ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ
Ένα μόνιμο θέμα συζήτησης και στόχος σε συλλόγους που διακονούν την παράδοσή μας, είναι η απόδοση της σε αυθεντική μορφή. Κι αυτή την αυθεντική μορφή ψάχνοντας, μπαίνει το θέμα του ποια είναι αυτή, άρα του ποιο χρονικό σημείο είναι αυτό μέχρι το οποίο διαφυλάχτηκε.
Κι εκεί ξεκινάει μια μεγάλη κουβέντα, που δεν έχει μέχρι τώρα κλείσει και που έχει δημιουργήσει ατέρμονες ανταλλαγές απόψεων.
Μια σημαντική συμβολή στη συζήτηση αυτή στο χώρο του ριζίτικου τραγουδιού έκαμε πρόσφατα με τεκμηριωμένο κείμενο του ο βαθύς γνώστης του θέματος και μερακλής τραγουδιστής Μιχάλης Φραγκεδάκης. Παρ’ όλο που το θέμα του περιορίζεται στο ριζίτικο, η τεκμηρίωση έχει εφαρμογή σ’ όλο το φάσμα αυτού που ονομάζουμε παράδοση.
Το όλο ζήτημα ήδη είναι μια αφορμή για μελαγχολία: Η παράδοση δεν είναι πια κάτι που βγαίνει μέσα από την κοινωνία αλλά από τους συλλόγους. Οι οποίοι, προς τιμήν τους, διατηρούν ό,τι έχει απομείνει από αυτήν, αλλά, κατά την εύστοχη έκφραση του Θοδωρή Ρηγινιώτη, καλλιεργούν τα έθιμα κι όχι τα ήθη, τα τελευταία άλλωστε είναι ευθύνη της κοινωνίας να τα διαφυλάξει και να τα συνεχίσει. Όταν λοιπόν η κοινωνία δεν είναι σε θέση να αναπαραγάγει τα ήθη της, αυτά μεταπίπτουν σε μουσειακό είδος και γίνονται παράδοση, που σημαίνει κάτι νεκρό, ξεκομμένο από μας τους σύγχρονους, που το παρατηρούμε και το μιμούμαστε πιθανόν με νοσταλγία, αλλά δεν το ζούμε, δεν το βιώνουμε.
Μπορεί λοιπόν να αναβιώσει η παράδοση; Κι αν όχι, ποιο είναι το χρονικό σημείο εκείνο μέχρι το οποίο υπήρχε αυθεντικό και πότε σταμάτησε να υφίσταται; Έχουν και γι’ αυτό προταθεί χρονικά σημεία, που ειδικά σε μια παράδοση σαν την κρητική φτάνουν πολύ κοντά στο σήμερα κι ίσως και να το καλύπτουν.
Υπάρχει ακόμα ζωντανή παράδοση; Αν για άλλες περιοχές της Ελλάδος δεν υπάρχει, στην Κρήτη μπορεί να υποστηριχτεί ότι ακόμα αντέχει. Υπό προϋποθέσεις ίσως, σε τοπικό επίπεδο ίσως.
Το πρόβλημα που κάνει την παράδοση μας να υποχωρεί δεν είναι η επέλαση του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού. Εξέλιξη πάντα θα υπάρχει.
Αλλά όταν η ταυτότητα μας είναι δυνατή, τότε τα εξωτερικά ερεθίσματα τα προσλαμβάνει και τα εντάσσει μέσα στις δομές της, τα εξελληνίζει και κρατάει από αυτά ο,τι χρειάζεται. Έτσι γινόταν παλιά, από την αρχαιότητα μέχρι τη δεκαετία του ’60.
Σήμερα όμως η ταυτότητα μας είναι σε υποχώρηση. Τα ξένα στοιχεία έρχονται και τα υιοθετούμε αυτούσια, γιατί δεν έχουμε τη δυνατότητα, την πολιτιστική δύναμη να τα αφομοιώσουμε. Και καταλήγουμε να προσαρμοζόμαστε εμείς σ’ αυτά, χάνοντας λίγο λίγο τον εαυτό μας.
Επομένως το πρόβλημα σήμερα είμαστε εμείς. Γι’ αυτό δε μπορούμε να εξελίξουμε τα ήθη μας, γι’ αυτό απλά αναβιώνουμε τα έθιμα των παλιών μας. Υπάρχει λύση;
Οι περισσότεροι είναι απαισιόδοξοι. Όχι από μιζέρια, αλλά από συναίσθηση της πραγματικότητας. Δεν έχουν αυταπάτες, και γι’ αυτό, όπου σώζονται νησίδες αυθεντικότητας μιλούν για εξαιρέσεις.
Προσφάτως, στο σωματείο των ‘’ Δροσουλιτών’’ στον Πειραιά, είχαμε μια κουβέντα γι’ αυτό το θέμα στην ομάδα του ριζίτικου. Και κάποιος από την παρέα έβαλε ένα τραγούδι του Παπασηφάκη, από αυτά που αποκαλούν ‘’νεοριζίτικα’’, ν’ ακούσουμε δίχως να πει τι είναι. Τα λόγια και το ύφος του τραγουδιού δεν το έκαναν να ξεχωρίζει από τα παλιά τραγούδια. Κι αυτό μας έκαμε εντύπωση. Μιαν αντίστοιχη εξαίρεση αναφέρει κι ο Μιχάλης Φραγκεδάκης στο άρθρο του.
Ίσως, λοιπόν, εκεί να βρίσκονται τα κλειδιά για τις απαντήσεις που θέλουμε και τις αγωνίες που εκφράζουν όσοι νοιάζονται για την ταυτότητα αυτού του λαού: Στις εξαιρέσεις. Σε ανθρώπους, μεμονωμένες περιπτώσεις, που έχουν έντονη μέσα τους τη δύναμη της ταυτότητάς μας, και που μπορούν να προσλάβουν και να εντάξουν τα ξένα στοιχεία της ‘’προόδου’’ μέσα στους μηχανισμούς της παράδοσής μας που είναι σ’ αυτούς βιωματική.
Αυτό δεν είναι απαραίτητο να γίνεται μόνο με όσους ζουν στη μαδάρα.
Αν έχεις τη δύναμη της παράδοσής σου ζωντανή, θα γίνει όπου και να είσαι. Και στα χωριά, και στις πόλεις. Βέβαια, αν έχεις την παράδοσή σου ζωντανή αυτή δε θα επιτρέψει την κατάντια της Ελλάδας σε μη παραγωγική χώρα. Δε θα επιτρέψει το γιγαντισμό του Αθηναϊκού πριγκιπάτου και την επιβολή του στην υπόλοιπη Ελλάδα. Θα επιβάλει συνθήκες κοινοτισμού, κοινωνικής αλληλεγγύης και συνοχής.
Αυτά όμως δε γίνονται σήμερα. Γι’ αυτό δε δημιουργούμε πια παράδοση. Το λάθος θα είναι να θεωρήσουμε ότι οι εξαιρέσεις που προαναφέραμε οφείλονται σε ‘’υστέρηση’’ των ανθρώπων αυτών. Δηλαδή αποκοπή τους από την υπόλοιπη ‘’σύγχρονη’’ κοινωνία. Και άρα να αποκτήσουμε κι ένα άλλοθι ότι εμείς, που θεωρούμε τους εαυτούς μας ‘’ενταγμένους’’ στη ‘’σύγχρονη’’ κοινωνία, δεν είναι δυνατό να είμαστε και βιωματικά παραδοσιακοί. Αυτό είναι το στοίχημά μας: Να ζήσουμε εκεί που ο καθένας μας δημιουργεί, να αντισταθούμε στον απάνθρωπο και απρόσωπο τρόπο ζωής, να εντάξουμε στην καθημερινότητά μας τις αξίες των παλιών μας.
Τότε, θα αρχίσει να αλλάζει ο κόσμος γύρω μας. Θα αρχίσουμε να βιώνουμε την παράδοσή μας. Θα γίνουμε κι εμείς εξαιρέσεις. Κι όταν αυτές οι εξαιρέσεις γίνουν πολλές, τότε θα είμαστε πια ο κανόνας!
ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΗ ΚΕΛΑΪΔΗ
‘’ Η μεγαλύτερη περιουσία είναι η μνήμη…’’ αυτά τα λόγια τα πρωτάκουσα σε μια ταινία του Φίλιππου Κουτσαφτή, την ‘’ Αγέλαστη Πέτρα’’. Εκεί μιλούσε για τους Μικρασιάτες της Ελευσίνας, αλλά η κουβέντα αυτή έχει εφαρμογή παντού. Σ’ όλο τον Ελληνισμό, σ’ όλους τους λαούς.
Γιατί σήμερα καλούμαστε να μην έχουμε μνήμη. Καλούμαστε να ξεχάσουμε ποιοι είμαστε, ποια είναι η διαδρομή μας στο χρόνο, τι μας έφερε μέχρι εδώ. Καλούμαστε να χάσουμε τη συλλογικότητά μας, αξίες όπως την αλληλεγγύη, το σεβασμό στο διπλανό μας και στο σύνολο, τη σεμνότητα, την πρεπιά, την εργατικότητα, την τιμιότητά μας. Σήμερα πρέπει να γίνομε άτομα ξεκομμένα μεταξύ τους, που συνυπάρχουν αλλά δίχως να διαπλέκονται οι πορείες τους, που ατομικά καταναλώνουμε προϊόντα μιας χρήσεως για να καλύψουμε ανύπαρκτες ανάγκες. Το άτομο – καταναλωτής δεν πρέπει να έχει μνήμη, δεν πρέπει να έχει αντιστάσεις, δεν πρέπει να έχει ταυτότητα. Και συνακόλουθα, καινούργιες θεωρίες δεν αναγνωρίζουν δικαιώματα συλλογικά, σε λαούς, σε κοινωνικές ομάδες, αλλά θεοποιούν τα ‘’ατομικά’’ δικαιώματα, δηλαδή το δικαίωμα στην κατανάλωση και δαιμονοποιούν το δικαίωμα στην ταυτότητα, στη μνήμη.
Λαοί όμως που ξέχασαν ποιοι είναι, δε μπορούν να έχουν ούτε μέλλον.
Κι ο δικός μας λαός έχει ισχυρή μνήμη ακόμα. Την προκαλούν βέβαια και την αποδομούν συστηματικά οι διανοούμενοι της υποταγής, κάποιοι καινοφανείς ιστορικοί της Νέας Τάξης, που προσπαθούν να σβήσουν τη μνήμη του λαού μας, κι έτσι να κάμψουν το αντιστασιακό του φρόνημα.
Απέναντι τους στέκουν όχι μόνο αντίστοιχοι διανοούμενοι και ιστορικοί, αλλά όλη η συλλογική μνήμη του λαού μας, η αντιστασιακή του παράδοση όπως διαμορφώνεται εδώ και αιώνες, παράδοση αντίστασης προς τη Δύση και την Ανατολή, προς τους Λατίνους Σταυροφόρους και τους Τούρκους δυνάστες, αλλά και τους Γερμανούς, τους σύγχρονους πολιτιστικά κυρίαρχους Δυτικούς, τους στρατιωτικά φιλόδοξους Νεοοθωμανούς και τους μικροιμπεριαλιστές των Σκοπίων.
Αυτή τη συλλογική μνήμη διακονεί για δεκαετίες ο Πάρης Κελαϊδής. Παιδί μικρό ακόμη, τον ήξερα μέσα από τα βιβλία του για τα ριζίτικα. Που δεν ήταν καθόλου μόνο αυτό που έλεγε ο τίτλος, ήταν κάτι παραπάνω: Κάθε τραγούδι ήταν η αφορμή για ένα ταξίδι στο χρόνο και την Ιστορία, μια ανάλυση των γεγονότων που διεκτραγωδούνται εκεί, μια πληθώρα πληροφοριών για πρόσωπα, τόπους και νοοτροπίες. Ο Πάρης Κελαϊδής αποθησαυρίζει τις ιστορίες των παλιών, τις προσθέτει στο υπόβαθρο το οικογενειακό του το τόσο πλούσιο και τόσο βαθιά ριζωμένο στη Σφακιανή επαρχία και στις εκτός Σφακίων εξορμήσεις και περιπέτειες, και μας παρουσιάζει τα Σφακιά του χτες και του προχτές απ’ όλες τις πλευρές: Τις σχέσεις των Σφακιανών μεταξύ τους, τους άγραφους κανόνες που οι ίδιοι διαμόρφωσαν για να τους ορίζουν, τις θρησκευτικές τους εκδηλώσεις, άρρηκτα δεμένες με τις ασχολίες τους στον κύκλο του χρόνου, τους αγίους, τα τραγούδια, τα γεγονότα, τις προσωπικότητες, τις πολλές πολλές εκείνες προσωπικότητες αγωνιστών που διαμόρφωσαν οι συνθήκες κι η πίστη στα δίκαιά μας. Κι ακόμα τις σχέσεις με τις διπλανές επαρχίες, την υπόλοιπη Κρήτη, την υπόλοιπη Ελλάδα, τον αλύτρωτο Ελληνισμό, τη Μακεδονία, τη Βόρειο Ήπειρο.
Πρόκειται για πρόσωπα, τόπους, γεγονότα γνωστά. Άλλωστε, στα Σφακιά ζεις τόσο έντονα δίπλα στην ιστορία, αυτό που άλλοι μαθαίνουν σαν αναφορά σε απώτερα συμβάντα ξεκομμένα από το σήμερα, είναι σε μας ιστορίες των οικογενειών μας, των γειτόνων μας, των φίλων μας, κι ακόμα των αντίπαλων οικογενειών, αφού το ότι ζει η ιστορία μαζί μας σημαίνει ότι παρόντα είναι και τα οικογενειακά.
Ο Πάρης μας φέρνει κοντά σε Ιστορίες που καθεμιά μπορεί να την ακούσει κάποιος από τους παλιούς, αλλά όλες μαζί δε θα μπορούσε να τις γνωρίσει αν δεν τις είχε καταγράψει στα βιβλία του εκείνος. Ακούραστος, μερακλής, και με αγάπη για τον τόπο, έχει μια τόσο σφαιρική εικόνα γι’ αυτόν που μπορεί άνετα να καταλάβει τις επιμέρους συμπεριφορές, το γιατί γίνονται έτσι τα πράγματα, όχι μόνο το πώς.
Πέρα από το παρελθόν των γονιών, δηλαδή των νεωτέρων χρόνων, της Τουρκοκρατίας, της Ενετοκρατίας, ο Πάρης Κελαϊδής ερευνά το παρελθόν των παππούδων, της αρχαιότητας και της Μυθολογίας. Κατανοεί και μας το μεταδίδει, ότι ο κοινός παρανομαστής στην αγέρωχη διαχρονικά συμπεριφορά των Σφακιανών είναι ο τόπος, το ανάγλυφο της Μαδάρας, που διαμορφώνει τις νοοτροπίες κι ανταποκρίνεται σ’ αυτές.
Ο συγγραφέας Πάρης Κελαϊδής των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων έγινε, αργότερα, ένας σεβαστός μου γνωστός. Μου τον γνώρισε η μάνα μου, σα νεανική της παρέα στο Ρέθυμνο του ’50 και μέσα από τις διαδικασίες της Ένωσης των Απανταχού Σφακιανών, ήρθα σ’ επαφή μ’ ένα πρόσωπο που τα γραφτά του με είχαν σημαδέψει μικρό, για να πάρω κι άλλα μαθήματα δίπλα του. Και κυρίως, αυτό της ουσιαστικής παρουσίας, ενός άντρα που είναι αυτό που δείχνει και όχι κάτι άλλο, αλλά κι ένας Σφακιανός που έχει την καμαρωμένη περηφάνεια της επαρχίας κι όχι τον κακό της εγωισμό. Δε βάζει τον εαυτό του πάνω από τους άλλους, το συναινετικό του πνεύμα λειτουργεί πάνω από μικροεγωισμούς και ενώνει, δεν ομαδοποιεί. Σε αντίθεση με πολλούς άλλους, το ‘’εγώ’’ δε θα το ακούσεις από το στόμα του. Όμως οι πολλοί μιλάνε γι’ αυτόν, κι αυτό αποτελεί τη μεγαλύτερη αναγνώριση. Μειλίχιος κι ενωτικός, τώρα που έχει αποτραβηχτεί από τα κοινά της Ένωσης μας λείπει ο τρόπος που έχει να ξεπερνά τις εντάσεις και να υποτάσσει τα ξεχωριστά ‘’εγώ’’ στο κοινό συμφέρον της επαρχίας.
Πριν από χρόνια, σε εκδήλωση στα Σφακιά, η επαρχία τον ανακήρυξε άξιο τέκνο της και τον τίμησε γι’ αυτό. Εμείς, από τη θέση αυτή, το μόνο που μπορούμε να του πούμε είναι ένα μεγάλο μεγάλο ευχαριστώ.
Κι επειδή ξέρουμε πόσο ακούραστος είναι, να ευχηθούμε το έργο του που θα μοιραστεί στην έξοδο να μην είναι το τελευταίο. Γιατί έχεις πολλά να δώσεις ακόμα Πάρη Κελαϊδή….
(Ομιλία σε εκδήλωση της Ένωσης των Απανταχού Σφακιανών για τον Πάρη Κελαιδή)
ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΓΟΥΔΙ, 100 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

Συμπληρώθηκαν φέτος 100 χρόνια από τότε που ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, μια οργάνωση Ελλήνων αξιωματικών κάλεσε το Βενιζέλο να εγκαταλείψει την πολιτική ζωή στην Κρήτη και να αναλάβει την ηγεσία της Ελλάδας. Το κίνημα στο Γουδί, όπως ονομάστηκε η πρωτοβουλία αυτή των αξιωματικών, οδήγησε σε εκλογές που έφεραν τον Κρητικό Βενιζέλο στο τιμόνι μιας Ελλάδας που βρισκόταν σε ένα σταυροδρόμι: Από την μια οι δυνάμεις της Παλαιάς Ελλάδας, προσηλωμένες στην πολιτική της ‘’μικράς πλην εντίμου ‘’χώρας, από την άλλη η ορμή των εκτός Ελλαδικής Επικράτειας πληθυσμών, που εκφράζεται κι από μεγάλο τμήμα του πληθυσμού του Ελλαδικού κράτους, με αιχμή του δόρατος την Κρήτη .
Τα αποτελέσματα είναι γνωστά: H ορμή και το φρόνημα του αλύτρωτου Ελληνισμού οδήγησε σε μεγάλο ποσοστό στην εθνική ολοκλήρωση με τους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους, για να εξαντληθεί και θαφτεί – οριστικά όπως αποδείχτηκε – στην στάχτη της Σμύρνης. Στη Μικρά Ασία δεν νίκησε ο Κεμάλ. Νίκησε ο διχασμός, το εσωτερικό μέτωπο κατά της Μικρασιατικής εκστρατείας που εξέφρασαν το Λαικό Κόμμα και το τότε νεοσύστατο ΣΕΚΕ, το μετέπειτα Κομμουνιστικό Κόμμα (το οποίο η ειρωνεία της Ιστορίας ήθελε να γιγαντωθεί ηγούμενο της επόμενης εθνικής προσπάθειας, της αντίστασης του 41-44). Νίκησε η κατάρα του λαού μας που τον σπρώχνει σε εμφύλιες διαμάχες ενώ λαμβάνει χώρα μια εθνική προσπάθεια.

Αποτιμώντας την τότε περίοδο και προσπαθώντας αντλήσουμε κάποια συμπεράσματα για το σήμερα, μόνο μελαγχολία μπορεί να μας πιάσει: Καμιά ορμή και καμιά πίστη στα δίκαιά μας δεν υπάρχει, παρά τους κινδύνους και τις εξωτερικές απειλές. Αντίθετα, υπάρχει αδιαφορία, ο λαός μας είναι βυθισμένος σε μια προσπάθεια επιβίωσης και κάλυψης ‘’αναγκών’’ που του δημιουργεί η διαφήμιση, η ανάγκη για πωλήσεις και για αύξηση των οικονομικών μεγεθών. Αυτή είναι η Μεγάλη Ιδέα του σημερινού Έλληνα, και για την ικανοποιήσει δεν προσφεύγει στην παραγωγή, την δουλειά, αλλά στον δανεισμό και στην παραβατικότητα.
Σ’ αυτό βέβαια το χάλι δεν μπήκε μόνος του. Μια ολόκληρη στρατιά διανοουμένων έχει επιστρατευτεί για να κάμψει το φρόνημά μας, να αποδυναμώσει την ιστορία μας, να αμφισβητήσει την υπόστασή μας σαν λαού και την πορεία μας στην Ιστορία, ώστε να μας παραδώσει έτοιμους για συνθηκολόγηση στις επιταγές της Νέας Τάξης: Δεν πρέπει να σκεφτόμαστε, πρέπει μόνο να καταναλώνουμε, να αποδεχτούμε να ζούμε με μειωμένη εθνική κυριαρχία, να μην αντισταθούμε πουθενά.

Εδώ τα διδάγματα από το Γουδί είναι καταιγιστικά: Μόνο ένας λαός που αποφασίζει να έρθει σε ρήξη με τις αλυσίδες του και να πεθάνει για αυτό, είναι ικανός να ζήσει. Οι κινηματίες του Γουδί εξέφρασαν μια λαική βούληση που έθεσε στο περιθώριο τις δυνάμεις της υποταγής. Σήμερα ο εχθρός είναι ακόμα πιο δυνατός: Και έξω αλλά κυρίως μέσα. Και κυριαρχεί στην πολιτική, στην εκπαίδευση, στα ΜΜΕ. Σπάει τον κοινωνικό ιστό, εξαφανίζει τις παλιές αξίες της αλληλεγγύης, του κοινοτισμού, του φιλότιμου, της αξιοπρέπειας και στην θέση τους βάζει τον ανταγωνισμό, τον ωχαδερφισμό, την αδιαφορία για το διπλανό μας και το σύνολο στο οποίο ανήκουμε όλοι.
Πρέπει λοιπόν πρώτα αυτόν να αντιμετωπίσουμε. Κι αν το καταφέρουμε, τότε δεν θα μας φοβίζει κανείς εξωτερικός εχθρός.
Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΝΤΑΒΟΥΤΟΓΛΟΥ ΚΑΙ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ
Με άρθρο του στην Καθημερινή της 30-8-09, που μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ο Χρήστος Γιανναράς προτείνει μια ρεαλιστική διέξοδο απέναντι στην διαρκώς ογκούμενη τουρκική επιθετικότητα και δύναμη από την μια και την κάθετη πλέον πτώση της πατρίδας μας σε κάθε τομέα, μεταξύ των οποίων και αυτόν της αποτρεπτικής ισχύος: Να χειριστούμε για λογαριασμό των Τούρκων την συνεργασία της αυτοκρατορίας τους με την Δύση.
Το κείμενο στηρίζεται σε μια καθόλα σωστή ανάλυση στο πρώτο μέρος και περιγράφει επαρκώς τόσο την άνοδο και αξιοπιστία της Τουρκίας όσο και την ανυπαρξία της Ελλάδας. Επιπλέον, από το να συνδιαλεγόμαστε με διάφορους άσχετους προκειμένου να τους πείσουμε ότι υπάρχει τουρκική απειλή, δηλαδή το αυτονόητο, είναι προτιμότερο να ακούμε απόψεις ανθρώπων που έχουν επίγνωση της πραγματικότητας.

Μένει λοιπόν να δούμε αν η πρόταση του Γιανναρά έχει προοπτική. Δηλαδή αν όντως μπορούμε να συνεχίσουμε την ύπαρξή μας ως υποτελής αλλά διακριτή εθνότητα στα πλαίσια μιας αυτοκρατορικής νεοοθωμανικής Τουρκίας. Το κριτήριο που θέτει ο συγγραφέας είναι αυτό της χρησιμότητας.
Στην Οθωμανική αυτοκρατορία, οι ραγιάδες ήταν χρήσιμοι στους Τούρκους γιατί οι πρώτοι παρήγαν και οι τελευταίοι καρπώνονταν το προϊόν της δουλειάς τους.
Ήταν επίσης χρήσιμοι γιατί είχαν γνώσεις που για να επιβιώσουν έθεταν στις υπηρεσίες του Σουλτάνου, και όντως αποτελούσαν το διπλωματικό του σώμα. Αυτές τις δουλειές δεν μπορούσαν να τις κάνουν οι Τούρκοι. Τους αρκούσε η στρατιωτική – πολιτική κυριαρχία, με την οποία επιβάλλονταν στους υπόδουλους.
Άραγε, υπάρχουν σήμερα οι ίδιες προϋποθέσεις; Οι Τούρκοι έχουν πλέον γνώσεις. Τις πήραν, μετά την ίδρυση του κεμαλικού κράτους, από τις μειονότητες, και όταν ένιωσαν ότι τις κατέχουν τους απαγόρεψαν ασκούν μια σειρά επιστημονικές δραστηριότητες κι επαγγέλματα, μπορούσαν πια να τα ασκήσουν μόνοι τους. Ακόμα, με κλοπή του συσσωρευθέντος κεφαλαίου των μειονοτήτων, έφτιαξαν τη δική τους αστική τάξη που αντικατέστησε την οικονομική δραστηριότητα των μέχρι χτες υποτελών, με αποτέλεσμα να έχουν πια να επιδείξουν μια θαυμαστή αυτάρκεια σ’ αυτούς τους τομείς.

Παράλληλα, η στρατηγική τους είναι μακρόπνοη και καλά σχεδιασμένη και την υπηρετούν αφοσιωμένοι και ικανοί κρατικοί λειτουργοί. Η διπλωματία τους είναι αποτελεσματική. Η οικονομία τους ισχυρή κι ο στρατός τους έμπειρος και εκπαιδευμένος. Η κατάσταση δεν έχει καμία σχέση με την Μικρά Ασία των τελών του 19ου αιώνα, όπου οι Τούρκοι είχαν τον στρατό αλλά οι μειονότητες την γνώση και την οικονομία.
Παράλληλα, εμείς έχομε πια μόνο την παρακμή μας, το χαμηλό μας ηθικό, την αδιαφορία μας για την ίδια την πατρίδα και το λαό μας. Πού, λοιπόν θα φανούμε εμείς χρήσιμοι στους μελλοντικούς μας δυνάστες; Θα εμπιστεύονταν οι Τούρκοι την εκπροσώπησή τους σ’ ένα έθνος δίχως όραμα, δίχως αξίες, δίχως φρόνημα ; Θα εκχωρούσαν σε εμάς αυτό που ίδιοι πια κάνουν τόσο καλά για να τους το διαλύσουμε ;
Με την λογική του Γιανναρά έτσι και αλλιώς διαφωνούμε. Αλλά αν πρέπει να την συζητήσουμε σαν προοπτική, θα έρθουμε σε ένα αδιέξοδο που το παράγει η ίδια η παρασιτική μας φύση.
Δεν είμαστε λοιπόν ούτε για υπόδουλοι χρήσιμοι στους Τούρκους. Άρα δεν έχουμε θέση στην αυριανή αυτοκρατορία που θα χτίσουν. Βάρος τους είμαστε που θα πιάνει τον τόπο στις περιοχές της πατρίδας μας που θα έρθουν να αρπάξουν. Και θα πρέπει να φύγουμε.

Αυτό όμως, η ανυπαρξία μιας προοπτικής έστω μιας τέτοιας άθλιας και ντροπιασμένης επιβίωσης, είναι κι η ελπίδα μας τελικά, μας δείχνει κι ένα δρόμο που φαίνεται ότι είναι ο μοναδικός, αν βέβαια θέλουμε να συνεχίσουμε να υπάρχουμε ως λαός, και όχι να επιβιώσουμε τουρκεμένοι σαν άτομα: Αντίσταση. Γιατί η εναλλακτική λύση της υποταγής δεν θα υπάρξει για μας, δεν είμαστε άξιοι ούτε για αυτό.
Μπορούμε βέβαια να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε. Να αποβάλουμε τον παρασιτισμό μας, να ξαναβρούμε τις παλιές μας αξίες και ικανότητες. Τότε θα είμαστε ίσως χρήσιμοι όπως το ορίζει ο Γιανναράς. Αλλά τότε δεν θα έχουμε κανένα λόγο να θέλουμε να υλοποιήσομε την πρόταση του Γιανναρά. Τότε θα μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τους επίδοξους δυνάστες, θα’ χουμε την θέληση και την αξιοπρέπεια για αυτό.
ΑΠΟΠΗΓΑΔΙ: ΤΑ ΟΡΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΑΣΙΝΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

“ΑΝΕΜΟΓΕΝΝΗΤΡΙΕΣ-ΓΙΓΑΝΤΙΣΜΟΣ ΑΠΟΠΗΓΑΔΙ-ΧΑΝΙΑ
Οι κάτοικοι των χωριών τ Άποπηγαδιού, αγωνίζονται για την αξιοπρέπεια τους, το περιβάλλον και τις περιουσίες τους.
Με άκυρη για την Κρήτη νομολογία και παράνομες -αδιαφανείς πράξεις αποχαρακτηρισμού, το Δασαρχείο Χανίων χαρακτήρισε ως δασικά και δημόσια κτήματα 4600 στρέμματα από τα χωριά Σπίνα, Φλώρια, Μεσαύλια, Παλαιά Ρούματα, Σκάφη, Τζαγκαριάκος, Τεμένια και Σέμπρωνα, έπειτα από αιτήσεις των θυγατρικών της Γαλλικής πολυεθνικής ΕDF (electricite de France) για κατασκευή Αιολικών Πάρκων και Υδροηλεκτρικών έργων στο βουνό Αποπηγάδι.
Το γεγονός αυτό αποτελεί κλοπή κρητικών περιουσιών, με πρωταγωνιστή το Δασαρχείο Χανίων και παράλληλα ανοίγει το δρόμο για την εξολοκλήρου δήμευση και εκποίηση των ορεινών χωριών της Κρήτης σε πολυεθνικές, καθώς πολλές περιουσίες είναι χαρακτηρισμένες ως δασικές και ως εκτούτου θεωρούνται δημόσιες.
Δεν υπολογίζεται το μέγεθος του θράσους και της απάτης των εταιρειών που βάλθηκαν να αποκομίσουν υπέρογκα κέρδη μέσω των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων για έργα ΑΠΕ (Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας) στη γη μας. Οι αιτήσεις, που έχουν κατατεθεί από θυγατρικές εταιρείες της πολυεθνικής EDF από το 2001 για Αιολικά Πάρκα και Υβριδικά Υδροηλεκτρικά έργα, προβλέπουν την τοποθέτηση 103 ανεμογεννητριών και την κατασκευή τουλάχιστον 4 γιγαντιαίων υδροηλεκτρικών έργων με δεξαμενές νερού χωρητικότητας 1.000.000 κυβικών μέτρων έκαστη .
Οι κάτοικοι ουδέποτε ενημερώθηκαν από τις εταιρείες για την έκταση των έργων που σχεδιάζουν στη γή τους , καταπατώντας τις περιουσίες τους. Οι μελέτες κατατέθηκαν για έγκριση στις αρμόδιες Υπηρεσίες εν αγνοία τους, ενώ έπρεπε να ενημερωθούν πρώτοι σύμφωνα με το νόμο τους. Οι εταιρείες στο Αποπηγάδι έρχονται σήμερα με τα ΜΑΤ να υλοποιήσουν , όπως επικαλούνται, έργα “Πράσινης Ανάπτυξης”. Οι κάτοικοι βλέπουν τις περιουσίες τους να αρπάζονται από το Δασαρχείο Χανίων ως «δημόσια κτήματα» , που θα αποφέρουν τεράστια κέρδη σε μία πολυεθνική, με τίμημα την καταστροφή του μεγαλύτερου ταμιευτήρα νερού στο νομό Χανίων.
Οι ειδικοί όροι στις περιβαλλοντικές μελέτες και άδειες της εταιρείας αναφέρουν ότι: Θα περιφραχθούν στο σύνολο οι εκτάσεις, θα τοποθετηθούν “καλαίσθητες ταμπέλες”, κάμερες παρακολούθησης και γιγάντιοι Πυλώνες με καλώδια υψηλής τάσης.
Πώς να εμπιστευτούμε τις μεγαλοεταιρείες που φράζουν τη γή μας ότι αύριο δεν θα μας βάλουν τους πρώτους μισθωτούς κτηνοτρόφους; Το χειρότερο σενάριο σε βάθος χρόνου είναι να γίνουν Real Estates γήπεδα Golf , αφού από το Αποπηγάδι φαίνονται Λυβικό Αιγαίο, Κύθηρα, Αντικήθυρα, Ταύγετος, Γαύδος, Μήλος και νησιά των Kυκλάδων όταν έχει καλό καιρό.
Η εταιρεία χωρίς να λαμβάνει υπόψη της την υποβάθμιση της ποιότητας της ζωής των ανθρώπων στις «δημόσιες» περιουσίες των οποίων θα κάνει επενδύσεις, χωρίς κάποια ενιαία περιβαλλοντική μελέτη για το Βουνό που δίνει νερό σε τρεις Επαρχίες και ζωή σε τέσσερα ποτάμια, επιμένει στη βία.
Δεν προβλέπεται μελέτη για το πόσες ανεμογεννήτριες και σε ποια σημεία μπορούν συνολικά να εγκατασταθούν, ούτε για την επίδραση έργων τεράστιας κλίμακας στην ποσότητα και την ποιότητα του υδροφόρου ορίζοντα του Αποπηγαδιού.
Έργα, που θα μετατρέψουν το Αποπηγάδι σε μία απέραντη βιομηχανική ζώνη, εξυπηρετούν μόνο τα συμφέροντα και τον πλουτισμό των λίγων και των ισχυρών και όχι το περιβάλλον και τις ήπιες μορφές ενέργειας.
Οι άνθρωποι στο Αποπηγάδι δεν είναι ενάντια στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, είναι ενάντια στο γιγαντισμό της “πράσινης μονοπωλιακής ανάπτυξης” που εξασφαλίζει τεράστια κέρδη στις εταιρείες και υποβαθμίζει τις ζωές μας και το περιβάλλον. Θέλουμε μικρής κλίμακας μονάδες που θα δίνουν ενεργειακή αυτάρκεια απεξαρτοποιώντας μας απο το μονοπώλιο του πετρελαίου. Οι κάτοικοι της περιοχής δίνουμε μια μάχη για την αξιοπρέπεια μας , για το περιβάλλον και τις περιουσίες μας. Μήπως όλη η ορεινή Κρήτη μπορεί να ξεπουληθεί με τον ίδιο τρόπο, σύμφωνα με τις ορέξεις της κάθε πολυεθνικής και του κάθε διεφθαρμένου καρεκλοκένταυρου δημόσιου υπάλληλου. Αν δεν αντιδράσουμε , δε θα έχουμε λόγο στον τόπο μας πια . Ποιος μας εγγυάται ότι η ιδιωτικοποίηση του υδροφόρου ορίζοντα για παραγωγή ενέργειας από μεγαλοκαρχαρίες δε θα εξελιχθεί αύριο σε πώληση του ίδιου του νερού σ’εμάς!!!
ΑΠΟΠΗΓΑΔΙ σημαίνει :ΑΠΟ-ΠΗΓΗ , ΑΠΟ -ΠΗΓΑΖΩ , δηλαδή το βουνό με τις πηγές και τα νερά.
Πρωτοβουλία κατοίκων
Παλαιών Ρουμάτων – Σπίνας – Σέμπρωνα.
Email : prot.palaia.roumata@gmail.gr”
(κείμενο προκήρυξης των κατοίκων των χωριών του Αποπηγαδιού)

φωτογραφία Λευτέρης Παναγιωτάκης
Τώρα που τα περιβαλλοντικά προβλήματα έχουν σηματοδοτήσει την αντίστροφη μέτρηση για τον πλανήτη, ο προβληματισμός για το πού πηγαίνουμε έχει γίνει καθημερινότητα. Μέσα σ’ αυτή αναπτύσσονται λογιώ λογιώ προτάσεις και στάσεις, πολιτικά σχήματα εμφανίζονται με σημαία τους την οικολογία, ενώ έχει πια γίνει σαφές ότι η οικολογία είναι και μια μεγάλη μπίζνα: η πυρηνική ενέργεια αποκαλείται πια «πράσινη ενέργεια», ενώ οι ανανεώσιμες πηγές έχουν αποκτήσει μια διάσταση που δεν περιμέναμε όταν, χρόνια πριν είχαμε αρχίσει να μιλούμε γιαυτές.
Γιατί ο στόχος της απεξάρτησης από τις ρυπογόνες πηγές ενέργειας σαφώς προβλέπει την υποκατάστασή τους με πηγές φυσικές και διαρκούς φύσεως, όπως ο ήλιος, ο αέρας, το νερό. Η συνολική όμως προσέγγιση του περιβαλλοντικού προβλήματος προϋποθέτει την αναθεώρηση της καταναλωτικής μας συμπεριφοράς, μια νέα στάση ζωής που θα βασίζεται στη διαπίστωση του πεπερασμένου χαρακτήρα των φυσικών πόρων και στη διαχείρισή τους με σεβασμό και φειδώ. Σημαίνει ότι δε μπορούμε να καταναλώνομε πια τόση βενζίνη, τόσο ρεύμα, δε μπορούμε να γεμίζομε τη γή μας με φυτοφάρμακα και τα νερά μας με απόβλητα. Σημαίνει ακόμα ότι οι μεταφορές πρέπει να περιοριστούν, ότι η παραγωγή και κατανάλωση μπορεί και πρέπει να γίνεται σε τοπική κλίμακα, σημαίνει μιαν επανασύνδεσή μας με τη γή και το χώρο όπου κινούμαστε, ζούμε δημιουργούμε.
Σημαίνει δηλαδή αυτό ενδυνάμωση των τοπικών κοινωνιών και αποκέντρωση στη λήψη αποφάσεων, δηλαδή άμεση δημοκρατία. Μια τοπική κοινωνία που αποφασίζει και είναι υπεύθυνη για την παραγωγή της ενέργειας, της τροφής, της εκπαίδευσης και του πολιτισμού της είναι μια κοινωνία ελεύθερη, κύρια των επιλογών της και μη εξαρτώμενη από την κεντρική εξουσία. Αποτελεί μια συνιστώσα μαζί με πολλές αντίστοιχες τοπικές κοινωνίες που συνθέτουν σε κεντρικό επίπεδο μια συνάντηση των ελληνικών περιφερειών, υπεύθυνη για κεντρικά όντως ζητήματα, όπως εξωτερική πολιτική, αλλά σε τοπικό επίπεδο παραμένει αυτάρκης, αιμοδότης και υποκείμενο κι όχι διακονιάρης της –περιορισμένης- κεντρικής εξουσίας.
Αυτό το χαρακτήρα μόνο μπορεί να έχει η οικολογική προσέγγιση στα προβλήματα του πλανήτη, κι όχι τυχαία, αυτόν τα ψευδεπίγραφα οικολογικά κόμματα που έχει αναδείξει η πολιτική μας σκηνή τον αγνοούν. Βέβαια, αλοίμονό μας αν περιμέναμε από αυτούς να αναδείξουν και ν΄ αγωνιστούν γιαυτά τα θέματα. Βολεμένοι μέσα σε εταιρείες μελετών και μέσα σε αναπαυτικές πολυθρόνες, αυτοί που δεν έχουν παίξει ούτε μια σκαπετιά στη γή, μιλούν για οικολογία σα να είναι κάτι αφηρημένο, κι όχι η σχέση του ανθρώπου με τη γη του.
![palia_roymata_02[1] palia_roymata_02[1]](http://metotoufekikaitilyra.files.wordpress.com/2009/08/palia_roymata_021.jpg?w=320&h=213)
Και βέβαια η πράσινη τεχνολογία αποτελεί πλέον και επικερδή επένδυση. Ως τέτοια, έχει τελείως άλλη λογική από μια συνολική εναλλακτική πρόταση για το περιβάλλον. Αυτή απλά προσπαθεί να τροφοδοτήσει το σύγχρονο αλόγιστο καταναλωτικό πρότυπο με καθαρή ενέργεια. Από μόνο του αυτό είναι αντιφατικό. Δε μπορεί να τροφοδοτηθεί μια συνεχής ανάπτυξη, δηλαδή συνεχής μεγέθυνση, ούτε με ανανεώσιμες ούτε με συμβατικές πηγές ενέργειας. Δε μπορεί να υποστηριχτεί το μοντέλο των τριών αυτοκινήτων ανά οικογένεια, της μιας τηλεόρασης ανά δωμάτιο. Μόνο ο περιορισμός των αναγκών, η αποανάπτυξη, μπορεί σα λογική να αντιστρέψει την πορεία προς την καταστροφή του πλανήτη. Γιαυτό και γιγαντιαίας κλίμακας «οικολογικές» επεμβάσεις είναι πράσινες μεν, μη οικολογικές δε.
Οι μεγάλες ανεμογεννήτριες αποτελούν ένα τέτοιο παράδειγμα. Η υποδομή που απαιτούν μόνο φιλική προς το περιβάλλον δε μπορεί να χαρακτηριστεί. Διάνοιξη λεωφόρων σε παρθένες περιοχές, κατασκευές από μπετόν και επιβάρυνση των περιοχών όπου τοποθετούνται, συνθέτουν τις παραμέτρους του εγχειρήματος. Όχι τυχαία, τέτοιες επεμβάσεις και επενδύσεις γίνονται ερήμην των τοπικών κοινωνιών, ούτε στόχο έχουν την κάλυψη των δικών τους αναγκών. Δηλαδή από το στόχο μιας εναλλακτικής προσέγγισης το μόνο που υπάρχει είναι η παραγωγή πράσινης ενέργειας. Όχι όμως πια μέσα από μιαν άλλη οπτική.
Η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στο Αποπηγάδι, τη χιλιοτραγουδισμένη κορφή του Σελίνου και αιμοδότη τριών επαρχιών, είναι ένα ανησυχητικό παράδειγμα για τα παραπάνω. Οι τοπικές κοινωνίες θα έπρεπε να διαχειριστούν την παραγωγή δικού τους ρεύματος με τρόπο που συνδέεται με τις υπάρχουσες δραστηριότητες και τις ενισχύει. Αντί γιαυτό, η θυγατρική μιας γαλλικής πολυεθνικής, με πυρηνικά και ανεμογεννήτριες σ΄ όλο τον κόσμο, απειλεί να αλλάξει τις υπάρχουσες δραστηριότητες και να τις υπαγάγει στο δικό της στόχο, της γιγάντιας παραγωγής ρεύματος προς πώληση στη ΔΕΗ. Κι όλα αυτά, τη στιγμή που η Κρήτη έχει εξαιρεθεί από τα μέτρα για οικιακή παραγωγή και πώληση ρεύματος προς τη ΔΕΗ, δηλαδή από τη μόνη δραστηριότητα που μπορεί να είναι δεμένη με την τοπική κοινωνία και να καλύπτει δικά της προβλήματα. Δηλαδή οι κάτοικοι των περιοχών που θα δεχτεί τη γαλλική επένδυση, δε μπορούν να βάλουν στο σπίτι τους ένα φωτοβολταϊκό ή μια μικρής ισχύος ανεμογεννήτρια, που δεν απαιτούν υποδομές και καταστροφή του βουνού και να πουλούν το ρεύμα στη ΔΕΗ, όμως η πολυεθνική μπορεί.

Οι κάτοικοι της Σπίνας, του Σέμπρωνα, των Παλιών Ρουμάτων, είδαν μέσα σε μια νύχτα τις περιουσίες τους να τους αφαιρούνται για να παραχωρηθούν στην πολυεθνική, είδαν τις προπαρασκευαστικές κινήσεις να λαμβάνουν χώρα δίχως καμμιάν ενημέρωση, και συνειδητοποίησαν ότι στο βουνό τους συντελείται μια μεγάλη καταστροφή, οικολογική, οικονομική, περιουσιακή, με στόχο τους ίδιους και με πρόσχημα την «πράσινη» ενέργεια. Οι εξελίξεις, από τότε που ξεκίνησαν τον αγώνα τους είναι ραγδαίες, καθώς όσο η αντίσταση κλιμακώνεται, τόσο οι αντιδράσεις οξύνονται, τα ΜΑΤ επεμβαίνουν και η στάση της πολυεθνικής παραμένει αμετάβλητη.
Σ’ αυτό τον αγώνα πρέπει να σταθούμε αλληλέγγυοι. Δεν είναι δικός τους μόνο, αλλά όλων μας. Σ΄ αυτό τον αγώνα δε διακυβεύεται μόνο το μέλλον του Αποπηγαδιού, αν και μόνο αυτό αρκεί για να τον παλέψομε. Το στοίχημα είναι ποιά πορεία θέλομε: Αυτή που θα οδηγήσει στο τέλος, ή αυτή που θα μας ξαναφέρει κοντά στις αξίες που είχαμε, στο σεβασμό στη φύση, στην αυτάρκεια, την αλληλεγγύη, την άμεση δημοκρατία.
Ῥεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου
Ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων, ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτήν, πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των, εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον -ἐκεῖ ἀνάμεσα ἐσώζετο ἀκόμη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Δὲν ὑπῆρχε πλέον οἰκία ὀρθή, δὲν ὑπῆρχε στέγη καὶ ἄσυλον εἰς ὅλον τὸ ὀροπέδιον ἐκεῖνο, παρὰ τὴν ἀπορρώγα ἀκτήν. Μόνος ὁ μικρὸς ναΐσκος ὑπῆρχε καὶ εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου ὁ Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας εἶχε κτίσει μικρὸν ὑπόστεγον καλύβην μᾶλλον ἢ οἰκίαν, λαβὼν τὴν ξυλείαν, ὅσην ἠδυνήθη νὰ εὕρη, καὶ τινὰς λίθους ἀπὸ τὰ τόσα τριγύρω ἐρείπια, διὰ νὰ στεγάζεται προχείρως ἐκεῖ καὶ καπνίζῃ ἀκατακρίτως τὸ τσιμποῦκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμόν, ἔξω τοῦ ναοῦ, ὁ φιλέρημος γέρων.
Ὁ ναΐσκος ἦτο ἰδιόκτητος· πρᾶγμα σπάνιον εἰς τὸν τόπον, λείψανον παλαιοῦ θεσμοῦ· ἦτον κτῆμα αὐτοῦ τοῦ γέροντος Φραγκούλα. Ὁ ἀξιότιμος πρεσβύτης, φέρων ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα προεστοῦ, ὡραῖον φέσι τοῦ Τουνεζίου, ἐπανωβράκι τσόχινον, μὲ ζώνην πλατεῖαν κεντητήν, μακρὰν τσιμπούκαν μὲ ἠλέκτρινον μαμόν, καὶ κρατῶν μὲ τὴν ἀριστερὰν ἠλέκτρινον μακρὸν κομβολόγιον, δὲν ἦτο καὶ πολὺ γέρων, ὡς πενήντα πέντε χρόνων ἄνθρωπος. Κατήγετο ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτέραν καὶ πλέον γνησίως αὐτόχθονα οἰκογένειαν τοῦ τόπου. Ἦτον ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας εὐσταλής, ὑψηλός, λεπτὸς τὴν μέσην, μελαγχροινός, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας τοῦ προσώπου, δασείας ὀφρύς, ὀφθαλμοὺς μεγάλους, ὀγκώδη ρῖνα, χονδρὰ χείλη προέχοντα. Ἠγάπα πολὺ τὰ μουσικὰ τά τε ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ ἐξωτερικά, ὑπῆρξε δὲ μὲ τὴν χονδρήν, ἀλλὰ παθητικὴν φωνήν του, ψάλτης καὶ τραγουδιστὴς εἰς τὸν καιρόν του μέχρι γήρατος.
Τὴν Σινιώραν, ὡραίαν νέαν, λεπτοφυῆ, λευκοτάτην, τὴν εἶχε νυμφευθῆ ἀπὸ ἔρωτα. Ἤδη εἶχε συζήσει μαζί της ὑπὲρ τὰ εἴκοσι πέντε ἔτη, καὶ εἶχεν ἀποκτήσει τέσσαρας υἱοὺς καὶ τρεῖς θυγατέρας. Ἀλλὰ τώρα, εἰς τὸν οὐδὸν τοῦ γήρατος, δὲν συνέζη πλέον μαζί της.
Εἶχε χωρίσει ἅπαξ ἤδη, ἀφοῦ ἐγεννήθησαν τὰ τέσσαρα πρῶτα παιδία, δυὸ υἱοὶ καὶ δυὸ θυγατέρες· ὁ πρῶτος οὖτος χωρισμὸς διήρκεσεν ἐπὶ τινὰς μῆνας. Εἶτα ἐπῆλθε συνδιαλλαγὴ καὶ συμβίωσις πάλιν. Τότε ἐγεννήθησαν ἄλλα δυὸ τέκνα, υἱὸς καὶ θυγάτριον. Εἶτα ἐπῆλθε δεύτερος χωρισμός, ὑπὲρ τὸ ἔτος διαρκέσας. Μετὰ τὸν χωρισμὸν δευτέρα συνδιαλλαγή. Τότε ἐγεννήθη ὁ τελευταῖος υἱός. Ἀκολούθως ἐπῆλθε μακρὸς χωρισμὸς μεταξὺ τῶν συζύγων. Ὁ τελευταῖος οὖτος χωρισμός, μετὰ πολλὰς ἀγόνους ἀποπείρας συνδιαλλαγῆς, διήρκει ἀπὸ τριῶν ἐτῶν καὶ ἡμίσεος. Δὲν ἦτο πλέον φόβος νὰ γεννηθοῦν ἄλλα τέκνα. Ἡ Σινιώρα ἦτο ὑπερτεσσαρακοντούτις ἤδη.
Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, τῆς 13 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 186… ἐκάθητο μόνος, ὁλομόναχος, ἔξω τοῦ ναΐσκου, εἰς τὸ προαύλιον, ἔμπροσθεν τῆς καλύβης τὴν ὁποίαν εἶχε κτίσει, ἐκάπνιζε τὸ τσιμποῦκι του κ᾿ ἐρρέμβαζεν. Ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸν λουλᾶν ἀνέθρωσκε καὶ ἀνέβαινεν εἰς κυανοὺς κύκλους εἰς τὸ κενόν, καὶ οἱ λογισμοὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐφαίνοντο νὰ παρακολουθοῦν τοὺς κύκλους τοῦ καπνοῦ καὶ νὰ χάνωνται μετ᾿ αὐτῶν εἰς τὸ ἀχανές, τὸ ἄπειρον. Τί ἐσκέπτετο;
Βεβαίως τὴν σύζυγόν του, μὲ τὴν ὁποίαν ἦσαν εἰς διάστασιν, καὶ τὰ τέκνα του, τὰ ὁποῖα σπανίως ἔβλεπεν. Ἐσχάτως τοῦ εἶχον παρουσιασθῆ πρώτην φορὰν εἰς τὴν ζωήν του, καὶ οἰκονομικαὶ στενοχωρίαι. Ὁ Φραγκούλας ἦτο μεγαλοκτηματίας. Εἶχε παμπόλλους ἐλαιῶνας, ἀμπέλια ἀρκετά, καὶ χωράφια ἀμέτρητα. Μόνον ἀπὸ τὸν ἀντίσπορον τῶν χωραφιῶν ἠμποροῦσε νὰ μὴν ἀγοράζῃ ψωμὶ δι᾿ ὅλου τοῦ ἔτους αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του. Οἱ δὲ ἐλαιῶνες, ὅταν ἐκαρποφόρουν ἔδιδον ἀρκετὸν εἰσόδημα. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ δὲν εἰργάζετο ποτὲ μόνος του, τὰ ἔξοδα «τὸν ἔτρωγαν!» Εἶτα, αὐξανομένης τῆς οἰκογενείας, συνηυξάνοντο καὶ αἱ ἀνάγκαι. Καὶ ὅσον ηὔξανον τὰ ἔξοδα, τόσον τὰ ἔσοδα ἠλαττοῦντο. Ἦλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», ἀφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Εἶτα, διὰ πρώτην φορὰν, ἔλαβεν ἀνάγκην μικρῶν δανείων. Δὲν ἐφαντάζετο ποτὲ ὅτι μία μικρὴ κάμπη ἀρκεῖ διὰ νὰ καταστρέψῃ ὁλόκληρον φυτείαν. Ἀπηυθύνθη εἰς ἕνα τοκογλύφον τοῦ τόπου.
Οἱ τοιοῦτοι ἦσαν ἄνθρωποι «φερτοί», ἀπ᾿ ἔξω, καὶ ὅταν κατέφυγον εἰς τὸν τόπον, ἐν ὥρᾳ συμφορᾶς καὶ ἀνεμοζάλης, κατὰ τὴν Μεγάλην Ἐπανάστασιν, ἢ κατὰ τὰ ἄλλα κινήματα τὰ πρὸ αὐτῆς, ἀρχομένης τῆς ἑκατονταετηρίδος, κανεὶς δὲν ἔδωκεν προσοχὴν καὶ σημασίαν εἰς αὐτούς.
Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ οἱ ἐντόπιοι εἶχον ἀποκλειστικὴν προσήλωσιν εἰς τὰ κτήματα, οὗτοι, οἱ ἐπήλυδες, ὡς πράττουσιν ὅλοι οἱ φύσει καὶ θέσει Ἑβραῖοι, ἔδωκαν ὅλην τὴν σημασίαν καὶ τὴν προσοχήν των εἰς τὰ χρήματα. Ἤνοιξαν ἐργαστήρια, μαγαζεία, κ᾿ ἐμπορεύοντο κ᾿ ἐχρηματίζοντο. Εἶτα ἦλθεν ἡ ὥρα, ὅπως καὶ τώρα καὶ πάντοτε συμβαίνει, οἱ ἐντόπιοι ἔλαβον ἀνάγκην τῶν χρημάτων, καὶ τότε ἤρχισαν νὰ ὑποθηκεύουν τὰ κτήματα. Ἐωσότου παρῆλθε μία γενεά, ἢ μία καὶ ἠμισεία, καὶ τὰ χρήματα ἐπέστρεψαν εἰς τοὺς δανειστὰς συμπαραλαβόντα μεθ᾿ ἑαυτῶν καὶ τὰ κτήματα.
Ἕως τότε δὲν εἶχε συλλογισθῆ τοιαῦτα πράγματα ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας, οὔτε τὸν ἔμελε ποτέ του περὶ χρημάτων. Ἀλλ᾿ ἐπ᾿ ἐσχάτων εἶχε λάβει ἀνάγκην καὶ δευτέρου καὶ τρίτου δανείου, καὶ οἱ δανεισταὶ προθύμως τοῦ ἔδιδαν, ἀλλ᾿ ἀπήτουν νὰ τοὺς καθιστᾶ ὑπέγγυα τὰ καλλίτερα κτήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἕκαστον εἶχε κατ᾿ αὐτὸν ἐκτιμητήν, δεκαπλασίαν ἀξίαν τοῦ ποσοῦ τοῦ δανειζομένου… Πλὴν φεῦ! αὐτὸς δὲν ἦτο μόνος καϋμός του.
Ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας δὲν ἐφόρει πλέον τὸ ὡραῖον του μαῦρον φέσι, τὸ τουνεζιάνικον· ἔφερεν οἰκιακὸν μαῦρον σκοῦφον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς. Ἀλλ᾿ εὑρίσκετο σήμερον εἰς τὴν ἐξοχήν. Ἐὰν τὸν συνηντῶμεν τὴν προτεραίαν εἰς τὴν ἀγοράν, κάτω εἰς τὴν πολίχνην, θὰ ἐβλέπομεν ὅτι εἶχε βάψει μαῦρον τὸ φέσι του… Εἶχε πρόσφατον πένθος.
-Α! Τὤχασα τὸ καϋμένο μ᾿, τὸ εὐάγωγο, τὤχασα.
Ὁ γέρο-Φραγκούλης ἐστέναζε, καὶ εἶχε δίκαιον νὰ στενάζῃ. Τὸ καλλίτερον κοράσιόν του, τὸ τρίτον, τὸ μικρότερον, δεκατετραετὲς μόλις τὴν ἡλικίαν –τὸ ὁποῖον εἶχε γεννηθῆ κατά τι διάλειμμα ἔρωτος, μεταξὺ δυὸ χωρισμῶν- τοῦ εἶχεν ἀποθάνει πρὸ ὀλίγων μηνῶν…
Καὶ αὐτὸς ἦλθεν εἰς τὴν Παναγίαν διὰ νὰ κλαύσῃ καὶ νὰ πῇ τὸν πόνο του. Ἦτον κτῆμα του ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Τὸ ἐκκλησίδιον ἦτο εὐπρεπέστατον, ὡραῖα στολισμένον, καὶ εἶχε καλὰς εἰκόνας –καὶ μάλιστα τὴν φερώνυμον, τὴν γλυκεῖαν Παναγίαν τὴν Πρέκλαν- σκαλιστὸν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλαιον καὶ μανουάλια ὀρειχάλκινα, κανδήλια ἀργυρᾶ. Ἔφερε πάντοτε ὁ ἰδιοκτήτης μαζί του τὴν βαρεῖαν ὑπερμεγέθη κλεῖδα τῆς δρύϊνης θύρας τῆς στερεᾶς, καὶ δὲν ἔλειπε συχνὰ νὰ ἐπισκέπτεται τὴν Παναγίαν. Τὴν ἡμέραν ἐκείνην θὰ ἐτελεῖτο πανήγυρις εἰς τὸν ναΐσκον, τιμώμενον ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς Κοιμήσεως. Θὰ ἤρχοντο ἀπὸ τὸν τόπον πολλαὶ οἰκογένειαι καὶ ἄτομα, δωδεκάδες τινὲς προσκυνητῶν καὶ πανηγυριστῶν καὶ ὁ Παππανικόλας ὁ συμπέθερός του. Εἰς τὸν Παππανικόλαν ἔδιδεν ὁ Φραγκούλης διὰ τὸν κόπον του ἓν τάλληρον, περιπλέον δὲ εἰσέπραττεν ὁ παππᾶς διὰ λογαριασμόν του τὰς δεκάρας, ὅσας ἔδιδον αἱ γυναῖκες «διὰ νὰ γράψουν τὰ ὀνόματα» ἢ τὰ «ψυχοχάρτια». Ὅλα τ᾿ ἄλλα, προσφορᾶς, ἀρτοκλασίαν, πώλησιν κηρίων κ.τ.λ. τὰ εἰσάπραττεν ὁ Φραγκούλης ὡς εἰσόδημα ἰδικόν του…
Καὶ τώρα τοὺς ἐπερίμενε νὰ ἔλθουν πάλιν… καὶ ἀνελογίζετο πῶς ἄλλοτε, ὅταν ἦτο νέος ἀκόμη, μετὰ τὸν πρῶτον χωρισμὸν ἀπὸ τὴ γυναῖκα του, ἡ πανήγυρις αὕτη τῆς Παναγίας τῆς Κοιμήσεως ἔγινεν ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐπέλθῃ συνδιαλλαγὴ μετὰ τῆς γυναικός του. Κατόπιν τῆς συνδιαλλαγῆς ἐκείνης ἐγεννήθη ὁ τρίτος υἱός, καὶ τὸ Κουμπώ, τὸ θυγάτριον τὸ ὁποῖον ἐθρήνει τώρα ὁ γέρο-Φραγκούλης.
-Τὤχασα, τὸ καυμένο μου, τὸ εὐάγωγο, τὤχασα!…

Ὤ, δὲν ἐλυπεῖτο τώρα τόσον πολὺ τὸν ἀπὸ τῆς γυναικός του χωρισμὸν –τὴν ὁποίαν ἄλλως τε τρυφερῶς ἠγάπα-, ὅσον ἐθρήνει τὴν σκληρὰν ἀπώλειαν ἐκείνη τῆς κορασίδος, τὴν ὁποίαν εἰς τὸν ἄλλον κόσμον ἤλπιζε μόνον νὰ ἐπανεύρῃ… Καὶ κατενύσσετο πολὺ ἡ καρδία του καὶ ἐθλίβετο… Καὶ ἀνελογίσθη ὅτι τὸ πάλαι ἐδῶ οἱ χριστιανοί, ὅσοι ἦσαν ὡς αὐτὸς τεθλιμμένοι, εἰς τὸν ναΐσκον αὐτὸν τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας ἤρχοντο τὰς ἡμέρας αὐτάς, νὰ εὕρωσι διὰ τῆς ἐγκρατείας καὶ τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ ἱεροῦ ᾄσματος ἀναψυχὴν καὶ παραμυθίαν… Τὸν παλαιὸν καιρόν, πρὸ τοῦ εἰκοσιένα, ὅταν τὸ σήμερον ἔρημον καὶ κατηρειπωμένον χωρίον ἐκατοικεῖτο ἀκόμη, ὅλοι οἱ κάτοικοι, καὶ τῶν δυὸ ἐνοριῶν, ἤρχοντο εἰς τὸν ναὸν τῆς Πρέκλας, ὅστις ἦτο ἁπλοῦν παρεκκλήσιον, ν᾿ ἀκούσωσι τὰς ψαλλομένας Παρακλήσεις καθ᾿ ὅλον τὸν Δεκαπενταύγουστον…
Ἄφησεν εἰς τὴν ἄκρην τὸ τσιμποῦκι, τὸ ὁποῖον εἶχε σβύσει ἤδη ἀνεπαισθήτως, ἐν μέσῳ τῆς ἀλλοφροσύνης τῶν ρεμβασμῶν τοῦ καπνιστοῦ, καὶ ἀκουσίως ἤρχισε νὰ ὑποψάλλῃ.
Ἔλεγε τὸν Μέγαν Παρακλητικὸν Κανόνα καὶ τὸν εἰς τὴν Παναγίαν, ὅπου διηγῳδοῦνται τὰ παθήματα καὶ τὰ βάσανα μιᾶς ψυχῆς καὶ τὴν σειρὰν ὅλην τῶν κατανυκτικῶν ὕμνων, ὅπου εἷς βασιλεὺς Ἕλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, ἀπὸ Λατίνους καὶ Ἄραβας καὶ τοὺς ἰδικούς του, διηγῳδεῖ πρὸς τὴν Παναγίαν τοὺς ἰδίους πόνους του, καὶ τοὺς διωγμούς, ὅσους ὑπέφερεν ἀπὸ τὰ στίφη τῶν βαρβάρων, τὰ ὁποῖα ὀνομάζει «νέφη».
Εἶτα, κατὰ μικρόν, ἀφοῦ εἶπεν ὅσα τροπάρια ἐνθυμεῖτο ἀπὸ στήθους, ὕψωσεν ἀκουσίως τὴν φωνήν, καὶ ἤρχισε νὰ μέλπῃ τὸ ἀθάνατον ἐκεῖνο: «Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα, Καὶ Σύ, Υἱὲ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα»,
…Καὶ εἶτα προσέτι, παρεκάλει διὰ τοῦ ᾄσματος τὴν Παναγίαν, νὰ εἶναι μεσίτρια πρὸς τὸν Θεόν, «μή μου ἐλέγξη τὰς πράξεις ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων…» Ὤ, αὐτὸ εἶχε τὴν δύναμιν καὶ τὸ προνόμιον νὰ κάμνῃ πολλὰ ζεύγη ὀφθαλμῶν νὰ κλαίωσι τὸν παλαιὸν καιρόν, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἔκλαιον ἀκόμη ἑκούσια δάκρυα ἐκ συναισθήσεως…
Ὁ γέρο-Φραγκούλης ἐπίστευε καὶ ἔκλαιεν… Ὤ, ναί, ἦτον ἄνθρωπος ἀσθενής· ἠγάπα καὶ ἡμάρτανε καὶ μετενόει… Ἠγάπα τὴν θρησκείαν, ἠγάπα τὴν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα του, ἐπόθει ἀκόμη τὸν συζυγικὸν βίον, ἐπόθει καὶ τὸν βίον τὸν μοναχικόν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχε ἀγαπήσει ἐξ ὅλης καρδίας τὴν Σινιωρίτσα του… καὶ τὴν ἠγάπα ἀκόμη. Ἀλλ᾿ ὅσον τρυφερὸς ἦτον εἰς τὸν ἔρωτα, τόσον εὐεπίφορος εἰς τὸ πεῖσμα, καὶ τόσον γοργὸς εἰς τὴν ὀργήν. Ὤ, ἀτέλειαι τῶν ἀνθρώπων!
Τώρα εἰς τοὺς τελευταίους χρόνους, εἶχε γνωρίσει ἀκόμη καὶ τὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, τὸ παράπονον τῆς ξεπεσμένης ἀρχοντιᾶς, τὰς πιέσεις καὶ τὰς ἀπειλὰς τῶν τοκογλύφων. «Τὸ διάφορο κεφάλι! τὸ διάφορο κεφάλι! τὸ διάφορο κεφάλι!» Ἐπὶ τέσσαρας ἐνιαυτοὺς ἦτον ἀφορία, αἱ ἐλαίαι δὲν ἐκαρποφόρησαν· ὁ καρπὸς εἶχε προσβληθῆ ἀπὸ ἄγνωστον ἀσθένειαν, διὰ τὰς ἁμαρτίας τῶν ἰδιοκτητῶν. Εἶχαν κιτρινίσει καὶ μαυρίσει αἱ ἐλαίαι, καὶ ἦσαν γεμᾶται ἀπὸ βοῦλες καὶ εἶχαν πέσει ἄκαιρα. Τόσα «ὑποστατικά», τόσα «μούλκια», τόσο «βίος», ἀγύριστα κτήματα, σχεδὸν τσιφλίκια, ἠπειλοῦντο νὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας τῶν τοκογλύφων. Ἐγέννα ἢ ὄχι ἡ γῆ, ἐκαρποφόρουν ἢ ὄχι τὰ δένδρα, ὁ τόκος δὲν ἔπαυε. Τὰ κεφάλαια «ἔτικτον». Ἔπαυσε νὰ τίκτῃ ἡ γόνιμος (ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Βασίλειος), ἀφοῦ τὰ ἄγονα ἤρχισαν κ᾿ ἐξηκολούθουν νὰ τίκτουν…
Ἀνελογίζετο αὐτά, κ᾿ ἔκλαιεν ἡ ψυχή του. Δὲν ἤλπιζε πλέον, οὔτε ηὔχετο σχεδόν, νὰ ἤρχετο ἡ Σινιωρίτσα αὔριον εἰς τὴν πανήγυριν, ὅπως ἤρχετο τακτικὰ κάθε χρόνον ἄλλοτε, ὅταν ἦσαν «μονιασμένοι», -ὅπως εἶχεν ἔλθει καὶ ἅπαξ, εἰς καιρὸν ὁποὺ εὑρίσκοντο χωρισμένοι πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν… Τώρα μόνον ἡ ψυχὴ τῆς Κουμπῶς, τῆς ἀθῴας μικρᾶς παρθένου, εἶθε νὰ παρίστατο ἀοράτως εἰς τὴν πανήγυριν ἀγαλλομένη.
Ὤ! ἄλλοτε, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν, πρὶν γεννηθῆ ἀκόμη ἡ Κουμπὼ ναί, ἡ Παναγία εἶχε δωρήσει τὸ ἁβρὸν ἐκεῖνο ἄνθος εἰς τὸν Φραγκούλην καὶ τὴν Σινιώραν, καὶ ἡ Παναγία πάλιν τὸ εἶχε δρέψει καὶ τὸ εἶχεν ἀναλάβει πλησίον της. Πρὶν μολυνθῆ ἐκ τῆς ἐπαφῆς τῶν ματαίων του κόσμου. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, εἶχε συμβῇ ὁ πρῶτος χωρισμός, τὸ πρῶτον πεῖσμα, τὸ πρῶτον κάκιωμα μεταξὺ τῶν συζύγων. Καὶ ὁ Φραγκούλης, θυμώδης, ὀξύχολος, δριμύς, εἶχεν ἀναβῇ ὅπως τώρα, ἀπὸ τὴν πολίχνην τὴν κατοικημένην εἰς τὸ παλαιὸν χωρίον τὸ ἔρημον, τοῦ ὁποίου ἐσώζοντο τότε ἀκόμη ὀλίγισται οἰκίαι καὶ δὲν ἦτο ἐρείπιον ὅλον, ὅπως σήμερον. Καὶ καθὼς τώρα, εἶχεν ἔλθει δυὸ ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς ἑορτῆς εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Πρέκλας, ἐκάθητο δὲ εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ναΐσκου κι᾿ ἐκάπνιζε τὸ μακρὸν τσιμποῦκι μὲ τὸ ἠλέκτρινον ἐπιστόμιον. Πλὴν τότε τὸ φέσι τοῦ ἦτο κατακόκκινον, καὶ τώρα ἐφόρει μαῦρον σκοῦφον… Καὶ τότε ὁ Φραγκούλης ἦτο σαράντα χρόνων καὶ τώρα ἦτο πενηνταπέντε. Τότε ἔτρεφε πεῖσμα καὶ χολήν, ἀλλ᾿ εἶχε πολὺ περισσότερον καὶ βαθύτερον συζυγικὸν ἔρωτα, καὶ μόνον νύξιν ἤθελεν· ἦτον ἕτοιμος νὰ συγχωρήσῃ καὶ ν᾿ ἀγαπήσῃ… Ἀλλὰ τώρα δὲν εἶχε πλέον οὔτε πεῖσμα σχεδὸν οὔτε ὀργήν, ἠγάπα τὴν Σινιώραν, τὴν ἐπόνει, ἀλλ᾿ ἔκλαιε πολὺ περισσότερον διὰ τὸ θυγάτριόν του, τὸ Κουμπῶ. «Τὸ καϋμένο τὸ εὐάγωγο!».
Ἐκείνην τὴν φορὰν, ὁ παππα-Νικόλας, ἅμα ἔφθασε τὴν παραμονήν, ἀκολουθούμενος ἀπὸ πλῆθος προσκυνητῶν διὰ τὴν πανήγυριν, ἐστάθη πλησίον τῆς θύρας τοῦ ναοῦ, παρὰ τὴν γωνίαν, καὶ τοῦ εἶπε μυστηριωδῶς:
-Θἄχης μουσαφιρλίκια, θαρρῶ.
-Τί τρέχει, παππᾶ; ἠρώτησε μειδιῶν ὁ Φραγκούλης, ὅστις ἐμάντευσε πάραυτα.
-Θὰ σοῦ ἔλθει τ᾿ ἀσκέρι… Κύτταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα, χωρὶς πείσματα.

Ὁ Παππᾶς, ἀσκέρι λέγων, ἐννοοῦσε προφανῶς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Φραγκούλα· ἀλλὰ τάχα μόνον τὰ παιδία, τὰ δυὸ μεγαλείτερα ἐκ τῶν τεσσάρων; -καθόσον τὰ ἄλλα δυὸ τὰ μικρά, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ κουβαληθοῦν εἰς διάστημα τριῶν ὡρῶν ὁδοιπορίας χωρὶς τὴν μητέρα των. Ὁ Φραγκούλης ἠθέλησε νὰ βεβαιωθῇ.
-Θἄρθη μαζὶ κι᾿ ἡ μάνα τους;
-Βέβαια… πιστεύω, εἶπεν ὁ παππᾶς.
Τῷ ὄντι, ὅταν ἐβράδυασε καλὰ καὶ ἄρχισε νὰ σκοτεινιάζῃ, ἡ κυρὰ Σινιώρα ᾖλθε, μαζὺ μὲ τὴν γραῖαν μητέρα της καὶ μὲ τὰ τέσσερα παιδιά της, ἐν συνοδείᾳ καὶ ἄλλων προσκυνητριῶν, γειτονισσῶν ἢ συγγενῶν της. Ἀπὸ πολλῶν μηνῶν δὲν εἶχεν ἰδεῖ τὸν συζυγόν της, ὅστις εἶχε κατοικήσει χωριστὰ –εἰς εὐτελὲς δωμάτιον, χάρις ταπεινώσεως, τὸ ὁποῖον ὀνόμαζε «τὸ κελλί του», καὶ ἔζη ἀπὸ μηνῶν ὡς καλόγηρος. Ἐπλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα· ὁ Φραγκούλης ἵστατο ἐκεῖ παραπέρα ἀπὸ τὴν θύραν τῆς ἐκκλησίας, κ᾿ ἔκαμνε πῶς ἔβλεπεν ἀλλοῦ καὶ πῶς ἐπρόσεχεν εἰς τινὰ ὁμιλίαν περὶ ἀγροτικῶν ὑποθέσεων μεταξὺ δυὸ ἢ τριῶν χωρικῶν.
Ἡ Σινιώρα εἰσῆλθεν εἰς τὸν Ναΐσκον, ἐπροσκύνησεν, ἐκόλλησε κηρία καὶ ἠσπάσθη τὰς εἰκόνας. Εἶτα μετὰ τινὰ ὥραν ἐξῆλθεν. Ἐπλησίασε συνεσταλμένη κ᾿ ἐχαιρέτησε τὸν σύζυγόν της. Οὗτος ἔτεινε πρὸς αὐτὴν τὴν χεῖρα καὶ ἠσπάσθη φιλοστόργως τὰ τέκνα του.
Ἤδη ἐνύκτωνε καὶ ἐψάλη ὁ Μικρὸς Ἑσπερινός. Ἀκολούθως μετὰ τὸ λιτὸν σαρακοστιανόν, τὸ ὁποῖον ἔφαγον καθ᾿ ὁμάδας καθίσαντες οἱ διάφοροι προσκυνηταὶ ἐδῶ κι᾿ ἐκεῖ ἐπὶ τῶν χόρτων καὶ τῶν ἐρειπίων, ὁ Φραγκούλης ἠτοίμασεν ἰδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον πρόχειρον κατὰ μίμησιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα συνηθίζονται εἰς τὰ μοναστήρια, καὶ φέρων τρεῖς γύρους περὶ τὸν ναόν, τὸ ἔκρουσε μόνος του, πρῶτον εἰς τροχαϊκὸν ρυθμόν: «τὸν Ἀδάμ, Ἀδάμ, Ἀδάμ!» εἶτα εἰς ἰαμβικόν: «τὸ τάλαντον, τὸ τάλαντον!»
Εὐθὺς τότε τὰ δυὸ παιδία τοῦ Φραγκούλα καὶ πέντε ἢ ἐξ ἄλλοι μικροὶ μοσχομάγκαι ἀνερριχήθησαν ἐπάνω εἰς τὴν στέγην τοῦ ναοῦ, ἄνωθεν τῆς θύρας, καὶ ἤρχισαν νὰ βαροῦν τρελλά, ἀλύπητα, ἀχόρταστα, τὸν μικρὸν μισορραγισμένον κώδωνα, τὸν κρεμάμενον ἀπὸ δυὸ διχαλῶν ξύλων, ἐκεῖ ἐπάνω. Ὕστερον ἀπὸ πολλὰς φωνάς, μαλώματα καὶ ἐπιπλήξεις τοῦ Φραγκούλα, τοῦ μπάρμπα-Δημητροῦ, τοῦ ψάλτου καὶ τοῦ Παναγιώτου τῆς Ἀντωνίτσας (ἑνὸς καλοῦ χωρικοῦ, ὅστις δὲν ἐκουράζετο νὰ τρέχῃ εἰς ὅλα τὰ ἐξωκκλήσια καὶ νὰ κάμνῃ «κουμάντο», ἕως οὗ ἐπὶ τέλους ἡ Δημαρχία ἠναγκάσθη νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ ὡς ἰσόβιον ἐπίτροπον ὅλων τῶν ἐξοχικῶν ναῶν), τὰ παιδία μόλις ἔπαυσαν ὀψέποτε νὰ κρούουν τὸν κώδωνα, κ᾿ ἐξεκόλλησαν τέλος ἀπὸ τὴν στέγην τοῦ ναΐσκου. Ὁ παππα-Νικόλας ἔβαλεν εὐλογητόν, καὶ ἤρχισεν ἡ Ἀκολουθία τῆς Ἀγρυπνίας.
Ὁ Φραγκούλης ἦτο τόσον εὐδιάθετος ἐκείνην τὴν ἑσπέραν, ὥστε ἀπὸ τοῦ «Ἐλέησόν με ὁ Θεός», τῆς ἀρχῆς τοῦ Ἀποδείπνου μέχρι τοῦ «Εἴη τὸ ὄνομα», εἰς τὸ τέλος τῆς λειτουργίας, ὅπου ἡ παννυχὶς διήρκεσεν ὀκτὼ ὥρας ἄνευ διαλείμματος –ὅλα τὰ ἔψαλλε καὶ τὰ ἀπήγγειλε μόνος του, ἀπὸ τοῦ δεξιοῦ χοροῦ, μόλις ἐπιτρέπων εἰς τὸν κυρ – Δημητρὸν τὸν κάτοχον τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ νὰ λέγει κι᾿ αὐτὸς ἀπὸ κανένα τροπαράκι, διὰ νὰ ξενυστάξῃ. Ἔψαλε τὸ «Θεαρχίῳ νεύματι» καὶ εἰς τοὺς ὀκτὼ ἤχους μοναχός του, προφάσει ὅτι ὁ κυρ – Δημητρός, «δὲν εὕρισκεν εὔκολα τὸν ἦχον». Εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ, μοναχός του ἐδιάβασε τὸ Συναξάρι, καί, χωρὶς νὰ πάρῃ ἀνασασμόν, μοναχός του πάλιν ἄρχισε τὸν ἑξάψαλμον. Ἔψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Ἀναβαθμοὺς καὶ Προκείμενα, εἶτα ὅλον τὸ «Πεποικιλμένη» ἕως τὸ «Συνέστειλε χορός», καὶ ὅλον τὸ «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου», ἕως τὸ «Δέχου παρ᾿ ἡμῶν». Εἶτα ἔψαλε Αἴνους, Δοξολογίαν, ἐδιάβασεν Ὥρας καὶ Μετάληψιν, πρὸς χάριν ὅλων τῶν ἡτοιμασμένων διὰ τὴν θείαν Κοινωνίαν, καὶ εἰς τὴν λειτουργίαν πάλιν ὅλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, τὸ Χερουβικόν, τὸ «Αἱ γενεαὶ πᾶσαι», τὸ Κοινωνικὸν κ.τ.λ.
Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐνθυμεῖτο ἀκόμη, ὡς νὰ ἦταν χθές, ὁ γερο-Φραγκούλας, καὶ εἶχον παρέλθει δεκαπέντε ἔτη ἔκτοτε. Ἀκόμη καὶ μικρὰ τινὰ φαιδρὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὴν Λιτήν, μικρὸν πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, κατὰ τὴν ἔξοδον τῆς ἱερᾶς εἰκόνος εἰς τὴν ὕπαιθρον. Ἐπειδὴ αἱ γυναῖκες εἶχον κολλήσει πολλὰ καὶ χονδρὰ κηρία, τὰ πλεῖστα ἔργα αὐτῶν τῶν ἰδίων χειρομάλακτα, τὰ δὲ κηρία συμπλεκόμενα εἰς δέσμας καὶ περικοκλάδας ἀπὸ τὸν Παναγιώτην τῆς Ἀντωνίτσας, τὸν πρόθυμον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἱερᾶς πανηγύρεως, εἶχον λαμπαδιάσει, εἰς μίαν στιγμὴν ὀλίγον ἔλειψε νὰ πάρῃ φωτιὰ τὸ φελόνι τοῦ παππᾶ, εἶτα καὶ τὸ γένειόν του. Τότε ὁ Παναγιώτης τῆς Ἀντωνίτσας, μὴ εὑρίσκων ἄλλο προχειρότερον μέσον, ἤρπαζε τὰς ὀγκώδεις δέσμας τῶν φλεγόντων κηρίων, τὰς ἔφερε κάτω εἰς τὸ ἔδαφος κ᾿ ἐπάτει δυνατὰ μὲ τὰ τσαρούχια του, διὰ νὰ τὰ σβύσῃ. Αἱ γυναῖκες δυσφοροῦσαι ἐγόγγυζον νὰ μὴ πατῇ τὰ κηρία, γιατὶ εἶναι κρῖμα.
Τότε εἷς τῶν παρεστώτων υἱὸς πλουσίου τοῦ τόπου, ἀπὸ ἐκείνους οἵτινες εἰς τὸ ὕστερον κατέστησαν δανεισταὶ τοῦ Φραγκούλα –καὶ ὅστις ἐλέγετο ὅτι εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐμελέτα νὰ βάλῃ κάλπην ὡς ὑποψήφιος δήμαρχος-, ἠκούσθη νὰ λέγῃ ὅτι πρέπει νὰ μάθουν νὰ κάμνουν «οἰκονομία, οἰκονομία στὰ κηρία!… ἡ νύχτα μεγαλώνει… ἰσημερία τώρα κοντεύει… ἔχει νύκτα…»

Ἀλλ᾿ αἱ γυναῖκες, ἐνῷ εἴξευραν καλλίτερα ἀπὸ ἐκεῖνον ὅλας τὰς οἰκονομίας τοῦ κόσμου, δὲν ἐννιοῦσαν τί θὰ πῇ «οἰκονομία στὰ κηρία» ἀφοῦ ἅπαξ εἶναι ἀγορασμένα καὶ πληρωμένα καὶ εἶναι μελετημένα καὶ ταμένα ἐξ ἅπαντος νὰ καοῦν διὰ τὴν χάριν τῆς Παναγίας. Μία ἀπ᾿ αὐτάς, γερόντισσα, ἀνεπόλησε κάτι τι δι᾿ ἓν θαῦμᾳ, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ τὸ συναξάρι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ὅπου ὁ Ἅγιος, εἰς τὴν Σαλονίκην, ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸν νεωκόρον, ἔχοντα τὴν μανίαν νὰ σβύνῃ μισοκαμμένα τὰ κηρία –καὶ ἡ γερόντισσα ἤρχισε νὰ τὸ διηγῆται χθαμαλῇ τῇ φωνῇ εἰς τὴν πλησίον της: «Ἀδελφὲ Ὀνήσιμε, ἅφες νὰ καοῦν τὰ κηρία ὅσα προσφέρουν οἱ Χριστιανοὶ καὶ μὴ ἁμαρτάνῃς…»
Τὴν ἴδιαν ὥραν συνέβη καὶ τοῦτο. Ἐνῷ ὁ παππᾶς ἀπήγγελε τὰς μακρὰς αἰτήσεις τῆς Λιτῆς, ἐπισυνάπτων καὶ τὰ ὀνόματα ὅλα ζωντανὰ καὶ πεθαμένα, ὅσα τοῦ εἶχον ὑπαγορεύσει ἀφ᾿ ἑσπέρας αἱ εὐλαβεῖς προσκυνήτριαι, ὁ Φραγκούλας ἔψαλλε μεγαλοφώνως τὸ τριπλοῦν «Κύριε Ἐλέησον» μὲ τὴν χονδρὴν φωνήν του, καὶ μὲ ὅλον τὸ πάθος τῆς ψαλτικῆς του. Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἐφαίνετο νὰ εἶχε πειραχθῆ ὀλίγον, ἴσως διότι ὁ Φραγκούλας ἐν τῇ ψαλτομανίᾳ του δὲν ἐπέτρεπε νὰ πῇ κ᾿ ἐκεῖνος ἕνα τροπαράκι σωστὸ (διότι, ἅμα ἤρχιζεν ὁ Δημητρὸς τὸ δικό του, ὁ Φραγκούλας μὲ τὴν γερὴν κεφαλικὴν φωνήν του, ἐκθύμως συνέψαλλε, τοῦ ἤρπαζε τὴν πρωτοφωνίαν, καὶ ὑπέτασσε κ᾿ ἐκάλυπτε τὴν ἀσθενῆ καὶ τερετίζουσαν φωνὴν ἐκείνου) ἔλαβε τὸ θάρρος νὰ κάμῃ παρατήρησιν.
-Πειὸ σιγά, πειὸ ταπεινά, κυρ-Φραγκούλη· σιγανώτερα νὰ λὲς τὸ «Κύριε ἐλέησον», γιατὶ δὲν ἀκούονται τὰ ὀνόματα, καὶ θέλουν αἱ γυναῖκες νὰ τ᾿ ἀκοῦνε.
Εἶχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αἱ γυναῖκες ἀπήτουν νὰ λέγωνται ἐκφώνως τὰ ὀνόματα, ὅσα εἶχαν εἰπεῖ εἰς τὸν παππᾶν νὰ γράψῃ. Ἐννοοῦσαν νὰ τ᾿ ἀκούῃ κι᾿ ὁ Θεός, κι᾿ ἡ Παναγία, κι ὅλος ὁ κόσμος. Ἡ καθεμία ἤθελε ν᾿ ἀκούσῃ «τὰ δικά της τὰ ὀνόματα», καὶ νὰ τ᾿ ἀναγνωρίσῃ, καθὼς ἀπηγγέλοντο ἀραδιαστά. Ἄλλως θὰ εἶχαν παράπονα κατὰ τοῦ παππᾶ, κι᾿ ὁ παππᾶς ἂν ἤθελε νὰ φάῃ κι᾿ ἄλλοτε, εἰς τὸ μέλλον, προσφορές, ὤφειλε νὰ τὰ ἔχῃ καλὰ μὲ τὶς ἐνορίτισσαις.
Τότε ἡ Ἀργυρή, ἡ πρωτότοκός του Φραγκούλα, οὖσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθὼς ἔστεκε πλησίον εἰς τὸν πατέρα της, ἐψήλωσεν ὀλίγον διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ οὖς του, καὶ τοῦ λέγει κρυφά:
- Πατέρα, ἄφησε καὶ τὸν μπάρμπα – Δημητρὸ νὰ ψάλλῃ «Κύριε ἐλέησον!!»
Τοῦτο ἦτο ὡς ἔμπνευσις καὶ βοήθημα διὰ τὸν Φραγκούλην. Ἐπειδὴ οὖτος δὲν ἤθελε φανερὰ νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν σχεδὸν αὐθάδη παραίνεσιν τοῦ Δημητροῦ, καὶ πάλιν δὲν ἤθελε νὰ δείξη ὅτι ἐθύμωσεν, ἐστράφη πρὸς τὸν καλὸν γέροντα καὶ τοῦ λέγῃ:
- Πέ, Δημητρό, σαράντα φορὲς τὸ «Κύριε ἐλέησον».
Τότε ὁ μπάρμπα-Δημητρός, ὅστις ἂν καὶ εἶχε γηράσει, δὲν εἶχε μάθει ἀκόμη καλὰ τὰ τυπικά, καὶ δὲν εἴξευρεν ἀκριβῶς πότε κατὰ τὴν Λιτὴν τὸ Κύριε ἐλέησον λέγεται τρὶς καί… πότε τεσσαρακοντάκις, ἤρχισε πράγματι νὰ τὸ ψάλλῃ σαράντα φορές, ὥστε ὁ παππᾶς ἐβιάσθη ν᾿ ἀπαγγείλῃ ραγδαίως καὶ ἀθρόα τὰ τελευταία ὀνόματα, καὶ διὰ νὰ εἶναι σύμφωνός με τὸν ψάλτην, ἤρχισε πρὸ τῆς ὥρας νὰ λέγῃ: «… ὑπὲρ τοῦ διαφυλαχθήναι, ἀπὸ λιμοῦ, λοιμοῦ, σεισμοῦ, καταποντισμοῦ, πυρός, μαχαίρας» καὶ τὰ ἑξῆς.
Τέλος μετὰ τὴν λειτουργίαν ὁ παππᾶς, ὁ Φραγκούλας καὶ ἡ οἰκογένειά του καὶ ὀλίγοι φίλοι ἐκάθισαν κ᾿ ἔφαγαν ὁμοῦ καὶ ηὐφράνθησαν, καὶ τὴν ἑσπέραν ὁ Φραγκούλας ἐπανήρχετο εἰρηνικῶς καὶ μὲ ἀγάπην, μετὰ τῆς συζύγου καὶ τῶν τέκνων του ὑπὸ τὴν οἰκιακὴν στέγην.
Πρὶν παρέλθη ἔτος ἐγεννήθη ἡ Κουμπώ. Ἡ κόρη αὕτη, πλάσμα χαριτωμένον καὶ συμπαθές, ἀνετρέφετο καὶ ἠλικιοῦτο, ἐγένετο τὸ χάρμα καὶ ἡ παρηγορία τοῦ πατρός της. Δὲν εἶχε μόνον νοημοσύνην πρώιμον, ἀλλὰ κάτι ἄλλο παράδοξον γνώρισμα, οἰονεὶ χαρακτῆρα φρονίμου γυναικὸς εἰς ἡλικίαν παιδίσκης. Ὕστερον, μετὰ χρόνους, ὅταν ἐπῆλθεν ὁ δεύτερος χωρισμός, ἡ Κουμπώ, ὀκταετὶς τότε, ἔτρεχε πλησίον τοῦ πατρός της, εἰς τὸ «κελλί του», ὅπου κατώκει εἰς τὴν ἀνωφερῆ ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης, καὶ τὴν ἐγέμιζε περιποιήσεις καὶ τρυφερότητας.
Αὐτὴ μόνον ἐδέχετο προθύμως τοὺς πατρικοὺς χαλινούς, ἐνῷ τὰ ἄλλα τέκνα δὲν ἤρχοντο ποτὲ πλησίον τοῦ πατρός των, καὶ διὰ τοῦτο ἐκεῖνος τὴν ὠνόμαζε «τὸ εὐάγωγο». Καθημερινῶς ἔτρεχε νὰ τὸν εὕρῃ, καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τὸν παρακαλῇ.
- Ἔλα, πατέρα, στὸ σπίτι· μή μας ἀφήσης, λεγ᾿ ἡ μητέρα, ζωνταρφανά.
Μίαν τῶν ἡμερῶν ἔτρεξε δρομαία, φαιδρά, καὶ πνευστιῶσα τοῦ εἶπε:
- Τἄμαθες, πατέρα; … Θὰ παντρέψουμε τ᾿ Ἀργυρώ μας … Ἔλα στὸ σπίτι, γιατὶ δὲν εἶναι πρέπον, λέγει ἡ μητέρα, νὰ εἶσθε χωρισμένοι ἐσεῖς, ποὺ θὰ παντρευτῆ τ᾿ Ἀργυρῶ μας … γιὰ νὰ μὴν κακιώση ὁ γαμπρός! …
Τῷ ὄντι ὁ Φραγκούλας ἐπείσθη κ᾿ ἐφιλιώθη μὲ τὴν σύζυγόν του. Ἠρραβώνισαν τὴν Ἀργυρῶ, εἶτα μετ᾿ ὀλίγους μῆνας τὴν ἐστεφάνωσαν … Εἶτα πάλιν ἐπῆλθε τρίτος χωρισμὸς μεταξὺ τοῦ παλαιοῦ ἀνδρογύνου καὶ μ᾿ ἕνα γεροντόπαιδον μαζί, τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον σχεδὸν συγχρόνως μὲ τὸν γάμο τῆς πρωτοτόκου. Τότε ἡ Κουμπώ, ἥτις εἶχε γίνει δεκατριῶν ἐτῶν, δὲν ἔπαυε νὰ τρέχῃ πλησίον τοῦ πατρός της, καὶ νὰ τὸν παρακινῇ ν᾿ ἀγαπήσῃ μὲ τὴν μητέρα. Μίαν ἡμέραν θλιβερὰ τοῦ εἶπεν :
- Δὲν θὰ μπορῶ πλέον νάρχωμαι, οὔτε στὸ κελλί σου, πατέρα … Εἶναι κάτι κακὲς γυναῖκες ἐκεῖ στὸν μαχαλὰ στὸ δρόμο ποὺ περνῶ, καὶ τὶς ἄκουσα ποὺ λέγανε καθὼς περνοῦσα: Νά, τὸ κορίτσι τῆς Φραγκούλαινας, ποὺ τὴν ἔχει ἀπαρατήσει ὁ ἄνδρας της». Δὲν τὸ βαστῶ πλέον, πατέρα.
Τῷ ὄντι, παρῆλθον τρεῖς ἡμέραι, καὶ ἡ Κουμπὼ δὲν ἐφάνη εἰς τὸ κελλὶ τοῦ πατρός της. Τὴν τετάρτην ἡμέραν ᾖλθε πολὺ ὠχρὰ καὶ μαραμένη· ἐφαίνετο νὰ πάσχῃ.
-Τί ἔχεις κορίτσι μου; τῆς εἶπεν ὁ πατήρ της.
-Ἂν δὲν ἔλθης, πατέρα, τοῦ ἀπήντησεν ἀποτόμως αἴφνης, μὲ παράπονον καὶ μὲ πνιγμένα δάκρυα, νὰ ξεύρῃς, θὰ πεθάνω ἀπ᾿ τὸν καϋμό μου!
-Ἔρχομαι, κορίτσι μου, εἶπεν ὁ Φραγκούλης.
Τῷ ὄντι, τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπῆγεν εἰς τὴν οἰκίαν. Ἀλλ᾿ ἡ νεαρὰ κόρη ἔπεσε πράγματι ἀσθενὴς καὶ εἶχεν δεινὸν πυρετόν. Ὅταν ὁ πατέρας ἦλθεν παρὰ τὴν κλίνην της καὶ τῆς ἀνήγγειλεν ὅτι ἔκαμε ἀγάπην μὲ τὴν μητέρα της διὰ νὰ χαρῇ, ἦτο ἀργὰ πλέον. Ἡ τρυφερὴ παιδίσκη ἐμαράνθη ἐξ ἀγνώστου νόσου, καὶ οὔτε φάρμακον οὔτε νοσηλεία ἴσχυσε νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ εἰς τὸν πρόσκαιρον κόσμον. Ἐκοιμήθη χωρὶς ἀγωνίαν καὶ πόνον, ἐξέπνευσεν ὡς πουλί, μὲ τὴ λαλιὰν εἰς τὸ στόμα.
-Πατέρα! Πατέρα! στὴν Παναγία νὰ κάμετε μία λειτουργία … μὲ τὴν μητέρα μαζί!… Εἶπε καὶ ἀπέθανε!
Ὁ Φραγκούλης ἔκλαυσεν ἀπαρηγόρητα· ἔκλαυσεν ἀχόρταστα ὁμοῦ μὲ τὴν σύζυγόν του … Κατόπιν ἀπεσύρθη, κ᾿ ἐξηκολούθησε νὰ κλαίῃ μόνος του εἰς τὴν ἐρημίαν … Ὁ τελευταῖος οὖτος χωρισμὸς ἦτο μᾶλλον φιλικὸς καὶ μὲ τὴν συναίνεσιν τῆς Σινιώρας, ἥτις ἔβλεπεν ὅτι ὁ γέρων σύζυγός της ἐπεθύμει μᾶλλον νὰ γείνῃ μοναχός. Ὁ Φραγκούλης ἐνθυμεῖτο μίαν τελευταίαν σύστασιν τῆς Κουμπῶς: «μὲ τὴν μητέρα μαζί». Μόνον ἓν παροδικὸν πεῖσμα τοῦ εἶχεν ἔλθει. Τοῦ ἐφάνη ὅτι αἱ ἴδιαι ἀδελφαί της, ἡ ὕπανδρος, καὶ ἡ ἄλλη ἡ δευτερότοκος, δὲν τὴν ἐλυπήθησαν ὅσον ἔπρεπε, δὲν τὴν ἐπένθησαν, ὅσον τῆς ἤξιζε, τὴν ἀτυχῆ μικράν, τὴν Κουμπώ. Ἔκτοτε ἐξηκολούθει νὰ ζῇ ὁλομόναχος πάλιν, τώρα «ἐπὶ γήρατος οὐδῶ». Καὶ ἐνθυμεῖτο τὸν στίχον τοῦ Ψαλτηρίου: «Μὴ ἀπώση με εἰς καιρὸν γήρως … καὶ ἕως γήρως καὶ πρεσβείου, μὴ ἐγκαταλίπης με».
Καὶ τὴν ἡμέραν αὐτήν, τὴν παραμονὴν τῆς Κοιμήσεως πάλιν, τὸν εὑρίσκομεν νὰ κάθηται εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου, καὶ νὰ καπνίζῃ μελαγχολικῶς τὸ τσιμποῦκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμόν… ἀναλογιζόμενος τόσα ἄλλα καὶ τοὺς ὀχληροὺς δανειστάς του, οἱ ὁποῖοι τοῦ εἶχαν πάρει ἐν τῷ μεταξὺ τὸ καλλίτερον κτῆμα –ἕνα ὁλόκληρον βουνόν, ἐλαιῶνα, ἄμπελον, ἀγρὸν μὲ ὀπωροφόρα δένδρα, μὲ βρύσιν, μὲ ρέμα, μὲ νερόμυλον –καὶ νὰ ἐκχύνῃ τὰ παράπονά του εἰς θρηνώδεις μελῳδίας πρὸς τὴν Παναγίαν.
«Ἐκύκλωσάν αἱ τοῦ βίου μου ζάλαι, ὥσπερ μέλισσαι, κηρίον, Παρθένε…» Καὶ ἐπόθει ὁλοψύχως τὸν μοναχικὸν βίον, ὀλίγον ἀργά, καὶ ἐπεκαλεῖτο μεγάλῃ τῇ φωνῇ τὸν «Γλυκασμὸν τῶν Ἀγγέλων, τῶν θλιβομένων τὴν χαράν», ὅπως ἔλθη εἰς αὐτὸν βοηθὸς καὶ σώτειρα: «Ἀντιλαβοῦ μου καὶ ῥῦσαι τῶν αἰωνίων βασάνων…»
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
και για την αντιγραφή
Φουρόκατος
ΚΟΥΡΕΣ: ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠ’ Ο,ΤΙ ΦΑΙΝΕΤΑΙ
Κάθε εποχή έχει στον κύκλο του χρόνου συγκεκριμένες δραστηριότητες για τις αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες. Η αρχή του καλοκαιριού χαρακτηρίζεται από τις κουρές των οζών. Τα πρόβατα πρέπει να απαλλαγούν από το μαλλί που θα τα ζεσταίνει κατά το καλοκαίρι, ενώ παλιότερα, στις εποχές της φτώχειας αλλά και της αυτάρκειας, το μαλλί τους θα γινόταν ρούχα, πατανίες, οι αργαλειοί θα έπαιρναν φωθιά.
Σήμερα οι κουρές έχουν κρατήσει κυρίως τον πρώτο τους σκοπό. Αποτελούν όμως και μιαν ευκαιρία για γιορτή.

Ο βοσκός δε μπορεί να κουρέψει μόνος του. Θέλει βοήθεια, γιατί τα πρόβατα είναι πολλά, αν προσπαθήσει μόνος να κουρέψει θα χρειαστεί πολύ περισσότερο χρόνο και προσπάθεια. Πρέπει ο ίδιος να μπουζιάζει και να κουρεύει, κι αν το κάμει θα χρειαστεί πολλές μέρες. Μπορεί όμως να καλέσει στην κουρά κι άλλους που γνωρίζουν τη δουλειά. Ήδη, η λέξη «καλέσει», προδιαθέτει για γιορτή κι όχι για αγγαρεία, κι είναι πολύ σημαντικό στη σημειολογία της κρητικής διαλέκτου ότι όλες οι δουλειές που απαιτούν ένταση εργασίας σε περιορισμένο χρόνο γίνονται με κάλεση. Κάλεση για αφιλοκερδή προσφορά εργασίας, όχι με μεροκάματα, αλλά με συλλογική προσπάθεια μεταξύ φίλων και συγγενών. Ο τρύγος είναι ένα ακόμα τέτοιο παράδειγμα. Η δουλειά μοιράζεται. Άλλος μπουζιάζει, άλλος κουβαλά το μπουζιασμένο οζό στον κουρίσκο, κι ο τελευταίος κουρεύει, λύνει το πρόβατο και αρχίζει με το επόμενο. Έτσι, ο χρόνος μειώνεται σημαντικά. Ο βοσκός μόνος του δε θα χρειαζόταν το χρόνο της κουράς επί τον αριθμό των συμμετεχόντων, θα χρειαζόταν πολύ περισσότερο. Πέρα από το χρόνο, μια δουλειά που μόνη της θα ήταν μονότονη και κουραστική γίνεται τώρα μια συλλογική προσπάθεια. Ο κόπος μοιράζεται μεταξύ των συμμετεχόντων, τα πειράγματα και τα χωρατά περισσεύουν και ο χρόνος που απαιτείται είναι χρόνος παρέας κι όχι δουλειάς.
Και φυσικά η συμμετοχή δεν πληρώνεται. Ο ένας που σήμερα κουρεύει τα δικά του πρόβατα (η κρητική λέξη «κουράδι» προέρχεται από την κουρά), αύριο θα είναι κουρίσκος στην κουρά κάποιου που ήρθε να τον βοηθήσει ή και που φέτος δε μπόρεσε, αλλά άλλες φορές μπορούσε. Είναι μια διαδικασία που στηρίζεται στην αλληλεγγύη, στην εργατικότητα, στη συμπαράσταση, στην αξιοσύνη. Αξίες που υποχωρούν σήμερα αλλά ακόμα αντέχουν.
Η συμμετοχή δεν πληρώνεται. Είναι δώρο στο βοσκό που κουρεύει. Κι η ανταπόδοση θα έρθει με τη συμμετοχή του στις κουρές αυτών που ήρθαν στη δικιά του. Εν τω μεταξύ, ένα μικρό «ευχαριστώ» είναι το τραπέζι που ακολουθεί. Εκεί ο βοσκός τραπεζώνει αυτούς που έσπευσαν σε βοήθειά του. Και η καλή διάθεση και το κέφι που υπάρχει στην κουρά τώρα γίνεται ακόμα μεγαλύτερη. Το τραπέζι εξελίσσεται σε συχνά σε γλέντι, κι η φιλοξενία και κοινωνικότητα των κρητικών βρίσκει την αφορμή να το επεκτείνει σε τραπέζι για περισσότερους, όχι μόνο αυτούς που έχουν πάρει μέρος στην προσπάθεια.

Οι κουρές είναι μια διαδικασία που επιβιώνει σε ένα περιβάλλον που πια χτυπά αξίες όπως αυτές που αναφέραμε πιο πάνω. Αυτές δεν ποσοτικοποιούνται, δεν μεταφράζονται σε οικονομικά μετρήσιμα μεγέθη, δεν υπάρχουν δείκτες της οικονομίας της αγοράς που να μπορούν να τις μετρήσουν. Είναι μια δραστηριότητα που, δίχως να το καταλαβαίνουμε, έχει αποτελέσματα που πάνε πιο πέρα από το να ξαλαφρώσουν τα πρόβατα από το μαλλί τους. Και ως τέτοια μπορεί να μας δώσει αφορμές για ευρύτερους προβληματισμούς σε μιαν εποχή που σαρώνει αξίες και συμπεριφορές για να τις αντικαταστήσει από τη θεοποίηση του ατόμου και του στενού, αυτιστικού του συμφέροντος.
ΠΑΓΚΡΗΤΙΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1770: ΤΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΜΕ;
Με ικανοποίηση ακούσαμε εδώ και δυό χρόνια ότι η επέτειος της επανάστασης του Δασκαλογιάννη το 1770 στα Σφακιά, αναβαθμίστηκε σε παγκρήτια εκδήλωση μνήμης. Και σίγουρα αξίζουν συγχαρητήρια σε όσους πρότειναν και πέτυχαν την καθιέρωσή της. Από κει και πέρα όμως τι γίνεται; Ποια είναι τα διδάγματα της επετείου και πώς τα αξιοποιούμε σήμερα;

Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι καλώς η επέτειος τιμάται σε παγκρήτιο επίπεδο κι όχι πια μόνο σε σφακιανό. Κι αυτό γιατί οι Σφακιανοί έκαμαν την επανάσταση για όλη την Κρήτη: «Γιατί κι αν είμαι Σφακιανός παιδί τση Κρήτης είμαι και να θωρώ τσι χρισθιανούς στα βάσανα πονεί με», λέει ο Δασκαλογιάννης στη γνωστή ρίμα.
Παρ’ όλα αυτά, το παγκρήτιο επίπεδο μπορεί να είναι μόνο το πρώτο σκαλοπάτι προς τον πανελλήνιο εορτασμό: Η επανάσταση του 1770 δεν είναι τοπικό φαινόμενο. Αποτελεί κομμάτι των Ορλωφικών, και τη μοίρα τους ακολούθησε: «Ο Μπέης από τη Βλαχιά κι ο Μπέης απ’ τη Μάνη κρυφοκουβέντες είχασι με το Δασκαλογιάννη», θα τραγουδήσει ο Μπατζελιός στην ίδια ρίμα. Κοινή προσπάθεια του Ελληνισμού, με συνεννόηση και συντονισμό, που απέτυχε αφού δεν είχε τη στήριξη που της είχαν υποσχεθεί οι Ρώσοι. Όμως ήταν προσπάθεια, η πρώτη οργανωμένη μεταξύ των ελληνικών πληθυσμών εκείνων που μπορούσαν να τη στηρίξουν, προανάκρουσμα του σηκωμού του 21.
Από την άλλη, τι σημαίνει τιμώ μιαν επέτειο; Πώς τιμούμε το 1770, το 1821, το 1866, το 1940-1944; Με ένα λόγο, μερικά στεφάνια κι ένα τραπέζι; Πού είναι οι δικές μας ευθύνες απέναντι σ’ αυτούς που μας παρέδωσαν αυτή τη γη και σ’ αυτούς που θα την παραδώσομε; Οι αγώνες του λαού μας έγιναν αψηφώντας τους δυσμενείς συσχετισμούς δυνάμεων, με βάση την πίστη στα δίκαιά μας, το πείσμα, την αγάπη στην ελευθερία, την αξιοπρέπεια, την αυτοθυσία, τη θέληση όλοι μαζί να φτιάξομε μια δική μας πατρίδα, ελεύθερη και περήφανη. Κοίταξαν τον ήλιο κατάματα και δε χαμήλωσαν το βλέμμα.

Σήμερα τι μας θυμίζουν οι επέτειοι; Οι πιο πολλοί δε μπορούν να συνδέσουν το Αρκάδι με τον αγώνα της Ένωσης. Το μήνυμα της αντίστασης του Δασκαλογιάννη, του Κολοκοτρώνη, του Γιαμπουδάκη, του Βελουχιώτη, είναι σήμερα ένα πουκάμισο αδειανό. Απέναντι στην έφοδο στον ουρανό των παλιών μας, εμείς αντιτάσσομε το ρεαλισμό της οσφυοκαμψίας. Στην αξιοπρέπειά τους αντιπροτείνομε το ρεαλισμό του κατευνασμού και της υποχώρησης. Στο κοινοτικό τους πνεύμα αντιπαρατάσσομε τον ωχαδερφισμό μας, στην αλληλεγγύη τους τον ατομισμό και την ιδιώτευση.
Εκεί όμως το χάνομε το παιχνίδι. Γιατί αν νομίζομε ότι κάμαμε το χρέος μας με το να τους τιμούμε σε μια γιορτή που δε θα μας αφήσει διδάγματα, τους απατούς μας κοροϊδεύομε. Γιατί Αυτοί, με Α κεφαλαίο, ούτε για να τους τιμούμε εμείς οι ανάξιοί τους σήμερα αγωνιστήκανε, ούτε για να πάρουν κάποια οφίτσια. Είχαν απλά τις αρετές εκείνες που εμείς έχομε χάσει. Κι όταν εμείς σήμερο τους τιμούμε, προσπαθούμε να ξεγελάσομε εμάς τους ίδιους, να βολευτούμε ακόμα και στην ασυνέπειά μας, ότι το χρέος μας το κάμαμε. Όταν όμως η γιορτή τελειώνει και τα στεφάνια ξεραίνονται στον ήλιο τις επόμενες μέρες, όταν γυρίζομε στην καθημερινότητά μας, η γύμνια μας φαίνεται όσο κι αν προσπαθούμε να μην τη βλέπομε. Και το χειρότερο είναι ότι σε λίγο δε θα μπορούμε να την κρύψομε κιόλας.
ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ ΣΤΗ ΛΕΣΧΗ ΜΠΙΛΝΤΕΝΜΠΕΡΓΚ!

Με ενδιαφέρον διάβασα στο φιλικό ιστολόγιο «Θεαμαπάτες και δικτυώματα» τον κατάλογο με τους συνέδρους της συνάντησης της Λέσχης Μπίλντενμπεργκ στον Αστέρα που δημοσίευσε το «Βήμα». Έμεινα όμως με ανοιχτό το στόμα όταν διάβασα ανάμεσα στα ανφάν γκατέ των ισχυρών του κόσμου, δίπλα στον Γούλφοβιτς, το Χόλμπρουκ, τη Διαμαντοπούλου, τη Ντόρα, το Σέφερ, το Μπαμπατζάν, τον Κοτς και τους εστεμμένους και τον αρχηγό του κόμματος των Γερμανών Πρασίνων! Μα καλά, ούτε τα προσχήματα δεν τηρούν; Κι οι καινούργιοι φίλοι τους του ΝΑΤΟ δεν τους προστατεύουν; Ή μήπως είναι τόση η λιγούρα τους να εμφανιστούν σαν ισότιμοι μ’ αυτούς που μέχρι προχτές πολεμούσανε που δεν τους ενδιαφέρει καθόλου το ρεζίλεμα; Είναι γνωστό ότι από καιρό τα πράσινα κόμματα έχουν μεταλλαχθεί σε οικολογικό δεκανίκι της παγκοσμιοποίησης, αλλά ότι η ανταμοιβή τους γίνεται τόσο πανηγυρικά δεν το περιμέναμε. Κι έρχονται κι ευρωεκλογές, και το εδώ αδελφάκι της νεοταξικής οικολογίας, οι Οικολόγοι-Πράσινοι, σκίζει στις δημοσκοπήσεις. Άραγε θα ψελλίσουν κάποια δικαιολογία γιαυτό ή θα το περάσουν στο ντούκου μήπως και καθυστερήσει να τους πάρει χαμπάρι ο κόσμος; Κι αν τους πάρει χαμπάρι ποιους να ψηφίσει, το ΣΥΡΙΖΑ που ούτε μια βόλτα δεν έκανε από ‘ξω να διαμαρτυρηθεί, αφήνοντας πάλι το ΚΚΕ να τον εκθέσει; Τελικά οι προοδευτικοί της Νέας Τάξης θα κρεμαστούν από το σκοινί που θα τους δώσει η ίδια, όταν πια δε θα τους χρειάζεται…
-
Πρόσφατα
- ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ
- ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΗ ΚΕΛΑΪΔΗ
- ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΓΟΥΔΙ, 100 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ
- ΜΙΑ ΕΝΤΙΜΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ
- Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΝΤΑΒΟΥΤΟΓΛΟΥ ΚΑΙ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ
- ΑΠΟΠΗΓΑΔΙ: ΤΑ ΟΡΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΑΣΙΝΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ
- Ῥεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου
- ΚΟΥΡΕΣ: ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠ’ Ο,ΤΙ ΦΑΙΝΕΤΑΙ
- ΠΑΓΚΡΗΤΙΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1770: ΤΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΜΕ;
- ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ ΣΤΗ ΛΕΣΧΗ ΜΠΙΛΝΤΕΝΜΠΕΡΓΚ!
- ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΕΝΟΣ ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΟΜΕΝΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΟΥ
- ΛΑΜΠΡΙΑΤΙΚΟΣ ΨΑΛΤΗΣ
-
Σύνδεσμοι
-
Αρχείο
- Ιανουαρίου 2010 (1)
- Δεκεμβρίου 2009 (1)
- Νοεμβρίου 2009 (1)
- Σεπτεμβρίου 2009 (2)
- Αυγούστου 2009 (2)
- Ιουλίου 2009 (1)
- Ιουνίου 2009 (1)
- Μαΐου 2009 (2)
- Απριλίου 2009 (1)
- Μαρτίου 2009 (2)
- Ιανουαρίου 2009 (1)
- Δεκεμβρίου 2008 (1)
-
Κατηγορίες
-
RSS
Καταχωρήσεις RSS
Σχόλια RSS








