Με το τουφέκι και τη λύρα

Η ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΚΗΝΙΚΟΥ ΚΑΙ Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ

neos-proedros-ipa

Τον τελευταίο καιρό παρατηρούμε μια στροφή των λαών σε θέσεις που εκ πρώτης όψεως φαίνονται ακατανόητες. Κοινωνικά στρώματα ψηφίζουν αντίθετα από εκεί που ψήφιζαν σε αλλοτινές εποχές.
Το Μπρέξιτ και η εκλογή Τράμπ στις ΗΠΑ αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα, ενώ η άνοδος των δυνάμεων που αντιδρούν στην πολιτική των ανοιχτών συνόρων και την επιβολή του νεοφιλελευθερισμού δείχνει τη σύγχυση που επικρατεί σε μια μεταβατική περίοδο.
Κανονικά θα σκεφτόταν κανείς, ότι δεν υπάρχει σύγχυση, ότι οι λαοί καλώς αντιδρούν στην επιβολή της νέας τάξης, στο εμπόριο ψυχών, στις πολιτικές εκπτώχευσης. Όμως, το «παράδοξο» είναι ότι οι πολιτικές δυνάμεις που εκφράζουν την αντίδραση των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων δεν είναι οι δυνάμεις της Αριστεράς.
Αντίθετα, οι τελευταίες, με μια εξαιρετικά ριζοσπαστική φρασεολογία περί δικαιωμάτων, διανθιζόμενη με μια ρητορική κατά του «λαϊκισμού», της «ξενοφοβίας», του «εθνικισμού», υλοποιούν τις στρατηγικές της παγκοσμιοποίησης με εξαιρετικά αποτελεσματικό τρόπο, έχοντας το επικοινωνιακό πλεονέκτημα.

tsipras_skeptikos_972356924
Η θέση της Αριστεράς ξενίζει τα λαϊκά στρώματα, τα οποία παραδοσιακά αποτελούσαν τη βάση της. Η σταδιακή μετάλλαξη της σε στυλοβάτη της παγκοσμιοποίησης ώθησε το λαό να της γυρίσει την πλάτη. Από τους βομβαρδισμούς της Σερβίας μέχρι τη στήριξη του σχεδίου Ανάν, από τη διάλυση των τοπικών κοινωνιών χωρών που υπέστησαν επεμβάσεις της Δύσης μέχρι τη χρησιμοποίηση των προσφύγων που η Δύση δημιουργεί για τη διάλυση και των τοπικών κοινωνιών των χωρών «υποδοχής», η Αριστερά περιβάλλει με την αίγλη της τη παγκοσμιοποίηση, τη στηρίζει και τη δικαιώνει.
Ο πολιτικός νεοφιλελευθερισμός της Αριστεράς, αποτελεί πλέον την άλλη όψη του νομίσματος του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού της Δεξιάς, αλλά η πειθώ που ασκεί ο αριστερός νεοταξικός λόγος είναι αυτή που επιτρέπει ακόμα την επικοινωνιακή προβολή των πολιτικών αυτών ως ‘’προοδευτικών’’, ‘’ριζοσπαστικών’’ κλπ.
Έτσι, τα λαϊκά στρώματα στρέφονται εκεί που ποτέ δεν περίμεναν να στραφούν. Κι αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Αποτελεί φαινόμενο της μεταβατικής εποχής μας, όπου πλέον η κυρίαρχη αντίθεση δεν είναι Αριστερά- Δεξιά, όπως είχαμε συνηθίσει. Τώρα η αντίθεση είναι Νέα Τάξη και κυριαρχία του εμπορεύματος από τη μία, κατά τοπικών ταυτοτήτων και κοινωνιών, όπου η οικονομία δεν υπερκαθορίζει την κοινωνία αλλά υποτάσσεται σ’ αυτήν από την άλλη.
Αυτά βέβαια, δε θα τα στηρίξει ο Τράμπ ή η Λεπέν. Όταν κατακαθίσει ο κουρνιαχτός της κατάρρευσης του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος, θα βρουν κι αυτοί τη θέση τους στο περιθώριο μιας πολιτικής σκηνής που θα καθορίζουν οι λαοί κι όχι το κεφάλαιο. Προς το παρόν όμως, τα λαϊκά στρώματα δείχνουν περισσότερη εμπιστοσύνη πια σ’ αυτούς, παρ’ όλο που βρίσκονται στο ίδιο στρατόπεδο με τη νεοταξική Αριστερά.
Έχουμε λοιπόν χρέος να δημιουργήσουμε εμείς μιαν εναλλακτική προοπτική απέναντι στις (αριστερές και δεξιές) νεοφιλελεύθερες δυνάμεις. Μία πολιτική που θα μιλάει για συλλογικότητες και συλλογικά δικαιώματα, για τα οποία σήμερα δε μιλάει κανείς, με την Αριστερά να δραπετεύει μέσω της προβολής των ατομικών (μόνο!) δικαιωμάτων. Μια πολιτική που θα κατανοεί ότι δεν είναι δυνατή η συνεχής ανάπτυξη, καθώς οι φυσικοί πόροι είναι περιορισμένοι, και θα προτάσσει την ανάγκη της αποανάπτυξης, κόντρα στην καταναλωτική μανία. Μια πολιτική που θα αρνείται την επιβολή του ενός πολιτισμικού μοντέλου της Δύσης και θα εστιάζει στη συνάντηση των επί μέρους εθνικών και πολιτιστικών ταυτοτήτων, με αμοιβαίο σεβασμό και με διάθεση συνεργασίας.
Κι αυτήν την πολιτική πρέπει να την φτιάξουμε, τη φτιάχνουμε ήδη εμείς. Όχι άλλοι για μας. Μόνο από τα κάτω και μόνο με τη συνειδητοποίηση του διακυβεύματος που είναι η ίδια μας η επιβίωση, η συνέχιση της πορείας μας σα λαός, θα μπορέσουμε να αντιστρέψουμε την καθοδική σπείρα, την κάθοδο στον Άδη.

Ιανουαρίου 30, 2017 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , | Σχολιάστε

ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΜΙΑΣ ΞΕΠΕΡΑΣΜΕΝΗΣ ΑΝΤΙΘΕΣΗΣ

images

Παλιά, ο διαχωρισμός της πολιτικής σφαίρας ήταν Αριστερά και Δεξιά, με συγκεκριμένα σημαινόμενα για κάθε πλευρά. Η Δεξιά ήταν ταυτισμένη με τις ελίτ, τις άρχουσες τάξεις και το κεφάλαιο. Η Αριστερά με τον εργαζόμενο λαό και τον κόσμο του μόχθου. Πάνω σ’ αυτή την αντίθεση, στηρίχτηκε ο πολιτικός διάλογος για πάνω από εκατό χρόνια, ενώ και οι δυο πλευρές διεκδικούσαν τον πατριωτισμό ως αυθεντικοί εκφραστές του, τουλάχιστο μέχρι την πρώτη περίοδο της μεταπολίτευσης.

Η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και η ανάδυση της παγκοσμιοποίησης σα φαινόμενο διεθνούς εμβέλειας, επαναπροσδιόρισαν τις αντιθέσεις. Η οικονομική Νέα Τάξη ενσωμάτωσε πολλά προτάγματα που έθετε η εξεγερμένη Αριστερά του 68, με έμφαση στα ατομικά δικαιώματα και την απόλυτη ελευθερία του αυτοκαθορισμού του ατόμου. Αυτό ανταποκρινόταν στην ανάγκη του παγκοσμιοποιημένου πια κεφαλαίου, αφενός να διαμορφώσει όλο τον πλανήτη σα μια ενιαία αγορά με ομοιόμορφα χαρακτηριστικά, αφ’ ετέρου να κατεβάσει το κόστος εργασίας. Έτσι, οι επιχειρήσεις μεταφέρονται στην Ασία, όπου θα έχουν τη δυνατότητα να βρουν φτηνότερη εργασία σε περιβάλλον με ανύπαρκτα εργατικά δικαιώματα. Συγχρόνως, δημιουργείται πίεση στους εργαζομένους της δύσης με στόχο τη μείωση του εργατικού κόστους κι εκεί, με μοχλό την μεταφορά πληθυσμών από τις αναπτυσσόμενες χώρες και την ανάληψη εκ μέρους τους εργασιών κακοπληρωμένων κι ανασφάλιστων. Το οικονομικό πρόταγμα του νεοφιλελευθερισμού είναι παρόν. Αυτό θα εκφραστεί μέσα από την κατάργηση των οικονομικών συνόρων ως προς τους δασμούς, την ελευθερία του ανταγωνισμού και την εκμετάλλευση των εργαζομένων σε πλανητικό επίπεδο. Σε πολιτικό επίπεδο, θα εκφράσει το νεοφιλελεύθερο κομμάτι του συντηρητικού πολιτικού χώρου, ενώ οι λαϊκές και παραδοσιακές συντηρητικές δυνάμεις δε θα ακολουθήσουν (πχ Εκκλησία). Έτσι κι αλλιώς, το νεοφιλελεύθερο πρόταγμα δεν είναι ούτε πατριωτικό, ούτε θρήσκο.

images-1

Σύμμαχό του θα βρει τη φιλελεύθερη προσέγγιση της πολιτικής ορθότητας από τον πάλαι ποτέ αριστερό χώρο: Τις απόψεις που πιά μιλούν μόνο για ατομικά δικαιώματα, υποστέλλοντας τα συλλογικά και δίνοντας έμφαση στο «δικαίωμα του αυτοκαθορισμού», με μιαν εφαρμογή όμως που κατέληξε να συμβαδίζει με την ασυδοσία, δίχως αρχές και όρια, διαστρέφοντας αξίες από τις οποίες ξεκίνησαν οι σχετικοί προβληματισμοί, που έτσι κι αλλιώς αφορούσαν και συλλογικότητες, όχι μόνο άτομα. Έτσι, ο διεθνισμός παρερμηνεύτηκε ως το μίσος προς την πατρίδα, ο πατριωτισμός ως εθνικιστική υστερία, η διάθεση μιας κοινωνίας να πορεύεται σα συγκροτημένο σύνολο ως ρατσισμός. Πάλι εδώ οι δυνάμεις της παραδοσιακής αριστεράς (πχ ΚΚΕ), βρέθηκαν έξω από τα νερά τους, όμως τα μέλη της μεσαίας τάξης με άνεση οικονομική και αριστερή φρασεολογία, ένοιωθαν περήφανα επαναστατημένοι όταν μιλούσαν για μια σειρά δικαιώματα. Και ναι μεν η αρχική σύλληψη αφορούσε υπαρκτές αντιθέσεις, όπως πχ την καταπίεση των γυναικών ή την περιθωριοποίηση των μαύρων στις δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες, γρήγορα όμως χάθηκε το μέτρο και φτάσαμε να ακούμε για το δικαίωμα στην παιδεραστία, την ανάγκη ισοπεδωτικής εξαφάνισης κάθε διαφοράς, συμπεριλαμβανομένης της αντρικής όρθιας ούρησης (θα πρέπει κι οι άντρες να μη διαφέρουν από τις γυναίκες ούτε εκεί!), και βέβαια για το ότι το φύλο το επιλέγουμε, δε γεννιόμαστε μ’ αυτό. Και είναι κι εδώ χαρακτηριστικό, ότι η άποψη αυτή μιλάει για ανοιχτά σύνορα και χλευάζει κάθε τι που ανήκει στον παλιό κόσμο, χτυπώντας τις ιδιαίτερες ταυτότητες και μέσα από έναν αντικληρικαλισμό που ουσιαστικά χτυπάει την κοσμοθεωρία κάθε λαού, όπως αυτή διαμορφώθηκε στο διάβα του στο χρόνο και στην ιστορική του συνέχεια και κωδικοποιήθηκε μέσα από τα θρησκευτικά του κείμενα. Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι η πνευματικότητα των θρησκευτικών κειμένων κάθε λαού θα πρέπει να ιδωθεί από μια φιλοσοφική σκοπιά και όχι σα μέρος μιας συζήτησης για την ύπαρξη θεού, και να κριθεί σαν πολύτιμο μνημείο της στάσης κάθε έθνους απέναντι στη ζωή.

Έτσι, η αντίθεση Δεξιά-Αριστερά πια δεν υπάρχει. Υπάρχει μια νέα αντίθεση, αυτή του φιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης απέναντι στις ιδιαίτερες ταυτότητες και τις εστίες αντίστασης στο βάρβαρο καπιταλισμό της Νέας Τάξης, από το Μεξικό μέχρι το Κουρδιστάν, από τους αβοριγίνες της Αυστραλίας μέχρι την αποικιοκρατούμενη Ελλάδα. Αυτή η αντίθεση διαπερνά οριζόντια το πολιτικό φάσμα, καθώς οι παλιοί Αριστεροί και Δεξιοί σήμερα έχουν διχαστεί ανάμεσα στα δύο καινούργια στρατόπεδα. Κοινό σημείο των Νεοταξικών είναι ο εθνομηδενισμός και η αποδοχή της σημασίας που δίνει το επιθετικό κεφάλαιο ως προς τη μετατροπή του ανθρώπου από πρόσωπο σε άτομο-καταναλωτή που δε θα εκφράζει στη δημόσια σφαίρα απόψεις, που τις προτιμήσεις του θα περιορίζει στον ιδιωτικό βίο. Στο δημόσιο απλά θα καταναλώνει. Και για να γίνει πιο καλός καταναλωτής, θα πρέπει να μην έχει «βαρίδια» δεσμών με την πατρίδα, την τάξη, την οικογένειά του.

Η παλιά αντίθεση λοιπόν εξυπηρετεί μόνο τις κατεστημένες πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες και τη συντηρούν, με πόλωση και εκατέρωθεν ύβρεις, τη στιγμή που όλοι είναι θιασώτες της μετατροπής της χώρας μας σε αποικία χρέους και της υποδούλωσής της στην αποικιοκρατική Δύση και τη Νεοοθωμανική Τουρκία. Η πραγματική αντίθεση αφορά όμως ακριβώς την αντίθεσή μας με αυτή την κατάσταση, την επιβολή προταγμάτων όπως η παραγωγική ανασυγκρότηση, η πνευματική αφύπνιση, η δημογραφική ανάκαμψη, η εθνική ανεξαρτησία.
Όσο βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι στις αντιπαραθέσεις των ντόπιων υπηρετών των δανειστών, είτε αυτοί είναι στην κυβέρνηση είτε στην αντιπολίτευση, προσφέρουμε κακή υπηρεσία στην πατρίδα μας. Πρέπει να βγούμε μπροστά ΤΩΡΑ, να στείλουμε στο περιθώριο τις δυνάμεις της Νέας Τάξης και να επαναπροσδιορίσομε το πολιτικό σκηνικό με βάση τα πραγματικά διακυβεύματα. Κι οι καταστάσεις μας πιέζουν. Θα προλάβουμε;

Οκτώβριος 19, 2016 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , | Σχολιάστε

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ Ή ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ

%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%ac%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%82

Υπάρχει ακόμα ο διαχωρισμός Αριστερά – Δεξιά; Κι αν υπάρχει, εκφράζει κάποια κυρίαρχη αντίθεση;
Νομίζουμε ότι η απάντηση στα ερωτήματα αυτά θα πρέπει να κρίνει και τη στάση του καθενός μας απέναντι στις καταιγιστικές εξελίξεις που έχουμε στην πατρίδα μας, στην περιοχή μας, στον κόσμο ολόκληρο.
Δε θα μπούμε σε συζητήσεις για το ποια είναι η γνήσια Αριστερά ή Δεξιά, αν υπάρχουν προδότες ή ερμηνείες αυθεντικές ή πιο αυθεντικές αυτών που πρεσβεύει η κάθε ιδεολογία. Η κοινοβουλευτική τους εκπροσώπηση αρκεί.
Η παγκοσμιοποίηση έχει δημιουργήσει νέα δεδομένα, που καθιστούν ανεπίκαιρη την αντίθεση Αριστεράς – Δεξιάς. Το κεφάλαιο πια επικεντρώνεται στο εμπόρευμα και στη δημιουργία ενός ανθρώπου – καταναλωτή, που θα είναι μόνος του, αν και σε δικτύωση με εκατομμύρια άλλους. Μόνος σημαίνει αδύναμος, ευάλωτος στην κυριαρχία της διαφήμισης, ανήμπορος να λειτουργήσει συλλογικά, σα μέλος μιας οικογένειας, ενός έθνους, μιας κοινωνικής τάξης ή ομάδας.
Ο νεοφιλελευθερισμός θέλει να είναι ο άνθρωπος άτομο, μόνο του, να μην έχει ρίζες. Μόνος θα καταναλώνει περισσότερο΄ μια πενταμελής οικογένεια μπορεί να έχει ένα πλυντήριο, μια τηλεόραση, αλλά αν κάθε μέλος της ζει μόνο του θα θέλει πέντε συσκευές αντί για μία.
Κοντά σ’ αυτό, οι ιδιαίτερες ταυτότητες ενοχλούν. Αποτελούν στοιχείο ενοποίησης, αντιστέκονται στη διάσπαση της κοινωνίας σε άτομα που προχωρούν παράλληλα δίχως να σμίγουν ποτέ.
Το νόμισμά του οικονομικού αυτού φιλελευθερισμού, που χρεώνεται στη Δεξιά, έχει ως άλλη όψη τον πολιτικό φιλελευθερισμό, που εκφράζει η Αριστερά: Το ατομικό δικαίωμα είναι ταμπού, η πολιτική ορθότητα το θεοποιεί. Μπορείς να είσαι παγανιστής, παιδεραστής, οτιδήποτε θέλεις, και το σύστημα θα σε προστατέψει. Δε μπορείς όμως να διεκδικείς συλλογικά δικαιώματα.
Σαν άτομο, το κεφάλαιο σε πηγαίνει όπου το εξυπηρετεί, είτε ως οικονομικό μετανάστη είτε ως επενδυτή. Οι τοπικές κοινωνίες πρέπει να υποστούν βίαια μετάλλαξη, οι ‘’χώρες’’ να γίνουν ‘’χώροι’’ δράσης του κεφαλαίου. Οι ρίζες που μας δένουν με τον τόπο μας, είναι συντηρητικά απολιθώματα και πρέπει να κοπούν. Οι νεοταξικοί διανοούμενοι πρεσβεύουν την ‘’ελευθερία’’ μας να επιλέγουμε τις ρίζες μας, δηλαδή να μην έχουμε ρίζες.
Όλη η ιδεολογική επιβολή της παγκοσμιοποίησης, στηρίζεται σε ωραίες λέξεις όπως η ‘’ελευθερία’’, το ‘’δικαίωμα’’ κλπ. Και τη δουλειά της εμπέδωσης των απόψεων της Νέας Τάξης, την έχει αναλάβει η Αριστερά σε όλο τον κόσμο, από τους πράσινους της Γερμανίας που βομβάρδιζαν τη Σερβία μέχρι τη μνημονιακή μας κυβέρνηση.

%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%ac%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%82-2
Κι εμείς, βρισκόμενοι σε ηθική παρακμή, σε καταστολή από τα διαρκή χτυπήματα, δεν έχουμε ακόμα επεξεργαστεί κάποια διέξοδο από τη θέση στην οποία βρισκόμαστε ηθικά, γεωπολιτικά, παραγωγικά, δημογραφικά, μεταναστευτικά (και ξένων προς τα εδώ και Ελλήνων προς τα έξω).
Εν μέρει υπάρχει δικαιολογία: Τα χτυπήματα έρχονται το ένα μέσα το άλλο κι εμείς δεν προλαβαίνουμε ν’ αντιδράσουμε. Αλλά συγχρόνως, δεν ενεργοποιούμαστε. Στρεφόμαστε σε όποιον πουλάει ελπίδα, από το Σύριζα μέχρι το Σώρρα, ενώ τη λύση, την όποια λύση θα τη φέρει μόνο η δική μας δράση. Πολλοί το συνειδητοποιούν, λίγοι κινούνται. Όμως ο καιρός δε μας περιμένει:
Αντίσταση ή Εξαφάνιση!

Σεπτεμβρίου 23, 2016 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , | 1 σχόλιο

ΡΙΖΙΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΠΛΗΞΙΑ

37

Η τάση της Αρχαιοπληξίας αποτελεί παραπροϊόν της κρίσης αξιών που περνά η κοινωνία και ο λαός μας τα τελευταία χρόνια. Η αρχαιοπληξία δεν αφορά το θαυμασμό και τη μελέτη των επιτευγμάτων της Αρχαίας Ελλάδας, από την οποία, όπως και από την παράδοσή μας διαχρονικά μπορούμε να αντλήσομε διδάγματα και να διαμορφώσομε προτάσεις για να αντιμετωπίσομε τα προβλήματα που θέτει το σήμερα. Κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε την προσαρμογή της παράδοσής μας στις νέες συνθήκες, έτσι ώστε αυτή να εκσυγχρονιστεί, κατά την εύστοχη έκφραση του Γιώργου Καραμπελιά, μέσα όμως από τους δικούς της μηχανισμούς, διατηρώντας την ταυτότητά της, σε αντίθεση με αυτό που σήμερα γίνεται, όπου η ταυτότητά μας έχει υποχωρήσει προς όφελος μιας εισαγόμενης κουλτούρας.

Η αρχαιοπληξία θαυμάζει την Αρχαία Ελλάδα ως κάτι πέρα από μας, που άκμασε λόγω μιας αρχαίας γνώσης η οποία όμως δεν είναι προσιτή στο ευρύ κοινό, και στηρίζεται στην ανωτερότητα των αρχαίων μας προγόνων. Εφ’ όσον η γνώση αυτή δεν είναι προσιτή στους πολλούς, εννοείται ότι την κατέχουν λίγοι γνώστες, ένα ιδιότυπο ιερατείο, το οποίο μπορεί να εκφράζει απόψεις που στηρίζονται σε αυτή την –ανεξέλεγκτη- αυθεντία και άρα να τις νομιμοποιεί με αυτό τον τρόπο. Γελοιογραφικές εκδοχές αυτής της προσέγγισης μπορεί κανείς να βρει στις θεωρίες για την εξωγήινη καταγωγή των Ελλήνων και τη συνακόλουθη ανωτερότητά τους, στις αναφορές στην ομάδα Ελ, που κατέχει την υπέρτατη γνώση και στην κατάλληλη στιγμή θα παρέμβει γα να μας σώσει και στο Λιακόπουλο. Η άποψη αυτή χαρακτηρίζεται βεβαίως από θεωρήσεις φυλετικής ανωτερότητας των Ελλήνων έναντι των λοιπών.

Έτσι, η αρχαιοπληξία δεν προτείνει κάτι που θα μπορούσαμε να κάμομε σήμερο ώστε να ξεπεράσομε την κρίση, αξιών πρωτίστως, που περνούμε. Αντίθετα, αντιπαρέρχεται την ανάγκη για αγώνες ώστε να αλλάξομε εμείς οι ίδιοι, να ανατραπεί η πολιτιστική κρίση και η μνημονιακή πολιτική, να καταστεί η Ελλάδα ξανά αυτάρκης και παραγωγική, παραπέμποντας τη σωτηρία στην Αρχαία Γνώση και στις μυστικές ομάδες περιφρούρησης του Ελληνισμού. Γι’ αυτό και σήμερα έχει ευρύτερη αποδοχή, προσφέροντας ελπίδα σε ένα λαό που έχει χάσει την αγωνιστική του διάθεση, παραπληροφορημένος από τα νεοταξικά ΜΜΕ και την τροικανή προπαγάνδα.

loutro

Έκφραση αυτού του ρεύματος στην πιο εμβληματική συνιστώσα της παράδοσης της Δυτικής Κρήτης, τα ριζίτικα τραγούδια, έπεσε στα χέρια μου προ καιρού. Πρόκειται για ένα μικρό έντυπο εκδοθέν στα Χανιά το 2004, με τίτλο «Ρίζα, Ριζίτικο, Ριζίτης». Συγγραφέας αναφέρεται «Μουζουράκης Δ+Ε…». Σπεύδω να διευκρινίσω ότι δεν υπάρχει καμιά προσωπική αντιπαράθεση με τους συγγραφείς, επιβάλλεται όμως η κριτική των γραφομένων εκεί.

Το περιεχόμενο του εντύπου βρίθει ανακριβειών, παραθέσεων ασύνδετων μεταξύ τους φράσεων με κοινό παρονομαστή τη Συμπαντική Αρμονία και την Αρχαία Γνώση, και με εμφανή σκοπό να εντάξει το τραγούδι στο όλο πλέγμα της μυστικής σοφίας των αρχαίων που μόνο λίγοι σήμερο κατέχουν. Επειδή λοιπόν δε βγαίνει νόημα, δε μπορεί να ασκηθεί και ουσιαστική κριτική στα γραφόμενα. Από την άλλη, θα προσπαθήσομε ν’ αναδείξομε κάποιες αδυναμίες επιλεκτικά, ώστε να φανούν τα παραπάνω. Ο χώρος του σημειώματος αυτού δεν επιτρέπει τη συνολική κριτική του εντύπου, πλην όμως αν χρειαστεί θα επανέλθομε.

Από μόνη της η προσέγγιση του εντύπου πάσχει. Το Δημοτικό τραγούδι είναι αυτό που εξέφρασε έμμετρα τη στάση ζωής του λαού μας, που κατέγραψε την ιστορία του, τα έθιμά του, τη μεγάλη του πορεία στο χρόνο. Καταγράφει συγκεκριμένα γεγονότα, στάση ζωής, κι όταν μιλεί αλληγορικά έχει συγκεκριμένη στόχευση, πχ μιλεί για τη λευτεριά μέσα από τον αητό κλπ. Από το Δημοτικό τραγούδι μαθαίνομε γιατί είναι δημιούργημα του λαού, αυτόν εκφράζει κι επειδή τον εκφράζει αγκαλιάζεται και τραγουδιέται απ’ όλους, έτσι γίνεται ανώνυμο και κοινό κτήμα αυτό που αρχικά από έναν γράφτηκε και πολλοί υιοθέτησαν.

Η συνέχεια του Ελληνισμού, που από την Αρχαιότητα πέρασε στο Βυζάντιο κι από κει στην Τουρκοκρατία και το σύγχρονο κόσμο, είναι κάτι που αμφισβητείται από τους υπηρέτες της Νέας Τάξης, ιστορικούς με προοδευτική λεοντή και φιλελεύθερους τεχνοκράτες. Θεωρούν αυτοί ότι ο λαός που κατοίκησε στις δυο όχθες του Αιγαίου χάθηκε, κι ότι κάποιοι καινουργιοφερμένοι ταυτίστηκαν μαζί του το 18ο αιώνα και γεννήσανε έτσι το σημερινό ελληνισμό, ο οποίος δεν έχει καμιά σχέση με τον παλιό. Και τα Δημοτικά μας τραγούδια, με τα Ριζίτικα ανάμεσά τους, τους χαλάνε τη θεωρία. Γιατί βρίσκομε σ’ αυτά αβίαστα, σε ανύποπτο χρόνο και υπεράνω τυχόν σκοπιμοτήτων τα κομμάτια της παλιάς μας ιστορίας, της συνέχειάς μας. Αλλά η συνέχειά μας, σημαίνει ότι είμαστε τα παιδιά του πατέρα, δηλαδή του Βυζαντίου, και εγγόνια κι όχι παιδιά του παππού, δηλαδή της Αρχαίας Ελλάδας.

Εδώ έρχονται κάποιοι αρχαιόπληκτοι και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στη Νέα Τάξη, απαξιώνοντας το Βυζαντινό μας παρελθόν, αναφερόμενοι μόνο στην αρχαία ιστορία μας και μάλιστα με όρους μεταφυσικούς. Έτσι, σε μια προσπάθεια να αναχθούν τα πάντα στην αρχαιότητα και να πάρουν το μεγαλείο δανεικό από αυτήν (λες και δεν έχει μεγαλείο από μόνη της η παράδοσή μας), παραγνωρίζεται η βυζαντινή μας διάσταση, εφευρίσκονται υπερφυσικές ιδιότητες των Αρχαίων Ελλήνων και όλα γυρίζουν γύρω από αυτά.

sfakia_crete

Το συγκεκριμένο έντυπο έχει αρκετά χαρακτηριστικά από αυτά. … Έχει όμως και κάτι ακόμα: Την υποτίμηση των σημερινών ριζιτών και την πεποίθηση ότι αυτό μόνο κατέχει τη βαθύτερη γνώση και σοφία του τραγουδιού μας, όχι αυτοί που το τραγουδούν. Μάλιστα, σε κάποιαν αποστροφή του διαβάζομε (σελ. 29): «Δηλαδή μεταφέρεται η γνώση σε απλούστερη μορφή και πολλές φορές με παραβολικό τρόπο ή ακόμα και με κωδικά μηνύματα που μόνο οι βαθιά γνωρίζοντες μπορούν να εξηγήσουν. Τονίζω και πάλι, το καλύτερο που έχουν να κάνουν οι ριζίτες είναι να τα μεταφέρουν ως έχουν, χωρίς την παραμικρή αλλοίωση»! Ποιοι είναι οι βαθιά γνωρίζοντες άραγε; Είναι οι συγγραφείς του εντύπου; Πάντως όχι οι ριζίτες, οι οποίοι καλούνται να προσέχουν να μην αλλοιώσουν κάτι που προφανώς τους ξεπερνά. ‘Οποιος νουθετεί με τέτοιον τρόπο, προφανώς τοποθετεί τον εαυτό του στο ιερατείο των κατεχόντων τη «Γνώση» και τους νουθετούμενους σε θέση άσχετου που δεν αντιλαμβάνεται τη σημασία αυτού που έχει στα χέρια του. Αφού δηλαδή εκφράσει την άποψη ότι μόνο ένα ιδιότυπο ιερατείο έχει πρόσβαση στη γνώση που μεταφέρουν τα ριζίτικα, νουθετεί τους ριζίτες (υπό ποιαν ιδιότητα άραγε;), μην τα αλλάζουν!

Επίσης, είναι χαρακτηριστική η προσέγγιση που επιφυλάσσει στην «Ξαστεριά» το συγκεκριμένο βιβλίο: Στις σελίδες 59-61 υπάρχει μια αναφορά στο τραγούδι η οποία συνοψίζεται στα εξής: Εφόσον στον Ομαλό δε μπορεί να κατεβεί κανείς, αφού είναι οροπέδιο και μόνο ανεβαίνει κάποιος, ο στίχος του τραγουδιού «να κατεβώ στον Ομαλό» σημαίνει ότι μόνο κάποιος που έρχεται από κατοικήσιμο τόπο πιο ψηλά από τον Ομαλό μπορεί να κατέβει σ’ αυτόν: Και ποιος είναι ο τόπος αυτός; «ο Ουρανός, η γνώση του Παντός, ο Θεός ο οποίος έρχεται από πάνω» (σ. 59)! Και συνεχίζει με μια θεωρία ότι τα άρματα που περιγράφει το τραγούδι είναι μεταφορικά τα μέσα του καθενός προς επίτευξη του σκοπού του ή του επαγγέλματός του, ότι ο ύμνος αυτός πιστεύεται –από ποιον άραγε;- ότι είναι αρχαίος με πνευματική υπόσταση και λοιπές θεωρίες δύσκολο να γίνουν κατανοητές.
Τα εκφραζόμενα από το συγγραφέα σε αυτό το απόσπασμα είναι χαρακτηριστικά για να εξαγάγουμε συμπεράσματα και να δούμε παραδείγματα του πόση υπευθυνότητα χρειάζεται όταν κάποιος ασχολείται με την παράδοση: Κατ’ αρχάς, το έντυπο φαίνεται να αγνοεί την εξέλιξη του συγκεκριμένου τραγουδιού και προγενέστερες μορφές του, όπου ο στίχος ήταν είτε «να πρόβαινα στον Ομαλό» (βλ. Συλλογή Γιανναράκη σ. 173), είτε «και ν’ ανεβώ στον Ομαλό» (βλ. Βλαστού, ο γάμος εν Κρήτη και Συλλογή Γιανναράκη σελ. 162). Η αρχική μορφή αντιστοιχεί στην ανθρωπογεωγραφία του Ομαλού και αναιρεί το συλλογισμό του εντύπου, που φαίνεται να την αγνοεί. Για το πώς μετεξελίχθηκε και επικράτησε η νεώτερη καταγραφή «να κατεβώ στον Ομαλό», έχει εκφραστεί η άποψη από το λαογράφο Γ. Μ. Σηφάκη (σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εισήγησή του στη Ζ’ επιστημονική συνάντηση με θέμα “Εκδοτικά και ερμηνευτικά ζητήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας”, Θεσσαλονίκη 1998), ότι καθώς το τραγούδι εξελισσόταν από «κυνηγετικό» σε «πολεμικό», οι επιτιθέμενοι Χαΐνηδες κατέβαιναν στο κατωμέρι να πολεμήσουν τους εχθρούς, οπότε άλλαξε η λέξη ερχόμενη σε αντίθεση με τη χωροταξική πραγματικότητα.

Ενδιαφέρον εδώ παρουσιάζει και η άποψη του καθηγητή Ερατοσθένη Καψωμένου, με τον οποίο κουβεδιάσαμε το παρόν κείμενο, την οποία παραθέτω αυτούσια μαζί με τις ευχαριστίες μου σ’ αυτόν: «Προσθέτω ότι ο Ομαλός δεν είναι το ψηλότερο μέρος της Μαδάρας και με καθαρά τοπογραφικά κριτήρια θα μπορούσε κάλλιστα να κατεβεί κανείς από κάπου ψηλότερα, χωρίς αυτό το κάπου να είναι ο ουρανός, η κατοικία των θεών κ.τ.τ.· από τον Γκίγκιλο, για παράδειγμα, από τσι Γαλανές Μαδάρες, από του Καλλέργη, από τσ’ Αγκαθωπής τα πλάγια, από το Σεληνιώτικο πόρο, θέσεις πιο απρόσιτες από το ίδιο το οροπέδιο. Ότι ο Ομαλός δεν ήταν υπό τον έλεγχο των κατακτητών δε σημαίνει ότι ήταν και εντελώς απρόσιτος στις δυνάμεις της εκάστοτε εξουσίας και ότι δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στους χαϊνηδες και σε επιτιθέμενο τακτικό στρατό, που εξορμά στα ορεινά για εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Η ύπαρξη της «στράτας των Μουσούρων» στην ΒΑ είσοδο του Ομαλού μαρτυρεί ότι το οροπέδιο ήταν προσβάσιμο, καθώς αποτελούσε τιμάριο των αρχοντο-Μουσούρων, παλιάς βυζαντινής οικογένειας, οι οποίοι δεν ταυτίζονται αυτονόητα με τους χαϊνηδες. Υπάρχει εξάλλου η εύλογη υπόθεση ότι η αφετηρία του τραγουδιού είναι τοπικές διαφορές ανάμεσα στους Αρχοντομουσούρους και σε κτηνοτρόφους της περιοχής, καθώς ο Όμαλός ήταν κατά καιρούς αντικείμενο διεκδίκησης ανάμεσα στις επαρχίες Κυδωνίας, Σελίνου και Σφακίων. Ενδεικτικά πάνω σ’ αυτό είναι τα τραγούδια για το φόνο του Γιανναρονικόλα, που, κατά μία άποψη, είναι τραγούδια της περιόδου της Ενετοκρατίας. Ένα απ’ αυτά (που οι συλλογείς συσχετίζουν με το “Πότε θα κάνει ξαστεριά”), λέει:

        Μωρέ κοπέλια Σφακιανά, όσά ‘στε των αρμάτω,

        πιάστε τα και γλακίσετε στον Ομαλό να πάμε

        και κάμαν πάλι φονικό οι γι Αρχοντομουσούροι,

        το Γιάνναρη σκοτώσασιν το νιο το παινεμένο.  

                           [Γιάνναρης 6, Παπαγρηγοράκης 124.220, Αποστολάκης 156Β΄]»

sfakia-1911

Ένα άλλο παράδειγμα του τραβήγματος των δεδομένων από τα μαλλιά προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι στόχοι του εντύπου είναι και η απόπειρα σύνδεσης τραγουδιών με την αρχαιότητα πάση θυσία: Έτσι, στη σελ. 29, μαθαίνομε ότι το κείμενο του ριζίτικου «Αφήσετε τσ’ αθιβολές και τα ροζοναμέντα…γιατ’ ο παντέρμος άθρωπος μια λίτρα κρες γεννάται», θεωρείται ότι έχει στοιχεία από την αρχαιότητα, τη λέξη λίτρα=μονάδα μέτρησης του 6ου αι. πΧ. Και παρατίθεται απόσπασμα από όπου προκύπτει ότι οι άποικοι Ιταλίας και Σικελίας χρησιμοποιούσαν ντόπιο σύστημα, τη λίτρα, υποδιαιρούμενη σε 12 σικελικές ουγγιές, «άρα ενδεχομένως το τραγούδι αυτό να είναι από τον 6ο πχ αιώνα», καταλήγει το έντυπο!

Αν ακολουθήσομε αυτή τη λογική θα πρέπει να βρούμε τους πρόδρομους του ριζίτικου στη Σικελία, πράγμα που δεν εξηγεί το έντυπο, ούτε πώς φτάσανε από κει στην Κρήτη. Χώρια που το «ροζοναμέντα» είναι κατάλοιπο της Ενετικής κατάκτησης του νησιού μας, οπότε πώς να έρχεται το τραγούδι από τον 6ο αι. πΧ; Τα πράματα μάλλον είναι πιο απλά: Η λίτρα μπορεί να ήτανε μονάδα μέτρησης του 6ου αιώνα, αλλά όχι μόνο τότε: Ήταν και μονάδα μέτρησης τον καιρό του Χριστού. Πράγματι, αναφέρεται στο ευαγγέλιο του Ιωάννη, (Ιωάννης 12:3 («ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου…», 19:39 («ἦλθε δὲ καὶ Νικόδημος ὁ ἐλθὼν πρὸς τὸν Ἰησοῦν νυκτὸς τὸ πρῶτον, φέρων μῖγμα σμύρνης καὶ ἀλόης ὡς λίτρας ἑκατόν») ως Ρωμαϊκή μονάδα βάρους, περίπου 320-327 γραμμάρια (βλ. και http://www.jesuslovesyou.gr/Bible_club/Encyclopedia/Weight_Measure/Weight.htm.

Πριν όμως ανακαλύψομε Ριζίτες και στη Γαλιλαία, μια πρόχειρη έρευνα στο διαδίκτυο δείχνει ότι η λίτρα ήταν μονάδα μέτρησης βάρους στερεών και στην Τουρκοκρατία (βλ. http://www.egrigoros.gr/book/a14.asp όπου καταγράφονται μέτρα και σταθμά στη Χίο εκείνης της περιόδου)! Πού καταλήγομε λοιπόν; Το λογικό είναι ότι η λίτρα σα μονάδα μέτρησης βάρους, επιβίωσε και στη νεώτερη ιστορία μας, κι όταν το συγκεκριμένο τραγούδι δημιουργήθηκε κάποια στιγμή μέσα στην Τουρκοκρατία ή Ενετοκρατία, πήρε λέξεις που υπήρχαν στη ντοπιολαλιά, μεταξύ των οποίων και αυτήν!

Η ουσία είναι ότι τα ριζίτικα, και γενικότερα η δημοτική μας ποίηση, έχουν μια τεράστια αξία από μόνα τους. Δεν υπάρχει ανάγκη να τα αναβαθμίσομε κατασκευάζοντας σχέση τους με την αρχαία ιστορία μας, τα υποτιμούμε μ’ αυτό τον τρόπο. Τα πράγματα είναι πιο απλά απ’ ότι προσπαθούμε μερικές φορές να τα κάμομε, απλά και φυσικά όπως αυτός που τα έφτιαξε: Ο Λαός μας…

Θα μπορούσαμε να γράψομε κι άλλα αποδομώντας τα γραφόμενα του εντύπου. Αυτό όμως που ενδιαφέρει περισσότερο, είναι να ξεκαθαριστεί ότι ο λαός μας πάντα δημιουργεί συνειδητά τη δημοτική του ποίηση, και πέρα απ’ αυτήν την ιστορία του, έχοντας ρόλο πρωταγωνιστή και όχι κομπάρσου. Ο ίδιος ενεργεί και φτιάχνει, κι όχι άλλοι γι’ αυτόν. Όποτε γίνεται το δεύτερο, όπως σήμερο, σημαίνει ότι βρισκόμαστε σε υποχώρηση και κρίση, και ότι είμαστε ανίκανοι να δημιουργήσομε, εμείς που για αιώνες τόσα έχομε προσφέρει στους εαυτούς μας και στην ανθρωπότητα.

Ιουνίου 25, 2013 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη, ΣΦΑΚΙΑ | , , , , , , , , , | Σχολιάστε

ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ

pontian_genocide_

Η γενοκτονία των Χριστιανικών λαών της Ανατολής (Ρωμιών, Αρμενίων, Ασσύριων), είναι η πρώτη του εικοστού αιώνα. Από αυτήν εμπνεύστηκε ο Χίτλερ τη γενοκτονία των Εβραίων, θεωρώντας ότι όπως κανείς δε θυμόταν τα εγκλήματα των Τούρκων, έτσι θα γίνει και με αυτά των Ναζί.
Από τα θύματα της γενοκτονίας στη Μικρά Ασία, μόνο οι Αρμένιοι εξ αρχής διεκδίκησαν την αναγνώριση και τιμώρησαν τουλάχιστο τους εμπνευστές της. Οι υπόλοιποι λαοί άργησαν. Εμείς, παρ΄ όλο που βρισκόμαστε σε ισχυρότερη θέση από τα άλλα θύματα, αργήσαμε πάρα πολύ να μιλήσουμε γιαυτά κι όταν το κάμαμε χωρίσαμε τη γενοκτονία στα δύο: Μία για τον Ποντιακό Ελληνισμό, τη μνήμη της οποίας τιμούμε το Μάιο, και μία για τον υπόλοιπο Μικρασιατικό πληθυσμό, το Σεπτέμβριο.

Pontian%20Genocide

Κι ακόμα, υπάρχουν Έλληνες ιστορικοί της νεοταξικής ιστοριογραφίας, που αρνούνται ότι έγινε γενοκτονία στην καθ΄ ημάς Ανατολή, σε πλήρη σύμπνοια με την επίσημη τούρκικη εκδοχή.
Όμως, η γενοκτονία των Χριστιανικών λαών της Μικράς Ασίας, αποφασίστηκε ήδη από το 1911, στο συνέδριο των Νεότουρκων στη Θεσσαλονίκη. Αποτελεί δηλαδή επίσημη πολιτική τους, κι όχι απλά τυφλή βία μεμονωμένων ομάδων στα πλαίσια συγκρούσεων ή πολέμου. Κι εδώ αντιδιαστέλλεται από την –προσφιλή στους νεοταξικούς ιστορικούς- καραμέλα περί συμψηφισμού βιαιοτήτων, ότι ο Ελληνικός στρατός έκαμε τα ίδια στη Μικρασία. Οι βιαιότητες κάποιων Ελλήνων στρατιωτών κατά άμαχου πληθυσμού μουσουλμανικού, καταδικαστέες βέβαια, ήταν λάθος ενέργειες της στιγμής κι όχι εφαρμογή προαποφασισμένου σχεδίου φυσικής εξόντωσης ολόκληρου λαού.

gse_multipart27468

Πλην όμως, τη Γενοκτονία επιβεβαιώνουν πια και οι ίδιοι οι Τούρκοι ιστορικοί. Όχι αυτοί που τελούν σε διατεταγμένη υπηρεσία, όπως κάποιοι άλλοι και στις δύο όχθες του Αιγαίου, αλλά αυτοί που έχουν το θάρρος της γνώμης τους και πίστη στην επιστημονική τους αποστολή.
Βέβαια οι διωγμοί του Πόντου άρχισαν πολύ νωρίτερα. Ήδη το 1897, σε αντίποινα για την τελευταία κρητική επανάσταση για την ένωση, θα ξεκινήσουν εκκαθαρίσεις στη Μαύρη Θάλασσα.
Ο Πόντος και η Κρήτη ξεχωρίζουν ανάμεσα στις ελληνικές περιοχές, για την εμμονή στην ιδιαίτερη ταυτότητα τους, αυτή που δημιουργεί και σήμερα ακόμα μουσική και χορό, αυτή που κρατά ψηλά τη σημαία των αξιών του λαού μας. Η ηθική κρίση που υπάρχει, και που γέννησε και τη οικονομική, δεν άφησε ανεπηρέαστους ούτε τους πληθυσμούς αυτούς. Αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα. Πάντως, οι παρακαταθήκες που η ιστορία τους έχει αφήσει, μπορούν πιθανόν να τους δώσουν και ισχυρές βάσεις να ανακάμψουν.
Τιμούμε τη μνήμη των θυμάτων της γενοκτονίας λοιπόν. Με στεφάνια κι εκδηλώσεις, με ομιλίες και ενός λεπτού σιγή. Αυτό δε φτάνει. Δεν τιμούμε τους νεκρούς μας όταν σκύβουμε και σήμερα το κεφάλι σ΄ αυτούς που τους εξόντωσαν. Τους ξεχνούμε όταν γινόμαστε «ρεαλιστές», όταν οι αξίες για τις οποίες αυτοί χάθηκαν σήμερα εγκαταλείπονται από μας.

36129267uo1

Εκείνοι μπορούσαν να αποφύγουν τη γενοκτονία μουτίζοντας. Μουτισμένος είναι κι ο προπάππος του Τούρκου Πρωθυπουργού. Όμως Εκείνοι χάθηκαν γιατί επέμειναν σε μιαν ταυτότητα που βάραινε γι΄ αυτούς περισσότερο από τη ζωή τους, τη στιγμή που εμείς για μια ζωή ταπεινωμένη έχουμε ήδη χάσει την αξιοπρέπεια και τις αξίες μας, τη μόνη ζωή δηλαδή που αξίζει να ζει κάποιος.

Μαΐου 15, 2013 Posted by | Uncategorized | , , , | Σχολιάστε

ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ


Την κατάσταση τη ζούμε καθημερινά εδώ και πολλά χρόνια. Ακούγονται απόψεις από κάθε οπτική γωνία, αλλά δεν υπάρχει συγκροτημένη πολιτική από το κράτος, που όπως συνήθως απουσιάζει. Πώς πρέπει άραγε να προσεγγίζομε τη λαθρομετανάστευση σήμερα; Θα πρέπει πριν απ’ αυτό να κάμομε μερικές σκέψεις για την κοινωνία και το χώρο που ζούμε, τόσο στη μικρή όσο και στην παγκόσμια διάστασή του.

Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες
Το σύνθημα το είχε χρησιμοποιήσει το κόμμα που μας έβαλε στο μνημόνιο όταν ακόμα ενσάρκωνε αντιστασιακό πνεύμα και ελπίδες. Ισχύει βέβαια και σήμερα. Στο χώρο που ζούμε, ζούμε γιατί μπορέσαμε να τον ελευθερώσομε μετά από φοβερές θυσίες, σηκωμούς και επαναστάσεις, ενάντια σε κατακτητές που μας απομύζησαν με κάθε τρόπο, κυρίως όμως πληθυσμιακά. Κι εμείς που ζούμε σήμερα εδώ, είμαστε οι απόγονοι εκείνων που δεν τούρκεψαν, που κράτησαν την ταυτότητά τους και διεκδίκησαν να ζήσουν ελεύθεροι σα λαός σ’ αυτά τα χώματα, στόχο που εν μέρει μόνο πέτυχαν.
Στο λόγο της Λαμίας, ο Άρης Βελουχιώτης το έθεσε πολύ χαρακτηριστικά: «Κάποτε, λοιπόν, η χώρα μας είτανε δοξασμένη, μα αργότερα την υποδούλωσαν κι έχασε την παλιά της αυτή δόξα. Μα ύστερα από κάμποσα χρόνια η χώρα μας σηκώθηκε στο πόδι κι ύστερα από σκληρούς αγώνες ενάντια στη σκλαβιά, πάλι λευτερώθηκε. Στην εποχή της σκλαβιάς πέρασε σκληρά, μαύρα χρόνια και πολλοί «έξυπνοι», αναμεσα στους οποίους και κάποιος Φαλμεράγιερ, ισχυρίστηκαν πως η ελληνική φυλή έσβησε κι ότι αυτή διασταυρώθηκε μ’ άλλες φυλές, που δεν έχουν τίποτα το κοινό με την αρχαία ελληνική φυλή. Μα ότι κι αν πούνε, αυτό δεν έχει καμία αξία. Την ελληνικότητα μας την αποδείξαμε. Γεγονός είναι ότι η χώρα μας ξεσηκώθηκε και ξαναγένηκε πάλι λεύτερη».

Επομένως, κάθε συζήτηση για τη μετανάστευση, λαθραία ή νόμιμη, μπορεί να γίνεται μόνο στη βάση της ελληνικότητας της επικράτειάς μας, δηλαδή με πλήρη τη συνείδηση τόσο από τους ντόπιους όσο και από τους μετανάστες ότι η έλευση των τελευταίων στην Ελλάδα γίνεται στη βάση της φιλοξενίας, δηλαδή της εισόδου τους σε χώρα και πληθυσμιακό σύνολο διαμορφωμένης ταυτότητας, στην οποία οφείλουν σεβασμό, και με την έγκριση αυτών που φιλοξενούν.
Κρίνεται απαραίτητη αυτή η –αυτονόητη- διευκρίνιση, γιατί από πολιτικούς χώρους που πρόσκεινται στο νεοφιλελευθερισμό και στη νεοταξική αριστερά εκφράζονται θεωρίες που αρνούνται να αναγνωρίσουν συλλογικότητες όπως αυτή του λαού, και θεωρούν ότι πατρίδα υπάρχει ό,που τυχαίνει να βρισκόμαστε, επομένως πατρίδα δεν είναι ο τόπος καταγωγής μας, ταυτότητα δε είναι κάτι που επιλέγομε κι όχι κάτι που καθορίζεται από τα κοινά χαρακτηριστικά της συλλογικότητας (λαός, τοπικός πληθυσμός) στην οποία ανήκομε (την ύπαρξη της οποίας δεν αναγνωρίζουν). Επομένως δεν υπάρχει γι’ αυτούς διάκριση μεταξύ μετανάστη και ντόπιου, αφού όλοι έχομε τα ίδια δικαιώματα εφόσον τυχαίνει να πατούμε το ίδιο χώμα, ανεξαρτήτως της ιστορικότητας και της συνέχειας της παρουσίας εδώ, ατομικά ή σα συλλογικότητα, ανεξαρτήτως των ήδη διαμορφωμένων ηθών και εθίμων, που έχουν δημιουργηθεί από το λαό κάθε τόπου σε συνάρτηση με τις γεωγραφικές και κλιματικές παραμέτρους και απηχούν την κοσμοθεωρία κάθε λαού.
Η άποψη αυτή δίδει και το άλλοθι στην παγκοσμιοποίηση να συνεχίσει να καταστρέφει ταυτότητες και κοινωνίες σ’ όλο τον πλανήτη: Εφόσον δεν υπάρχουν πατρίδες με την έννοια της καταγωγής αλλά πατρίδα μας είναι ό,που βρισκόμαστε, τότε δεν υπάρχουν και πρόσφυγες που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τους τόπους τους, δεν υπάρχει η καταστροφή των τοπικών κοινωνιών και ταυτοτήτων. Δεν υπάρχουν επίσης πρακτικές, ήθη και έθιμα που κυριαρχούν σ’ έναν τόπο και επομένως δεν υπάρχει λόγος σεβασμού τους. Νομιμοποιείται λοιπόν πλήρως η εξαθλίωση και το ανθρωπιστικό δράμα που υφίστανται οι οικονομικοί μετανάστες.

Οι τοπικές ταυτότητες είναι στόχος της παγκοσμιοποίησης
Η κυριαρχία της αγοράς αποσκοπεί στο να καταστήσει όλους τους ανθρώπους καταναλωτές που θα λειτουργούν στη βάση του εμπορεύματος κι όχι άλλων χαρακτηριστικών στο δημόσιο χώρο. Γι’ αυτό το λόγο χρειάζεται να επιβάλει μια παγκόσμια κουλτούρα του ατόμου-καταναλωτή, δίχως διαφοροποιήσεις. Παράλληλα, οι κυρίαρχες δυνάμεις επιβάλλουν το δικό τους πολιτισμό στις τοπικές κοινωνίες. Ήδη βλέπομε στο χώρο της μουσικής ότι η κυρίαρχη δυτική (αμερικανική/ευρωπαϊκή) μουσική αναπαράγεται σε όλο τον πλανήτη, ενώ οι τοπικές παραδόσεις βρίσκουν καταφύγιο για τις μουσικές τους παραγωγές στην κατηγορία «έθνικ», δηλαδή στο περιθώριο της κυρίαρχης παγκόσμιας κουλτούρας.
Είναι σαφές πώς η νεοταξική άποψη που αναλύσαμε παραπάνω, βοηθά τα μέγιστα στην εμπέδωση της παγκοσμιοποίησης, όπου δεν υπάρχουν συλλογικές συνειδήσεις παρά μόνο η κυριαρχία της αγοράς. Άτομα που το καθένα στον ιδιωτικό του χώρο μπορεί να πρεσβεύει ό,τι θέλει αλλά στο δημόσιο δε μπορεί να ανήκει σε ένα σύνολο, το μόνο που μπορεί είναι να καταναλώνει σύμφωνα με το ρεύμα της αγοράς. Όταν όμως δεν έχεις μια συλλογική στάση πίσω σου, να σε τροφοδοτεί αλλά και να στηρίζεται από σένα, τότε δεν έχεις και τη δύναμη να κρίνεις τι σου ταιριάζει, τότε κάποιοι άλλοι το κάνουν για σένα. Έχει βαθύ νόημα η μαντινάδα «Ποτέ σου να μην τσι ξεχνάς τσι τόπους που σ’ ορίζα, δεν έχει αξία το δεντρό άμα δεν έχει ρίζα».
Έτσι, οι τοπικές ταυτότητες αποτελούν στόχο της παγκοσμιοποίησης γιατί εμποδίζουν την κυριαρχία της μιας άποψης, της μιας κουλτούρας που τυχαίνει να είναι και αυτή των νόμων της αγοράς. Πρέπει να διευκρινίσομε εδώ ότι αυτή καθεαυτή η προσπάθεια επιβολής μιας άποψης μας βρίσκει ενάντιους ανεξάρτητα αν η επιβαλλόμενη άποψη είναι σύμφωνη με μας. Γιατί δεν υπάρχει μια προσέγγιση της ζωής αλλά πολλές, όπως γεννιούνται από τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε τόπου και του λαού που τον κατοικεί, κι είναι όλες σεβαστές, ο δε διάλογος μεταξύ τους σε ισότιμη βάση και με αμοιβαίο σεβασμό πλουτίζει την ανθρωπότητα. Αντίθετα, η καταδυνάστευση των τοπικών απόψεων από την κυρίαρχη επιβαλλόμενη κουλτούρα τις οδηγεί στην εξαφάνιση και φτωχαίνει τον πλανήτη.
Η καταστροφή των τοπικών ταυτοτήτων γίνεται με διάφορους τρόπους. Οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι της Δύσης και η μεταφορά κεφαλαίων στις αναπτυσσόμενες χώρες προς αναζήτηση φτηνού εργατικού δυναμικού οδηγούν στην εξαθλίωση τους πληθυσμούς εκεί, οι οποίοι προσπαθούν να φύγουν με κάθε τρόπο και να πάνε σε ανεπτυγμένες χώρες, εγκαταλείποντας την πατρίδα τους. Ερχόμενοι σε ανεπτυγμένες χώρες που έχουν τη δυνατότητα να τους δεχτούν και θέσεις εργασίας να τους απασχολήσουν, αφήνουν διαλυμένη την πατρίδα που αφήσανε. Συγχρόνως όμως, η έλευσή τους δε σημαίνει ότι θα ενταχθούν σε μια νέα χώρα με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις των ντόπιων. Αντίθετα, θα αποτελέσουν τους παρίες στη χώρα υποδοχής τους, θα εργαστούν με χαμηλά μεροκάματα και θα ζήσουν το όνειρο από την ανάποδη: στριμωγμένοι σε τρώγλες, πολλές φορές δίχως συνθήκες υγιεινής, σε μια καθημερινή μισθωτή σκλαβιά, όταν υπάρχει δουλειά.
Παράλληλα, η προσφορά φτηνού και ανεπίσημου συνήθως εργατικού δυναμικού, συμπιέζει προς τα κάτω και τις κατακτήσεις των εργαζομένων στις χώρες υποδοχής, μειώνει τις διαθέσιμες γι’ αυτούς δουλειές και οδηγεί και αυτούς στη φτώχεια, τη στιγμή που το κεφάλαιο μεγιστοποιεί τα κέρδη του. Σιγά σιγά, η συνεχής προσθήκη φτηνών μεταναστών, δημιουργεί κορεσμό που οδηγεί στο φαινόμενο περισσότεροι να διεκδικούν συγκεκριμένο αριθμό θέσεων εργασίας, κι αυτό με τη σειρά του δημιουργεί εντάσεις μεταξύ των εργαζομένων, ντόπιων και ξένων αλλά και των μεταναστών μεταξύ τους. Φυσιολογική εξέλιξη και επιθυμητή για το κεφάλαιο, αφού έχει πλέον τη δυνατότητα επιβολής των όρων του.

Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα
Η ανεύρεση κερδών είναι αυτοσκοπός για το κεφάλαιο και για να τον πετύχει δεν περιορίζεται σε σύνορα, ούτε έχει πατριωτικές ανησυχίες και δεσμούς με έναν τόπο. Λογικό, αφού αυτά προϋποθέτουν αισθήματα, αντίληψη, συνειδητοποίηση μιας καταγωγής και μιας ταυτότητας, ενώ λαμβάνουν υπ’ όψη τους παράγοντες πολύ πέραν των αναγκών της αγοράς, όπως διαμορφωμένες αξίες, διαπροσωπικές ή συλλογικές σχέσεις, μη χρηματικές ανάγκες κλπ. Έτσι, η διάλυση μιας τοπικής κοινωνίας δεν αποτελεί κάτι μεμπτό για το κεφάλαιο αν από αυτήν θα αποκομίσει κέρδη ευρύτερης φύσεως.
Οι κοινωνίες υποδοχής
Πέρα από την καταστροφή στις πατρίδες των μεταναστών, ήδη αναλύσαμε πώς η έλευσή τους στη χώρα υποδοχής ανατρέπει τις ισορροπίες όταν δε χρειάζεται η χώρα αυτή παραπάνω εργατικά χέρια. Πέραν της οικονομικής παραμέτρου, υπάρχει και ο παράγοντας της κοινωνικής συνοχής που δοκιμάζεται από μια τέτοια εισδοχή νέου πληθυσμού: Η κάθε τοπική κοινωνία έχει διαμορφώσει στο πέρασμα των χρόνων συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και αξίες, τα οποία αποτελούν επιλογή της και εκτείνονται σε όλο το φάσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Οι φιλοξενούμενοι σε μιαν ήδη διαμορφωμένη κοινωνία, είτε είναι οικονομικοί μετανάστες είτε παραθεριστές, οφείλουν να σεβαστούν τις αξίες αυτές. Ειδικά όσοι έχουν την προοπτική μόνιμης εγκατάστασής τους στον τόπο υποδοχής θα πρέπει να είναι σε θέση να ενστερνιστούν τις αξίες και τα ιδανικά του.
Σε κάθε περίπτωση όμως, οι τοπικές κοινωνίες θα πρέπει να μπορούν να διατηρήσουν τα χαρακτηριστικά που επέλεξαν οι ίδιες. Η συγκέντρωση ανθρώπων περισσότερων από αυτούς που μπορεί μια χώρα να απορροφήσει, αποτελεί εγγύηση δημιουργίας εντάσεων. Αυτό είναι φυσιολογικό για κάθε τόπο όπου δεν υπάρχει επαρκής ζωτικός χώρος για τους κατοίκους του, ντόπιους και ξένους, οπότε η εγκληματικότητα θα ανέβει με μαθηματική ακρίβεια, πράγμα που ήδη βιώνομε. Θα αρχίσει από τους πιο εξαθλιωμένους, αυτούς που δεν έχουν τίποτα να χάσουν, και θα εξαπλώνεται σε μεγαλύτερες κατηγορίες του πληθυσμού. Αυτό δε σημαίνει ότι εδώ έρχονται οι εγκληματίες, ούτε ότι οι παραβατικοί είναι μόνο ξένοι. Η αιτία όμως της παραβατικότητας είναι η υπερσυσσώρευση πληθυσμού. Ακόμα, η μετανάστευση δημιουργεί δυό κατηγορίες πληθυσμών: αυτούς που είναι δεμένοι με το συγκεκριμένο τόπο με δεσμούς συνέχειας από γενιά σε γενιά, ταυτότητας, αίσθησης ότι ανήκουν στο λαό που κατοικεί το χώρο, και σ’ αυτούς που είναι περαστικοί από αυτόν, δε νοιώθουν δεμένοι μ’ αυτόν και δεν τον πονάνε. Πρόκειται για τη διάκριση ανάμεσα σε πληθυσμούς του χώρου και του χρόνου, κατά την εύστοχη διατύπωση του καθηγητή Ερατοσθένη Καψωμένου. Η διάκριση αυτή δεν χαρακτηρίζει μονοσήμαντα τους πληθυσμούς, αφού οι μεταναστευτικοί πληθυσμοί έχουν αίσθημα δεσίματος με τους τόπους προέλευσής τους, ενώ οι ντόπιοι πληθυσμοί αντίστοιχα δεν θα πονάνε τυχόν τόπο υποδοχής τους αν κι αυτοί εξαναγκαστούν σε μετανάστευση.
Η έλλειψη δεσίματος με έναν τόπο οδηγεί σε αδιαφορία και για την καθημερινή πραγματικότητα, την αυριανή ύπαρξη της συγκροτημένης κοινωνίας, τη διατήρησή της συνέχειάς της. Ατομικές λύσεις μπορούν να βρεθούν ανεξάρτητα από το πού βρίσκεται ο καθένας, συλλογικές όμως μόνο σε συνάρτηση με τα άλλα μέλη της ομάδας και το χώρο όπου αυτή δραστηριοποιείται.
Έτσι, η συνύπαρξη πληθυσμών με διαφορετικές κουλτούρες, μπορεί να γίνεται στη βάση του σεβασμού των αξιών και ηθών της κυρίαρχης ομάδας, της αποδοχής της διαφορετικότητας των εισερχομένων και της ύπαρξης των όρων αξιοπρεπούς διαβίωσης όλων. Αν κάτι από αυτά λείπει, αρχίζουν τα προβλήματα.
Η παγκοσμιοποίηση απαιτεί τη μη πλήρωση των όρων αυτών. Γιατί έτσι διαλύεται η τοπική κοινωνία. Ο συνήθως πρώτα μη πληρούμενος όρος είναι αυτός της αξιοπρεπούς διαβίωσης. Αυτό πετυχαίνεται όταν μια χώρα δέχεται περισσότερους από όσους μπορεί να απορροφήσει, οπότε ξεκινούν οι εντάσεις, οι άνθρωποι βλέπουν ο ένας τον άλλο σαν απειλή για τη δουλειά τους, για το επίπεδο ζωής τους. Αφού η φτώχεια έρθει, θα έρθει κι η τριβή, μεταξύ ντόπιων και ξένων γιατί χάνονται δουλειές για τους πρώτους προς όφελος των δεύτερων και μεταξύ των μεταναστών που συνορίζονται την ίδια κακοπληρωμένη δουλειά. Την ένταση θα ακολουθήσει η εγκληματικότητα, είτε για λόγους εκδίκησης, είτε για τον πολύ ανθρώπινο λόγο της ανάγκης ενός πεινασμένου να φάει. Δίπλα σ’ αυτή την εκδήλωση παραβατικότητας θα αναπτυχθούν και οι υπόλοιποι τομείς της, ναρκωτικά, πορνεία, όπλα κλπ.

Ακόμα χειρότερα, ο προσωρινός χαρακτήρας της διαμονής των μεταναστών, η αντιπαλότητα που αναπτύσσεται μεταξύ τους και μεταξύ αυτών και των ντόπιων, οδηγούν σε απουσία σεβασμού των αξιών της τοπικής κοινωνίας και αντίστροφα της μη αποδοχής της διαφορετικότητάς τους, και θέτουν σε θέση άμυνας όλους τους εμπλεκόμενους. Ισχύει αυτό που έχει πει ο Μαρξ για αντίστοιχες περιπτώσεις, ότι αντιλαμβάνονται μόνο τον εαυτό τους. Επιπλέον, περιοχές όπου ο μεταναστευτικός πληθυσμός υπερισχύει, μετατρέπονται σε γκέτο δίχως ταυτότητα. Πρόκειται για τα «πολυπολιτισμικά» σύνολα που τόσο θαυμάζουν οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και οι πρέσβεις της Νέας Τάξης όλου του πολιτικού φάσματος, τα οποία δεν είναι καθόλου πολυπολιτισμικά, με την έννοια της ισότιμης συνδιαλλαγής διαφορετικών ταυτοτήτων. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο σε επίπεδο οικουμενικό, όπου συναντιούνται οι διαφορετικές ταυτότητες στη βάση της τοπικής τους προέλευσης και όχι με τη διάλυση των τοπικών κοινωνιών, των πατρίδων που δίνουν οντότητα στις διαφορετικές προσεγγίσεις. Τα γκέτο απλά προσφέρουν ένα πεδίο μάχης απουσία του κράτους σε αλληλομισούμενες φυλές και απέχουν πολύ από τη διαφημιζόμενη «πολυχρωμία» τους.

Η απουσία του κράτους και της πολιτικής
Την κατάσταση χειροτερεύει ακόμα περισσότερο η απουσία του κράτους στον έλεγχο της μετανάστευσης, καθώς και το ιδεολογικό υπόβαθρο που προσφέρουν οι Νεοταξικές δυνάμεις δεξιά και αριστερά του πολιτικού φάσματος. Έτσι, η Ελλάδα αντιμετωπίζεται σα μια χώρα που έχει απεριόριστες δυνατότητες να προσφέρει εργασία και τροφή σε όσους την επισκεφθούν, τα σύνορα πρέπει να είναι ανοιχτά και οι μισθοί να είναι αυτοί που ίσχυαν πριν την κρίση. Με ευχολόγια και φιλάνθρωπη διάθεση, σε συνδυασμό με την πολιτική ορθότητα που οφείλομε να επιδεικνύομε, το πρόβλημα λύνεται στις διακηρύξεις των πολιτικών, οι οποίοι επιβάλλουν στο κράτος να μην επεμβαίνει, και αφήνεται να γιγαντωθεί σε σημείο όπου δεν ελέγχεται πλέον. Αυτό με τη σειρά του τροφοδοτεί κι άλλο το μίσος και την εγκληματικότητα, ενώ πολιτικά, η απελπισία του κόσμου και η αναξιοπιστία των κομμάτων εκφράζεται μέσα από συγκεκριμένους χώρους, κάποτε περιθωριακούς και ήδη κοινοβουλευτικούς.
Η απουσία του κράτους συμβάλλει στο πρόβλημα και με άλλον τρόπο: Εμπεδώνει σε όλους ότι οι νόμοι που τίθενται δεν τηρούνται, οπότε ο καθένας μπορεί να παρανομήσει, ο μετανάστης ξέρει ότι μπορεί να έρθει στην Ελλάδα, να συλληφθεί και να μεταφερθεί στην Αθήνα για να αφεθεί μετά ελεύθερος. Έτσι, η Ελλάδα αποκτά τη φήμη μιας «εύκολης» χώρας (για να μην το πούμε αλλιώς), και προσελκύει ακόμα περισσότερους μετανάστες που επιτείνουν κι άλλο το πρόβλημα της υπερσυσσώρευσης.
Τέλος, η μη εφαρμογή των νόμων, οδηγεί μαθηματικά στην ασυδοσία των εισερχόμενων, στην έλλειψη σεβασμού προς την χώρα υποδοχής και στην επιδείνωση της έντασης, αφού θεωρούν ότι είναι ανεκτή η παραβατικότητα και η αστυνομία δηλώνει αδυναμία παρέμβασης. Άρα, οι απροστάτευτοι πολίτες ωθούνται να παίρνουν το νόμο στα χέρια τους, ή να καταφεύγουν σε αυτούς που υποκαθιστούν το ανύπαρκτο κράτος, τροφοδοτώντας τον κύκλο της βίας.

Οι ευθύνες της Νεοταξικής Αριστεράς
Οι νεοφιλελεύθεροι μόνοι τους δε θα κατάφερναν πολλά πράγματα. Χρειαζόταν να επικουρήσει την παγκοσμιοποίηση ένα κομμάτι της καθεστωτικής Αριστεράς των ΜΚΟ, του πανεπιστημιακού κατεστημένου, των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, της εθνοαποδομητικής σχολής. Αυτοί προσέφεραν το ιδεολογικό υπόβαθρο της ασυδοσίας στη μετανάστευση, αυτοί στοχοποίησαν ως φασίστες όσους αρθρώνουν διαφορετικό λόγο, αντί να αντικρούσουν το λόγο αυτόν. Αυτοί νομιμοποίησαν την καταστροφή των πατρίδων των μεταναστών από τη Νέα Τάξη, αρνούνται να δουν μια πραγματικότητα που δεν τους βολεύει και απαντούν στα προβλήματα με ευχολόγια. Σε άλλα θέματα αυτό πιάνει, όταν δεν τα ζουν στο πετσί τους οι Έλληνες. Όμως, στο θέμα της μετανάστευσης, είναι πια τόσο εμφανή τα προβλήματα, που δε μπορεί κανείς αποπροσανατολισμός να τα συγκαλύψει.
Αξίζει όμως να δούμε τί πίστευε γι’ αυτά ο Μάρξ, όπως τα σταχυολόγησε το ιστολόγιο tsantiri.gr:
• Σκοπός της εισαγωγής ξένων εργατών είναι η διατήρηση της δουλείας και η ακύρωση όλων των διεκδικήσεων των ντόπιων εργατών για μισθούς και συνθήκες εργασίας.
• Ο μετανάστης ανταγωνίζεται τον ντόπιο εργάτη και σιγά σιγά μειώνεται το μεροκάματο στο δικό του επίπεδο. Είναι το πιο αποτελεσματικό όπλο του κεφαλαίου.
• Η μετανάστευση διαιρεί την εργατική τάξη της χώρας υποδοχής σε τόσα εχθρικά στρατόπεδα όσες και οι εθνοφυλετικές ομάδες διότι η κάθε μία καταλαβαίνει μόνο τον εαυτό της. Έτσι αναστέλλεται η εργατική επανάσταση και διαιωνίζεται η καπιταλιστική κυριαρχία
• Η λαθρομετανάστευση χρησιμοποιείται αφ’ ενός ως απεργοσπαστικός μηχανισμός αφ’ ετέρου με τον εργατικό υπερπληθυσμό – πλεόνασμα που δημιουργεί ρίχνει το επίπεδο ζωής σε κατάσταση δουλοπάροικου.
• Η Α’ Διεθνής Ένωση Εργατών έβαλε πρακτικά τέλος στις μεθοδεύσεις των βιομηχάνων και υποχρέωνε τα συνδικάτα να διώχνουν τους ξένους εργάτες πίσω στις χώρες τους με το πρώτο καράβι.
• Οι μεταναστευτικοί νόμοι είναι τα μανιφέστα των εργοστασιαρχών.
Ο Μαρξ είχε ιδιαίτερα ασχοληθεί με την εισαγωγή Γερμανών εργατών στη Βρετανία από τους εργοδότες και με τη μεταφορά Ινδών στη Τζαμάικα από τους Άγγλους αποικιοκράτες, και τα συμπεράσματά του προέκυψαν από τη μελέτη των καταστάσεων αυτών.

Υπάρχει λύση;
Δεν υπάρχει τρόπος επίλυσης μιας τέτοιας κατάστασης που θα αφήνει όλους ευχαριστημένους στις –σεβαστές- επιδιώξεις τους. Και το ότι είναι σεβαστές, δείχνει πόσο δύσκολη είναι μια απόφαση. Πρέπει λοιπόν να μπουν προτεραιότητες και να επιλεγεί τρόπος δράσης τέτοιος που θα συνάδει με αυτές.
Το πρώτο ερώτημα είναι ποιος αποφασίζει: Η τοπική κοινωνία, οι μετανάστες, ή κι όλοι μαζί; Είναι σαφές ότι ο ντόπιος πληθυσμός, αυτός που έχει κατοχυρώσει τη διαβίωση του σε συγκεκριμένο χώρο με αγώνες, είναι αυτός που θα πρέπει να αποφασίσει για το τι θα γίνεται στο χώρο που ζει, στο σπίτι του.
Οπότε το επόμενο ερώτημα είναι: Θέλει ο λαός να συνεχίσει να ζει στο χώρο αυτόν σε μια συγκροτημένη κοινωνία όπου τους κανόνες θα τους θέτει ο ίδιος; Η απάντηση κάποτε θα ήταν αυτονόητη, όμως στην αφασία που ζούμε σήμερα και την οποία καλλιεργούν ΜΜΕ και νεοταξικά κόμματα, η κοινωνία μας βρίσκεται σε σύγχυση. Το σίγουρο είναι ότι βομβαρδιζόμαστε με αφορισμούς, ότι όποιος δεν ανέχεται μιαν αβίωτη κατάσταση στη γειτονιά του βαφτίζεται φασίστας από τους ταγούς της πολιτικής ορθότητας. Δεν είναι όμως φασίστες αυτοί που μαζικά ψηφίζουν κόμματα που μόνο θέμα τους έχουν το μεταναστευτικό. Είναι η ανυπαρξία πολιτικής του κράτους και η αφασία των κομμάτων που έστρεψαν τον κόσμο εκεί. Πάντως, ακόμα και τώρα η πλειοψηφία του λαού μας εξακολουθεί να θέλει να συνεχίσει την πορεία της στην ιστορία σα λαός (κι όχι σαν άτομα δίχως ταυτότητα) σ’ αυτό τον τόπο.
Και πώς θα το πετύχομε αυτό; Σε ευρύτερη προοπτική, με την αναίρεση των συνεπειών της παγκοσμιοποίησης που προσφυγοποιούν εκατομμύρια ανθρώπων και τους ξεριζώνουν από τις πατρίδες τους. Αυτό προϋποθέτει διεθνή κινήματα κατά της Νέας Τάξης, έμφαση στην τοπική παραγωγή και κατανάλωση τροφίμων και ενέργειας, τόνωση των αναπτυσσόμενων χωρών και αλληλεγγύη των λαών. Αλλά μέχρι τότε πρέπει κάτι να γίνει άμεσα. Σε άμεση προοπτική, απαιτείται κάθε τοπική κοινωνία να προσδιορίσει τον αριθμό των μεταναστών που μπορεί να αντέξει, με πρόσθετο κριτήριο τη δυνατότητα ενσωμάτωσής τους σ’ αυτήν, και μεταφορά στις πατρίδες τους των υπόλοιπων.
Η πατρίδα μας αντιμετωπίζει τρία προβλήματα κολοσσιαία, το οικονομικό, τα ελληνοτουρκικά και το μεταναστευτικό. Το καθένα μόνο του μπορεί να διαλύσει μια χώρα. Στη μετανάστευση, η υποκρισία περισσεύει. Κάθε προσέγγιση είναι επώδυνη, και θα χρειαστεί να έχει τόλμη και συναίσθηση των προτεραιοτήτων. Αλλά, αυτό δε χρειαζόμαστε και για τη χώρα γενικά;

Σεπτεμβρίου 25, 2012 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , , , , | 1 σχόλιο

1821

Αυτό που μας έχει μείνει σήμερα σα λαός, μέσα στην κρίση, ηθική πρώτα και οικονομική μετά που περνούμε, είναι η αντιστασιακή μας παράδοση. Από αυτή μπορούμε να αντλήσομε διδάγματα για το σήμερα, αυτή μπορεί να μας δώσει ελπίδα για το αύριο. Αυτή, στηριγμένη στις αξίες του λαού μας που σήμερα υποχωρούν μπροστά στην επέλαση του ατομικισμού, μπορεί να μας δώσει τα κλειδιά για να ξαναβρούμε τους εαυτούς μας, αυτό που ήμασταν κάποτε: Αλληλέγγυοι μεταξύ μας, αυτάρκεις, παραγωγικοί, ολιγαρκείς, ελεύθεροι στο πνεύμα, προϋπόθεση το τελευταίο για να γίνομε τελικά ελεύθεροι και στη ζωή.

 

Αυτή η παράδοση επομένως πρέπει να σταματήσει να είναι σημείο αναφοράς μας, προκειμένου να ξαναγίνομε ραγιάδες. Ήδη έχομε γίνει υποτελείς πολλώ λογιώ: Υποτελείς στην Τουρκία, που δε μας επιτρέπει ούτε να ανακηρύξομε Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Υποτελείς στους διεθνείς χρηματοδοτικούς οργανισμούς, που ελέγχουν την οικονομία και τη ζωή μας. Υποτελείς στη βούληση των ισχυρών, που ούτε να διαπραγματευτούμε δε μας αφήνουν. Υποτελείς στην επιλεκτική ειδησεογραφία των ΜΜΕ και των κατευθυνόμενων «νέων». Υποτελείς στη Νέα Τάξη και στην προσπάθειά της να διαλύσει τις τοπικές κοινωνίες. Υποτελείς πάνω απ’ όλα στο μικρόψυχο συμφέρον μας, που δε μας αφήνει να δούμε πέρα από τη μύτη μας, που μας καθιστά πελάτες και κόλακες ανίκανων κομμάτων και πολιτικών, που μας οδηγεί στην απώλεια της αξιοπρέπειας και του φιλότιμού μας.

 

Το μόνο που μας έχει μείνει, ξεθωριασμένη ανάμνηση αλλά ακόμα παρούσα, είναι το αντιστασιακό μας φρόνημα. Κι αυτό μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στην ολοκλήρωση της μετάλλαξής μας σε καταναλωτές στο εσωτερικό, καρπαζοεισπράκτορες στο εξωτερικό. Πρέπει λοιπόν να κοπεί ο ομφάλιος λώρος που μας δένει μ’ αυτήν, να δεχτούμε ότι ποτέ κάτι τέτοιο δεν υπήρξε.

 

Το έργο της συκοφάντησης και αποδόμησης του αντιστασιακού μας ήθους, αλλά και της διαχρονικής εμφάνισής του ως αναγκαίας αρετής του λαού μας προκειμένου να αποφύγει την εξαφάνισή του ανάμεσα στις μυλόπετρες της Ανατολής και της Δύσης, το έχουν αναλάβει καθεστωτικοί ιστορικοί, αφειδώς χρηματοδοτούμενοι από ξένους οργανισμούς και ντόπιους υπηρέτες τους. Εκφράζεται με κάθε τρόπο, με πρόσχημα την «αληθή» ανάγνωση «μύθων» περί την ύπαρξή μας, την επανάστασή μας, την πορεία μας στο χρόνο. Η μέχρι τώρα ιστορία μας αντιμετωπίζεται ως κατασκευή ιδεολογικών μηχανισμών του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και της προεπαναστατικής περιόδου, η ταυτότητα και η συνέχειά μας αμφισβητείται, η τουρκοκρατία εξιδανικεύεται ως περίοδος αρμονικής πολυπολιτισμικής συνύπαρξης υπόδουλων και δυναστών.

 

Μετά το βιβλίο ιστορίας της 6ης δημοτικού, που αποσύρθηκε μετά τη λαϊκή αντίδραση, οι νεοταξικοί ιστορικοί έρχονται να αμφισβητήσουν την επανάσταση του 1821. Με ένα ντοκυμανταίρ επιστημονικοφανές, με χρήση τελευταίας τεχνολογίας μέσων που εξασφαλίζουν ένα υψηλό ποιοτικό αποτέλεσμα, ο ΣΚΑΙ, χρηματοδοτούμενος από τις καταθέσεις μας στην Εθνική Τράπεζα (όχι πια της Ελλάδος), παρουσιάζει μια νέα ανάγνωση της Επανάστασης του 21. Δεν υπάρχει εδώ τουρκική καταπίεση, δεν υπάρχει σύνδεση με τη θρησκεία, δεν υπάρχουν Έλληνες που ξεσηκώθηκαν κατά Τούρκων. Υπάρχουν κοινότητες ληστρικές που καταπιέζουν τα μέλη τους, ανεκτική κεντρική εξουσία και καταπιεστικοί ‘Ελληνες κοτζαμπάσηδες, ως αντίδραση στους οποίους ξεσηκωνόμαστε κατά των Τούρκων!

Κι όμως το 1821 ήταν η επανάσταση των σκλάβων κατά του δυνάστη τους. Ήταν η έφοδος των ξυπόλητων στον ουρανό, η λατρεία της ελευθερίας και η απόφαση να ορίζομε τα του οίκου μας με περηφάνεια και αυτοθυσία. Κι αυτό το μήνυμα της επανάστασης σήμερα είναι ακόμα πιο επίκαιρο.

 

Γιατί οι Τούρκοι ξανάρθανε. Γιατί η σημερινή Ιερά Συμμαχία μας μάχεται. Γιατί προσπαθούν ιδεολογικά να μας υποτάξουν στιγματίζοντας ως φασίστα όποιον είναι πατριώτης, όποιον μιλάει για αυτοδιάθεση του λαού μας σε ένα χώρο που ελευθέρωσε με το αίμα του και καλείται να παραδώσει τώρα στους Τούρκους και να θυσιάσει την όποια συνοχή του έμεινε στο βωμό του πολυπολιτισμού. Γιατί δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί η μετάλλαξή μας σε ένα άθροισμα ραγιάδων, οπότε κάθε μεγάλη ιστορική στιγμή μας απειλεί να μας υπομνήσει ποιοι ήμασταν.

 

Κι εμείς λοιπόν πρέπει να αντισταθούμε. Έστω και τώρα. Εδώ είναι οι παλιοί μας, και μ’ αυτούς καλούμαστε να αναμετρηθούμε και να τους πλησιάσομε. Αν δεν τα καταφέρομε, αύριο θα είμαστε κάποιοι ανώνυμοι που θα λαθροβιούμε στις παρυφές της Νέας Τάξης, αναλώσιμοι και ανάξιοι κάθε οίκτου από τα αφεντικά μας.

Μαρτίου 24, 2011 Posted by | Γενικά, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , , | Σχολιάστε