Με το τουφέκι και τη λύρα

ΠΑΓΚΡΗΤΙΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1770: ΤΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΜΕ;

Με ικανοποίηση ακούσαμε εδώ και δυό χρόνια ότι η επέτειος της επανάστασης του Δασκαλογιάννη το 1770 στα Σφακιά, αναβαθμίστηκε σε παγκρήτια εκδήλωση μνήμης. Και σίγουρα αξίζουν συγχαρητήρια σε όσους πρότειναν και πέτυχαν την καθιέρωσή της. Από κει και πέρα όμως τι γίνεται; Ποια είναι τα διδάγματα της επετείου και πώς τα αξιοποιούμε σήμερα;

pic_10

Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι καλώς η επέτειος τιμάται σε παγκρήτιο επίπεδο κι όχι πια μόνο σε σφακιανό. Κι αυτό γιατί οι Σφακιανοί έκαμαν την επανάσταση για όλη την Κρήτη: «Γιατί κι αν είμαι Σφακιανός παιδί τση Κρήτης είμαι και να θωρώ τσι χρισθιανούς στα βάσανα πονεί με», λέει ο Δασκαλογιάννης στη γνωστή ρίμα.

Παρ’ όλα αυτά, το παγκρήτιο επίπεδο μπορεί να είναι μόνο το πρώτο σκαλοπάτι προς τον πανελλήνιο εορτασμό: Η επανάσταση του 1770 δεν είναι τοπικό φαινόμενο. Αποτελεί κομμάτι των Ορλωφικών, και τη μοίρα τους ακολούθησε: «Ο Μπέης από τη Βλαχιά κι ο Μπέης απ’ τη Μάνη κρυφοκουβέντες είχασι με το Δασκαλογιάννη», θα τραγουδήσει ο Μπατζελιός στην ίδια ρίμα. Κοινή προσπάθεια του Ελληνισμού, με συνεννόηση και συντονισμό, που απέτυχε αφού δεν είχε τη στήριξη που της είχαν υποσχεθεί οι Ρώσοι. Όμως ήταν προσπάθεια, η πρώτη οργανωμένη μεταξύ των ελληνικών πληθυσμών εκείνων που μπορούσαν να τη στηρίξουν, προανάκρουσμα του σηκωμού του 21.

Από την άλλη, τι σημαίνει τιμώ μιαν επέτειο; Πώς τιμούμε το 1770, το 1821, το 1866, το 1940-1944; Με ένα λόγο, μερικά στεφάνια κι ένα τραπέζι; Πού είναι οι δικές μας ευθύνες απέναντι σ’ αυτούς που μας παρέδωσαν αυτή τη γη και σ’ αυτούς που θα την παραδώσομε; Οι αγώνες του λαού μας έγιναν αψηφώντας τους δυσμενείς συσχετισμούς δυνάμεων, με βάση την πίστη στα δίκαιά μας, το πείσμα, την αγάπη στην ελευθερία, την αξιοπρέπεια, την αυτοθυσία, τη θέληση όλοι μαζί να φτιάξομε μια δική μας πατρίδα, ελεύθερη και περήφανη. Κοίταξαν τον ήλιο κατάματα και δε χαμήλωσαν το βλέμμα.

pic_7

Σήμερα τι μας θυμίζουν οι επέτειοι; Οι πιο πολλοί δε μπορούν να συνδέσουν το Αρκάδι με τον αγώνα της Ένωσης. Το μήνυμα της αντίστασης του Δασκαλογιάννη, του Κολοκοτρώνη, του Γιαμπουδάκη, του Βελουχιώτη, είναι σήμερα ένα πουκάμισο αδειανό. Απέναντι στην έφοδο στον ουρανό των παλιών μας, εμείς αντιτάσσομε το ρεαλισμό της οσφυοκαμψίας. Στην αξιοπρέπειά τους αντιπροτείνομε το ρεαλισμό του κατευνασμού και της υποχώρησης. Στο κοινοτικό τους πνεύμα αντιπαρατάσσομε τον ωχαδερφισμό μας, στην αλληλεγγύη τους τον ατομισμό και την ιδιώτευση.

Εκεί όμως το χάνομε το παιχνίδι. Γιατί αν νομίζομε ότι κάμαμε το χρέος μας με το να τους τιμούμε σε μια γιορτή που δε θα μας αφήσει διδάγματα, τους απατούς μας κοροϊδεύομε. Γιατί Αυτοί, με Α κεφαλαίο, ούτε για να τους τιμούμε εμείς οι ανάξιοί τους σήμερα αγωνιστήκανε, ούτε για να πάρουν κάποια οφίτσια. Είχαν απλά τις αρετές εκείνες που εμείς έχομε χάσει. Κι όταν εμείς σήμερο τους τιμούμε, προσπαθούμε να ξεγελάσομε εμάς τους ίδιους, να βολευτούμε ακόμα και στην ασυνέπειά μας, ότι το χρέος μας το κάμαμε. Όταν όμως η γιορτή τελειώνει και τα στεφάνια ξεραίνονται στον ήλιο τις επόμενες μέρες, όταν γυρίζομε στην καθημερινότητά μας, η γύμνια μας φαίνεται όσο κι αν προσπαθούμε να μην τη βλέπομε. Και το χειρότερο είναι ότι σε λίγο δε θα μπορούμε να την κρύψομε κιόλας.

Ιουνίου 23, 2009 Δημοσιεύθηκε από Fourokatos | Κείμενα για την Κρήτη, ΣΦΑΚΙΑ | , , , , | No Comments Yet

ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ ΣΤΗ ΛΕΣΧΗ ΜΠΙΛΝΤΕΝΜΠΕΡΓΚ!

IMAGE0001_md

Με ενδιαφέρον διάβασα στο φιλικό ιστολόγιο «Θεαμαπάτες και δικτυώματα» τον κατάλογο με τους συνέδρους της συνάντησης της Λέσχης Μπίλντενμπεργκ στον Αστέρα που δημοσίευσε το «Βήμα». Έμεινα όμως με ανοιχτό το στόμα όταν διάβασα ανάμεσα στα ανφάν γκατέ των ισχυρών του κόσμου, δίπλα στον Γούλφοβιτς, το Χόλμπρουκ, τη Διαμαντοπούλου, τη Ντόρα, το Σέφερ, το Μπαμπατζάν, τον Κοτς και τους εστεμμένους και τον αρχηγό του κόμματος των Γερμανών Πρασίνων! Μα καλά, ούτε τα προσχήματα δεν τηρούν; Κι οι καινούργιοι φίλοι τους του ΝΑΤΟ δεν τους προστατεύουν; Ή μήπως είναι τόση η λιγούρα τους να εμφανιστούν σαν ισότιμοι μ’ αυτούς που μέχρι προχτές πολεμούσανε που δεν τους ενδιαφέρει καθόλου το ρεζίλεμα; Είναι γνωστό ότι από καιρό τα πράσινα κόμματα έχουν μεταλλαχθεί σε οικολογικό δεκανίκι της παγκοσμιοποίησης, αλλά ότι η ανταμοιβή τους γίνεται τόσο πανηγυρικά δεν το περιμέναμε. Κι έρχονται κι ευρωεκλογές, και το εδώ αδελφάκι της νεοταξικής οικολογίας, οι Οικολόγοι-Πράσινοι, σκίζει στις δημοσκοπήσεις. Άραγε θα ψελλίσουν κάποια δικαιολογία γιαυτό ή θα το περάσουν στο ντούκου μήπως και καθυστερήσει να τους πάρει χαμπάρι ο κόσμος; Κι αν τους πάρει χαμπάρι ποιους να ψηφίσει, το ΣΥΡΙΖΑ που ούτε μια βόλτα δεν έκανε από ‘ξω να διαμαρτυρηθεί, αφήνοντας πάλι το ΚΚΕ να τον εκθέσει; Τελικά οι προοδευτικοί της Νέας Τάξης θα κρεμαστούν από το σκοινί που θα τους δώσει η ίδια, όταν πια δε θα τους χρειάζεται…

Μαΐου 19, 2009 Δημοσιεύθηκε από Fourokatos | Γενικά, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , , , | No Comments Yet

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΕΝΟΣ ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΟΜΕΝΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΟΥ

n79

Εδώ και μήνες, σκηνικό  Ιμίων στήνεται πάνω από το Αγαθονήσι. Οι Τούρκοι το θεωρούν τουρκικό έδαφος, τα αεροπλάνα τους υπερίπτανται του νησιού, κατευθυνόμενες στρατιές λαθρομεταναστών, των κολασμένων της παγκοσμιοποίησης, αποβιβάζονται στο νησί των 70 κατοίκων που παρά την απουσία της πολιτείας βρίσκονται εκεί για να φυλάττουν Θερμοπύλες.

Μόνο που είναι απελπιστικά μόνοι. Κι οι Τούρκοι οργιάζουν. Θεωρούν το Αγαθονήσι και το Φαρμακονήσι νησιά που δεν περιέχονται στις διεθνείς συνθήκες δυνάμει των οποίων τα απέκτησε η Ελλάδα, και αμφισβητούν έμπρακτα την κυριαρχία μας, απειλώντας να αποσπάσουν κι άλλο ελληνικό κομμάτι μετά τα Ίμια και τη Βόρεια Κύπρο.

Η ιδιαιτερότητα εδώ έγκειται στο ότι μεν η Βόρεια Κύπρος είναι άλλο –ελληνικό- κράτος, οπότε στην Ελλάδα μάλλον ως βάρος βιώθηκε παρά ως ακρωτηριασμός, που δεν μας αφορά (ποιος θα ξεχάσει το ‘’η Κύπρος είναι μακριά’’ της πολιτικής ηγεσίας), τα δε Ίμια είναι ακατοίκητα. Έτσι, οι κυβερνήσεις από το 1996 και μετά μπορούν επικοινωνιακά να λένε ότι παραμένουν δικά μας, άντε κι ότι είναι γκρίζα ζώνη και να κρύβουν την αλήθεια από το λαό.

Το Αγαθονήσι όμως κατοικείται. Κι είναι Ελλαδική επικράτεια. Είναι λοιπόν μια ενόχληση σ’ αυτούς που θέλουν να κρύψουν την απειλή, ενώ γι’ αυτούς που νοιάζονται είναι μια πηγή αγωνίας.

%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CE%B8%CE%BF%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B9

Και βέβαια τα ΜΜΕ απλά δε γνωρίζουν το θέμα. Μαθαίνουμε για τα πάντα εκτός των Τουρκικών προκλήσεων. Το χειρότερο είναι ότι το θέμα το αγνοεί και η εξωτερική μας πολιτική. Δεν υπάρχει αντίδραση, δεν υπάρχει στρατηγική, το θερμό επεισόδιο είναι προ των πυλών κι εμείς κοιτάμε αλλού.

Τα χειρότερα όμως δεν έχουν φτάσει. Κι εμείς, η κοινωνία η δικιά μας, είμαστε συνυπεύθυνοι γι’ αυτό. Αδιαφορούμε, παραδομένοι στο κυνήγι της κατανάλωσης, κλεισμένοι στο καβούκι του ο καθένας, μακριά από το παλιό πνεύμα του κοινοτισμού και την αίσθηση της αλληλεγγύης του ενός για τον άλλο.

Το χειρότερο λοιπόν είναι ότι παρόλο που κάθε μέρα κρύβει και μιαν ακόμα ταπείνωση παρ’ όλο που το νέο θερμό επεισόδιο θα σημάνει απώλεια εθνικού εδάφους και δημιουργία προσφύγων, των πρώτων μετά το ’74,  ως προς τον Ελληνισμό και των πρώτων μετά το ’22 για το Ελλαδικό κράτος, εμάς δεν μας απασχολεί αυτό. Κλείνουμε τα μάτια, δε θέλουμε να γνωρίζουμε, μας ενοχλεί που υπάρχει το Αγαθονήσι γιατί μας δημιουργεί πρόβλημα (αυτό, όχι οι Τούρκοι). Σκεφτόμαστε ρεαλιστικά, σκύβουμε το κεφάλι απέναντι σε μιαν ανώτερη δύναμη, κάνουμε δηλαδή αυτό που ποτέ δεν καταδέχτηκαν να κάμουν οι παλιοί μας, που ξυπόλητοι όρμησαν στον ουρανό και κατέκτησαν την ελευθερία, για να την πάρουμε σήμερα εμείς και να την ξευτιλίζουμε κάθε στιγμή.

Δεν υπάρχουν ‘’ανώτερες’’ δυνάμεις: Μόνο ραγιάδες υπάρχουν. Κι όσο αυτοί καταδέχονται να παραμείνουν ραγιάδες, θα είναι άξιοι κάθε χλεύης και κάθε ταπείνωσης. Ουαί τοις ηττημένοις!

Μαΐου 14, 2009 Δημοσιεύθηκε από Fourokatos | Γενικά, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | 7 σχόλια

ΛΑΜΠΡΙΑΤΙΚΟΣ ΨΑΛΤΗΣ

Ἐὰν ρως το παρόντος διηγήματος το ατούσιος γράφων, τότε πικεφαλς τίτλος θ εχε μλλον τροπικν κα λληγορικν σημασίαν. Διότι, να μέν, μ τν εδοκίαν τς θείας Προνοίας, εναι ληθές, τι κα χάρις ες τν φιλάδελφον προθυμίαν το χωρικο κα ρχοντικο φίλου μου κυρ-Γιάννη Πεντελιώτου, ξιομαι σχεδν κατ᾿ τος νελλιπς, κατ τς περιδόξους ταύτας μέρας, ν συμψάλλω ναμίλλως μετ᾿ ατο, ποβαστάζοντος δι τς χειρς τ γυαλιά του, γαπντος τ πολίτικον φος, παρατείνοντος π᾿ πειρον τ μουσικ κλα κα τς καταλήξεις του, ες τν μικρν γροτικν ναΐσκον το χωρίου Θ… που μυροβολε, λισσόμενον ες κυανος στεφάνους, τ μοσχολίβανον, περιβάλλον, ς δι φεύγοντος πλαισίου, τος κτινωτος στεφάνους κα τς σεμνς ψεις τν γίων, κα που μ τς κεντητς ποδιάς των κα τ λευκ κολόβια α νεαρα χωρικα προσέρχονται, φέρουσαι γκαλίδας ρόδων κα ων κα θημωνίας λας δενδρολιβάνου, καταφορτώνουσαι μ λόφους νθέων τν πενιχρν πιτάφιον, μ χοντα νάγκην λλης πολυτελείας. κε εσβάλλει ολαμς λος ατοσχεδίων ψαλτν, κρατούντων ν ν φυλλάδιον το πιταφίου ες τν χερα, οτινες φιλοτιμονται ν ψάλλωσιν ν σπαρακτικ παραφωνί τ γκώμια, καταστρέφοντες δι κωμικν σφαλμάτων κα τς λίγας λέξεις, σαι εναι ρθς τυπωμέναι ες τ φυλλάδια κενα.

getimage

δο λοιπν ποον τ ατιον τς δυσφορίας των – κα πόσον φελς τ μολογοσι… τ ξωτερικεύουσι. Ν φιλοξενηθες γεμονικς ες τ μέγαρα μεγάλου ρχοντος, κα ν μ προπίεις ες τιμν το οκοδεσπότου! Ν πολαύσεις (ξενίας δεσποτικς κα θανάτου τραπέζης) κα ν μν ποδώσεις εχαριστίαν ες τν στιάτορα! λλ᾿ ες τ διηγημάτια, σα δημοσίευσα κατ καιρος ποφαινόμενος τ Χριστούγεννα τ Πάσχα, νεπνεύσθην, ληθς, π τς ναμνήσεις μου κα τ ασθήματά μου, τ ποα θέλγουσι κα συγκινοσι, μ ατόν, σως κα λίγους κλεκτος φιλαναγνώστας. τι δ τοιοτοι πάρχουσιν, ποδεικνύεται κ τούτου, τι δυ τν φημερίδων, α κορυφαοι της πρωτευούσης, ς κα τ μονάκριβον περιοδικόν, δεξιονται τ ορτάσιμα διηγημάτια τν μερν τούτων. πειτα οδαμο σχεδν θ ερητε, τι πεζήτησα βεβιασμένην θέσιν πλοκήν, πως γαλβανίσω τν περιέργειαν το ναγνώστου. που γίνεται λόγος περ ξενιτευμένων, οτινες πιστρέφουσι μετ μακρν πουσίαν στέλλουσι γράμματα μετ λικς παρηγορις ες τος οκείους, τατα λα βασίζονται π τς πραγματικότητος, καθόσον λοι ο ζήσαντες ες παραθαλάσσιους κα ναυτικος τόπους τς λλάδος κάλλιστα γνωρίζουσι τι, κατ τς παραμονς δίως τν ορτν, πολλο ξενιτευμένοι, ν συνήθως φαίνονται ψυχρο κα πεσκληρυμένοι τν φλοιόν, αφνης «νθυμονται» τος οκείους των, κα πιστρέφουσι ες τς πατρίδας, ν ατο κωλύονται π φιλοτιμίας ν κατέλθωσι επροσώπως, χι σπανίως ποστέλλουσι παραμυθίαν ες τς γηραις μητέρας κα τς δελφάς των. ν λλοις γίνεται λόγος περ τν κοινωνικν κα οκογενειακν θίμων, τν σχετιζομένων μ τς ορτάς, κα λλαχο πάλιν σθενς πλοκ στρέφεται περ νεωτεριστικν τί κα φθοροποιν θιμον. Τί τ πίθανον ες λα τατα;

λλ τ πλεστα τν π᾿ μο γραφέντων ορτασίμων διηγημάτων χουσιν, ς μο πιτραπ λατινικς ρος, a priori τν πόθεσιν, εναι δηλ. μλλον θρησκευτικά. Ποίαν χάριν, σς παρακαλ, ποίαν δύναμιν πρωτοτυπίαν θ εχε τ ν λάβ τις τν κόπον ν περιγράψ λεπτομερς πς χωρικς ερες πλθε ν λειτουργήσ ες ξωκκλήσιον χάριν μικρς κοινότητος γροίκων βοσκν, ποοι κα πόσοι μετέσχον τς πανηγύρεως κα ποα τιν σαν τ θη τν πανηγυριστν; Τοτο θ το λως ετελς κα ταπεινν κατ τν γνώμην τν κριτικν. Τ ν γράψ τις, τι γηραις νρ φόνευσε τν συμβίαν του, κατ᾿ ατν τν μέραν τν Χριστουγέννων – χωρς μήτε ναγνώστης, μήτε συγγραφες ν ποπτεύσωσι κν διατ τν φόνευσε – τοτο εναι ψηλν κα πολυτελς κατ τν κτίμησιν μερικν. Μετ τοιοτον γκλημα κατ᾿ ατν τν γίαν μέραν, τ θέμα ξηντλήθη κα λα τ Χριστουγεννιάτικα κα τ Πασχαλιν διηγήματα δν πρέπει πλέον ν βλέπωσι τ φς.

11631562251

Μ «θρησκευτικ πρς Θεο!». Τ λληνικν θνος δν εναι Βυζαντινοί, ννοήσατε; Ο σημερινο λληνες δν εναι κατευθείαν διάδοχοι τν ρχαίων. πειτα πολιτίσθησαν, προόδευσαν κα ατοί. Συμβαδίζουν μ τ λλα θνη. Ποίαν ποίησιν χει τ ν γράψς, τι Χριστς «δέχεται τν λατρείαν το πτωχο λαο»; Κα τι πτωχς ερες «προσέφερε τ Θε θυσίαν ανέσεως;» Κα ν περιγράφεις τ σωτερικν το ναΐσκου, μ τς νυσταλέας κανδήλας κα τς μαυρς μορφς τν γίων λόγυρα! Δν τ ννοομεν μες ατά. μες θέλομεν διήγημα, τ ποον ν εναι λο ποίησις, χι πεζ πραγματικότης. Σ δ πς τολμς ν γράφεις, μιλν περ ουλιανο το Παραβάτου, καρφωμένου ες τν τοχον π τν λόγχην το γίου Μερκουρίου, τοιαύτην βλάσφημον φράσιν: «Πελιδνς παράφρων τύραννος…». ταν συγγραφες λλος, κα λλης περιωπς, δημοσιεύσας πρ τν στορικοφανταστικν δράμα, προέτασσε «χυδαα» ληθς προλεγόμενα, δι᾿ ν βριζε βαναύσως τν θρησκείαν τν πατέρων το – τότε οδες λόγος το πως σκανδαλισθ τις, διότι τ πργμα το τς μόδας. λλ σ ν τολμς ν κφράζεσαι μ τοιαύτην σεβ γλώσσαν περ το ουλιανο κείνου – το Παραβάτου ποστάτου καλουμένου – θρασύτης περβαίνει πν ριον. Κα μως σοφς πικριτς δν νόησεν, τι φράσις το «ξ ντικειμένου» πως λέγουσιν ατοί· πέδιδε δηλ. δι λέξεων τ χρώματα το ζωγράφου κα τι πν ζήτημα περ τν δοξασιν το γράφοντος (στις ντούτοις δν ρνεται, τι συμμερίζεται τν γνώμην το Βυζαντινο τοιχογράφου) παρέλκει λως.

icon2

Δι ν δώσομεν πέρας ες τ προοίμιον ατό, θ επομεν μ δυ λέξεις τι: τ σημερινν θνος δν πγε, δυστυχς, τόσον μπρός, σον λέγουν ατοί. Τ θνος τ λληνικόν, τ δολον τουλάχιστον, εναι κόμη πίσω, κα τ λεύθερον δν δύναται ν τρέξ ρκετ μπρός, χωρς τ λον ν διασπαραχθ ς διασπαράσσεται, φε! δη. τρέχων πρέπ ν περιμέν κα τν πόμενον, ἐὰν θέλ ν τρέχ· λεύθερος πρέπει ν βοηθ τν δεσμώτην πρέπει ν τν νακουφίζ. σον παρέρχεται χρόνος, τόσον τ λεύθερον θνος καθίσταται, ομοι! νικανότερον, πως δώσ χερα βοηθείας ες τ δολον θνος. γγλος Γερμανς Γάλλος δύναται ν εναι κοσμοπολίτης ναρχικς θεος τιδήποτε. καμε τ πατριωτικν χρέος του, κτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα εναι λεύθερος ν παγγέλλεται χάριν πολυτελείας τν πιστίαν κα τν παισιοδοξίαν. λλ Γραικύλος τς σήμερον στις θέλει ν κάμ δημοσί τν θεον τν κοσμοπολίτην, μοιάζει μ νάνον νορθούμενον π᾿ κρων νύχων κα τανυόμενον ν φθάσ ες ψος κα φαν κα ατς γίγας. Τ λληνικν θνος, τ δολον, λλ᾿ οδν ττον κα τ λεύθερον χει κα θ χει δι παντς νάγκην τς θρησκείας του.

Τ π᾿ μοί, νόσω ζ κα ναπνέω κα σωφρον, δν θ παύσω πάντοτε, δίως δ κατ τς πανεκλάμπρους ταύτας μέρας, ν μν μετ λατρείας τν Χριστόν μου, ν περιγράφω μετ᾿ ρωτος τν φύσιν, κα ν ζωγραφ μετ στοργς τ γνήσια λληνικ θη. «Ἐὰν πιλάθωμαί σου, ερουσαλήμ, πιλησθείη δεξιά μου, κολληθείη γλώσσα μου τ λάρυγγί μου, ἐὰν ο μή σου μνησθ».

λλ᾿ ρως το παρόντος διηγήματος εναι κυρ-Κωνσταντς Ζμαροχάφτης, τρίτος πάρεδρος το δήμου Λίτης, το χωρίου ν…, στις πεσχέθη, ς εχε πάντοτε συνήθειαν εκόλως ν πόσχεται (ες τν ρετν δ ταύτην σως φειλε κα τν πιτυχίαν του ες τ πολιτικά, διότι ν α κα β πάρεδρος ες πσαν κλογν μάχοντο πάντοτε περ τς πρώτης τάξεως πρς λλήλους, ατς μετριόφρων κα χωρς κεράσματα ξελέγετο σφαλς τρίτος κάστοτε, μ πάρχοντος τετάρτου συναγωνιστο), πεσχέθη, λέγω, ν πάγ ν συλλειτουργήσ μ τν παπα-Διανέλλον τν Πρωτέκδικον, ξω ες τ παρεκκλήσιον το γίου ωάννου το Προδρόμου. ναΐσκος ερίσκετο τρες ρας μακρν τς πόλεως κα παπα-Διανέλλος Πρωτέκδικος εχεν πέλθει κε π τς πρωίας το Μεγάλου Σαββάτου, φο λαβεν τν πόσχεσιν το κυρ-Κωνσταντο, τι θ φθανε πρς τ βράδυ δι ν ψάλ κα συνεορτάσωσιν μο τν νάστασιν. λλον βοηθν παπς δν εχεν· νεώτερος υός του, τοιμαζόμενος φέτος δι᾿ ξετάσεις ες τ διδασκαλεον, δν δυνήθη ν λθ τ Πάσχα. λλος λειπε διαρκς ναύτης μ τ καράβια του. Θυγατέρας, τ φθονον τοτο προϊν το τόπου – κα τς ερατικς γγάμου τάξεως μάλιστα – το εχεν φήσει πλησμονν μακαρίτισσα πρεσβυτέρα, πέντε τν ριθμν – ς εχαν ζων – πο δν παυαν ενάως ν μεγαλώνουν – ν μν βασκαθον· σαν τόσον γείτονες τν λικίαν, στε δν πρόφθανε ν μεγαλώσ μία, κα λλη μέσως τν φθανεν· σον μεγάλωναν, τόσον φαίνοντο, κα μάλιστα α μεσααι τρες, σαι περίπου ες τ χρόνια, σως κα ες τ νάστημα· κα παπα-Διανέλλος, κούσιος ερομόναχος, δν το λεύθερος οτε ες μοναστήριον ν καταφύγ.

Τν τριν ρν δρόμον π τν πολίχνην ες τ ξωκκλήσιον εχε διανύσει τ πρωί, πολείτουργα, παπα-Διανέλλος, κολουθούμενος π τς δυ νεωτέρας θυγατέρας του, κορασίδας δέκα κα δώδεκα τν, κα π μάδα πτ κτ γυναικν φιλεόρτων, προπορευόμενου το νου του, φορτωμένου τ δισάκιον μ τ ερά του παπ. λιος τον ς δυ καλαμις ψηλά, ταν ξλθον ες το Γιατρο τ᾿ μπέλι· ετα φθαναν ες τ Βουρλίδια, ετα νλθον σθμαίνοντες ες το Ματαρώνα τν Πεκον, στις στατο τότε κόμη κε κα εηργέτει τος δοιπόρους μ τν παρήγορον σκιν το ες τν κορυφν το ψώματος, πρν συνείδητος βάρβαρος, μ τν νοχν τν νοχν κείνων, τος ποίους πλέον τυχος τν λαν το κόσμου κ περιτροπς κλέγει ρχοντας κα προστάτας του, ρίψ σπλάχνως κάτω περικαλλς δένδρον κα πογυμνώσ τ τοπίον το μοναδικο στολισμο του.

κεθεν νλθον ες τ Πετράλωνον κα ες το Σταμέλου τν Βρυσούλαν, κα νέβησαν δι᾿ νωφερος δο ες το Κανάκη τν Βρύσιν, κα δι τς Κλινις κατλθον ες το Χαιρημον τ ρέμα, κα φθασαν ες τν βόρειον κτν τς νήσου, φ᾿ ψους τς ποίας περίοπτος κ το πελάγους, κούων τος κτύπους το πλήττοντος τς κτς κύματος, σιωπηλς κα διηγούμενος πέντε αώνων σπαρακτικν στορίαν μαρτυρίου κα αματος γείρεται πενιχρός, λλ σεμνός, τς ποτομς το Τιμίου Προδρόμου ερς ναΐσκος.

Εσλθον ες τν περίβολον το ναο κα ξεφόρτωσαν τ νάριον· α γυνακες, ροδοκόκκιναι, ξαναμμέναι κ τς δοιπορίας, ενάως κελαδοσαι κα καγχάζουσαι, τίναξαν τ οδόλως κορνιακτισμένα κράσπεδά των, κα φόρεσαν π το κοντο φουστανίου τς δοιπορίας τς μακρς κα πολύπτυχους σθτας. παπς ριψε κάτω τν μίαν κραν του στακτερο ζωστικο του, κι φόρεσεν νωθεν ατο τ μαρον ράσον του. Εσλθον λοι ες τν ναν κι προσκύνησαν.

κ τν γυναικν, α μν συνέλεξαν χαμόκλαδα κα ναψαν φωτιάν, δι ν ψήσωσι καφν κα προσφέρωσιν ες τν ερέα, α δ δρεψαν κ τν εωδν θάμνων δέσμας σχοίνων κα πριναρίων κα φασκομηλεν κα συνέδεσαν προχείρως δι κλωστς σκούπας, κα ρχισαν γοργ κα στρωτ ν σκουπίζωσιν, λλαι τ δαφος το ναο, λλαι τ προαύλιον. ερες συνέθεσε σκούπαν κ δάφνης κα μύρτου κα δενδρολιβάνου, κα σάρωσε μόνος του τ θυσιαστήριον κα λον τ ερν Βμα. Δν παυε δ ν γογγύζ κα ν διαμαρτύρεται ναντίον τς βελτερίας, ς λεγε, τν βοσκν κα τν απόλων, ατν κείνων οτινες τν εχον προσκαλέσει ν τος κάμ νάστασιν ες τ βουνν κα κ τν ποίων κανες δν εχε φανε κόμη· ατο προέβαινον νίοτε μέχρι τς βεβηλώσεως το ν εσάγωσιν, σως ν καιρ βροχς, τ θρέμματά των ντς τν ξωκκλησίων, ς δύνατο ν πεισθ τις κ τς παρουσίας διαφόρων χνν τς εσβολς, τ ποα οδ᾿ εχον λάβει τν κόπον ν ξαλείψωσιν. νδοθεν το ερο Βήματος, ν κυπτε δι ν σκουπίσ, κούετο π καιρο ες καιρν ψιθυρίζων μετ στεναγμο:

«χ! λίμονο… νθρώπους κα κτήνη σώσεις, Κύριε!»

«Δν τσάκισε κανες τ ποδαράκι του!» κραξεν παντσα ξωθεν ες τν στεναγμν το ερέως Θεία-Σειραϊνώ, ληθς σημαιοφόρος τν ξοχικν λειτουργιν κα τν πανηγύρεων.

«νθρώπους κα κτήνη σώσεις!» ψιθύρισε πάλιν ερεύς.

Εχε παρέλθει δη μεσημβρία κα ερες μετ το μικρο ποιμνίου κάθισαν ν γευματίσωσιν ες τν ερν λαίαν, ν τ περιβόλ το ναΐσκου, γγς το παμπάλαιου κείνου λιθόκτιστου κιβουρίου, τ ποον κατ᾿ λλους το στέρνα δατος κα κατ᾿ λλους κοιμητήριον στεοθήκη. θει τ Μαθηνώ, γηραι ελαβς κατ τος μέν, ψευτομετάνισσα κατ τος δέ, νάρετος γυνή, ποβλέψασα πρς τ κτίριον τοτο μετ στεναγμο επεν:

«μες τρμε, κορίτσια· ν χουν τάχα κι ο φτωχο ν φνε;»

«Τρν᾿ ο πεθαμένοι, Θεία-Μαθηνώ;» επε τ γλαώ, δωδεκαέτις παιδίσκη το ερέως.

«Ο πεθαμένοι τρνε κόλλυβα, γ τ ξέρω», προσέθηκε τ Καλλιοπώ, δεκαέτις μικρ δελφή της, «κα γι᾿ ατ μες στ σπίτι, σα κόλλυβα μς φέρνουνε λα τ μοιράζουμε στος φτωχος κα στ παιδι τ γειτονοπούλα, γι ν χ μάνα μας, φτωχή, ν φά στν λλο κόσμο…».

«Σιωπή, Καλλιοπώ!» επεν ερεύς, θέλων ν κρύψ τν συγκίνησίν του.

Πρ δώδεκα κα πλέον τν, πάπα-Διανέλλος σχε φίλον τιν λληνοδιδάσκαλον, χρηστν νδρα, λλ᾿ στις εχεν δυναμίαν ες τ λληνικ νόματα. Εχε γίνει σύντεκνος το ερέως, κα βαπτίσας τς δυ τελευταίας κόρας του εχε δώσει ατας ρχαιοπρεπ νόματα, τ ποία, μως, πειδ ερέθησαν π οδετέρου δάφους, ξουδετερώθησαν, ς εκός, κα ατά.

«Τί! χει δίκιο τ κορίτσι, παπά», νέκραξε θεία τ Μαθηνώ, τις νεθυμήθη τότε τ «πεθαμένα της», τέσσαρα παιδι κα τν νδρα της, πο εχε θάψει, μείνασα μ δυ θυγατέρας πάνδρους, τς ποίας εχε στήριγμα κόμη ες τν κόσμον. «χει δίκιο τ κορίτσι. παπα-Θεόφιλος, μακαρίτης, γούμενος τς Μεγαλόχαρης τς Εαγγελίστριας, τ διο μς λεγε γι ναν, πο τν εχε πλακώσει μάγγανος, πο τν εχαν λοι γι πεθαμένον, πο γυναίκα του το καμε τ τριήμερα κα τ νιάμερα, κα γγελος Κυρίου παιρνε τ πιάτο μ τ κόλλυβα, καθς ταν σταυρωμένο μ τς σταφίδες κα μ τ ρόιδα, κα τ πήγαινε ες τν πλακωμένον κι τρωγε, δν ξέρω πόσες μέρες, κι νάσαινε π μία τρύπα τς γς, θαρρ, σπου νθρωπος δν πέθανε, κι σήκωσε τ μάγγανο, κα τν ξελευθέρωσε· δν εναι λήθεια ατά, παπά;»

moutoullas08b

«λήθεια εναι, βλογημένη», πήντησε ερεύς. «λλ τώρα εναι… γι σους θέλουν ν τ πιστεύουν ατά».

«Κα σοι δν τ πιστεύουν;»

«Θ πνε στν Κόλαση, τ ξέρω γώ», επε τ Καλλιοπώ.

«Μ σν εν᾿ λήθεια, παπά, γιατ γγελος Κυρίου δ σήκωνε μία κα καλ τ μάγγανο, ν ξελευθερώσ τν νθρωπο;» επεν ννούδα, μία τν γυναικν.

«Γιατ σκοπς δν τον ν δειχθ παντοδυναμία το θεο, πο εναι ποδεδειγμένη δι᾿ πείρων θαυμάτων», πήντησεν ερεύς, «λλ ν φανερωθ μόνον δύναμις τν μνημοσύνων κα τν δι τος νεκρος προσφορν, κα τι τίποτε, τ ποον θυσιάζει νθρωπος, τίποτε, τ ποον προσφέρει ες τν Θεόν, ες τος πτωχούς, καμμία καλ πράξις, καμμία ρετή, καμμία πομονή, κανν μαρτύριον, κανν δάκρυ, τίποτε δν χάνεται. λα σπείρονται ες γν γαθήν, ς κόκκος το σίτου, επεν Κύριος, που ν πέσ ες τν γν κα ποθάν – κα τοιατα εναι τ κόλλυβα, τοιοτοι κα ο νεκρο – πολν καρπν φέρει. Ο σπείροντες ν δάκρυσι, ν γαλλιάσει θεριοσιν. Κενοι πο σπείρουν μ δάκρυα, μ χαρν κα γαλλίασιν θ θερίσουν».

«Τ λέγει ατ τ Εαγγέλιο;»

«Τ λέγει τ Ψαλτήρι, λλ τ διο εναι, γιατ κα τ Ψαλτήρι εναι λόγος Θεο κα μπνευσμένον π τ Πνεμα τ γιον. Κα ταν θάπτομεν νεκρν ν Χριστ εσεβς ζήσαντα, εναι ς ν σπείρομεν ες τν γν κόκκον σίτου… κα Κύριος θ τν ναστήσ ν τ σχάτ μέρ, καθς διος ηδόκησε ν μς τ ποσχεθε: « πιστεύων ες μέ, κν ποθάνει ζήσεται… κγ ναστήσω ατν ν τ σχάτ μέρ».

«μήν!» επεν θεία τ Μαθηνώ, κα τ δάκρυά της, π τ μνήμη το νδρς κα τν τεσσάρων παιδιν, ταχέως ξητμίσθησαν ς σταγόνες μβρου μετ θερινν ετν ντς τς κοίτης πάλαι ξηρανθέντος χειμάρρου.

Τ δειλινν φάνησαν μακρόθεν ν καταβαίνωσι τν ράχιν, ρχόμεναι α καλυβιώτισσαι γυνακες, α ποιμενίδες κα βοσκίδες τν γροτικν συνοικιν. λθαν φέρουσαι πελώριους κοφίνους, γεμάτους νθη, λαμπάδας, κηρία κα γγεα μ λαιον, κα πρόσφορα κα μικρς φιαλίδας μ «νάμα» δηγοσαι νάρια μ τ σάγματα πεστρωμένα δι κυλιμίων κα χραμίων, φορτωμένα τορβάδες κα δισάκια μ φλάσκας ονου, μ τυρία νωπ ζεματισμένα κα κόκκινα αγά.

Κατόπιν φάνησαν σφυρίζοντες λλοκότως δυ τρες βοσκο μ τς γέλας των, τς ποίας δήγησαν παρ τν πότομον κρημνν πρς τν θάλασσαν. Ο τράγοι πήδων π βράχον ες βράχον, π χθον ες χθον, π κοίλωμα ες κοίλωμα, ν τ ρίφια, χαριέντως σκιρτντα, τρεχον κατόπιν τν αγν βελάζοντα, γαλλόμενα πρς τν νέαν δι᾿ ατ πόλαυσιν το γνώστου τούτου πράγματος τς ζως, κθέτοντα ες τν λιον τ στακτερ στικτ κα λευκ κα μαρα τριχώματά των, ν ο βοσκοί, ψηλοί, ρωμαλέοι, τραχες, φριξότριχοι, λιοκαες τν ψιν, τρεχον μπρς κα πίσω μ τς μικράς, σας μ τ νάστημά των, καμπύλας τν λαβήν, ράβδους των, σοβοντες μετ πολυήχου συριγμο τν δυσάγωγον κα σκιρτητικν γέλην.

Τελευταοι φθασαν ο ποιμένες, νευ τν μνάδων των, τς ποίας εχον φήσει πίσω ες τς μάνδρας, κομίσαντες μόνον δυ ρνία σφαγμένα. φθασαν συγυρισμένοι, λλαγμένοι, στολισμένοι λοι των, μ καθαρος χιτώνας, κοντ βρακία κα ψηλς βλαχόκαλτσες, μ πλατέα ζωνάρια κίτρινα κόκκινα, ξυραφισμένοι κα μ τος λινόχρους καστανος μύστακας γκιστροειδες.

Ταχέως κλινεν μέρα κα λιος δυσεν ες μίαν ράχιν το Πηλίου, ντικρύ, φο π πέντε λεπτ τς ρας εχε μείνει στεφανωμένος μ κυάνεια κα περιπόρφυρα χρυσαυγ νέφη, ντιλαμβάνων διος σην πέδιδε δόξαν κα λάμψιν, κα π δέκα λεπτ κόμη, φο βασίλευσεν, α κτίνες τς στέψεώς του μειναν χρυσοφαες, πορφυρίζουσαι, κυανίζουσαι, βάπτουσαι τ βουνν μ δεδες χρμα.

Ετα κατλθεν ρέμα π το ρους νύξ, σπείρουσα παντο τ βαθ κα ρρητον μυστήριόν της, κα ο μψυχοι κρότοι κα ψίθυροι τς φύσεως ξηγέρθησαν ες τς ράχεις, ες τος λόγγους, ες τς φάραγγας, κα φρς το βουνο τμίσθη κα συνεστάλη γρ κα τ βλέφαρον το λόφου κατλθε κα κλείσθη ες ν βουνν ρεματι κα κάμπος. Κα μπάρμπα-Κωνσταντς Ζμαροχάφτης, τρίτος πάρεδρος το χωρίου το Δήμου Λίτης, δν φάνη οδαμόθεν ν ρχεται.

το δ νήσυχος ερεύς, κα φόβος το ν μείνωσι χωρς νάστασιν κα λειτουργίαν. Διότι ελόγως δν δύνατο νευ βοηθο ν εροπρακτήσ. Λειτουργία χωρς να τουλάχιστον ψάλτην ναγνώστην δν γίνεται. Ο ποιμένες κα ο βοσκο σαν λοι, ς εκός, ο μόνον γράμματοι, λλ κα λιβάνιστοι, ο κακόμοιροι, πολλο τούτων.

«Τώρα, τί ν κάμουμε; ρίστε, σο πόσχονται σίγουρα μι δουλειά, κι στερα σ᾿ φήνουν μς στ μέση! νθρώπους κα κτήνη σώσεις, Κύριε!»

λπιζεν ντούτοις κόμη τι μπάρμπα-Κωνσταντς θ ρχετο. ργοστόλιστος το πάντοτε, τν ξευρεν. λλ τώρα το σκοτειν κόμη νξ κα μόνον τ στρα λαμπαν νω. λίγ στερα νέτειλεν σελήνη, κα τότε λπς το ν λθ.

Παρλθον δύο ραι κα σελήνη νέτειλε κολοβ π τ σκοτεινν βουνν νω, νερχομένη βραδέως ες τ στερέωμα, κα α τάξεις τν στρων ραιώθησαν π᾿ πειρον κα λα σχεδν μαυρώθησαν ες τν διάβασίν της. Παρλθεν κόμη μία ρα. μπάρμπα-Κωνσταντς δν φάνη.

ερες ρχισε ν᾿ γανακτ.

« συνείδητος! μωρός! μαρτον, Κύριε! νθρώπους κα κτήνη…»

θελε ν στείλ να τν ποιμένων ες τν πολίχνην, πως ζητήσ κα ερ να συλλειτουργν ν το φέρ. λλ᾿ ο ποιμένες κα ο βοσκο λοι ρεγχον ξηπλωμένοι μεταξ σχοίνων κα τν κομάρων, τυλιγμένοι ες τς κάπας των, εχαριστημένοι τι πανλθεν νοιξις κα ερισκαν λιγότερον παγερν τς γς τν γρασίαν. Κα α γυνακες των, πλαγιασμέναι κα αταί, πνωττον λιγότερον κουστς πισθεν το ερο Βήματος, τυλιγμένοι μ τ χράμια κα τ κυλίμια, τ ποα εχον φέρει πιστρωμένα π τν σαγμάτων τν νων. Κα α κ τς πολίχνης λθοσαι γυνακες, κύπτουσαι π τν καλαθίων των, ξω τς θύρας το ναο, π τν στεγασμένον πρόναον κα ντς τς ξυλίνης κιγκλίδος, λαγοκοιμντο κα αταί. Μόνον ερες νησυχε κα το γρυπνος.

«Τ ξέρω γ π ξου τ πλιότερα τ γράμματα, παπά», το λεγεν θεία τ Μαθηνώ, δι ν το δώσ θάρρος. «Τ κανοναρχ κειδ στ᾿ ατ το γερό-Φιλιππ, κι γερο-Φιλιππς, πον᾿ θεοφοβούμενος νθρωπος θ τ λέ κειδ πως πως…».

«Ν δ ρα ν σ κάμουμε κα ψάλτη, Μαθηνώ!» πήντησε γελάσας ερεύς.

«Ψάλτης δν θ γίνω, μόνε κανονάρχος. Μοναχοί μας θά μαστε… Κανένας γραμματισμένος δν εναι γι ν μς γελάσ γιοσύνη σ᾿ βρίσκεις τν χο το μπάρμπα-Φιλιππ, κι γ το λέω τ λόγια σα θυμομαι. Νά ξερα π μέσα π᾿ τ χαρτ ν διαβάσω, θαρρ πς δν θ τον μαρτία ν ψάλω κα μοναχή μου».

στόσον πλησίαζε μεσονύκτιον, κα δν τον λπς ν λθ πλέον μπάρμπα-Κωνσταντός, τρίτος πάρεδρος. ερες δν πεφάσισε ν ξυπνήσ κανένα κ τν βοσκν κα ν τν στείλ ες τν πόλιν, ς σκέφθη κατ᾿ ρχάς, διότι λογάριασεν τι τόσον λίγαι ραι μενον ως ν ξημερώσ, στε μέχρις ο πάγ ποσταλησόμενος ες τν πάλιν, ζητήσ κα κατορθώσ ν ερ ψάλτην, ωσότου πείσ κα φέρ ατν κα φθάσωσιν μο ες τν γιον ωάννην, θ το κριβς δυ ρες μέρα… κα νάστασις πρόκειτο ν γίν τ μεσάνυκτα, κα βραδύτερόν τι.

παπα-Διανέλλος σηκώθη στενάζων, εσλθεν ες τν ναν κα προσεκύνησεν ες τς βαθμίδας το ερο Βήματος. Εθς κατόπιν το τρεξαν γρι Μαθην κα θεία τ Σειραϊν, σημαιοφόρος τν πανηγύρεων. α δυ γυνακες ρχισαν ν ναζωπυρσι τ φυτίλια, ν ρίπτωσιν λαιον ες τς κανδήλας κα ν κάμνωσιν γκάρδιους σταυρούς. σθάνοντο νέκφραστον χαρν κα γλύκαν ες τ σωθικά των. τον νάστασις. νάστασις! Τ πρόσωπον το Δεσπότου Χριστο λαμπε μ γιον φς, δεξιά της ερς Πύλης. μορφ τς Δεσποίνης Θεοτόκου στραπτεν ξ φάτου χαρς, ριστερόθεν, κρατούσης τ θεον βρέφος της. ψις το τιμίου Προδρόμου, μ να βόστρυχον τς κόμης φρίττοντα πρς τ νω, ς ν μενεν νορθωμένος π τν πρόσψαυσιν το θηριώδους δημίου του ποκόψαντος τν σεβάσμιον κάραν το μείζονος ξ σων γέννησαν κατ φύσιν α γυνακες τν νδρν, σελαγίζετο κ μυστικς εφροσύνης παραπλεύρως κείνου, ο τν φρικτν κορυφν ξιώθη ν χειροθετήσ.

Κα γαπημένος μαθητς το κόμη κε, κα συνέχαιρεν π τ ναστάσει, ν κα πτυχή τις μερίμνης συνέστελλε τ ψηλν μέτωπόν του, προβλέποντος, τι θρασς ερόσυλος μελλε μετ᾿ ο πολ ν τν ρπάσ κ τς κόγχης του δι ν τν μεταφέρ ες θήνας κα τν καθιδρύσ χι ες ναν κα λοκαύτωμα κα θυσιαστήριον, χι ες τόπον το καρπσαι, λλ᾿ ες Μουσεον, ψιστε Θεέ! ες Μουσεον, ς ν εχε παύσ ν᾿ σκεται ες τν τόπον τοτον χριστιανικ λατρεία, κα τ σκεύη ατς ν᾿ νκον ες θαμμένον παρελθόν, κα ν σαν ντικείμενον περιέργειας!… λεως γενο ατος, Κύριε!

Τέλος δν το λπς ν λθ κυρ-Κωνσταντός, κα φειλον κ τν νόντων ν ψάλωσι τν κολουθίαν. Α κ τς πόλεως γυνακες, μία μετ τν λλην ποτινάξασαι τν πνώδη νάρκην, εσλθον ες τν ναΐσκον. Α κ τν γρν ποιμενίδες δν ργησαν ν ξυπνήσωσι, δ παπα-Διανέλλος ξλθε πρς στιγμν καί, λαβν τεμάχιον Παλαις σανίδος κα σφυροειδς ξύλον, κατεσκεύασεν ατοσχέδιον σήμαντρον, διότι, φε! δν πρχε πρ πολλο κώδων, στις ν ξυπν τος πρ αώνων κοιμηθέντες κα ν συγκιν τν κόνιν τν π γενεν κοιμηθέντων κατοίκων τς πάλαι ποτ παρξάσης πόλεως. Δι το σημάντρου τούτου ρχισε ν κρού ερες ες τροχαίους πρτον (τν δάμ, δάμ, δάμ), ετα ες άμβους (τ τάλαντον, τ τάλαντον), κα ν ξυμν τς μεσονυκτίους χος. Ο βοσκοί, νωτισθέντες τν μονότονον χον, τινάχθησαν δι μις πάνω, πέταξαν τς κάπας των, νίφθησαν κα τρεξαν ες τν κκλησίαν, κρατοντες τς λαμπάδας των. ερες βαλεν ελογητόν, ψαλε μόνος του τν παννυχίδα, λον τ «Κύματι θαλάσσης», θυμίασεν, καμεν πόλυσιν, ετα, φορέσας πιτραχήλιον κα φαιλόνιον, ναψε μεγάλην λαμπάδα, κα βαστάζων ατν ξλθεν ες τ βημόθυρα, κα ρχισε ν ψάλλ μεγαλοφώνως τ «Δετε λάβετε φς». Ο βοσκο ναψαν τς λαμπάδας των, μοίως κα α γυνακες, κι ξλθον λοι ες τ προαύλιον, το ερέως κρατοντος τν νάστασιν κα τ Εαγγέλιον μετ το θυμιατο κα ψάλλοντος «Τν νάσιασίν σου, Χριστ Σωτήρ». Ετα ερ εκν κα τ Εαγγέλιον πετέθησαν π τς πεζούλας, κπληρούσης χρέη τρισκελίου, φ᾿ ς α γυνακες εχον στρώσει μεταξοϋφς μακρν προσόψιον. ερες νέγνω ργ τ κατ Μάρκον «Διαγενομένου το Σαββάτου», ετα θυμιάσας κα κφωνήσας τ «Δόξα τ μοουσί», ρχισε ν ψάλλ λαμπρ τ φων τ Χριστς νέστη.

φο τ ψαλε τρς διος, κα ν παξ δς δυ τν βοσκν, οτινες δν σαν μν πλέον γραμματισμένοι π τος λοιπούς, λλ εχον λιγότερον τραχείαν τν προφορν κι «γύριζε κάπως γλώσσα των», λαβε θάρρος κα θεια-Μαθην κα τ ψαλεν παξ, μοίως, κα θει τ Σειραϊν, ν τ Καλλιοπ κα τ γλα κα ννούδα κα α λλαι γυνακες πνιγον τος καγχασμούς των ες τς παλάμας, μ τς ποίας, ς δι᾿ κουσίου φιμώτρου, εχον περιλάβει τ στόματά των.

Τελευταον ες πισφράγισιν τ ψαλε πάλιν ερεύς, κα ετα επε τ Ερηνικά. Μεθ᾿ , ναλαβν τν νάστασιν κα τ Εαγγέλιον, εσλθεν ες τν ναόν, κολουθούμενος π το λαο. ψαλε τ «ναστάσεως μέρα» κα τ δυ τροπάρια τς πρώτης δς, κολούθως εσλθεν ες τ ερόν, κα ξελθν πάλιν λαβε καιρν κα πάλιν εσλθε κα ρχισε ν φορ λην τν ερν στολήν του. ψαλμωδία διεκόπη ξ νάγκης. Θεία-Μαθην πλησίασεν ες τν γερο-Φιλιππν, πρωτοκάθεδρον τς τάξεως τν ποιμένων, κα δοκίμασε ν κανοναρχήσ πρς ατόν.

«Ψάλε, γερό-Φιλιππ». λλ το γερο-Φιλιππ δν γύριζεν γλώσσα του ν επ «Καθαρθμεν τς ασθήσεις».

Τότε θεία τ Μαθην ρχισε σιγ σιγ ν ψάλλ: «Καθαρθμεν τς ασθήσεις κα ψόμεθα τ προσίτ φωτ τς ναστάσεως…» Εναι ληθές, τι κριβς προφορ ες τ στόμα της το: «Καθαρθμεν τς σθήσεις κ οψόμεθα…».

«Ατ τ επαμε, βλοημένη», κραξεν ερες π το ερο Βήματος. «Δετε πόμα πίωμεν καινόν, εναι τώρα».

«! Ναί», καμεν θεια-Μαθην κα ρχισεν: «Δετε πόμα πίουμιν κηνόν…»

λλ᾿ ερεύς, στις ξηκολούθει ν νδύεται, νόησεν, τι τν προσκομιδν πρεπε ν᾿ ναβάλ, τν κολουθίαν ν διακόψ.

Κα τατα μν πεδέχοντο οκονομίαν, λλ δν βλεπε πς θ τ κατάφερναν ες τν λειτουργίαν.

φόρει ν καστον τν μφίων κι ψιθύριζε τ διατεταγμένα λόγια: «γαλλιάσεται ψυχή μου π τ Κυρί· νέδυσε γάρ με μάτιον σωτηρίου κα χιτνα εφροσύνης περιέβαλέ με. ς νυμφίον περιέβαλέ με μίτραν, κα ς νύμφην κατεκόσμησέ με κόσμ».

Ετα ρχιζε ν ψάλλ τ τροπάρια το Κανόνος.

«Νν πάντα πεπληρωμένα φωτός, ορανός τε κα γ κα τ καταχθόνια».

Ετα πάλιν, φορν τ πιτραχήλιον, πεψιθύριζεν: «Ελογητς θεός, γχέων τν χάριν ατο π τος ερες ατο, ς μύρον π κεφαλς τ καταβανον π πώγωνα…» Κα πάλιν ψαλλε: «Χθς συνεθαπτόμην σοι, Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον ναστάντι σοί…».

Ετα φορν τ περιζώνιον, λεγεν: «Ελογητς Θεός, περιζωννύων με δύναμιν, κα θετο μωμον τν δόν μου». , περνν τ ν πιμανίκιον, πήγγελλεν: « δεξιά σου χείρ, Κύριε, δεδόξασται ν σχύϊ…» Κα διακόπτων τοτο ψαλλε τν καταβασίαν: «Δετε πόμα πίωμεν καινόν, οκ κ πέτρας γόνου…».

φο μως νεδύθη τν ερατικν στολν λην, ξλθεν κι χοροστάτησε κι ψαλεν διος λον τν Κανόνα, μελλε δ ν μεταβ ες τος «Ανους» κα ν᾿ ρχίσ τν «σπασμόν», ταν ες τν βοσκν, στις εχεν ξέλθει δι ν δ πς εχον α αγες του, πανλθεν ες τν ναΐσκον κα νήγγειλεν, τι κάποιος φωνάζει βοήθειαν μέσα π᾿ το Χαιρημον τ ρέμα κα τι εναι βαθι κάτω κα δν τν εδε, μόνον τν φωνήν του κουσεν.

ερες στράφη:

- Τί τρέχει;

- Δν ξέρω τί ν εναι, επεν βοσκός… Βαθι κάτ᾿ χουϊάζει… Πο εσαστε, πο εσαστε; Ν πάρου μία λαμπάδα ν πάου ν δ;

- Ν πς.

Δυ τρες λλοι νεαρο βοσκο κα ποιμένες λαβον μέσως τς λαμπάδας των κι τρεξαν ξω.

φο φερε γύρο λην τν μέραν το Μεγάλου Σαββάτου κυρ-Κωνσταντς Ζμαροχάφτης, τρίτος πάρεδρος κ.τ.λ., πιτέλους, ς δυ ρας πρ τς δύσεως το λίου, πεφάσισε ν ξέλθ ες τ Λιβάδια, ξω τς πόλεως, που εχε δεμένον τ νάριόν του, δι ν τ λύσ, πως φορτώσ π᾿ ατο τν μικρν ποσκευήν του κα κκινήσ δι τν γιον ωάννην τν Πρόδρομον, καθ᾿ ν εχε δώσει πόσχεσιν ες τν πάπα-Διανέλλον. λλ τότε μόνον νόησεν, τι εχε λησμονήσει π τ πρω ν τ λλάξ, τοι ν τ μετατοπίσ ες λλην βοσκήν, κα τ πτωχν τ νάριον δν φαίνετο πολ χορτάτον, ταν κύριός του τ λυσεν. κ το τρόπου μεθ᾿ ο νόρθωσε λαφρς τ χαμηλωμένα ατιά του, τ ζον φαίνετο ν λπίζ, τι φέντης του θ τ μετέθετε τέλος ες λλην βοσκήν, λλ᾿ μπάρμπα-Κωνσταντς τ δήγησεν ες τν οκίαν του, που φόρτωσεν πάνω του να πενιχρν τορβν περικλείοντα τρόφιμα, πέστρωσεν π το σάγματος παλαιν ξεθωριασμένον κυλίμιον, κα ναβς διος κάθισε μονόπλευρα π᾿ ατο.

καμε τν σταυρόν του κι ξεκίνησεν. λλ δν ργησε ν καταλάβ, τι τ ζωντόβολον, νεκα το γήρατος κα τς μετρίας τροφς, τν ποίαν εχε λάβει, δν θ ντεχε καλς ες τν μακρν δοιπορίαν, κα τι θ το κανν ν «μαραζώσει» τν ναβάτην. μα φθασεν ες τν πάνω ϊ-Γιαννάκην, ο μακρν της πόλεως, κατέβη κα πεφάσισε ν δηγ τ νάριον, πεζς βαίνων. λλ κα πάλιν τ ζον δν βάδιζε καλς, μ λους τος κτύπους σους το κατέφερε μ μίαν λεπτν βέργαν ες τ πίσω του. πεφάσισε λοιπν ν᾿ παλλαγ τς συντροφις, τις θ το μλλον βάρος βοήθεια ες ατόν, κα ν δέσ κάπου τ ζον, δι ν τ φήσ ν βοσκήσ. ζήτησε μέρος κατάλληλον δι ν τ δέσ, λλ δν ερεν ες τν πάνω ϊ-Γιαννάκην πλουσίαν βοσκήν. Κατέβη πίσω ες τν κάτω ϊ-Γιαννάκην λλ φο κι κε δν ερεν κανν χόρτον, διηυθύνθη πώτερον κάπου, ες τν θέσιν ρμο Χωριό, κι κε δεσε τέλος τ ζον ες τν ρίζαν γρίου δένδρου, ντς σπάρτου γρο, κα πλησίον νς φράκτου. Ατς δ φορτώθη ες τν μον τν τορβν κα τ κυλίμιον, βαλε πισθέν του ες τν μέσην μικρν κλαδευτήρι κα κρατν τν λεπτν ράβδον του, ξεκίνησε πεζός. Εχε χασομερήσ σωστν μίαν ραν ες λας ατς τς φροντίδας.

- Τώρα, επε μέσα του, εναι καιρς ν τ βάλω στ πόδια, δι ν μ νυχτώσω (κα πάλιν θ νυχτώσω), κτς ἐὰν πομείνω· λλ ν᾿ πομείνω δν πρέπει, γιατ δωκα πόσχεσιν το παπ.

Οτως επε, κα οτως καμε. Κα ρχισε ν κόφτ δρόμον, μ λα τ ξήκοντα τη του, μ λον τ δημογεροντικν κα προεστάδικον τς διαίτης κα το θους του, τ βραχ νάστημα, τ χρόν, λεπτόδερμον κα καταπονημένον πρόσωπον, κα μεθ᾿ λον τ κανονικόν, καίτοι παλαιν κα φθαρμένον τς βράκας κα το φεσίου. το παλαις γεωργοκτηματίας, π οκογένειαν, μ λα τ κτήματα το νυπόθηκα, κ τν πλοϊκν κείνων, τος ποίους ερε λείαν εκολον κα καλν ρμαιον πληστος κα διοτελς πανουργία τν παντοπωλν, μικρεμπόρων κα τοκιστν τς χθές, τν νεόπλουτων τς σήμερον, κατ πόλεις κα κώμας.

μπάρμπα-Κωνσταντς νέβη τς Βίγλες κα φθασεν ες το Κ᾿φαντώνη τ Καλύβι, ετα κατέβη ες τ ρέμα, τ συνορεον πρς τ Λεχούνι, που ερίσκεται νερόμυλος το Δήμου το Βλάχου κι κεθεν ρχισε ν᾿ ναβαίν τν μικρν νήφορον το γίου Χαραλάμπους.

λιος εχε δύσει, ταν φθασεν ες τν κορυφν το βουνο, κα ντικρ το βραχώδους κα ποτόμου ρους, που κεται τ μικρν διαλυμένον μονύδριον. πάπα-ζαρίας, Σύγκελλος, γούμενος το ρήμου δελφότητος μοναστηρίου, οδν λλο χων πνευματικν ποίμνιον, εμ μίαν πέργηρον καλογραίαν νενηκοντούτιν κα να χρηστον ποτακτικόν, λικιωμένον, ναυαγν το κόσμου κα πόχηρον, εχεν ξέλθει ες τ πρόθυρα τς μονς, κι βλεπε τς τελευταίας κτίνας το λίου πιχρυσούσας δι τίνας στιγμς κόμη τς κορυφς τν νατολικν πέναντι ρέων, ταν εχε τν μπάρμπα-Κωνσταντν ν προκύψ πισθεν τς τελευταίας αμασιας, τς χαραττούσης κατέρωθεν τν δρόμον.

- Πο σ᾿ ατν τν κόσμο, κυρ-Κωνσταντέ; Σν τ χιόνια!

- Ελογετε, πάτερ! Κα μπάρμπα-Κωνσταντός, φο καμε τν σταυρν το τρίς, ποβλέπων πρς τ ερν το γίου Χαραλάμπους, ρχισεν, σθμαίνων, ν διηγεται, πς πάπα-Διανέλλος Πρωτέκδικος κλήθη π τος βοσκος κα ποιμένας ν κάμ νάστασιν κα ν λειτουργήσ πάνω ες τν γιον ωάννην τν Πρόδρομον, πς κάλεσε κα ατόν, τν κυρ-Κωνσταντόν, ν πάγ ν τν βοηθήσ, πς παπς ερίσκετο π τς πρωίας πίσω, ες τν γιον ωάννην, χωρς ν χ λλον βοηθν συλλειτουργόν, πς ατός, κυρ-Κωνσταντός, ργοπόρησε ν κκινήσ, νεκα το ναρίου του, τ ποον δν ντεχεν ες τν δοιπορίαν, κα θελε κάθε τόσο λλαγμα βοσκς (κα Θες δν εχε ρίξει τ τος κενο φθόνους βροχάς, στε ν πάρχ δαψίλεια βοσκς ες τ Λιβάδια), κα τέλος, πς κυρ-Κωνσταντς ερέθη ες τν νάγκην ν᾿ ποφασίσ ν πάγ πεζς πάνω ες τν γιον ωάννην, δι ν μ γελάσ τν παπάν, πειδ εχε δοσμένον τν λόγον του ν πάγ ν τν βοηθήσ.

- Μ τώρα νύχτωσες… θ νυχτώσεις… επεν ϊ-Χαραλαμπίτης ερεύς. Πς θ πς κε, ; Εναι μιάμιση ρα δρόμος κόμα… κα τ φεγγάρι θ᾿ ργήσει τρες ρες ν βγ… σκοτάδι σ᾿βος!

σ᾿βος, σσοβος = βυσσος.

«Πς ν κάμω;» επεν μπαρμπα-Κωνσταντός, στις ρχισεν εθς ν κν κα ν διστάζ.

«Σκοτάδ᾿ β᾿σος», πανέλαβεν παπα-ζαρίας, «τ φεγγάρι θ᾿ ργήσει τρες ρες… Πς θ πς ς κε, μοναχός σου; Κακοστρατιά, κλεφτότοπος. θ πέσεις σ κανένα γκρεμν ν κατασκοτωθες».

«Τί μ συμβουλεύεις, γέροντα, ν κάμω;» το επε ψοφοδες μπάρμπα-Κωνσταντς πάρεδρος.

παπα-ζαρίας σκέφθη πρς στιγμήν, λλ᾿ ψις του δν ξέφραζε πνευματικόν τι. σως λεγε μέσα του: «Τί θελα, τί γύρευα γ ν το π τέτοια πράγματα ν τν δειλιάσω… Ατς εναι τοιμος… φορμ γύρευε ν μείν μς στ μέση… κα ν κάμ νάσταση στν γιο Χαράλαμπο».

Ετα επε μεγαλοφώνως:

«Τί ν σο π κι γώ; σες πτε κα δίνετε πόσχεση, κι στερα δν ξέρετε ν σηκωθετε μ τν ρα σς τουλάχιστον, ν πτε κε που χετε δώσει λόγο… κι λλος ς καρτερνα πράμα πο σο εναι κοπιαστικ κα δύσκολο π᾿ ρχς, πρέπει ν τ συλλογίζεσαι, ν τ μετρς καλά, ν μ δίνεις τ λόγο σου… Τί δουλει εχες σύ, νοικοκύρης νθρωπος, ν τρέχεις στ κατσάβραχα, πάνω στν ϊ-Γιάννη, γι ν κάμεις Πάσχα; Δν ξερες ν ρθες στν ϊ-Χαράλαμπο; Τί ν σο κάμω γώ; δ θελ χρησιμέψεις… θελ ψάλλουμε μαζ τν νάσταση, θελ λειτουργηθες μία χαρά, κα μυζήθρα κα τ χλωρ τυρ δν θελε μς λείψχω κι κενον τν χαΐρευτο τν ποτακτικό μου τν Γαβριήλ, που δ φελ τίποτε… χω κα τ γρι τν Επραξία να σωρ κόκαλα, νά χουμε τν εκή της… τρες κοκοι! Μ ο βοσκοί, ς εναι καλά, τς καλς μέρες ρχονται, μς κάνουν γενιά… μόνον φέτος πο μς πρε τος πιότερους πάπα-Διανέλλος, πίσω στν ϊ-Γιάννη, λλ μένουν κάτι λιγοστοί…»

νταθα λθεν ες τν πάπα-ζαρίαν πειρασμς ν κρατήσ τν κυρ-Κωνσταντν ες τν γιον Χαράλαμπον, φήνων τν πάπα-Διανέλλον νευ βοηθο δι ν τν κδικηθ, διότι το φήρεσε τος πλείονας τν βοσκν του. λλ δν τ χώρησεν συνείδησίς του, κα ντονότερον ξηκολούθησε:

- Τώρα, πως κα ν τ κάμεις, σχημα εναι… μ τ καλύτερο εναι ν τραβήξεις τ δρόμο σου ν πς… δωκες τ λόγο σου… Εναι μεγάλη μαρτία ν᾿ φήσεις τν παπ χωρς βοηθό, τέτοια μεγάλη μέρα.

μπάρμπα- Κωνσταντς δν πέσπα τ βλέμμα π τς κυανς κα κοκκίνας άλους τς θυρίδος το ερο Βήματος, τις φαίνετο προσελκύουσα ατν ς μαγνήτης, κα νοερς συνέκρινε τν σχετικν νάπαυσιν, ν θ εχεν ες τν γιον Χαράλαμπσν, που θ ερισκε ζεστν κελίον, μ φθονον πρ κα καφν πρ τς ναστάσεως, μ γάλα κα αγ μετ τν λειτουργίαν, κα διπλον θαλπερν κα ναπαυτικν πνον πρ κα μετ τν κολουθίαν, μ τν ρημίαν, μ τος βράχους, τος σχοίνους κα τς κομαρέας το γίου ωάννου το Προδρόμου, που θ πρχε μόνον παιθρον νεπαρκς πόστεγον κα πάρα πολλ δρόσος πρωιμοτέρα στε ν εναι πιθυμητή.

- Μ στέκεσαι καθόλου, πανέλαβε ϊ-Χαραλαμπίτης. Τράβα γιατ θ νυχτώσεις, κα θ᾿ ργήσει τ φεγγάρι ν βγε.

- Τώρα νύχτωσε πο νύχτωσε, επεν ποφασιστικς μπάρμπα-Κωνσταντός. Καλύτερα εναι ν καθίσω προσώρας ν ξεκουραστ, σπου ν βγ τ φεγγάρι.

- Κα στερα;

- στερα πηγαίνω μ τ φεγγάρι.

- Μ θ πς;

- Θ πάω.

- Ξέρεις καλ τν δρόμο;

- Τί θ πε… Μπορε ν χω χρόνια ν πάω, μ τν δρόμο τν θυμομαι… Κι πειτα, ν ρθ κανένας π τος ξωμερίτες φίλους μου…

- !

- Θ τν παρακαλέσω ν μ πά λίγο παραπάνω, επεν μπάρμπα-Κωναταντός.

- στε δν ξέρεις καλ τν δρόμο;

- χι, λλά…

- Φοβσαι τ στοιχειά; κάγχασεν ερεύς.

- Θες ν φυλά… Δν φοβομαι τίποτε μ τν δύναμιν το Θεολλ συντροφι εναι πάντα καλύτερη.

- ς εναι, δν μπορ ν σ διώξω… μβα μς στ κελ ν ξεκουραστες, κα σν βγ τ φεγγάρι, ν πς…

- Ελόγησον.

μπάρμπα-Κωνσταντς εσλθεν ες τ κελλίον, κι ξηπλώθη π το χαμηλο πεστρωμένου σοφά, μ τος πόδας πρς τν στίαν, που καιεν σθενς πρ τοιμόσβεστον. μπάρμπα-Κωνσταντος σκεπάσθη μ τ κυλίμι, τ ποον κόμιζε, κα μετ᾿ λίγα λεπτ πεκοιμήθη. το δ δη νύξ.

Τ κελλίον που εχεν εσέλθει μπάρμπα-Κωνσταντός, το τ ν κ τν δύο, σα κράτει γούμενος, τν ποον χρησίμευεν μα ς προθάλαμος, ς μαγειρεον κα ς πρόχειρον «ρχονταρίκι». Μόλις εχεν ποκοιμηθε γηραις πάρεδρος κα εσλθεν ποτακτικς Γαβριήλ, μ σπρον κιουλάρι, μ ζωστικν πάνινον, ξεθωριασμένον κα χωρς ράσον, κρατν λυχνίαν μ τν ριστεράν, καυσόξυλα κα χαμόκλαδα μ τν δεξιάν.

«λλος μουσαφίρης πάλε!» γόγγυσεν, μα εδε τν κυρ-Κωνσταντν κοιμώμενον. «Κουτσο στραβο στν ϊ-Παντελεήμονα! Ελόγησον, πατέρες!»

κρέμασε τ λυχνάριον π το πτερυγίου τς στίας, γονάτισε κα ρχισε ν ξανάπτ τν φωτιάν, κα ξηκολούθησεν:

- π πο μ τ καλό, ατς πάλε! ς εναι καλ ο χριστιανοί! Τ ποτήρια ξεπλύνετε, κα ο παδες ς κερνον. Ζήτω κρασοκατάνυξις! Ελόγησον, πατέρες!

σκυψεν ες τν στίαν κα ρχισε ν φυσ δι φυσητρος κ καλάμου. Ετα πανέλαβεν:

- δωκας, γούμενε, τν καλογήρων διακόνημα… ψαλε τοτο ες χον τέταρτον, μεθ᾿ , ες πεζν λόγον, προσέθηκε: Πο τος βρίσκει γέροντάς μου, κα τος μαζώνει! Τρέχα, Γαβριήλ. Καφέδες, Γαβριήλ. Κα ν φερναν τίποτα πρόσφορα τ λάχιστο! Μ ατο ρχονται μ δεια τ χέρια. Το κελάρη δωκας κλειδι ες τ χέρια του (τοτο τ επε ψαλτά· ετα χμα). Βάστα, γερο-Γαβριήλ. Σν εσ᾿ ββς, βάστα!

Τν στιγμν κείνην μπάρμπα-Κωνσταντς καμε κίνησιν τινά, μισοξύπνησε, κι γύρισεν π τ λλο πλευρόν.

- Χαλάλι ν το γίν, γόγγυσεν πάτερ-Γαβριήλ. Νυστασμένος μς λθεν νθρωπος. Θέλω ν ξέρω, ατοί, κάτω στ χωριό, δν κοιμονται τάχα, δν χουν σπίτια, δν χουν κάμαρες; Κινον δυ ρες δρόμο κι ρχονται στν ϊ-Χαράλαμπο γι ν κοιμηθον; Ταμάμ! Ελόγησον, πατέρας!…

Κα ετα ψαλε.

- «Δίδει τν ονον λιγοστόν…».

λλ᾿ μπάρμπα-Κωνσταντός, καίτοι στραφες π το λλου πλευρο, δν πανερεν τν πνον, λλ᾿ νασηκωθες π το γκνος, γύρισε βλέμμα πρς τν μοναχν κα τν ρώτησε:

- Τί ρα εναι, πάτερ;

-Τί ρα; ρα πο νύχτωσε… ρα πο φέγγουν τ᾿ στέρια.

- Τ φεγγάρι δν βγκε κόμα;

- Τί ν σ κάμει τ φεγγάρι, χριστιανέ μου;… Τ φεγγάρι δν κόβει μονέδα…

- Περιμένω ν βγ τ φεγγάρι γι ν φύγω, κα γι᾿ ατ σ᾿ ρωτ, το επεν σύχως μπάρμπα-Κωνσταντός.

- Ν φύγεις; Γι πο, ν θέλει Θεός;

- Δν ρθαν ξωμερίτες π᾿ τ καλύβια;

- Μο κάνουν τ χάρη ν μ ρθον, επεν Γαβριήλ. Σο φέρνουν να πρόσφορο κα σο φαρμακώνουν μία κότα λάκερη· σο φέρνουν λίγο νάμα, κα σο δειάζουν μία δαμιδζάνα σωστή…

Τν στιγμν κείνην κούσθη φων το γουμένου π τς θύρας το κελλίου:

- ! Ξυπνητς εσαι, κύριε πάρεδρε, λεγεν πάπα-ζαρίας. Κι γ νόμισα, τι Γαβριλ μιλοσε πάλι μοναχός του, καθς τ συνηθίζει. Καλ πο πιασε κουβέντα μ νθρωπο.

- Χμ!… Γχ! πνιξε τος γογγυσμούς του μέσα του Γαβριήλ. Ετα, ψιθύρ τ φων, προσέθηκεν: «Ελόγησον, πατέρες!»

- Δν κοιμήθηκα καθόλου, γέροντα, πήντησεν μπάρμπα-Κωνσταντός, στις πράγματι δν νεθυμετο ποσς ν εχε κοιμηθ χι…

- Κα δν κουσες τν Γαβριλ ν μιλ μονάχος του…

- Δν τν κουσα… σως ν κλεψα ναν πνο σα μ᾿ να Πιστεύω.

- Περιμένω τος βοσκούς· που εναι φθασαν, ε