Με το τουφέκι και τη λύρα

ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑ

Ο τουρισμός προβάλλεται σαν η ‘’βαριά βιομηχανία’’ της χώρας, και όταν η σαιζόν πηγαίνει καλά η οικονομία παίρνει πρόσκαιρα βαθιές ανάσες. Ήδη, ο όρος ΄΄βαριά βιομηχανία΄΄ παραδέχεται μιαν ήττα: Το ότι η παραγωγή του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα έχει καταστραφεί. Την ανάγκη να μη στηρίζεται η οικονομία μας σε αυτό το βαθμό στον τριτογενή τομέα (υπηρεσίες), στον οποίο συγκαταλέγεται και ο τουρισμός, την έχουμε αναλύσει, αν και αυτονόητη.
Είναι επίσης ανάγκη να αλλάξουμε και το τουριστικό μοντέλο που προσφέρουμε: Η λογική του ήλιου και της θάλασσας, συνοδευόμενη από μεθύσια και υπερβολές που συμβαίνουν ερήμην της τοπικής κοινωνίας, αν όχι εναντίον της, έχει εξαντληθεί, τόσο οικονομικά (αφού ελάχιστα συνεισφέρει στο τοπικό εισόδημα) όσο και σαν αντίληψη.
Στόχος μας πρέπει να είναι ένας τουρισμός που δεν αντιμετωπίζει την πατρίδα μας σα σκηνικό διακοπών δίχως ταυτότητα και ιστορία. Πρέπει να είναι ένα μοντέλο που δέχεται ταξιδιώτες, περιηγητές και όχι τουρίστες. Ανθρώπους που καταλαβαίνουν ότι ο τόπος είναι και οι άνθρωποί του, διαμορφωμένοι από αυτόν και επιδρώντες σε αυτόν. Είναι η ιστορία τους, η παράδοσή τους, οι χοροί, τα τραγούδια, οι γιορτές, η γαστρονομία τους. Είναι ο ελληνικός τρόπος. Κι αυτό το μοντέλο θέλουμε. Γιατί αυτό προϋποθέτει μια ισότιμη σχέση επισκέπτη και οικοδεσπότη, όχι μια σχέση κυρίου με υπηρέτη. Ο οικοδεσπότης μυεί τον επισκέπτη στον τόπο, κι ο επισκέπτης γνωρίζει κάτι πολύ περισσότερο από μια παραλία.


Αυτό το μοντέλο τραβάει άλλο τύπο επισκέπτη, που έρχεται με σεβασμό στο χώρο και ζητάει να το μάθει. Κι εδώ μπορεί να ταιριάξει μια αντίληψη που δένει την παραγωγή με τον τουρισμό και που μπορεί να δώσει μια σημαντική διέξοδο στον πρωτογενή τομέα: Αν οι ξενοδοχειακές μονάδες προσέφεραν εδέσματα από την ποικιλία των τοπικών προϊόντων, αυτό θα τόνωνε σημαντικά τη ζήτηση και θα λειτουργούσε πολλαπλασιαστικά ως προς την αναγέννηση της παραγωγής και την κάλυψη της διατροφής ενδογενώς κι όχι με εισαγωγές. Αντί για τα ξένα βούτυρα και κρέατα, τα εισαγόμενα ποτά, θα μπορούσαμε να προσφέρουμε ελληνικό εδεσματολόγιο. Κι εδώ έχει σημασία μια πρωτοβουλία που υπάρχει από τον Ξενοδοχειακό χώρο, αυτή του ‘’Ελληνικού Πρωινού’’, που στοχεύει στο να φέρει σε επαφή τους ξένους με παραδοσιακές γεύσεις ελληνικές, με το ιδιαίτερο χρώμα του κάθε τόπου. Στόχος του προγράμματος «Ελληνικό Πρωινό», όπως τονίζει χαρακτηριστικά το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο της Ελλάδος, είναι να δοθεί η δυνατότητα στους επισκέπτες των ελληνικών ξενοδοχείων να γνωρίσουν τον άφθονο γαστρονομικό πλούτο της χώρας μας και να γευτούν, στο πρωινό τους, τα αναρίθμητα ελληνικά προϊόντα και εδέσματα που βρίσκονται στην καρδιά της μεσογειακής διατροφής, η οποία δεν είναι μια μοντέρνα διατροφική τάση, αλλά αποτελεί, σύμφωνα με την UNESCO “άυλη πολιτιστική κληρονομιά της ανθρωπότητας”. Η βάση του ελληνικού πρωινού είναι τα κύρια προϊόντα της μεσογειακής διατροφής, όπως ο άρτος, τα παξιμάδια, το ελαιόλαδο, οι ελιές, το γιαούρτι, το μέλι, τα τυροκομικά, τα αλλαντικά, τα φρέσκα λαχανικά, τα όσπρια, οι πίτες, τα γλυκά και τα φρέσκα φρούτα. Στη βάση αυτού του κορμού, κάθε περιοχή της Ελλάδας, ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες, την εδαφολογική σύσταση, τα παραγόμενα προϊόντα και τις πολιτισμικές σχέσεις και ανταλλαγές, διαμόρφωσε έναν ιδιαίτερο γαστρονομικό πολιτισμό και ιδιαίτερες τοπικές κουζίνες. Αν και δεν έχει αγκαλιάσει την πρωτοβουλία ακόμα ούτε το 10% των τουριστικών καταλυμάτων, έχει ήδη 700 μονάδες στο δυναμικό της και εξαπλώνεται. Αντιλαμβάνεται κανείς πόσο σημαντικό είναι για την τοπική κοινωνία να μπορεί να διαθέτει έτσι την παραγωγή της, και τα έσοδα να μένουν στην πατρίδα. Το αντίθετο γίνεται τώρα: Τα έσοδα φεύγουν στις εισαγωγές ειδών διατροφής και εδώ μένει ένα μικρό κομμάτι μόνο.


Αυτό το παράδειγμα μπορεί να επεκταθεί και σε επίπεδο κοινότητας: Σε μια τουριστική αγορά που έχει μεγάλη ποικιλία προσφορών, αυτοί που προσφέρουν απλά στέγαση, μπορούν να συνεννοηθούν με τα καφενεία και ταβέρνες να προσφέρουν ελληνικό πρωινό σε μια προκαθορισμένη τιμή και με συγκεκριμένα προϊόντα τοπικής παραγωγής.
Αυτό θα δημιουργούσε μια δικτύωση μέσω συνεργιών όλων των κατοίκων ενός χωριού, των παραγωγών, των ιδιοκτητών καταλυμάτων, των απασχολούμενων στην εστίαση, και όχι μόνο. Γιατί ο τοπικός πολιτιστικός σύλλογος θα μπορούσε να προσφέρει μαθήματα ιστορίας και χορού, εκδρομές στα τοπικά αξιοθέατα, δίνοντας έτσι μια πλήρη εικόνα του τόπου στον επισκέπτη.
Δε θα επεκταθούμε σε άλλους τομείς εδώ, όπως ιατρικό, θεματικό και συνεδριακό τουρισμό. Θα πούμε μόνο ότι η τεχνογνωσία και η δεξιότητα των Ελλήνων επιστημόνων και επαγγελματιών θα μπορούσε να στηρίξει και αυτούς τους κλάδους, με εκθετικά οφέλη.
Ακόμα και στον τουρισμό, υπάρχει τεράστιο έδαφος να καλύψουμε, που σημαίνει ότι όσο πιο πολλοί τουρίστες έρχονται τόσο πιο ανοργάνωτοι και δίχως άποψη για το προϊόν δείχνουμε σήμερα ότι είμαστε. Μπορούμε να φτάσουμε στην παραγωγικότητα μέσω των υπηρεσιών λοιπόν!

Απρίλιος 6, 2017 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , | Σχολιάστε

ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΑΥΤΑΡΚΕΙΑ

Φέτος περισσότεροι από πέρσυ μαζεύουν τις ελιές τους οι ίδιοι, σημάδι κι αυτό του βαθέματος της κρίσης και των αναγκων που αυτή δημιουργεί. Κι ακόμα πολλοί, βάζουνε περιβόλι όπου μπορούν, ενώ ο αριθμός των επίσημα καταγεγραμμένων ως κατ’ επάγγελμα αγροτών έχει αυξηθεί για πρώτη φορά μετά από χρόνια.

Η ενασχόλησή μας ξανά με δραστηριότητες που είχαμε φτάσει να θεωρούμε ταπεινές, που τις προσπερνούσαμε επικεντρώνοντας σε ένα καταναλωτικό τρόπο ζωής, δείχνει με δραματικό τρόπο ότι ένας κύκλος κλείνει. Στους λόγους και στους υπεύθυνους έχομε αναφερθεί κι άλλες φορές, και θ’ αναφερθούμε και στο μέλλον. Επειδή όμως η κάθε κρίση είναι και ευκαιρία για περισυλλογή και αυτοκριτική, μπορούμε να κάνουμε μερικές σκέψεις με αφορμή αυτή την τελευταία τάση που παρατηρείται.

Η κρίση προσγείωσε την αντίληψή μας για την οικονομία. Κοιμόμασταν στο χρηματιστήριο και στην οικονομία του αέρα και ξυπνήσαμε στην αβεβαιότητα του τί θα μαγειρέψομε σήμερα. Δραστηριότητες που μας χαρακτήριζαν πάντα και τελευταία περιφρονούσαμε, όπως η ενασχόληση με τη γη μας, εμφανίστηκαν ξανά στη ζωή μας ως διέξοδος επιβίωσης. Όπως παλιά, που κάθε μέρα ήταν ένας καινούργιος αγώνας, που η σπατάλη ήταν λέξη άγνωστη, που κάθε τι το χαρακτήριζε μια ισορροπία και ένα μέτρο.

Τα χωράφια μας είναι μια διέξοδος στο πρόβλημα της διατροφής. Σε πρώτο στάδιο, να αποφύγομε την πείνα, καλλιεργώντας κάθε τι που μπορεί να μας προσφέρει η γη μας, μη αφήνοντας ούτε μια πατέ ανεκμετάλλευτη. Κι αυτό μπορεί να είναι η αρχή, κι όχι απλά η στόχευση μιας προσπάθειας.

Την ίδια στιγμή πρέπει να δούμε τί καλλιεργούμε και πώς: Καλλιέργειες προσαρμοσμένες στο κλίμα και τις συνθήκες της πατρίδας μας, τις παλιές παραδοσιακές αλλά και καινούργιες που προσφέρονται, και στροφή στη βιολογική γεωργία και κτηνοτροφία. Καθώς η διατροφή φαίνεται κάθε μέρα και περισσότερο πόσο ρόλο παίζει στην υγεία μας και πόσο συνδέεται με ασθένειες που μαστίζουν τη ζωή μας όπως ο καρκίνος, η βιολογική καλλιέργεια είναι μονόδρομος. Κι όχι μόνο για την υγεία μας: η ποιοτική παραγωγή που διαμορφώνει μια τέτοια καλλιέργεια σε συνδυασμό με τις ιδιαίτερες κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής μας, μπορούν να δημιουργήσουν ένα εξαιρετικό προιόν που θα μπορεί με την ποιότητά του να κατακτήσει ξένες αγορές, αφού με την τιμή του έτσι κι αλλιώς δε μπορεί. Κι αυτό θα σημάνει μια προοπτική ζωής στα χωριά μας.

Αυτό δεν έρχεται μόνο του. Προυποθέτει μιαν αλλαγή στη στάση ζωής μας, τον εθελούσιο περιορισμό των αναγκών που νομίζομε ότι έχομε, την τάση για τοπική δημιουργία και παραγωγή κάθε χρειαζούμενου, της ενέργειας συμπεριλαμβανομένης. Προυποθέτει ακόμα ότι ο παραγωγός θα προχωρήσει, μόνος του ή με περισσότερους, στην προώθηση και συσκευασία των προιόντων του, στην απευθείας επαφή με τον καταναλωτή. Κι ακόμα ότι το κράτος θα είναι δίπλα στην προσπάθεια αυτή, όχι ενάντια, όπως τώρα γίνεται, τόσο σε κεντρικό επίπεδο με την αντιμετώπιση των πολιτών ως φοροπαραγωγικά ζώα, όσο και σε ατομικό, με την άσκηση εξουσίας σε βάρος τους από αυτούς που υποτίθεται ότι στελεχώνουντον κρατικό μηχανισμό.

Αυτά από μόνα τους αποτελούν μιαν επανάσταση. Που δε μπορούσε να γίνει νωρίτερα, όταν όλοι λίγο πολύ βολευόμασταν με τα ψέματα και αφήναμε πίσω το κοινό μεγάλο προς όφελος του ατομικού μικρού συμφέροντος. Τώρα χρειάζεται να συνειδητοποιήσομε ότι θα καταστραφούμε, οπότε θα πρέπει να αντιδράσομε. Κι αυτό σημαίνει ότι πρέπει να κάνομε την αυτοκριτική μας, να δούμε πού φταίξαμε, που εμείς πρέπει να βελτιωθούμε. Γιατί αν τα ρίξομε όλα τα δεινά μας στους άλλους, δε θα μπορέσομε ποτέ να ξεκινήσομε από κάπου την αντιστροφή της κατάστασης, θα συνεχίσομε την κατρακύλα μέχρι τον πάτο. Θα είναι όμως πάτος απ’ όπου δε θα μπορέσομε να σηκωθούμε ποτέ…

Δεκέμβριος 22, 2011 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , | Σχολιάστε

ΓΙΑ ΕΝΑ ΔΙΚΤΥΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ

Η σημερινή συγκυρία αποτελεί συγκυρία παρακμής για τη χώρα και τον λαό μας:

Στο εσωτερικό, η αναξιοπιστία του πολιτικού συστήματος, η προϊούσα απεμπόληση βασικών αξιών που μας συνόδεψαν ανά τους αιώνες, ο ατομικισμός, η απώλεια της ταυτότητάς μας και η μετατροπή μας σε καταναλωτές εισαγόμενων σκουπιδιών, η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, η μετατροπή της εκτός λεκανοπεδίου χώρας σε χώρο αναψυχής της πρωτεύουσας, η καταστροφή της γεωργικής και κτηνοτροφικής δραστηριότητας, ο γραφειοκρατικός στραγγαλισμός κάθε παραγωγικής προσπάθειας, αποτελούν συμπτώματα ενός οργανισμού που νοσεί.

Στο εξωτερικό, η πίεση από την ιμπεριαλιστική πολιτική της Τουρκίας και η απροθυμία οποιασδήποτε αντίστασης σ’ αυτή, η αδυναμία άσκησης συγκροτημένης εξωτερικής πολιτικής και η υποταγή της σε κομματικές και προσωπικές σκοπιμότητες οδηγούν την πατρίδα μας σε αναξιοπιστία και προοιωνίζονται εξελίξεις επώδυνες. Η αμφισβήτηση ελληνικών εδαφών και ο σφετερισμός της ιστορίας μας μένουν αναπάντητα και το μήνυμα ότι δεν υπάρχει βούληση αντιπαράθεσης εντείνει τις επεκτατικές βλέψεις των γειτόνων μας.

Οι αιτίες για το σημερινό ξεπεσμό είναι πολλές κι η συζήτηση γι’ αυτές μεγάλη. Υπάρχουν διεθνείς παράμετροι και τοπικές ιδιαιτερότητες, αντιφάσεις του ελλαδικού κράτους και νοοτροπίες στρεβλές. Κι όλες πρέπει να ληφθούν υπόψη όταν αναλύομε την κατάσταση για να δούμε πως θα την αντιμετωπίσομε.

Μπορούμε όμως να αναφερθούμε εδώ στο ότι ο γιγαντισμός της πρωτεύουσας, μιας μητροπολιτικής περιοχής που έφτασε να αποτελεί το μισό του πληθυσμού μας, διαμορφώνει συσχετισμούς που έχουν αντίκτυπο σ’ όλα τα παραπάνω, πώς τα προσλαμβάνομε και πώς αντιδρούμε σ’ αυτά. Η πρωτεύουσα απομυζά την παραγωγή της υπόλοιπης Ελλάδας, τοποθετεί αρνητικό πρόσημο στην παραγωγικότητα και διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό τον παρασιτικό χαρακτήρα της χώρας. Ο γιγαντισμός της δημιουργεί ασφυξία σε ατομικό επίπεδο, με ατέλειωτες χαμένες ώρες και κόστος για μετακινήσεις, τεντωμένα νεύρα και ανταγωνισμό για μια θέση στάθμευσης του βασιλιά της σύγχρονης Ελλάδας, του αυτοκινήτου. Πρόκειται για ένα παράδειγμα του πως η αύξηση του ΑΕΠ μέσω της άσκοπης κατανάλωσης χρόνου, καυσίμων, οχημάτων και των παρεπομένων επισκευών, νοσηλειών κλπ μειώνει την ποιότητα ζωής μας. Κοντά σ’ αυτά, οι αρχές της αλληλεγγύης, του σεβασμού προς τον άλλο και τη φύση, η εργατικότητα, η σεμνότητα, η συλλογικότητα, αποτελούν πλέον αναποτελεσματικά οχήματα επιβίωσης σε ένα κράτος που επιβραβεύει την ασυδοσία και τη ρεμούλα.

Οι κάτοικοι της πρωτεύουσας δραστηριοποιούνται σε μια προσομοίωση ζωής. Νομίζουν ότι ζουν περνώντας καθημερινά δύο και τρεις ώρες από τη ζωή τους στο αυτοκίνητο, ότι ψυχαγωγούνται ακολουθώντας ένα αστραφτερό αλλά κενό πρότυπο ντυσίματος, μόδας, διασκέδασης, τρέχουν πίσω από συνεχώς δημιουργούμενες ανάγκες, και χάνουν την επαφή μεταξύ τους σε φιλικό και οικογενειακό επίπεδο, την ουσία των πραγμάτων, τη φιλία και την εμπιστοσύνη του ενός στον άλλο. Χάνουν, μέσα στην πιεστική καθημερινότητα, το δεσμό με τη γειτονιά όπου ζουν αλλά και την επαφή τους με τον τόπο καταγωγής τους κι αν όχι οι ίδιοι, τα παιδιά που γεννούν και αναθρέφουν στην Αθήνα έχουν απωλέσει και το δέσιμο με το χωριό, τη γή, τις αξίες που αυτό ακόμα διατηρεί. Τι αίσθημα πατρίδας μπορεί να επιζεί στις συνειδήσεις των ανθρώπων αυτών που ζουν και κινούνται σε έναν τόπο αβίωτο και πλήρως αλλοτριωμένο; Κι ακόμα, επειδή πια είναι πάρα πολλοί (και ισχυροί) οι κάτοικοι της Αθήνας, οι συμπεριφορές και «αξίες» που διαμορφώνουν περνάνε με τον πρωτευουσιάνικο αέρα τους (και την τηλεοπτική εικόνα) και στην υπόλοιπη Ελλάδα, η οποία προσπαθεί να μην υπολείπεται της πρωτεύουσας.

Η Αθήνα επιβάλλει τους όρους της στην υπόλοιπη Ελλάδα. Μέσα από ένα συγκεντρωτικό κράτος διαμορφώνει τους κανόνες του παιχνιδιού μακριά από τις ανάγκες και τις απαιτήσεις της υπόλοιπης χώρας, η οποία δεν εκπροσωπείται στα κέντρα αποφάσεων. Δε μπορούν να την εκπροσωπούν βουλευτές που εκλέγονται εκεί αλλά δουλεύουν, ζουν και αναδεικνύονται στην Αθήνα.

Η διαμόρφωση ενός πληθυσμού δίχως ταυτότητα σημαίνει και την άσκηση μιας πολιτικής δίχως στόχους σε έναν τόπο χωρίς συλλογικότητες. Οι προτεραιότητες αφορούν στη διαιώνιση ενός καταναλωτικού μοντέλου που δημιουργεί και οφείλει να καλύπτει συνεχώς «ανάγκες», έστω και με τον γνωστό μας παρασιτικό τρόπο.

Έτσι, η Θράκη, το Αιγαίο, η Κύπρος, είναι πολύ μακριά και αποτελούν ενοχλήσεις μάλλον παρά αφορμές για προβληματισμό και διαμόρφωση μιας εξωτερικής πολιτικής που θα έχει σαν αποτέλεσμα την εμπέδωση της ειρήνης και τη διαφύλαξη της ακεραιότητας της χώρας.

Έτσι, η προστασία κι ο σεβασμός του περιβάλλοντος υποχωρούν μπροστά στη «ανάγκη» της στέγασης σε πολυτελή αυθαίρετα, της μείωσης των εξόδων απορρύπανσης των βιομηχανιών, της επίτευξης του στόχου «ένα τουλάχιστον αυτοκίνητο ανά κάτοικο». Αγοράζουμε για ατομική μας κατανάλωση αυτά που μέχρι χτες παρήγαμε, αξιοποιώντας κάθε σπιθαμή της γης μας, αυτής που τώρα γίνεται αντικείμενο επιβουλών.

Έτσι, η χώρα που είναι από τις πρώτες στους ηλιακούς θερμοσίφωνες, δεν είναι σε θέση να παραγάγει η ίδια την ενέργεια που χρειάζεται από ήπιες ανανεώσιμες πηγές. Και αφιερώνει ένα τεράστιο ποσοστό του ισοζυγίου πληρωμών της στο πετρέλαιο, αφήνοντας τον ήλιο και τον αέρα της ανεκμετάλλευτους. Κι όταν το κάνει, παραχωρεί τα βουνά μας σε γιγάντιες πολυεθνικές για την εγκατάσταση ανεμογεννητριών βαριάς περιβαλλοντικής παρενόχλησης. Το αντίθετο δεν το κάνει. Δηλαδή την προώθηση της παραγωγής ενέργειας από τα νοικοκυριά και τις τοπικές κοινωνίες. Κι όπου το κάνει, είναι γιατί μπορεί να συνυπάρξει με τους ενεργειακούς κολοσσούς. Όπου δεν μπορεί, δε γίνεται. Στην Κρήτη, πχ, το δίκτυο δε «σηκώνει» παραγωγή ενέργειας από νοικοκυριά, ενώ έχουν δώσει άδειες σε μεγάλες εταιρείες που θα παράγουν πολύ περισσότερη ισχύ.

Η επιτόπια παραγωγή και κατανάλωση ενέργειας, τροφίμων και άλλων αγαθών, αποτελεί έτσι κι αλλιώς μια πρόκληση του μέλλοντος προς την ανθρωπότητα. Η σπατάλη φυσικών πόρων που προκαλούν οι μεταφορές αγαθών και ενέργειας ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την περιβαλλοντική υποβάθμιση. Από την άλλη, η επιτόπια παραγωγή μεταφέρει και τα κέντρα αποφάσεων από την πρωτεύουσα και τις Βρυξέλλες στις τοπικές κοινωνίες. Αυτό από μόνο του δημιουργεί στις τελευταίες ευθύνες, ανάγκη για συνεργασίες και προγραμματισμό και προάγει την άμεση δημοκρατία. Οι αρχές και οι αξίες του λαού μας που αναφέρθηκαν παραπάνω, μπορούν να ανθίσουν σε ένα τέτοιο επίπεδο.

Εδώ και χρόνια, βλέπομε την αξιοπρέπειά μας να χάνεται σαν πολίτες και σαν κοινωνία. Θα ήταν άδικο να επιρρίψομε την ευθύνη αποκλειστικά στο κράτος μας. Αυτό εμείς το δημιουργούμε, εικόνα μας είναι. Κι αντανακλά τη δική μας ανεπάρκεια.

Δεν μιλούμε λοιπόν για ευθύνες άλλων. Αν αγαπάμε ακόμα την πατρίδα μας, θα πρέπει να σκύψουμε πάνω στους εαυτούς μας και ν’ αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι. Κι ακόμα, οι ενέργειές μας δεν πρέπει να ευτελιστούν σε επαιτεία προς το κράτος. Αλλάζοντας εμείς οι ίδιοι μπορούμε σε μια καθημερινή πρακτική να υποκαταστήσουμε μερικώς την ανεπαρκή πολιτεία. Να δημιουργήσουμε συμπράξεις και κοινές πορείες σε μια σειρά θέματα που θα ακυρώσουν το γιγαντισμό και τη γραφειοκρατία του κράτους, που θα παρακάμψουν την πολιτική του παρασιτισμού και που θα καταφέρουν να το αλλάξουν τελικά.

Η αποκέντρωση είναι μονόδρομος σε μια τέτοια πορεία. Ήδη το λεξιλόγιο που χρησιμοποιείται επίσημα πια, (κέντρο-περιφέρεια), αποδίδει ακριβώς το αδιέξοδο που υπάρχει. Δεν νοείται κέντρο, όπως δεν νοείται και μια μόνο περιφέρεια. Αυτό που θα πρέπει να υπάρχει είναι πολλές γεωγραφικές ελληνικές περιφέρειες, σε ισορροπία μεταξύ τους, δίχως κάποιο κέντρο που να τις καταδυναστεύει. Η Αθήνα, με μειωμένο πληθυσμό, θα πρέπει να ανήκει κι αυτή σε μια από τις περιφέρειες.

Σ αυτή την πορεία, η Αθήνα δεν μπορεί να βοηθήσει για αντικειμενικούς λόγους. Γιατί η ίδια έχει απολέσει τα εργαλεία που θα μας βοηθήσουν να αναστρέψουμε την κατάσταση. Εδώ, για λόγους αντικειμενικούς, θα είναι στην πρώτη γραμμή οι περιοχές που κρατούν ακόμα στοιχεία των παλιών μας αξιών.

Γι’ αυτό, οι εκτός «κέντρου» Ελληνικές περιοχές θα πρέπει να αποκαταστήσουν επαφές μεταξύ τους. Αυτό δε συμβαίνει σήμερα. Οι επαρχίες μας επικοινωνούν μόνο μέσω της πρωτεύουσας-ήλιου, σε ένα πλέγμα σχέσεων που εξακτινώνονται μέσω του κέντρου. Μεταξύ τους δεν έχουν απευθείας επαφές. Αυτό από μόνο του δημιουργεί αντινομίες. Όταν οι επί μέρους επαρχίες δε γνωρίζουν η μια την κατάσταση της άλλης, δεν έχουν εικόνα του πόσο ισότιμα παραμελημένες είναι. Καθεμιά μπορεί να θεωρεί ότι η κατάστασή της είναι μοναδική, και ότι υπεύθυνη γι’ αυτό δεν είναι η υδροκέφαλη πολιτική ενός Αθηναϊκού κράτους αλλά η ίδια η Ελλάδα. Είναι εύκολο λοιπόν να αναπτύσσεται μια αντιπαλότητα όχι κατά του κέντρου αλλά κατά της ίδιας της Ελλάδας. Ακόμα, όταν οι επαρχίες δεν έρχονται σε επαφή μεταξύ τους, δε γνωρίζουν την κατάσταση η μια της άλλης, δεν καταλαβαίνει η Κρήτη πχ την εγκατάλειψη της Ηπείρου ούτε η Πελοπόννησος το μειονοτικό πρόβλημα στη Θράκη. Κι αυτό εμποδίζει τη σύνθεση μιας πολιτικής πραγματικά κεντρικής, όχι με την έννοια του ότι αποφασίζεται στο «κέντρο» αλλά με την έννοια του ότι όλοι από κοινού τη χαράζουμε.

Πρέπει λοιπόν να συναντηθούμε, οι ελληνικές επαρχίες. Πρέπει να αρχίσουμε μια συζήτηση για όλα αυτά κι άλλα που δεν μπορεί να πιάσει τούτο το κείμενο, ακριβώς γιατί δεν έχουμε εικόνα όλης της κατάστασης, αποξενωμένοι μεταξύ μας. Ο χρόνος πιέζει πια πολύ. Η εσωτερική κατάπτωση κι η εξωτερική απειλή είναι εδώ, παρούσες, κι η πορεία δεν είναι πια σίγουρο ότι αντιστρέφεται, ακόμα κι αν υπάρξει η βούληση για κάτι τέτοιο. Όμως αυτή την προσπάθεια πρέπει να την κάνουμε, όλοι μαζί, για μια πατρίδα δίκαιη κοινωνικά, χειραφετημένη εθνικά, με άμεση δημοκρατία, αυτάρκη και με σεβασμό στη φύση.

Πρωτοβουλία για ένα δίκτυο των ελληνικών περιφερειών

Σεπτεμβρίου 13, 2010 Posted by | Γενικά, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , , , , , , , , , , , | Σχολιάστε