Με το τουφέκι και τη λύρα

Η ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΚΗΝΙΚΟΥ ΚΑΙ Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ

neos-proedros-ipa

Τον τελευταίο καιρό παρατηρούμε μια στροφή των λαών σε θέσεις που εκ πρώτης όψεως φαίνονται ακατανόητες. Κοινωνικά στρώματα ψηφίζουν αντίθετα από εκεί που ψήφιζαν σε αλλοτινές εποχές.
Το Μπρέξιτ και η εκλογή Τράμπ στις ΗΠΑ αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα, ενώ η άνοδος των δυνάμεων που αντιδρούν στην πολιτική των ανοιχτών συνόρων και την επιβολή του νεοφιλελευθερισμού δείχνει τη σύγχυση που επικρατεί σε μια μεταβατική περίοδο.
Κανονικά θα σκεφτόταν κανείς, ότι δεν υπάρχει σύγχυση, ότι οι λαοί καλώς αντιδρούν στην επιβολή της νέας τάξης, στο εμπόριο ψυχών, στις πολιτικές εκπτώχευσης. Όμως, το «παράδοξο» είναι ότι οι πολιτικές δυνάμεις που εκφράζουν την αντίδραση των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων δεν είναι οι δυνάμεις της Αριστεράς.
Αντίθετα, οι τελευταίες, με μια εξαιρετικά ριζοσπαστική φρασεολογία περί δικαιωμάτων, διανθιζόμενη με μια ρητορική κατά του «λαϊκισμού», της «ξενοφοβίας», του «εθνικισμού», υλοποιούν τις στρατηγικές της παγκοσμιοποίησης με εξαιρετικά αποτελεσματικό τρόπο, έχοντας το επικοινωνιακό πλεονέκτημα.

tsipras_skeptikos_972356924
Η θέση της Αριστεράς ξενίζει τα λαϊκά στρώματα, τα οποία παραδοσιακά αποτελούσαν τη βάση της. Η σταδιακή μετάλλαξη της σε στυλοβάτη της παγκοσμιοποίησης ώθησε το λαό να της γυρίσει την πλάτη. Από τους βομβαρδισμούς της Σερβίας μέχρι τη στήριξη του σχεδίου Ανάν, από τη διάλυση των τοπικών κοινωνιών χωρών που υπέστησαν επεμβάσεις της Δύσης μέχρι τη χρησιμοποίηση των προσφύγων που η Δύση δημιουργεί για τη διάλυση και των τοπικών κοινωνιών των χωρών «υποδοχής», η Αριστερά περιβάλλει με την αίγλη της τη παγκοσμιοποίηση, τη στηρίζει και τη δικαιώνει.
Ο πολιτικός νεοφιλελευθερισμός της Αριστεράς, αποτελεί πλέον την άλλη όψη του νομίσματος του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού της Δεξιάς, αλλά η πειθώ που ασκεί ο αριστερός νεοταξικός λόγος είναι αυτή που επιτρέπει ακόμα την επικοινωνιακή προβολή των πολιτικών αυτών ως ‘’προοδευτικών’’, ‘’ριζοσπαστικών’’ κλπ.
Έτσι, τα λαϊκά στρώματα στρέφονται εκεί που ποτέ δεν περίμεναν να στραφούν. Κι αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Αποτελεί φαινόμενο της μεταβατικής εποχής μας, όπου πλέον η κυρίαρχη αντίθεση δεν είναι Αριστερά- Δεξιά, όπως είχαμε συνηθίσει. Τώρα η αντίθεση είναι Νέα Τάξη και κυριαρχία του εμπορεύματος από τη μία, κατά τοπικών ταυτοτήτων και κοινωνιών, όπου η οικονομία δεν υπερκαθορίζει την κοινωνία αλλά υποτάσσεται σ’ αυτήν από την άλλη.
Αυτά βέβαια, δε θα τα στηρίξει ο Τράμπ ή η Λεπέν. Όταν κατακαθίσει ο κουρνιαχτός της κατάρρευσης του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος, θα βρουν κι αυτοί τη θέση τους στο περιθώριο μιας πολιτικής σκηνής που θα καθορίζουν οι λαοί κι όχι το κεφάλαιο. Προς το παρόν όμως, τα λαϊκά στρώματα δείχνουν περισσότερη εμπιστοσύνη πια σ’ αυτούς, παρ’ όλο που βρίσκονται στο ίδιο στρατόπεδο με τη νεοταξική Αριστερά.
Έχουμε λοιπόν χρέος να δημιουργήσουμε εμείς μιαν εναλλακτική προοπτική απέναντι στις (αριστερές και δεξιές) νεοφιλελεύθερες δυνάμεις. Μία πολιτική που θα μιλάει για συλλογικότητες και συλλογικά δικαιώματα, για τα οποία σήμερα δε μιλάει κανείς, με την Αριστερά να δραπετεύει μέσω της προβολής των ατομικών (μόνο!) δικαιωμάτων. Μια πολιτική που θα κατανοεί ότι δεν είναι δυνατή η συνεχής ανάπτυξη, καθώς οι φυσικοί πόροι είναι περιορισμένοι, και θα προτάσσει την ανάγκη της αποανάπτυξης, κόντρα στην καταναλωτική μανία. Μια πολιτική που θα αρνείται την επιβολή του ενός πολιτισμικού μοντέλου της Δύσης και θα εστιάζει στη συνάντηση των επί μέρους εθνικών και πολιτιστικών ταυτοτήτων, με αμοιβαίο σεβασμό και με διάθεση συνεργασίας.
Κι αυτήν την πολιτική πρέπει να την φτιάξουμε, τη φτιάχνουμε ήδη εμείς. Όχι άλλοι για μας. Μόνο από τα κάτω και μόνο με τη συνειδητοποίηση του διακυβεύματος που είναι η ίδια μας η επιβίωση, η συνέχιση της πορείας μας σα λαός, θα μπορέσουμε να αντιστρέψουμε την καθοδική σπείρα, την κάθοδο στον Άδη.

Ιανουαρίου 30, 2017 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , | Σχολιάστε

ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΜΙΑΣ ΞΕΠΕΡΑΣΜΕΝΗΣ ΑΝΤΙΘΕΣΗΣ

images

Παλιά, ο διαχωρισμός της πολιτικής σφαίρας ήταν Αριστερά και Δεξιά, με συγκεκριμένα σημαινόμενα για κάθε πλευρά. Η Δεξιά ήταν ταυτισμένη με τις ελίτ, τις άρχουσες τάξεις και το κεφάλαιο. Η Αριστερά με τον εργαζόμενο λαό και τον κόσμο του μόχθου. Πάνω σ’ αυτή την αντίθεση, στηρίχτηκε ο πολιτικός διάλογος για πάνω από εκατό χρόνια, ενώ και οι δυο πλευρές διεκδικούσαν τον πατριωτισμό ως αυθεντικοί εκφραστές του, τουλάχιστο μέχρι την πρώτη περίοδο της μεταπολίτευσης.

Η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και η ανάδυση της παγκοσμιοποίησης σα φαινόμενο διεθνούς εμβέλειας, επαναπροσδιόρισαν τις αντιθέσεις. Η οικονομική Νέα Τάξη ενσωμάτωσε πολλά προτάγματα που έθετε η εξεγερμένη Αριστερά του 68, με έμφαση στα ατομικά δικαιώματα και την απόλυτη ελευθερία του αυτοκαθορισμού του ατόμου. Αυτό ανταποκρινόταν στην ανάγκη του παγκοσμιοποιημένου πια κεφαλαίου, αφενός να διαμορφώσει όλο τον πλανήτη σα μια ενιαία αγορά με ομοιόμορφα χαρακτηριστικά, αφ’ ετέρου να κατεβάσει το κόστος εργασίας. Έτσι, οι επιχειρήσεις μεταφέρονται στην Ασία, όπου θα έχουν τη δυνατότητα να βρουν φτηνότερη εργασία σε περιβάλλον με ανύπαρκτα εργατικά δικαιώματα. Συγχρόνως, δημιουργείται πίεση στους εργαζομένους της δύσης με στόχο τη μείωση του εργατικού κόστους κι εκεί, με μοχλό την μεταφορά πληθυσμών από τις αναπτυσσόμενες χώρες και την ανάληψη εκ μέρους τους εργασιών κακοπληρωμένων κι ανασφάλιστων. Το οικονομικό πρόταγμα του νεοφιλελευθερισμού είναι παρόν. Αυτό θα εκφραστεί μέσα από την κατάργηση των οικονομικών συνόρων ως προς τους δασμούς, την ελευθερία του ανταγωνισμού και την εκμετάλλευση των εργαζομένων σε πλανητικό επίπεδο. Σε πολιτικό επίπεδο, θα εκφράσει το νεοφιλελεύθερο κομμάτι του συντηρητικού πολιτικού χώρου, ενώ οι λαϊκές και παραδοσιακές συντηρητικές δυνάμεις δε θα ακολουθήσουν (πχ Εκκλησία). Έτσι κι αλλιώς, το νεοφιλελεύθερο πρόταγμα δεν είναι ούτε πατριωτικό, ούτε θρήσκο.

images-1

Σύμμαχό του θα βρει τη φιλελεύθερη προσέγγιση της πολιτικής ορθότητας από τον πάλαι ποτέ αριστερό χώρο: Τις απόψεις που πιά μιλούν μόνο για ατομικά δικαιώματα, υποστέλλοντας τα συλλογικά και δίνοντας έμφαση στο «δικαίωμα του αυτοκαθορισμού», με μιαν εφαρμογή όμως που κατέληξε να συμβαδίζει με την ασυδοσία, δίχως αρχές και όρια, διαστρέφοντας αξίες από τις οποίες ξεκίνησαν οι σχετικοί προβληματισμοί, που έτσι κι αλλιώς αφορούσαν και συλλογικότητες, όχι μόνο άτομα. Έτσι, ο διεθνισμός παρερμηνεύτηκε ως το μίσος προς την πατρίδα, ο πατριωτισμός ως εθνικιστική υστερία, η διάθεση μιας κοινωνίας να πορεύεται σα συγκροτημένο σύνολο ως ρατσισμός. Πάλι εδώ οι δυνάμεις της παραδοσιακής αριστεράς (πχ ΚΚΕ), βρέθηκαν έξω από τα νερά τους, όμως τα μέλη της μεσαίας τάξης με άνεση οικονομική και αριστερή φρασεολογία, ένοιωθαν περήφανα επαναστατημένοι όταν μιλούσαν για μια σειρά δικαιώματα. Και ναι μεν η αρχική σύλληψη αφορούσε υπαρκτές αντιθέσεις, όπως πχ την καταπίεση των γυναικών ή την περιθωριοποίηση των μαύρων στις δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες, γρήγορα όμως χάθηκε το μέτρο και φτάσαμε να ακούμε για το δικαίωμα στην παιδεραστία, την ανάγκη ισοπεδωτικής εξαφάνισης κάθε διαφοράς, συμπεριλαμβανομένης της αντρικής όρθιας ούρησης (θα πρέπει κι οι άντρες να μη διαφέρουν από τις γυναίκες ούτε εκεί!), και βέβαια για το ότι το φύλο το επιλέγουμε, δε γεννιόμαστε μ’ αυτό. Και είναι κι εδώ χαρακτηριστικό, ότι η άποψη αυτή μιλάει για ανοιχτά σύνορα και χλευάζει κάθε τι που ανήκει στον παλιό κόσμο, χτυπώντας τις ιδιαίτερες ταυτότητες και μέσα από έναν αντικληρικαλισμό που ουσιαστικά χτυπάει την κοσμοθεωρία κάθε λαού, όπως αυτή διαμορφώθηκε στο διάβα του στο χρόνο και στην ιστορική του συνέχεια και κωδικοποιήθηκε μέσα από τα θρησκευτικά του κείμενα. Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι η πνευματικότητα των θρησκευτικών κειμένων κάθε λαού θα πρέπει να ιδωθεί από μια φιλοσοφική σκοπιά και όχι σα μέρος μιας συζήτησης για την ύπαρξη θεού, και να κριθεί σαν πολύτιμο μνημείο της στάσης κάθε έθνους απέναντι στη ζωή.

Έτσι, η αντίθεση Δεξιά-Αριστερά πια δεν υπάρχει. Υπάρχει μια νέα αντίθεση, αυτή του φιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης απέναντι στις ιδιαίτερες ταυτότητες και τις εστίες αντίστασης στο βάρβαρο καπιταλισμό της Νέας Τάξης, από το Μεξικό μέχρι το Κουρδιστάν, από τους αβοριγίνες της Αυστραλίας μέχρι την αποικιοκρατούμενη Ελλάδα. Αυτή η αντίθεση διαπερνά οριζόντια το πολιτικό φάσμα, καθώς οι παλιοί Αριστεροί και Δεξιοί σήμερα έχουν διχαστεί ανάμεσα στα δύο καινούργια στρατόπεδα. Κοινό σημείο των Νεοταξικών είναι ο εθνομηδενισμός και η αποδοχή της σημασίας που δίνει το επιθετικό κεφάλαιο ως προς τη μετατροπή του ανθρώπου από πρόσωπο σε άτομο-καταναλωτή που δε θα εκφράζει στη δημόσια σφαίρα απόψεις, που τις προτιμήσεις του θα περιορίζει στον ιδιωτικό βίο. Στο δημόσιο απλά θα καταναλώνει. Και για να γίνει πιο καλός καταναλωτής, θα πρέπει να μην έχει «βαρίδια» δεσμών με την πατρίδα, την τάξη, την οικογένειά του.

Η παλιά αντίθεση λοιπόν εξυπηρετεί μόνο τις κατεστημένες πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες και τη συντηρούν, με πόλωση και εκατέρωθεν ύβρεις, τη στιγμή που όλοι είναι θιασώτες της μετατροπής της χώρας μας σε αποικία χρέους και της υποδούλωσής της στην αποικιοκρατική Δύση και τη Νεοοθωμανική Τουρκία. Η πραγματική αντίθεση αφορά όμως ακριβώς την αντίθεσή μας με αυτή την κατάσταση, την επιβολή προταγμάτων όπως η παραγωγική ανασυγκρότηση, η πνευματική αφύπνιση, η δημογραφική ανάκαμψη, η εθνική ανεξαρτησία.
Όσο βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι στις αντιπαραθέσεις των ντόπιων υπηρετών των δανειστών, είτε αυτοί είναι στην κυβέρνηση είτε στην αντιπολίτευση, προσφέρουμε κακή υπηρεσία στην πατρίδα μας. Πρέπει να βγούμε μπροστά ΤΩΡΑ, να στείλουμε στο περιθώριο τις δυνάμεις της Νέας Τάξης και να επαναπροσδιορίσομε το πολιτικό σκηνικό με βάση τα πραγματικά διακυβεύματα. Κι οι καταστάσεις μας πιέζουν. Θα προλάβουμε;

Οκτώβριος 19, 2016 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , | Σχολιάστε

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ Ή ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ

%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%ac%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%82

Υπάρχει ακόμα ο διαχωρισμός Αριστερά – Δεξιά; Κι αν υπάρχει, εκφράζει κάποια κυρίαρχη αντίθεση;
Νομίζουμε ότι η απάντηση στα ερωτήματα αυτά θα πρέπει να κρίνει και τη στάση του καθενός μας απέναντι στις καταιγιστικές εξελίξεις που έχουμε στην πατρίδα μας, στην περιοχή μας, στον κόσμο ολόκληρο.
Δε θα μπούμε σε συζητήσεις για το ποια είναι η γνήσια Αριστερά ή Δεξιά, αν υπάρχουν προδότες ή ερμηνείες αυθεντικές ή πιο αυθεντικές αυτών που πρεσβεύει η κάθε ιδεολογία. Η κοινοβουλευτική τους εκπροσώπηση αρκεί.
Η παγκοσμιοποίηση έχει δημιουργήσει νέα δεδομένα, που καθιστούν ανεπίκαιρη την αντίθεση Αριστεράς – Δεξιάς. Το κεφάλαιο πια επικεντρώνεται στο εμπόρευμα και στη δημιουργία ενός ανθρώπου – καταναλωτή, που θα είναι μόνος του, αν και σε δικτύωση με εκατομμύρια άλλους. Μόνος σημαίνει αδύναμος, ευάλωτος στην κυριαρχία της διαφήμισης, ανήμπορος να λειτουργήσει συλλογικά, σα μέλος μιας οικογένειας, ενός έθνους, μιας κοινωνικής τάξης ή ομάδας.
Ο νεοφιλελευθερισμός θέλει να είναι ο άνθρωπος άτομο, μόνο του, να μην έχει ρίζες. Μόνος θα καταναλώνει περισσότερο΄ μια πενταμελής οικογένεια μπορεί να έχει ένα πλυντήριο, μια τηλεόραση, αλλά αν κάθε μέλος της ζει μόνο του θα θέλει πέντε συσκευές αντί για μία.
Κοντά σ’ αυτό, οι ιδιαίτερες ταυτότητες ενοχλούν. Αποτελούν στοιχείο ενοποίησης, αντιστέκονται στη διάσπαση της κοινωνίας σε άτομα που προχωρούν παράλληλα δίχως να σμίγουν ποτέ.
Το νόμισμά του οικονομικού αυτού φιλελευθερισμού, που χρεώνεται στη Δεξιά, έχει ως άλλη όψη τον πολιτικό φιλελευθερισμό, που εκφράζει η Αριστερά: Το ατομικό δικαίωμα είναι ταμπού, η πολιτική ορθότητα το θεοποιεί. Μπορείς να είσαι παγανιστής, παιδεραστής, οτιδήποτε θέλεις, και το σύστημα θα σε προστατέψει. Δε μπορείς όμως να διεκδικείς συλλογικά δικαιώματα.
Σαν άτομο, το κεφάλαιο σε πηγαίνει όπου το εξυπηρετεί, είτε ως οικονομικό μετανάστη είτε ως επενδυτή. Οι τοπικές κοινωνίες πρέπει να υποστούν βίαια μετάλλαξη, οι ‘’χώρες’’ να γίνουν ‘’χώροι’’ δράσης του κεφαλαίου. Οι ρίζες που μας δένουν με τον τόπο μας, είναι συντηρητικά απολιθώματα και πρέπει να κοπούν. Οι νεοταξικοί διανοούμενοι πρεσβεύουν την ‘’ελευθερία’’ μας να επιλέγουμε τις ρίζες μας, δηλαδή να μην έχουμε ρίζες.
Όλη η ιδεολογική επιβολή της παγκοσμιοποίησης, στηρίζεται σε ωραίες λέξεις όπως η ‘’ελευθερία’’, το ‘’δικαίωμα’’ κλπ. Και τη δουλειά της εμπέδωσης των απόψεων της Νέας Τάξης, την έχει αναλάβει η Αριστερά σε όλο τον κόσμο, από τους πράσινους της Γερμανίας που βομβάρδιζαν τη Σερβία μέχρι τη μνημονιακή μας κυβέρνηση.

%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%ac%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%82-2
Κι εμείς, βρισκόμενοι σε ηθική παρακμή, σε καταστολή από τα διαρκή χτυπήματα, δεν έχουμε ακόμα επεξεργαστεί κάποια διέξοδο από τη θέση στην οποία βρισκόμαστε ηθικά, γεωπολιτικά, παραγωγικά, δημογραφικά, μεταναστευτικά (και ξένων προς τα εδώ και Ελλήνων προς τα έξω).
Εν μέρει υπάρχει δικαιολογία: Τα χτυπήματα έρχονται το ένα μέσα το άλλο κι εμείς δεν προλαβαίνουμε ν’ αντιδράσουμε. Αλλά συγχρόνως, δεν ενεργοποιούμαστε. Στρεφόμαστε σε όποιον πουλάει ελπίδα, από το Σύριζα μέχρι το Σώρρα, ενώ τη λύση, την όποια λύση θα τη φέρει μόνο η δική μας δράση. Πολλοί το συνειδητοποιούν, λίγοι κινούνται. Όμως ο καιρός δε μας περιμένει:
Αντίσταση ή Εξαφάνιση!

Σεπτεμβρίου 23, 2016 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , | 1 σχόλιο

ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ


Την κατάσταση τη ζούμε καθημερινά εδώ και πολλά χρόνια. Ακούγονται απόψεις από κάθε οπτική γωνία, αλλά δεν υπάρχει συγκροτημένη πολιτική από το κράτος, που όπως συνήθως απουσιάζει. Πώς πρέπει άραγε να προσεγγίζομε τη λαθρομετανάστευση σήμερα; Θα πρέπει πριν απ’ αυτό να κάμομε μερικές σκέψεις για την κοινωνία και το χώρο που ζούμε, τόσο στη μικρή όσο και στην παγκόσμια διάστασή του.

Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες
Το σύνθημα το είχε χρησιμοποιήσει το κόμμα που μας έβαλε στο μνημόνιο όταν ακόμα ενσάρκωνε αντιστασιακό πνεύμα και ελπίδες. Ισχύει βέβαια και σήμερα. Στο χώρο που ζούμε, ζούμε γιατί μπορέσαμε να τον ελευθερώσομε μετά από φοβερές θυσίες, σηκωμούς και επαναστάσεις, ενάντια σε κατακτητές που μας απομύζησαν με κάθε τρόπο, κυρίως όμως πληθυσμιακά. Κι εμείς που ζούμε σήμερα εδώ, είμαστε οι απόγονοι εκείνων που δεν τούρκεψαν, που κράτησαν την ταυτότητά τους και διεκδίκησαν να ζήσουν ελεύθεροι σα λαός σ’ αυτά τα χώματα, στόχο που εν μέρει μόνο πέτυχαν.
Στο λόγο της Λαμίας, ο Άρης Βελουχιώτης το έθεσε πολύ χαρακτηριστικά: «Κάποτε, λοιπόν, η χώρα μας είτανε δοξασμένη, μα αργότερα την υποδούλωσαν κι έχασε την παλιά της αυτή δόξα. Μα ύστερα από κάμποσα χρόνια η χώρα μας σηκώθηκε στο πόδι κι ύστερα από σκληρούς αγώνες ενάντια στη σκλαβιά, πάλι λευτερώθηκε. Στην εποχή της σκλαβιάς πέρασε σκληρά, μαύρα χρόνια και πολλοί «έξυπνοι», αναμεσα στους οποίους και κάποιος Φαλμεράγιερ, ισχυρίστηκαν πως η ελληνική φυλή έσβησε κι ότι αυτή διασταυρώθηκε μ’ άλλες φυλές, που δεν έχουν τίποτα το κοινό με την αρχαία ελληνική φυλή. Μα ότι κι αν πούνε, αυτό δεν έχει καμία αξία. Την ελληνικότητα μας την αποδείξαμε. Γεγονός είναι ότι η χώρα μας ξεσηκώθηκε και ξαναγένηκε πάλι λεύτερη».

Επομένως, κάθε συζήτηση για τη μετανάστευση, λαθραία ή νόμιμη, μπορεί να γίνεται μόνο στη βάση της ελληνικότητας της επικράτειάς μας, δηλαδή με πλήρη τη συνείδηση τόσο από τους ντόπιους όσο και από τους μετανάστες ότι η έλευση των τελευταίων στην Ελλάδα γίνεται στη βάση της φιλοξενίας, δηλαδή της εισόδου τους σε χώρα και πληθυσμιακό σύνολο διαμορφωμένης ταυτότητας, στην οποία οφείλουν σεβασμό, και με την έγκριση αυτών που φιλοξενούν.
Κρίνεται απαραίτητη αυτή η –αυτονόητη- διευκρίνιση, γιατί από πολιτικούς χώρους που πρόσκεινται στο νεοφιλελευθερισμό και στη νεοταξική αριστερά εκφράζονται θεωρίες που αρνούνται να αναγνωρίσουν συλλογικότητες όπως αυτή του λαού, και θεωρούν ότι πατρίδα υπάρχει ό,που τυχαίνει να βρισκόμαστε, επομένως πατρίδα δεν είναι ο τόπος καταγωγής μας, ταυτότητα δε είναι κάτι που επιλέγομε κι όχι κάτι που καθορίζεται από τα κοινά χαρακτηριστικά της συλλογικότητας (λαός, τοπικός πληθυσμός) στην οποία ανήκομε (την ύπαρξη της οποίας δεν αναγνωρίζουν). Επομένως δεν υπάρχει γι’ αυτούς διάκριση μεταξύ μετανάστη και ντόπιου, αφού όλοι έχομε τα ίδια δικαιώματα εφόσον τυχαίνει να πατούμε το ίδιο χώμα, ανεξαρτήτως της ιστορικότητας και της συνέχειας της παρουσίας εδώ, ατομικά ή σα συλλογικότητα, ανεξαρτήτως των ήδη διαμορφωμένων ηθών και εθίμων, που έχουν δημιουργηθεί από το λαό κάθε τόπου σε συνάρτηση με τις γεωγραφικές και κλιματικές παραμέτρους και απηχούν την κοσμοθεωρία κάθε λαού.
Η άποψη αυτή δίδει και το άλλοθι στην παγκοσμιοποίηση να συνεχίσει να καταστρέφει ταυτότητες και κοινωνίες σ’ όλο τον πλανήτη: Εφόσον δεν υπάρχουν πατρίδες με την έννοια της καταγωγής αλλά πατρίδα μας είναι ό,που βρισκόμαστε, τότε δεν υπάρχουν και πρόσφυγες που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τους τόπους τους, δεν υπάρχει η καταστροφή των τοπικών κοινωνιών και ταυτοτήτων. Δεν υπάρχουν επίσης πρακτικές, ήθη και έθιμα που κυριαρχούν σ’ έναν τόπο και επομένως δεν υπάρχει λόγος σεβασμού τους. Νομιμοποιείται λοιπόν πλήρως η εξαθλίωση και το ανθρωπιστικό δράμα που υφίστανται οι οικονομικοί μετανάστες.

Οι τοπικές ταυτότητες είναι στόχος της παγκοσμιοποίησης
Η κυριαρχία της αγοράς αποσκοπεί στο να καταστήσει όλους τους ανθρώπους καταναλωτές που θα λειτουργούν στη βάση του εμπορεύματος κι όχι άλλων χαρακτηριστικών στο δημόσιο χώρο. Γι’ αυτό το λόγο χρειάζεται να επιβάλει μια παγκόσμια κουλτούρα του ατόμου-καταναλωτή, δίχως διαφοροποιήσεις. Παράλληλα, οι κυρίαρχες δυνάμεις επιβάλλουν το δικό τους πολιτισμό στις τοπικές κοινωνίες. Ήδη βλέπομε στο χώρο της μουσικής ότι η κυρίαρχη δυτική (αμερικανική/ευρωπαϊκή) μουσική αναπαράγεται σε όλο τον πλανήτη, ενώ οι τοπικές παραδόσεις βρίσκουν καταφύγιο για τις μουσικές τους παραγωγές στην κατηγορία «έθνικ», δηλαδή στο περιθώριο της κυρίαρχης παγκόσμιας κουλτούρας.
Είναι σαφές πώς η νεοταξική άποψη που αναλύσαμε παραπάνω, βοηθά τα μέγιστα στην εμπέδωση της παγκοσμιοποίησης, όπου δεν υπάρχουν συλλογικές συνειδήσεις παρά μόνο η κυριαρχία της αγοράς. Άτομα που το καθένα στον ιδιωτικό του χώρο μπορεί να πρεσβεύει ό,τι θέλει αλλά στο δημόσιο δε μπορεί να ανήκει σε ένα σύνολο, το μόνο που μπορεί είναι να καταναλώνει σύμφωνα με το ρεύμα της αγοράς. Όταν όμως δεν έχεις μια συλλογική στάση πίσω σου, να σε τροφοδοτεί αλλά και να στηρίζεται από σένα, τότε δεν έχεις και τη δύναμη να κρίνεις τι σου ταιριάζει, τότε κάποιοι άλλοι το κάνουν για σένα. Έχει βαθύ νόημα η μαντινάδα «Ποτέ σου να μην τσι ξεχνάς τσι τόπους που σ’ ορίζα, δεν έχει αξία το δεντρό άμα δεν έχει ρίζα».
Έτσι, οι τοπικές ταυτότητες αποτελούν στόχο της παγκοσμιοποίησης γιατί εμποδίζουν την κυριαρχία της μιας άποψης, της μιας κουλτούρας που τυχαίνει να είναι και αυτή των νόμων της αγοράς. Πρέπει να διευκρινίσομε εδώ ότι αυτή καθεαυτή η προσπάθεια επιβολής μιας άποψης μας βρίσκει ενάντιους ανεξάρτητα αν η επιβαλλόμενη άποψη είναι σύμφωνη με μας. Γιατί δεν υπάρχει μια προσέγγιση της ζωής αλλά πολλές, όπως γεννιούνται από τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε τόπου και του λαού που τον κατοικεί, κι είναι όλες σεβαστές, ο δε διάλογος μεταξύ τους σε ισότιμη βάση και με αμοιβαίο σεβασμό πλουτίζει την ανθρωπότητα. Αντίθετα, η καταδυνάστευση των τοπικών απόψεων από την κυρίαρχη επιβαλλόμενη κουλτούρα τις οδηγεί στην εξαφάνιση και φτωχαίνει τον πλανήτη.
Η καταστροφή των τοπικών ταυτοτήτων γίνεται με διάφορους τρόπους. Οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι της Δύσης και η μεταφορά κεφαλαίων στις αναπτυσσόμενες χώρες προς αναζήτηση φτηνού εργατικού δυναμικού οδηγούν στην εξαθλίωση τους πληθυσμούς εκεί, οι οποίοι προσπαθούν να φύγουν με κάθε τρόπο και να πάνε σε ανεπτυγμένες χώρες, εγκαταλείποντας την πατρίδα τους. Ερχόμενοι σε ανεπτυγμένες χώρες που έχουν τη δυνατότητα να τους δεχτούν και θέσεις εργασίας να τους απασχολήσουν, αφήνουν διαλυμένη την πατρίδα που αφήσανε. Συγχρόνως όμως, η έλευσή τους δε σημαίνει ότι θα ενταχθούν σε μια νέα χώρα με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις των ντόπιων. Αντίθετα, θα αποτελέσουν τους παρίες στη χώρα υποδοχής τους, θα εργαστούν με χαμηλά μεροκάματα και θα ζήσουν το όνειρο από την ανάποδη: στριμωγμένοι σε τρώγλες, πολλές φορές δίχως συνθήκες υγιεινής, σε μια καθημερινή μισθωτή σκλαβιά, όταν υπάρχει δουλειά.
Παράλληλα, η προσφορά φτηνού και ανεπίσημου συνήθως εργατικού δυναμικού, συμπιέζει προς τα κάτω και τις κατακτήσεις των εργαζομένων στις χώρες υποδοχής, μειώνει τις διαθέσιμες γι’ αυτούς δουλειές και οδηγεί και αυτούς στη φτώχεια, τη στιγμή που το κεφάλαιο μεγιστοποιεί τα κέρδη του. Σιγά σιγά, η συνεχής προσθήκη φτηνών μεταναστών, δημιουργεί κορεσμό που οδηγεί στο φαινόμενο περισσότεροι να διεκδικούν συγκεκριμένο αριθμό θέσεων εργασίας, κι αυτό με τη σειρά του δημιουργεί εντάσεις μεταξύ των εργαζομένων, ντόπιων και ξένων αλλά και των μεταναστών μεταξύ τους. Φυσιολογική εξέλιξη και επιθυμητή για το κεφάλαιο, αφού έχει πλέον τη δυνατότητα επιβολής των όρων του.

Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα
Η ανεύρεση κερδών είναι αυτοσκοπός για το κεφάλαιο και για να τον πετύχει δεν περιορίζεται σε σύνορα, ούτε έχει πατριωτικές ανησυχίες και δεσμούς με έναν τόπο. Λογικό, αφού αυτά προϋποθέτουν αισθήματα, αντίληψη, συνειδητοποίηση μιας καταγωγής και μιας ταυτότητας, ενώ λαμβάνουν υπ’ όψη τους παράγοντες πολύ πέραν των αναγκών της αγοράς, όπως διαμορφωμένες αξίες, διαπροσωπικές ή συλλογικές σχέσεις, μη χρηματικές ανάγκες κλπ. Έτσι, η διάλυση μιας τοπικής κοινωνίας δεν αποτελεί κάτι μεμπτό για το κεφάλαιο αν από αυτήν θα αποκομίσει κέρδη ευρύτερης φύσεως.
Οι κοινωνίες υποδοχής
Πέρα από την καταστροφή στις πατρίδες των μεταναστών, ήδη αναλύσαμε πώς η έλευσή τους στη χώρα υποδοχής ανατρέπει τις ισορροπίες όταν δε χρειάζεται η χώρα αυτή παραπάνω εργατικά χέρια. Πέραν της οικονομικής παραμέτρου, υπάρχει και ο παράγοντας της κοινωνικής συνοχής που δοκιμάζεται από μια τέτοια εισδοχή νέου πληθυσμού: Η κάθε τοπική κοινωνία έχει διαμορφώσει στο πέρασμα των χρόνων συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και αξίες, τα οποία αποτελούν επιλογή της και εκτείνονται σε όλο το φάσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Οι φιλοξενούμενοι σε μιαν ήδη διαμορφωμένη κοινωνία, είτε είναι οικονομικοί μετανάστες είτε παραθεριστές, οφείλουν να σεβαστούν τις αξίες αυτές. Ειδικά όσοι έχουν την προοπτική μόνιμης εγκατάστασής τους στον τόπο υποδοχής θα πρέπει να είναι σε θέση να ενστερνιστούν τις αξίες και τα ιδανικά του.
Σε κάθε περίπτωση όμως, οι τοπικές κοινωνίες θα πρέπει να μπορούν να διατηρήσουν τα χαρακτηριστικά που επέλεξαν οι ίδιες. Η συγκέντρωση ανθρώπων περισσότερων από αυτούς που μπορεί μια χώρα να απορροφήσει, αποτελεί εγγύηση δημιουργίας εντάσεων. Αυτό είναι φυσιολογικό για κάθε τόπο όπου δεν υπάρχει επαρκής ζωτικός χώρος για τους κατοίκους του, ντόπιους και ξένους, οπότε η εγκληματικότητα θα ανέβει με μαθηματική ακρίβεια, πράγμα που ήδη βιώνομε. Θα αρχίσει από τους πιο εξαθλιωμένους, αυτούς που δεν έχουν τίποτα να χάσουν, και θα εξαπλώνεται σε μεγαλύτερες κατηγορίες του πληθυσμού. Αυτό δε σημαίνει ότι εδώ έρχονται οι εγκληματίες, ούτε ότι οι παραβατικοί είναι μόνο ξένοι. Η αιτία όμως της παραβατικότητας είναι η υπερσυσσώρευση πληθυσμού. Ακόμα, η μετανάστευση δημιουργεί δυό κατηγορίες πληθυσμών: αυτούς που είναι δεμένοι με το συγκεκριμένο τόπο με δεσμούς συνέχειας από γενιά σε γενιά, ταυτότητας, αίσθησης ότι ανήκουν στο λαό που κατοικεί το χώρο, και σ’ αυτούς που είναι περαστικοί από αυτόν, δε νοιώθουν δεμένοι μ’ αυτόν και δεν τον πονάνε. Πρόκειται για τη διάκριση ανάμεσα σε πληθυσμούς του χώρου και του χρόνου, κατά την εύστοχη διατύπωση του καθηγητή Ερατοσθένη Καψωμένου. Η διάκριση αυτή δεν χαρακτηρίζει μονοσήμαντα τους πληθυσμούς, αφού οι μεταναστευτικοί πληθυσμοί έχουν αίσθημα δεσίματος με τους τόπους προέλευσής τους, ενώ οι ντόπιοι πληθυσμοί αντίστοιχα δεν θα πονάνε τυχόν τόπο υποδοχής τους αν κι αυτοί εξαναγκαστούν σε μετανάστευση.
Η έλλειψη δεσίματος με έναν τόπο οδηγεί σε αδιαφορία και για την καθημερινή πραγματικότητα, την αυριανή ύπαρξη της συγκροτημένης κοινωνίας, τη διατήρησή της συνέχειάς της. Ατομικές λύσεις μπορούν να βρεθούν ανεξάρτητα από το πού βρίσκεται ο καθένας, συλλογικές όμως μόνο σε συνάρτηση με τα άλλα μέλη της ομάδας και το χώρο όπου αυτή δραστηριοποιείται.
Έτσι, η συνύπαρξη πληθυσμών με διαφορετικές κουλτούρες, μπορεί να γίνεται στη βάση του σεβασμού των αξιών και ηθών της κυρίαρχης ομάδας, της αποδοχής της διαφορετικότητας των εισερχομένων και της ύπαρξης των όρων αξιοπρεπούς διαβίωσης όλων. Αν κάτι από αυτά λείπει, αρχίζουν τα προβλήματα.
Η παγκοσμιοποίηση απαιτεί τη μη πλήρωση των όρων αυτών. Γιατί έτσι διαλύεται η τοπική κοινωνία. Ο συνήθως πρώτα μη πληρούμενος όρος είναι αυτός της αξιοπρεπούς διαβίωσης. Αυτό πετυχαίνεται όταν μια χώρα δέχεται περισσότερους από όσους μπορεί να απορροφήσει, οπότε ξεκινούν οι εντάσεις, οι άνθρωποι βλέπουν ο ένας τον άλλο σαν απειλή για τη δουλειά τους, για το επίπεδο ζωής τους. Αφού η φτώχεια έρθει, θα έρθει κι η τριβή, μεταξύ ντόπιων και ξένων γιατί χάνονται δουλειές για τους πρώτους προς όφελος των δεύτερων και μεταξύ των μεταναστών που συνορίζονται την ίδια κακοπληρωμένη δουλειά. Την ένταση θα ακολουθήσει η εγκληματικότητα, είτε για λόγους εκδίκησης, είτε για τον πολύ ανθρώπινο λόγο της ανάγκης ενός πεινασμένου να φάει. Δίπλα σ’ αυτή την εκδήλωση παραβατικότητας θα αναπτυχθούν και οι υπόλοιποι τομείς της, ναρκωτικά, πορνεία, όπλα κλπ.

Ακόμα χειρότερα, ο προσωρινός χαρακτήρας της διαμονής των μεταναστών, η αντιπαλότητα που αναπτύσσεται μεταξύ τους και μεταξύ αυτών και των ντόπιων, οδηγούν σε απουσία σεβασμού των αξιών της τοπικής κοινωνίας και αντίστροφα της μη αποδοχής της διαφορετικότητάς τους, και θέτουν σε θέση άμυνας όλους τους εμπλεκόμενους. Ισχύει αυτό που έχει πει ο Μαρξ για αντίστοιχες περιπτώσεις, ότι αντιλαμβάνονται μόνο τον εαυτό τους. Επιπλέον, περιοχές όπου ο μεταναστευτικός πληθυσμός υπερισχύει, μετατρέπονται σε γκέτο δίχως ταυτότητα. Πρόκειται για τα «πολυπολιτισμικά» σύνολα που τόσο θαυμάζουν οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και οι πρέσβεις της Νέας Τάξης όλου του πολιτικού φάσματος, τα οποία δεν είναι καθόλου πολυπολιτισμικά, με την έννοια της ισότιμης συνδιαλλαγής διαφορετικών ταυτοτήτων. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο σε επίπεδο οικουμενικό, όπου συναντιούνται οι διαφορετικές ταυτότητες στη βάση της τοπικής τους προέλευσης και όχι με τη διάλυση των τοπικών κοινωνιών, των πατρίδων που δίνουν οντότητα στις διαφορετικές προσεγγίσεις. Τα γκέτο απλά προσφέρουν ένα πεδίο μάχης απουσία του κράτους σε αλληλομισούμενες φυλές και απέχουν πολύ από τη διαφημιζόμενη «πολυχρωμία» τους.

Η απουσία του κράτους και της πολιτικής
Την κατάσταση χειροτερεύει ακόμα περισσότερο η απουσία του κράτους στον έλεγχο της μετανάστευσης, καθώς και το ιδεολογικό υπόβαθρο που προσφέρουν οι Νεοταξικές δυνάμεις δεξιά και αριστερά του πολιτικού φάσματος. Έτσι, η Ελλάδα αντιμετωπίζεται σα μια χώρα που έχει απεριόριστες δυνατότητες να προσφέρει εργασία και τροφή σε όσους την επισκεφθούν, τα σύνορα πρέπει να είναι ανοιχτά και οι μισθοί να είναι αυτοί που ίσχυαν πριν την κρίση. Με ευχολόγια και φιλάνθρωπη διάθεση, σε συνδυασμό με την πολιτική ορθότητα που οφείλομε να επιδεικνύομε, το πρόβλημα λύνεται στις διακηρύξεις των πολιτικών, οι οποίοι επιβάλλουν στο κράτος να μην επεμβαίνει, και αφήνεται να γιγαντωθεί σε σημείο όπου δεν ελέγχεται πλέον. Αυτό με τη σειρά του τροφοδοτεί κι άλλο το μίσος και την εγκληματικότητα, ενώ πολιτικά, η απελπισία του κόσμου και η αναξιοπιστία των κομμάτων εκφράζεται μέσα από συγκεκριμένους χώρους, κάποτε περιθωριακούς και ήδη κοινοβουλευτικούς.
Η απουσία του κράτους συμβάλλει στο πρόβλημα και με άλλον τρόπο: Εμπεδώνει σε όλους ότι οι νόμοι που τίθενται δεν τηρούνται, οπότε ο καθένας μπορεί να παρανομήσει, ο μετανάστης ξέρει ότι μπορεί να έρθει στην Ελλάδα, να συλληφθεί και να μεταφερθεί στην Αθήνα για να αφεθεί μετά ελεύθερος. Έτσι, η Ελλάδα αποκτά τη φήμη μιας «εύκολης» χώρας (για να μην το πούμε αλλιώς), και προσελκύει ακόμα περισσότερους μετανάστες που επιτείνουν κι άλλο το πρόβλημα της υπερσυσσώρευσης.
Τέλος, η μη εφαρμογή των νόμων, οδηγεί μαθηματικά στην ασυδοσία των εισερχόμενων, στην έλλειψη σεβασμού προς την χώρα υποδοχής και στην επιδείνωση της έντασης, αφού θεωρούν ότι είναι ανεκτή η παραβατικότητα και η αστυνομία δηλώνει αδυναμία παρέμβασης. Άρα, οι απροστάτευτοι πολίτες ωθούνται να παίρνουν το νόμο στα χέρια τους, ή να καταφεύγουν σε αυτούς που υποκαθιστούν το ανύπαρκτο κράτος, τροφοδοτώντας τον κύκλο της βίας.

Οι ευθύνες της Νεοταξικής Αριστεράς
Οι νεοφιλελεύθεροι μόνοι τους δε θα κατάφερναν πολλά πράγματα. Χρειαζόταν να επικουρήσει την παγκοσμιοποίηση ένα κομμάτι της καθεστωτικής Αριστεράς των ΜΚΟ, του πανεπιστημιακού κατεστημένου, των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, της εθνοαποδομητικής σχολής. Αυτοί προσέφεραν το ιδεολογικό υπόβαθρο της ασυδοσίας στη μετανάστευση, αυτοί στοχοποίησαν ως φασίστες όσους αρθρώνουν διαφορετικό λόγο, αντί να αντικρούσουν το λόγο αυτόν. Αυτοί νομιμοποίησαν την καταστροφή των πατρίδων των μεταναστών από τη Νέα Τάξη, αρνούνται να δουν μια πραγματικότητα που δεν τους βολεύει και απαντούν στα προβλήματα με ευχολόγια. Σε άλλα θέματα αυτό πιάνει, όταν δεν τα ζουν στο πετσί τους οι Έλληνες. Όμως, στο θέμα της μετανάστευσης, είναι πια τόσο εμφανή τα προβλήματα, που δε μπορεί κανείς αποπροσανατολισμός να τα συγκαλύψει.
Αξίζει όμως να δούμε τί πίστευε γι’ αυτά ο Μάρξ, όπως τα σταχυολόγησε το ιστολόγιο tsantiri.gr:
• Σκοπός της εισαγωγής ξένων εργατών είναι η διατήρηση της δουλείας και η ακύρωση όλων των διεκδικήσεων των ντόπιων εργατών για μισθούς και συνθήκες εργασίας.
• Ο μετανάστης ανταγωνίζεται τον ντόπιο εργάτη και σιγά σιγά μειώνεται το μεροκάματο στο δικό του επίπεδο. Είναι το πιο αποτελεσματικό όπλο του κεφαλαίου.
• Η μετανάστευση διαιρεί την εργατική τάξη της χώρας υποδοχής σε τόσα εχθρικά στρατόπεδα όσες και οι εθνοφυλετικές ομάδες διότι η κάθε μία καταλαβαίνει μόνο τον εαυτό της. Έτσι αναστέλλεται η εργατική επανάσταση και διαιωνίζεται η καπιταλιστική κυριαρχία
• Η λαθρομετανάστευση χρησιμοποιείται αφ’ ενός ως απεργοσπαστικός μηχανισμός αφ’ ετέρου με τον εργατικό υπερπληθυσμό – πλεόνασμα που δημιουργεί ρίχνει το επίπεδο ζωής σε κατάσταση δουλοπάροικου.
• Η Α’ Διεθνής Ένωση Εργατών έβαλε πρακτικά τέλος στις μεθοδεύσεις των βιομηχάνων και υποχρέωνε τα συνδικάτα να διώχνουν τους ξένους εργάτες πίσω στις χώρες τους με το πρώτο καράβι.
• Οι μεταναστευτικοί νόμοι είναι τα μανιφέστα των εργοστασιαρχών.
Ο Μαρξ είχε ιδιαίτερα ασχοληθεί με την εισαγωγή Γερμανών εργατών στη Βρετανία από τους εργοδότες και με τη μεταφορά Ινδών στη Τζαμάικα από τους Άγγλους αποικιοκράτες, και τα συμπεράσματά του προέκυψαν από τη μελέτη των καταστάσεων αυτών.

Υπάρχει λύση;
Δεν υπάρχει τρόπος επίλυσης μιας τέτοιας κατάστασης που θα αφήνει όλους ευχαριστημένους στις –σεβαστές- επιδιώξεις τους. Και το ότι είναι σεβαστές, δείχνει πόσο δύσκολη είναι μια απόφαση. Πρέπει λοιπόν να μπουν προτεραιότητες και να επιλεγεί τρόπος δράσης τέτοιος που θα συνάδει με αυτές.
Το πρώτο ερώτημα είναι ποιος αποφασίζει: Η τοπική κοινωνία, οι μετανάστες, ή κι όλοι μαζί; Είναι σαφές ότι ο ντόπιος πληθυσμός, αυτός που έχει κατοχυρώσει τη διαβίωση του σε συγκεκριμένο χώρο με αγώνες, είναι αυτός που θα πρέπει να αποφασίσει για το τι θα γίνεται στο χώρο που ζει, στο σπίτι του.
Οπότε το επόμενο ερώτημα είναι: Θέλει ο λαός να συνεχίσει να ζει στο χώρο αυτόν σε μια συγκροτημένη κοινωνία όπου τους κανόνες θα τους θέτει ο ίδιος; Η απάντηση κάποτε θα ήταν αυτονόητη, όμως στην αφασία που ζούμε σήμερα και την οποία καλλιεργούν ΜΜΕ και νεοταξικά κόμματα, η κοινωνία μας βρίσκεται σε σύγχυση. Το σίγουρο είναι ότι βομβαρδιζόμαστε με αφορισμούς, ότι όποιος δεν ανέχεται μιαν αβίωτη κατάσταση στη γειτονιά του βαφτίζεται φασίστας από τους ταγούς της πολιτικής ορθότητας. Δεν είναι όμως φασίστες αυτοί που μαζικά ψηφίζουν κόμματα που μόνο θέμα τους έχουν το μεταναστευτικό. Είναι η ανυπαρξία πολιτικής του κράτους και η αφασία των κομμάτων που έστρεψαν τον κόσμο εκεί. Πάντως, ακόμα και τώρα η πλειοψηφία του λαού μας εξακολουθεί να θέλει να συνεχίσει την πορεία της στην ιστορία σα λαός (κι όχι σαν άτομα δίχως ταυτότητα) σ’ αυτό τον τόπο.
Και πώς θα το πετύχομε αυτό; Σε ευρύτερη προοπτική, με την αναίρεση των συνεπειών της παγκοσμιοποίησης που προσφυγοποιούν εκατομμύρια ανθρώπων και τους ξεριζώνουν από τις πατρίδες τους. Αυτό προϋποθέτει διεθνή κινήματα κατά της Νέας Τάξης, έμφαση στην τοπική παραγωγή και κατανάλωση τροφίμων και ενέργειας, τόνωση των αναπτυσσόμενων χωρών και αλληλεγγύη των λαών. Αλλά μέχρι τότε πρέπει κάτι να γίνει άμεσα. Σε άμεση προοπτική, απαιτείται κάθε τοπική κοινωνία να προσδιορίσει τον αριθμό των μεταναστών που μπορεί να αντέξει, με πρόσθετο κριτήριο τη δυνατότητα ενσωμάτωσής τους σ’ αυτήν, και μεταφορά στις πατρίδες τους των υπόλοιπων.
Η πατρίδα μας αντιμετωπίζει τρία προβλήματα κολοσσιαία, το οικονομικό, τα ελληνοτουρκικά και το μεταναστευτικό. Το καθένα μόνο του μπορεί να διαλύσει μια χώρα. Στη μετανάστευση, η υποκρισία περισσεύει. Κάθε προσέγγιση είναι επώδυνη, και θα χρειαστεί να έχει τόλμη και συναίσθηση των προτεραιοτήτων. Αλλά, αυτό δε χρειαζόμαστε και για τη χώρα γενικά;

Σεπτεμβρίου 25, 2012 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , , , , | 1 σχόλιο

ΝΗΣΤΕΙΑ: Η ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΜΑΣ

Αρχίζοντας η Σαρακοστή, κάποιοι από μας θα νηστέψουν μέχρι το Πάσχα. Λιγότεροι από όσους νήστευαν πιο παλιά, αλλά πιο πολλοί απ’ όσους νήστευαν πριν από δεκαπέντε-είκοσι χρόνια. Τι σημαίνει όμως η νηστεία για μας, και πώς ενσωματώνεται στην καθημερινότητά μας; Προσπαθώντας να δούμε κάποια τέτοια ζητήματα, από την αρχή θα ξεκαθαρίσομε ότι αυτό, δεν έχομε το επίπεδο να το κάνομε από θεολογική σκοπιά, οπότε θα περιοριστούμε σε κάποιες σκέψεις ξεκινώντας από άλλες αφετηρίες.
Κάθε λαός αναπτύσσει μέσα από την πορεία του στο χρόνο και στο χώρο συγκεκριμένους τρόπους αντιμετώπισης στα προβλήματα που του θέτει η πραγματικότητα και οι συνθήκες.
Η αντιμετώπιση αυτή της ζωής αποτελεί την κοσμοθεωρία κάθε λαού και αποτυπώνεται με όρους ανεπίδεκτους αμφισβήτησης μέσα από τα δόγματα της θρησκείας κάθε λαού. Έτσι αποκτά μιαν αυθεντία γενική αποδοχή από το λαό. Εννοείται ότι δεν υπάρχουν καλές και κακές κοσμοθεωρίες, απλά αποτελούν διαφορετικές αντιδράσεις σε διαφορετικές ή και σε παρόμοιες συνθήκες. Δε θα αξιολογήσομε λοιπόν μια θρησκεία σαν καλύτερη από μιαν άλλη εδώ, ούτε διαθέτομε τις γνώσεις για να το κάνομε. Εννοείται από την άλλη, ότι η Ορθοδοξία είναι η πίστη που εκφράζει την κοσμοθεωρία του λαού μας και ως τέτοια είναι η έκφρασή του, αναπόσπαστα δεμένη με την ύπαρξή του.

Η νηστεία ήρθε να απαντήσει σε μια σειρά ερωτήματα του τότε αλλά και του τώρα: Η φτώχεια δεν επέτρεπε την κατανάλωση κρέατος καθημερινά, οπότε έδωσε ένα ιδεολογικό στίγμα στην αποχή από αυτό, που αλλιώς θα ήταν ανάγκη. Κι ακόμα, η ανάγκη για ισορροπία στη διατροφή, εκφράστηκε μέσα από το πρόταγμα της νηστείας. Έτσι, το μέτρο, που αποτελεί ιδανικό του λαού μας από την αρχαιότητα, εφαρμόζεται μέσα από τη νηστεία στη διατροφή. Κι ακόμα, η διαρκής ανάγκη για άσκηση του πνεύματος μέσα από την αντίσταση στον πειρασμό της κρεοφαγίας –και όχι μόνο-, πήρε δογματικό χαρακτήρα μέσα από το διαχωρισμό των ημερών σε αρτίσιμες και νηστίσιμες.
Στα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, όταν οι ιδεολογίες της αντίστασης που εκφυλίστηκαν αργότερα από τους τότε φορείς τους, έθεταν υπό αμφισβήτηση μια σειρά ιδέες, καίγοντας πολλά χλωρά μαζί με κάποια ξερά, η αμφισβήτηση της νηστείας θεωρήθηκε σπάσιμο ενός ταμπού, μιας συντηρητικής ιδεοληψίας. Η κατανάλωση κρέατος τη Σαρακοστή ήταν σχεδόν μια πράξη αντίστασης απέναντι σε κάποια (ποια άραγε;) κατεστημένα. Αυτή η τάση συναντήθηκε, δίχως να το θέλει και δίχως να το αντιλαμβάνεται, με αυτό που αμφισβητούσε: Τη διεθνή τάση της παγκοσμιοποίησης για ενοποίηση του κόσμου σε μια παγκόσμια αγορά κι όχι σε μιαν οικουμένη των λαών. Τα τοπικά χαρακτηριστικά χλευάστηκαν, έγιναν αντικείμενο περιφρόνησης, ενώ το πρότυπο το έδινε η Δύση, η ομοιομορφία του καταναλωτή, το εύκολο κέρδος του χρηματιστηρίου κι όχι η πολυχρωμία των διαφορετικών τοπικών ταυτοτήτων, του μόχθου και του αγώνα για δημιουργία. Η χλιδή και το κυνήγι της μας έκανε να νοιώθομε άβολα με ό,τι μας θύμιζε ότι η ζωή είναι ένας διαρκής αγώνας, ενώ η προσχώρηση στη Δυτική κουλτούρα μας έκανε να χάσομε σιγά σιγά την ταυτότητά μας. Η νηστεία δεν κάλυπτε το συμβιβασμό μας, το καθημερινό μας βόλεμα και την οικειοθελή απώλεια της ταυτότητάς μας, κι όσοι την ακολουθούσαν ήταν οι τυφλωμένοι από το όπιο του λαού, τη θρησκεία, θεούσες και φανατικοί.

Εδώ και μερικά χρόνια, το αδιέξοδο της παγκοσμιοποίησης έδειξε και τα όρια των ιδεολογημάτων της: Της ασυδοσίας του κεφαλαίου που είχε βαφτιστεί ελευθερία, της καταστροφής των τοπικών κοινωνιών και της εκδίωξης των μελών τους που είχε ωραιοποιηθεί μέσα από την επίκληση του ανθρωπισμού απέναντι στη λαθρομετανάστευση και της πολυπολιτισμικότητας, του εύκολου κέρδους των χρηματιστηρίων που καμιά σχέση δεν έχουν με την παραγωγή και την πραγματική οικονομία. Και η ανάδυση της σημασίας των τοπικών κοινωνιών, της τοπικής παραγωγής, κατανάλωσης, συλλογικής οργάνωσης, ήρθε μετά από χρόνια σιωπής να μας θυμίσει ότι αυτά τα έχει σαν αξίες ο λαός μας από παλιά. Όχι με τη χαζοχαρούμενη οπτική κάποιων αυτοαποκαλούμενων οικολόγων, πρασίνων και λοιπών συνιστωσών της παγκοσμιοποίησης που στήριξαν τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ και τη διάλυση και του δικού μας κοινωνικού ιστού και ταυτότητας. Αλλά με την οπτική ενός λαού που μετά από χρόνια προσπαθεί να καθαρίσει από τη λάσπη τις αξίες του, την ιστορία του, να ξαναβρεί τη συλλογικότητά του.
Σ’ αυτά τα πλαίσια, εκτός από αυτούς που πάντα νήστευαν, κάποιοι ακόμα έχουν αρχίσει να το κάνουν. Κάποιοι που παλιότερα θα πήγαιναν σε διαιτολόγο ή θα διάβαζαν διάφορα βιβλία διατροφής, κάποιοι που θα κατέφευγαν σε μυστικιστικές προτάσεις για το φαγητό, ανακαλύπτουν ένα θησαυρό μέχρι τώρα περιφρονημένο, αν και μέσα στα πόδια μας: Τη διατροφική πρόταση του λαού μας μέσα από τη νηστεία. Μια πρόταση που καλύπτει όχι μόνο την υγεία αλλά γυμνάζει το πνεύμα στην αυτάρκεια, την οικονομία, την εγκράτεια και την επιβολή στις –κακώς εννοούμενες- ανάγκες. Κι ο ολιγαρκής είναι ο ελεύθερος, αυτός που δεν έχει δεσμεύσεις από τις ανάγκες του, που τις ελέγχει ο ίδιος κι όχι αυτές εκείνον.
Συζητώντας αυτά τα θέματα με φίλους έρχεται συχνά το θέμα της αμφισβήτησης της θρησκευτικής πλευράς της νηστείας: Να νηστεύομε αλλά όχι τις μέρες που λέει η εκκλησία, αμφισβητώντας τη θρησκεία. Όμως, αυτό ακριβώς είναι που δεν πρέπει να γίνεται. Γιατί εδώ δε θα εμπλακούμε σε μια κουβέντα για το αν υπάρχει ή όχι Θεός, αλλά θα καταγράψομε και πάλι ότι η Ορθοδοξία αποτέλεσε την κωδικοποίηση της θεώρησης του κόσμου, της ζωής και του θανάτου από το λαό μας. Και σε μιαν εποχή που προσπαθούμε να ξαναβρούμε την ταυτότητά μας, αυτή που θέλησε να αφανίσει η παγκοσμιοποίηση και τα νεοφιλελεύθερα και προοδευτικά παπαγαλάκια της, ναι, θα νηστέψομε τις μέρες εκείνες που μας προτείνει η Ορθοδοξία μας κι όχι η διαιτολόγος μας.
Η ανάκτηση της ταυτότητάς μας είναι το πρώτο βήμα για να ακυρώσομε τη στρέβλωση των ιδεών της μεταπολίτευσης και την ηθική κρίση που αυτές παρήγαγαν, ηθική κρίση που με τη σειρά της έχει παραγάγει την οικονομική κρίση που βιώνομε δραματικά σήμερα. Μια μικρή συνιστώσα σ’ αυτή την προσπάθεια είναι και το θέμα που πιάσαμε σ’ αυτό το σημείωμα. Ούτε η αρχή είναι ούτε το τέλος, αλλά από τα πολλά μικρά φτιάχνεται λίγο λίγο το μεγάλο. Καλή Σαρακοστή λοιπόν!

Φεβρουαρίου 17, 2012 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | Σχολιάστε