Με το τουφέκι και τη λύρα

ΤΟΥΡΚΙΑ: ΔΥΟ ΒΗΜΑΤΑ ΠΙΣΩ Η ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΜΠΡΟΣΤΑ;

Η ελληνική πολιτική φαίνεται επιτέλους να έχει συνειδητοποιήσει ότι ο κατευνασμός ως μέσο αντιμετώπισης της Τουρκίας έχει αποτύχει· αυτό, δυστυχώς, δεν οφείλεται στην οξυδέρκεια του πολιτικού μας προσωπικού…

Η απότομη προσγείωση των ελίτ της πατρίδας μας στην πραγματικότητα, αποτελεί συνέπεια της επιθετικής πολιτικής του Ερντογάν, που, πέραν των διαχρονικών τουρκικών προθέσεων και αναβάθμισης της γείτονος, μπόρεσε να εκδηλωθεί και λόγω της εγκατάλειψης της άμυνας της χώρας, της διπλωματικής της οπισθοχώρησης σε όλα τα πεδία και της απαξίωσής της γενικά μέσα από πολιτικές εξάρτησης και άρνησης άσκησης πολιτικής με βάση τα συμφέροντά της.

Η πρόσκρουση της κυβέρνησης στην πραγματικότητα του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου επήλθε μόνο επειδή δε μπορούσε πλέον να παριστάνει πως δε βλέπει τί γίνεται. Οι προηγούμενες νόμιζαν πως είχαν αυτή την πολυτέλεια, και απλά προετοίμασαν την αποσάθρωση του εδάφους στο οποίο βρέθηκε η σημερινή, και το οποίο υποχωρεί κάτω από τα πόδια της, συμπαρασύροντας και όλο το λαό.

Δε θα επαναλάβομε εδώ αναλύσεις που έχουν ήδη καλύψει το θέμα, για την Τουρκική επεκτατικότητα σε όλη τη μεθόριο, χερσαία και θαλάσσια, από την Θράκη μέχρι την πράσινη γραμμή, για την εργαλειοποίηση ενός υπαρκτού ρεύματος οικονομικής μετανάστευσης αλλά και τη δημιουργία εκ του μηδενός τέτοιου με στόχο την αλλοίωση του πληθυσμού της πατρίδας μας. Θα θεωρήσομε επίσης αυτονόητη και δεδομένη τη νεοοθωμανική στάση της Τουρκίας και την επεκτατική της πολιτική σε μια τεράστια ακτίνα γύρω από την επικράτειά της προς όλα τα αζιμούθια. Και θα αποπειραθούμε να διερευνήσομε τρόπους ανάσχεσης της τουρκικής πλημμυρίδας.

Η κατάσταση, ακριβώς επειδή είναι τόσο αρνητική παντού, επιτρέπει και επιβάλλει αντιδράσεις σε πολλαπλά επίπεδα, κάποιες από τις οποίες θα παραθέσομε επιγραμματικά εδώ. Συνοπτικά, ενέργειες πρέπει να αναληφθούν στο εσωτερικό της χώρας, στο εξωτερικό, και στο εσωτερικό της Τουρκίας. Ενέργειες που θα επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα τους συσχετισμούς μεταξύ της χώρας μας και της Τουρκίας.

Στο εσωτερικό πεδίο, είναι σαφές πως η δυσχερής θέση της Ελλάδας έχει πολλαπλές αιτίες με κοινή βάση την παρασιτική δομή της. Η οικονομία είναι παραγωγική αθροιστικά στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα σε ποσοστό κατώτερο του 20% του ΑΕΠ, ενώ οι υπηρεσίες με πρώτο τον τουρισμό κυριαρχούν. Αυτό και μόνο εμποδίζει την υλοποίηση αυτόνομης πολιτικής. Ένα σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης θα έπρεπε να συγκρουστεί με παθογένειες, με τον παρασιτισμό, να στοχεύσει στην τεχνολογική αναβάθμιση και στην επένδυση σε εξοπλισμό. Αυτά θα κληθούν να τα υλοποιήσουν νέοι που όλο και λιγοστεύουν μέσα από μια δημογραφική κατάρρευση που καθιστά ορατή την εξάλειψή μας ως λαού σε μερικά χρόνια. Και θα πρέπει να γίνουν σε έναν κοινωνικό ιστό ασφαλή και ομονοούντα, όχι διαλυμένο από τη λαθρομετανάστευση ούτε απειλούμενο από την τουρκική επέλαση.

Αυτά προϋποθέτουν ένα κράτος με όραμα, που ταυτίζεται με το λαό που διοικεί και δεν τον καταδυναστεύει. Άρα, με μιαν εθνική ιδεολογία απεξάρτησης και συγκρότησης ενός συμπαγούς εσωτερικού μετώπου που θα στοχεύει στη συνέχεια και στην εμπέδωση της παρουσίας του λαού μας στα εσωτερικά και διεθνή δρώμενα.

Η ανάγκη για ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση μπορεί να δέσει και με το στόχο της κατά το δυνατόν αμυντικής αυτονομίας της χώρας. Μέσα από συμπαραγωγές οπλικών συστημάτων, μεταφοράς και δημιουργίας τεχνογνωσίας, επένδυσης στην ψηφιακή τεχνολογία, ανάπτυξης αυτόνομης τεχνολογίας όπου τούτο είναι εφικτό, μεγαλώνουμε την αυτάρκειά μας, εφαρμόζομε τη γνώση αυτή σε όλη την οικονομία, στηριζόμαστε στην επινοητικότητα του έμψυχου δυναμικού μας, δίδουμε όραμα και πίστη για το μέλλον, δημιουργούμε υψηλής ειδίκευσης θέσεις εργασίας και παράγομε πλούτο για το λαό και την πατρίδα.

Και για να υλοποιηθούν αυτά, απαιτείται έμψυχο δυναμικό, το οποίο αυτή τη στιγμή λείπει, είτε γιατί έχει εξωθηθεί στη μετανάστευση είτε λόγω της δημογραφικής κατάρρευσης της χώρας. Η δημιουργία θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης θα φέρει πίσω τους ξενιτεμένους νέους. Και η επανάκτηση οράματος, σε συνδυασμό με συγκεκριμένη δημογραφική πολιτική, θα αντιστρέψει τη μείωση των γεννήσεων. Παράλληλα, η έμφαση στην ειδικευμένη εργασία και η επένδυση σε εξοπλισμό, θα μειώσει και την ανάγκη για ανειδίκευτη μαύρη εργασία· κι αυτό είναι μια παράμετρος, συχνά υποτιμούμενη, που θα μειώσει και την ανάγκη χρησιμοποίησης λαθρομεταναστευτικών πληθυσμών στο επίπεδο της κοινωνίας, παράλληλα με μια σοβαρή πολιτική αποτροπής του φαινομένου, η οποία θα συμβάλει στην αποκατάσταση της συνοχής της κοινωνίας.

Παράλληλα, οφείλει να ελέγξει απολύτως τη δράση της Τουρκίας στη Θράκη και εσχάτως στα Δωδεκάνησα. Η μειονότητα η ίδια καταπιέζεται από το προξενείο με την ανοχή της Ελλάδας, και οφείλει το κράτος να τη στηρίξει. Μια μειονότητα ελεύθερη από την Τουρκική καταπίεση μπορεί να λειτουργήσει και ως γέφυρα προς το μουσουλμανικό κόσμο, ενώ τώρα εμφανίζεται ως καταπιεζόμενη μέσα από την Τουρκική εκμετάλλευση του θέματος με απούσα την Ελλάδα και φιμωμένη ή χειραγωγούμενη τη μειονότητα.

Τα παραπάνω λειτουργούν προς την ενίσχυση της χώρας έναντι της Τουρκίας, άμεσα και έμμεσα, αναβαθμίζοντάς την σε μια σειρά από τομείς. Αυτό είναι απαραίτητο, γιατί ένας οργανισμός πρέπει να είναι συνολικά υγιής για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που του θέτει η πραγματικότητα.

Κι αν στο εσωτερικό πρέπει να ενδυναμωθεί η άμυνα, η παραγωγικότητα, η δημογραφία και η συνοχή του κοινωνικού ιστού, στον εξωτερικό περίγυρο η δουλειά που μας περιμένει δεν είναι λιγότερη: Η χώρα πρέπει να θωρακιστεί απέναντι στις απειλές και να σπάσει την περικύκλωση που επιχειρεί να της επιβάλει η Τουρκία. Καλείται λοιπόν να κινηθεί πολυδιάστατα.

Στην ΕΕ, πρέπει να καταστεί, μαζί με την ιδιαίτερου ειδικού βάρους Γαλλία, κινητήριος δύναμη ενός αντιγερμανικού-αντιτουρκικού πόλου. Η Γαλλία, η Αυστρία, και εσχάτως η Ολλανδία, Σλοβενία, Βέλγιο, Σλοβακία, Ιρλανδία, είναι χώρες που αντιλαμβάνονται τους κινδύνους που η Τουρκία αντιπροσωπεύει και αποτελούν, μαζί με την Ελλάδα και την Κύπρο ένα πυρήνα υπολογίσιμο μέσα στην ΕΕ, που σπάει τη γερμανική μονοκρατορία και έχει την προοπτική να συσπειρώσει κι άλλες χώρες, δυσχεραίνοντας τα σχέδια της Τουρκίας να επιβάλει τετελεσμένα.

Στη Μεσόγειο, πρέπει να εμβαθύνομε τη συμμαχία με τη Γαλλία και να κινηθούμε πιο ενεργά στη σύμπηξη ενός αντιτουρκικού τόξου με εκείνη, την Αίγυπτο, τα Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία, το Ισραήλ, τη Συρία, τη Λιβύη του Χαφτάρ, την Κύπρο. Προοπτικά, θα πρέπει να εκτείνεται το τόξο αυτό μέχρι την Ινδία, την Αρμενία και άλλες χώρες του μουσουλμανικού κόσμου που βρίσκονται σε σύγκρουση με την Τουρκία. Η συμμαχία αυτή θα μπορεί να λάβει πολυεπίπεδα χαρακτηριστικά, από προμήθειες εξοπλισμού μέχρι αμοιβαία συνδρομή σε περίπτωση επίθεσης.

Συγχρόνως, οφείλομε να εγκαταλείψομε τη φοβική στάση μας στο θέμα της ανακήρυξης χωρικών υδάτων στα 12 μίλια. Η ενέργεια αυτή θα λύσει αυτόματα τα ζητήματα κυριαρχίας και εκμετάλλευσης στο Αιγαίο, ακόμα κι αν δεν οριοθετηθεί ΑΟΖ.

ΑΟΖ όμως επιβάλλεται να οριοθετηθεί με την Κύπρο, καθώς οφείλομε να έχομε στην πράξη έναν ενιαίο χώρο με το άλλο ελληνικό κράτος, και να λειτουργούμε εν τοις πράγμασι σαν μια οντότητα. Αυτό επηρεάζει και τις εξοπλιστικές μας επιλογές, οι οποίες θα μπορούν να γίνονται και με τη συνδρομή της Κύπρου. Η οριοθέτηση ΑΟΖ με την Κύπρο και η ολοκλήρωση της οριοθέτησης με την Αίγυπτο, βάζει ταφόπλακα στη Γαλάζια Πατρίδα και καθιστά Ελλάδα και Κύπρο όμορες και την Ανατολική Μεσόγειο λίμνη ειρήνης και συνεργασίας μεταξύ των χωρών της περιοχής.

Στο αμυντικό επίπεδο, η όποια πρόκληση της Τουρκίας θα πρέπει να μη μείνει αναπάντητη· εδώ χρειάζεται να αναθεωρήσομε και τις κόκκινες(;) γραμμές της χώρας, που σε καμιά περίπτωση δε μπορεί να είναι τα 6 μίλια που είδαμε στις πρόσφατες προκλήσεις και που στην πράξη επέτρεψαν στην Τουρκία να αμφισβητήσει την υφαλοκρηπίδα μας και να εφαρμόσει τη γαλάζια πατρίδα. Αποτροπή σημαίνει ότι είμαστε έτοιμοι για σύγκρουση για να προασπίσομε τα δίκαιά μας.

Αναδιατάσσοντας τη χώρα στη διεθνή και περιφερειακή σκακιέρα, η καταγγελία της Συμφωνίας των Πρεσπών και η άσκηση πολιτικής μαλακής ισχύος στα Βαλκάνια, είναι κινήσεις που ξεπλένουν το άγος της προδοσίας της Μακεδονίας και συντελούν στο να λαμβάνεται υπ’ όψη η Ελλάδα στους σχεδιασμούς των γειτονικών και μη χωρών. Η ακηδεμόνευτη στάση της Βουλγαρίας στο θέμα της εισδοχής των Σκοπίων στην ΕΕ, εκτός του ότι μετέθεσε για αργότερα ένα γεγονός που θα μας φέρει σε δύσκολη  θέση, καθώς δεν πρόκειται τα Σκόπια να δείξουν καμιάν αλληλεγγύη στην Ελλάδα και την Κύπρο απέναντι στην Τουρκία, γελοιοποίησε το προδοτικό τόξο των ψηφισάντων αφενός και των μη ψηφισάντων αλλά ήδη ανεχομένων το ξεπούλημα της Μακεδονίας.

Μια σοβαρή βαλκανική πολιτική θα υποχρέωνε και την Αλβανία να συνεργαστεί, θα οριοθετούσε ΑΟΖ και με αυτήν και θα στήριζε τα δικαιώματα του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού.

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, στις διεθνείς σχέσεις μετράει και ο ρεαλισμός του ποιόν υποχρεούνται τα κράτη να λαμβάνουν υπ’ όψη κατά τους σχεδιασμούς τους, είτε είναι φίλος είτε εχθρός. Η Τουρκία το έχει αντιληφθεί αυτό και λειτουργεί προβάλλοντας, πέρα από την ισχύ της, και το μέγεθός της σε τέσσερα επίπεδα: Το πληθυσμιακό, το γεωγραφικό (που αφορά τόσο τη θέση της όσο και την έκτασή της), το υπερεθνικό σε δύο επίπεδα, ως ηγέτιδα δυνητικά δύναμη του τουρκικού από τη μια αλλά και του μουσουλμανικού κόσμου εν γένει από την άλλη.

Αυτή την παράμετρο οφείλει η ελληνική πολιτική να την εξετάσει με μεγάλη προσοχή. Γιατί ένα τέτοιο μέγεθος δίπλα της θα αναγκάζει τους πάντες να το υπολογίζουν. Πρέπει λοιπόν να υπάρξει επεξεργασμένο σχέδιο συρρίκνωσης των μεγεθών αυτών της Τουρκίας κι εκμετάλλευσης των αδυναμιών της. Ήδη, στο χώρο του Ισλάμ, βρίσκεται σε αντίθεση με τις αραβικές μουσουλμανικές χώρες από τις οποίες διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία, ενισχύοντας μάλιστα τον ισλαμισμό και τις εξτρεμιστικές οργανώσεις του.

Σε αυτό το επίπεδο, η συρρίκνωση της Τουρκίας πρέπει να είναι μονόδρομος. Οι προϋποθέσεις υπάρχουν, καθώς οι λαοί στο εσωτερικό της βρίσκονται σε αντιπαράθεση μεταξύ τους, με κυρίαρχη αλλά όχι μόνη αυτήν μεταξύ Κούρδων και Τουρκίας. Οι Αλεβίτες και οι εξισλαμισμένοι πληθυσμοί που διατηρούν τη συνείδηση της καταγωγής τους ακόμα κι αν είναι πια συνειδητοί Μωαμεθανοί, οι μουσουλμανικές μειονότητες που πιέζονται να εκτουρκιστούν, τελούν υπό καθεστώς εν δυνάμει εξέγερσης και αποτελούν βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια της Τουρκίας. Συγχρόνως η αντίθεση μεταξύ κοσμικών-κεμαλικών παραλίων και ερντογανικής-ισλαμικής ενδοχώρας, λειτουργεί παράλληλα με τις άλλες αντιθέσεις και προσθέτει μιαν ακόμα διαίρεση. Έτσι, μια πολιτική αποσταθεροποίησης και δημιουργίας εσωτερικών προβλημάτων στην Τουρκία θα την υποχρεώσει να αφιερώσει δυνάμεις και ενέργεια στο να τα καταστείλει, ενώ η εμφύλια αντιπαράθεση θα αδυνατίσει τη θέση της και θα αναγκάσει τις άλλες χώρες να εκδηλώσουν προτιμήσεις σε κάποιαν από τις αντικρουόμενες δυνάμεις. Ο διαμελισμός θα προβάλει σαν προοπτική όσο εμπεδώνεται μια μονιμότητα σε τέτοιες αντιθέσεις. Κι αυτό θα μειώσει τη σημασία της Τουρκίας τόσο ως αυτόνομου παίχτη, όσο και ως μέρους μιας ευρύτερης συνομάδωσης χωρών. Μια μικρή Τουρκία δε θα μπορεί να διεκδικεί την ηγεσία των Τουρκόφωνων χωρών, όταν πια θα υπάρχουν μεγαλύτερες σε έκταση και πληθυσμό. Ούτε θα μπορεί να εμφανίζεται ως νέο Χαλιφάτο στον κόσμο του Ισλάμ, έστω και στο μη αραβικό.   

Αντιλαμβάνεται κανείς ότι τα παραπάνω είναι εφικτά, απαιτούν όμως αλλαγή αμυντικού δόγματος, δόγματος εξωτερικής πολιτικής και παραγωγικού μοντέλου, κι αυτό δεν το έχει μια πολιτική που όταν είναι με την πλάτη στον τοίχο αναγκάζεται να αντισταθεί κι όταν ο κίνδυνος απομακρύνεται τρέχει σε διερευνητικές. Τα παραπάνω απαιτούν και μια μόχλευση που κανείς αυτή τη στιγμή δεν είναι διατεθειμένος να ασκήσει. Επομένως, η Ελλάδα, είτε αυτόνομα, είτε εντός ευρύτερων σχημάτων που έχουν επάλληλες αν όχι ταυτόσημες στοχεύσεις, οφείλει να διευκολύνει τις διαλυτικές τάσεις στο εσωτερικό της Τουρκίας και να ελέγξει κατά το δυνατόν την έκβασή τους. Κι αν αυτά μοιάζουν ευσεβείς πόθοι όταν αναλογιστούμε την εξαρτημένη φύση και τη φοβική στάση των ελληνικών ελίτ, στην πραγματικότητα θα είναι πολύ εύκολα όταν ο λαός αποφασίσει να πάρει τις τύχες του στα χέρια του και να εκφραστεί μέσα από ένα άλλο πολιτικό προσωπικό, πατριωτικό, δημοκρατικό, κοινοτικό.

Καταλήγομε λοιπόν, από όπου και να πιάσομε το ζήτημα, ότι εμείς (αυτή τη στιγμή δεν) κρατούμε την τύχη μας στα χέρια μας κι ότι αν έχομε πολιτική στόχευση, η αντιμετώπιση της Τουρκίας καθίσταται εφικτή. Αυτό βέβαια έχει και την αντίστροφη ανάγνωση: Όσο παραμένομε ενεργούμενα των Αμερικάνων και των Γερμανών, όσο η πολιτική μας υπαγορεύεται από τις πρεσβείες κι όχι από τη λαϊκή βούληση, τόσο θα βυθιζόμαστε σε μια καθοδική σπείρα υποταγής στην Τουρκία και φινλανδοποίησης της πατρίδας μας μέχρι την εξαφάνισή μας ως διακριτό υποκείμενο στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Κι αν μέχρι πρόσφατα μας έπαιρνε να παριστάνομε πως δεν τρέχει τίποτα, πλέον είτε θα αντιστρέψομε την καθοδική κίνηση προς τον Άδη είτε θα αφεθούμε σ’ αυτό τον κατήφορο προς την καταστροφή…

19 Ιανουαρίου, 2021 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | Σχολιάστε

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΗ…

Με την τουρκική επιθετικότητα σε φάση υλοποίησης πλέον, τα περιθώρια για να κοροΐδευόμαστε μεταξύ μας για τις προθέσεις του ισλαμοφασιστικού γειτονικού κράτους εξαντλήθηκαν. Η κατευναστική πολιτική εξημέρωσης του θηρίου καταρρέει με πάταγο, αφήνοντάς μας μόνους με τον καθρέφτη, δίχως τους παραμορφωτικούς φακούς μιας ιδεοληψίας που πίστευε πως μπορεί να το ρισκάρει με την Τουρκία τείνοντας …κλάδο ελαίας στους γενοκτόνους!
Κάποτε θα πρέπει ν’ απασχολήσει σοβαρά το λαό μας το πώς αρνηθήκαμε να δούμε την πραγματικότητα, απολαμβάνοντας πάνω σε ροζ συννεφάκια μια ψεύτικη ευμάρεια, με όχημα τον «εκσυγχρονισμό» και μιαν αφελή προσέγγιση περί …λαών που δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν, παραβλέποντας και τους τουρκικούς σχεδιασμούς και το ότι ο λαός στη γείτονα είναι χωρισμένος σε αυτούς που καταπιέζονται σε συνθήκες χούντας και σε αυτούς που στηρίζουν την επιθετική πολιτική ενάντια στην πατρίδα μας (της Κύπρου συμπεριλαμβανομένης), την Αρμενία, τη Συρία, τη Λιβύη, το Ιράκ, τους Κούρδους κι άλλους, σε έναν κατάλογο που δεν έχει τελειωμό. Αλλά αυτό θα πρέπει να γίνει αφού ασχοληθούμε σοβαρά να αποτρέψουμε τον επερχόμενο εθνικό ακρωτηριασμό. Ας ελπίσομε μόνο να μη γίνει μετά από μια νέα Καταστροφή.
Προς το παρόν οφείλομε να αποκρούσομε την Τουρκική επέλαση. Η οποία ήδη λαμβάνει χώρα, διεκδικώντας εδάφη Ελληνικά, αλλά και εμποδίζοντάς μας να ασκήσομε νόμιμα δικαιώματά μας και να επεκταθούμε με βάση το διεθνές δίκαιο. Κι εκεί χρειαζόμαστε μιαν άλλου τύπου διαχείριση από αυτή που κάνει το κατεστημένο πολιτικό προσωπικό διαχρονικά.
Στο πεδίο της διεκδίκησης ελληνικών γαιών, η Τουρκία κλιμακώνει συνεχώς τη ρητορική της. Έχει εκφράσει στο παρελθόν απαιτήσεις μέχρι και στην Κρήτη, ενώ πλέον ανακάλυψε κυριαρχικά δικαιώματα και στο Καστελόριζο. Κι επειδή είναι σοβαρό κράτος, με σχεδιασμό και στοχεύσεις, θα πρέπει να πάρουμε στα σοβαρά αυτά που λέει και να μην κρυφτούμε ξανά πίσω από το δίκιο μας και τα «αήττητα νομικά όπλα» που επικαλείτο ο Σημίτης στα Ίμια, τα οποία επί εποχής του εγκαταλείψαμε και επί Σύριζα προσάρτησαν κι επίσημα οι Τούρκοι και τα καταχώρησαν στο κτηματολόγιό τους.

Στο πεδίο της απαγόρευσης στην Ελλάδα ν’ ασκήσει τα δικαιώματά της, δεν έχομε μονάχα το Casus Belli για την ανακήρυξη χωρικών υδάτων στα 12 μίλια. Έχομε και την εν τοις πράγμασι επιβολή της Γαλάζιας Πατρίδας, με καταπάτηση της υφαλοκρηπίδας μας και απαγόρευση οριοθέτησης ΑΟΖ με την Κύπρο. Έτσι, οι Τούρκοι αλωνίζουν στο Αιγαίο και δεν επιτρέπουν στους Έλληνες να βγούνε πέρα από τα 6 μίλια. Κι η πολιτική μας ηγεσία παριστάνει πως αντιστέκεται ορίζοντας ως κόκκινη γραμμή τα 6 μίλια των χωρικών μας υδάτων, ενώ στο μεταξύ καταστρέφουν τη ζωή των νησιωτών μας. Οι ψαράδες μας εμποδίζονται να αλιεύσουν όπου πάντα ψάρευαν, στα πέραν των 6 μιλίων διεθνή ύδατα, γιατί τώρα οι Τούρκοι τα θεωρούν ΑΟΖ τους. Και αντί ο στόλος μας να διασφαλίσει το δικαίωμά τους να δουλέψουν, έχει εντολές να κοιτάζει αμέτοχος από τα 6 μίλια!
Οι επιπτώσεις αυτής της κατάστασης είναι και άμεσες και μεσοπρόθεσμες. Στις άμεσες θα πρέπει να συγκαταλεχθούν η αποδοχή, εκ μέρους της κυβέρνησης, της Γαλάζιας Πατρίδας και η παραίτηση από το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια και οριοθέτησης ΑΟΖ με την Κύπρο. Μεσοπρόθεσμη είναι η επερχόμενη εγκατάλειψη των νησιών από τον πληθυσμό που δε θα μπορεί πια να υποστηρίξει τη ζωή του εκεί οικονομικά, καθώς του απαγορεύεται να δουλέψει. Κι ένα νησί με μειούμενο πληθυσμό, περικυκλωμένο από την Τουρκική Γαλάζια Πατρίδα, είναι θέμα χρόνου πότε θα εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους του και θα καταληφθεί από τους γενοκτόνους της Άγκυρας.
Απέναντι σ’ αυτά, η κυβέρνηση δείχνει να μην έχει σχέδιο. Έχει σίγουρα κάποιες θετικές εκλάμψεις, όπως η απόκρουση της δι’ αντιπροσώπων εισβολής στον Έβρο, η (ημι)οριοθέτηση ΑΟΖ με την Αίγυπτο, η συνεννόηση με τη Γαλλία και η σύμπραξη με τα Εμιράτα και τις χώρες του Κόλπου. Εν δυνάμει μπορεί να διαμορφωθεί μια συμμαχία που θα μπορούσε να έχει αποτρεπτικά αποτελέσματα. Όμως…
Οι κινήσεις αυτές μένουν ανολοκλήρωτες. Υποτάσσονται στους σχεδιασμούς της Γερμανικής Ευρώπης και δε γίνεται το κρίσιμο βήμα προς τη χειραφέτησή μας από τον ασφυκτικό αυτόν εναγκαλισμό. Όσο κι αν σε μεγάλο βαθμό η Γερμανία μας ελέγχει οικονομικά, και μόνο το ένστικτο της επιβίωσης θα αρκούσε σε αυτές τις δραματικές στιγμές να θέσει τις προτεραιότητες που πρέπει. Κι όμως αυτό δε γίνεται· αντίθετα, στη σύνοδο κορυφής ο Πρωθυπουργός συναινεί στην Πολυμερή διάσκεψη για την Ανατολική Μεσόγειο, ενώ αμέσως πριν η διπλωματία μας ανακοίνωνε στους εταίρους ότι δε δεχόμαστε κάτι τέτοιο, καθώς η Τουρκία προκαλεί συνεχώς. Για άλλη μια φορά εμφανίζεται το αναξιόπιστο πρόσωπο της Ελλάδας, το οποίο δεν τη γελοιοποιεί μόνο στην Τουρκία και τους Ευρωπαίους υποστηρικτές της, αλλά και στις δυνάμεις εκείνες με τις οποίες υποτίθεται ότι διαμορφώνομε ένα αντιτουρκικό μέτωπο: Πώς θα βασιστεί η Γαλλία σε μιαν Ελλάδα που παλινωδεί, πώς θα τη θεωρήσει σοβαρό εταίρο η Αίγυπτος και τα Εμιράτα; Η ζημιά είναι τεράστια, γιατί και οι εν δυνάμει σύμμαχοι θα αποστασιοποιηθούν και δε θα μπορέσουν να συμπήξουν μιαν αποτρεπτική, για τους δικούς λόγους, συμμαχία, δίχως την Ελλάδα και την Κύπρο. Η Τουρκία και πάλι βγαίνει κερδισμένη, όχι γιατί νικάει η ίδια αλλά γιατί αυτοχειριαζόμαστε εμείς.

Δεν υπάρχει πια δικαιολογία για τη στάση αυτή. Διακυβεύεται η ύπαρξή μας κι εμείς δεν έχομε σχέδιο, μόνο σπασμωδικές αντανακλαστικές κινήσεις που έχουν περιορισμένα περιθώρια και αφήνουν την πρωτοβουλία στην Τουρκία. Αλλά αυτά είναι τα όρια του διαθέσιμου πολιτικού προσωπικού. Για τα δεδομένα του, έχει ήδη υπερβεί τον εαυτό του, όχι γιατί το ήθελε, αλλά γιατί ο Ερντογάν του έχει αφαιρέσει τα προσχήματα. Όμως δε μπορεί να κάμει κάτι παραπάνω…
Μια άλλη πολιτική θα συνειδητοποιούσε ότι η Τουρκία διεξάγει συνεχώς πολέμους: από τη Λιβύη στη Συρία κι από το Αρτσάχ στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο. Θα καταλάβαινε ότι μπορεί να κατανοήσει μόνο τη γλώσσα της ισχύος. Θα κατανοούσε ότι η σημασία της Τουρκίας και το ότι υποχρεώνει τις άλλες δυνάμεις να τη λαμβάνουν υπ’ όψη τους οφείλεται, εκτός από τη σοβαρή και ανεξάρτητη πολιτική της, και στο μέγεθός της, και θα επεξεργαζόταν στρατηγικές αποσταθεροποίησής της στο εσωτερικό και αποτροπής της στα σύνορα, όχι μόνο της επικράτειας αλλά και της ΑΟΖ που δεν οριοθετούμε.
Μια άλλη πολιτική θα επέκτεινε τα χωρικά ύδατα στα 12 μίλια, θα εξόπλιζε τη χώρα με βάση τις ανάγκες της και όχι τις ανάγκες των εμπόρων όπλων, θα προχωρούσε στην ανάπτυξη αμυντικής βιομηχανίας, θα είχε κιόλας οριοθετήσει ΑΟΖ με την Κύπρο, θα σφυρηλατούσε συμμαχία αμυντική με τη Γαλλία, θα ηγείτο σε μια συνεννόηση των ομόρων της Τουρκίας χωρών, θα υποδαύλιζε τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της. Μπορούμε να καλύπτομε σελίδες του τί θα έπρεπε αυτονοήτα να γίνει. Αλλά αυτά χρειάζονται μιαν άλλη θεώρηση των πραγμάτων, μιαν άλλη πολιτική, μια πολιτική με σχεδιασμό και όραμα, με αμυντικό δόγμα αποτροπής, απρόβλεπτη και όχι δεδομένη.
Δυστυχώς ο χρόνος έχει τελειώσει. Με την εκ μέρους μας αποδοχή των τετελεσμένων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, δεν είμαστε στο παραπέντε αλλά στο και τέταρτο. Ο λαός μας έχει την ευθύνη να επιβάλει μιαν άλλη πολιτική, σε μια πατριωτική δημοκρατική κατεύθυνση, σε μια προσπάθεια να περισωθεί ό,τι μπορεί. Που βέβαια θα κληθεί να την υλοποιήσει πολιτικό προσωπικό το οποίο την ενστερνίζεται…

15 Δεκεμβρίου, 2020 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , | Σχολιάστε

ΠΑΤΡΙΔΑ Η ΘΑΝΑΤΟΣ!

Το 2020 είναι σίγουρα μια χρονιά που επαναπροσδιόρισε άρδην τη στάση μας απέναντι στις καταστάσεις που βιώνουμε και που επέτεινε τη συνειδητοποίηση του λαού σε όλο το φάσμα των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η πατρίδα μας.
Κι αν αυτό είναι το καλό νέο, το κακό είναι πως αυτή η συνειδητοποίηση δεν οφείλεται σε εσωτερικές διεργασίες του λαϊκού σώματος· οφείλεται στην παροξυστική πια επεκτατική πολιτική της Τουρκίας, που εξάντλησε κάθε περιθώριο του κατευναστικού μπλοκ να επιμένει να βλέπει την πραγματικότητα μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς των ιδεοληψιών και της υποχωρητικότητας. Το μπλοκ αυτό, μειοψηφικό σαν άποψη και σαν απήχηση αλλά παντοδύναμο επικοινωνιακά, περιλαμβάνει τις ελίτ της χώρας και το πολιτικό κατεστημένο, διαπερνώντας οριζόντια το πολιτικό φάσμα.
Όμως το αποτέλεσμα μετράει: Κι αυτό είναι πως ο μύθος της ανίκητης Τουρκίας κατέρρευσε κατά τη διάρκεια του πολέμου που γίνεται στην Ανατολική Μεσόγειο. Η καραμέλα που για χρόνια πιπίλιζαν πολιτικοί και ΜΜΕ για την ανάγκη συμβιβασμού, δηλαδή εκχώρησης στην Τουρκία της κυριαρχίας μας και συνακόλουθα μετατροπής μας σε δορυφόρο της, έλιωσε στα ζεστά νερά των θαλασσών μας. Και είναι χαρακτηριστικό πως αμέσως πριν την αποτροπή των μεταναστευτικών πληθυσμών που η Τουρκία χρησιμοποίησε σαν άλλους σακκουλιέρηδες* στον Έβρο, τα κόμματα εξουσίας σε …κοινή(!) τους εκδήλωση προπαγάνδιζαν ανοιχτά την προσφυγή στη Χάγη με όρους που εξυπηρετούν τους Τουρκικούς σχεδιασμούς. Η κατάρα αυτού του τόπου είναι πως τα κόμματά του επιδεικνύουν μια ξεχωριστή ομοψυχία όταν πρόκειται να απεμπολήσουν δικαιώματα και σύμβολα, πάντα με μιαν οργουελιανή ρητορική. Το είδαμε πολύ πρόσφατα και στο θέμα των Σκοπίων, το βλέπουμε και στα ελληνοτουρκικά.


Όμως η κατάσταση είναι τόσο κρίσιμη, που ο λαός κατάλαβε πως εδώ παίζεται η ύπαρξή μας. Η συντριβή των ΜΑΤ στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου από τον εξεγερμένο κόσμο έδωσε ένα μήνυμα που η κυβέρνηση έπρεπε να το ακούσει αν ήθελε να μην πέσει, ενώ κατέδειξε πόσο αλληλένδετα είναι όλα τα προβλήματα που ταυτόχρονα αντιμετωπίζομε, όπως εδώ το μεταναστευτικό με τα ελληνοτουρκικά. Και, πιεσμένη από τη λαϊκή οργή, εφάρμοσε μια πολιτική αποτροπής που ούτε πιστεύει, ούτε έχει το στελεχικό δυναμικό να υλοποιήσει: Αντίσταση στον Έβρο, στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο. Κι εκεί που πιστεύαμε πως οι Τούρκοι είναι σε θέση να κάνουν περίπατο, είδαμε έκπληκτοι πως η ψυχή του λαού μας μπορεί ακόμα να καλύπτει την υπεροπλία τους. Είδαμε πως μπορούν να φυλαχτούν και τα θαλάσσια σύνορα. Πως μια στάση που για πρώτη φορά δεν ήταν κατευναστική, μας αναβίβασε σε αξιόπιστους συνομιλητές άλλων δυνάμεων που βρίσκονται σε αντιπαλότητα με την Τουρκία αλλά δεν είχαν εμπιστοσύνη να μας προσεγγίσουν: Αίγυπτος, Γαλλία, Αυστρία, Εμιράτα, δημιουργούν πλάι μας και με ίσους όρους συμμαχίες. Η Αυστρία στέλνει δυνάμεις της να μας βοηθήσουν απέναντι στα εποικιστικά σχέδια της Τουρκίας στον Έβρο, η Γαλλία εμφανίζεται αρωγός μας στην Ανατολική Μεσόγειο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση σχηματίζονται γύρω μας συμμαχίες απέναντι στον Τουρκικό ιμπεριαλισμό, η Ελλάδα ξαναμπαίνει στο χάρτη των αξιοπρεπών εθνών.
Όμως αυτά έχουν όρια. Τα όρια που οι δεσμεύσεις και ο εθνομηδενισμός του πολιτικού κατεστημένου επιβάλλουν. Δε μπορεί να υπάρξει αποτρεπτική πολιτική με το ΕΛΙΑΜΕΠ να τροφοδοτεί με στελέχη και ιδεολογία τον κρατικό μηχανισμό και με αυτούς που διαδοχικά ασκούν εξουσία να συμμορφώνονται στις επιταγές των ΗΠΑ και της Γερμανίας. Οι φετινές νίκες του λαού μας, επιτεύχθηκαν παρά την αντίθετη βούληση των κυβερνώντων και την ανυπαρξία αντιπολίτευσης στα εθνικά θέματα. Επιτεύχθηκαν γιατί ο λαός επέβαλε τις θέσεις του και όσο η Τουρκία δείχνει τα δόντια της, οι πολιτικοί δεν τολμούν να υποχωρήσουν. Είναι χαρακτηριστικό όμως πως μόλις εκτονωθεί λίγο η κατάσταση, προσφερόμαστε για διάλογο με το μέχρι χτες εισβολέα. Κι αυτό μας στερεί αξιοπιστία και φέρνει από το παράθυρο αυτό που πετάξαμε έξω από την πόρτα.
Δε μπορούμε να συζητούμε για διάλογο με την Τουρκία αν δεν υπάρξει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα απουσίας προκλήσεων απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο. Και η ανοχή που δείχνομε στις παραβιάσεις της ΑΟΖ του δεύτερου ελληνικού κράτους στην περιοχή, ούτε μας τιμά ούτε είναι στρατηγικά ορθή.


Η Τουρκία δεν κρύβεται· δείχνει ανοιχτά ποια είναι. Αυτοί που κρύβονται πίσω από δάχτυλό τους είναι οι ελίτ και τα φερέφωνα των ξένων στην Ελλάδα, αρκετοί, αλλά λιγότεροι από πριν, Ευρωπαίοι, το ΝΑΤΟ. Αλλά αυτοί που συνειδητοποιούν πια είναι όλο και περισσότεροι. Εδώ ελλοχεύει ο κίνδυνος, με μια πολιτική δική μας που θα «κατανοεί» τα συμφέροντα της Γερμανίας, της Αμερικής, της Τουρκίας αλλά όχι της Ελλάδας και της Κύπρου, τα κράτη που συνειδητοποιούν το αναθεωρητικό και γενοκτόνο πρόσωπο της Τουρκίας, να μην αντιδράσουν λόγω της δικής μας υποχωρητικότητας. Μοιραία, τα ελληνικά κράτη, ακρίτες της Ευρώπης, υποχρεούνται να μπουν αυτά μπροστά, ακόμα κι αν δεν έχουν καμιά βοήθεια. Το παράδειγμα των αδελφών μας στο Αρτσάχ και την Αρμενία μας θυμίζει τί είμασταν κάποτε κι εμείς, μας γεμίζει ζήλεια και περίσκεψη για το πώς καταντήσαμε, αλλά μας δείχνει το μόνο δρόμο που υπάρχει. Χώρια που ήδη έχει αποδειχτεί πως η δική μας αντίσταση συσπειρώνει ευρύτατες και πανίσχυρες συμμαχίες απέναντι στην Τουρκία.
Η μηδενική ανοχή στην αμφισβήτηση των δικαιωμάτων μας και η έντονη διπλωματική δραστηριότητα σε συνδυασμό με την αμυντική μας θωράκιση, κατά προτεραιότητα μέσα από δικές μας δυνάμεις (και με αντισταθμιστικά οφέλη και μεταφορά τεχνογνωσίας όπου χρειάζονται εισαγωγές), πρέπει να είναι μονόδρομος σε αυτή τη συγκυρία. Όμως η κυβέρνηση παλινωδεί μεταξύ αντίστασης και διαλόγου, μεταξύ εξαρτήσεων και λαϊκής ώθησης προς την αποτροπή, μεταξύ συμμαχίας με τη Γαλλία και ικανοποίησης των επιθυμιών της Γερμανίας και των ΗΠΑ.
Και πάλι, κάθε μέρα, σε κάθε γωνιά των συνόρων, φαίνεται η γύμνια της κατευναστικής πολιτικής, που ακόμα κι όταν αναγκάζεται να αντισταθεί, το κάνει αντανακλαστικά και δεν έχει ποτέ την πρωτοβουλία των κινήσεων. Δεν είναι δυνατό να εισβάλλει η Τουρκία μέσω των Αζέρων στο Αρτσάχ και η Ελλάδα να κρατά ίσες αποστάσεις. Πέρα από το οφθαλμοφανές στρατηγικά ζήτημα του ότι μια επιτυχία των Τούρκων στο Αρτσάχ θα τους ενισχύσει απέναντί μας, υπάρχει και το θέμα αρχής της συμπαράστασης σε ένα λαό αγωνιζόμενο και γενοκτονημένο από τον ίδιο θύτη με μας.
Η κατακλείδα, που αναδύεται σε κάθε βήμα, σε κάθε οπτική γωνία των καταστάσεων που βιώνουμε, από τα εθνικά μέχρι το μεταναστευτικό κι από την (μη) παραγωγή μέχρι τη δημογραφία, είναι πως υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ του λαϊκού αισθήματος και των πολιτικών, η οποία δεν επιτρέπει να προχωρήσομε πέρα από ένα σημείο. Οφείλομε λοιπόν να διαμορφώσομε εκείνες τις συνθήκες όπου ο λαός θα ταυτίζεται με το κράτος του. Αυτό το δρόμο τον έχομε ξεκινήσει, αλλά το τέρμα απέχει ακόμα πολύ. Στο χέρι μας είναι να προλάβομε να φτάσομε…

20 Οκτωβρίου, 2020 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , | 2 Σχόλια