Με το τουφέκι και τη λύρα

ΕΙΝΑΙ Η ΚΥΠΡΟΣ ΠΟΥ ΟΙ ΕΜΠΟΡΟΙ ΤΗ ΜΙΣΟΥΝΕ

dsc_0475

Ο λαός μας στην Κύπρο δίνει έναν αγώνα στον οποίο δεν πρέπει να μείνει αβοήθητος. Όχι μόνο γιατί η Ελλάδα δίχως την Κύπρο υποβαθμίζεται σε γεωπολιτική σημασία, αλλά για λόγους αρχής.

Έτσι, η αποτυχία των διαπραγματεύσεων στο Μον Πελεράν λόγω της απληστίας της Τουρκίας, θα μπορούσε να λειτουργήσει θετικά εκ του αποτελέσματος, καθώς, όση υποχωρητικότητα και να δείξει η ελληνική πλευρά, πάντα θα ζητούν κάτι παραπάνω οι Τούρκοι.

Όμως ο ενδοτισμός του προέδρου Αναστασιάδη δεν έχει ακόμα πιάσει πάτο. Αφού επέρριψε τις ευθύνες στον Κοτζιά, και όχι στους Τούρκους, για το ναυάγιο του Μον Πελεράν, έρχεται ξανά να υποχωρήσει σε μια «λύση» που αποτελεί την ταφόπλακα του Ελληνισμού στην Κύπρο και όχι μόνο.

Μέσα στον εθισμό των υποχωρήσεων και της ανάπτυξης του συνδρόμου του ομήρου που τείνει ψυχολογικά να ταυτιστεί με το δεσμοφύλακά του, έχομε χάσει την ουσία του Κυπριακού σα θέματος εισβολής και κατοχής. Οποιαδήποτε λύση νοείται μόνον όταν αναιρέσει τις συνέπειες της εισβολής-κατοχής.

Έχομε χάσει όμως και το χαρακτήρα του ζητήματος σα ζήτημα του Ελληνισμού συνολικά και όχι μόνο της Κύπρου, του μεγαλύτερου Ελληνικού νησιού. Θα πρέπει λοιπόν να σκεφτόμαστε πάνω σ’ αυτές τις παραμέτρους όταν μιλούμε για το Κυπριακό.

Έτσι, πενταμερής διάσκεψη, δηλαδή των τριών εγγυητριών δυνάμεων και των δύο «κοινοτήτων» δε νοείται. Τέτοια διάσκεψη επιτρέπει στο αποικιακής κοπής και έμπνευσης σχέδιο των εγγυήσεων να επιβιώνει καταδυναστεύοντας και τη λύση, ενώ η εγγυήτρια Τουρκία ήταν αυτή που εισέβαλε. Ακόμα χειρότερα, υποβαθμίζει την Κυπριακή Δημοκρατία σε κοινότητα ισότιμη με την Τουρκική μειονότητα του 16%. Ο αείμνηστος Τάσος Παπαδόπουλος αρνήθηκε να παραδώσει κοινότητα εκεί που παρέλαβε κράτος. Ο διάδοχός του όμως το επιδιώκει.

Ο κατοχικός στρατός θα παραμείνει «μεταβατικά» σύμφωνα με το σχέδιο. Το «μεταβατικά» των Τούρκων εννοείται ότι σημαίνει «εις το διηνεκές», και είναι δική μας ευθύνη να διαγνώσουμε ότι με το στρατό κατοχής σε σχέδιο λύσης, αυτός θα είναι στρατός κατοχής ολόκληρης της Κύπρου! Ούτε οι έποικοι θα φύγουν. Αυτό το διαρκές έγκλημα πολέμου θα νομιμοποιηθεί, με κάποιους να λαμβάνουν την Κυπριακή υπηκοότητα και κάποιους να μένουν με άδεια παραμονής (και μελλοντική υπηκοότητα βεβαίως). Κάνεις δεν επιστρέφει στην Τουρκία.

%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%ac%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%82

Και βέβαια το πολιτειακό είναι ο ορισμός του απαρτχάιντ και του βιασμού κάθε έννοιας δημοκρατίας. Το δικαίωμα βέτο των Τουρκοκυπρίων που προβλέπεται, θλιβερό απομεινάρι σε χειρότερη μορφή του Σχεδίου Ανάν, εγγυάται ότι κουμάντο θα κάνει η Τουρκία στην Κυπριακή Δημοκρατία, ότι οι Ελληνοκύπριοι θα ακολουθήσουν το δρόμο της προσφυγιάς, μη αντέχοντας τις συνθήκες που θα δημιουργηθούν και μη ελέγχοντας πια την ενιαία προσεχώς πατρίδα τους. Άλλωστε το δόλωμα είναι ακριβώς η επανένωση, η οποία όμως γίνεται με τους όρους της Τουρκίας.

Αυτό το σημείο δεν αποτελεί μόνο καταστροφή για την Κύπρο και την Ελλάδα, αλλά μέσω μιας Κύπρου ελεγχόμενης από την Τουρκία, καθιστά και την Ευρωπαϊκή Ένωση όμηρό της, αφού τίποτα δε θα γίνεται στην Ευρώπη αν δε συμφωνεί και η Κύπρος, της οποίας την πολιτική θα καθορίζουν πλέον οι Τουρκοκύπριοι, άρα η Τουρκία!

Η Κύπρος έχει μπορέσει τα τελευταία χρόνια να βελτιώσει τη θέση της γεωπολιτικά, με μια συνεπή πορεία που έπαιζε σε πολλά ταμπλό, από την ένταξη στην ΕΕ μέχρι τη μεθοδική έρευνα κι εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων, οι οποίοι αποτελούν μέσο άσκησης πολιτικής. Με την επιδιωκόμενη λύση, τα πλεονεκτήματα αυτά χάνονται και η Τουρκία αποκτά δικαιώματα και σ’ αυτά. Παρεμπιπτόντως, μπορεί κανείς να σκεφτεί αν η Ελλάδα είχε κι αυτή τέτοια πολιτική πώς θα ήταν σήμερα η κατάσταση, ενώ η σύμπραξη Ελλάδας-Κύπρου λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος. Δείχνει η Κύπρος στους εδώ γραικύλους πως άμα έχεις σχέδιο και πίστη στα δίκαιά σου, δεν έχει σημασία το μικρό σου μέγεθος.

Στην Κυπριακή κοινωνία οι απόψεις της με κάθε θυσία λύσης είναι ακόμα μειοψηφικές. Θα τολμήσουμε να πούμε ότι ενώ επί σχεδίου Ανάν αυτές δεν εκφράστηκαν και σε πολιτικό επίπεδο πέραν του δημοψηφίσματος, τώρα έχουν διατρήσει το πολιτικό σκηνικό και έχουν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση σημαντική, καθώς τα κόμματα που δεν υποκύπτουν εκφράζουν το 40% του εκλογικού σώματος, ενώ σημαντικό ποσοστό των ψηφοφόρων των καθεστωτικών κομμάτων ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ τάσσεται κι αυτό κατά. Αυτή η στάση του λαού μας στην Κύπρο είναι κι η μεγαλύτερη ελπίδα τόσο για το νησί όσο και για την Ελλάδα. Γιατί, αντίστροφα, η ευόδωση των σχεδίων στην Κύπρο, θα είναι το προανάκρουσμα για τη Θράκη και το Αιγαίο.

Για μιαν ακόμα φορά μετά το 2004, ο Κυπριακός Ελληνισμός πρέπει να ορθώσει το ανάστημά του στα σχέδια της Νέας Τάξης και της Τουρκίας. Και δε θα πρέπει να κάμει μόνος του…

Advertisements

Δεκέμβριος 13, 2016 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | 2 Σχόλια

ΑΡΚΑΔΙ HNTA ‘ΧΕΙΣ ΝΑ ΜΑΣ ΠΕΙΣ;


Συνηθίζουμε στον κύκλο του χρόνου, να τιμούμε επετείους γεγονότων όπου οι παλιοί μας έδειξαν απαράμιλλη ανδρεία, αυτοθυσία και ηρωισμό. Ακούμε δυο – ή περισσότερα – λόγια για το γεγονός, βλέπουμε και κανένα χορευτικό, και φεύγουμε ήσυχοι ότι τιμήσαμε την επέτειο, επιστρέφοντας στην καθημερινή μας βολή. Καμία επέτειος δεν ξεφεύγει από αυτή τη διαδικασία, αλλά και καμία δεν αξίζει να ΄΄τιμάται΄΄ έτσι.
Το Αρκάδι αποτελεί το πιο εμβληματικό γεγονός του Σηκωμού του 1866, της πιο σκληρής και μαχητικής επανάστασης στην Κρήτη, μετά τη δημιουργία του Ελλαδικού κράτους. Όχι της μόνης, αφού από τη στιγμή που η Κρήτη δεν επιτράπηκε να αποτελέσει τμήμα του πρώτου κράτους μας, συνεχείς είναι οι επαναστάσεις του 19ου αιώνα που στόχο δεν έχουν πια την ελευθερία, αυτή πια δεν αρκεί: Ένωσις ή θάνατος, το σύνθημα όλου του υπόδουλου Ελληνισμού, από τη Βόρειο Ήπειρο ως την Κύπρο, αυτό είναι το αίτημα των χαϊνηδων, αυτό επιγράφεται στις ελληνικές σημαίες που διαλέγουν για μπαϊράκια οι καπετάνιοι.
Οι εξεγερμένοι που κλείνονται στο Αρκάδι αψηφούν το θάνατο, την αριθμητική υπεροχή του εχθρού, συνεχίζουν την Αντίσταση μέχρι τέλους, και από κοινού επιλέγουν το θάνατο από την ατίμωση. Δε θα σταθούμε στην αναφορά των γεγονότων, που είναι σε γενικές γραμμές γνωστή στο Πανελλήνιο, θα κοιτάξομε όμως να επισημάνομε ορισμένα στοιχεία της εποχής και κάποια μηνύματα που μας πέμπουν οι ελεύθεροι νεκροί μας:
Ένα στοιχείο είναι η σύγκρουση με τους Τούρκους, δηλαδή τους τουρκοκρητικούς. Γιατί στην Κρήτη οι επαναστάσεις μας ήταν απέναντι στα μέχρι χτες αδέρφια μας, που είχαν όμως περάσει συνειδητά από την απέναντι πλευρά. Απέναντι λοιπόν σ’ αυτούς τους εξισλαμισμένους έγιναν οι συγκρούσεις μας, η αντίστασή μας, κι αυτούς αντιμετωπίσαμε και στο Αρκάδι, όπου φάνηκαν για μιαν ακόμα φορά η ψυχή κι οι αξίες του λαού μας, με κορυφαία την αυτονόητη επιλογή του θανάτου από όλους τους πολιορκημένους, προκειμένου και να αποφύγουν την ατίμωση και να πάρουν μαζί τους όσους εχθρούς μπορούσαν. Δεν είναι η απόφαση του ηγούμενου Γαβριήλ μόνο, ούτε μια παρόρμηση του Γιαμπουδάκη που ανατινάζει τη μπαρουταποθήκη, τη μπαλωτή τη ρίχνουν όλοι κι αυτός απλά πατά τη σκανδάλη.

Αυτή η πίστη στην αξία της ελευθερίας και το πνεύμα αντίστασης, που υψώνονται πάνω από την –προσωρινή- ζωή, είναι το πρώτο μήνυμα που μας πέμπουν οι αγωνιστές του 1866. Οι ξυπόλητοι που κοίταξαν τον ήλιο κατάματα, που δεν υπολόγισαν ζωές, οικογένειες, περιουσίες για μιαν ιδέα, για κάποιες αξίες. Αυτοί που κι όταν πνιγόταν μια επανάσταση, ξεκινούσαν να ετοιμάζουν την επόμενη.
Οι αδιάκοπες εξεγέρσεις του 19ου αιώνα στην Κρήτη, είναι από αυτές που οι σημερινοί διανοούμενοι της υποταγής θα θεωρούσαν μη ρεαλιστικές. Πράγματι, τα νούμερα δεν έβγαιναν. Ο αριθμητικός συσχετισμός, η δύναμη πυρός, η έλλειψη χρηματοδότησης, θα οδηγούσαν καθένα από αυτούς να επιλέξουν αυτό που και σήμερα κάνουν: Την υποταγή αντί για την αντίσταση, τον κατευνασμό αντί τη διεκδίκηση. Κι όμως εδώ είναι το πνεύμα των παλιών μας, αυτών που με όπλο την ψυχή και την αποφασιστικότητα, την πίστη στα δίκαιά τους, ζήτησαν το αδύνατο και δικαιώθηκαν, κι αυτό είναι ακόμα ένα παράδειγμα που έχομε από αυτούς, ότι η όποιος πιστεύει στα δίκαιά του τα κατακτά.
Τότε βέβαια, γιατί σήμερα τους αφήνουμε αδικαίωτους, η φοβική μας συμπεριφορά απέναντι στους ίδιους εχθρούς ακυρώνει τις δικές τους θυσίες.
Σήμερα, οι προτεραιότητές μας έχουν αλλάξει. Οι αξίες που μας έφεραν μέχρι εδώ για αιώνες δια πυρός και σιδήρου, υποχωρούν, γίνονται αντικείμενο χλευασμού, ευτελίζονται.
Η αγάπη στην ελευθερία, η εργατικότητα, το πνεύμα Αντίστασης, η σεμνότητα, η αλληλεγγύη, ο κοινοτισμός, έχουν αντικατασταθεί από το συμβιβασμό, τον ανταγωνισμό, την επίδειξη, την τεμπελιά.
Το προσωπικό βόλεμα έχει σήμερα νικήσει το πνεύμα Αντίστασης, σε μια περίοδο που μπορεί πραγματικά να είναι η τελευταία της ιστορίας μας σα λαού. Γιατί σαν απρόσωπες μονάδες μπορεί να συνεχίσομε να επιβιώνομε, σαν ταυτότητα όμως, αν δεν αντισταθούμε, θα χαθούμε.
Πώς λοιπόν τιμούμε το Αρκάδι όταν ανεχόμαστε την αμφισβήτηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων από αυτούς που Εκείνοι έδιωξαν;
Πώς ανταποκρινόμαστε στις ευθύνες που έχομε απέναντί τους κι απέναντι σε μας τους ίδιους και στα κοπέλια μας, όταν ανεχόμαστε κάθε μέρα την προσβολή της αξιοπρέπειάς μας από τους Δυτικούς και τους εγχώριους υπηρέτες τους, από τους Δυτικούς που πρώτοι κατέλυσαν το Βυζάντιο και μας παρέδωσαν μετά στους Τούρκους, κι αυτό το επαναλαμβάνουν και σήμερα;
Πως φτάσαμε να καταστρέψομε την παραγωγή μας εμείς οι ίδιοι, που η ολιγαρκής τότε κοινωνία μας μπορούσε να έχει αυτάρκεια στη διατροφή και τα χρειαζούμενα, ώστε να μην εμποδίζεται από ανάγκες κι εξαρτήσεις στην αναζήτηση της ελευθερίας;
Πώς οι γειτονιές και τα χωριά μας κατάντησαν να μην είναι πια δικά μας, να μη γνωρίζομε ποιος μένει δίπλα μας και να φοβούμαστε να πορήσομε έξω από την πόρτα μας;
Πώς ταιριάζουν όλα αυτά που ζούμε σήμερα, κάθε μέρα χειρότερα, με τα οράματα αυτών που ονειρεύτηκαν, που έκαμαν το όνειρο πραγματικότητα; Ποιες είναι οι ευθύνες οι δικές μας;

Κι εδώ έρχεται πάλι το Αρκάδι, ο Δασκαλογιάννης, οι Μακεδονομάχοι κι η Εθνική Αντίσταση, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και οι αδελφοί Καλλέργη, οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ κι οι ήρωες του Φραγκοκάστελλου, έρχεται η αδιάκοπη αντιστασιακή μας παράδοση, απέναντι σε Ανατολή και σε Δύση. Έρχονται οι παλιοί μας να μας ταρακουνήσουν, από κει ψηλά που μας κοιτούν με βλέμμα αυστηρό και να μας πουν «αυτά έκαμε ο λαός μας δίχως καμία στήριξη, δίχως προϋποθέσεις, τότε. Εσείς γιατί δε μπορείτε να τα κάμετε;» Κι εμείς τι θα απαντήσομε; Θα παραμείνομε ζωντανοί νεκροί ή θα γίνουμε κι εμείς αθάνατοι;

Από ομιλία που εκφωνήθηκε σε εκδήλωση του Συλλόγου Κρητών Ηλιούπολης Αττικής για το Αρκάδι στις 11-11-11

Νοέμβριος 18, 2011 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη | , , , , , , | Σχολιάστε

ΚΡΗΤΙΚΗ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ: ΠΩΣ ΝΑ ΠΕΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ;

Αείμνηστε αρχηγέ Πετρονικόλα, απερχόμενος του κόσμου τούτου σήμερον με το μύχιον και πικρόν παράπονον ότι δεν επέζησες να ιδείς πλήρες τετελεσμένον το έργον το οποίον ήτο το μόνον σου όνειρον και υπέρ του οποίου τοσούτον ηγωνίσθης καθ όλην σου την ζωήν, ήτοι την Ενωσιν της πατρίδος σου μετά της μητρός Ελλάδος, απερχόμενος γενναίε πρόμαχε των δικαίων και της ελευθερίας της Πατρίδος σου, ανήγγειλον εις τας ιεράς σκιάς των συναγωνιστών σου ότι το ευγενές και ποθητόν όνειρόν των δεν συνετελέσθη εισέτι, και ότι πιστοί και αφοσιωμένοι ημείς οι απόγονοί των εις το υπέρ της Ενώσεως πρόγραμμά των, θεωρούμεν ιερόν και απαράβατον καθήκον και έχομεν στερεάν και αμετάτρεπτον απόφασιν να υποστηρίξομεν και επιδιώξομεν παντί σθένει την πραγματοποίησιν του ονείρου των, ήτοι την Ενωσιν της Κρήτης μετά της μητρός Ελλάδος.

Αυτά τα λόγια περιέχονται στον επικήδειο που αποχαιρέτησε τη σωρό του Ασηγωνιώτη καπετάνιου Νικολάου Πετράκη το 1905. Ο ομιλητής Μάρκος Δεληγιαννάκης, νεότερός του αγωνιστής και αργότερα Ηπειρομάχος, απέδωσε έτσι με τον πιο γλαφυρό τρόπο τα συναισθήματα των Κρητών κατά το διάστημα της «ημιελευθερίας», όπως σε άλλη αποστροφή του ίδιου αποχαιρετισμού αποκαλούσε την περίοδο της αυτονομίας.

Σήμερα, οι σημαίες της επικυριαρχίας του Σουλτάνου υψώνονται στους ιστούς αυτών που λησμονούν, αυτών που δεν ξέρουν, που δε θυμούνται, που προτάσσουν το ατομικό βραχυπρόθεσμο μικροσυμφέρον απέναντι στο κοινό μεσοπρόθεσμο συλλογικό. Προς αυτές αλληθωρίζουν κι άλλοι, ακάτεχοι και συνάμα απελπισμένοι σε μια πατρίδα που έχει χάσει από καιρό το όραμα και την προωθητική ενοποιητική της δύναμη. Και τις εξελίξεις παρακολουθούν κι όσο μπορούν διαμορφώνουν ξένα συμφέροντα και δυνάμεις, κοντινές και μακρινές, με παρελθούσα ή/και επιθυμητή νέα παρουσία στο νησί.

Η Κρήτη είναι ελληνική

Από μόνη της η κατάφαση αυτή συνιστά ήττα. Αυτό που δεν έχει ξεκαθαρίσει είναι αν πρόκειται για ήττα σε μάχη ή σε πόλεμο. Όπως ήττα συνιστά η συγγραφή αυτού του κειμένου. Γιατί τα αυτονόητα δεν τα δηλώνεις. Ξεκινάς από αυτά και πας παραπέρα. Έτσι πήγαμε στη Μακεδονία, έτσι προσφέραμε έναν ηγέτη στην πατρίδα, καθιστάμενοι η αιχμή του ελληνικού δόρατος στην τελευταία φυγή προς τα μπρος που θάφτηκε τελικά στις στάχτες της Σμύρνης.

Σήμερα τα αυτονόητα είναι ζητούμενα σ΄ αυτό τον τόπο σε όλους τους τομείς. Έτσι, είναι και στο θέμα της Κρήτης. Θα αναγκαστούμε λοιπόν να κάνομε μια σύντομη αναφορά στο πώς εκδηλώθηκε η ελληνική ψυχή της Κρήτης ανά τους αιώνες, από τη στιγμή που αποκόπηκε από τον εθνικό κορμό του Βυζαντίου το 1204 μέχρι την επανένωσή της με την κρατική υπόσταση του νέου ελληνισμού το 1913.

Με την παράδοση της Κρήτης στους Ενετούς το 1204, οι κάτοικοι του νησιού ξεκίνησαν αντίσταση ενάντια στους Ενετούς. Κι επειδή η Πόλη ήταν φραγκεμένη στράφηκαν στη διάδοχη κρατική υπόσταση του Ελληνισμού, την αυτοκρατορία της Νίκαιας. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Βατάτζης έστειλε πλοία και πολεμοφόδια που δε στάθηκαν αρκετά να αντιμετωπίσουν τη θαλασσοκράτειρα Βενετία, κατεγράφη όμως ποιοι ήταν με ποιους και ποιο σημείο αναφοράς είχαν οι Κρητικοί, ποιους θεωρούσαν αδέρφια τους. Η αυτοκρατορία της Νίκαιας αποτελούσε σημείο αναφοράς για όλο τον υπόδουλο ελληνισμό αφού και οι υπόδουλοι της Μικράς Ασίας σ’ αυτήν προσέβλεπαν, όπως μαρτυρούν χρονολογήσεις εικονογραφιών στην Καππαδοκία με βάση τον βασιλεύοντα στη Νίκαια και όχι το Σελτζούκο σουλτάνο που κατείχε την περιοχή.

Με την απελευθέρωση της Πόλης, ο Μιχαήλ Παλαιολόγος υποκίνησε επανάσταση στην Κρήτη και έκτοτε όλες οι επαναστάσεις κατά των Ενετών ήταν υποστηριζόμενες και σε συνεννόηση με την ανασυσταθείσα Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Όλες καταπνίγονται, ενώ οι Τούρκοι πλησιάζουν και οι Κρητικοί αποτυπώνουν στα τραγούδια τους τη μυθική διάσταση που έχει γιαυτούς το Βυζάντιο:

Όντεν εθεμελιώνασιν οι άγγελοι την Πόλη, απ’ τ’ Άγιον Όρος το νερό κι από τη Χιό το χώμα

κι απού την Avτριανoύπολη φέρνουν τα κεραμίδια…

Παρακολουθούν με αγωνία την τουρκική προέλαση και πρώτοι αυτοί απ’ όλους τους Έλληνες θρηνούν το κούρσος της Αντριανούπολης:

Τα χελιδόνια τση Βλαχιάς και τα πουλιά τση Δύσης

Κλαίσιν αργά κλαίσιν ταχιά κλαίσιν το μεσημέρι

Κλαίσιν την Αντριανούπολη τη βαροκουρσεμένη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στο χρόνο κατά τον οποίο γράφονται αυτά, η Κρήτη ανήκει σε άλλο κράτος, όμως θεωρεί εαυτήν μέρος του ελληνικού λαού, όπου και αν αυτός βρίσκεται και μαζί του θρηνεί την πτώση της Ρόδου, αγωνιά για την έκβαση της συνόδου Φερράρας Φλωρεντίας («όντεν εδικονίζεντο ο Κωνσταντής στα ξένα»), αφηγείται τον γάμο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου («κάλεσμα κάνει ο Κωνσταντής το γάμο του να κάμει»).

Είναι επίσης άξιο αναφοράς ότι κατά την Ενετοκρατία, οι Κρητικοί διεκδικούν προνόμια από τους Ενετούς στη βάση της βυζαντινής προέλευσής τους, ως Αρχοντορωμαίοι, με χαρακτηριστική την αναγωγή της καταγωγής τους στα 12 αρχοντόπουλα του Βυζαντίου που κατά την παράδοση έστειλε ο Αλέξιος Κομνηνός στο νησί.

Ακολούθως, με την πτώση της Κωνσταντινούπολης, πολλοί οραματίστηκαν την αναβίωση του Βυζαντίου με κέντρο την Κρήτη αλλά οι απόπειρες εξέγερσης κατανικήθηκαν από τους Ενετούς, μέχρι τελικά η Κρήτη να ενωθεί με το υπόλοιπο γένος κάτω από την Οθωμανική κυριαρχία.

Η ενότητα του υπόδουλου ελληνισμού φάνηκε στα Ορλωφικά, όταν η συντονισμένη εξέγερση εγκαταλείφθηκε από τους Ρώσους αλλά πιστοποίησε την αίσθηση του ανήκειν στην ίδια συλλογικότητα, από τις Παραδουνάβιες ηγεμονίες μέχρι τα Σφακιά. «Ο Μπέης από τη Βλαχιά κι ο Μπέης απ’ τη Μάνη κρυφοκουβέντες είχασι με το Δασκαλογιάννη». Η ίδια αίσθηση οδήγησε τους Κρητικούς στη Φιλική Εταιρεία και στην προετοιμασία και συμμετοχή στην Επανάσταση του 21, η οποία δεν αφορά μόνο το Μωριά και τη Ρούμελη αλλά και τη Θράκη, τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία, την Κρήτη, τα νησιά. Συμμετέχουν στις εθνοσυνελεύσεις που έδωσαν τα Συντάγματα της επανάστασης και εθελοντές πηγαινοέρχονται στις επαναστατημένες περιοχές, τόσο κρητικοί στην ηπειρωτική Ελλάδα όσο και μη κρητικοί στην Κρήτη.

Όταν το ελλαδικό κρατίδιο δημιουργείται, ζητούν με πείσμα να συμπεριληφθεί σ’ αυτό η Κρήτη και αποτυγχάνουν. Από τότε, ο 19ος αιώνας είναι αιώνας επαναστάσεων με μόνιμο αίτημα το «Ένωση ή θάνατος», κοινό αίτημα του υπόδουλου ελληνισμού από τη Βόρειο Ήπειρο μέχρι την Κύπρο. Κι όταν το 1897 αποτινάσσεται ουσιαστικά ο τουρκικός ζυγός, αυτοί επιμένουν για την Ένωση και μόνο όταν την επιτυγχάνουν το 1913 θεωρούν ότι ολοκλήρωσαν τον αγώνα.

Στη διάρκεια της ζωής της Κρητικής Πολιτείας συμβαίνουν πολλά: Οι κρητικοί πηγαίνουν να πολεμήσουν εκεί που η πατρίδα τους χρειάζεται και ενώνουν τη Μακεδονία με την Ελλάδα πριν την Κρήτη. Η εξέγερση του Θερίσου επισφραγίζει τον πόθο της Ένωσης και αναδεικνύει ένα εθνάρχη. Οι βουλευτές της Κρητικής πολιτείας εισβάλλουν στο ελλαδικό κοινοβούλιο για να συνεδριάσουν με τους Παλαιοελλαδίτες βουλευτές σε μια συμβολική επίδειξη της ενότητας των πληθυσμών. Οι κρητικοί κληρωτοί σε κάθε περίσταση δίδουν τον όρκο του Έλληνα στρατιώτη. Όλα τα δημοτικά συμβούλια των τότε δήμων με ψηφίσματά τους κήρυτταν την Ένωση και καλούσαν τον Αρμοστή να ασκεί τα καθήκοντά του εν ονόματι του βασιλέως της Ελλάδος. Ο πόθος για την Ένωση είναι πανταχού παρών.

Αντίστροφα, στο Ελλαδικό κρατίδιο, οι προβληματισμένοι για την παρακμή και σήψη του στην Κρήτη προσβλέπουν για να ανανεώσει το ελληνικό όραμα και να εμφυσήσει νέα ορμή και πίστη στα δίκαια του έθνους. Καλούν το Βενιζέλο και η Κρήτη βρίσκεται στην πρωτοπορία στην περιπέτεια που αρχίζει με τους Βαλκανικούς και τελειώνει το 22, σε μια περίοδο όπου κάποια χρόνια δεν ανήκε καν στην Ελλάδα! Η Κρήτη, εκτός από εθνάρχη, χαρίζει στην Ελλάδα και μπαρουτοκαπνισμένους πολεμιστές με κορυφαίο το στρατάρχη Μανουσογιαννάκη.

Μετά την Ένωση, η κατοχή έδωσε την ευκαιρία στην Κρήτη να διεξαγάγει τον αντιστασιακό αγώνα εξ ονόματος όλου του ελληνισμού και να αντισταθεί στις αγγλικές προτροπές περί αυτονομίας τις οποίες οι σύμμαχοί μας έκαναν τη στιγμή του κοινού αγώνα και που είχαν την κατάληξη να συλληφθεί ο Γουντχάουζ, βιογράφος του Καραμανλή αργότερα, από τους αντάρτες.

Στα χρόνια που ακολούθησαν υπήρξε έμπρακτη στήριξη από τους κρητικούς του ενωτικού αγώνα του λαού μας στην Κύπρο, ενώ γράφτηκαν και σχετικά ριζίτικα τραγούδια. Ο Παύλος Γύπαρης, μεγάλος πια, επέστρεψε στην Αγγλία τα παράσημα που του είχαν απονεμηθεί για τη δράση του στο β’ παγκόσμιο πόλεμο και κάλεσε το Χάρντινγκ σε μονομαχία…

Τα παραπάνω έχουν μιαν αντίφαση: λέγονται για να αποδείξομε ότι δε χρειαζόταν να λεχθούν. Ότι το αυτονόητο δε χρειάζεται να διατυπώνεται. Όμως από τότε πέρασε πολύς καιρός και πολλές καταστάσεις. Το πρώτο που ήρθε, ήταν η διάθεση να καταστρέψομε το χώρο μας, τα χωριά μας, για να χτίσομε δωμάτια και να σερβίρομε τους τουρίστες, αυτούς που μέχρι χτες πολεμούσαμε. Κι ακολούθησε η ηθική εξαχρείωση ενός ολόκληρου λαού, που στην Κρήτη ήρθε με την παροχή της δυνατότητας σε πληθυσμούς με περιορισμένα μέσα να προσποριστούν εύκολα έσοδα όχι με την εργατικότητα, βασική αξία του λαού μας, αλλά με τις επιδοτήσεις βάσει ψευδών στοιχείων που δεν κατευθύνθηκαν στο σκοπό για τον οποίο προορίζονταν. Προς τούτο συνηγόρησε ένα ολόκληρο κύκλωμα με πρώτο το κράτος, έτσι που όποιος έμενε πιστός στις αξίες τις παλιές στερούνταν και θεωρούνταν και αφελής.

Η καλοπέραση αυτή οδήγησε στην τάση για πάση θυσία διατήρησή της, κι εκεί η παλιά ανδρεία μετεξελίχθηκε σε τραμπουκισμό, προστασία, χρήση κάθε μέσου και καταφυγή στις παραβατικές δραστηριότητες. Η λεβεντογέννα Κρήτη που όλοι θαύμαζαν, γινόταν πια ένα μαύρο πουκάμισο αδειανό. Οι προτεραιότητες είχαν αλλάξει, με την κατανάλωση να αποτελεί πια τη νέα μεγάλη ιδέα. Παράλληλα, τα θερμοκήπια, τα ξενοδοχεία, η οικονομική δραστηριότητα και ανάπτυξη δημιούργησαν τοπικές οικονομικές ελίτ, ενώ η χασισοκαλλιέργεια και το λαθρεμπόριο όπλων ανέδειξαν πληθυσμούς που ζούσαν και βολεύονταν από την παραβατικότητα.

Παράλληλα με την υποχώρηση των αξιών και του φρονήματος του λαού μας πανελλαδικά, ερχόταν και η υποχώρηση σε όλα τα μέτωπα, ένα εκ των οποίων είναι και της εξωτερικής πολιτικής. Η Τουρκία επελαύνει στο Αιγαίο, στο οποίο έχομε αναγνωρίσει ζωτικά συμφέροντά της. Κι η Κρήτη είναι ένας πολύ δυνατός κρίκος στην ελληνική άμυνα, με πληθυσμό ντόπιο εξισλαμισμένο που έχει εγκατασταθεί στην άλλη όχθη του Αιγαίου.

Το επόμενο στοιχείο που μας ενδιαφέρει είναι η άνοδος της παγκοσμιοποίησης και το ιδεολογικό στίγμα που τη νομιμοποιεί: Στα πλαίσια της κυριαρχίας της αγοράς, οι συλλογικές ταυτότητες πρέπει να υποσταλούν και να αντικατασταθούν από την εξατομίκευση και το πρότυπο του ατόμου-καταναλωτή, απρόσωπου και ακαθορίστων λοιπών στοιχείων. Η σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στα μέλη ενός λαού πρέπει να καταργηθεί. Δε νοείται ούτε η σύνδεση των λαών μεταξύ τους ως συλλογικοτήτων, οι Έλληνες και οι Σέρβοι, οι Ισπανοί με τους Πορτογάλους δε νοούνται να συνδιαλέγονται. Μόνο άτομα συνδιαλέγονται, καμιά άλλη ταυτότητα δεν αναγνωρίζεται (αυτό το βλέπει κανείς ακριβώς έτσι αποτυπωμένο στις διακηρύξεις φιλελεύθερων παρατάξεων). Δεν υπάρχει σύνδεση με την πατρίδα, με κάθε πατρίδα: Είμαστε όλοι παιδιά της γης που πατούμε αυτή τη στιγμή και έχομε τα ίδια δικαιώματα σ’ αυτήν (αυτό το ιδεολόγημα, που κατά κόρον χρησιμοποιείται από προοδευτικούς έως πάρα πολύ προοδευτικούς, εμπεριέχει μέσα του και τη νομιμοποίηση της προσφυγοποίησης εκατομμυρίων ανθρώπων από τη Νέα Τάξη: αφού δεν υπάρχουν πατρίδες, δε δημιουργούνται και πρόσφυγες, ενώ οι κολασμένοι της παγκοσμιοποίησης που καταφθάνουν εδώ ως λαθρομετανάστες, δεν προσδοκούν φιλοξενία σε έναν ξένο τόπο, θεμελιώνουν δικαίωμα εγκατάστασης αφού πατρίδα είναι όπου πατάμε).

Η παγκοσμιοποίηση όμως δεν είναι μονόδρομος ούτε είναι δεδομένη η επικράτησή της. Πρέπει να εμπεδωθεί και γιαυτό πρέπει να διαλυθούν οι εθνικές ταυτότητες. Κάποιες όμως είναι πολύ ισχυρές, όπως η Ελληνική, διαμορφωμένη δια πυρός και σιδήρου μέσα από μια παράδοση αντίστασης ενάντια και στην Ανατολή και προς τη Δύση, της οποίας μάλιστα αρχέτυπο και συμπύκνωση αποτελεί η Κρήτη. Πρέπει λοιπόν να πολεμηθεί το συνεκτικό στοιχείο της αίσθησης ότι ανήκομε στην ίδια συλλογικότητα, στο ίδιο έθνος. Πρέπει να σπάσει, να κατακερματιστούμε σε μικρά κομμάτια, αδύναμα και σε ανταγωνισμό πιθανόν μεταξύ τους. Πρέπει ακόμα να υποτιμηθεί η αντιστασιακή μας παράδοση κι η ιστορία μας, έτσι ώστε να εκλείψει κάθε έννοια αντίστασης, κι αν υπάρχει, να στερείται αυτή δύναμης. Αυτό το δύσκολο έργο το έχουν αναλάβει ειδικά για τα Βαλκάνια, τα οποία έχουν μακρά παράδοση αντίστασης και περηφάνιας, αφενός οι επιδρομές του ΝΑΤΟ και οι πολιτικές των Δυτικών δυνάμεων, αφετέρου οι «προοδευτικοί» ιστορικοί και διανοούμενοι που ξαναγράφουν τα βιβλία ιστορίας. Βιβλία σαν αυτό της 6ης Δημοτικού, που ωραιοποιούν την Οθωμανική κατοχή των βαλκανικών χωρών, διδάσκονται ήδη στη Βουλγαρία και τη Σερβία. Κι επειδή εδώ υπήρξε αντίδραση μεγαλύτερη από αυτήν που περίμεναν, έχομε τώρα και το ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΙ, που αποδομεί την κορυφαία στιγμή της νεώτερης ιστορίας μας, το 1821.

Ο κατακερματισμός της Σερβίας είναι το μοντέλο που πρέπει να επιβληθεί και στην Ελλάδα. Η Θράκη μπορεί να τραβηχτεί προς την Τουρκία, οι νομοί Πέλλας και Φλωρίνης προς τα Σκόπια, κι η Κρήτη αυτόνομη. Πρέπει όμως να σπάσει η αίσθηση της συλλογικής ταυτότητας των Ελλήνων. Κι εδώ βοηθός στέκει το ίδιο το Ελλαδικό κράτος.

Βοηθός στέκει το πριγκιπάτο των Αθηνών, που κυριαρχεί και καταδυναστεύει την υπόλοιπη Ελλάδα από πλευράς πόρων, ανθρώπινου δυναμικού, συγκέντρωσης υπηρεσιών, διοικητικών μηχανισμών. Που με μια συγκεντρωτική πολιτική αφαίρεσε από την ύπαιθρο τους ανθρώπους της, που με τη δομή του δεν επιτρέπει στις ελληνικές περιοχές να επικοινωνούν μεταξύ τους παρά μόνο μέσω της Αθήνας, που σε τελευταία ανάλυση καταστρέφει την ταυτότητα των παιδιών μας που γεννήθηκαν σ’ αυτήν και που δεν έχουν τα βιώματα και τις ζώσες αξίες του χωριού, διαμορφώνοντας καταναλωτές διασκέδασης δυτικού τύπου. Αυτό το κράτος έχει δημιουργήσει σε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα συναισθήματα αδικίας και παραμέλησης.  Μόνο που αυτή η αίσθηση δε βγαίνει ως αντιπαλότητα στην Αθήνα. Σε μιαν Ελλάδα που την οικειοποιείται η Αθήνα, βγαίνει ως αντιπαλότητα στην Ελλάδα. Και στην Κρήτη αυτό βγαίνει με τον ίδιο τρόπο: «Εμείς πολεμήσαμε για όλους και για μας δεν πολέμησε κανείς», ακούς στα χωριά μας, κι ακόμα, «Η Ελλάδα μας παραμελεί, μας εκμεταλλεύεται». Καταλαβαίνει κανείς πόσο πρόβλημα μπορεί να δημιουργήσει μια τέτοια νοοτροπία, αφού εντοπίζει λάθος πρόβλημα, και άρα προτείνει και λάθος λύσεις. Κι είναι ακόμα πιο επικίνδυνο το ότι κι άλλες παραμελημένες περιφέρειες, τον ίδιο υπαίτιο αναγνωρίζουν: την Ελλάδα. Κι ενώ θα μπορούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους, να πυκνώσουν τις συνεννοήσεις και τις ανταλλαγές τους παρακάμπτοντας την παρασιτική Αθήνα και διαμορφώνοντας εκείνες μια κοινή ελληνική πολιτική, αναπτύσσουν φυγόκεντρες τάσεις σε μια περίοδο που αυτό είναι της Νέας Τάξης επιδίωξη και ζητούμενο προσφέροντάς της το στο πιάτο.

Ακόμα χειρότερα, ο Καλλικράτης ήρθε και καθιέρωσε αυτό τον κατακερματισμό σε περιφέρειες, προσθέτοντας την αυτονόμησή τους από τον εθνικό κεντρικό σχεδιασμό. Σημείο αναφοράς είναι πια οι Βρυξέλλες και στόχος η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, που γίνεται πια σε επίπεδο περιφέρειας. Έτσι, όχι μόνο καταργείται η κοινή στρατηγική, αλλά και αναπτύσσεται ανταγωνισμός μεταξύ των ελληνικών περιφερειών που διαγκωνίζονται για τα ευρωπαϊκά προγράμματα, συντελώντας στην αποξένωση και την απομάκρυνσή τους. Μια ακόμα παράμετρος του Καλλικράτη είναι ο ναρκισσισμός που καλλιεργεί στους τοπικούς άρχοντες, οι οποίοι βλέπουν στους εαυτούς τους όχι πια το Δήμαρχο ή τον περιφερειάρχη, αλλά το μικρό Πρωθυπουργό. Από κει και πέρα, η φιλοδοξία να γίνουνε κι αυτοί κάτι σαν το Μακάριο δεν είναι μακριά.

Τέλος, οι εξελίξεις στην πατρίδα μας  με το Μνημόνιο και την κατάρρευση της αξιοπιστίας του πολιτικού κόσμου, δημιούργησαν νέα απογοήτευση και απελπισία στο λαό μας. Η διέξοδος σε αυτό και οι τρόποι αντιμετώπισής της είναι θέμα του λαού μας συνολικά, όμως κάποιοι, μέσα στον πανικό τους και προκειμένου να απαλλαχθούν από αυτούς που τους έφεραν σ’ αυτή την κατάσταση, αποδίδουν τη διαφθορά του πολιτικού κόσμου στην ίδια την Ελλάδα και ζητούν αυτονομία για να γλυτώσουν!

Σ’ αυτές τις συνθήκες, έχει από καιρό αναπτυχθεί μια φιλολογία περί απόσχισης της Κρήτης από τον εθνικό κορμό με μια σειρά επιχειρημάτων. Παράλληλα, παρακολουθούμε μια κλιμάκωση επιχειρημάτων και θεωριών που συνοδεύονται κι από έξωθεν προβοκάτσιες που παρουσιάζονται σα λάθη και καθόλου αθώες δεν είναι.

Η κεντρική και εμβληματική έκφραση της τάσης αυτής είναι η χρήση της σημαίας της κρητικής πολιτείας ως συμβόλου της Κρήτης και της αυτόνομης πορείας της. Εδώ πρέπει να πούμε ότι η διείσδυση της ιδέας της αυτονομίας έχει επενδύσει πολύ στην παθολογική αγάπη των Κρητικών για την ιδιαίτερη πατρίδα τους και την περηφάνια που νοιώθουν γιαυτή. Η ιδέα αυτή όμως ήταν πάντα συνυφασμένη με την ιδέα της Κρήτης ως γης ελληνικής και την ξεχωριστή θέση που αυτή κατά τους Κρητικούς και άλλους Έλληνες έχει στην ιστορία και στη συλλογική μας παράδοση. Σιγά σιγά καλλιεργήθηκε η ιδέα για μια Κρήτη τόσο ιδιαίτερη, που αποτελεί χωριστή ταυτότητα πολιτιστική κι όχι συνιστώσα στις ελληνικές παραδόσεις. Κι η σημαία της αυτονομίας ήταν η μόνη που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως σύμβολο, αφού όλες οι κρητικές σημαίες ήταν οι ελληνικές των χαίνηδων με το «Ένωσις ή Θάνατος», η σημαία του Καγιαλέ η Ελληνική, που αυτήν αναρτούσαν σε κάθε ευκαιρία επί Κρητικής Πολιτείας αποκαθηλώνοντας την άλλη με το τουρκάστερο. Η τελευταία λοιπόν, κατάντησε να θεωρείται σύμβολο της Κρήτης από τους σύγχρονούς μας Κρητικούς, ακόμα κι αν αυτοί δεν τάσσονται υπέρ της ιδέας της αυτονομίας. Από την άλλη, η μετάπτωση και μέσω της σημαίας σε θέσεις στήριξης της αυτονομίας, αρχικά μέσα από το χαβαλέ και στην πορεία συνειδητά, συντέλεσε στην αύξηση του κύματος αυτού σε πρώτη φάση.

Προς ενίσχυση και ουσιαστική επιβολή του θέματος, επινοήθηκε η απάτη με το δημοψήφισμα που δήθεν θα λάβει χώρα το 2012 με βάση τη διεθνή συνθήκη που αναγνώρισε αυτό που de facto είχαν επιβάλει οι Κρητικοί: την Ένωση με την Ελλάδα. Το δημοψήφισμα ήταν μια πολύ έξυπνη τακτική που είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία συζήτησης επί του ανύπαρκτου θέματος. Μας ανάγκασε λοιπόν να συζητούμε επ’ αυτού, να παίρνομε θέση, να το αναγνωρίζομε ως υπαρκτό. Το επέβαλε πιέζοντάς μας να τοποθετηθούμε εν όψει του 2012.

Παράλληλα, οι προβοκάτσιες στους αγώνες των μεσογειακών νησιών με την ανάρτηση της σημαίας της κρητικής πολιτείας για την Κρήτη αντί για την ελληνική, η αναφορά της Κρήτης ως ξεχωριστού κράτους σε ιστοσελίδες δυτικών οργανισμών, η ανάρτηση πανώ σε ποδοσφαιρικό αγώνα στο Ηράκλειο για την αυτονομία, οι αναφορές στο ανύπαρκτο δημοψήφισμα του 2012, η ανάρτηση της σημαίας σε ιστούς δήμων, δημιούργησαν μια δυναμική αλληλοτροφοδοτούμενη με το θέμα να συζητιέται κανονικά ανάμεσά μας.

Τους δυο αυτούς άξονες προπαγάνδας, το δημοψήφισμα και τη σημαία, θα πρέπει να μην τους υποτιμούμε ως γελοίους, γιατί ο στόχος δεν ήταν να πείσουν, αλλά να ανοίξουν το θέμα. Κι αυτό το κατάφεραν, μ’ εμάς να είμαστε σε θέση άμυνας, μη ξέροντας τι να κάνομε, αφού θέλαμε να μη δίδουμε διαστάσεις σ’ ένα θέμα που δεν υπάρχει. Η απουσία μας όμως συντέλεσε στην απρόσκοπτη ανάπτυξη του προβλήματος.

Σε δεύτερη φάση, ήρθε η αντίδραση και η ενημέρωση του κόσμου. Το έμβλημα που είχαν επιλέξει ήταν εύκολος στόχος, αφού μας έδινε τη δυνατότητα να αναφερθούμε στην ιστορία και τους συμβολισμούς της επικυριαρχίας του Σουλτάνου, το δημοψήφισμα μπορούσαμε να το αναιρέσομε με μιαν απλή ανάγνωση της Συνθήκης. Όμως η άλλη πλευρά σιγά σιγά έχει ήδη εγκαταλείψει το εργαλείο του δημοψηφίσματος, αφού δεν της είναι πια χρήσιμο, και είναι εύκολο να βρει εναλλακτικό σύμβολο τώρα που υπάρχει η κρίσιμη μάζα εκείνη που θα το υιοθετήσει εκ του μηδενός.

Η εξέλιξη των επιχειρημάτων των αυτονομιστών παρουσιάζει ενδιαφέρον, καθώς μετατοπίζεται πλέον σε πιο συναινετική και τεχνοκρατική φρασεολογία. Έτσι, προβάλλεται αφενός η αυτάρκεια της Κρήτης σε πλουτοπαραγωγικούς πόρους και ως οικονομία, η οποία μπορεί να συντηρήσει το νησί δίχως τη βοήθεια της Ελλάδας. Από την άλλη, τα ιδεολογήματα περί χωριστής ταυτότητας των Κρητών έχουν σιωπήσει. Στη θέση τους προβάλλεται από τη μια το κοινό ελληνοτουρκικό παρελθόν και ο πληθυσμός των κάποτε αδελφών μας Τουρκοκρητικών κι από την άλλη, η τραγική κατάσταση της Ελλάδας που τρώει τα παιδιά της και το αίτημα της αυτοδιοίκησης ως διέξοδος στην κακοδιοίκηση της κεντρικής εξουσίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι πια το αίτημα για ανεξαρτησία υποστέλλεται, έμφαση δίδεται στο ότι η Κρήτη είναι τελικά κομμάτι της Ελλάδας, απλά είναι καλό για όλους μας να έχομε ένα νοικοκύρεμα βρε αδερφέ, μια διοικητική ή οικονομική αυτονομία, τίποτα άλλο.

Το αίτημα αυτό, όπως εμφανίζεται στη σημερινή του μορφή, είναι εξαιρετικά επικίνδυνο, αφού παρουσιάζεται αθώο και μάλιστα έχει αναφορές στην αυτοδιοικητική μας παράδοση. Αυτό που αποκρύπτεται όμως είναι το ότι οι σημερινές αυτοδιοικητικές δομές του Καλλικράτη δεν έχουν καμιά σχέση με την κοινοτική μας αμεσοδημοκρατική παράδοση. Δημιουργούν απλά τις προυποθέσεις αναπαραγωγής της κομματικής κυριαρχίας σε όλα τα επίπεδα, γιγαντώνοντας τη μικρότερη βαθμίδα αυτοδιοίκησης από την κοινότητα γνωστών μεταξύ τους προσώπων στον απρόσωπο Καλλικρατικό δήμο, στραγγαλίζοντας την προοπτική κάθε ανεξάρτητης συλλογικής προσπάθειας παρέμβασης. Επιπλέον, άλλο η αυτοδιοίκηση εντός ενός «κοινού Ελλήνων», κι άλλο η αυτοδιοίκηση στη βάση της ετερότητας των Κρητών σε σχέση με τους (άλλους) Έλληνες.

Έτσι, ο μύθος της αυτάρκειας καταρρέει από την ίδια τη διατύπωσή του: Αστείρευτους υδάτινους πόρους ανακαλύπτει σε μια Κρήτη που με την αλλαγή του κλίματος απειλείται με ερήμωση, ενώ η δυνατότητα παραγωγής αγροτικών προϊόντων δε συνεπάγεται και αυτάρκεια στην ενέργεια και στις κατασκευές, ούτε πολύ περισσότερο στην άμυνα.

Όμως, δεν είναι ενωμένες οι ελληνικές περιοχές επειδή στερούνται αυτάρκειας καθεμιά ξεχωριστά. Ούτε σημαίνει αυτό ότι αν είναι αυτάρκεις φεύγουν, δεν είναι η ανάγκη που τις κρατάει ενωμένες αλλά η κοινή συνείδηση, η αίσθηση του ανήκειν στην ίδια συλλογικότητα, στον ίδιο λαό. Γιαυτό άλλωστε στο παρελθόν αγωνίστηκαν για την Ένωση, όχι μόνο οι Κρητικοί, αλλά όλοι οι Έλληνες που βρέθηκαν εκτός ελλαδικού κράτους στα 1830: Σαμιώτες, Δωδεκανήσιοι, Κύπριοι, Επτανήσιοι, Μικρασιάτες, Μακεδόνες, Θρακιώτες, Βορειοηπειρώτες.

Είναι ακόμα χαρακτηριστικό ότι το ζήτημα της άμυνας υποβαθμίζεται συστηματικά από τους υποστηρικτές της αυτονομίας. Η γεωπολιτική απουσιάζει από την ανάλυσή τους, κι αυτό όχι απαραίτητα από άγνοια. Κάποιοι όντως παραγνωρίζουν την απειλή της Τουρκίας, και αφελώς παρουσιάζουν ως παράδειγμα προς μίμηση την Κύπρο, το μεγαλύτερο ελληνικό νησί που κατέληξε ανεξάρτητο μετά από έναν αγώνα για την Ένωση που γελοιοποίησε τη μεγαλύτερη αποικιοκρατική δύναμη του κόσμου, τη Βρετανία, και που σήμερα βιώνει ακριβώς τις συνέπειες της μη ολοκλήρωσης του στόχου της Ένωσης. Επικαλούνται το οικονομικό θαύμα της Κύπρου, αλλά αυτό μόνο ως παράδειγμα του τι θα μπορούσε να κάμει ο Ελληνισμός ενωμένος μπορεί να χρησιμεύσει, δηλαδή με τα θετικά μιας παραγωγικής ανάπτυξης, συνδυασμένης όμως με αποτρεπτική ισχύ και όραμα, όχι ως κίνητρο για απόσχιση.

Κάποιοι άλλοι όμως αποσιωπούν το θέμα της άμυνας συνειδητά. Είναι αυτοί που αναφέρονται με νοσταλγία στην τουρκική παρουσία στο νησί, που στις εφημερίδες και τις επιχειρήσεις τους βάζουν το μπλέ και το κόκκινο σε αναλογία τρία προς ένα, παραπέμποντας ευθέως και ρητά στην παρουσία της τουρκοκρητικής μειονότητας στο νησί. Δεν έχει θέση εδώ η ανάλυση της προέλευσης των τουρκοκρητικών από εξισλαμισμένους δικούς μας πληθυσμούς, ούτε η επισήμανση ότι όσοι φτάσαμε να αποκαλούμαστε Έλληνες σήμερα είμαστε οι απόγονοι αυτών που δεν εξισλαμίστηκαν τότε. Αλλά πρέπει να μας θορυβήσει το γεγονός ότι οι αυτονομιστές εμμέσως πλην σαφώς έχουν και μια προοπτική τουρκικής εμπλοκής στην Κρήτη, την οποία διεκδικούν με την προβολή μιας κοινής ταυτότητας που ενώνει χριστιανούς και μουσουλμάνους του νησιού και η οποία βεβαίως δεν είναι ελληνική: είναι μόνο κρητική και αυτήν προβάλλουν, αντίθετα με το παρελθόν μας και την ιστορία μας, αποσιωπώντας ότι οι αγώνες μας ήταν ενάντια σ’ αυτούς με τους οποίους γίνεται σήμερα επίκληση κοινής ταυτότητας.

Το θέμα βέβαια ενδιαφέρει την Τουρκία πάρα πολύ. Η διεκδίκησή της εμφανίζεται από πλευράς της μέσα από διάφορες ατραπούς, από τις αεροφωτογραφίσεις των περιοχών μας μέχρι την έρευνα στα υποθηκοφυλακεία για τις περιουσίες των Τουρκοκρητικών και την ανάρτηση νοσταλγικών βίντεο στο γιουτιούμπ με καρτ-ποστάλ του καιρού της τουρκικής κατοχής με υπόκρουση κρητικής μουσικής και λεζάντες στα τουρκικά και στα αγγλικά για την κοινή πατρίδα όλων μας, χριστιανών και μουσουλμάνων.

Επιπλέον, η αποδοχή της τουρκικής υπηκοότητας των ιεραρχών της Κρητικής Εκκλησίας, αποτελεί ήττα στο συμβολικό επίπεδο και τεράστια απειλή την οποία έχομε υποβαθμίσει: Ο όρκος πίστης στο τουρκικό σύνταγμα δεν έρχεται μόνο σε ευθεία αντίθεση με την αντιστασιακή παράδοση της εκκλησίας μας, αυτής που χρηματοδότησε τον αγώνα του λαού μας στην Κρήτη και πρόσφερε σειρά μαρτύρων και ηγετών. Δημιουργεί μιαν ομάδα πίεσης υπέρ των τουρκικών θέσεων στο έδαφός μας, κρατώντας σε ομηρία τους ιεράρχες μας και αναγκάζοντάς τους να ταυτίσουν τις φιλοδοξίες τους με την τουρκική εξωτερική πολιτική. Αποδέχεται την παραβίαση της συνθήκης της Λωζάννης που διαπράττουν οι Τούρκοι χαρακτηρίζοντας το οικουμενικό Πατριαρχείο τουρκικό ίδρυμα στο οποίο προσβλέπουν να ηγηθούν, κι όλο αυτό παρουσιάζεται ως κίνηση μεγαλοψυχίας της Άγκυρας και εποικοδομητική στάση που απαιτεί ως αντάλλαγμα την αναγνώριση των ψευδομουφτήδων (προφανώς γιατί μέχρι κι οι Τούρκοι καταλαβαίνουν ότι η Ελλάδα είναι ενιαία από την Θράκη ως τη Γαύδο).

Τις αυτονομιστικές θέσεις εκφράζουν σε γενικές γραμμές τα εξής συμφέροντα: των οικονομικά ισχυρών του νησιού μας, οι οποίοι δε θέλουν να μοιράζονται τον πλούτο που παράγουν με τους υπόλοιπους Έλληνες μέσω της φορολογίας και θεωρούν ότι πρέπει να διαχειρίζονται οι ίδιοι την παραγόμενη υπεραξία. Των παραβατικών, που επιζητούν μια τοπική κυβέρνηση που δε θα μπορεί να αντιπαρατεθεί μαζί τους, και που μπορεί να ελέγχουν κιόλας. Επιπλέον, σε μια μικρής κλίμακας κρατική οργάνωση, θα ελέγχουν και την οικονομική ζωή μέσω της «προστασίας» σε βάρος των οικονομικά ισχυρών, οι οποίοι δε θα είναι τόσο ισχυροί ώστε να τους ελέγξουν αλλά αρκετά εύποροι ώστε να τους συντηρούν μ’ αυτό τον τρόπο. Των εκκολαπτόμενων πολιτικών του Καλλικράτη, που προσδοκούν αξιώματα και τιμές αρχηγού κράτους και κυβερνητικών αξιωματούχων. Και νεφελωδώς των απόκληρων του σημερινού συστήματος που απλά ταυτίζουν την κρίση με την Ελλάδα και αφελώς θεωρούν ότι θα τους σώσει από το Μνημόνιο η αυτονομία.

Το ετερόκλητο μέτωπο των αυτονομιστών έχει αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα, τα οποία η κάθε διακριτή ομάδα εντός του δεν αντιλαμβάνεται ότι ακυρώνουν τις δικές της επιδιώξεις. Έτσι, οι οικονομικοί παράγοντες δεν αντιλαμβάνονται ότι τυχόν αυτονομία θα σημάνει τον έλεγχο του νησιού από τις δυνάμεις της παραβατικότητας, των ναρκωτικών και της προστασίας. Καμιά τοπική κυβέρνηση δε θα είναι σε θέση να αντιπαρατεθεί μαζί τους, εκτός του ότι μάλλον θα ελέγχεται από αυτές εκούσα άκουσα. Αντίστοιχα, οι δυνάμεις της παρανομίας, παραγνωρίζουν ότι αργά ή γρήγορα η Κρήτη θα περάσει υπό Τουρκικό έλεγχο, ο οποίος δε θα ανεχτεί τέτοιες δραστηριότητες που θα εμπνέουν ανασφάλεια στα συμφέροντά του που θα αναπτυχθούν στο νησί. Θα στραφεί εναντίον τους, είτε για να τις υποκαταστήσει με δικές του δυνάμεις είτε για να εξαλείψει τις δραστηριότητες αυτές. Και στις δυο ομάδες αυτές βέβαια, υπάρχει και η προοπτική της τουρκοποίησής τους για να διατηρήσουν τη θέση τους στην τοπική κοινωνία, δηλαδή θα δούμε να επαναλαμβάνεται το φαινόμενο του γενιτσαρισμού με νέο τρόπο.

Μπορεί να αντιλέξει κάποιος ότι αυτά δε γίνονται εντός της Ευρωπαικής Ένωσης. Όμως, αυτά μπορούν να γίνουν δίχως στρατιωτική επέμβαση, με κατάλληλους χειρισμούς και θέση της τοπικής κυβέρνησης σε ομηρία. Τα παραδείγματα της Κύπρου, της Ελλάδας πια, που δεν τολμάει να ανακηρύξει ΑΟΖ, είναι εδώ για να μας αφαιρέσουν κάθε αμφιβολία. Και αν η Ελλάδα δεν κηρύσσει ΑΟΖ, η Κρήτη μόνη της πώς θα τολμήσει να εκμεταλλευτεί τα περιβόητα κοιτάσματα που θα την καταστήσουν ενεργειακά αυτάρκη;

Την αυτόνομη Κρήτη θέλει διακαώς και το δυτικό μπλόκ, ώστε να την εντάξει στη σειρά των αβύθιστων αεροπλανοφόρων της Μεσογείου, που ξεκινούν από το Γιβραλτάρ και κορυφώνονται στην Κύπρο, στις βρετανικές βάσεις, που αποτελούν επικράτεια της Βρετανίας, όχι παραχωρημένο χώρο από την Κυπριακή Δημοκρατία, όπως η Σούδα. Θυμίζω ότι ο Ελληνισμός δεν θεωρείται από τους θεωρητικούς της Νέας Τάξης ως μέρος του Δυτικού κόσμου. Θα προσθέσω ότι συμφωνώ με αυτή την ανάλυση, πλην όμως η δυτική προσέγγιση γίνεται στη βάση της σύγκρουσης των πολιτισμών κατατάσσοντάς μας σε αντίπαλο στρατόπεδο, ενώ μια προσέγγιση οικουμενικότητας θα έβλεπε σ΄ αυτή τη διαφορετικότητα την ευκαιρία για διάλογο μεταξύ των διακριτών ταυτοτήτων σε βάση αμοιβαίου σεβασμού. Ακόμα περισσότερο, το ελληνικό πολιτισμικό πρότυπο θα μπορούσε να αποτελέσει διέξοδο στην κρίση του Δυτικού πολιτισμού, αλλά αυτό δεν το έχομε ούτε εμείς οι ίδιοι ακόμα καταλάβει, μιμούμενοι αυτούς με το κόμπλεξ του επαρχιώτη, υποτιμώντας τη δική μας παράδοση.

Έτσι λοιπόν, ντόπια και ξένα συμφέροντα, το καθένα για τους δικούς του λόγους, πολλές φορές αντίθετους μεταξύ τους, επιζητούν την απόσχιση της Κρήτης από την Ελλάδα. Το θέμα είναι να προλάβομε αυτές τις εξελίξεις, κι όχι να περιμένομε να δικαιωθούμε από το τι θα συμβεί αφού γίνουν αυτά.

Απαραίτητο στοιχείο γιαυτό είναι να δουλέψομε σε δύο επίπεδα, τοπικά και πανελλαδικά. Τοπικά, η ενημέρωση του κόσμου πρέπει να είναι συνεχής και αποφασιστική. Δε μιλούμε όμως για ενημέρωση ιστορικών στοιχείων μόνο. Γιατί αυτά είναι κοινός τόπος σε τελευταία ανάλυση. Κι επιπλέον δεν είναι και δεσμευτικά για το σήμερα και το αύριο. Αυτό που μας λείπει σήμερα, και γιαυτό καταντήσαμε εδώ που είμαστε τώρα, είναι η κρίση αξιών της πατρίδας μας συνολικά, η απουσία οράματος, η βούληση να συνεχίσομε όλοι μαζί. Πρέπει λοιπόν η απάντησή μας να απαντά και στις προκλήσεις του σήμερα μαζί με τα ιστορικά μας στοιχεία. Γιατί αλλιώς θα γίνει αυτό που είδαμε στα Ίμια, όπου ο πρωθυπουργός μας μιλούσε για αήττητα νομικά όπλα της Ελλάδας και η Τουρκία επέβαλε την καθιέρωσή τους ως γκρίζας ζώνης.

Πανελλαδικά, πρέπει να έρθουν σε επαφή όλες οι ελληνικές περιφέρειες μεταξύ τους, παρακάμπτοντας την Αθήνα, να γνωρίσουν η μια τα προβλήματα και ιδιαιτερότητες της άλλης και να συνειδητοποιήσουν ότι είναι η μια πιο παραμελημένη από την άλλη, ότι τα θέματα είναι κοινά, ότι μόνο με κοινή δράση μπορούνε πράγματι να λυθούνε. Οι περιφέρειες μαζί, οφείλουν να ξαναδούν την κρίση από τη σκοπιά της έλλειψης οράματος και να δουλέψουν για να δημιουργήσουν μια νέα προοπτική, μια νέα ιδεολογία του ελληνισμού, με εργαλεία που μας έρχονται από την αντιστασιακή μας παράδοση.

Αυτό σημαίνει κι ότι οι σύλλογοί μας θα πρέπει να γίνουν πιο ιδεολογικοί. Να σκύψουν όχι μόνο πάνω από τα έθιμα, αλλά και από τα ήθη. Και πρέπει ο καθένας μας να απαντά αποφασιστικά μόλις εγείρεται το θέμα. Με επιχειρήματα και δίχως να αφήνει περιθώριο για αμφιβολίες.

Ο αγώνας δεν είναι εύκολος γιατί το όραμα δεν υπάρχει. Το όραμα εμείς μόνο θα το ξαναφτιάξομε, ο καθα-γεις από μας, και όλοι μαζί. Κι αν δεν τα καταφέρομε θα δούμε πράματα πολύ χειρότερα από όσα έχουν ήδη εμφανιστεί.

Απρίλιος 15, 2011 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , , , , | 5 Σχόλια

ΓΙΑ ΕΝΑ ΔΙΚΤΥΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ

Η σημερινή συγκυρία αποτελεί συγκυρία παρακμής για τη χώρα και τον λαό μας:

Στο εσωτερικό, η αναξιοπιστία του πολιτικού συστήματος, η προϊούσα απεμπόληση βασικών αξιών που μας συνόδεψαν ανά τους αιώνες, ο ατομικισμός, η απώλεια της ταυτότητάς μας και η μετατροπή μας σε καταναλωτές εισαγόμενων σκουπιδιών, η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, η μετατροπή της εκτός λεκανοπεδίου χώρας σε χώρο αναψυχής της πρωτεύουσας, η καταστροφή της γεωργικής και κτηνοτροφικής δραστηριότητας, ο γραφειοκρατικός στραγγαλισμός κάθε παραγωγικής προσπάθειας, αποτελούν συμπτώματα ενός οργανισμού που νοσεί.

Στο εξωτερικό, η πίεση από την ιμπεριαλιστική πολιτική της Τουρκίας και η απροθυμία οποιασδήποτε αντίστασης σ’ αυτή, η αδυναμία άσκησης συγκροτημένης εξωτερικής πολιτικής και η υποταγή της σε κομματικές και προσωπικές σκοπιμότητες οδηγούν την πατρίδα μας σε αναξιοπιστία και προοιωνίζονται εξελίξεις επώδυνες. Η αμφισβήτηση ελληνικών εδαφών και ο σφετερισμός της ιστορίας μας μένουν αναπάντητα και το μήνυμα ότι δεν υπάρχει βούληση αντιπαράθεσης εντείνει τις επεκτατικές βλέψεις των γειτόνων μας.

Οι αιτίες για το σημερινό ξεπεσμό είναι πολλές κι η συζήτηση γι’ αυτές μεγάλη. Υπάρχουν διεθνείς παράμετροι και τοπικές ιδιαιτερότητες, αντιφάσεις του ελλαδικού κράτους και νοοτροπίες στρεβλές. Κι όλες πρέπει να ληφθούν υπόψη όταν αναλύομε την κατάσταση για να δούμε πως θα την αντιμετωπίσομε.

Μπορούμε όμως να αναφερθούμε εδώ στο ότι ο γιγαντισμός της πρωτεύουσας, μιας μητροπολιτικής περιοχής που έφτασε να αποτελεί το μισό του πληθυσμού μας, διαμορφώνει συσχετισμούς που έχουν αντίκτυπο σ’ όλα τα παραπάνω, πώς τα προσλαμβάνομε και πώς αντιδρούμε σ’ αυτά. Η πρωτεύουσα απομυζά την παραγωγή της υπόλοιπης Ελλάδας, τοποθετεί αρνητικό πρόσημο στην παραγωγικότητα και διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό τον παρασιτικό χαρακτήρα της χώρας. Ο γιγαντισμός της δημιουργεί ασφυξία σε ατομικό επίπεδο, με ατέλειωτες χαμένες ώρες και κόστος για μετακινήσεις, τεντωμένα νεύρα και ανταγωνισμό για μια θέση στάθμευσης του βασιλιά της σύγχρονης Ελλάδας, του αυτοκινήτου. Πρόκειται για ένα παράδειγμα του πως η αύξηση του ΑΕΠ μέσω της άσκοπης κατανάλωσης χρόνου, καυσίμων, οχημάτων και των παρεπομένων επισκευών, νοσηλειών κλπ μειώνει την ποιότητα ζωής μας. Κοντά σ’ αυτά, οι αρχές της αλληλεγγύης, του σεβασμού προς τον άλλο και τη φύση, η εργατικότητα, η σεμνότητα, η συλλογικότητα, αποτελούν πλέον αναποτελεσματικά οχήματα επιβίωσης σε ένα κράτος που επιβραβεύει την ασυδοσία και τη ρεμούλα.

Οι κάτοικοι της πρωτεύουσας δραστηριοποιούνται σε μια προσομοίωση ζωής. Νομίζουν ότι ζουν περνώντας καθημερινά δύο και τρεις ώρες από τη ζωή τους στο αυτοκίνητο, ότι ψυχαγωγούνται ακολουθώντας ένα αστραφτερό αλλά κενό πρότυπο ντυσίματος, μόδας, διασκέδασης, τρέχουν πίσω από συνεχώς δημιουργούμενες ανάγκες, και χάνουν την επαφή μεταξύ τους σε φιλικό και οικογενειακό επίπεδο, την ουσία των πραγμάτων, τη φιλία και την εμπιστοσύνη του ενός στον άλλο. Χάνουν, μέσα στην πιεστική καθημερινότητα, το δεσμό με τη γειτονιά όπου ζουν αλλά και την επαφή τους με τον τόπο καταγωγής τους κι αν όχι οι ίδιοι, τα παιδιά που γεννούν και αναθρέφουν στην Αθήνα έχουν απωλέσει και το δέσιμο με το χωριό, τη γή, τις αξίες που αυτό ακόμα διατηρεί. Τι αίσθημα πατρίδας μπορεί να επιζεί στις συνειδήσεις των ανθρώπων αυτών που ζουν και κινούνται σε έναν τόπο αβίωτο και πλήρως αλλοτριωμένο; Κι ακόμα, επειδή πια είναι πάρα πολλοί (και ισχυροί) οι κάτοικοι της Αθήνας, οι συμπεριφορές και «αξίες» που διαμορφώνουν περνάνε με τον πρωτευουσιάνικο αέρα τους (και την τηλεοπτική εικόνα) και στην υπόλοιπη Ελλάδα, η οποία προσπαθεί να μην υπολείπεται της πρωτεύουσας.

Η Αθήνα επιβάλλει τους όρους της στην υπόλοιπη Ελλάδα. Μέσα από ένα συγκεντρωτικό κράτος διαμορφώνει τους κανόνες του παιχνιδιού μακριά από τις ανάγκες και τις απαιτήσεις της υπόλοιπης χώρας, η οποία δεν εκπροσωπείται στα κέντρα αποφάσεων. Δε μπορούν να την εκπροσωπούν βουλευτές που εκλέγονται εκεί αλλά δουλεύουν, ζουν και αναδεικνύονται στην Αθήνα.

Η διαμόρφωση ενός πληθυσμού δίχως ταυτότητα σημαίνει και την άσκηση μιας πολιτικής δίχως στόχους σε έναν τόπο χωρίς συλλογικότητες. Οι προτεραιότητες αφορούν στη διαιώνιση ενός καταναλωτικού μοντέλου που δημιουργεί και οφείλει να καλύπτει συνεχώς «ανάγκες», έστω και με τον γνωστό μας παρασιτικό τρόπο.

Έτσι, η Θράκη, το Αιγαίο, η Κύπρος, είναι πολύ μακριά και αποτελούν ενοχλήσεις μάλλον παρά αφορμές για προβληματισμό και διαμόρφωση μιας εξωτερικής πολιτικής που θα έχει σαν αποτέλεσμα την εμπέδωση της ειρήνης και τη διαφύλαξη της ακεραιότητας της χώρας.

Έτσι, η προστασία κι ο σεβασμός του περιβάλλοντος υποχωρούν μπροστά στη «ανάγκη» της στέγασης σε πολυτελή αυθαίρετα, της μείωσης των εξόδων απορρύπανσης των βιομηχανιών, της επίτευξης του στόχου «ένα τουλάχιστον αυτοκίνητο ανά κάτοικο». Αγοράζουμε για ατομική μας κατανάλωση αυτά που μέχρι χτες παρήγαμε, αξιοποιώντας κάθε σπιθαμή της γης μας, αυτής που τώρα γίνεται αντικείμενο επιβουλών.

Έτσι, η χώρα που είναι από τις πρώτες στους ηλιακούς θερμοσίφωνες, δεν είναι σε θέση να παραγάγει η ίδια την ενέργεια που χρειάζεται από ήπιες ανανεώσιμες πηγές. Και αφιερώνει ένα τεράστιο ποσοστό του ισοζυγίου πληρωμών της στο πετρέλαιο, αφήνοντας τον ήλιο και τον αέρα της ανεκμετάλλευτους. Κι όταν το κάνει, παραχωρεί τα βουνά μας σε γιγάντιες πολυεθνικές για την εγκατάσταση ανεμογεννητριών βαριάς περιβαλλοντικής παρενόχλησης. Το αντίθετο δεν το κάνει. Δηλαδή την προώθηση της παραγωγής ενέργειας από τα νοικοκυριά και τις τοπικές κοινωνίες. Κι όπου το κάνει, είναι γιατί μπορεί να συνυπάρξει με τους ενεργειακούς κολοσσούς. Όπου δεν μπορεί, δε γίνεται. Στην Κρήτη, πχ, το δίκτυο δε «σηκώνει» παραγωγή ενέργειας από νοικοκυριά, ενώ έχουν δώσει άδειες σε μεγάλες εταιρείες που θα παράγουν πολύ περισσότερη ισχύ.

Η επιτόπια παραγωγή και κατανάλωση ενέργειας, τροφίμων και άλλων αγαθών, αποτελεί έτσι κι αλλιώς μια πρόκληση του μέλλοντος προς την ανθρωπότητα. Η σπατάλη φυσικών πόρων που προκαλούν οι μεταφορές αγαθών και ενέργειας ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την περιβαλλοντική υποβάθμιση. Από την άλλη, η επιτόπια παραγωγή μεταφέρει και τα κέντρα αποφάσεων από την πρωτεύουσα και τις Βρυξέλλες στις τοπικές κοινωνίες. Αυτό από μόνο του δημιουργεί στις τελευταίες ευθύνες, ανάγκη για συνεργασίες και προγραμματισμό και προάγει την άμεση δημοκρατία. Οι αρχές και οι αξίες του λαού μας που αναφέρθηκαν παραπάνω, μπορούν να ανθίσουν σε ένα τέτοιο επίπεδο.

Εδώ και χρόνια, βλέπομε την αξιοπρέπειά μας να χάνεται σαν πολίτες και σαν κοινωνία. Θα ήταν άδικο να επιρρίψομε την ευθύνη αποκλειστικά στο κράτος μας. Αυτό εμείς το δημιουργούμε, εικόνα μας είναι. Κι αντανακλά τη δική μας ανεπάρκεια.

Δεν μιλούμε λοιπόν για ευθύνες άλλων. Αν αγαπάμε ακόμα την πατρίδα μας, θα πρέπει να σκύψουμε πάνω στους εαυτούς μας και ν’ αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι. Κι ακόμα, οι ενέργειές μας δεν πρέπει να ευτελιστούν σε επαιτεία προς το κράτος. Αλλάζοντας εμείς οι ίδιοι μπορούμε σε μια καθημερινή πρακτική να υποκαταστήσουμε μερικώς την ανεπαρκή πολιτεία. Να δημιουργήσουμε συμπράξεις και κοινές πορείες σε μια σειρά θέματα που θα ακυρώσουν το γιγαντισμό και τη γραφειοκρατία του κράτους, που θα παρακάμψουν την πολιτική του παρασιτισμού και που θα καταφέρουν να το αλλάξουν τελικά.

Η αποκέντρωση είναι μονόδρομος σε μια τέτοια πορεία. Ήδη το λεξιλόγιο που χρησιμοποιείται επίσημα πια, (κέντρο-περιφέρεια), αποδίδει ακριβώς το αδιέξοδο που υπάρχει. Δεν νοείται κέντρο, όπως δεν νοείται και μια μόνο περιφέρεια. Αυτό που θα πρέπει να υπάρχει είναι πολλές γεωγραφικές ελληνικές περιφέρειες, σε ισορροπία μεταξύ τους, δίχως κάποιο κέντρο που να τις καταδυναστεύει. Η Αθήνα, με μειωμένο πληθυσμό, θα πρέπει να ανήκει κι αυτή σε μια από τις περιφέρειες.

Σ αυτή την πορεία, η Αθήνα δεν μπορεί να βοηθήσει για αντικειμενικούς λόγους. Γιατί η ίδια έχει απολέσει τα εργαλεία που θα μας βοηθήσουν να αναστρέψουμε την κατάσταση. Εδώ, για λόγους αντικειμενικούς, θα είναι στην πρώτη γραμμή οι περιοχές που κρατούν ακόμα στοιχεία των παλιών μας αξιών.

Γι’ αυτό, οι εκτός «κέντρου» Ελληνικές περιοχές θα πρέπει να αποκαταστήσουν επαφές μεταξύ τους. Αυτό δε συμβαίνει σήμερα. Οι επαρχίες μας επικοινωνούν μόνο μέσω της πρωτεύουσας-ήλιου, σε ένα πλέγμα σχέσεων που εξακτινώνονται μέσω του κέντρου. Μεταξύ τους δεν έχουν απευθείας επαφές. Αυτό από μόνο του δημιουργεί αντινομίες. Όταν οι επί μέρους επαρχίες δε γνωρίζουν η μια την κατάσταση της άλλης, δεν έχουν εικόνα του πόσο ισότιμα παραμελημένες είναι. Καθεμιά μπορεί να θεωρεί ότι η κατάστασή της είναι μοναδική, και ότι υπεύθυνη γι’ αυτό δεν είναι η υδροκέφαλη πολιτική ενός Αθηναϊκού κράτους αλλά η ίδια η Ελλάδα. Είναι εύκολο λοιπόν να αναπτύσσεται μια αντιπαλότητα όχι κατά του κέντρου αλλά κατά της ίδιας της Ελλάδας. Ακόμα, όταν οι επαρχίες δεν έρχονται σε επαφή μεταξύ τους, δε γνωρίζουν την κατάσταση η μια της άλλης, δεν καταλαβαίνει η Κρήτη πχ την εγκατάλειψη της Ηπείρου ούτε η Πελοπόννησος το μειονοτικό πρόβλημα στη Θράκη. Κι αυτό εμποδίζει τη σύνθεση μιας πολιτικής πραγματικά κεντρικής, όχι με την έννοια του ότι αποφασίζεται στο «κέντρο» αλλά με την έννοια του ότι όλοι από κοινού τη χαράζουμε.

Πρέπει λοιπόν να συναντηθούμε, οι ελληνικές επαρχίες. Πρέπει να αρχίσουμε μια συζήτηση για όλα αυτά κι άλλα που δεν μπορεί να πιάσει τούτο το κείμενο, ακριβώς γιατί δεν έχουμε εικόνα όλης της κατάστασης, αποξενωμένοι μεταξύ μας. Ο χρόνος πιέζει πια πολύ. Η εσωτερική κατάπτωση κι η εξωτερική απειλή είναι εδώ, παρούσες, κι η πορεία δεν είναι πια σίγουρο ότι αντιστρέφεται, ακόμα κι αν υπάρξει η βούληση για κάτι τέτοιο. Όμως αυτή την προσπάθεια πρέπει να την κάνουμε, όλοι μαζί, για μια πατρίδα δίκαιη κοινωνικά, χειραφετημένη εθνικά, με άμεση δημοκρατία, αυτάρκη και με σεβασμό στη φύση.

Πρωτοβουλία για ένα δίκτυο των ελληνικών περιφερειών

Σεπτεμβρίου 13, 2010 Posted by | Γενικά, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , , , , , , , , , , , | Σχολιάστε

ΑYΤOΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ: ΤΙ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΠΑΙΖΕΤΑΙ;

1866

Βλέπουμε και ακούμε αρκετές αναφορές τελευταία στην αυτονομία της Κρήτης. Περιθωριακές, αλλά με επαναλαμβανόμενη συχνότητα, δημιουργούν προβληματισμούς, όταν γίνεται παντιέρα η σημαία της Κρητικής Πολιτείας κι όταν αρχίζουμε να βλέπουμε την προοπτική μιας Κρήτης ξεκομμένης από τον εθνικό κορμό. Μπορούμε να συνοψίσουμε την επιχειρηματολογία μας στα εξής:

1) Το αίτημα για αυτονομία δεν είναι αίτημα των Κρητικών

Εμείς για ελευθερία σκέτη αγωνιστήκαμε μόνο μέχρι το τέλος της επανάστασης του ’21, οπότε η μη συμπερίληψη της Κρήτης στο Ελλαδικό κράτος γέμισε οργή και θλίψη τους αγωνιστές. Συμμετείχαμε στις συνελεύσεις για τα επαναστατικά συντάγματα και συντονιστήκαμε με κάθε τρόπο με τον αγώνα των υπολοίπων ελληνικών πληθυσμών, στέλνοντας και δεχόμενοι εθελοντές και συμμετέχοντας στους σχεδιασμούς. Μετά το 1830, οι επαναστάσεις μας ήταν πια μόνο για την Ένωση με τον υπόλοιπο ελεύθερο εθνικό κορμό. Η ελευθερία δίχως την Ένωση με την Ελλάδα δεν αποτελεί στόχο ούτε προοπτική για τους Κρητικούς και η Ελεύθερη Ελλάδα συμπαραστέκεται στους αγώνες μας.

Ακόμα περισσότερο, όταν διώξαμε τους Τούρκους ουσιαστικά, αποδεχόμενοι σαν τακτικό ελιγμό τη δημιουργία μιας αυτόνομης υποτελούς στο Σουλτάνο Πολιτείας, της Κρητικής Πολιτείας, συνεχίσαμε να αγωνιζόμαστε για την Ένωση. Οι Κρήτες βουλευτές θέλησαν να εισβάλουν στη Βουλή των Ελλήνων και να συνεδριάσουν μαζί με τους υπόλοιπους Βουλευτές, ώστε να επιβάλουν μ’ αυτό τον τρόπο την Ένωση, μέσα από μια συνεδρίαση της Βουλής όλων των Ελλήνων Βουλευτών.

Οι Μακεδονομάχοι μας πήγαν και σκοτώθηκαν στη Μακεδονία για να την ενώσουν με την Ελλάδα, σε μιαν εποχή που στην Κρήτη ακόμα δεν είχαμε πετύχει το στόχο αυτό. Είχαν όμως μια συνολική οπτική του Ελληνισμού και βρίσκονταν παντού, όπου η Ελλάδα τους χρειαζόταν.

Και όταν ήρθε η Ένωση, παλαίμαχοι καπετάνιοι ύψωσαν την ελληνική σημαία στο Φιρκά, έχοντας αγωνιστεί γιαυτό τον εθνικό πόθο.

Η Κρητική Πολιτεία δεν ήταν η μόνη προσωρινή κατάσταση ελληνικής περιοχής. Παράλληλες πορείες άλλων ελληνικών πληθυσμών που βρέθηκαν στην ίδια θέση, πάντα με στόχο την Ένωση, είναι η Ιόνιος Πολιτεία, από τα Επτάνησα με δημοψήφισμα κήρυξαν ακολούθως την Ένωση, η Ηγεμονία της Σάμου, η Κύπρος. Η τελευταία δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τον πόθο της Ένωσης, είναι όμως εδώ για να μας δίνει πολλά μαθήματα για τα λάθη μας.

kritiki_simaia

2) Η σημαία της Κρητικής Πολιτείας δεν είναι σημαία των Κρητικών

Οι δικές μας σημαίες, αυτές που υψώνανε τα σώματα των χαϊνηδων, που σήκωσε όρθια ο Καγιαλές κάνοντας το κορμί του ιστό στους βομβαρδισμούς του Ακρωτηρίου, είναι οι Ελληνικές σημαίες είτε σκέτες ή με την επιγραφή » Ένωση ή Θάνατος» ή » Ένωση». Αυτές ενέπνεαν τους παλιούς μας και μ’ αυτές αγωνίζονταν. Κανείς δεν αγωνίσθηκε για τη δοτή σημαία με το κόκκινο τεταρτημόριο πάνω αριστερά, που επέβαλαν οι Δυνάμεις στους Κρητικούς μετά απαίτηση του Σουλτάνου, και που συμβολίζει την Τουρκική μειονότητα και την επικυριαρχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στην Κρήτη. Και με χαρά την υπέστειλαν, μαζί με την Τουρκική, ανεβάζοντας στον ιστό την Ελληνική σημαία το 1913. Δε μπορούμε λοιπόν σήμερα να ταυτίζουμε την σημαία των Δυνάμεων, του Σουλτάνου και των Τούρκων με την Κρήτη. Είναι λάθος, καλοπροαίρετο αλλά πια πολύ επικίνδυνο, να την κατεβάζουν οι πατριώτες μας ως ταπετσαρία στα κινητά τους τηλέφωνα, στα αμάξια τους, να την τυπώνουν στα μπλουζάκια τους.

Μια άλλη αντίστοιχη σημαία, την κυπριακή, ο λαός μας στην Κύπρο την αποκαλεί »το κουρελόπανο της Ζυρίχης» αφού κι αυτοί για την Ελληνική σημαία πάλεψαν ρεζιλεύοντας τη μεγαλύτερη αποικιοκρατική δύναμη.

1878

3. Τελικά, ποιοι θέλουν την αυτονομία;

Πέρα από μια διάθεση πλάκας με την οποία εκφέρεται σε παρέες το θέμα, υπάρχουν πράγματι κάποιοι που τη θέλουν. Αυτοί είναι οι Αμερικάνοι και οι Τούρκοι, στα πλαίσια μιας πολιτικής που ήδη χτύπησε τη Γιουγκοσλαβία, και η οποία αποσκοπεί στο να μεταβάλει τα Βαλκάνια σε μικρά αδύναμα αλληλοσυγκρουόμενα κρατίδια, τα οποία δε θα μπορούν να αντισταθούν στα ηγεμονικά σχέδια της Άγκυρας για ανάδειξη της σε περιφερειακή υπερδύναμη. Κι αυτό σε συνδυασμό με την επιδίωξη των ΗΠΑ να εντάξουν την Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε να ματαιώσουν έτσι την ανάδειξή της σε ομοιογενή ισχυρό πόλο στην παγκόσμια σκακιέρα.

Είναι ακόμα το οργανωμένο έγκλημα στην Κρήτη, το οποίο προτιμά να έχει απέναντι του ένα κράτος αδύναμο και εν πολλοίς ελεγχόμενο από αυτό, παρά ένα κράτος που όποια στιγμή θελήσει θα το πατάξει. Το ότι τώρα το ελληνικό κράτος δεν έχει αυτή τη βούληση, δε σημαίνει ότι δε θα την έχει στο μέλλον, κι αυτό θέλουν να το προλάβουν.

Είναι ακόμα αυτοί που νιώθουν ισχυροί οικονομικά και θέλουν να διαχειρίζονται μόνοι τους τον πλούτο που συσσωρεύουν. Δίχως την αλληλεγγύη μεταξύ των Ελληνικών πληθυσμών, δίχως την αίσθηση του ότι την Ένωση δεν τη ζητήσαμε για να γίνουμε πλουσιότεροι, αλλά για να είμαστε μαζί με τα αδέλφια μας. Η Κύπρος προσφέρει εδώ ένα συγκινητικό παράδειγμα: Όταν οι Άγγλοι τους ρωτούσαν γιατί θέλουν την Ένωση με ένα φτωχό κράτος όπως η Ελλάδα, γράφανε στους τοίχους »την Ελλάδα θέλωμεν και ας τρώγωμεν πέτρες».

Τη θέλουν και κάποιοι που έχουν δικαιολογημένα παράπονα από το κράτος. Αυτό το Αθηναϊκό βαμπίρ που ρουφάει το αίμα της υπόλοιπης Ελλάδας, και που παρασιτεί σε βάρος της. Όμως αυτό δεν είναι παράπονο της Κρήτης κατά της Ελλάδας. Είναι οργή της περιφέρειας κατά της Αθήνας, κι έτσι πρέπει να το αντιμετωπίσουμε. Με σύμπραξη όλων των ελληνικών περιφερειών, με τη Θράκη και τα νησιά που κινδυνεύουν, την Ήπειρο που είναι η πιο φτωχή περιοχή της Ευρώπης, τη Μακεδονία, την Πελοπόννησο. Περιοχές που αγαπούν και πονάνε την Ελλάδα και δεν την σκοτώνουν όπως η Αθήνα. Με αίτημα την άμεση μεταφορά της πρωτεύουσας, την ανασύσταση των ελληνικών κοινοτήτων, που τόσο μακριά πήγαν τον Ελληνισμό. Κι αυτή η κατηγορία των πατριωτών μας είναι αυτή που πρέπει να προσέξουμε, γιατί οι προθέσεις τους δεν είναι κακές, έχουν μια βάση, οδηγούνται όμως σε λάθος αντιδράσεις.

kagiales

4. Τι θα γίνει αν τελικά γίνει η Κρήτη ανεξάρτητη;

Καταρχάς δεν υπάρχει κάποια συνθήκη που να προβλέπει δημοψήφισμα και λοιπά φαιδρά. Αν η Κρήτη γίνει ανεξάρτητη θα το επιβάλουν αυτό οι ΗΠΑ και η Τουρκία, με την στήριξη κάποιων ντόπιων που δε συνειδητοποιούν τις προεκτάσεις αυτών που λένε.

Έτσι, θα προστεθεί ένα ακόμα αδύναμο κράτος στην περιοχή, έρμαιο στις διαθέσεις των Τούρκων που έχουν ήδη δείξει τις προθέσεις τους. Κι οι Τούρκοι δε θα επιτρέψουν ούτε άσκηση αυτόνομης πολιτικής ούτε ηρεμία στο νησί. Θα επιχειρήσουν να το ξαναπάρουν και οι δυνάμεις θα είναι πολύ άνισες. Έτσι, θα ακυρωθούν και οι μακάριες βλέψεις των τουριστικών και αγροτικών παραγόντων, που θα δούνε τον πλούτο τους να το νέμονται άλλοι. Μην ξεχνούμε ότι πολλοί από αυτούς που μιλάνε σήμερα για την Τουρκική μειονότητα της Κρήτης, και δίνουν στις επιχειρήσεις τους τα χρώματα του ελληνικού θαλασσί και του τουρκικού κόκκινου, θα βρεθούν σε μια τέτοια κατάσταση στη θέση να μοιραστούν με τους Τουρκοκρητικούς περιοχές και επιχειρηματική δραστηριότητα σε ένα περιβάλλον που θα ευνοεί τους τελευταίους. Μια ματιά στις εξελίξεις στο Κυπριακό θα πείσει και τον πιο δύσπιστο. Οι Τούρκοι που έφυγαν θα επιστρέψουν κι όχι μόνο αυτοί. Εκεί, δε θα είναι κανείς σε θέση να μας βοηθήσει.

Παράλληλα, θα αποσταθεροποιηθεί κι η υπόλοιπη Ελλάδα. Οι Τούρκοι θα λυμαίνονται το Αιγαίο, όπως ήδη κάνουν, ενώ οι δικές μας δυνάμεις θα είναι διασπασμένες. Κι αυτό θα οδηγήσει προοπτικά στην ακύρωση της επανάστασης του ’21, στην επιστροφή της Τουρκίας στο χώρο μας είτε ως επικυρίαρχου κακού γείτονα που δεν τολμάμε να πειράξουμε είτε ως κανονικού δυνάστη. Και καμιά Ευρώπη δε θα συμπαρασταθεί σε ένα λαό που δε σέβεται την ιστορία του και την αξιοπρέπειά του. Γιατί αν ήμασταν Παλαιστίνιοι, το σεβασμό θα τον κερδίζαμε. Τώρα που είμαστε μια κοινωνία παραιτημένη και αφοσιωμένη στην κατανάλωση δανεικών, ποιος θα μας γλιτώσει από τον εαυτό μας;


xarths_krhths_palios_sm

5. Τι να κάνουμε;

Η Κρήτη είναι το δεύτερο μεγαλύτερο Ελληνικό νησί. Και τέτοιο θα παραμείνει. Χρειάζεται ενημέρωση των συμπατριωτών μας για τη λάθος εντύπωση που έχουν για την αυτονομία, για το αντιιστορικό λάθος της χρήσης της σημαίας της Κρητικής Πολιτείας ως κρητικού συμβόλου, που προσβάλει τους ίδιους τους παππούδες μας, ενίσχυση των επαφών με τους υπόλοιπους ελληνικούς πληθυσμούς κατά του Αθηναϊκού παρασιτισμού και απόλυτη αποφασιστικότητα απέναντι στους Αμερικάνους, τους Τούρκους και τους λίγους ντόπιους υπηρέτες τους. Ό,που εμφανίζονται, πρέπει να μας βρίσκουν μπροστά τους. Το χρωστάμε στο παρελθόν μας, στην ιστορία μας, στους εαυτούς μας και στο μέλλον μας.

Μαρτίου 20, 2009 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη | , , , , , , , , , , , | 4 Σχόλια