Με το τουφέκι και τη λύρα

ΑΝΑΘΕΣΗ Ή ΔΡΑΣΗ;

images

H κρίση και οι διαρκείς απογοητεύσεις έχουν δημιουργήσει μιαν επικίνδυνη απάθεια στο λαϊκό σώμα. Ο κόσμος δεν αντιδρά, παρ’ όλο που βλέπει κάθε μέρα να χειροτερεύει η κατάσταση.

Η μη αντίδραση δε σημαίνει αποδοχή των τεκταινόμενων. Σημαίνει απελπισία, ανημποριά και αίσθηση αδυναμίας. Κι αυτό εξυπηρετεί τους δανειστές και την κυβέρνηση, που βλέπουν ότι μπορούν ανενόχλητοι να παίρνουν όλο και πιο καταστροφικά μέτρα.

Ο λαός δεν αντιδρά. Αρκείται να εναποθέτει τις ελπίδες του σε διάφορους αυτόκλητους σωτήρες, που υπόσχονται λύσεις δίχως κόπο. Κι ενώ νιώθει ότι δεν ισχύουν αυτά, καταφεύγει σ’ αυτούς για να μην ξεβολεύεται, γιατί ξεσυνήθισε να παλεύει.

Τα κόμμα της δραχμής, ο Συριζανέλ, ο Σώρρας, αποτελούν παραδείγματα βιομηχανίας υποσχέσεων χωρίς αντίκρισμα. Έπρεπε να διαγνωστεί η ποινική διάσταση του φαινόμενου Σώρρας για να αρχίσει να ανακόπτεται η ξέφρενη πορεία του προς την επόμενη Βουλή.

Όμως, κι αυτοί που δεν πείθονται από το εμπόριο ελπίδας, κι αυτοί που δεν έχουν καμίαν αυταπάτη, πολλές φορές πέφτουν στην παγίδα της ανάθεσης σε άλλους αυτού που πρέπει να γίνει, της αντίστασης που πρέπει να προβάλουμε.

Συμφωνούν και καταλαβαίνουν ότι τα πράγματα θα αλλάξουνε μόνο με κόπο, θυσίες, αλλαγή του οικονομικού μοντέλου της χώρας, αλλαγή του τρόπου ζωής του καθενός μας, σπάσιμο της καταναλωτικής μανίας, επανανακάλυψη της συλλογικότητας και του κοινοτικού πνεύματος.

3-1b

Αλλά και πάλι, είναι τόσο δύσκολη η κατάσταση, που τη διέξοδο θα πρέπει να τη φτιάξουμε εμείς. Δε μιλούμε για φως στο τούνελ, αλλά ότι πρέπει να φτιάξουμε το τούνελ το ίδιο! Κι εκεί αρχίζουν πάλι οι ενστάσεις, οι απογοητεύσεις, ελλοχεύει ο κίνδυνος της παραίτησης: Άμα δεν έχουμε μία λύση έτοιμη, τι κάνουμε; Γιατί δε μας λέτε (ποιοι;) τι να κάνουμε;

Δυστυχώς, αυτή τη στιγμή πρέπει να δημιουργήσουμε την υποδομή για να μπορέσουμε να αντιδράσουμε. Για παράδειγμα, η παραγωγική ανασυγκρότηση είναι ζητούμενο που θα πρέπει να το δουλέψουμε για καιρό πριν δούμε καρπούς. Οι υποδομές που θα υποκαθιστούν το κράτος στο βαθμό του δυνατού και θα προτείνουν μίαν εναλλακτική διέξοδο δεν έχουν ακόμα την κρίσιμη μάζα εκείνη που θα τους δώσει τη δυνατότητα παραγωγής αποτελεσμάτων, πρέπει να στηθούν από λίγους και σε διάσπαρτους τομείς, και ακολούθως να μπορέσουν να διασυνδεθούν και μαζικοποιηθούν.

Οπότε το αποτέλεσμα φαίνεται φτωχό, κι η –ανθρώπινη- επιθυμία για αποτελέσματα δημιουργεί απογοήτευση κι αίσθηση ματαιότητας. Εδώ βρίσκεται κι άλλος κίνδυνος: Να εγκαταλειφθεί η προσπάθεια και από τους συνειδητοποιημένους! Αν αυτό γίνει, θα χαθεί η μοναδική ελπίδα.

Θα πρέπει ο καθένας μας, αντί να παραπονιέται γιατί δεν προχωρούν οι λύσεις, να γίνει κομμάτι του κινήματος που τις επεξεργάζεται. Όχι να κάθεται απ’ έξω, συμπαραστεκόμενος φραστικά, αλλά μη ενεργώντας, να πράττει ο ίδιος και να μην απαιτεί από τους άλλους να πράξουν.

Το σημείο αυτό είναι πολύ κρίσιμο. Σε ένα στάδιο που οι ψεύτικες ελπίδες ξεφτίζουν, μπορεί να καταστρέψει τις ουσιαστικές. Και θέλει, κι εδώ πάλι, μια προσωπική αλλαγή τάσης: Η απραξία στην οποία έχουμε μάθει επηρεάζει και τους συνειδητοποιημένους, κι αυτοί πρέπει να αντισταθούν και στον ίδιο τους τον εαυτό.

Advertisements

Φεβρουαρίου 20, 2017 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , | Σχολιάστε

ΑΡΚΑΔΙ ΤΟΤΕ…ΣΗΜΕΡΑ;

%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%ac%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%82

Τα 150 χρόνια από την ανατίναξη στο Αρκάδι τιμήθηκαν δεόντως, και σωστά. Μετά επιστρέψαμε στους συνήθεις ρυθμούς της μιζέριας, της κατάθλιψης, της παραίτησής μας.
Είδαμε να καταθέτουν στεφάνια κάποιοι που εκπροσωπούν πολιτικές και πρακτικές τις οποίες οι αγωνιστές του Αρκαδίου θα περιφρονούσαν. Πολιτικές αποδόμησης της ταυτότητάς μας, για την οποία τόσοι αγώνες έγιναν και τόσοι άνθρωποι χάθηκαν.
Πολιτικές υποταγής και συμβιβασμού απέναντι σε εχθρούς που οι Κρητικοί επαναστάτες πολέμησαν λυσσαλέα, για να καταλήξουν να ακυρώνονται σήμερα οι δικές τους θυσίες.
Γιατί οι αγώνες για την ελευθερία αρχικά και την Ένωση αργότερα, ήταν αγώνες που έρχονταν από πολύ παλιά, που είχαν ιστορικό βάθος αιώνων, από την Ενετική κατάκτηση της Κρήτης, και συνεχίζονταν ασταμάτητα με διάφορες μορφές μέχρι την Ένωση.
Ήταν αντίσταση καθολική, ένοπλη όταν το επέτρεπαν οι συνθήκες, πνευματική σε χαλεπότερους καιρούς, με κύριο χαρακτηριστικό την πεισματώδη προσκόλληση στην ταυτότητα που όλοι οι κατακτητές θέλησαν να αλλάξουν. Και το αποπειράθηκαν χτυπώντας την πίστη του λαού, κι ο λαός εκεί αντιστάθηκε. Η προσκόλλησή του στην Ορθοδοξία ήταν από μόνη της ύψιστη πράξη αντίστασης και τον αγώνα αυτό τον κέρδισε. Πολλοί δεν άντεξαν και γύρισαν στον Καθολικισμό ή το Ισλάμ, αποκοπτόμενοι από το λαϊκό σώμα. Ο δυναμισμός όμως του πληθυσμού, το υψηλό του φρόνημα και η πίστη στα δίκαια του τον κράτησαν ζωντανό, η επινοητικότητά του και η δημογραφική του δύναμη επέτρεψαν τη συνέχειά του, μέσα από απίστευτες δυσκολίες και προκλήσεις.
Και καταφέραμε σήμερα εμείς οι απόγονοι αυτών που δεν υπέκυψαν σε συνθήκες εξαθλίωσης, να έχομε χάσει το αντιστασιακό μας φρόνημα παγιδευμένοι σε μια καταναλωτική μανία, αποδεχόμενοι συνεχείς αποδομήσεις της ιστορίας και της ταυτότητάς μας, αμφισβητώντας αξίες που μας στήριξαν επί αιώνες, καθιστάμενοι τελικά είτε εξαγορασμένοι γιάπηδες των ΜΚΟ της Νέας Τάξης είτε χρήσιμοι ηλίθιοι αυτών.

antistasis
Επιτρέπουμε να κατεβαίνει στον Άδη η πατρίδα μας και ‘μεις ακούμε ένα ψευδοριζοσπαστικό λόγο που τελικά υπογράφει μνημόνια.
Αφήνουμε να διαλυθεί η κοινωνία μας, αυτολογοκρινόμαστε στα έθιμά μας στο όνομα μιας δήθεν ανθρωπιστικής προσέγγισης ψυχών των οποίων οι σύγχρονοι αποικιοκράτες διέλυσαν τις ζωές και τις κοινωνίες, και τους χρησιμοποιούν για δικές τους γεωπολιτικές σκοπιμότητες.
Και το Αρκάδι προσπαθεί να μας θυμίσει την παρουσία του, το πνεύμα που γέννησε ανθρώπους ελεύθερους μέχρι τέλους.
Που είναι αυτοί σήμερα; Είμαστε εμείς, οι αποικιοκρατούμενοι των Δυτικών, οι ξανά υπόδουλοι των Νεοθωμανών, που δε μπορούμε να ασκήσουμε καν εθνική κυριαρχία, οι σκλάβοι της κατανάλωσης, οι βολεμένοι του καναπέ μέσα στην παρακμή μας, άξιοι να συγκριθούμε με Εκείνους;
Αντί να καταθέτουμε λοιπόν στεφάνια κοροϊδεύοντας τους εαυτούς μας, ας αντισταθούμε σε ό,τι μας πνίγει. Ας τιμήσουμε το Αρκάδι και το κάθε παράδειγμα αντίστασης του λαού μας με ανάλογες πράξεις, ας έρθουμε σε ρήξη με τον υποταγμένο εαυτό μας, ας αντισταθούμε! Τι άλλο περιμένουμε;

Νοέμβριος 16, 2016 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη, Πολιτική και πολιτισμός | , , | Σχολιάστε

ΔΙΑΡΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

IMG_20160615_213552

Ο λαός μας έχει υποστεί ξένες κατακτήσεις εδώ και αιώνες, τόσο από την Ανατολή όσο και από τη Δύση. Τα 400 χρόνια της τουρκικής κατοχής, που έχομε μάθει να λέμε, δεν είναι ούτε 400, ούτε μόνο τουρκικής. Ήδη από το 1071, το Βυζάντιο χάνει την ίδια χρονιά από τους Φράγκους και τους Τούρκους εδάφη που δεν επρόκειτο ποτέ να ανακτήσει. Και ο Ελληνικός χώρος δέχτηκε την τυραννία των Τούρκων και την αποικιοκρατία των Δυτικών, κατασπαρασσόμενος από αυτούς, και μόνιμα αντιστεκόμενος.
Την πτυχή της διπλής κατοχής του Ελληνικού χώρου δεν την έχομε συνειδητοποιήσει σ’ όλο της το εύρος. Συνηθίσαμε να υποτιμούμε τη Δυτική κατοχή, και κάποτε να την εξιδανικεύομε. Θεωρούμε τα Επτάνησα, που δεν τα πάτησε Τούρκος αλλά μόνο δυτικοί, ως τυχερή περιοχή, ενώ την Ενετική κατοχή της Κρήτης, ορισμένοι τη θεωρούν ως όαση σε σχέση με την επακολουθήσασα Τουρκική.
Η πραγματικότητα είναι ότι ο ελληνικός χώρος βίωσε διπλή κατοχή, ενώ σε κάποιες περιοχές οι Δυτικοί εναλλάσσονταν με τους Τούρκους ως δυνάστες. Και στις δυο περιπτώσεις, οι κυρίαρχοι θέλησαν να χτυπήσουν την ελληνική ταυτότητα του πληθυσμού, και το έκαμαν χτυπώντας την ορθοδοξία. Οι μεν Δυτικοί με συνεχή προπαγάνδα για τη μεταστροφή του λαού στον καθολικισμό, οι δε Τούρκοι με το παιδομάζωμα και τη δημιουργία αφόρητων συνθηκών διαβίωσης και οικονομικής μεταχείρισης, ώστε οι ραγιάδες να οδηγούνται στον εξισλαμισμό ώστε να βελτιώσουν τη θέση τους.

images
Το μένος των Δυτικών κατά των Ελλήνων φαίνεται και από τη συμπεριφορά τους στην πρώτη Άλωση, εκεί όπου η Πόλη πάρθηκε για πρώτη φορά και έχασε για πάντα την αίγλη της. Μέχρι και οι αυτοκρατορικοί τάφοι συλήθηκαν, ενώ οι Σταυροφόροι θέλησαν να γελοιοποιήσουν το σκελετό του Βασιλείου Βουλγαροκτόνου, βάζοντας στο κρανίο, στο σημείο όπου κάποτε υπήρχε το στόμα του, μια φλογέρα (από αυτό το γεγονός εμπνεύστηκε ο Παλαμάς τον τίτλο του κλασσικού του έργου «Η φλογέρα του Βασιλιά»). Παντού εξεδίωξαν την εκκλησία, ενώ στην Κρήτη απαγόρευσαν τη χειροτονία επισκόπων, γιαυτό είχαμε τότε τους Πρωτοπαπάδες, που κάλυψαν αυτό το κενό.
Ο λαός μας αντιστάθηκε με διαρκείς επαναστάσεις, κυρίως μέχρι την άλωση της Πόλης από τους Τούρκους. Ακολούθως, η αντίσταση από ένοπλη έμεινε μόνο πνευματική, με προσκόλληση στην ελληνική ιδιοπροσωπία. Κι αφού τη θρησκεία χτυπούσαν οι ξένοι, στην ορθοδοξία επέμεναν οι υπόδουλοι, διατηρώντας έτσι την ταυτότητά τους και προετοιμαζόμενοι για καλύτερες μέρες. Παράλληλα, στην Κρήτη υπήρξε τεράστια πνευματική παραγωγή, που οφείλεται και στη διεξαγωγή της αντίστασης στο πνευματικό πεδίο, αλλά και στην έλευση διανοουμένων και λογίων από την αλωθείσα Κωνσταντινούπολη. Αυτό δεν οφείλεται όμως στην ανοχή των Ενετών αλλά ακριβώς στη διάθεση ανάδειξης της ταυτότητάς μας, η οποία έφτασε να εξελληνίσει τους δυνάστες και να τους στρέψει στην Ορθοδοξία αντί για το αντίθετο, με αποκορύφωμα την επανάσταση του Αγίου Τίτου, όπου οι Ενετοί επήλυδες, ήδη εξελληνισμένοι, μαζί με τους ντόπιους αποσχίστηκαν από τη μητρόπολη και εγκαθίδρυσαν ορθόδοξο κράτος, έστω και για λίγο.
Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της αντίστασης στη Δυτική διείσδυση, πρέπει να συνυπολογίσομε ότι οι τελευταίοι διέθεταν υπέρτερο θεωρητικό οπλοστάσιο, καθώς το οθωμανικό κράτος στερούσε από τους Ρωμιούς τη δυνατότητα στη μόρφωση και κατέστρεφε τα τυπογραφεία τους, ενώ οι Δυτικοί επεξεργάζονταν τις θέσεις τους σε καθεστώς ελευθερίας. Παρ’ όλα αυτά, ο λαός μας άντεξε και διατήρησε την ταυτότητά του, ενώ επεξεργάστηκε και τεκμηριωμένες θέσεις αντίκρουσης του καθολικισμού κάτω από δυσμενείς συνθήκες. Εμείς που σήμερα χλευάζομε την πατρίδα και περιφρονούμε την ταυτότητά μας, μπορούμε να το κάνουμε γιατί κάποιοι εκείνη την εποχή αντιστάθηκαν με παντιέρα αυτά που σήμερα υποτιμούμε και δε μούτισαν. Κι είναι ντροπή μας, αυτό που δεν κατάφεραν οι Τούρκοι κι οι Φράγκοι τότε, να το προωθούμε εμείς σήμερα τυφλωμένοι από τον καταναλωτισμό και την κυριαρχία του εμπορεύματος, από μια ιδεολογία παγκοσμιοποιητική που δεν αναγνωρίζει στον άνθρωπο παρά μόνο ατομικές ανάγκες και δικαιώματα, εξαφανίζοντας τις συλλογικότητες με πρώτα τα έθνη.
Διαρκής επανάσταση λοιπόν υπήρχε στον ελληνικό χώρο απέναντι στους κάθε λογής κατακτητές, ένοπλη και πνευματική. Διαρκή επανάσταση χρειαζόμαστε όμως και σήμερα, απέναντι στους ίδιους εχθρούς, που από τη μια έχουν μεταβάλει την πατρίδα μας σε αποικία χρέους κι από την άλλη αμφισβητούν τα σύνορά μας. Αλλά εμείς έχουμε χάσει το αντιστασιακό μας ήθος, παραμένομε απλοί παρατηρητές της καταστροφής μας. Όμως τα περιθώρια δεν υπάρχουν πια: Αντίσταση ή εξαφάνιση, αυτές είναι οι επιλογές μας.

Ιουνίου 16, 2016 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη | , , | Σχολιάστε

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΚΡΗΤΗ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ

ΡΙΖΙΤΕΣ

Παιδιά κι ήντα γινήκανε του κόσμου οι αντρειωμένοι
Μουδέ στσι μέσες φαίνουνται μουδέ στσ’ αναμεσάδες
Κάτω στην άκρη τ’ ουρανού στην τέλειωση του κόσμου
Σιντεροπύργο χτίζουνε

Ο κάθε τόπος είναι οι αθρώποι του. Που διαμορφώνονται απ’ αυτόν και το διαμορφώνουν κι εκείνοι με τη σειρά τους. Κι εμείς σήμερο για έναν τόπο θέλομε να μιλήσομε, για τους αντρειωμένους που αναθράφηκαν στα χαράκια και τις λέσκες του, που συνήθισαν να κοιτούνε το Χάρο κατάματα. Γιατί στη Δυτική Κρήτη, με επίκεντρο την επαρχία Σφακίων, το αφιλόξενο ανάγλυφο του εδάφους εξελίχθηκε σε μήτρα της ελευθερίας και καταφύγιο όσων βίωναν την καταπίεση στις άλλες περιοχές του νησιού.
Εδώ, όπως και σ’ όλη την Ελλάδα, μέσα από το διαρκή αγώνα του λαού μας ενάντια σε Δυτικούς και Τουρκους δυναστες, διαμορφώθηκαν οι διαχρονικές αξίες μας, ελευθερία, εργατικότητα, πρεπιά, αντίσταση, τιμιότητα, σεβασμός, σεμνότητα. Και εδώ, οι αξίες και τα αξιομνημόνευτα γεγονότα, οι περιπέτειες του τοπικού πληθυσμού αλλά και τα ευρύτερα βάσανα του Ελληνισμού, καταγράφηκαν και παραδόθηκαν στις επόμενες γενιές με το τραγούδι. Κι όπως σε κάθε περιοχή της πατρίδας μας, έτσι και στη Δυτική Κρήτη το τραγούδι έχει τις ιδιαιτερότητές του.
Εδώ όμως, μιλούμε για ιδιαιτερότητες που ξεφεύγουν από το πώς εκφέρεται η μελωδία και ποιος είναι ο ρυθμός. Μιλούμε για έναν τρόπο ζωής, μιλούμε για τις παρέες που γίνονται μέσα από το τραγούδι, μιλούμε για το Τραγούδι με ταυ κεφαλαίο, αυτό που οι επιστήμονες ονόμασαν κάποια στιγμή ριζίτικο.
Η ζωή στη μαδάρα είναι δεμένη με το Τραγούδι κι αυτό πάλι μόνο σ’ αυτήν μπόρεσε ν’ αναπτυχθεί. Η στιβαρή μελωδία, ο σκοπός, παραδομένος από γενιά σε γενιά σε βάθος χρόνου απροσδιόριστο, απηχεί κοινωνίες πολεμικές και ολιγαρκείς, γι’ αυτό ελεύθερες. Απηχεί ακόμα μιαν εποχή κι ένα στάδιο της μουσικής όπου δε γινόταν ακόμα μελοποίηση του στίχου, αλλά τα λόγια εντασσόταν σε ήδη δεδομένες μελωδικές φόρμες, όπως παρατηρεί ο Καβρουλάκης στην κλασική μελέτη του «Οι ρίζες των Ριζίτικων τραγουδιών». Κι εδώ, έχομε μελωδίες των οποίων το ύφος προδιαθέτει για έναν ηρωικό, σοβαρό χαρακτήρα και στις οποίες προσαρμόζεται στίχος με αντίστοιχο περιεχόμενο.

Άντρες γιάντα με διώχνετε, γιάντα μ’ απολαλείτε
Όξω γιατ’ είμαι μοναχός κι είμαι ξαρματωμένος;
Μ’ αφήστε με ν’ αρματωθώ να βάλω τ’ άρματά μου
Να ιδείτε τότες πόλεμο
Έτσι, ο αντιστασιακός χαρακτήρας του λαού μας στα Σφακιά και τη ρίζα, εκφράστηκε με συγκεκριμένο τρόπο τραγουδιστικά. Αλλά εδώ το τραγούδι πήγε ένα βήμα παραπέρα: Αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία γίνονται οι παρέες, με τον τρόπο που τραγουδιέται και τη συλλογικότητα που προϋποθέτει. Γιατί στην τάβλα, το φαγητό είναι η πρόφαση και οι συζητήσεις το προοίμιο αυτού που θα ακολουθήσει. Κι όταν έχει προχωρήσει το φαγοπότι κι η κουβέντα, βάζει κάποιος την αρχή. Όχι τυχαία. Πρέπει να είναι σεβαστό πρόσωπο ή ο οικοδεσπότης. Οι γύρω του θα τον συνδράμουν στο τραγούδι που θ’ αρχίσει, και θα συνεχίσουν μέχρι τον ενάμιση πρώτο στίχο, οπότε θα το «πάρουν» οι υπόλοιποι του τραπεζιού και θα το επαναλάβουν. Μόλις τελειώσουν, θα συνεχίσει η πρώτη πατούλια στο δεύτερο ενάμιση στίχο, που συνήθως ξεκινά με τον τελευταίο μισό της προηγούμενης κοντυλιάς, θα το ξαναπάρουν οι άλλοι, κι αυτό θα γίνει ακόμα μια φορά. Σύνολο τρεισήμισι στίχοι, τραγουδισμένοι τελικά από όλους, και το τραγούδι σταματά άσχετα αν ολοκληρώνεται το νόημα εκεί ή όχι.

ΧΑΙΝΗΔΕΣ

Γη πέτε το γή να το πώ τση τάβλας το τραγούδι
γιατί κι η τάβλα θέλει το κι η συντροφιά καλεί το
κι ο νοικοκύρης του σπιθιού χαρά μεγάλη το ‘χει,
να πουν τραγούδι του σκαμνιού.
Δε χρειάζεται να ολοκληρώνεται το νόημα γιατί αφενός όλοι γνωρίζουν τα λόγια, αφετέρου πρέπει να προλάβουν όλοι να ξεκινήσουν τραγούδι, και βέβαια, να πουν όσο περισσότερα γίνεται. Αυτό επιβεβαιώνει όμως και κάτι άλλο που είπαμε, ότι ο σκοπός από μόνος του υποβάλλει το ύφος, το νόημα, την ψυχική ανάταση στους συνδαιτυμόνες, έτσι ώστε τα λόγια να έχουν δευτερεύοντα ρόλο. Αλλά κι όταν η παρέα εκτραχύνεται, πάλι το τραγούδι που θα πιάσει κάποιος θα φέρει την τάξη, προσοχή όμως, όχι την τάξη της καταστολής αλλά αυτή της οικειοθελούς προσχώρησης σε ένα κλίμα αμοιβαίου σεβασμού και φιλίας. Είναι αυτό που έχει γράψει ένας καλός φίλος που δεν είναι πια μαζί μας, ο Νίκος ο Ψαρός, πως ο άθρωπος της Μαδάρας αγάλλεται, δεν πλαντάσσει.
Το Τραγούδι συμπυκνώνει λοιπόν τη στάση ζωής του λαού μας.

Να ιδείτ’ ήντα παραγγενε μια φρόνιμη του γιου τζη
Φιε μου κι αν πας στο καπηλειό απου ‘ν’ οι χαροκόποι
Τήρα διαντήρα το σκαμνί τον τόπο να καθίζεις
Με τον καλλιά σου κάθιζε και νηστικός σηκώνου

Κι ακόμα, καταγράφει έμμετρα τα γεγονότα και τις ιστορικές στιγμές, διατηρώντας τες ζωντανές στη μνήμη των επόμενων γενεών, σε περιόδους που δεν υπήρχε ο καταιγισμός πληροφόρησης και η πληθώρα ερμηνειών που βιώνομε σήμερο, σε περιόδους που τα αυτονόητα ήταν όντως αυτονόητα και οι αφηγήσεις δεν εξυπηρετούσαν σκοπιμότητες.
Απέστειλέ μ’ ο βασιλιάς τσι βίγλες να μπαστίσω
κι ούλες τσι βίγλες μπάστισα κι ούλες λαγώνεψά τζι
κι ούλες τσ’ ηύρηκα ξυπνητές κι ούλες τσι παραβλέπα
τη βίγλα τω Σαρακηνώ ηύρηκα κι εκοιμάτο

Η Δυτική Κρήτη, με επίκεντρο την επαρχία Σφακίων, κατέχει ξεχωριστή θέση στο κρητικό αλλά και ευρύτερα ελληνικό γίγνεσθαι. Από δω ξεκινούν οι επαναστάσεις, εδώ καταφεύγουν οι ανυπότακτες ψυχές όλου του νησιού, για να πετάξουν όλοι μαζί σαν ελευθερωτές κι εκδικητές στο κατωμέρι. Από δω, απομονωμένοι από την υπόλοιπη Κρήτη αλλά ανοιχτοί σ’ όλο τον κόσμο μέσω της θάλασσας και της ναυτιλίας, συμμετέχουν στις αναζητήσεις και αγωνίες του λαού μας. Θαυμάζουν το Διγενή. Προσβλέπουν στον αυτοκράτορα της Νίκαιας, μετά την πρώτη Άλωση, για να ελευθερώσει την Κρήτη από τους Ενετούς. Θρηνούν, πρώτοι απ’ όλους τους Έλληνες το κούρσος της Αντριανούπολης. Προστρέχουν για βοήθεια στην πολιορκία της Πόλης από το Μωάμεθ και τους Τούρκους, όντας οι ίδιοι υπόδουλοι των Ενετών. Συμμετέχουν στον πανελλήνιο Σηκωμό των Ορλωφικών το 1770, με το Δασκαλογιάννη και στη Φιλική Εταιρεία λίγο αργότερα. Αγωνίζονται για την Ένωση, όταν βρεθούν εκτός του νεοσύστατου ελλαδικού κρατίδιου. Ελευθερώνουν άλλες ελληνικές περιοχές πριν ακόμα ενωθούν οι ίδιοι με την Ελλάδα, ακριβώς 100 χρόνια πριν. Και κάθε επεισόδιο γίνεται Τραγούδι.

ΒΡΑΚΟΦΟΡΟΙ

Ποιος είν’ αψύς κι ογλήγορος περίσσια προκομένος
Να πάει στη Χώρα τω Σφακιών απού ν οι καπετάνιοι
Κι οι Τούρκοι ξεπροβάλλανε εις το σελί τση Κράπης
Να παν να κλείσουν τον Κατρέ
Τα τραγούδια αυτά δεν είναι μουσειακά είδη επειδή είναι παλιά. Άλλωστε στη Δυτική Κρήτη η έννοια του χρόνου είναι εντελώς σχετική, ο Δασκαλογιάννης του 1770 κι ο Καντανολέος του 1527 είναι πρόσωπα οικεία, προσιτά, κοντινοί πρόγονοι κι όχι μορφές ιστορικές των βιβλίων.
Οι αθρώποι της Μαδάρας και σήμερο με τον ίδιο τρόπο γλεντίζουν όπως και τότε, τους ίδιους σκοπούς λένε, τα λόγια μόνο εμπλουτίζονται καθώς καινούργια επεισόδια της ιστορίας μας παίρνουν κι αυτά τη θέση τους μέσα στους δεδομένους σκοπούς. Αυτοί που σήμερο τραγουδούν τα ριζίτικα στη Δυτική Κρήτη, είναι αυτοί που συνεχίζουν την παράδοση και την πάνε παραπέρα. Όχι γιατί τραγουδούν, αλλά γιατί έχουν το ήθος της τάβλας και της συντροφιάς, αυτό είναι που μετρά κι όχι το είναι κάποιος τεχνικά καλός τραγουδιστής.
Μάνα μου φίλους μπιστικούς θα τραπεζοκυκλώσω
Βάλε κεντίδια στα σκαμνιά και ρόδα στα τραπέζια
Βάλε κανάτες πλουμιστές και κούπες ασημένιες
Χρουσά μαχαιροπήρουνα
Το ριζίτικο, για όποιον δεν το γνωρίζει, μπορεί να φαίνεται βαρετό, άρρυθμο, κουραστικό. Δεν είναι για όλους, είναι γι αυτούς που προσχωρούν στους κώδικες και τις συμπεριφορές κοινωνιών απομονωμένων και αυτεξούσιων, που δεν ανέχτηκαν κατακτητή και που έπρεπε να διασφαλίσουν την κοινοτική τους οργάνωση και ισορροπία μέσα από δικούς τους κανόνες.
Ούτε άρρυθμο είναι το Τραγούδι. Αυτό που λογιέται από όσους δεν το γνωρίζουν σαν έλλειψη ρυθμού, οφείλεται στο ότι μουσικολογικά ανήκει στον ελεύθερο ρυθμικό τύπο και όχι στον περιοδικό, όπου ανήκουν πχ οι χοροί, όπως γράφει κι ο Καβρουλάκης.
Το ριζίτικο λοιπόν είναι παρόν, ζώσα παράδοση και εμπλουτιζόμενη μέχρι χτες σε συλλογικό επίπεδο (γιατί και σήμερα μερικοί μεμονωμένοι μερακλήδες μπορούν και βγάζουν τραγούδια που τ’ αγκαλιάζουν οι παρέες), με πιο πρόσφατα ιστορικά γεγονότα τον Ενωτικό αντιαποικιακό αγώνα της Κύπρου τη δεκαετία του 50. Μπορεί άραγε και σήμερα να προσφέρει κάτι, σε μια Ελλάδα που υποτάσσεται στο δυτικό πρότυπο, που χάνει την ιδιοπροσωπία της, που ζει πια σαν αποικία χρέους; Ποια είναι η θέση του Τραγουδιού και γενικότερα της παράδοσής μας στη σημερινή εποχή;

sfakia_liviko

Την απάντηση σ’ αυτό θα τη δώσομε εμείς οι ίδιοι, είναι στο χέρι μας. Το ριζίτικο έχει να προσφέρει δυο σημαντικά στοιχεία στον αγώνα επικαιροποίησης της παράδοσής μας, δηλαδή της προσπάθειας να κοιτάξομε το σημερινό κόσμο με τα κλειδιά που μας έχουν στείλει οι παλιοί μας, κι όχι με φυτευτή μεταφορά των προτύπων του «πολιτισμού» της παγκόσμιας αγοράς και της ατομικής κατανάλωσης στον τόπο μας, καθιστάμενοι χρήσιμοι ηλίθιοι ενός μοντέλου χρεοκοπημένου.
Το πρώτο στοιχείο είναι η υπόμνηση της ιστορικής μας συνέχειας και των αξιών μας από τα Τραγούδια. Υπόμνηση που έρχεται να δώσει σε ανύποπτο χρόνο και δίχως σκοπιμότητες απάντηση στις θεωρίες νεοταξικών ιστορικών που προσπαθούν να μας πείσουν ότι εμείς σα λαός έχομε ιστορία διακοσίων χρόνων, ότι το Βυζαντινό και αρχαίο μας παρελθόν είναι παρελθόν άλλου λαού κι όχι του δικού μας. Κι έρχεται το Ριζίτικο και τραγουδεί το Διγενή και τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, μιλεί για τους κουρσάρους και τους Σαρακηνούς, και παραδίδεται από γενιά σε γενιά μέχρι εμάς, κάνοντας κουρελόχαρτο τις θεωρίες των υπαλλήλων του Τζωρτζ Σόρος.
Όντεν εδικονίζεντο ο Κωνσταντής στα ξένα
Τσι ρούγες ρούγες πορπατεί και τα στενά διαβαίνει
Κι είχε τα ράσα κούντουρα κι εφάνη τ’ άρματά ντου
Κι εφάνη τ’ αλαφρό σπαθί και τ’ αργυρό φουκάρι
Το δεύτερο στοιχείο είναι η αναβάπτιση στο ήθος και τις αξίες του λαού μας, που επιτυγχάνεται στις ριζίτικες παρέες στην Κρήτη. Απ’ αυτές παίρνομε κι εμείς κουράγιο και θάρρος, αυτές μας δίδουν τη δύναμη να συνεχίσομε. Εκεί, όποιος αποτελεί παραφωνία, όποιος έρχεται για τον τύπο κι όχι για την ουσία, απομονώνεται μέσα από τη σιωπηλή αποδοκιμασία των υπόλοιπων. Και είτε αποβάλλεται είτε επανέρχεται στο ήθος της τάβλας, βελτιώνεται κι ο ίδιος δηλαδή. Στην Αττική, οι ριζίτικες παρέες έχουν πιο δύσκολο έργο. Έχουν να αντιμετωπίσουν νοοτροπίες αθηναϊκές, ανθρώπων που δε σέβονται αυτό που σηματοδοτεί το ριζίτικο, τραγουδιστών του γιουτιουμπ και της κασέτας, που έρχονται στην παρέα για τη φιγούρα, δίχως σεβασμό στο Τραγούδι και τη συντροφιά. Κι όσο η Κρήτη γίνεται μόδα, ξεπέφτουν και μερικοί τέτοιοι στο Ριζίτικο, τενεκέδες άδειοι που κάνουν θόρυβο αντίστροφα ανάλογο αυτού που έχουν να προσφέρουν. Αυτοί, στην Αθήνα δεν αντιμετωπίζονται με τη σιωπηρή απόρριψη και τη μεγαλοθυμία των αθρώπων της Μαδάρας, γιατί είναι, εχτός από άσχετοι, αναλογικά πολλοί. Αυτοί πρέπει να εκδιωχθούν από τη ριζίτικη συντροφιά άμεσα, η κρητική ανωτερότητα εδώ δε μπορεί να εκτιμηθεί απ’ αυτούς και μπορεί να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης που θα επιτρέψει την είσοδό τους και τελικά την αλλοίωση της ριζίτικης παρέας. Αντίθετα, αθρώποι άσχετοι μεν με το Τραγούδι και την παράδοσή μας, που όμως θα πλησιάσουν με σεβασμό και σεμνότητα την παρέα, είναι καλοδεχούμενοι και κέρδος για όλους.
Όταν λοιπόν λέμε αν θα μπορέσει το Τραγούδι να προσφέρει κάτι σήμερο, η απάντηση είμαστε εμείς κι όχι αυτό. Αυτό και η παράδοσή μας, μας δείχνουν το δρόμο. Είμαστε εμείς άξιοι να τον ακολουθήσομε; Μπορούμε με τις αξίες των παλιών μας να βγούμε στο σημερινό κόσμο και να προτείνομε απαντήσεις μέσα από την ιδιοπροσωπία μας; Μπορούμε, στην εποχή του μνημονίου και της νέας τάξης, να παραγάγομε ιστορία, πράξεις άξιες να γίνουν κι αυτές τραγούδι όπως κάποτε; Εδώ είναι λοιπόν το στοίχημά μας, θα μείνομε μόνο να καμαρώνομε για τις πράξεις των παλιών μας, ή θα σταθούμε αντάξιοι αυτών;
Ομιλία που εκφωνήθηκε στις 14.9.13 στην Τεχνόπολη στο Γκάζι, στα πλαίσια της εκδήλωσης «ΦΕΣΤΙΒΑΛΑΚΙ»

Σεπτεμβρίου 27, 2013 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη, Πολιτική και πολιτισμός, ΣΦΑΚΙΑ | , , , , , | Σχολιάστε

ΝΗΣΤΕΙΑ: Η ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΜΑΣ

Αρχίζοντας η Σαρακοστή, κάποιοι από μας θα νηστέψουν μέχρι το Πάσχα. Λιγότεροι από όσους νήστευαν πιο παλιά, αλλά πιο πολλοί απ’ όσους νήστευαν πριν από δεκαπέντε-είκοσι χρόνια. Τι σημαίνει όμως η νηστεία για μας, και πώς ενσωματώνεται στην καθημερινότητά μας; Προσπαθώντας να δούμε κάποια τέτοια ζητήματα, από την αρχή θα ξεκαθαρίσομε ότι αυτό, δεν έχομε το επίπεδο να το κάνομε από θεολογική σκοπιά, οπότε θα περιοριστούμε σε κάποιες σκέψεις ξεκινώντας από άλλες αφετηρίες.
Κάθε λαός αναπτύσσει μέσα από την πορεία του στο χρόνο και στο χώρο συγκεκριμένους τρόπους αντιμετώπισης στα προβλήματα που του θέτει η πραγματικότητα και οι συνθήκες.
Η αντιμετώπιση αυτή της ζωής αποτελεί την κοσμοθεωρία κάθε λαού και αποτυπώνεται με όρους ανεπίδεκτους αμφισβήτησης μέσα από τα δόγματα της θρησκείας κάθε λαού. Έτσι αποκτά μιαν αυθεντία γενική αποδοχή από το λαό. Εννοείται ότι δεν υπάρχουν καλές και κακές κοσμοθεωρίες, απλά αποτελούν διαφορετικές αντιδράσεις σε διαφορετικές ή και σε παρόμοιες συνθήκες. Δε θα αξιολογήσομε λοιπόν μια θρησκεία σαν καλύτερη από μιαν άλλη εδώ, ούτε διαθέτομε τις γνώσεις για να το κάνομε. Εννοείται από την άλλη, ότι η Ορθοδοξία είναι η πίστη που εκφράζει την κοσμοθεωρία του λαού μας και ως τέτοια είναι η έκφρασή του, αναπόσπαστα δεμένη με την ύπαρξή του.

Η νηστεία ήρθε να απαντήσει σε μια σειρά ερωτήματα του τότε αλλά και του τώρα: Η φτώχεια δεν επέτρεπε την κατανάλωση κρέατος καθημερινά, οπότε έδωσε ένα ιδεολογικό στίγμα στην αποχή από αυτό, που αλλιώς θα ήταν ανάγκη. Κι ακόμα, η ανάγκη για ισορροπία στη διατροφή, εκφράστηκε μέσα από το πρόταγμα της νηστείας. Έτσι, το μέτρο, που αποτελεί ιδανικό του λαού μας από την αρχαιότητα, εφαρμόζεται μέσα από τη νηστεία στη διατροφή. Κι ακόμα, η διαρκής ανάγκη για άσκηση του πνεύματος μέσα από την αντίσταση στον πειρασμό της κρεοφαγίας –και όχι μόνο-, πήρε δογματικό χαρακτήρα μέσα από το διαχωρισμό των ημερών σε αρτίσιμες και νηστίσιμες.
Στα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, όταν οι ιδεολογίες της αντίστασης που εκφυλίστηκαν αργότερα από τους τότε φορείς τους, έθεταν υπό αμφισβήτηση μια σειρά ιδέες, καίγοντας πολλά χλωρά μαζί με κάποια ξερά, η αμφισβήτηση της νηστείας θεωρήθηκε σπάσιμο ενός ταμπού, μιας συντηρητικής ιδεοληψίας. Η κατανάλωση κρέατος τη Σαρακοστή ήταν σχεδόν μια πράξη αντίστασης απέναντι σε κάποια (ποια άραγε;) κατεστημένα. Αυτή η τάση συναντήθηκε, δίχως να το θέλει και δίχως να το αντιλαμβάνεται, με αυτό που αμφισβητούσε: Τη διεθνή τάση της παγκοσμιοποίησης για ενοποίηση του κόσμου σε μια παγκόσμια αγορά κι όχι σε μιαν οικουμένη των λαών. Τα τοπικά χαρακτηριστικά χλευάστηκαν, έγιναν αντικείμενο περιφρόνησης, ενώ το πρότυπο το έδινε η Δύση, η ομοιομορφία του καταναλωτή, το εύκολο κέρδος του χρηματιστηρίου κι όχι η πολυχρωμία των διαφορετικών τοπικών ταυτοτήτων, του μόχθου και του αγώνα για δημιουργία. Η χλιδή και το κυνήγι της μας έκανε να νοιώθομε άβολα με ό,τι μας θύμιζε ότι η ζωή είναι ένας διαρκής αγώνας, ενώ η προσχώρηση στη Δυτική κουλτούρα μας έκανε να χάσομε σιγά σιγά την ταυτότητά μας. Η νηστεία δεν κάλυπτε το συμβιβασμό μας, το καθημερινό μας βόλεμα και την οικειοθελή απώλεια της ταυτότητάς μας, κι όσοι την ακολουθούσαν ήταν οι τυφλωμένοι από το όπιο του λαού, τη θρησκεία, θεούσες και φανατικοί.

Εδώ και μερικά χρόνια, το αδιέξοδο της παγκοσμιοποίησης έδειξε και τα όρια των ιδεολογημάτων της: Της ασυδοσίας του κεφαλαίου που είχε βαφτιστεί ελευθερία, της καταστροφής των τοπικών κοινωνιών και της εκδίωξης των μελών τους που είχε ωραιοποιηθεί μέσα από την επίκληση του ανθρωπισμού απέναντι στη λαθρομετανάστευση και της πολυπολιτισμικότητας, του εύκολου κέρδους των χρηματιστηρίων που καμιά σχέση δεν έχουν με την παραγωγή και την πραγματική οικονομία. Και η ανάδυση της σημασίας των τοπικών κοινωνιών, της τοπικής παραγωγής, κατανάλωσης, συλλογικής οργάνωσης, ήρθε μετά από χρόνια σιωπής να μας θυμίσει ότι αυτά τα έχει σαν αξίες ο λαός μας από παλιά. Όχι με τη χαζοχαρούμενη οπτική κάποιων αυτοαποκαλούμενων οικολόγων, πρασίνων και λοιπών συνιστωσών της παγκοσμιοποίησης που στήριξαν τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ και τη διάλυση και του δικού μας κοινωνικού ιστού και ταυτότητας. Αλλά με την οπτική ενός λαού που μετά από χρόνια προσπαθεί να καθαρίσει από τη λάσπη τις αξίες του, την ιστορία του, να ξαναβρεί τη συλλογικότητά του.
Σ’ αυτά τα πλαίσια, εκτός από αυτούς που πάντα νήστευαν, κάποιοι ακόμα έχουν αρχίσει να το κάνουν. Κάποιοι που παλιότερα θα πήγαιναν σε διαιτολόγο ή θα διάβαζαν διάφορα βιβλία διατροφής, κάποιοι που θα κατέφευγαν σε μυστικιστικές προτάσεις για το φαγητό, ανακαλύπτουν ένα θησαυρό μέχρι τώρα περιφρονημένο, αν και μέσα στα πόδια μας: Τη διατροφική πρόταση του λαού μας μέσα από τη νηστεία. Μια πρόταση που καλύπτει όχι μόνο την υγεία αλλά γυμνάζει το πνεύμα στην αυτάρκεια, την οικονομία, την εγκράτεια και την επιβολή στις –κακώς εννοούμενες- ανάγκες. Κι ο ολιγαρκής είναι ο ελεύθερος, αυτός που δεν έχει δεσμεύσεις από τις ανάγκες του, που τις ελέγχει ο ίδιος κι όχι αυτές εκείνον.
Συζητώντας αυτά τα θέματα με φίλους έρχεται συχνά το θέμα της αμφισβήτησης της θρησκευτικής πλευράς της νηστείας: Να νηστεύομε αλλά όχι τις μέρες που λέει η εκκλησία, αμφισβητώντας τη θρησκεία. Όμως, αυτό ακριβώς είναι που δεν πρέπει να γίνεται. Γιατί εδώ δε θα εμπλακούμε σε μια κουβέντα για το αν υπάρχει ή όχι Θεός, αλλά θα καταγράψομε και πάλι ότι η Ορθοδοξία αποτέλεσε την κωδικοποίηση της θεώρησης του κόσμου, της ζωής και του θανάτου από το λαό μας. Και σε μιαν εποχή που προσπαθούμε να ξαναβρούμε την ταυτότητά μας, αυτή που θέλησε να αφανίσει η παγκοσμιοποίηση και τα νεοφιλελεύθερα και προοδευτικά παπαγαλάκια της, ναι, θα νηστέψομε τις μέρες εκείνες που μας προτείνει η Ορθοδοξία μας κι όχι η διαιτολόγος μας.
Η ανάκτηση της ταυτότητάς μας είναι το πρώτο βήμα για να ακυρώσομε τη στρέβλωση των ιδεών της μεταπολίτευσης και την ηθική κρίση που αυτές παρήγαγαν, ηθική κρίση που με τη σειρά της έχει παραγάγει την οικονομική κρίση που βιώνομε δραματικά σήμερα. Μια μικρή συνιστώσα σ’ αυτή την προσπάθεια είναι και το θέμα που πιάσαμε σ’ αυτό το σημείωμα. Ούτε η αρχή είναι ούτε το τέλος, αλλά από τα πολλά μικρά φτιάχνεται λίγο λίγο το μεγάλο. Καλή Σαρακοστή λοιπόν!

Φεβρουαρίου 17, 2012 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | Σχολιάστε

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΔΡΟΣΟΥΛΙΤΩΝ 14.12.2011 ΜΕ ΤΟ ΓΙΩΡΓΟ ΚΑΡΑΜΠΕΛΙΑ

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΗΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ «ΔΡΟΣΟΥΛΙΤΕΣ»

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου, στις 19:30

στο χώρο του Σωματείου μας (Εθν. Αντιστάσεως 26 – Πειραιάς, 3ος όροφος), ομιλία του εκδότη-συγγραφέα

Γιώργου Καραμπελιά,

με θέμα

«Η Κρήτη στην αντιστασιακή παράδοση του Ελληνισμού, από τους Ενετούς στο Ρήγα«.

Θα ακολουθήσει συζήτηση

Είσοδος ελεύθερη

 

Δεκέμβριος 6, 2011 Posted by | Uncategorized | , , , , , | Σχολιάστε

ΕΚΔΗΛΩΣΗ 1.6.2011 ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ

Μαΐου 26, 2011 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , | Σχολιάστε

1821

Αυτό που μας έχει μείνει σήμερα σα λαός, μέσα στην κρίση, ηθική πρώτα και οικονομική μετά που περνούμε, είναι η αντιστασιακή μας παράδοση. Από αυτή μπορούμε να αντλήσομε διδάγματα για το σήμερα, αυτή μπορεί να μας δώσει ελπίδα για το αύριο. Αυτή, στηριγμένη στις αξίες του λαού μας που σήμερα υποχωρούν μπροστά στην επέλαση του ατομικισμού, μπορεί να μας δώσει τα κλειδιά για να ξαναβρούμε τους εαυτούς μας, αυτό που ήμασταν κάποτε: Αλληλέγγυοι μεταξύ μας, αυτάρκεις, παραγωγικοί, ολιγαρκείς, ελεύθεροι στο πνεύμα, προϋπόθεση το τελευταίο για να γίνομε τελικά ελεύθεροι και στη ζωή.

 

Αυτή η παράδοση επομένως πρέπει να σταματήσει να είναι σημείο αναφοράς μας, προκειμένου να ξαναγίνομε ραγιάδες. Ήδη έχομε γίνει υποτελείς πολλώ λογιώ: Υποτελείς στην Τουρκία, που δε μας επιτρέπει ούτε να ανακηρύξομε Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Υποτελείς στους διεθνείς χρηματοδοτικούς οργανισμούς, που ελέγχουν την οικονομία και τη ζωή μας. Υποτελείς στη βούληση των ισχυρών, που ούτε να διαπραγματευτούμε δε μας αφήνουν. Υποτελείς στην επιλεκτική ειδησεογραφία των ΜΜΕ και των κατευθυνόμενων «νέων». Υποτελείς στη Νέα Τάξη και στην προσπάθειά της να διαλύσει τις τοπικές κοινωνίες. Υποτελείς πάνω απ’ όλα στο μικρόψυχο συμφέρον μας, που δε μας αφήνει να δούμε πέρα από τη μύτη μας, που μας καθιστά πελάτες και κόλακες ανίκανων κομμάτων και πολιτικών, που μας οδηγεί στην απώλεια της αξιοπρέπειας και του φιλότιμού μας.

 

Το μόνο που μας έχει μείνει, ξεθωριασμένη ανάμνηση αλλά ακόμα παρούσα, είναι το αντιστασιακό μας φρόνημα. Κι αυτό μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στην ολοκλήρωση της μετάλλαξής μας σε καταναλωτές στο εσωτερικό, καρπαζοεισπράκτορες στο εξωτερικό. Πρέπει λοιπόν να κοπεί ο ομφάλιος λώρος που μας δένει μ’ αυτήν, να δεχτούμε ότι ποτέ κάτι τέτοιο δεν υπήρξε.

 

Το έργο της συκοφάντησης και αποδόμησης του αντιστασιακού μας ήθους, αλλά και της διαχρονικής εμφάνισής του ως αναγκαίας αρετής του λαού μας προκειμένου να αποφύγει την εξαφάνισή του ανάμεσα στις μυλόπετρες της Ανατολής και της Δύσης, το έχουν αναλάβει καθεστωτικοί ιστορικοί, αφειδώς χρηματοδοτούμενοι από ξένους οργανισμούς και ντόπιους υπηρέτες τους. Εκφράζεται με κάθε τρόπο, με πρόσχημα την «αληθή» ανάγνωση «μύθων» περί την ύπαρξή μας, την επανάστασή μας, την πορεία μας στο χρόνο. Η μέχρι τώρα ιστορία μας αντιμετωπίζεται ως κατασκευή ιδεολογικών μηχανισμών του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και της προεπαναστατικής περιόδου, η ταυτότητα και η συνέχειά μας αμφισβητείται, η τουρκοκρατία εξιδανικεύεται ως περίοδος αρμονικής πολυπολιτισμικής συνύπαρξης υπόδουλων και δυναστών.

 

Μετά το βιβλίο ιστορίας της 6ης δημοτικού, που αποσύρθηκε μετά τη λαϊκή αντίδραση, οι νεοταξικοί ιστορικοί έρχονται να αμφισβητήσουν την επανάσταση του 1821. Με ένα ντοκυμανταίρ επιστημονικοφανές, με χρήση τελευταίας τεχνολογίας μέσων που εξασφαλίζουν ένα υψηλό ποιοτικό αποτέλεσμα, ο ΣΚΑΙ, χρηματοδοτούμενος από τις καταθέσεις μας στην Εθνική Τράπεζα (όχι πια της Ελλάδος), παρουσιάζει μια νέα ανάγνωση της Επανάστασης του 21. Δεν υπάρχει εδώ τουρκική καταπίεση, δεν υπάρχει σύνδεση με τη θρησκεία, δεν υπάρχουν Έλληνες που ξεσηκώθηκαν κατά Τούρκων. Υπάρχουν κοινότητες ληστρικές που καταπιέζουν τα μέλη τους, ανεκτική κεντρική εξουσία και καταπιεστικοί ‘Ελληνες κοτζαμπάσηδες, ως αντίδραση στους οποίους ξεσηκωνόμαστε κατά των Τούρκων!

Κι όμως το 1821 ήταν η επανάσταση των σκλάβων κατά του δυνάστη τους. Ήταν η έφοδος των ξυπόλητων στον ουρανό, η λατρεία της ελευθερίας και η απόφαση να ορίζομε τα του οίκου μας με περηφάνεια και αυτοθυσία. Κι αυτό το μήνυμα της επανάστασης σήμερα είναι ακόμα πιο επίκαιρο.

 

Γιατί οι Τούρκοι ξανάρθανε. Γιατί η σημερινή Ιερά Συμμαχία μας μάχεται. Γιατί προσπαθούν ιδεολογικά να μας υποτάξουν στιγματίζοντας ως φασίστα όποιον είναι πατριώτης, όποιον μιλάει για αυτοδιάθεση του λαού μας σε ένα χώρο που ελευθέρωσε με το αίμα του και καλείται να παραδώσει τώρα στους Τούρκους και να θυσιάσει την όποια συνοχή του έμεινε στο βωμό του πολυπολιτισμού. Γιατί δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί η μετάλλαξή μας σε ένα άθροισμα ραγιάδων, οπότε κάθε μεγάλη ιστορική στιγμή μας απειλεί να μας υπομνήσει ποιοι ήμασταν.

 

Κι εμείς λοιπόν πρέπει να αντισταθούμε. Έστω και τώρα. Εδώ είναι οι παλιοί μας, και μ’ αυτούς καλούμαστε να αναμετρηθούμε και να τους πλησιάσομε. Αν δεν τα καταφέρομε, αύριο θα είμαστε κάποιοι ανώνυμοι που θα λαθροβιούμε στις παρυφές της Νέας Τάξης, αναλώσιμοι και ανάξιοι κάθε οίκτου από τα αφεντικά μας.

Μαρτίου 24, 2011 Posted by | Γενικά, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , , | Σχολιάστε