Με το τουφέκι και τη λύρα

ΤΟΥΡΚΙΑ: ΔΥΟ ΒΗΜΑΤΑ ΠΙΣΩ Η ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΜΠΡΟΣΤΑ;

Η ελληνική πολιτική φαίνεται επιτέλους να έχει συνειδητοποιήσει ότι ο κατευνασμός ως μέσο αντιμετώπισης της Τουρκίας έχει αποτύχει· αυτό, δυστυχώς, δεν οφείλεται στην οξυδέρκεια του πολιτικού μας προσωπικού…

Η απότομη προσγείωση των ελίτ της πατρίδας μας στην πραγματικότητα, αποτελεί συνέπεια της επιθετικής πολιτικής του Ερντογάν, που, πέραν των διαχρονικών τουρκικών προθέσεων και αναβάθμισης της γείτονος, μπόρεσε να εκδηλωθεί και λόγω της εγκατάλειψης της άμυνας της χώρας, της διπλωματικής της οπισθοχώρησης σε όλα τα πεδία και της απαξίωσής της γενικά μέσα από πολιτικές εξάρτησης και άρνησης άσκησης πολιτικής με βάση τα συμφέροντά της.

Η πρόσκρουση της κυβέρνησης στην πραγματικότητα του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου επήλθε μόνο επειδή δε μπορούσε πλέον να παριστάνει πως δε βλέπει τί γίνεται. Οι προηγούμενες νόμιζαν πως είχαν αυτή την πολυτέλεια, και απλά προετοίμασαν την αποσάθρωση του εδάφους στο οποίο βρέθηκε η σημερινή, και το οποίο υποχωρεί κάτω από τα πόδια της, συμπαρασύροντας και όλο το λαό.

Δε θα επαναλάβομε εδώ αναλύσεις που έχουν ήδη καλύψει το θέμα, για την Τουρκική επεκτατικότητα σε όλη τη μεθόριο, χερσαία και θαλάσσια, από την Θράκη μέχρι την πράσινη γραμμή, για την εργαλειοποίηση ενός υπαρκτού ρεύματος οικονομικής μετανάστευσης αλλά και τη δημιουργία εκ του μηδενός τέτοιου με στόχο την αλλοίωση του πληθυσμού της πατρίδας μας. Θα θεωρήσομε επίσης αυτονόητη και δεδομένη τη νεοοθωμανική στάση της Τουρκίας και την επεκτατική της πολιτική σε μια τεράστια ακτίνα γύρω από την επικράτειά της προς όλα τα αζιμούθια. Και θα αποπειραθούμε να διερευνήσομε τρόπους ανάσχεσης της τουρκικής πλημμυρίδας.

Η κατάσταση, ακριβώς επειδή είναι τόσο αρνητική παντού, επιτρέπει και επιβάλλει αντιδράσεις σε πολλαπλά επίπεδα, κάποιες από τις οποίες θα παραθέσομε επιγραμματικά εδώ. Συνοπτικά, ενέργειες πρέπει να αναληφθούν στο εσωτερικό της χώρας, στο εξωτερικό, και στο εσωτερικό της Τουρκίας. Ενέργειες που θα επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα τους συσχετισμούς μεταξύ της χώρας μας και της Τουρκίας.

Στο εσωτερικό πεδίο, είναι σαφές πως η δυσχερής θέση της Ελλάδας έχει πολλαπλές αιτίες με κοινή βάση την παρασιτική δομή της. Η οικονομία είναι παραγωγική αθροιστικά στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα σε ποσοστό κατώτερο του 20% του ΑΕΠ, ενώ οι υπηρεσίες με πρώτο τον τουρισμό κυριαρχούν. Αυτό και μόνο εμποδίζει την υλοποίηση αυτόνομης πολιτικής. Ένα σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης θα έπρεπε να συγκρουστεί με παθογένειες, με τον παρασιτισμό, να στοχεύσει στην τεχνολογική αναβάθμιση και στην επένδυση σε εξοπλισμό. Αυτά θα κληθούν να τα υλοποιήσουν νέοι που όλο και λιγοστεύουν μέσα από μια δημογραφική κατάρρευση που καθιστά ορατή την εξάλειψή μας ως λαού σε μερικά χρόνια. Και θα πρέπει να γίνουν σε έναν κοινωνικό ιστό ασφαλή και ομονοούντα, όχι διαλυμένο από τη λαθρομετανάστευση ούτε απειλούμενο από την τουρκική επέλαση.

Αυτά προϋποθέτουν ένα κράτος με όραμα, που ταυτίζεται με το λαό που διοικεί και δεν τον καταδυναστεύει. Άρα, με μιαν εθνική ιδεολογία απεξάρτησης και συγκρότησης ενός συμπαγούς εσωτερικού μετώπου που θα στοχεύει στη συνέχεια και στην εμπέδωση της παρουσίας του λαού μας στα εσωτερικά και διεθνή δρώμενα.

Η ανάγκη για ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση μπορεί να δέσει και με το στόχο της κατά το δυνατόν αμυντικής αυτονομίας της χώρας. Μέσα από συμπαραγωγές οπλικών συστημάτων, μεταφοράς και δημιουργίας τεχνογνωσίας, επένδυσης στην ψηφιακή τεχνολογία, ανάπτυξης αυτόνομης τεχνολογίας όπου τούτο είναι εφικτό, μεγαλώνουμε την αυτάρκειά μας, εφαρμόζομε τη γνώση αυτή σε όλη την οικονομία, στηριζόμαστε στην επινοητικότητα του έμψυχου δυναμικού μας, δίδουμε όραμα και πίστη για το μέλλον, δημιουργούμε υψηλής ειδίκευσης θέσεις εργασίας και παράγομε πλούτο για το λαό και την πατρίδα.

Και για να υλοποιηθούν αυτά, απαιτείται έμψυχο δυναμικό, το οποίο αυτή τη στιγμή λείπει, είτε γιατί έχει εξωθηθεί στη μετανάστευση είτε λόγω της δημογραφικής κατάρρευσης της χώρας. Η δημιουργία θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης θα φέρει πίσω τους ξενιτεμένους νέους. Και η επανάκτηση οράματος, σε συνδυασμό με συγκεκριμένη δημογραφική πολιτική, θα αντιστρέψει τη μείωση των γεννήσεων. Παράλληλα, η έμφαση στην ειδικευμένη εργασία και η επένδυση σε εξοπλισμό, θα μειώσει και την ανάγκη για ανειδίκευτη μαύρη εργασία· κι αυτό είναι μια παράμετρος, συχνά υποτιμούμενη, που θα μειώσει και την ανάγκη χρησιμοποίησης λαθρομεταναστευτικών πληθυσμών στο επίπεδο της κοινωνίας, παράλληλα με μια σοβαρή πολιτική αποτροπής του φαινομένου, η οποία θα συμβάλει στην αποκατάσταση της συνοχής της κοινωνίας.

Παράλληλα, οφείλει να ελέγξει απολύτως τη δράση της Τουρκίας στη Θράκη και εσχάτως στα Δωδεκάνησα. Η μειονότητα η ίδια καταπιέζεται από το προξενείο με την ανοχή της Ελλάδας, και οφείλει το κράτος να τη στηρίξει. Μια μειονότητα ελεύθερη από την Τουρκική καταπίεση μπορεί να λειτουργήσει και ως γέφυρα προς το μουσουλμανικό κόσμο, ενώ τώρα εμφανίζεται ως καταπιεζόμενη μέσα από την Τουρκική εκμετάλλευση του θέματος με απούσα την Ελλάδα και φιμωμένη ή χειραγωγούμενη τη μειονότητα.

Τα παραπάνω λειτουργούν προς την ενίσχυση της χώρας έναντι της Τουρκίας, άμεσα και έμμεσα, αναβαθμίζοντάς την σε μια σειρά από τομείς. Αυτό είναι απαραίτητο, γιατί ένας οργανισμός πρέπει να είναι συνολικά υγιής για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που του θέτει η πραγματικότητα.

Κι αν στο εσωτερικό πρέπει να ενδυναμωθεί η άμυνα, η παραγωγικότητα, η δημογραφία και η συνοχή του κοινωνικού ιστού, στον εξωτερικό περίγυρο η δουλειά που μας περιμένει δεν είναι λιγότερη: Η χώρα πρέπει να θωρακιστεί απέναντι στις απειλές και να σπάσει την περικύκλωση που επιχειρεί να της επιβάλει η Τουρκία. Καλείται λοιπόν να κινηθεί πολυδιάστατα.

Στην ΕΕ, πρέπει να καταστεί, μαζί με την ιδιαίτερου ειδικού βάρους Γαλλία, κινητήριος δύναμη ενός αντιγερμανικού-αντιτουρκικού πόλου. Η Γαλλία, η Αυστρία, και εσχάτως η Ολλανδία, Σλοβενία, Βέλγιο, Σλοβακία, Ιρλανδία, είναι χώρες που αντιλαμβάνονται τους κινδύνους που η Τουρκία αντιπροσωπεύει και αποτελούν, μαζί με την Ελλάδα και την Κύπρο ένα πυρήνα υπολογίσιμο μέσα στην ΕΕ, που σπάει τη γερμανική μονοκρατορία και έχει την προοπτική να συσπειρώσει κι άλλες χώρες, δυσχεραίνοντας τα σχέδια της Τουρκίας να επιβάλει τετελεσμένα.

Στη Μεσόγειο, πρέπει να εμβαθύνομε τη συμμαχία με τη Γαλλία και να κινηθούμε πιο ενεργά στη σύμπηξη ενός αντιτουρκικού τόξου με εκείνη, την Αίγυπτο, τα Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία, το Ισραήλ, τη Συρία, τη Λιβύη του Χαφτάρ, την Κύπρο. Προοπτικά, θα πρέπει να εκτείνεται το τόξο αυτό μέχρι την Ινδία, την Αρμενία και άλλες χώρες του μουσουλμανικού κόσμου που βρίσκονται σε σύγκρουση με την Τουρκία. Η συμμαχία αυτή θα μπορεί να λάβει πολυεπίπεδα χαρακτηριστικά, από προμήθειες εξοπλισμού μέχρι αμοιβαία συνδρομή σε περίπτωση επίθεσης.

Συγχρόνως, οφείλομε να εγκαταλείψομε τη φοβική στάση μας στο θέμα της ανακήρυξης χωρικών υδάτων στα 12 μίλια. Η ενέργεια αυτή θα λύσει αυτόματα τα ζητήματα κυριαρχίας και εκμετάλλευσης στο Αιγαίο, ακόμα κι αν δεν οριοθετηθεί ΑΟΖ.

ΑΟΖ όμως επιβάλλεται να οριοθετηθεί με την Κύπρο, καθώς οφείλομε να έχομε στην πράξη έναν ενιαίο χώρο με το άλλο ελληνικό κράτος, και να λειτουργούμε εν τοις πράγμασι σαν μια οντότητα. Αυτό επηρεάζει και τις εξοπλιστικές μας επιλογές, οι οποίες θα μπορούν να γίνονται και με τη συνδρομή της Κύπρου. Η οριοθέτηση ΑΟΖ με την Κύπρο και η ολοκλήρωση της οριοθέτησης με την Αίγυπτο, βάζει ταφόπλακα στη Γαλάζια Πατρίδα και καθιστά Ελλάδα και Κύπρο όμορες και την Ανατολική Μεσόγειο λίμνη ειρήνης και συνεργασίας μεταξύ των χωρών της περιοχής.

Στο αμυντικό επίπεδο, η όποια πρόκληση της Τουρκίας θα πρέπει να μη μείνει αναπάντητη· εδώ χρειάζεται να αναθεωρήσομε και τις κόκκινες(;) γραμμές της χώρας, που σε καμιά περίπτωση δε μπορεί να είναι τα 6 μίλια που είδαμε στις πρόσφατες προκλήσεις και που στην πράξη επέτρεψαν στην Τουρκία να αμφισβητήσει την υφαλοκρηπίδα μας και να εφαρμόσει τη γαλάζια πατρίδα. Αποτροπή σημαίνει ότι είμαστε έτοιμοι για σύγκρουση για να προασπίσομε τα δίκαιά μας.

Αναδιατάσσοντας τη χώρα στη διεθνή και περιφερειακή σκακιέρα, η καταγγελία της Συμφωνίας των Πρεσπών και η άσκηση πολιτικής μαλακής ισχύος στα Βαλκάνια, είναι κινήσεις που ξεπλένουν το άγος της προδοσίας της Μακεδονίας και συντελούν στο να λαμβάνεται υπ’ όψη η Ελλάδα στους σχεδιασμούς των γειτονικών και μη χωρών. Η ακηδεμόνευτη στάση της Βουλγαρίας στο θέμα της εισδοχής των Σκοπίων στην ΕΕ, εκτός του ότι μετέθεσε για αργότερα ένα γεγονός που θα μας φέρει σε δύσκολη  θέση, καθώς δεν πρόκειται τα Σκόπια να δείξουν καμιάν αλληλεγγύη στην Ελλάδα και την Κύπρο απέναντι στην Τουρκία, γελοιοποίησε το προδοτικό τόξο των ψηφισάντων αφενός και των μη ψηφισάντων αλλά ήδη ανεχομένων το ξεπούλημα της Μακεδονίας.

Μια σοβαρή βαλκανική πολιτική θα υποχρέωνε και την Αλβανία να συνεργαστεί, θα οριοθετούσε ΑΟΖ και με αυτήν και θα στήριζε τα δικαιώματα του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού.

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, στις διεθνείς σχέσεις μετράει και ο ρεαλισμός του ποιόν υποχρεούνται τα κράτη να λαμβάνουν υπ’ όψη κατά τους σχεδιασμούς τους, είτε είναι φίλος είτε εχθρός. Η Τουρκία το έχει αντιληφθεί αυτό και λειτουργεί προβάλλοντας, πέρα από την ισχύ της, και το μέγεθός της σε τέσσερα επίπεδα: Το πληθυσμιακό, το γεωγραφικό (που αφορά τόσο τη θέση της όσο και την έκτασή της), το υπερεθνικό σε δύο επίπεδα, ως ηγέτιδα δυνητικά δύναμη του τουρκικού από τη μια αλλά και του μουσουλμανικού κόσμου εν γένει από την άλλη.

Αυτή την παράμετρο οφείλει η ελληνική πολιτική να την εξετάσει με μεγάλη προσοχή. Γιατί ένα τέτοιο μέγεθος δίπλα της θα αναγκάζει τους πάντες να το υπολογίζουν. Πρέπει λοιπόν να υπάρξει επεξεργασμένο σχέδιο συρρίκνωσης των μεγεθών αυτών της Τουρκίας κι εκμετάλλευσης των αδυναμιών της. Ήδη, στο χώρο του Ισλάμ, βρίσκεται σε αντίθεση με τις αραβικές μουσουλμανικές χώρες από τις οποίες διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία, ενισχύοντας μάλιστα τον ισλαμισμό και τις εξτρεμιστικές οργανώσεις του.

Σε αυτό το επίπεδο, η συρρίκνωση της Τουρκίας πρέπει να είναι μονόδρομος. Οι προϋποθέσεις υπάρχουν, καθώς οι λαοί στο εσωτερικό της βρίσκονται σε αντιπαράθεση μεταξύ τους, με κυρίαρχη αλλά όχι μόνη αυτήν μεταξύ Κούρδων και Τουρκίας. Οι Αλεβίτες και οι εξισλαμισμένοι πληθυσμοί που διατηρούν τη συνείδηση της καταγωγής τους ακόμα κι αν είναι πια συνειδητοί Μωαμεθανοί, οι μουσουλμανικές μειονότητες που πιέζονται να εκτουρκιστούν, τελούν υπό καθεστώς εν δυνάμει εξέγερσης και αποτελούν βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια της Τουρκίας. Συγχρόνως η αντίθεση μεταξύ κοσμικών-κεμαλικών παραλίων και ερντογανικής-ισλαμικής ενδοχώρας, λειτουργεί παράλληλα με τις άλλες αντιθέσεις και προσθέτει μιαν ακόμα διαίρεση. Έτσι, μια πολιτική αποσταθεροποίησης και δημιουργίας εσωτερικών προβλημάτων στην Τουρκία θα την υποχρεώσει να αφιερώσει δυνάμεις και ενέργεια στο να τα καταστείλει, ενώ η εμφύλια αντιπαράθεση θα αδυνατίσει τη θέση της και θα αναγκάσει τις άλλες χώρες να εκδηλώσουν προτιμήσεις σε κάποιαν από τις αντικρουόμενες δυνάμεις. Ο διαμελισμός θα προβάλει σαν προοπτική όσο εμπεδώνεται μια μονιμότητα σε τέτοιες αντιθέσεις. Κι αυτό θα μειώσει τη σημασία της Τουρκίας τόσο ως αυτόνομου παίχτη, όσο και ως μέρους μιας ευρύτερης συνομάδωσης χωρών. Μια μικρή Τουρκία δε θα μπορεί να διεκδικεί την ηγεσία των Τουρκόφωνων χωρών, όταν πια θα υπάρχουν μεγαλύτερες σε έκταση και πληθυσμό. Ούτε θα μπορεί να εμφανίζεται ως νέο Χαλιφάτο στον κόσμο του Ισλάμ, έστω και στο μη αραβικό.   

Αντιλαμβάνεται κανείς ότι τα παραπάνω είναι εφικτά, απαιτούν όμως αλλαγή αμυντικού δόγματος, δόγματος εξωτερικής πολιτικής και παραγωγικού μοντέλου, κι αυτό δεν το έχει μια πολιτική που όταν είναι με την πλάτη στον τοίχο αναγκάζεται να αντισταθεί κι όταν ο κίνδυνος απομακρύνεται τρέχει σε διερευνητικές. Τα παραπάνω απαιτούν και μια μόχλευση που κανείς αυτή τη στιγμή δεν είναι διατεθειμένος να ασκήσει. Επομένως, η Ελλάδα, είτε αυτόνομα, είτε εντός ευρύτερων σχημάτων που έχουν επάλληλες αν όχι ταυτόσημες στοχεύσεις, οφείλει να διευκολύνει τις διαλυτικές τάσεις στο εσωτερικό της Τουρκίας και να ελέγξει κατά το δυνατόν την έκβασή τους. Κι αν αυτά μοιάζουν ευσεβείς πόθοι όταν αναλογιστούμε την εξαρτημένη φύση και τη φοβική στάση των ελληνικών ελίτ, στην πραγματικότητα θα είναι πολύ εύκολα όταν ο λαός αποφασίσει να πάρει τις τύχες του στα χέρια του και να εκφραστεί μέσα από ένα άλλο πολιτικό προσωπικό, πατριωτικό, δημοκρατικό, κοινοτικό.

Καταλήγομε λοιπόν, από όπου και να πιάσομε το ζήτημα, ότι εμείς (αυτή τη στιγμή δεν) κρατούμε την τύχη μας στα χέρια μας κι ότι αν έχομε πολιτική στόχευση, η αντιμετώπιση της Τουρκίας καθίσταται εφικτή. Αυτό βέβαια έχει και την αντίστροφη ανάγνωση: Όσο παραμένομε ενεργούμενα των Αμερικάνων και των Γερμανών, όσο η πολιτική μας υπαγορεύεται από τις πρεσβείες κι όχι από τη λαϊκή βούληση, τόσο θα βυθιζόμαστε σε μια καθοδική σπείρα υποταγής στην Τουρκία και φινλανδοποίησης της πατρίδας μας μέχρι την εξαφάνισή μας ως διακριτό υποκείμενο στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Κι αν μέχρι πρόσφατα μας έπαιρνε να παριστάνομε πως δεν τρέχει τίποτα, πλέον είτε θα αντιστρέψομε την καθοδική κίνηση προς τον Άδη είτε θα αφεθούμε σ’ αυτό τον κατήφορο προς την καταστροφή…

19 Ιανουαρίου, 2021 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | Σχολιάστε

ΑΠΟΤΡΟΠΗ

Η Τουρκική επιθετικότητα εκπλήσσει το πολιτικό προσωπικό της χώρας. Πιθανότατα αυτό εξηγείται από την άρνηση σύνδεσής του με την κοινωνία, το λαό, την πατρίδα. Έχουν επιλέξει να εκπροσωπούν τις ελίτ τις συνδεδεμένες με ξένα συμφέροντα, το φαντασιακό τους βρίσκεται στη Δύση και η ενασχόληση με τα προβλήματα της χώρας είναι μπανάλ γι’ αυτούς. Κι ενώ κοιμόνταν στις Βρυξέλλες, ξυπνήσανε στο Αιγαίο.
Η χώρα στερείται ανάγνωση της κατάστασης και στρατηγικής για να αντιμετωπιστεί αυτή. Και οι ελίτ προτιμούσαν να αγνοούν τις απειλές, να φαντασιώνονται ελληνοτουρκικές φιλίες και να περιθωριοποιούν όποιον μιλάει για την κατάσταση: ΄΄Αφού δεν έχει νέα ευχάριστα να πει, καλύτερα να μη μας πει κανένα΄΄ θα τραγουδήσει ο Σαββόπουλος και θα εκφράσει αυτό που γίνεται. Αντί για αποτροπή, που σημαίνει ετοιμότητα για αντίδραση και δημιουργία κόστους στην Τουρκία αν επιτεθεί, έχουν επιλέξει τον κατευνασμό.
Η άγνοια μέχρις αφασίας των ζητημάτων, διαπερνά όλο το πολιτικό φάσμα: Ποιος δε θυμάται τις δηλώσεις του Μπαλάφα του ΣΥΡΙΖΑ ότι ‘’θα το ρισκάρουμε με την Τουρκία’’ τείνοντας κλάδο ελαίας στους γενοκτόνους και επίδοξους αναθεωρητές του στάτους κβο; Ποιος δεν άκουσε με αγανάκτηση τον υπουργό Δένδια της Νέας Δημοκρατίας να διαχωρίζει τα δικαιώματα Κρήτης και Καστελόριζου σε ΑΟΖ, αναφερόμενος στο μεγάλο μέγεθος της Κρήτης, και σε αντιδιαστολή υπονοώντας ότι το Καστελόριζο δεν διαθέτει ΑΟΖ. Ποιος δε θυμάται τον Κοτζιά να μας εγκαλεί ως μοναχοφάηδες που θέλουμε να κρατήσουμε για την Ελλάδα την ΑΟΖ που ΄΄δικαιούται’’ η Τουρκία; Ο πολιτικός κόσμος και τα ΜΜΕ, λειτουργούν ως παπαγαλάκια του Ερντογάν. Μόνο που ο τελευταίος δε μπορεί πια να περιμένει τη σταδιακή διολίσθηση της Ελλάδας στις θέσεις του. Ήδη εμφάνισε και χάρτη με την Κρήτη Τούρκικη εκτός από Χανιά. Κι όταν εμφανίζονται τα γελοία επιχειρήματα των Τούρκων, εμείς δεν πρέπει ούτε να γελάμε ούτε να εφησυχάζουμε επικαλούμενοι το διεθνές δίκαιο. Γιατί το δίκιο σου φτάνει μέχρι εκεί που μπορείς να το υπερασπιστείς. Ο Ερντογάν τα θέλει όλα τώρα, κι αυτό φέρνει σε δύσκολη θέση τους πολιτικούς μας, που, αν και ενδοτικοί, αν και εθνομηδενιστές, αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν αυτή την επιθετικότητα γιατί δε μπορούν να κάμουν αλλιώς.


Ήδη, ο γονιδιακός τους εθνομηδενισμός, απότοκο της μήτρας του Σημιτικού ΠΑΣΟΚ που διαχύθηκε δεξιά κι αριστερά, τους καθιστά ανάξιους να αποτιμήσουν τον κίνδυνο συνολικά και τους περιορίζει σε σπασμωδικές και αποσπασματικές αντιδράσεις. Και καλώς επιδίδονται τώρα σε διπλωματικό Μαραθώνιο γύρω από τη Λιβύη, αλλά επιμένουν να μην οριοθετούν ΑΟΖ με την Αίγυπτο και την Κύπρο. Καλώς υπεγράφη ο αγωγός EASTMED, αλλά αδυνατούν να αντιμετωπίσουν την ασύμμετρη απειλή του λαθρομεταναστευτικού, το οποίο εμφανώς χρησιμοποιεί ως εργαλείο η Τουρκία. Και βέβαια, απουσιάζει το συνολικό δόγμα αποτίμησης των εχθρών και φίλων μας, το σχέδιο αποτροπής, η πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική σε ένα πολυπολικό πλέον κόσμο. Όταν όμως λειτουργείς σαν πειθήνιος υπηρέτης της Αμερικής, κανένα σεβασμό δεν αξίζεις. Γιατί ο σεβασμός κερδίζεται, κι εμείς έχουμε χάσει κι αυτόν και την κυριαρχία της χώρας. Είναι ανάγκη επιβίωσης πια ο λαός να οργανωθεί σε νέες προσπάθειες, καθώς τα ζητήματα αυτά είναι πολύ σοβαρά για να τα διαχειρίζονται οι ΜΚΟ, οι ντόπιοι υπάλληλοι των πρεσβειών και φασίστες προβοκάτορες.
Η αντίδραση του λαού στα νησιά του Βορείου Αιγαίου, η δημοσκοπική καταβαράθρωση της Κυβέρνησης στα ελληνοτουρκικά και το λαθρομεταναστευτικό, ενώ συγχρόνως αυξάνει τη διαφορά της από το ΣΥΡΙΖΑ, δείχνει και τα όρια των αντοχών του πολιτικού κατεστημένου και του εθνομηδενιστικού τόξου.
Η ήττα είναι μπροστά μας, η Τουρκία εξοπλίζεται κι εμείς απαξιούμε να διαθέσουμε κονδύλια για την άμυνα στον προϋπολογισμό. Αν είχαμε στρατηγική, θα ξεκινούσαμε από τώρα, από χτες, το κλείσιμο των συνόρων, την απαίτηση συμπαραγωγής και αντισταθμιστικών ωφελειών σε αγορές εξοπλισμού απ’ έξω, στη δημιουργία δικών μας εξοπλισμών, σε μιαν εποχή που ο έξυπνος και ηλεκτρονικός πόλεμος βρίσκονται στο προσκήνιο και ταιριάζουν στην τεχνική γνώση και επινοητικότητα του λαού μας. Μια τέτοια στρατηγική θα δημιουργούσε τεχνογνωσία, πρόσθετο κύκλο στην οικονομία, εξαγωγές.
Αλλά αυτά, ίσως να τα συζητήσουμε πια μετά την ήττα. Είναι κατάρα του λαού μας να αφυπνίζεται όχι προκαταβολικά, αλλά μετά από μια καταστροφή.

23 Ιανουαρίου, 2020 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , | Σχολιάστε

ΤΕΛΙΚΑ, ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ

images

Ένα επιχείρημα πολλών φίλων που ψήφισαν την παρούσα κυβέρνηση στις δυο τελευταίες εκλογές, ήταν ‘’τι χειρότερο πια θα μας συμβεί;’’. Απογοητευμένοι, (απολύτως δικαιολογημένα) από τις προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις, ψήφισαν αυτούς που υπόσχονταν την ελπίδα στην αρχή, μια καλή συμφωνία στη συνέχεια.
Την εξέλιξη τη γνωρίζουμε. Εκτός από τη συνεχιζόμενη κατρακύλα στο οικονομικό πεδίο, ο ΣΥΡΙΖΑ άνοιξε το μεταναστευτικό με την πολιτική των ανοιχτών συνόρων και τη διαχείρισή του από μια σειρά ΜΚΟ αμφιβόλων προθέσεων. Οι ΜΚΟ υποκατέστησαν το κράτος, το πρόβλημα κατέστη μη διαχειρίσιμο και η κυβέρνηση προσγειώθηκε ανώμαλα από τα ροζ συννεφάκια των θεωριών, και του φαντασιακού κόσμου όπου προτιμούσε να ζει, στη σκληρή πραγματικότητα της γεωπολιτικής, του πολέμου στη Συρία, και τελικά του ακήρυχτου πολέμου στο Αιγαίο.
Με ανευθυνότητα πρωτοφανή μετέτρεψε το Αιγαίο σε γκρίζα ζώνη. Οι Τούρκοι στρέφουν τα όπλα σε σκάφη μας εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων, ενώ ο πρωθυπουργός με τον κυβερνητικό του εταίρο εμφανίζονται με παραλλαγές!
Και την ώρα που ο Μουζάλας αποκαλεί τα Σκόπια ΄΄Μακεδονία΄΄, οι Σκοπιανοί αστυνομικοί κυνηγούν πρόσφυγες στη δική μας επικράτεια. Η εικόνα που δίνουμε είναι αυτή ενός διαλυμένου κράτους.
Το πρόβλημα, πέραν του οικονομικού, έχει πάρει και γεωπολιτικές διαστάσεις. Τα χειρότερα που δεν περίμεναν οι ψηφοφόροι του Σύριζα είναι εδώ. Είμαστε πια χώρος και όχι χώρα, ‘’ένα πεδίο βολής φτηνό’’, έχουμε χάσει την εθνική μας κυριαρχία.
Αλλά υπάρχουν κι άλλα χειρότερα, που δεν έχουν έρθει ακόμα, και που πια τα φοβόμαστε και τα περιμένουμε.
Την κατηφόρα αυτή, δε θα τη σταματήσουμε με παράπονα και μουρμούρες από τον καναπέ μας. Θα πρέπει να σταθούμε στα πόδια μας και να επιδιώξουμε την αντιστροφή της πορείας προς την καταστροφή. Με την πλάτη στον τοίχο, με ελάχιστες προϋποθέσεις, πρέπει να ξαναφτιάξουμε την παραγωγή μας, να επαναπροσδιορίσουμε την εξωτερική και μεταναστευτική πολιτική μας. Αλλά αυτά, απαιτούν σχέδιο κι ένα λαό στους δρόμους, όχι φοβισμένους κρυμμένους στο σαλόνι τους.

25 Απριλίου, 2016 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , | Σχολιάστε

ΓΙΑ ΕΝΑ ΔΙΚΤΥΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ

Η σημερινή συγκυρία αποτελεί συγκυρία παρακμής για τη χώρα και τον λαό μας:

Στο εσωτερικό, η αναξιοπιστία του πολιτικού συστήματος, η προϊούσα απεμπόληση βασικών αξιών που μας συνόδεψαν ανά τους αιώνες, ο ατομικισμός, η απώλεια της ταυτότητάς μας και η μετατροπή μας σε καταναλωτές εισαγόμενων σκουπιδιών, η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, η μετατροπή της εκτός λεκανοπεδίου χώρας σε χώρο αναψυχής της πρωτεύουσας, η καταστροφή της γεωργικής και κτηνοτροφικής δραστηριότητας, ο γραφειοκρατικός στραγγαλισμός κάθε παραγωγικής προσπάθειας, αποτελούν συμπτώματα ενός οργανισμού που νοσεί.

Στο εξωτερικό, η πίεση από την ιμπεριαλιστική πολιτική της Τουρκίας και η απροθυμία οποιασδήποτε αντίστασης σ’ αυτή, η αδυναμία άσκησης συγκροτημένης εξωτερικής πολιτικής και η υποταγή της σε κομματικές και προσωπικές σκοπιμότητες οδηγούν την πατρίδα μας σε αναξιοπιστία και προοιωνίζονται εξελίξεις επώδυνες. Η αμφισβήτηση ελληνικών εδαφών και ο σφετερισμός της ιστορίας μας μένουν αναπάντητα και το μήνυμα ότι δεν υπάρχει βούληση αντιπαράθεσης εντείνει τις επεκτατικές βλέψεις των γειτόνων μας.

Οι αιτίες για το σημερινό ξεπεσμό είναι πολλές κι η συζήτηση γι’ αυτές μεγάλη. Υπάρχουν διεθνείς παράμετροι και τοπικές ιδιαιτερότητες, αντιφάσεις του ελλαδικού κράτους και νοοτροπίες στρεβλές. Κι όλες πρέπει να ληφθούν υπόψη όταν αναλύομε την κατάσταση για να δούμε πως θα την αντιμετωπίσομε.

Μπορούμε όμως να αναφερθούμε εδώ στο ότι ο γιγαντισμός της πρωτεύουσας, μιας μητροπολιτικής περιοχής που έφτασε να αποτελεί το μισό του πληθυσμού μας, διαμορφώνει συσχετισμούς που έχουν αντίκτυπο σ’ όλα τα παραπάνω, πώς τα προσλαμβάνομε και πώς αντιδρούμε σ’ αυτά. Η πρωτεύουσα απομυζά την παραγωγή της υπόλοιπης Ελλάδας, τοποθετεί αρνητικό πρόσημο στην παραγωγικότητα και διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό τον παρασιτικό χαρακτήρα της χώρας. Ο γιγαντισμός της δημιουργεί ασφυξία σε ατομικό επίπεδο, με ατέλειωτες χαμένες ώρες και κόστος για μετακινήσεις, τεντωμένα νεύρα και ανταγωνισμό για μια θέση στάθμευσης του βασιλιά της σύγχρονης Ελλάδας, του αυτοκινήτου. Πρόκειται για ένα παράδειγμα του πως η αύξηση του ΑΕΠ μέσω της άσκοπης κατανάλωσης χρόνου, καυσίμων, οχημάτων και των παρεπομένων επισκευών, νοσηλειών κλπ μειώνει την ποιότητα ζωής μας. Κοντά σ’ αυτά, οι αρχές της αλληλεγγύης, του σεβασμού προς τον άλλο και τη φύση, η εργατικότητα, η σεμνότητα, η συλλογικότητα, αποτελούν πλέον αναποτελεσματικά οχήματα επιβίωσης σε ένα κράτος που επιβραβεύει την ασυδοσία και τη ρεμούλα.

Οι κάτοικοι της πρωτεύουσας δραστηριοποιούνται σε μια προσομοίωση ζωής. Νομίζουν ότι ζουν περνώντας καθημερινά δύο και τρεις ώρες από τη ζωή τους στο αυτοκίνητο, ότι ψυχαγωγούνται ακολουθώντας ένα αστραφτερό αλλά κενό πρότυπο ντυσίματος, μόδας, διασκέδασης, τρέχουν πίσω από συνεχώς δημιουργούμενες ανάγκες, και χάνουν την επαφή μεταξύ τους σε φιλικό και οικογενειακό επίπεδο, την ουσία των πραγμάτων, τη φιλία και την εμπιστοσύνη του ενός στον άλλο. Χάνουν, μέσα στην πιεστική καθημερινότητα, το δεσμό με τη γειτονιά όπου ζουν αλλά και την επαφή τους με τον τόπο καταγωγής τους κι αν όχι οι ίδιοι, τα παιδιά που γεννούν και αναθρέφουν στην Αθήνα έχουν απωλέσει και το δέσιμο με το χωριό, τη γή, τις αξίες που αυτό ακόμα διατηρεί. Τι αίσθημα πατρίδας μπορεί να επιζεί στις συνειδήσεις των ανθρώπων αυτών που ζουν και κινούνται σε έναν τόπο αβίωτο και πλήρως αλλοτριωμένο; Κι ακόμα, επειδή πια είναι πάρα πολλοί (και ισχυροί) οι κάτοικοι της Αθήνας, οι συμπεριφορές και «αξίες» που διαμορφώνουν περνάνε με τον πρωτευουσιάνικο αέρα τους (και την τηλεοπτική εικόνα) και στην υπόλοιπη Ελλάδα, η οποία προσπαθεί να μην υπολείπεται της πρωτεύουσας.

Η Αθήνα επιβάλλει τους όρους της στην υπόλοιπη Ελλάδα. Μέσα από ένα συγκεντρωτικό κράτος διαμορφώνει τους κανόνες του παιχνιδιού μακριά από τις ανάγκες και τις απαιτήσεις της υπόλοιπης χώρας, η οποία δεν εκπροσωπείται στα κέντρα αποφάσεων. Δε μπορούν να την εκπροσωπούν βουλευτές που εκλέγονται εκεί αλλά δουλεύουν, ζουν και αναδεικνύονται στην Αθήνα.

Η διαμόρφωση ενός πληθυσμού δίχως ταυτότητα σημαίνει και την άσκηση μιας πολιτικής δίχως στόχους σε έναν τόπο χωρίς συλλογικότητες. Οι προτεραιότητες αφορούν στη διαιώνιση ενός καταναλωτικού μοντέλου που δημιουργεί και οφείλει να καλύπτει συνεχώς «ανάγκες», έστω και με τον γνωστό μας παρασιτικό τρόπο.

Έτσι, η Θράκη, το Αιγαίο, η Κύπρος, είναι πολύ μακριά και αποτελούν ενοχλήσεις μάλλον παρά αφορμές για προβληματισμό και διαμόρφωση μιας εξωτερικής πολιτικής που θα έχει σαν αποτέλεσμα την εμπέδωση της ειρήνης και τη διαφύλαξη της ακεραιότητας της χώρας.

Έτσι, η προστασία κι ο σεβασμός του περιβάλλοντος υποχωρούν μπροστά στη «ανάγκη» της στέγασης σε πολυτελή αυθαίρετα, της μείωσης των εξόδων απορρύπανσης των βιομηχανιών, της επίτευξης του στόχου «ένα τουλάχιστον αυτοκίνητο ανά κάτοικο». Αγοράζουμε για ατομική μας κατανάλωση αυτά που μέχρι χτες παρήγαμε, αξιοποιώντας κάθε σπιθαμή της γης μας, αυτής που τώρα γίνεται αντικείμενο επιβουλών.

Έτσι, η χώρα που είναι από τις πρώτες στους ηλιακούς θερμοσίφωνες, δεν είναι σε θέση να παραγάγει η ίδια την ενέργεια που χρειάζεται από ήπιες ανανεώσιμες πηγές. Και αφιερώνει ένα τεράστιο ποσοστό του ισοζυγίου πληρωμών της στο πετρέλαιο, αφήνοντας τον ήλιο και τον αέρα της ανεκμετάλλευτους. Κι όταν το κάνει, παραχωρεί τα βουνά μας σε γιγάντιες πολυεθνικές για την εγκατάσταση ανεμογεννητριών βαριάς περιβαλλοντικής παρενόχλησης. Το αντίθετο δεν το κάνει. Δηλαδή την προώθηση της παραγωγής ενέργειας από τα νοικοκυριά και τις τοπικές κοινωνίες. Κι όπου το κάνει, είναι γιατί μπορεί να συνυπάρξει με τους ενεργειακούς κολοσσούς. Όπου δεν μπορεί, δε γίνεται. Στην Κρήτη, πχ, το δίκτυο δε «σηκώνει» παραγωγή ενέργειας από νοικοκυριά, ενώ έχουν δώσει άδειες σε μεγάλες εταιρείες που θα παράγουν πολύ περισσότερη ισχύ.

Η επιτόπια παραγωγή και κατανάλωση ενέργειας, τροφίμων και άλλων αγαθών, αποτελεί έτσι κι αλλιώς μια πρόκληση του μέλλοντος προς την ανθρωπότητα. Η σπατάλη φυσικών πόρων που προκαλούν οι μεταφορές αγαθών και ενέργειας ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την περιβαλλοντική υποβάθμιση. Από την άλλη, η επιτόπια παραγωγή μεταφέρει και τα κέντρα αποφάσεων από την πρωτεύουσα και τις Βρυξέλλες στις τοπικές κοινωνίες. Αυτό από μόνο του δημιουργεί στις τελευταίες ευθύνες, ανάγκη για συνεργασίες και προγραμματισμό και προάγει την άμεση δημοκρατία. Οι αρχές και οι αξίες του λαού μας που αναφέρθηκαν παραπάνω, μπορούν να ανθίσουν σε ένα τέτοιο επίπεδο.

Εδώ και χρόνια, βλέπομε την αξιοπρέπειά μας να χάνεται σαν πολίτες και σαν κοινωνία. Θα ήταν άδικο να επιρρίψομε την ευθύνη αποκλειστικά στο κράτος μας. Αυτό εμείς το δημιουργούμε, εικόνα μας είναι. Κι αντανακλά τη δική μας ανεπάρκεια.

Δεν μιλούμε λοιπόν για ευθύνες άλλων. Αν αγαπάμε ακόμα την πατρίδα μας, θα πρέπει να σκύψουμε πάνω στους εαυτούς μας και ν’ αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι. Κι ακόμα, οι ενέργειές μας δεν πρέπει να ευτελιστούν σε επαιτεία προς το κράτος. Αλλάζοντας εμείς οι ίδιοι μπορούμε σε μια καθημερινή πρακτική να υποκαταστήσουμε μερικώς την ανεπαρκή πολιτεία. Να δημιουργήσουμε συμπράξεις και κοινές πορείες σε μια σειρά θέματα που θα ακυρώσουν το γιγαντισμό και τη γραφειοκρατία του κράτους, που θα παρακάμψουν την πολιτική του παρασιτισμού και που θα καταφέρουν να το αλλάξουν τελικά.

Η αποκέντρωση είναι μονόδρομος σε μια τέτοια πορεία. Ήδη το λεξιλόγιο που χρησιμοποιείται επίσημα πια, (κέντρο-περιφέρεια), αποδίδει ακριβώς το αδιέξοδο που υπάρχει. Δεν νοείται κέντρο, όπως δεν νοείται και μια μόνο περιφέρεια. Αυτό που θα πρέπει να υπάρχει είναι πολλές γεωγραφικές ελληνικές περιφέρειες, σε ισορροπία μεταξύ τους, δίχως κάποιο κέντρο που να τις καταδυναστεύει. Η Αθήνα, με μειωμένο πληθυσμό, θα πρέπει να ανήκει κι αυτή σε μια από τις περιφέρειες.

Σ αυτή την πορεία, η Αθήνα δεν μπορεί να βοηθήσει για αντικειμενικούς λόγους. Γιατί η ίδια έχει απολέσει τα εργαλεία που θα μας βοηθήσουν να αναστρέψουμε την κατάσταση. Εδώ, για λόγους αντικειμενικούς, θα είναι στην πρώτη γραμμή οι περιοχές που κρατούν ακόμα στοιχεία των παλιών μας αξιών.

Γι’ αυτό, οι εκτός «κέντρου» Ελληνικές περιοχές θα πρέπει να αποκαταστήσουν επαφές μεταξύ τους. Αυτό δε συμβαίνει σήμερα. Οι επαρχίες μας επικοινωνούν μόνο μέσω της πρωτεύουσας-ήλιου, σε ένα πλέγμα σχέσεων που εξακτινώνονται μέσω του κέντρου. Μεταξύ τους δεν έχουν απευθείας επαφές. Αυτό από μόνο του δημιουργεί αντινομίες. Όταν οι επί μέρους επαρχίες δε γνωρίζουν η μια την κατάσταση της άλλης, δεν έχουν εικόνα του πόσο ισότιμα παραμελημένες είναι. Καθεμιά μπορεί να θεωρεί ότι η κατάστασή της είναι μοναδική, και ότι υπεύθυνη γι’ αυτό δεν είναι η υδροκέφαλη πολιτική ενός Αθηναϊκού κράτους αλλά η ίδια η Ελλάδα. Είναι εύκολο λοιπόν να αναπτύσσεται μια αντιπαλότητα όχι κατά του κέντρου αλλά κατά της ίδιας της Ελλάδας. Ακόμα, όταν οι επαρχίες δεν έρχονται σε επαφή μεταξύ τους, δε γνωρίζουν την κατάσταση η μια της άλλης, δεν καταλαβαίνει η Κρήτη πχ την εγκατάλειψη της Ηπείρου ούτε η Πελοπόννησος το μειονοτικό πρόβλημα στη Θράκη. Κι αυτό εμποδίζει τη σύνθεση μιας πολιτικής πραγματικά κεντρικής, όχι με την έννοια του ότι αποφασίζεται στο «κέντρο» αλλά με την έννοια του ότι όλοι από κοινού τη χαράζουμε.

Πρέπει λοιπόν να συναντηθούμε, οι ελληνικές επαρχίες. Πρέπει να αρχίσουμε μια συζήτηση για όλα αυτά κι άλλα που δεν μπορεί να πιάσει τούτο το κείμενο, ακριβώς γιατί δεν έχουμε εικόνα όλης της κατάστασης, αποξενωμένοι μεταξύ μας. Ο χρόνος πιέζει πια πολύ. Η εσωτερική κατάπτωση κι η εξωτερική απειλή είναι εδώ, παρούσες, κι η πορεία δεν είναι πια σίγουρο ότι αντιστρέφεται, ακόμα κι αν υπάρξει η βούληση για κάτι τέτοιο. Όμως αυτή την προσπάθεια πρέπει να την κάνουμε, όλοι μαζί, για μια πατρίδα δίκαιη κοινωνικά, χειραφετημένη εθνικά, με άμεση δημοκρατία, αυτάρκη και με σεβασμό στη φύση.

Πρωτοβουλία για ένα δίκτυο των ελληνικών περιφερειών

13 Σεπτεμβρίου, 2010 Posted by | Γενικά, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , , , , , , , , , , , | Σχολιάστε