιτική δύναμη που θα κάμει αυτή την προειδοποίηση, ώστε να κόψει την όρεξη των πρόθυμων πλειοδοτών που στην καταστροφή της κοινωνικής δομής βλέπουν μιαν επενδυτική ευκαιρία. Πρέπει λοιπόν το κόστος αυτής της «ευκαιρίας» να γίνει απαγορευτικό γι’ αυτούς.
Το σίγουρο είναι πως οι πλειστηριασμοί πρώτης κατοικίας δεν πρέπει να γίνουν. Έρχονται να κλιμακώσουν την επίθεση στην κοινωνική συνοχή, να καταστήσουν ανέστιους τους πολίτες και άρα να τους αποκόψουν από τον τόπο τους, τη γειτονιά τους, τη ζωή τους. Θα είναι ελεύθεροι μετά να ξενιτευτούν κι αυτοί, δίχως τα βαρίδια της ιδιοκτησίας, δίχως κάτι να τους κρατάει να παλέψουν εδώ. Και βέβαια, θα δημιουργηθεί κενό που κάποιος θα πρέπει να το γεμίσει. Κι αν πριν τρία χρόνια αυτή την παράμετρο δεν τη σκεφτόμασταν, τώρα έρχεται και αυτή να κουμπώσει στην επίθεση στην πρώτη κατοικία. Υπάρχουν ήδη έτοιμοι οι αντικαταστάτες, που θα οδηγήσουν στην πλήρη διάλυση του κοινωνικού ιστού.
Ανεξάρτητα από αυτό όμως, η προστασία της πρώτης κατοικίας είναι από μόνη της χρέος της κάθε κυβέρνησης που εκπροσωπεί το λαό της και δεν είναι λακές ξένων συμφερόντων, χρέος και του λαού να αντισταθεί και σε αυτό το επίπεδο. Δεν υπάρχουν εδώ δικαιολογίες, δεν υπάρχει χρόνος. Ακόμα κι αν μια λαϊκή κυβέρνηση ακυρώσει τις μεταβιβάσεις από τους πλειστηριασμούς, κάποιοι θα έχουν ήδη καταστραφεί. Η πρόληψη είναι πάντα προτιμότερη από την προσπάθεια να διορθωθούν καταστροφές που δε θα έπρεπε να έχουν λάβει χώρα. Κι αυτό η κοινωνία θα το βρει μπροστά της, το βρίσκει μπροστά της ήδη και αυτό. Ας είναι αυτή η μάχη η πρώτη που θα κερδίσομε στην προσπάθεια να νικήσομε στον πόλεμο που κλιμακώνεται συνεχώς σε βάρος μας…

21 Φεβρουαρίου, 2020 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | Σχολιάστε

ΠΑΛΕΥΟΥΝ ΚΑΙ ΓΙΑ ΜΑΣ…

Το σοβαρό κράτος της Τουρκίας δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες ή για ελπίδες. Έχει στόχους, τους διαλαλεί, δουλεύει μεθοδικά γι’ αυτούς και τους υλοποίει σταδιακά. Η παροιμία που έχουν οι Τούρκοι για τους εαυτούς τους είναι χαρακτηριστική: « Ο Τούρκος πιάνει λαγό με τον αραμπά».
Μεθοδικά, με σχέδιο και βήμα βήμα, έχουν πετύχει την ενδυνάμωση της στρατιωτικής τους ισχύος, και μάλιστα με τα δικά τους μέσα, εφαρμόζοντας ενδογενή και αυτάρκη παραγωγική διαδικασία που για μας είναι ακόμη ζητούμενο.
Την ισχύ τους, διαχρονικά την εφαρμόζουν για να συντρίψουν τους γειτονικούς τους λαούς. Από το Μοντζικερτ μέχρι τη Γενοκτονία, από το γιαγκίνι της Σμύρνης μέχρι την Κερύνεια, από την Αρμενία στο Κουρδιστάν. Αυτός είναι και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνονται τα «μηδενικά προβλήματα» με τους γείτονες τους.
Το Κουρδιστάν είναι και ο μόνος (δυστυχώς) πονοκέφαλος τους, εφόσον εμείς λειτουργούμε πια ως προτεκτοράτο της Τουρκίας. Οι Κούρδοι όμως, ένας λαός με συνέχεια ανάλογη με τη δική μας, των Περσών, των Κινέζων, αλλά ο μόνος δίχως κράτος, αντιστέκονται τόσο στο τουρκοκρατούμενο Κουρδιστάν, όσο και στη Συρία απέναντι στην Τούρκικη πολεμική μηχανή. Στην Τουρκία, πρακτικά ελέγχουν την πατρίδα τους εκτός των κεντρικών οδικών αρτηριών. Στη Συρία προδομένοι από όλους δεν κιοτεύουν, δεν σκύβουν το κεφάλι, κάνουν πράξη το «Ελευθερία ή Θάνατος». Όλοι μαζί. Εκεί δεν έχουν αντιφά να μιλούν κατά του Κουρδικού Εθνικισμού. Δεν έχουν φιλελέδες να ζητούν την ειρήνη των νεκροταφείων προκειμένου να αναπτύξουν επιχειρείν υπό την pax turca. Δεν υποτιμούν την πραγματικότητα, όπως ο θλιβερός εκείνος Συριζαίος που δήλωνε ότι «θα το ρισκάρουμε με την Τουρκία».
Ξέρουν τι γίνεται, άλλωστε δεν πρέπει να είναι κανείς γεωπολιτικός αναλυτής για να μην καταλαβαίνει τις προθέσεις της Τουρκίας. Αρκεί να μην είναι ραγιάς και προσκυνημένος, αρκεί να μην έχει παρωπίδες νεοταξικές.


Εγκαταλειμμένοι από όλους λοιπόν οι Κούρδοι. Ας πρόσεχαν, θα βιαστεί να πει κάποιος. Τι θέλανε τις συμμαχίες με τους Αμερικάνους; Δεν πρόκειται γι’ αυτό. Οι Κούρδοι, όπως κάθε λαός που έχει στόχους, ελίσσονται ανάμεσα στις αντιθέσεις των ισχυρών και προσπαθούν να τις εκμεταλλευτούν προς όφελος τους, δεν είναι δεδομένα για κανέναν. Κι ο Ρήγας, στα δικά μας μέτρα, το ίδιο προσπάθησε να κάμει, στρεφόμενος προς τις δυνάμεις εκείνες που μπορούσαν να έρθουν σε σύγκρουση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, τους Ρώσους και μετά τους Γάλλους.
Οι Κούρδοι δε δείλιασαν όταν τους εγκατέλειψαν οι Αμερικανοί. Συνδιαλέγονται με τον Άσαντ. Δίνουν έναν αγώνα υπέρ βωμών και αξιών. Σα λαός, στη βάση της Εθνικής τους ταυτότητας, κι όχι σαν Μουσουλμάνοι, άλλωστε οι ίδιοι δεν ασπάζονται όλοι το Ισλάμ. Προέχει το εθνικό στοιχείο που εγκολπώνει τόσο τους Μουσουλμάνους Κούρδους όσο και τους Γιεζιντι. Κι ενώ η περιοχή τους επιφυλάσσει στη γυναίκα μια παθητική θέση στην κοινωνία, στους Κούρδους είναι ισότιμες, στην πρώτη γραμμή μαζί με τους άντρες στα άρματα και την πολιτική δράση.
Κι ακόμη, έχουν ένα αυτοδιοικητικό μοντέλο οργάνωσης που προστατεύει την άμεση δημοκρατία και ενθαρρύνει την συμμετοχή όλου του λαού στις αποφάσεις της κοινότητας.
Είναι λοιπόν οι Κούρδοι παράδειγμα προς μίμηση, για το αντιστασιακό / δημοκρατικό τους ήθος, για την περηφάνεια και την αξιοπρέπεια τους, για την περιφρόνηση στο θάνατο, για την αγάπη στην ελευθερία. Κι αν αντέξουν, η αντίσταση τους θα γεννήσει μιαν αντιτουρκική δυναμική σε όλο τον πλανήτη.
Τις Αξίες τους μέχρι πρόσφατα τις είχαμε κι εμείς, αλλά τις πετάξαμε στα σκουπίδια για χάρη του καταναλωτισμού και τις κάθε δικαιωματικής ιδεοληψίας που καλλιεργεί χρόνια εδώ ο εθνομηδενισμός και ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός με τα ντόπια τσιράκια του
Και βέβαια, η ζωή αυτή που είχαμε πια επιλέξει, είναι στο έλεος της Τουρκίας. Από τη μεγαλοθυμία της εξαρτάται. Και αν δεν μας την έχει διαλύσει ακόμα, είναι γιατί στα βουνά του Κουρδιστάν κάποιοι αντιστέκονται, κάποιοι παλεύουν και για μας.


Όμως αυτό έχει ημερομηνία λήξεως. Αν δεν αντισταθούμε, οι επόμενοι είμαστε εμείς. Οι κονδυλοφόροι της υποταγής. ήδη μας λένε ότι αυτό είναι μάταιο, ότι πρέπει να αναγνωρίσουμε την ισχύ της Τουρκίας και να υποταχτούμε σ ’αυτήν για να κρατήσουμε μια ζωή ταπεινωμένη, μια ζωή που δεν θα είναι ζωή.
Τις δυνάμεις τις έχουμε για να αντισταθούμε. Και την επινοητικότητα να αναπτύξουμε με δικά μας μέσα και δυνάμεις αντίστασης και διαμόρφωσης αποτρεπτικής ισχύος. Αυτό που χρειάζεται είναι να αντιμετωπίσουμε και τον εσωτερικό εχθρό, τα γιουσουφάκια που ελέγχουν το κράτος και μας εμποδίζουν να πετάξομε.
Ήδη, οι Κούρδοι μας δίδουν μια παράταση ζωής. Εμείς οφείλουμε να ακολουθήσουμε το παράδειγμά τους, που είναι και το δικό μας παλιό παράδειγμα.

18 Οκτωβρίου, 2019 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | Σχολιάστε

ΤΟΠΙΚΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΓΩΓΕΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ Η ΕΥΘΥΝΗ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ

Η Αθήνα συγκροτήθηκε κυριολεκτικά αποστερώντας την υπόλοιπη Ελλάδα από μεγάλο μέρος του πληθυσμού της. Οι άνθρωποι που συνέρρευσαν για μια καλύτερη ζωή στην πρωτεύουσα, διωγμένοι από τα χωριά τους λόγω της εγκατάλειψης αυτών από το κράτος, έφεραν μαζί τους τις επί μέρους ταυτότητες των περιοχών τους. Αυτές τους στήριξαν στα πρώτα τους βήματα στην πόλη, αυτές δημιούργησαν τις πρώτες συσσωματώσεις στην πρωτεύουσα μέσα από κοινές παρέες και αργότερα συλλόγους διατήρησης, για τους παλιούς, και μεταλαμπάδευσης, για τους νεότερους, των αξιών και των εθίμων της ιδιαίτερης πατρίδας.
Ο χορός, το τραγούδι, η τέλεση τοπικών εθίμων, η ίδρυση ναών αφιερωμένων σε τοπικούς αγίους, μαζί με την αρχική συγκέντρωση στην ίδια γειτονιά των νεοφερμένων από την επαρχία (καθώς ο ένας τραβούσε τον άλλο χωριανό σε χώρο που θα ήταν πιο οικείος λόγω της ύπαρξης γνωστών), κράτησαν την τοπική ταυτότητα ζωντανή παράλληλα με την ενσωμάτωση στο άστυ. Στην πράξη, έμπαιναν στο χώρο της πρωτεύουσας συνεισφέροντας την ταυτότητά τους, και συνυπήρχαν με όρους αμοιβαίου σεβασμού με τις υπόλοιπες επί μέρους ταυτότητες των ομοιοπαθών που συνέρρεαν στην Αθήνα από κάθε μεριά της επικράτειας, και όχι μόνο.
Αρχικά λοιπόν υπήρχε μια συνύπαρξη στην πόλη, μικρογραφία του τί συνέβαινε στην Ελλάδα ολόκληρη, των διαφορετικών τοπικών ταυτοτήτων μέσα από κοινές αξίες που διαπερνούν όλο τον Ελληνισμό: Εργατικότητα, αλληλεγγύη, κοινοτικό πνεύμα, τιμιότητα, σεβασμός, και βεβαίως αγάπη στην ελευθερία και αντιστασιακό ήθος. Κι αυτές, μέσα από τις χαμηλές ακόμα γειτονιές, και την κοινοτική τους διάσταση, μεταφέρονταν στην επόμενη γενιά, που γεννιόταν στην Αθήνα αλλά είχε αναφορές στο χωριό μέσα από τις αφηγήσεις των μεγάλων και τις τακτικές επισκέψεις, τουλάχιστο σα χώρο θερινών διακοπών.
Η «ανάπτυξη» οδήγησε στον εκδυτικισμό του αστικού χώρου. Οι γειτονιές δεν ήταν πια χώρος δημιουργίας και ζωής αλλά δυστοπία διανυκτέρευσης ανθρώπων των οποίων η ζωή, η εργασία, οι συναναστροφές εκτυλίσσονταν αλλού. Από τη μια οι πολυκατοικίες που αποξενώνουν τους ανθρώπους, από την άλλη η διόγκωση του αστικού ιστού και η ευκολία (που έγινε κατάρα) του αυτοκινήτου, έσπασαν το τοπικό δέσιμο με τη γειτονιά, τις προσωπικές σχέσεις. Η Αθήνα, από πολιτισμός του χώρου μεταβλήθηκε σε πολιτισμό του χρόνου, απρόσωπη και εχθρική. Μεταξύ αγνώστων δεν υπάρχει σεβασμός, αλληλεγγύη, παρά μόνο αν επιμένει η ανθρωπιά. Αυτή όμως χάνεται ανάμεσα στα κτίρια και το κυνήγι της κοινωνικής ανόδου, μέσα στον ανταγωνισμό για μια θέση στάθμευσης, εργασίας, για ένα τραπέζι σε κάποιο μαγαζί που είναι της μόδας. Η απώλεια του προσώπου αλληλεπιδρά με την αναζήτηση της επιτυχίας σε ατομικό επίπεδο σε μια φαύλη σπείρα που οδηγεί στην απώλεια κάθε ταυτότητας, κάθε αξίας. Παράλληλα, το «πολιτιστικό» πρότυπο που επιβάλλεται, δυτικό και εισαγόμενο, ισοπεδωτικό και απρόσωπο, αποκλείει τον αναβαπτισμό στην κολυμπήθρα των παραδοσιακών αξιών μέσα από την πιο προσιτή μορφή τους, την ψυχαγωγία του χορού, του τραγουδιού, της συντροφιάς.
Γιατί από κει θα μπορούσε να πιαστεί κάποιος και βήμα βήμα να ξαναβρεί τον εαυτό του. Οι τρίτης και τέταρτης γενιάς πια επαρχιώτες, υποτιμούν την καταγωγή τους, επισκέπτονται σπάνια τη γενέτειρα των παππούδων τους, προτιμώντας προορισμούς προβεβλημένους από τα περιοδικά μόδας και φιγούρας, έχουν ένα μικτό λεξιλόγιο με ελληνικές και αγγλικές λέξεις, φτωχό και για τα απολύτως απαραίτητα, είναι διασυνδεμένοι με τον παγκόσμιο ιστό σα φύλλα που τα παίρνει ο αέρας του κοσμοπολιτισμού, δίχως πια ρίζες και στέρεες βάσεις.
Μια στάση αντίστασης στην εξατομίκευση θα ήταν ακριβώς η αντιστροφή της πορείας αυτής. Η επανασύνδεση με την ταυτότητα του καθενός, που του μιλάει πια όχι βιωματικά αλλά γονιδιακά, που την έχει μέσα του και πρέπει να βρει τρόπο να τη βγάλει. Μέσα από το χορό και το τραγούδι των τοπικών ταυτοτήτων, ο καθένας μπορεί να αρχίσει να ξαναβρίσκει το εαυτό του. Όχι ως φολκλόρ και όχι ως έθνικ, αλλά σαν κάτι δικό μας, όχι σαν κάτι που μας αρέσει ως παρατηρητές αλλά που το ζούμε σα φορείς του, που είναι εμείς οι ίδιοι.
Αυτό προϋποθέτει και το άλλο μεγάλο βήμα: Να ξαναβρούμε τί γέννησε αυτούς τους σκοπούς, αυτά τα βήματα του χορού, να ξαναβρούμε την ψυχή μας. Να δούμε την ιστορία που αφηγούνται τα τραγούδια μας, τα γεγονότα που δημιούργησαν τους χορούς μας, να βρούμε τις γεύσεις της γαστρονομίας μας, γεύσεις μοναδικές στηριγμένες σε φτωχά υλικά, να νιώσομε πώς ο λαός μας τη φτώχια του την έκανε καλοπέραση, γιατί είχε τον ελληνικό τρόπο.
Πώς μπορεί όμως να γίνει αυτό σε μια διαμορφωμένη κατάσταση, που αντιπαθεί τις ταυτότητες, που ισοπεδώνει ό,τι ξεφεύγει από το δυτικό πολιτιστικό πρότυπο; Σίγουρα η αυτενέργεια και η θέληση είναι κυρίαρχα εδώ. Στο ατομικό επίπεδο πρώτα και στο επίπεδο της οικογένειας, της παρέας μετά. Μέσα από «άτυπες» διαδικασίες κοινωνικοποίησης, δίχως την παρέμβαση του κρατικού μηχανισμού που θέλει όλα να τα οικειοποιηθεί.
Εκεί ένας Δήμος με προσωποκεντρικά χαρακτηριστικά θα μπορούσε να συμβάλει. Όχι για να υποκαταστήσει τη βούληση των ανθρώπων και να τους χειραγωγήσει. Αλλά για να αφήσει χώρο στην πρωτοβουλία τους, να δημιουργήσει χώρους σε κάθε γειτονιά όπου ο κόσμος θα μπορεί να συναντηθεί, να δημιουργήσει, να ξαναβρεθεί, να ξαναβρεί τις αξίες του λαού μας. Για να φέρει κοντά αυτές τις πρωτοβουλίες μέσα από εκδηλώσεις που θα αναδεικνύουν τις ταυτότητες αυτές. Με κοινό παρονομαστή τις αρχές μας, που εκφράζονται με διαφορετικό τρόπο από τις επί μέρους ελληνικές παραδόσεις. Η συνάντησή τους, η όσμωση μεταξύ τους, θα αναδείξει ακριβώς αυτές τις αξίες. Αυτό βέβαια, απαιτεί τη θέληση να τις ξαναβρούμε, αφού η παρακμή διαπερνά όλη την πατρίδα και πολλές φορές τις εφαρμόζομε επιφανειακά για να τις ακυρώσομε στην πράξη. Και ο Δήμος μπορεί να δημιουργήσει τον καμβά για να ζωγραφιστεί η τοπική ιδιαιτερότητα. Μπορεί να αναδείξει την ιστορία των συνοικιών που δημιουργήθηκαν από εσωτερικούς μετανάστες συγκεκριμένης προέλευσης, από πρόσφυγες του 22, της ανταλλαγής, από αιτίες που έχουν οικονομικό και γεωπολιτικό πρόσημο. Μπορεί να διοργανώσει ημερίδες και συνέδρια για να συνδέσει τους πληθυσμούς αυτούς με τον τόπο καταγωγής, να ενισχύσει πρωτοβουλίες συλλόγων που ψάχνουν σ’ αυτή την κατεύθυνση και δεν αποτελούν άθροισμα παραγόντων που αποβλέπουν σε ρουσφετολογική εξαργύρωση τυχόν αξιωμάτων τους. Γιατί η προσπάθεια αυτή προϋποθέτει κι έναν άλλο τύπο συλλόγων: όχι αυτούς που συναλλάσσονται με την όποια εξουσία τριγύρω τους, αλλά αυτούς που έχουν συνείδηση του τί εκπροσωπούν και τί ευθύνη αποτελεί τούτο. Κι ένας Δήμος που θα διοργάνωνε εκδηλώσεις κα συναντήσεις των επί μέρους ταυτοτήτων, θα στηριζόταν στη δουλειά τέτοιων συλλόγων και των ανθρώπων τους.
Αυτό θα μπορούσε να πάει ακόμα πιο πέρα, στην επανασύνδεση της επαρχίας με την πρωτεύουσα μέσα από τους καταγόμενους από εκεί. Όχι μόνο στο θυμικό αλλά και στο παραγωγικό κομμάτι. Θα μπορούσε να αναδείξει την τοπική παραγωγή και να την αντιπαρατάξει στην αντίστοιχη εισαγόμενη, σε μια πόλη που έχοντας χάσει την ταυτότητά της αγνοεί και τις δημιουργίες του τόπου της. Να συνδέσει τις εκεί παραγωγικές μονάδες με ένα δίκτυο διανομής που θα κάνει την παραγωγή τους γνωστή και προσιτή στον κάτοικο της πόλης. Παράλληλα, αυτό προϋποθέτει και μιαν ακόμα λειτουργία του Δήμου, την ανάδειξη ενός άλλου τρόπου ζωής, με έμφαση στην ποιότητα και όχι στην κατανάλωση, σε αλληλεπίδραση πάντα με ένα ζωντανό και ογκούμενο κομμάτι των δημοτών που θα ήθελε να ξαναγυρίσει σε ένα διαφορετικό πρότυπο και ως προς τη διατροφή, εκτός επιταγών της μόδας και της τεχνολογίας, κοντά στη φύση και στην ταυτότητα. Μια τέτοια διαδικασία θα ενίσχυε τους δεσμούς με το χωριό και θα δημιουργούσε ένα ρεύμα προς τα εκεί.
Άρα, γυρνούμε πάλι στην ανάγκη ενός Δήμου προσωποκεντρικού, που θα ενθαρρύνει την έκφραση των τοπικών ταυτοτήτων και στη χρεία να αναδειχτούν ξανά αυτές από τον καθένα μας. Αυτό είναι το στοίχημά μας αν θέλομε την επιστροφή μας σαν παράγοντας στην οικουμένη, να ξαναβρούμε τον ελληνικό τρόπο, να εκσυγχρονίσομε την παράδοσή μας…

29 Μαρτίου, 2019 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , | Σχολιάστε

ΔΥΣΗ, ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΑ

Η κυριαρχία του δυτικού κόσμου στον υπόλοιπο μέσω της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού, στρατιωτικού, πολιτικού και πολιτιστικού, έχει οδηγήσει στην προσέγγιση και ερμηνεία των πάντων από τη σκοπιά της Δύσης. Αυτό από μόνο του συνιστά πρόβλημα και στην ίδια τη δυτική προσέγγιση, καθώς επιχειρεί να ερμηνεύσει οτιδήποτε συμβαίνει στον κόσμο με βάση μόνο τη δική της εμπειρία, η οποία αυθαίρετα θεωρείται ότι έχει οικουμενική εφαρμογή. Και βέβαια δείχνει και την υπεροψία με την οποία η Δύση προσεγγίζει τον υπόλοιπο κόσμο.
Μια σειρά διανοούμενοι από διαφορετικές αφετηρίες και καταβολές (ενδεικτικά ο Γιώργος Κοντογιώργης και ο Παλαιστίνιος Έντουαρντ Σαΐντ), εντοπίζουν αυτή την προβληματική προσέγγιση της Δύσης απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο, στον οποίο προσπαθεί να επιβάλει τα δικά της μέτρα και σταθμά. Είναι τόσο κυρίαρχη αυτή η προσέγγιση, ώστε να θεωρείται αυτονόητη ακόμα και από τον υπόλοιπο κόσμο, ενώ η κάθε περιοχή και η κάθε ταυτότητα έχουν ανεξάρτητες πορείες και εξέλιξη, που δε χωρούν στις δυτικές θεωρίες και που αξίζουν τουλάχιστον ισότιμη αντιμετώπιση.
Ένα παράδειγμα είναι ο Διαφωτισμός. Για την εποχή του ήταν μια πρόοδος για το δυτικό κόσμο, καθώς αμφισβήτησε την απολυταρχία και έδωσε πρόσωπο και φωνή στις μάζες των καταδυναστευομένων από τη φεουδαρχία (δε θα εξετάσομε εδώ την τελική επικράτηση μιας εκδοχής του η οποία οδήγησε σε μια νέα καταδυνάστευση, αυτή της Φύσης από τον άνθρωπο με πρόσχημα την ελευθερία της σκέψης). Αυτή η πρόοδος για το δυτικό κόσμο λοιπόν, εμφανίζεται ως μια συνολική επιτυχία της ανθρωπότητας, κι ας μην αποτελούσε για άλλες κοινωνίες ανάγκη. Ιδιαίτερα στην περίπτωση του Ελληνισμού, υπάρχει μια συνεχής πλύση εγκεφάλου (από διάφορους δυτικοθρεμένους διανοούμενους του νεοταξικού χώρου) περί μεταφοράς του πνεύματος του Διαφωτισμού στον ελληνικό χώρο και της αφύπνισης που αυτή η επιρροή επέφερε, με κατάληξη στην επανάσταση του 21. Παρουσιάζεται δηλαδή ο Διαφωτισμός ως μια σημαντική εξέλιξη που φώτισε και τους εδώ ιθαγενείς και τους ξύπνησε, οδηγώντας τους στην ελευθερία.
Όμως, για τον Ελληνισμό, ο Διαφωτισμός δεν ήταν κάτι που χρειάζονταν για να έρθουν στο προσκήνιο οι πολίτες. Από την αρχαιότητα και μετά στο Βυζάντιο, και ακόμα και υπό τον τουρκικό ζυγό, οι Έλληνες έδιδαν ιδιαίτερη σημασία στο πρόσωπο, στον πολίτη, και ποτέ δεν είχαν ανάγκη να αποτινάξουν εσωτερικό απολυταρχικό εχθρό. Είχαν, τον καιρό της Τουρκοκρατίας και της Λατινοκρατίας, δυνάστη, αλλά όχι στα πλαίσια των κοινοτήτων τους. Οι κοινότητες ήταν αυτές που έδιδαν στον πολίτη σημαντικό ρόλο, που δημιουργούσαν, ακόμα και σε συνθήκες σκλαβιάς, ένα αμεσοδημοκρατικό πολιτικό σύστημα που επέτρεπε στην κοινωνία να ασκεί η ίδια την πολιτική εξουσία και όχι μέσω αντιπροσώπων, να αποφασίζει σε καιρό ειρήνης πώς θα πορευτεί και σε καιρό υποδούλωσης πώς θα αντιμετωπίσει το δυνάστη. Αυτό εκφράστηκε και στα πρώτα συντάγματα της επανάστασης, όπου προβλεπόταν καθολική ψηφοφορία, πράγμα ανήκουστο για τη «διαφωτισμένη» Ευρώπη της εποχής! Ο Ελληνισμός είχε τη δική του πνευματική αναγέννηση που μπορεί να συνδιαλέχθηκε με το Διαφωτισμό αλλά δεν προήλθε από αυτόν. Σε άλλες καταστάσεις αναπτύχθηκε και άλλες προτεραιότητες ήρθε να καλύψει. Σεβαστά είναι και τα δύο ρεύματα, δεν μπαίνει θέμα αν κάποιο είναι καλύτερο από το άλλο, καθώς απαντούν σε διαφορετικές πραγματικότητες και διαφορετικά επίπεδα πολιτικής ωριμότητας, με τον Ελληνισμό να έχει λύσει από παλιά το ζήτημα της άμεσης δημοκρατίας και της σημασίας του Πολίτη/Προσώπου στη λήψη αποφάσεων της κοινότητας.


Ένα άλλο παράδειγμα αποτελεί η εθνογέννεση στη Δύση και πώς αυτή κατέληξε να θεωρείται ότι αφορά όλη την οικουμένη. Πράγματι, στη Δύση δεν υπήρχε εθνική συνείδηση ανάμεσα στους πληθυσμούς που ζούσαν σα σκλάβοι στα φέουδα. Σταδιακά και με την επιρροή του Διαφωτισμού, οι δομές εξουσίας που διαμορφώθηκαν οδήγησαν στην ενοποίηση ευρύτερων πληθυσμιακών ομάδων σε έθνη. Αυτό το φαινόμενο έχει πολύ ενδιαφέρον για τη μελέτη της ιστορίας του δυτικού κόσμου. Όμως, όταν επιχειρείται από τους δυτικούς ιστορικούς αυτό το μοντέλο να εμφανιστεί ότι έχει παγκόσμια εφαρμογή, οδηγεί σε εκτρωματικές θεωρίες. Έτσι, ιστορικά έθνη όπως το Ελληνικό, το Κινέζικο, το Περσικό, το Εβραϊκό, δε χωρούν σ’ αυτή την ερμηνεία. Και οι μεν Κινέζοι, Εβραίοι, Πέρσες, έχουν συνείδηση αυτής της κατάστασης και δεν επιτρέπουν να τους επηρεάσει. Εδώ όμως, η ιστορία θέλησε να καταντήσομε παρασιτική απόφυση της Δύσης και η Δύση προσπαθεί να μας επιβάλει το δικό της πολιτιστικό πρότυπο (κι έχομε και πρόθυμους υπηρέτες της και σε αυτό). Επομένως, ένα κομμάτι των διανοουμένων που υπηρετούν τις επιδιώξεις της Δύσης και της Νέας Τάξης, διακινούν αυτές τις θεωρίες με την πριμοδότηση του κράτους και της ντόπιας εξουσίας. Ανακαλύπτουν ότι δεν υπάρχει συνέχεια στην ιστορία μας, ότι εμείς σαν έθνος δημιουργηθήκαμε από το κράτος που προέκυψε μετά την επανάσταση του 1821, βάζοντας την τρισχιλιετή πορεία του λαού μας στην Προκρούστεια κλίνη της Δυτικής θεωρίας για την εθνογέννεση. Αναχαράσσουν θεωρίες που οι δημιουργοί τους έχουν ήδη απορρίψει: ο θεωρητικός των απόψεων περί δημιουργίας των εθνών κατά την πρόσφατη ιστορική περίοδο, Έρνεστ Γκέλνερ, τελικά αναγνώρισε ότι η θεωρία του δε μπορεί να καλύψει ιστορικά έθνη όπως και οι Έλληνες. Παρ’ όλα αυτά, οι διανοούμενοι της υποταγής αναφέρονται σ’ αυτόν για να αποδείξουν ότι δημιουργηθήκαμε σα λαός πρόσφατα κι ότι δεν έχομε ιστορική συνέχεια.
Αυτές οι θεωρίες βολεύουν πολύ τις κυβερνήσεις της υποταγής: Αν δεν υπήρχαμε παλιότερα, δεν έχουμε ρίζες να κοπούνε από μια πολυπολιτισμική μετάλλαξή μας, δεν έχομε να χάσομε κάτι από μιαν υποδούλωσή μας στους αποικιοκράτες των μνημονίων και στο νεοοθωμανισμό. Θα γίνουμε ό,τι θέλει ο νέος μας αφέντης και δε θα αγχωνόμαστε, δεν ήμασταν κάτι πριν για να το χάσομε.
Αυτές τις θεωρίες έχομε χρέος να αντιπαλέψομε. Με όπλο την αλήθεια, την ιστορία και την πραγματικότητα. Σε μιαν εποχή που δεν τα ευνοεί, εμείς ή θα νικήσομε ή θα χαθούμε. Κι εδώ ο φυσικός θάνατος δεν είναι τόσο τρομερός όσο η απώλεια της ταυτότητάς μας.

13 Δεκεμβρίου, 2017 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | Σχολιάστε

Η ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΑΘΗΝΑ

Ο υδροκεφαλισμός της πρωτεύουσας έχει συζητηθεί αρκετά, έχει καταδικαστεί επίσης αρκετά, αλλά η γιγάντωση της Αθήνας είναι γεγονός, σύμπτωμα της στρεβλής πορείας της χώρας διαχρονικά. Μόνο η κρίση ανέκοψε το ρυθμό αυτό και δημιούργησε ένα ρεύμα, μικρό αλλά υπαρκτό, επιστροφής στην επαρχία.
Η Αθήνα είναι υπεύθυνη για τον παρασιτικό χαρακτήρα της οικονομίας μας, αφού οι υπόλοιπες περιοχές και παραγωγικές είναι, και έχουν πλεονασματικό ισοζύγιο. Η μεγάλη τρύπα της Αθήνας δημιουργεί τετελεσμένα που τα υφίσταται όλη η Ελλάδα. Πέρα από την οικονομική διάσταση του Αθηναϊκού υδροκεφαλισμού, υπάρχει και η πολιτιστική, που είναι πιο σοβαρή και με μακροπρόθεσμές συνέπειες: Η Αθήνα αποτελεί πια ένα χώρο με ανύπαρκτη ταυτότητα. Η διατήρηση τοπικών ταυτοτήτων σε συνειδητοποιημένη μερίδα του πληθυσμού είναι μειοψηφική σε φθίνουσα πορεία, αφού οι νέοι που γεννιούνται και μεγαλώνουν στην Αττική έχουν όλο και λιγότερα ερεθίσματα από χωριά και τόπους καταγωγής. Δυτικά πρότυπα, καταναλωτισμός, ξένη μουσική και διασκέδαση, αποτελούν τα πρότυπά τους.


Αυτό έχει αντίκτυπο και στην πολιτική διάσταση. Έχοντας την αίσθηση ότι η Αθήνα είναι στην πράξη η Ελλάδα, αφού έχει βαρύνοντα ρόλο σε σχέση με τις υπόλοιπες περιοχές, αδυνατούν να συλλάβουν τα ζητήματα που απασχολούν τη χώρα.
Η Θράκη είναι άγνωστη, για τα Σκόπια αδιαφορούν, το Αιγαίο τους αφορά μόνο ως προς τις διακοπές στη «γκλαμουριά» της Μυκόνου και η Κύπρος είναι μακριά. Η Αθήνα διαμορφώνει μη πολίτες και μόνο με το μέγεθός της.
Το μέγεθος είναι και ένας παράγοντας που συντελεί στην όξυνση των συμπεριφορών. Όταν οι άνθρωποι είναι άγνωστοι μεταξύ τους υπάρχει μια μεγάλη επιθετικότητα στο δρόμο, στις σχέσεις, στο τυχαίο συμβάν. Αν το μέγεθος ήταν μικρότερο, όλοι κάπως θα συνδέονταν, αν όχι απευθείας, θα ήταν γνωστοί γνωστού. Αυτό θα δημιουργούσε μεγαλύτερη συνεννόηση, αλληλοκατανόηση, παρεμβάσεις εκτόνωσης σε περίπτωση διενέξεων, θα περιόριζε πολύ την ένταση ενός χώρου συνάθροισης αγνώστων.


Η Αθήνα πρέπει να σταματήσει να έχει το μισό πληθυσμό της χώρας. Η Ελλάδα χρειάζεται πολλές πόλεις μικρότερου μεγέθους αντί για μια μεγάλη. Πόλεις που θα επιτρέπουν να γλυτώνουμε χρόνο στις μετακινήσεις, που θα δημιουργούν κοινότητες μέσω του μικρού τους μεγέθους, που θα κρατούν και θα εξελίσσουν την ταυτότητα, δεν θα την εξαφανίζουν. Πόλεις που θα επιτρέπουν συλλογικές δράσεις. Μέσα σε όσα πρέπει να κάνουμε για να αντιστρέψουμε την κατάσταση, αν μπορούμε πια να το κάνουμε, είναι να υπάρξει ένα σχέδιο μείωσης της έκτασης και του πληθυσμού της Αθήνας.

25 Οκτωβρίου, 2017 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , | Σχολιάστε

ΑΠΟΥ ‘ΧΕΙ ΑΡΜΑΤΑ ΑΣ ΒΑΣΤΑ ΚΙ ΑΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΣ ΕΥΡΕΙ: 99 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ, ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ

«To Δημοτικόν Συμβούλιον, συνελθόν εν πλήρει αυτού απαρτία εν τη έδρα του Δήμου, αποφασίζει παμψηφεί, συνεχίζον το προαιώνιον πρόγραμμα του Κρητικού Λαού, κηρύττει, εν ονόματι της Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος, την ανεξαρτησίαν της Κρήτης και την Ένωσίν της μετά της μητρός Ελλάδος, όπως μετά ταύτης αποτελέσει εν αναπόσπαστον και αδιαίρετον Βασίλειον. Προσκαλεί τον Βασιλέα των Ελλήνων να αναλάβει την διακυβέρνησιν του τόπου. Επιδοκιμάζει τας εθνικάς ενεργείας της Κυβερνήσεως του τόπου και προσκαλεί αυτήν να διοικεί την Νήσον εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου του Α’, μέχρις ού ούτος ονομάσει αντιπρόσωπόν του»

Όταν οι παλιοί μας υιοθετούσαν στους δήμους της τότε Κρητικής Πολιτείας ψηφίσματα σαν κι αυτό, υλοποιούσαν θέσεις και απόψεις δεδομένες, έχοντας πίστη στα δίκαιά τους και αποφασισμένοι να τα κατακτήσουν. Γι’ αυτό νίκησαν τελικά, μετά από αιώνες σκλαβιάς, μοιρασμένης εξ ίσου χρονικά ανάμεσα στους δυό διαχρονικά δυνάστες του λαού μας, τους Δυτικούς και τους Τούρκους. Γιατί επέμειναν με πείσμα στην προσήλωσή τους στην ταυτότητά τους, αυτή που τους διαχώριζε από τους κατακτητές τους, αυτή που τους επιφύλαξε τόσα βάσανα στην προσπάθεια των εχθρών να την απαλείψουν.

ΕΠΙΓΡΑΦΗ

Αυτή η απαρασάλευτη επιμονή στην ταυτότητά μας, ήταν αυτή που έφερε την ελευθερία στο λαό μας, και την Ένωση με την Ελλάδα στην Κρήτη. Στην πορεία χάθηκαν πολλοί. Άλλοι παλεύοντας να αντισταθούν, άλλοι όμως χάθηκαν για το λαό μας προσχωρώντας στους δυνάστες, τουρκεύοντας, γινόμενοι οι ίδιοι πια καταπιεστές. Τους πρώτους τους τιμούμε και γνωρίζομε ότι αυτοί είναι η αιτία που εμείς σήμερα είμαστε ελεύθεροι, οι δεύτεροι ήταν κάποτε αυτοί ενάντια στους οποίους πολεμήσαμε, για περιπέσουν πια σε λήθη.
Ημέρες επετείων, συνηθίζομε να θυμόμαστε τα γεγονότα. Αρχικά αυτό γινόταν με περίσσια συγκίνηση κι ενθουσιασμό, άλλωστε ήταν κοντινά και το φρόνημα απαράλλαχτο. Πάνω σ’ αυτό το φρόνημα στηρίχτηκε η συνέχεια των προσπαθειών μας, η συμμετοχή στο Μακεδονικό αγώνα, η Μάχη της Κρήτης, η συλλογή όπλων για τον αντιαποικιακό αγώνα της Κύπρου για την Ένωση. Κι οι αξίες που το γέννησαν, με πρώτο το αντιστασιακό πνεύμα και μαζί του την αλληλεγγύη, την ολιγάρκεια και την εργατικότητα, συνοδεύουν τους παλιούς μας σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο, μέχρι σχετικά πρόσφατα.
Σε κάποιο σημείο όμως, αυτά χάθηκαν. Γι’ αυτό και οι επέτειοι είναι πια μόνο ματιές στο παρελθόν, επίτηδες ξεκομμένες από το σήμερα, επίτηδες μνημόσυνα κι όχι αφορμή για αναβάπτιση και προσωπικό απολογισμό του καθενός μας, τι κάμαμε σήμερα για να μπορούμε να κοιτούμε στα μάτια τους παλιούς μας, πως θα φανούμε κι εμείς αντάξιοι. Αυτό πια το προσπερνούμε γρήγορα, και κοιτούμε να βγάλομε την υποχρέωση που μας δίδει η υπόμνηση της επετείου με κάποιαν ομιλία που απαριθμεί ιστορικά γεγονότα και μένει εκεί. Είναι πια σχεδόν ενοχλητική η μέρα αυτή, καθώς δε μας βολεύει πια να μετρούμε τη μικρότητά μας με τους παλιούς, καθώς για μας η κατανάλωση μη αναγκαίων αγαθών είναι πιο σημαντική από την ελευθερία και την αξιοπρέπειά μας.
Γι’ αυτό και σήμερα βλέπομε να διαλύεται η κοινωνία γύρω μας και δεν αντιδρούμε. Θερίζομε αυτό που σπείραμε χρόνια τώρα με δανεικές απολαύσεις, με μια ψευδαίσθηση νεοπλουτισμού, αλλά τον πλούτο φροντίσαμε να μην το δημιουργούμε. Η πατρίδα μας δεν είναι πια παραγωγική, και τώρα ο λογαριασμός πληρώνεται, και μάλιστα με λάθος τρόπο. Όχι με ανασύσταση του παραγωγικού ιστού, όχι με στόχο την αυτάρκεια, όχι με προσπάθεια να φύγομε από την κρίση στηριγμένοι στις δικές μας δυνάμεις. Η Δύση και οι Τούρκοι είναι πάλι μπροστά μας, η πρώτη μας σπρώχνει στην οικονομική εξαθλίωση και στην αποδόμηση του κοινωνικού ιστού, η δεύτερη μας κατακτά σιγά σιγά, και το κυριότερο, δίχως να χυθεί στάλα αίμα.

ΜΑΝΤΑΚΑΣ

Η Δύση μας επιβάλλει την ταπείνωση του να διακονευόμαστε την ελεημοσύνη της και να λέμε κι ευχαριστώ από πάνω. Τι θα πουν οι παλιοί μας, αυτοί που αντιστάθηκαν στους Ενετούς, αλλά κι αυτοί που πιο πρόσφατα δέχτηκαν τους βομβαρδισμούς των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων στο Ακρωτήρι, όταν ξεσηκώνονταν κατά του Τούρκου; Τι θα πουν αυτοί που είδαν τη σημαία μας να πέφτει από τον ιστό από πυρά των Ευρωπαίων και έτρεξαν να βάλουν ιστό το κορμί τους ώστε να τη σηκώσουν ξανά; Πως θα αντιδρούσαν εκείνοι που έτρεξαν τότε στη Μακεδονία σήμερα που το προξενείο αλωνίζει στη Θράκη; Κι άραγε, θα έλεγαν οι γιαγιάδες παραμύθια στα παιδιά για τη ζωή των πασάδων που αιματοκυλούσαν την Κρήτη κάθε λίγο; Εμείς όμως σήμερο δεχόμαστε να βλέπομε ανελλιπώς στην τηλεόραση την παραμυθένια ζωή του Σουλεϊμάν, του σφαγέα του λαού μας, αυτού που έσυρε χιλιάδες παιδιά μας στο παιδομάζωμα.
Οι παλιοί μας είχαν αξίες και πίστη, είχαν και θεσμούς που προστάτευαν την κοινωνία όπου ζούσαν. Η άμεση δημοκρατία, με την αυτοδιοίκηση σε επίπεδο κοινότητας, σήμαινε τη συμμετοχή όλων στις αποφάσεις και την ανάδειξη των πιο αξιόπιστων στην ηγεσία. Είναι χαρακτηριστικό το πώς πάρθηκε η απόφαση για την επανάσταση του Δασκαλογιάννη και τη συμμετοχή των Σφακιανών στον πανελλήνιο σηκωμό των Ορλωφικών. Σήμερα για ποια δημοκρατία μιλούμε, εμείς που είμαστε εκλογικοί πελάτες, αν όχι γλείφτες πολιτικών που δεν ενδιαφέρονται για τα κοινά, εθισμένοι στις επιδοτήσεις που δεν προώθησαν την παραγωγικότητα αλλά εξασφάλισαν τη σιωπή μας;. Τα κόμματα λειτούργησαν με τρόπο που τραυμάτισε το πολίτευμα, και η επιστροφή σε μορφές αμεσοδημοκρατικής διοίκησης αποτελεί ζητούμενο για την επανασύνδεση της κοινωνίας με την άσκηση της εξουσίας. Η αναντιστοιχία της διοίκησης με το λαϊκό αίσθημα φαίνεται κάθε μέρα, με κάθε καινούργιο μέτρο που στραγγαλίζει το λαό μας. Φαίνεται επίσης και η απώλεια των αντιστασιακών μας αντανακλαστικών, αφού μέχρι τώρα δεν έχομε αντιδράσει όπως θα γινόταν άλλοτε, απέναντι σε ξένες ή ξενόδουλες εξουσίες.
Οι παλιοί μας είχαν περηφάνεια κι αξιοπρέπεια. Σε τέτοιο βαθμό, που αν έκριναν ότι θίγεται, προέβαιναν ακόμα και σε εγκλήματα τιμής. Σήμερα δεν υπάρχουν εγκλήματα τιμής, υπάρχει όμως τεράστια εγκληματικότητα. Γιατί η κοινωνία έχει πια αλλάξει, γιατί σήμερα έχομε κατακτήσει ένα επίπεδο ζωής στηριγμένο στα δανεικά και στα ψέματα, και για να το διατηρήσομε θα πρέπει πια να καταφύγομε στην παραβατικότητα. Δε θα σκεφτούμε στιγμή να επιστρέψομε στην ολιγάρκεια, να συνειδητοποιήσομε ότι οι «ανάγκες» που μας δημιουργεί ένα ολόκληρο σύστημα δεν είναι ανάγκες.
Ενωθήκαμε λοιπόν με την Ελλάδα πριν 99 χρόνια. Με μιαν ¨Ελλάδα που έφευγε προς τα μπρος, και που η Κρήτη επιτάχυνε αυτή την πορεία της, πορεία που κάηκε από το διχασμό στις στάχτες της Σμύρνης, πριν 90 χρόνια, γιατί έχομε και την επέτειο της Μικρασιατικής καταστροφής δυστυχώς, που ούτε κι αυτή μας οδηγεί σε διδάγματα. Ενωθήκαμε με την Ελλάδα μετά αγώνες λυσσαλέους για να καταντήσομε σήμερα, όλοι μαζί, να μη νοιαζόμαστε για την πατρίδα μας, να αναγκαζόμαστε να φεύγομε στα ξένα και πάλι για να γλυτώσομε από τη φτώχεια.
Έχομε προβλήματα τεράστια. Αλλά αν έχομε πίστη στην αξιοπρέπειά μας, στην κοινωνική δικαιοσύνη, πρέπει να παλέψομε εδώ. Δυο λέξεις δύσκολες, το «παλέψομε» και το «εδώ». Αλλά εκείνοι που έφεραν την Ένωση, κι οι πιο παλιοί που αγωνίστηκαν γι αυτήν αλλά δεν την έφτασαν, δε δίστασαν στιγμή ούτε για το ένα, ούτε για άλλο. Ας είναι λοιπόν η επέτειος της Ένωσης όχι ένα ακόμα μνημόσυνο, αλλά μια αφορμή να αφυπνιστούμε, να σταθούμε αντάξιοι εκείνων, και να μπορέσομε να τους κοιτάξομε στα μάτια κάποια στιγμή.

6 Δεκεμβρίου, 2012 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη | , , , | Σχολιάστε