Με το τουφέκι και τη λύρα

Ο ΚΟΙΝΟΣ ΠΑΡΟΝΟΜΑΣΤΗΣ

Το πολιτικό σύστημα στην πατρίδα μας έχει διαμορφώσει συγκεκριμένα εθνομηδενιστικά νεοταξικά χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα οι διαφορές μεταξύ των συστημικών κομμάτων να εστιάζονται σε δευτερεύοντα στοιχεία αντιπαράθεσης και όχι στις κεντρικές αντιθέσεις που διατρέχουν την κοινωνία, την πατρίδα μας και τον κόσμο ολόκληρο.
Θα έλεγε κάποιος ότι είναι κοινός τόπος για τα συστημικά κόμματα στην εξωτερική πολιτική η ανυπαρξία οποιουδήποτε σχεδίου και στρατηγικής, συνδυαζόμενο με τη λειτουργία τους (άρα και του κράτους στο τιμόνι του οποίου διαδέχονται το ένα το άλλο) ως ιμάντων διαβίβασης κι εκτέλεσης πολιτικών υπαγορευόμενων από κέντρα εκτός Ελλάδας. Είναι γνώρισμα όλου του πολιτικού κατεστημένου η αδυναμία χάραξης πολιτικής που να έχει συγκεκριμένους στόχους ταυτιζόμενους με τα συμφέροντα της χώρας, και σχέδιο για την επίτευξή τους λαμβάνοντας υπ’ όψη τις γεωπολιτικές συνθήκες, τις αντιθέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων και τις συνισταμένες που δημιουργούν αντίρροπες δυνάμεις κρατών και οργανισμών που επηρεάζουν την πατρίδα μας, την περιοχή μας και τον κόσμο.

Από την άλλη, στην οικονομία, κοινός παρονομαστής στο πολιτικό μας σύστημα είναι η αποδοχή του παρασιτισμού, η παραμέληση κάθε δυνατότητας προώθησης της ενδογενούς παραγωγικής ανασυγκρότησης και η έμφαση στις υπηρεσίες, του τουρισμού προεξάρχοντος. Η κρίση του κορωνοϊού απλά υπενθυμίζει πως μια κοινωνία που δεν έχει παραγωγή δε μπορεί να σταθεί στα πόδια της, δε μπορεί να έχει πατρίδα ανεξάρτητη κι αυτεξούσια. Χαρακτηριστική είναι ακόμα η προτεραιότητα σε ένα μοντέλο επιχειρηματικό βασισμένο στη μαύρη ανειδίκευτη εργασία και όχι σε ένα σχέδιο εντάσεως τεχνολογίας που θα είχε έμφαση στην εξειδικευμένη εργασία και στην αξιοποίηση της επινοητικότητας του Έλληνα τεχνίτη σε αλληλεπίδραση με τα τεχνολογικά μας εκπαιδευτικά ιδρύματα. Ακόμα, κοινός τόπος του πολιτικού μας κόσμου είναι το χτύπημα της μικρομεσαίας δομής της ελληνικής οικονομίας (δομή που εκφράζεται σε διεθνή πρωτοτυπία από την ύπαρξη ειδικών επιμελητηρίων, των βιοτεχνικών, ως φορέων εκπροσώπησης αυτών των οικονομικών μονάδων, όπου το κεφάλαιο και η εργασία συμπλέκονται αξεχώριστα). Η μικρομεσαία δομή, βάση του κοινοτικού μοντέλου οργάνωσης της κοινωνίας, χτυπιέται και σύρεται στην εξαφάνιση υπέρ των μεγάλων ομίλων και αλυσίδων, όπου ο εργαζόμενος δεν έχει προσωπικότητα και αποτελεί αναλώσιμο μέγεθος. Χαρακτηριστικό αυτής της προσέγγισης είναι η εμμονή στις ξένες επενδύσεις με παράλληλη υποβάθμιση, αν όχι υπονόμευση, της δυνατότητας συνδυασμού μικρού κεφαλαίου, καινοτομιών και εργασίας που θα μπορούσε να παραγάγει προστιθέμενη αξία και πλούτο εντός της επικράτειας και με εξαγωγικό προσανατολισμό.


Ανεξαρτήτως λοιπόν επί μέρους διαφοροποιήσεων, ο εθνομηδενισμός διαπερνά τον άξονα του πολιτικού σκηνικού, και παραμένει κυρίαρχος ανεξαρτήτως ποιο κόμμα είναι στην εξουσία. Μέσα από αυτόν εκφράζονται κι άλλες παράμετροι της κοινής θεώρησης των πραγμάτων από το πολιτικό κατεστημένο: Το Δημογραφικό και το Λαθρομεταναστευτικό δεν τους απασχολεί γιατί δε συνδέουν την Ελλάδα με τον Ελληνισμό, οπότε μπορεί να αντικατασταθεί ο γηράσκων πληθυσμός από επήλυδες αντί να εκπονηθεί μια στρατηγική ανάκαμψης των γεννήσεων, κοκ.
Μια προτεραιότητά μας σήμερα, είναι να σπάσομε αυτή την κοινή βάση του εθνομηδενισμού που διαπερνά οριζόντια το πολιτικό φάσμα και αποκλείει τις δημοκρατικές πατριωτικές δυνάμεις από το να ακουστούν οι απόψεις τους και να καταστούν μέρος της ημερήσιας διάταξης της πολιτικής συζήτησης. Πολύ περισσότερο που οι απόψεις του δημοκρατικού πατριωτικού χώρου είναι πλειοψηφικές στην κοινωνία, τελευταία δε έχομε δει να επιβάλλουν την άποψή τους στα νησιά του Β. Αιγαίου μέσα από οξύτατη σύγκρουση με την εξουσία και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς της, από την οποία βγήκαν νικητές, και στον Έβρο μέσα από την υιοθέτηση από μιαν εθνομηδενιστική κυβέρνηση πολιτικών αποτροπής της Τουρκικής επιθετικότητας. Όμως, είναι σαφές πως δίχως μιαν οργανωμένη πολιτική έκφραση και παρέμβαση στην κεντρική πολιτική σκηνή, αυτές οι απόψεις, πλειοψηφικές στην κοινωνία επαναλαμβάνομε, θα παραμείνουν αποσπασματικές, ανολοκλήρωτες και περιθωριακές.

Χρειάζεται λοιπόν να σπάσει η ομερτά του Εθνομηδενισμού. Και αυτό θα γίνει με όλα τα μέσα που διαθέτομε, μεταξύ άλλων με αποφασιστική παρουσία στο δρόμο, στις γειτονιές και στους χώρους εργασίας, στα νησιά και στα σύνορα, χερσαία και θαλάσσια, και με οργανωτική συγκρότηση και παρέμβαση σε τοπικό και κεντρικό επίπεδο. Οι απόψεις της κοινωνίας εκφράζονται πια δίχως το φόβο της νεοταξικής Ιεράς Εξέτασης, έχουν ξεπεράσει το μπαμπούλα της πολιτικής ορθότητας και αναγκάζουν το εθνοαποδομητικό προσωπικό να τις λάβει υπ’ όψη. Κι αυτό είναι η αρχή της ήττας τους.
Έχομε ήδη ακυρώσει τον αποκλεισμό των απόψεών μας, δηλαδή έχομε πετύχει την παρέμβασή μας στα τεκταινόμενα στην κοινωνία και στους μαζικούς χώρους. Ήδη, κατά τόπους τα οργανωτικά σχήματα και οι δημοτικές κινήσεις που εκφράζουν τον κόσμο αυτόν, έχουν και παρουσία στους χώρους λήψης των αποφάσεων και επηρεάζουν, είτε με τις δυνάμεις τους, είτε και με την ακτινοβολία των απόψεών τους, την πολιτική στην περιφέρειά τους, αναγκάζοντας τους θεσμικούς φορείς να τοποθετηθούν πάνω σε ζητήματα που θα ήθελαν να θάψουν. Αυτό γίνεται με εμφατικό τρόπο στη Χίο, ενώ και στην Κομοτηνή, στη Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα και στην Αθήνα ακούγεται η φωνή μας και σε επίπεδο δημοτικού συμβουλίου. Αυτό πρέπει να βαθύνει. Και πρέπει να εκφραστεί και σε κεντρικό πια επίπεδο.


Έτσι λοιπόν, ο κοινός παρονομαστής του εθνομηδενισμού σαν conditio sine qua non του πολιτικού μας σκηνικού ήδη αναιρείται. Οι φωνές που ακούγονται όλο και πιο δυνατά, τον καταργούν από δεδομένο υπόστρωμα της κοινωνικής και πολιτικής συνεννόησης, και ανοίγουν το δρόμο για την ανατροπή του. Ο αγώνας αυτός είναι ολοκληρωτικός· αφορά κάθε δραστηριότητα της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένης της εκπαίδευσης όλων των βαθμίδων και του πολιτισμού. Και βεβαίως, δεν είναι κερδισμένος a priori. Χρειάζεται διαρκές σφυροκόπημα των νεοταξικών θέσεων στην οριζόντια διάταξή τους στο πολιτικό φάσμα. Κι αυτό απαιτεί συγκρούσεις και ρήξεις και με παλιούς αντιπάλους αλλά και με χώρους με τους οποίους μέχρι προχτές (όχι πάντως χτες) υπήρχε μια μίνιμουμ συνεννόηση.

Η ενδυνάμωση της φωνής της κοινωνίας στους χώρους λήψης αποφάσεων είναι μια φυσική συνέπεια της διάστασης που υπάρχει πια μεταξύ του λαού κι αυτών που (παριστάνουν πως) τον εκπροσωπούν. Βρίσκεται στην αρχή της και αυτή τη στιγμή στόχο πρέπει να έχει την επιβολή της πολιτικής και των απόψεών της στο εθνομηδενιστικό προσωπικό που κυβερνά τη χώρα. Πλην όμως, αυτό είναι μόνο το ξεκίνημα. Σε δεύτερο επίπεδο, οι απόψεις αυτές θα πρέπει να εκφράζονται από τους φυσικούς φορείς τους σε όλες τις βαθμίδες της κοινωνικής δραστηριότητας, από τους μαζικούς χώρους μέχρι τη θεσμική εκπροσώπηση. Είναι ευθύνη του χώρου να οργανωθεί και να διεκδικήσει τη μονιμοποίηση της παρουσίας του παντού όπου χαράζεται η πολιτική της χώρας.Αυτός όμως δεν είναι και ο τελικός στόχος. Η επιδίωξη δεν είναι να καταργηθεί ο κοινός παρονομαστής γενικά, αλλά ειδικά αυτός του εθνομηδενισμού. Το να υπάρχει ένα κοινό πεδίο, το οποίο θεωρείται δεδομένο και από κει και πέρα χτίζονται οι αντιπαραθέσεις σε μια χώρα, είναι απαραίτητο. Στην Τουρκία για παράδειγμα, υπάρχει κοινός παρονομαστής, με άλλα βεβαίως χαρακτηριστικά. Εκεί είναι το κρατικό συμφέρον, στην πιο ρατσιστική, ιμπεριαλιστική και δίχως αρχές εκδοχή του. Το σύστημα είναι τόσο προσηλωμένο στις αρχές αυτές, ώστε η αντιπαράθεση γίνεται με όρους πλειοδοσίας στη γραμμή της επεκτατικότητας. Μόνο τελευταία μπόρεσε ένα πολιτικό κόμμα να εκφράσει πληθυσμούς και αξίες διάφορες του τουρκισμού και υφίσταται διώξεις, καθιστάμενο αποσυνάγωγο της Τουρκικής πολιτικής σκηνής και ποινικά καταδιωκτέα τα στελέχη του.

Η έννοια του κοινού παρονομαστή πρέπει να υπάρχει σε ένα κράτος, καθώς αποτελεί το ελάχιστο κοινά αποδεκτό πλαίσιο μέσα στο οποίο ένας λαός οργανώνει τη ζωή του και την πορεία του στο χώρο. Και αυτονόητα πρέπει να συνάδει με τα συμφέροντα του λαού που έχει συγκροτήσει την κρατική υπόσταση που (υποτίθεται ότι) του προσφέρει ένα θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργεί. Αυτό που χρειάζεται στο τέλος της μακριάς αυτής νύχτας η πατρίδα μας, είναι η αντικατάσταση του εθνομηδενιστικού κοινού παρονομαστή με έναν άλλον, με πατριωτικό δημοκρατικό πρόσημο. Δεν πρέπει δηλαδή απλά να σπάσομε αυτόν που ήδη υπάρχει, τιτάνιο έργο αφ’ εαυτό. Πρέπει τελικά η αντιπαράθεση στην Ελλάδα να καταλήξει να γίνεται στη βάση του ποιος υπηρετεί καλύτερα την πατρίδα κι όχι ποιος είναι η καλύτερη θεραπαινίδα των ξένων κέντρων, πρέπει η αποδοχή να προέρχεται από λαό κι όχι από τις πρεσβείες. Πρέπει να είμαστε σε θέση να επιβάλομε ότι και οι αντίπαλοί μας θα ενστερνίζονται τα πατριωτικά δημοκρατικά ιδεώδη. Πρέπει να επιβληθεί λοιπόν ένας νέος κοινός παρονομαστής.


Η αλλαγή του κοινού τόπου προς μια τέτοια κατεύθυνση σημαίνει ότι η πατρίδα μας, ανεξάρτητα ποιος θα βρίσκεται στην εξουσία, θα ασκεί πολιτική με βάση συγκεκριμένες παραμέτρους που δε θα αλλάζουν με την εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία. Η στρατηγική της θα παραμένει η ίδια, αυτό που θα αλλάζει θα είναι η τακτική που θα οδηγεί στο συγκεκριμένο στόχο. Επομένως δε θα εξαρτάται από την παρουσία ενός εμπνευσμένου ηγέτη που θα χαράζει δρόμο· αντίθετα, το όποιο πολιτικό προσωπικό, εμπνευσμένο ή μη, θα υποχρεώνεται να κινείται σε προδιαγεγραμμένες κατευθύνσεις. Στη γείτονα είναι χαρακτηριστικό ότι αυτό ήδη συμβαίνει ενώ μια πρόσφατη ρήση Τούρκου πολιτικού κατέγραψε πως δεν κάνει ο Ερντογάν ό,τι θέλει την Τουρκία, αλλά η Τουρκία τον Ερντογάν. Αντίστοιχο παράδειγμα από μια προσφιλή λαϊκή αθλητική δραστηριότητα είναι το έχει μια ομάδα το γήπεδό της: δεν εξαρτάται μετά από την ύπαρξη ή μη παραγόντων που θα την τρέξουν. Έχει το γήπεδο σαν υπόστρωμα, δημιουργεί βάσει αυτού, κι ο ικανός παράγοντας χτίζει πάνω σε υπαρκτά θεμέλια, δεν καθίσταται οικοδόμημα ο ίδιος, που μετά την αποχώρησή του θα καταρρεύσει.

Επειδή λοιπόν εμείς έχομε για χρόνια εγκαταλείψει (αν είχαμε ποτέ σαν κεντρικό πολιτικό δόγμα πέρα από αναλαμπές) μια στρατηγική που σα γνώμονα έχει τα συμφέροντα της πατρίδας, πρέπει τώρα να τρέξομε ένα Μαραθώνιο με ρυθμούς σπριντ. Και να μην εφησυχάσομε αν δεν ακουστεί δυνατότερα η φωνή μας. Το σύστημα θα πέσει, μέσα από μια διαρκή επανάσταση σε μικρά και μεγάλα πεδία μάχης, μόνο όταν εξαφανιστεί ο εθνομηδενισμός από την πολιτική αντιπαράθεση, κι αυτό προϋποθέτει την εξαφάνιση του σημερινού πολιτικού κατεστημένου προοπτικά.

18 Ιουνίου, 2020 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , | Σχολιάστε

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΜΑΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΣΤΟ ΧΩΡΟ


Η εθνομηδενιστική ιστοριογραφία βάλλει κατά της διαχρονίας της πορείας του λαού μας στην ιστορία, προσπαθώντας να αποκόψει τη σύγχρονη πορεία του από τις προηγούμενες περιόδους αυτής, εξυπηρετώντας ποικίλες σκοπιμότητες. Για ένα διάστημα έπαιζε δίχως αντίπαλο, καθώς εκμεταλλεύτηκε την επέλαση του κατά Σημίτη «εκσυγχρονισμού» και επέβη του άρματός του προσφέροντας του ιδεολογική κάλυψη που διαχύθηκε σε όλο το νεοταξικό εθνομηδενιστικό φάσμα, τόσο της νεοφιλελεύθερης Δεξιάς όσο και της δικαιωματικής Αριστεράς.
Οι απόψεις αυτές έχουν πια επαρκώς αντικρουστεί, με νέο υλικό που προστέθηκε στο έργο των παλαιότερων ιστορικών μας και εστίασε ακριβώς στα σημεία που έθιγαν οι αποδομητές. Πλέον η συνέχεια, η εθνική συνείδηση του νέου ελληνισμού, η σχέση του με την ορθοδοξία, το κρυφό σχολειό, ο ελληνικός διαφωτισμός, οι διαρκείς επαναστάσεις εναντίον Δυτικών και Οθωμανών κατακτητών, η αυτόφωτη εξεγερσιακή δραστηριότητα, αποτελούν κοινό τόπο σε όσους επιμένουν να διατηρούν ένα στοιχειώδη προβληματισμό. Μπορούμε να πούμε πως το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα έχει πια ηττηθεί και ιδεολογικά, εκτός του ότι ποτέ δεν το ενστερνίστηκε η λαϊκή βάση.
Η ελληνική διαχρονία είναι σημαντικό διακύβευμα από μόνη της, δίπλα της όμως πρέπει να βάλουμε και μιαν άλλη συνέχεια, αυτήν του χώρου. Το ελλαδικό κράτος από την αρχή παραθεωρούσε το πολύ ευρύτερό του έθνος, αν δε βρισκόταν σε ανταγωνισμό μαζί του. Η ύπαρξη σημαντικών κέντρων του αυτόχθονος (και όχι παροικιακού) Ελληνισμού στην Κωνσταντινούπολη, την Τραπεζούντα και τη Σμύρνη, η παρουσία συμπαγών Ελληνικών πληθυσμών από τη Βόρειο Ήπειρο μέχρι την Κύπρο, την Καππαδοκία και τον Πόντο, δημιουργούσαν αμηχανία, αν όχι ενόχληση, στο ελλαδικό κράτος της «μικράς πλην εντίμου». Τόσο πολύ που επέδειξε και έναν εξέχοντα ρατσισμό εναντίον των υπόδουλων που προσέβλεπαν σ’ αυτό, ρατσισμό που δύο φορές έλαβε και νομοθετική κάλυψη: Την πρώτη με τη νομοθεσία περί αυτοχθόνων και ετεροχθόνων, η οποία το 1844 απέκλεισε τους Έλληνες που είχαν γεννηθεί σε υπόδουλες περιοχές και εγκατασταθεί στο Ελλαδικό κράτος να διορίζονται ως δημόσιοι υπάλληλοι, διάταξη που οδήγησε, μεταξύ άλλων, και στην απόλυση του Κων/νου Παπαρηγόπουλου. Τη δεύτερη, με νόμο του 1922, πάνω στην Καταστροφή, με τον οποίο «Απαγορεύεται η εν Ελλάδι αποβίβασις προσώπων ομαδόν αφικνουμένων εξ αλλοδαπής, εφ’ όσον ούτοι δεν είναι εφωδιασμένοι δια τακτικών διαβατηρίων νομίμως τεθεωρημένων…», απαγορεύτηκε η καταφυγή όσων από τους Μικρασιάτες είχαν επιζήσει από τους διωγμούς των Τούρκων στην Ελλάδα.


Έχομε συνηθίσει να μιλούμε για τα γεγονότα που συνέβησαν στο χώρο που σήμερα καταλαμβάνει το Ελλαδικό κράτος σα να είναι, αυτά και μόνο, τα γεγονότα της Ελληνικής ιστορίας. Ακόμα και η διαδεδομένη κρίση περί 400 χρόνων σκλαβιάς, αγνοεί ότι υπήρξαν πληθυσμοί και περιοχές που παρέμεναν υπόδουλες ήδη από τη μάχη του Μαντζικέρτ, άλλες που ελευθερώθηκαν εκατό και περισσότερα χρόνια μετά τη δημιουργία του ελλαδικού κρατιδίου κι άλλες που παραμένουν ακόμα υπό ξένη κατοχή. Και σίγουρα, οι εκτός συνόρων εναπομένοντες πληθυσμοί θεωρούνται μάλλον βάρος, όπως δείχνει η αντιμετώπιση της κυπριακής και της βορειοηπειρωτικής διάστασης του λαού μας, ενώ ο προσφυγικός ελληνισμός, αφού συκοφαντήθηκε και περιφρονήθηκε από τους ντόπιους ενσωματώθηκε υπό την αίρεση της υποστολής της πολιτιστικής του ταυτότητας. Η εξαίρεση του Ποντιακού στοιχείου επιβεβαιώνει τον κανόνα, αφού η διακριτή του ταυτότητα σώθηκε λόγω της μαζικότητάς της εγκατάστασής του σε περιοχές αγροτικές και χωριά, όπου και σήμερα συνεχίζεται η πολιτιστική του δημιουργία.
Το ελλαδικό κράτος έχει διαμορφώσει μιαν ιδεολογία που υπόρρητα διασπά την εδαφική παρουσία του Ελληνισμού σε μια «τοπική» και μιαν «εξωτική». Η αποτυχία της ολοκλήρωσης της επανάστασης του 1821 και το κάψιμο του οράματός της στο γιαγκίνι της Σμύρνης, έχει θέσει σύνορα και στο ποιος είναι ο Ελληνισμός γεωγραφικά. Η μικρασιατική, βορειοηπειρωτική, κυπριακή διάσταση του Νέου Ελληνισμού δε θεωρείται άξια μελέτης στα πλαίσια της ελληνικής ιστορίας αλλά προσεγγίζεται ως κάτι περιθωριακό και δίχως την ανάπτυξη που επιφυλάσσεται στα υπόλοιπα τμήματα του λαού μας που κατοικούν σε τμήματα της επικράτειας της χώρας. Σαν αποτέλεσμα, η συλλογική εμπειρία των πληθυσμών αυτών δεν ενσωματώνεται στο εθνικό συνειδητό, με αποτέλεσμα την άγνοια σε -επίσημο και μη- επίπεδο του τί έχει συμβεί πχ στη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη. Τέτοια γνώση όμως θα οδηγούσε σε ασφαλή συμπεράσματα για το γενοκτονικό και επιθετικό χαρακτήρα της Τουρκίας, τα οποία θα λάμβανε υπ’ όψη της τόσο η εξωτερική πολιτική όσο και τα κόμματα και η κοινή γνώμη. Αντί γι’ αυτό, έχομε απόψεις όπως του Μπαλάφα του ΣΥΡΙΖΑ ότι θα το ρίσκαραν με την Τουρκία, απόψεις όμως που, πέραν της γελοιότητάς τους, περνάν υποσυνείδητα σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας γιατί η Μικρά Ασία ή η Κύπρος, φαίνονται πράγματι μακρινές κι όχι οικείες. Το θέμα της Γενοκτονίας, δίδει ένα παράδειγμα χαρακτηριστικό: Η Γενοκτονία αντιμετωπίζεται σα θέμα του Μικρασιατικού Ελληνισμού μόνο και όχι όλου του λαού. Σε αντίθεση, η Αρμενία το αντιμετωπίζει σαν ένα εθνικό θέμα, που αφορά όλο το Αρμενικό έθνος, και το λαμβάνει υπ’ όψη συνολικά. Το δικό μας κράτος, το βλέπει σαν κάτι περιθωριακό και το αγνοεί στη χάραξη της πολιτικής του, εξωτερικής, εκπαιδευτικής διπλωματικής. Κι αυτό γιατί οι Αρμένιοι έχουν συνείδηση της συνέχειάς τους στο χώρο της Ανατολικής Μικράς Ασίας, ενώ εμείς καμία.


Εδώ θα πρέπει να επισημάνομε ότι διαμορφώνονται δύο πόλοι σε αυτή τη διαδικασία, οι οποίοι αλληλοτροφοδοτούνται: Η άγνοια δίνει άλλοθι στην κατευναστική πολιτική, η υλοποίηση της οποίας νομιμοποιείται από την επίκληση της μη ύπαρξης συμφερόντων και δικαιωμάτων του Ελληνισμού σε συγκεκριμένες περιοχές (λόγω άγνοιας)· και η υποχωρητικότητα οδηγεί σε παγίωση της άγνοιας, αφού η άρση της θα δημιουργούσε «υποχρεώσεις» που δεν επιθυμεί να επωμιστεί το ελλαδικό κράτος: «Αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει, καλύτερα να μη μας πει κανένα…».
Αυτή η προσέγγιση λοιπόν δεν περιορίζεται στο ιδεολογικό πεδίο· έχει απτά αποτελέσματα όσον αφορά την πολιτική του Ελλαδικού κράτους, γιατί το αποκλείει από το να διαμορφώσει σχέσεις και να επηρεάσει (στα πλαίσια μιας σοβαρής πολιτικής εννοείται) πληθυσμούς και εξελίξεις εκτός της ελλαδικής επικράτειας:
Η Κύπρος «βρίσκεται μακριά», επομένως είναι κάτι ξεχωριστό από εμάς, οπότε δε μας αφορά η Κατοχή. Επιπλέον, δε μας αφορά και η Ανατολική Μεσόγειος εφόσον δε φτάνουμε μέχρι εκεί. Άρα νομιμοποιείται η απουσία μας από το μέτωπο αυτό και η εγκατάλειψη του ενιαίου αμυντικού δόγματος, και βεβαίως της Ανατολικής Μεσογείου και της Κύπρου στην Τουρκία.
Αντίστοιχα ισχύουν και για τη Βόρειο ‘Ήπειρο. Η ύπαρξη μιας μειονότητας αναγνωρισμένης ως εθνικής Ελληνικής, αποτελεί βάρος για τον ελλαδικό τρόπο άσκησης εξωτερικής πολιτικής· η πολιτική μας αγνοεί τις διεθνείς συμβάσεις, αρνείται να αναλάβει τις ευθύνες της, ενώ υιοθετεί άκριτα τις θέσεις του Αλβανικού Εθνικισμού και των σωμάτων ασφαλείας της γείτονος, όπως πχ στη δολοφονία Κατσίφα. Αυτό πάλι σημαίνει ότι η μειονότητα εγκαταλείπεται στις ορέξεις του Αλβανικού κράτους, και ότι η στάση μας περνά το μήνυμα ότι δε θα υπάρξει αντίδραση, εντείνοντας την ασυδοσία σε βάρος των ομογενών.
Η συνέχεια στο χώρο και η μη συνειδητοποίησή της από το ελλαδικό κράτος αφορά και άλλες παραμέτρους. Στις περιοχές που εγκαταλείψαμε με τη γενοκτονία και την ανταλλαγή των πληθυσμών δεν υπάρχουν πια χριστιανοί, υπάρχουν όμως τα μνημεία τους και ο απόηχος της παρουσίας τους είναι ακόμα εκεί. Επιπλέον, υπάρχει ο εξισλαμισμένος πληθυσμός, τμήμα του οποίου πιθανόν και να προέρχεται από ένα προηγούμενο κρυπτοχριστιανικό στάδιο που δε μπόρεσε να αντέξει σε περισσότερες γενιές, αλλά σε κάθε περίπτωση μπορεί να αποκτήσει συνείδηση της καταγωγής του και, ακόμα κι αν είναι πια μωαμεθανικός, να μη θεωρεί τον εαυτό του Τούρκο αλλά Έλληνα μουσουλμάνο. Αυτό γίνεται ήδη σε περιοχές της Μαύρης Θάλασσας, όπου ομιλούνται και τα Ρωμαίικα κατά τόπους. Μια σοβαρή πολιτική θα είχε συνείδηση αυτών των στοιχείων. Και θα διαμόρφωνε άποψη τόσο για τα μνημεία όσο και για τον πληθυσμό που έχει παραμείνει εκεί (ή ήρθε με την ανταλλαγή των πληθυσμών από την Ελλάδα, ως εξισλαμισμένος, είναι χαρακτηριστικό ότι οι Σκοπιανοί θεωρούν τους εκ Μακεδονίας Βαλαάδες εξισλαμισμένους Σκοπιανούς και τους προσεγγίζουν).
Μια στάση που θα είχε εμπεδώσει τη συνέχεια στο χώρο, δε θα θεωρούσε ποτέ μακριά την Κύπρο. Θα επενέβαινε στην υπεράσπισή της και στην αποτροπή των πειρατικών ενεργειών της Τουρκίας. Θα απέτρεπε τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την αρπαγή των περιουσιών των Βορειοηπειρωτών, τη δολοφονία Κατσίφα και την επαπειλούμενη εγκατάσταση μουσουλμανικών λαθρομεταναστευτικών πληθυσμών στη Βόρειο Ήπειρο. Θα άπλωνε ασπίδα προστασίας σε πληθυσμούς κρυπτοχριστιανικούς στη Μικρά Ασία (ο Νεοκλής Σαρρής αναφερόταν σε έγγραφα τέτοιων αδελφών μας της δεκαετίας του ’30 προς το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, τα οποία δεν έτυχαν καμιάς απάντησης), θα διαμόρφωνε διαύλους επικοινωνίας με σημερινούς εξισλαμισμένους πληθυσμούς που συνειδητοποιούν την καταγωγή τους και θα διεκδικούσε λόγο για τα μνημεία μας εκεί. Έτσι, θα είχε μιαν ενεργή πολιτιστική επικοινωνία και θα ενθάρρυνε την έκφραση ταυτοτήτων που είναι σήμερα καταπιεσμένες, κι ίσως αύριο να εξαλειφθούν.


Είναι σαφές ότι η παραθεώρηση της χωρικής διάστασης του Ελληνισμού οδηγεί σε κολοβωμένη τοπικά πρόσληψη της ιστορικής μας διαδρομής και εν τέλει στη διάγνωση ύπαρξης συμφερόντων του λαού μας και στο σχεδιασμό(;) της όποιας στρατηγικής μόνο σε αυτά τα πλαίσια. Αυτό δε σημαίνει πως η Ελλάδα θα πρέπει να καταστεί αναθεωρητική δύναμη και να διεκδικεί εδάφη η τύχη των οποίων έχει καθοριστεί με διεθνείς συνθήκες. Σημαίνει όμως πως μπορεί να εκφέρει λόγο σε σχέση με περιοχές όπου αναπτύχθηκε αυτόχθων ελληνικός πληθυσμός, να ενδιαφέρεται για τα δικαιώματά του ως ξεριζωμένου, για τα μνημεία του, είτε αυτά βρίσκονται εκεί είτε έχουν μεταφερθεί αλλού (πχ τα μνημεία της Περγάμου που βρίσκονται σε γερμανικό μουσείο). Σημαίνει ότι το Κυπριακό δε μπορεί να αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα του Κυπριακού κράτους, ούτε τα δικαιώματα των Βορειοηπειρωτών σαν εσωτερικό θέμα της Αλβανίας. Η πολιτιστική επαναπροσέγγιση των εξισλαμισμένων πληθυσμών μας, Ποντίων (που το κάνουν ήδη από μόνοι τους), Μακεδόνων, Κρητικών (που είναι πιο δύσκολο στο βαθμό που αποχώρησαν μέσα από οξύτατες συγκρούσεις αλλά εφικτό σε μεμονωμένες προς το παρόν περιπτώσεις), μπορεί να δημιουργήσει μια συναίσθηση του τί έχει προηγηθεί. Το τουρκικό κράτος γνωρίζει αυτό που εμείς επιμένουμε να αγνοούμε, και πρέπει να μπούμε κι εμείς σε μια τέτοια λογική. Η συνειδητοποίηση έστω και μόνο από την εδώ πλευρά του Αιγαίου αυτών των παραμέτρων αρκεί για να αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε την περιοχή μας, γιατί θα είναι μια άλλη περιοχή, θα πρόκειται για περιοχή του Ελληνισμού και όχι της ελλαδικής επικράτειας.
Η μάχη για την αναίρεση της χωρικής λήθης είναι μπροστά μας. Πιο αχαρτογράφητη από τη μάχη για την ελληνική διαχρονία. Πιο ασυνειδητοποίητη, ακόμα και σε μας που τα νιώθομε αυτά. Γιατί ενώ η χρονική συνέχεια έχει έρεισμα στο συλλογικό θυμικό, η γενοκτονία της λήθης που υπέστη ο λαός μας, πρόσφυγες και μη, οδήγησε στον εξοβελισμό από αυτό του πέραν της Ελλάδικής επικράτειας αυτόχθονος Ελληνισμού, πρέπει λοιπόν να τον ξαναβάλομε στην εικόνα ισότιμα με τους Ελλαδικούς πληθυσμούς και περιοχές.

27 Απριλίου, 2020 Posted by | Κείμενα για την Μικρασία, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , | Σχολιάστε

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΒΑΠΤΙΣΤΙΚΗ

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΝ ΠΑΣΧΑΛΙΝΟΝ ΔΙΗΓΗΜΑ

Ἂν ἄλλη τις χρηστὴ γυνὴ εἶδέ ποτε καλὰ νοικοκυριὰ εἰς τὰς ἡμέρας της, ἀναντιρρήτως εἶδε τοιαῦτα καὶ ἡ θεια-Σοφούλα Κωνσταντινιά, σεβασμία οἰκοδέσποινα ἑβδομηκονταετής, κάτοικος παραθαλασσίου κώμης εἰς μίαν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου.

Τὴν ἐκάλουν κοινῶς Σαραντανού, καὶ πολλοὶ ὑπέθετον ὅτι τὸ ἐπίθετον τοῦτο τῇ ἀπεδόθη, διότι δῆθεν εἶχεν ἴσον μὲ σαράντα γυναικῶν νοῦν, ὅπερ δὲν ἐνομίζετο ὑπερβολή. Ἄλλοι ὅμως ἔλεγον ὅτι ἡ λέξις ἐσχηματίσθη κατὰ συγκοπὴν ἐκ τοῦ Σαραντανοννού, ἤτοι νοννὰ μὲ σαράντα βαπτιστικούς.

Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι, ἂν δὲν εἶχε φθάσει εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦτον, δύο ἢ τρεῖς μονάδες τῆς ἔλειπον, καὶ ἤλπιζε προσεχῶς νὰ συμπληρώσῃ τὴν τεσσαρακοντάδα. Ὁμολογητέον δὲ ὅτι αὐτὴ κατ᾽ ἀρχὰς εἶχε βαπτίσει οἰκειοθελῶς μόνον πέντε ἢ ἓξ νήπια τῶν γειτόνων της, ὅσα καὶ πᾶσα ἄλλη καλὴ οἰκοκυρὰ συνήθως βαπτίζει. Ἀλλ᾽ ὅταν ἅπαξ ἐγνώσθη καὶ ἀπεδείχθη ὅτι εἶχε καλὸ χέρι, τότε ὅλαι αἱ γειτόνισσαι, συγγενεῖς, παρασυγγενεῖς, κολλήγισσαι, ἤρχισαν νὰ τὴν πολιορκοῦν.

Εἶχε πάρει καλὸ ὄνομα, ὅτι τῆς ἐζοῦσαν τὰ παιδιά, ὅσα ἀνεδέχετο ἐκ τῆς κολυμβήθρας. Εἶναι δὲ τόσον σπουδαῖον νὰ εὑρεθῇ νοννὰ «νὰ τῆς ζοῦν τὰ παιδιά», ὅσον καὶ ἱερεὺς «νὰ πιάνῃ τὸ διάβασμά του».

Ἡ θεια-Σοφούλα ὅμως ὑπέφερε μετὰ χάριτος τὴν ἀγγαρείαν ταύτην. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὰ φωτίκια* εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, χιτὼν καὶ κουκούλιον μετὰ σταυροῦ, καθὼς καὶ τὰ μαρτυριάτικα*, ἐαρινὴ βροχὴ λεπτῶν καὶ διλέπτων διὰ τοὺς ἀγυιόπαιδας, ἐκόστιζαν ἐν ὅλῳ δέκα γρόσια.

Ἡ θεια-Σοφούλα ὡμοίαζε μὲ τὴν ἐπιμελῆ ἀνθοκόμον, ἥτις δὲν ἀρκεῖται νὰ φυτεύῃ μόνον τὰ ἄνθη της, ἀλλὰ τὰ περιθάλπει καὶ τὰ καταρδεύει. Ἠγάπα τὰ πνευματικά της τέκνα ὡς τέκνα της ἐγκαρδιακά, τὰ ἐθώπευε, τὰ ἐφίλευε, καὶ τὰ ἐπαιδαγώγει.

Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντής, ὁ πρῶτος γρινιάρης τοῦ χωρίου, δὲν συνεμερίζετο τὴν ἀδυναμίαν ταύτην τῆς συζύγου του.

― Ἄ, μπράβο! φίλευέ τα τ᾽ ἀναδεξίμια σου, μουρή!… ἐγόγγυζεν ἑκάστοτε, ὁσάκις τὴν ἔβλεπε μεριμνῶσαν περὶ τῶν ἀναδεκτῶν της· ηὗρες κι ἁλωνίζεις, μουρή!…

Ἡ θεια-Σοφούλα ὀλίγον ἀνησύχει περὶ τῆς ἰδιοτροπίας ταύτης τοῦ συζύγου της, ὅστις ἦτο ἀγαθὸς ἄνθρωπος εἰς τὰς καλάς του ὥρας. Ἔπειτα ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὴς σπανίως ἐφαίνετο ἐν τῇ πολίχνῃ. Ἀφότου ἔπαυσε τὰ θαλάσσια ταξίδια, ἠσχολεῖτο ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων του. Κατὰ πᾶσαν πρωίαν ἵππευεν ἐπὶ τοῦ εὐρώστου ἡμιόνου του, ἐτρέπετο εἰς τοὺς ἀγρούς, καὶ ἐπανήρχετο μετὰ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου.

Κατ᾽ ἐκεῖνον τὸν χρόνον, περὶ τὰ 184…, ἡ θεια-Σοφούλα εἶχε φθάσει εἰς τὸ τριακοστὸν ἔνατον βαπτιστικόν. Ἓν μόνον τῇ ἔλειπε διὰ νὰ τὰ κάμῃ σαράντα, πρὸς ἀνάπαυσιν τῆς συνειδήσεώς της. Ἐβάπτιζεν ἀδιακρίτως ἄρρενα καὶ θήλεα, ἀλλ᾽ ἐφρόντιζε νὰ δίδῃ ἀκριβεῖς σημειώσεις εἰς τοὺς ἱερεῖς καὶ πνευματικούς, διὰ νὰ μὴ τυχὸν γίνῃ κανὲν συνοικέσιον εἰς τὸ μέλλον μεταξὺ δύο ἑτεροφύλων ἀναδεκτῶν, καὶ κολασθῇ ἡ ψυχή της.

Κατ᾽ ἔτος τὴν Μ. Πέμπτην, μεγίστη κίνησις ἐγίνετο ἐν τῇ εὐρυχώρῳ αὐλῇ τῆς οἰκίας. Ἡ θεια-Σοφούλα ἀνεσφουγγώνετο* μέχρις ἀγκώνων, καὶ ἐζύμωνε μόνη της τὰς τριάκοντα ἐννέα αὐγοκουλούρας διὰ τοὺς τοσούτους βαπτιστικούς της… Ἀλλὰ πλὴν τῶν βαπτιστικῶν ὑπῆρχον καὶ τὰ ἐγγόνια καὶ τὰ δισέγγονα, καὶ ταῦτα δὲν ἦσαν ὀλιγάριθμα.

Ἐν συνόλῳ ἐχρειάζετο ἑβδομήκοντα καὶ πλέον κοκκῶνες*, δηλ. παιδικὰς κουλούρας, διὰ τοὺς βαπτιστικούς, διὰ τοὺς ἐγγόνους καὶ τὰ δισέγγονα. Εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦτον δὲν συμπεριλαμβάνονται αἱ μεγαλύτεραι κουλοῦραι, τὰς ὁποίας παρεσκεύαζε διὰ τὰς συντεκνίσσας, διὰ τὰς ἀνεψιὰς καὶ δισεξαδέλφας της.

Μέγας δὲ ἐβόμβει ὁ ἑσμὸς τῶν ἀναδεκτῶν καὶ δισεγγόνων περὶ τοὺς ἀνθῶνας τῆς αὐλῆς κατ᾽ ἐκείνην τὴν ἡμέραν. Ἀπὸ τῆς τρίτης ὥρας τοῦ δειλινοῦ, καθ᾽ ἣν ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὴς ἐξηγείρετο τοῦ μεσημβρινοῦ ὕπνου, μὲ δριμεῖαν ἐπικαθημένην τῆς ρινὸς τὴν χολήν, καὶ ἐφόρει τὸ τσόχινον βρακίον του, ἐπύργωνεν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς μεγαλοπρεπὲς τὸ τυνησιακὸν φέσι του, ἐλάμβανεν ὡς σκῆπτρον τὴν μεγάλην ἠλεκτρόστομον τσιμπούκαν του, ἀνήρτα ἀπὸ τῆς ὀσφύος βαθύκολπον τὴν μεταξωτὴν καπνοσακκούλαν, καὶ κατήρχετο εἰς τὸ καφενεῖον νὰ εἰσπνεύσῃ τὴν θαλασσίαν αὔραν, ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης ἡ εὐρεῖα καὶ τετράγωνος αὐλὴ παρεδίδετο ἐξ ἐφόδου εἰς τὴν λεηλασίαν τῶν βαπτιστικῶν καὶ τῶν δισεγγόνων. Μεγίστην εὐτυχίαν καὶ ἀνήκουστον ἡδονὴν ἐνόμιζον τότε τὰ παιδία τῆς γειτονιᾶς, ἂν κατώρθωνον νὰ παρεισδύσωσιν εἰς τὸ προαύλιον τῆς θεια-Σοφούλας, ὅπερ ἐθεωρεῖτο ὡς μυθῶδές τι. Πολλὰ αὐτῶν προέτεινον τὰς κεφαλὰς διὰ τῶν σχισμῶν τῆς κλειστῆς αὐλείου θύρας, ἥτις ἐμοχλεύετο ἔσωθεν ὑπὸ τῶν ζηλοτύπων βαπτιστικῶν διὰ τοὺς μὴ ἔχοντας ἔνδυμα γάμου. Ἄλλα παιδία τολμηρότερα ἀνεῖρπον εἰς τὸν θριγκὸν τοῦ τοίχου τῆς αὐλῆς καὶ εὕρισκον τρόπον νὰ εἰσπηδήσωσιν ἐκεῖθεν εἰς τὰ ἔνδον. Ἀλλ᾽ ἀλλοίμονον ἂν παρετηροῦντο ὑπὸ τῶν ἀγρύπνων εὐνοουμένων. Ἀπεδιώκοντο μὲ τσιμπήματα καὶ μὲ δοντιές, ὡς ὁ κηφὴν ὑπὸ τῶν μελισσῶν.

Τὴν Μεγάλην Πέμπτην τοῦ ἔτους 185… ὅλοι οἱ ἀναδεκτοὶ ἦσαν συνηγμένοι ἐν τῇ αὐλῇ τῆς γραίας Σοφούλας. Ὁ πρεσβύτερος αὐτῶν ἦτο ἤδη νεανίας εἰκοσαετής, τὸ δὲ νεώτερον ἦτο κοράσιον διετές, εἰς ὃ ἡ νοννὰ εἶχε δώσει τὸ ὄνομά της. Τὸ βρέφος τοῦτο ἦτο τὸ τεσσαρακοστὸν πνευματικὸν γέννημα τῆς θεια-Σοφούλας.

Εἶχε γεννηθῆ τέλος τὸ ἀπὸ πολλοῦ προσδοκώμενον τοῦτο συμπλήρωμα τοῦ προωρισμένου ἀριθμοῦ, καὶ ἦτο τὸ χαδευμένον τῆς θεια-Σοφούλας. Ἡ νοννὰ ἔτρεφε φιλοδόξους σκοποὺς ὡς πρὸς τὸ μέλλον τοῦ θυγατρίου τούτου. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὴς ἐξ ὅλων τῶν ἀναδεκτῶν μόνον τὸ μικρὸν τοῦτο ἠνείχετο. Ἡ στοργὴ ὅμως τῆς θεια-Σοφούλας πρὸς αὐτὸ ἔφθανε μέχρι παραφροσύνης.

Τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἡ θεια-Σοφούλα ἦτο κλειστὴ εἰς τὸ ἰσόγειον καὶ ἐζύμωνεν. Ἐκ τῶν παιδίων τινὰ τὴν ἐπολιόρκουν ἔξωθεν τῆς θύρας παραμονεύοντα.

Τὰ πλεῖστα ὅμως ἔπαιζον ταραχωδῶς περὶ τὸν ὑπερμεγέθη ληνόν, πλησίον τοῦ ἐλαιοτριβείου, τὸ κρυφτάκι, καὶ ἄλλα ἐθορύβουν περὶ τὰς κιγκλίδας τοῦ κήπου καὶ πλησίον τοῦ φρέατος.

Ἡ μικρὰ Σοφούλα, ἥτις ἦτο μόλις διετής, ὡς εἴπομεν, ἐξέπεμπε χαρμοσύνους κραυγάς, ἐψέλλιζεν ὡς νεοσσὸς χελιδόνος, καὶ ἔτρεχε καὶ αὐτὴ κατόπιν τῶν ἄλλων παιδίων. Ἡ νοννά της ἐζήτησεν κατ᾽ ἀρχὰς νὰ τὴν κρατήσῃ πλησίον της, ἀλλ᾽ ἡ μικρὰ ἐστενοχωρήθη, καὶ ἀπῄτησε νὰ ἐξέλθῃ.

―  Νὰ πάω κ᾽ ἐγὼ νὰ παίξω, νοννά μου;

―  Τί νὰ παίξῃς ἐσύ;

―  Τὸ κλυφτάκι, νοννά μου! ἐτραύλισεν ἡ μικρά.

―  Δὲν παίζουν τὰ κορίτσια τὸ κρυφτάκι, τῇ εἶπεν αὐστηρῶς ἡ νοννά.



Ἡ μικρὰ δὲν ἐμεμψιμοίρησε μέν, ἀλλὰ ἐσκυθρώπασεν. Ἰδοῦσα τοῦτο ἡ νοννά, ἔκραξε τὴν Ἀθηνιώ, εἰκοσαετῆ τὴν ἡλικίαν, δουλεύτραν της, ἥτις ἦτο καὶ αὐτὴ μία τῶν βαπτιστικῶν της καὶ τῇ ἐνεπιστεύθη τὴν μικράν, συστήσασα αὐτῇ αὐστηρὰν ἐπαγρύπνησιν.

Ἀλλ᾽ ἡ Ἀθηνιὼ ἐλησμόνησεν ἅμα ἀκούσασα τὴν σύστασιν τῆς κυρίας της, καὶ ἐπειδὴ εἰς τὰς πεζούλας ἐκάθηντο τέσσαρες ἢ πέντε γειτόνισσαι, καὶ γνωρίζομεν πόσον περισπούδαστος εἶναι ἡ συνδιάλεξις τῶν ἀέργων γυναικῶν, ἐκάθισε πλησίον αὐτῶν, καὶ ἄφησε τὴν μικρὰν Σοφούλαν νὰ τρέχῃ.

Δὲν ἤρκεσε τοῦτο, ἀλλὰ παραγγελθεῖσα ὑπὸ τῆς κυρίας της νὰ ἀντλήσῃ ὕδωρ ἐκ τοῦ φρέατος, ἐγέμισε μὲν τὴν στάμνον, ἀλλὰ δὲν ἐφρόντισε νὰ κλείσῃ τὸ στόμιον τοῦ φρέατος, ὅπως τὸ εὗρε κεκλεισμένον, τὸ ἄφησε δὲ ἀνοικτόν. Ἀπροσεξία εἰς ἣν οὐδέποτε θὰ ὑπέπιπτεν ἡ γραῖα Σοφούλα ἢ ἄλλη φρόνιμος γυνή. Μή τις δὲ ἀμφιβάλῃ ὅτι τὴν σύστασιν ταύτην ἡ γραῖα ἔκαμε χιλιάκις εἰς τὴν δουλεύτραν της, ἀλλ᾽ ἡ Ἀθηνιὼ δὲν ἦτο ἐξ ἐκείνων τῶν γυναικῶν αἵτινες καθίστανται προσεκτικαί.

Εἰς τὴν ἀκμὴν λοιπὸν τῆς πλήρους ἐνδιαφέροντος συνδιαλέξεώς των, ἤκουσαν αἴφνης αἱ εἰς τὴν πεζούλαν καθήμεναι γυναῖκες κρότον τινά, ὡς πλατάγησιν σώματος πίπτοντος εἰς ὕδωρ, καὶ συγχρόνως πεπνιγμένην κραυγήν, καὶ μετ᾽ αὐτὴν δευτέραν κραυγὴν δυνατωτέραν.

Αἱ γυναῖκες ἀνωρθώθησαν αὐτομάτως.

Ἀλλὰ πρὶν αὐταὶ κινηθῶσιν, ἡ θύρα τοῦ ἰσογείου ἠνοίχθη μετὰ κρότου, καὶ ἡ θεια-Σοφούλα, ἔντρομος, ἀνυπόδητος, μὲ τὲς κάλτσες μόνον, γυμνώλενος, μὲ τὰς χεῖρας ζυμαρωμένας, ἔτρεξε πρὸς τὸ φρέαρ κράζουσα:

―  Τὸ κορίτσι! τὸ κορίτσι!

Διὰ τῆς εἰς τὴν στοργὴν ἰδιαζούσης μαντείας, ἡ θεια-Σοφούλα ἐνόησεν ἀμέσως ὅτι ἡ μικρά της βαπτιστικὴ εἶχε πέσει ἐντὸς τοῦ φρέατος. Καὶ τῷ ὄντι δὲν ἠπατᾶτο.

Ἐνῷ ἔτρεχεν ἡ Σοφούλα, ἰδοῦσα 〈τὸ〉στόμιον τοῦ φρέατος ἀνοικτόν, ἐπλησίασε, προσεκολλήθη ἐπὶ τοῦ χθαμαλοῦ ξυλίνου φραγμοῦ, εἶδεν ἐπὶ τοῦ ὕδατος εἰκονιζομένην τὴν ἀγγελικὴν ξανθὴν μορφήν της, ἤρχισε νὰ τῇ προσμειδιᾷ, ἔκυψεν ὑπερμέτρως, ὠλίσθησεν ἐπὶ τῆς στιλπνῆς ὡς ἐκ τῆς συχνῆς προστριβῆς τοῦ σχοινίου σανίδος, καὶ ἔπεσε κατακέφαλα ἐντὸς τοῦ φρέατος.

Αἱ ἄλλαι γυναῖκες, καὶ ἡ Ἀθηνιὼ μετ᾽ αὐτῶν, καθ᾽ ὑπερβολὴν διαστέλλουσαι τοὺς βραχίονας, ἔτρεξαν κατόπιν τῆς θεια-Σοφούλας.

―Ἕναν κουβά! ἕνα γιουρδέλι! ἐκραύγαζεν ἔκφρων ἡ γραῖα Σοφούλα.

―Ἕνα τσιγγέλι! ἔκραξε καὶ ἡ Ἀθηνιὼ σκοτισμένη· (ὡς νὰ εἶχε πέσει δηλ. εἰς τὸ φρέαρ τὸ ἰβάνιον, δι᾽ οὗ ἀντλοῦσιν ὕδωρ).

―  Τὰ τσιγγέλια νὰ σὲ τραβοῦν, σκύλα! τῇ ἔκραξε μὲ κεραυνοβόλον βλέμμα ἡ θεια-Σοφούλα. Μοῦ ἔπνιξες τὸ παιδί.

Ἡ γραῖα τῷ ὄντι δὲν ἐβράδυνε νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι τὸ δυστύχημα ὠφείλετο εἰς τὴν ἀπροσεξίαν τῆς δουλεύτρας της.

―  Νὰ κατεβῶ ἐγὼ στὸ πηγάδι, νοννά, τῇ εἶπεν ἡ Ἀθηνιώ.

Ἐπειδὴ ἐβράδυνε νὰ φανῇ πουθενὰ κουβάς, διότι εἶναι γνωστὸν πόσον τὰ χάνουν οἱ ἄνθρωποι εἰς τὰς δεινὰς περιστάσεις, καὶ ἐνῷ μία τῶν γυναικῶν ἔτρεχεν ἀπ᾽ ἐκεῖ, ἄλλη ἀπ᾽ ἐδῶ, καὶ ἡ μικρὰ ἐν τῷ μεταξὺ ἐπνίγετο, ἡ θεια-Σοφούλα ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Ἀθηνιὼ τὴν χάριν ταύτην. Ἤξευρε δὲ ἄλλως, ὅτι εἰς τοῦτο, καθὼς καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν εἰς τοὺς ἄνδρας μᾶλλον ἁρμόζουσαν, ἦτο ἐπιτηδεία.

Ἡ Ἀθηνιὼ λοιπὸν ἐσήκωσε τὰ φουστάνια της ὑπεράνω τοῦ γόνατος, καὶ πατοῦσα εἰς τὰς γνωστὰς αὐτῇ ἐσοχὰς τοῦ ἐσωτερικοῦ λιθοκτίστου τοῦ φρέατος, τὰς ἐπίτηδες κατασκευαζομένας εἰς πᾶσαν ὀρυχὴν φρέατος, κατῆλθε μέχρι τῆς ἐπιφανείας τοῦ ὕδατος.

Οὐδαμοῦ ἐφαίνετο ἡ μικρά.

Τὸ βάθος τοῦ ὕδατος ἦτο τρὶς ἴσον μὲ ἀνάστημα ἀνδρός, καὶ ἡ Ἀθηνιὼ δὲν ἠδύνατο νὰ προχωρήσῃ κατωτέρω.

Ἐν τῷ μεταξὺ εὑρέθη καὶ ὁ κουβάς, καὶ κατεβιβάσθη μέχρι τῶν χειρῶν τῆς Ἀθηνιῶς. Αὕτη ἔλαβε τὸ σχοινίον καὶ ἤρχισε νὰ περιστρέφῃ τὸ ἰβάνιον ἐντὸς τοῦ ὕδατος.

Ἡ θεια-Σοφούλα ὠλόλυζε καὶ ἔσχιζε τὰς παρειάς της. Ἡ καρδία της δὲν ᾐσθάνετο πλέον τῆς ἐλπίδος τὴν θαλπωρήν…

Τέλος τὸ ἰβάνιον προσέκοψεν εἰς σῶμά τι ἀνερχόμενον. Ἡ μικρὰ ἀνέβη εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, ἀλλ᾽ ἦτο ἤδη πτῶμα…

Ἡ κεφαλὴ ἦτο δεινῶς μεμωλωπισμένη. Κατενεχθεῖσα σφοδρῶς εἰς τὸ ὕδωρ εἶχε κτυπήσει ἐπὶ τοῦ λίθου, ἐζαλίσθη, κατέπιε πολὺ νερόν, καὶ δὲν ἀνῆλθε ταχέως εἰς τὴν ἐπιφάνειαν…

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Ἐπὶ ζωῆς της δὲν ἐπαρηγορήθη ἡ θεια-Σοφούλα διὰ τὸ οἰκτρὸν τοῦτο ἀτύχημα. Ἴσα ἴσα ἡ τελευταία βαπτιστική της!…

Διετήρησε δὲ τὴν πρὸς τὴν ἀθῴαν νεκρὰν στοργήν της μέχρι εὐσεβοῦς προλήψεως. Ζήσασα ἐπὶ ἱκανὰ ἔτη ἀκόμη, κατεσκεύαζεν ἀνελλιπῶς κατ᾽ ἔτος τῇ Μ. Πέμπτῃ τὴν κοκκώνα τῆς ἀτυχοῦς μικρᾶς, καὶ τὴν Κυριακὴν τοῦ Πάσχα, ἅμα ἐπέστρεφε τὸ πρωὶ ἀπὸ τῆς λειτουργίας τῆς Ἀναστάσεως ἤνοιγε, τότε μόνον, τὸ ἄχρηστον μεῖναν φρέαρ καὶ ἔρριπτεν εἰς τὸ ὕδωρ τὴν κοκκώναν καὶ τὰ κόκκινα αὐγὰ τῆς μικρᾶς Σοφούλας της.

Ἐβεβαίου δὲ ἡ ἀγαθὴ γυνή, ὅτι ἀνεξήγητος εὐωδία ἀνήρχετο τότε ἀπὸ τοῦ ὕδατος, ὡς θυμίαμα ἀθῴας ψυχῆς ἀναβαῖνον πρὸς τὸν θεάνθρωπον Πλάστην.

(1888)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

(και για την αντιγραφή Φουρόκατος)

17 Απριλίου, 2020 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , | Σχολιάστε

ΠΩΣ ΕΓΥΡΙΣΑΝ ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΚΙ ΟΙ ΒΟΥΛΙΣΜΕΝΟΙ ΧΡΟΝΟΙ Η διαχείριση μιας παγκοσμιοποίησης στα όριά της από μια νεοφιλελεύθερη ελίτ…

Σ’ ένα ζοφερό περιβάλλον σε οικουμενικό επίπεδο σηματοδοτείται η επιστροφή του λαού μας στο προσκήνιο με τρόπο που γεμίζει ελπίδες για τη συνέχεια.

Την αρχή έκαμαν οι κάτοικοι του Βορείου Αιγαίου: Μέχρι τότε, οι όποιες λαϊκές αντιδράσεις είχαν ειρηνικό χαρακτήρα και υποχωρούσαν απέναντι στην κυβερνητική καταστολή, με εμβληματικό παράδειγμα τα παλλαϊκά συλλαλητήρια ενάντια στη συμφωνία των Πρεσπών και την παράδοση της Μακεδονίας στους σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ και της Γερμανίας. Εκεί, τα δακρυγόνα και τα ΜΑΤ δεν επέτρεψαν την ανατροπή των τετελεσμένων της προδοσίας.

Κι ενώ η πολιτική της Νέας Δημοκρατίας συνέχιζε το έργο του ΣΥΡΙΖΑ, η αύξηση της λαθρομεταναστευτικής ροής από τον Ερντογάν έφερε την κατάσταση στο Βόρειο Αιγαίο στο μη παρέκει: Ο πληθυσμός των επήλυδων κατέστη μη διαχειρίσιμος, η δημογραφία των νησιών άλλαζε δραματικά και με μόνιμο χαρακτήρα, και τα σώματα ασφαλείας εξακολουθούσαν να λειτουργούν ως ταξιθέτριες και επιτροπή υποδοχής δίπλα στις ΜΚΟ του Σόρος.

Έτσι, ενώ βλέπαμε με τρόμο την επερχόμενη διάλυση του κοινωνικού ιστού των νησιών μας, σίγουροι μετά από χρόνια μνημονίων και εθνικών μειοδοσιών πως και αυτό θα περάσει, οι νησιώτες αντιστάθηκαν. Όχι με πικετοφορίες και φωνές στο φέισμπουκ, αλλά με αποφασιστικότητα: το διακύβευμα ήταν και είναι η ζωή μας κι η αξιοπρέπειά μας. Κι εκεί που ο λαός είχε δώσει την εντύπωση του παραιτημένου, τα σχέδια της κυβέρνησης για επιτάξεις δεν πέρασαν, η εξαγγελία «κλειστών» για τις 25 πρώτες μέρες μόνο κέντρων κράτησης που μετά θα επέτρεπαν την ελεύθερη κυκλοφορία προκάλεσε αντίδραση στον εμπαιγμό, τόσο που χρειάστηκε να επιστρατευτούν τα ΜΑΤ. Κι εκεί που περιμέναμε μιαν αξιοπρεπή, υπό το βάρος της κρατικής βίας, ήττα, ο λαός μας στη νησιά μας θύμισε ποιοί είμαστε και τί μπορούμε να πετύχομε, αντιστάθηκε λυσσωδώς και τσάκισε τα ΜΑΤ και όποιους έστειλε απέναντί του η κυβέρνηση, υποχρεώνοντάς την σε άτακτη υποχώρηση και χαρίζοντάς της την ίδιαν απαξίωση με αυτή με την οποία περιβάλλει το ΣΥΡΙΖΑ.

Ήταν η πρώτη νίκη μετά από χρόνια για το λαϊκό κίνημα, το οποίο συνέχισε να αντιστέκεται σε καθημερινή βάση στα νησιά και ενάντια στους μισθοφόρους των ΜΚΟ, οι οποίοι από δυνάστες των νησιών κατέληξαν να υποστείλουν τη δράση τους και πολλοί να φύγουν.

Η συνέχεια υπήρξε αναπάντεχη για όποιον έχει ζήσει τις καταστάσεις στην Ελλάδα από το Σημίτη και μετά: Σ’ αυτό βοήθησε κι ο Ερντογάν, ο οποίος θεώρησε ότι η αυξημένη ροή λαθρομεταναστών των τελευταίων μηνών είχε δημιουργήσει έναν εποικιστικό μιθριδατισμό στην Ελλάδα, που θα δεχόταν όσους κι αν έστελνε. Όμως το μεγάλο πλήθος (των μη Σύριων και μη προσφύγων) που έστειλε η Τουρκία, χρησιμοποιώντας το ως μοχλό πίεσης στην Ελλάδα, σαν άλλους σακουλιέρηδες και κλουβίτες, ανάγκασε μια κυβέρνηση που ήρθε στην εξουσία ονειρευόμενη επιτόκια και διαχείριση χρέους, μια κυβέρνηση που προετοίμαζε μαζί με το υπόλοιπο πολιτικό κατεστημένο τη μέσω Χάγης παράδοση, να ξυπνήσει στον Έβρο και να αντισταθεί!

Τα οφέλη από το κλείσιμο των συνόρων στον Έβρο δεν εξαντλούνται στην αντίσταση στην Τουρκία και την παλλαϊκή συσπείρωση, που δείχνει στην κυβέρνηση το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει. Η αντίσταση σπάει μια πολιτική ενδοτισμού δεκαετιών, ακυρώνει τα φοβικά σύνδρομα περί δυνατής Τουρκίας και αδύναμου Ελληνισμού, υποχρεώνει την Ευρώπη να συμπαρασταθεί στην Ελλάδα και για πρώτη φορά να λειτουργήσει ταυτίζοντας τα ανατολικά σύνορα Ελλάδας κι Ευρώπης. Και κυρίως αναπτερώνει το ηθικό του λαού, του δείχνει ότι ακόμα και τώρα υπάρχει διέξοδος με τη σωστή πολιτική, τον καθιστά ενεργό και συμπαραστάτη πολλώ λογιώ στον αγώνα. Ο κόσμος σηκώθηκε από τον καναπέ με όρους πατριωτικούς και με πίστη στα δίκαιά του!

Βέβαια, δε θα πρέπει να ξεχνούμε στιγμή ποιοι κυβερνούν. Κι αν σέρνονται πίσω από τη λαϊκή βούληση, αυτό έχει και τα όριά του. Έτσι, στο Αιγαίο οι λαθρομετανάστες εξακολουθούν να περνούν, ενώ τα -σωστά- μέτρα για τον κορωνοιό έδωσαν την ευκαιρία στην κυβέρνηση να περάσει νομοθετικά την επίταξη των περιοχών για τις οποίες έγιναν τα επεισόδια στο Βόρειο Αιγαίο και να τους μεταφέρει στην ενδοχώρα ερήμην των τοπικών κοινωνιών. Ακόμα τους εξαίρεσε από τα μέτρα προστασίας από τον κορωνοιό, επιτρέποντάς τους να κυκλοφορούν σε ομάδες των 10 ατόμων, τη στιγμή που η κυκλοφορία επιτρέπεται μόνο σε ατομική βάση, δημιουργώντας ρήγμα στην εφαρμογή των μέτρων.

Ο κορωνοιός κατέδειξε σε πλανητικό επίπεδο ότι η παγκοσμιοποίηση έχει όρια. Ότι η ανάγκη τοπικής δράσης και συνόρων είναι ζωτικής σημασίας. Ότι ο δημόσιος χαρακτήρας της περίθαλψης δε μπορεί να υποκατασταθεί από τις ιδιωτικοποιήσεις και την επέλαση του εμπορεύματος στο χώρο της υγείας. Έτσι, μετά το λαό σε τοπικό επίπεδο, και ο ιός σε παγκόσμιο, κατέδειξαν τη χρεωκοπία του νεοφιλελευθερισμού, σέρνοντας την κυβέρνηση σε σωστές μεν, μη νεοφιλελεύθερες δε, επιλογές, φτάνοντάς την στα όριά της.



Όρια, που η νεοφιλελεύθερη ελίτ που κυβερνά τη χώρα έδειξε στο διάγγελμα για την επανάσταση του 21. Με ανύπαρκτες αναφορές στην Τουρκία, με ρητή επισήμανση από τον πρωθυπουργό ότι το 1821 συγκροτηθήκαμε ως έθνος (άρα πιο πριν δεν υπήρχαμε σα συλλογικότητα), αποδέχεται πλήρως το αφήγημα της έλλειψης της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού και έδειξε ότι αποτελεί άξιο συνεχιστή του Συριζαικού εθνομηδενισμού. Έδειξε λοιπόν ξανά ότι ο αφυπνισμένος λαός μας χρειάζεται άλλη ηγεσία, την οποία πια μπορεί να αναδείξει μέσα από την οργάνωσή του πέραν του κατεστημένου πολιτικού συστήματος, σε σχήματα με δημοκρατικό πατριωτικό πρόσημο. Έσετ’ ήμαρ νόστιμον!

27 Μαρτίου, 2020 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | Σχολιάστε

ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΙ: Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ;

Μια κοινωνία που χτυπιέται από παντού, έφτασε η ώρα να στερηθεί αυτό που με απτό τρόπο τη δένει με τον τόπο της: Το σπίτι της, τη μικρή ιδιοκτησία. Φαινόμενο τυπικά ελληνικό, η ιδιοκατοίκηση ήταν καρφί στο μάτι των δανειστών πριν ακόμα αυτοί γίνουν δανειστές. Σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη, το ποσοστό ιδιοκατοίκησης είναι εξαιρετικά υψηλό στην Ελλάδα, απομεινάρι του κοινοτικού τρόπου οργάνωσης που δημιουργούσε η μικρομεσαία δομή των κοινοτήτων μας, εχέγγυο μικρής κοινωνικής ψαλίδας και δημιουργός συμπεριφορών αλληλοϋποστήριξης, συνεργασίας και εν τέλει κοινού σχεδιασμού πορείας.
Τη σημασία που έχει η μικρή ιδιοκτησία για το ρίζωμα του λαού μας την εξέφρασε χρόνια πριν ο Άρης στη Λαμία: «Ενώ εμείς, το μόνο πού διαθέτουμε, είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας. Αυτά αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει, οπού βρει κέρδη, δε μπορούν να κινηθούν και παραμένουν μέσα στη χώρα που κατοικούμε.
Ποιος, λοιπόν, μπορεί να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του; Αυτοί που ξεπορτίζουν τα κεφάλαια τους από τη χώρα μας ή εμείς που παραμένουμε με τα πεζούλια μας εδώ;»
Ο λαός έχει πατρίδα λοιπόν, αντίθετα από το κεφάλαιο. Και την έχει μέσα από μια σειρά προκείμενες, μια από τις οποίες είναι και η μικρή ιδιοκτησία, οι καλύβες και τα πεζούλια μας. Εμπειρία, από τα βάθη του χρόνου επιβεβαιωμένη, από τον πολίτη-οπλίτη μέχρι τους απελάτες.
Το σπάσιμο λοιπόν του δεσίματος του λαού με την πατρίδα θα πρέπει να γίνει, εκτός από την εθνομηδενιστική αποδόμηση της ιστορίας, και σε ένα πιο πρακτικό επίπεδο: Πρέπει ο λαός να χάσει το σπίτι του, το χωράφι του, τη γή του. Την όλη μεθόδευση μετά από πέντε χρόνια μνημονίων την ανέλαβε βεβαίως η πρώτη φορά Αριστερά: Ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί, διεύρυνση του αριθμού των υποψήφιων πλειοδοτών, εκπτώχευση των μεσαίων στρωμάτων. Το κίνημα κατά των πλειστηριασμών έχασε τον αντίπαλο κάπου στον κυβερνοχώρο, και όσο χρειάστηκε να το αφομοιώσει αυτό συνεχίστηκε η κολοβωμένη προστασία της πρώτης κατοικίας, με ημερομηνία λήξεως πια. Την ολοκλήρωση της δουλειάς ανέλαβε, όπως και άλλες, η διάδοχη κυβέρνηση, διάδοχη όχι μόνο σε χρονική αλληλουχία αλλά και σε προγραμματική συνέχεια. Το ίδιο σχέδιο εφαρμόζουν, γι’ αυτό και οι τσακωμοί τους είναι για τον εμφύλιο κι όχι για το σήμερα. Παράλληλα λοιπόν με το μεταναστευτικό και τα ελληνοτουρκικά, συνεχίζουν τώρα και στο ξεσπίτωμα του κόσμου.
Εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσομε ότι δε μιλούμε για μια «κανονικότητα» στην οικονομία, όπου υπάρχουν μπαταξήδες ή και άτυχοι από δικές τους λάθος επιλογές που μοιραία πληρώνουν τη συμπεριφορά τους ή τη λάθος εκτίμηση που οδηγεί σε αδυναμία αποπληρωμής των οφειλών. Εδώ μιλούμε για δέκα χρόνια κρίσης, που διέλυσαν κάθε προγραμματισμό που μπορεί να είχε κάμει ένα συνετό νοικοκυριό ή ένας επιχειρηματίας, από τους πολλούς μικρομεσαίους που απαρτίζουν τον καμβά της ελληνικής οικονομίας. Εδώ λοιπόν μιλούμε για ανωτέρα βία, για απρόβλεπτες καταστάσεις που, ακόμα χειρότερα, μετεξελίχθηκαν σε Κατοχή και αποικιοποίηση της χώρας. Σε τέτοιες συνθήκες, δε μπορεί να υπάρχει επίκληση σε «στρατηγικούς κακοπληρωτές» από τα παπαγαλάκια της κυβέρνησης που ψάχνουν άλλοθι για να διαλύσουν ό,τι απέμεινε μετά από χρόνια μνημονίων. Ακόμα κι αν αυτοί υπάρχουν, θα πρέπει να κριθούν αφού η χώρα επιστρέψει από την κόλαση που ζει σε πολλαπλά επίπεδα, κι όχι να καούν τα πολύ περισσότερα χλωρά των θυμάτων της κρίσης με τα λίγα συγκριτικά ξερά των όποιων κακοπληρωτών. Το αντίθετο πρέπει να γίνει εν όψει της κατάστασης, να παρασχεθεί προστασία στην πρώτη κατοικία και όχι μόνο σ’ αυτή, σε όλη την περιουσία των δανειοληπτών. Με τί όρους, Μα, με τους όρους που επιφύλαξαν στα διάφορα κοράκια που ήρθαν να αγοράσουν τα κόκκινα δάνεια από τις τράπεζες, που πια δεν είναι ελληνικές, άρα δεν έχουν ούτε αυτές διασύνδεση με την κοινωνία, άλλο ένα κατόρθωμα της πρώτης φοράς Αριστερά. Μπορούσε όμως η Πολιτεία να ορίσει ότι οι δανειολήπτες θα μπορούσαν να εξαγοράσουν το δάνειό τους με τους ίδιους όρους πώλησής τους στα διάφορα Ταμεία που ενεργούν ως κοράκια που ζητούν κέρδος με κάθε τρόπο.
Θα μπορούσε κι ένα κίνημα να το επιβάλει αυτό; Θα μπορούσε να διαμορφώσει τρόπους πάλης εναλλακτικούς; Να εξαγοράσει αυτό τα δάνεια με εράνους και απόδοσή τους στους ιδιοκτήτες με ευνοϊκούς όρους αποπληρωμής; Θα μπορούσε ίσως να το κάμει ανά περίπτωση; Σίγουρα, η εμπειρία της προηγούμενης Κατοχής μπορεί να χρησιμεύσει κι εδώ. Μπορεί ίσως μια κυβέρνηση που θα προκύψει αφού επιτέλους ο λαός αποφασίσει να τελειώνει με το υπάρχον πολιτικό σύστημα, να νομοθετήσει την ακύρωση των μεταβιβάσεων που θα γίνουν μέσω των πλειστηριασμών, όπως είχε γίνει και τότε με τις μεταβιβάσεις στους δωσίλογους εκείνης της εποχής, που πήραν τα σπίτια του κόσμου εκμεταλλευόμενοι την ανάγκη του, με τη δυνατότητα να επαναληφθούν αν συναινούν και οι δύο πλευρές, του ιδιοκτήτη και του υπερθεματιστή στον πλειστηριασμό, ως όρο για την εγκυρότητά τους. Και ίσως θα έπρεπε να υπάρχει από τώρα μια οργανωμένη πολιτική δύναμη που θα κάμει αυτή την προειδοποίηση, ώστε να κόψει την όρεξη των πρόθυμων πλειοδοτών που στην καταστροφή της κοινωνικής δομής βλέπουν μιαν επενδυτική ευκαιρία. Πρέπει λοιπόν το κόστος αυτής της «ευκαιρίας» να γίνει απαγορευτικό γι’ αυτούς.
Το σίγουρο είναι πως οι πλειστηριασμοί πρώτης κατοικίας δεν πρέπει να γίνουν. Έρχονται να κλιμακώσουν την επίθεση στην κοινωνική συνοχή, να καταστήσουν ανέστιους τους πολίτες και άρα να τους αποκόψουν από τον τόπο τους, τη γειτονιά τους, τη ζωή τους. Θα είναι ελεύθεροι μετά να ξενιτευτούν κι αυτοί, δίχως τα βαρίδια της ιδιοκτησίας, δίχως κάτι να τους κρατάει να παλέψουν εδώ. Και βέβαια, θα δημιουργηθεί κενό που κάποιος θα πρέπει να το γεμίσει. Κι αν πριν τρία χρόνια αυτή την παράμετρο δεν τη σκεφτόμασταν, τώρα έρχεται και αυτή να κουμπώσει στην επίθεση στην πρώτη κατοικία. Υπάρχουν ήδη έτοιμοι οι αντικαταστάτες, που θα οδηγήσουν στην πλήρη διάλυση του κοινωνικού ιστού.
Ανεξάρτητα από αυτό όμως, η προστασία της πρώτης κατοικίας είναι από μόνη της χρέος της κάθε κυβέρνησης που εκπροσωπεί το λαό της και δεν είναι λακές ξένων συμφερόντων, χρέος και του λαού να αντισταθεί και σε αυτό το επίπεδο. Δεν υπάρχουν εδώ δικαιολογίες, δεν υπάρχει χρόνος. Ακόμα κι αν μια λαϊκή κυβέρνηση ακυρώσει τις μεταβιβάσεις από τους πλειστηριασμούς, κάποιοι θα έχουν ήδη καταστραφεί. Η πρόληψη είναι πάντα προτιμότερη από την προσπάθεια να διορθωθούν καταστροφές που δε θα έπρεπε να έχουν λάβει χώρα. Κι αυτό η κοινωνία θα το βρει μπροστά της, το βρίσκει μπροστά της ήδη και αυτό. Ας είναι αυτή η μάχη η πρώτη που θα κερδίσομε στην προσπάθεια να νικήσομε στον πόλεμο που κλιμακώνεται συνεχώς σε βάρος μας…

21 Φεβρουαρίου, 2020 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | Σχολιάστε

ΠΑΠΑΜΑΛΕΚΟΣ

 

«Από τα Λευκά Όρη δεν λείπουν ποτέ οι φυγάδες. Ο παπάς εσχημάτισε μικρόν στίφος και ήρχισε να συγκρούεται σήμερον εδώ, αύριον εκεί προς τους Τουρκαλβανούς. Όταν δε έγεινεν η στάσις εις τα Σφακιά, ο παπά Μαλέκος συναθροίσας τους έχοντας φυσέκια, εκτύπησεν ευτολμότατα εις τον Αποκόρωνα τον στρατόν όστις μετέβαινεν εναντίον των Σφακιανών.
Ένα μήνα μετά ταύτα εγνωρισθήκαμεν.
– Δεν είναι καλλίτερο αυτό που κάνω, μου είπε, παρά να λειτουργώ;»

Μ’ αυτά τα λόγια περιγράφει ο Ιωάννης Κονδυλάκης τον άντρα που είναι η αφορμή της σημερινής μας σμίξης. Εναν άντρα που δεν ανέχτηκε καμιάν εξουσία, γέννημα μιας εποχής με αξίες και οράματα, που δεν την ακολούθησε απλά αλλά τη διαμόρφωσε πολλώ λογιώ.

Την εικόνα του την έχομε ξαναδεί, ιστορίες γι’ αυτόν έχομε ακούσει. Αλλά σήμερο έχομε τη χαρά να παρουσιάσομε μιαν ολοκληρωμένη δουλειά που έγινε για το Μανώλη Μαλεκάκη από το δισέγγονό του Μανώλη Κωνσταντουδάκη. Που αποθησαύρισε δημοσιεύματα, ανέσυρε από τα αρχεία επιστολές, θύμισε ιστορίες ξεχασμένες, και μας παρέδωσε το βίο του προσπάππου του σε μιαν εποχή που δεν αγαπά τις αξίες και την κοινότητα.

Ο Παπαμαλέκος όμως είχε αρχές. Μεγαλωμένος σε μιαν οικογένεια που σήμερο θα αποκαλούσαμε πολύτεκνη, έκαμε τα πρώτα του ζάλα ενώ μαινόταν ο σηκωμός του 1866. Σ’ έναν περίγυρο επαναστατικής άμιλας, ξεχώρισε για το θάρρος και την απαρέγκλιτη προσήλωση στο στόχο της Ένωσης. Παπάς που ανέστελε κατά καιρούς την ιερατική του δράση για να πολεμήσει τον Τούρκο δυνάστη, που επενέβαινε όταν αδικούνταν οι χριστιανοί σαν εκδικητής, δημιούργησε γύρω του μια φήμη τρομερή για τους εχθρούς και ηρωική για τους υπόδουλους, την ελεύθερη Ελλάδα, τη διεθνή κοινή γνώμη. Ο Μανώλης ο Κωνσταντουδάκης ενσωματώνει στο βιβλίο αποκόμματα από ευρωπαϊκές εφημερίδες που αναφέρονται στη δράση και την προσωπικότητα του προσπάππου του.

Χαίνης στον Αποκόρωνα, τιμωρός των Τούρκων, δε σήκωνε μύγα στο σπαθί του. Ο συγγραφέας μας μεταφέρει τη σκηνή όπου κάποιοι από το ποίμνιο προβληματίζονταν αν θα έπρεπε να περιορίσουν την περιφορά του Επιταφίου γύρω από την εκκλησία από το φόβο των Τούρκων και βρέθηκαν αντιμέτωποι με την οργή του Παπαμαλέκου, ο οποίος όχι μόνο έκαμε την περιφορά όπως πάντα αλλά μπαλωτοκοπούσε κιόλας!

Ο Παπαμαλέκος δεν έμπαινε σε καλούπια. Με οδηγό το αντιστασιακό του φρόνημα και την ελεύθερη ψυχή του, προκάλεσε την τουρκική εξουσία η οποία απαγόρευσε την παροχή βοήθειας στον ίδιο και το σώμα του με ποινή εξορίας. Κι όταν με τα πολλά τον συνέλαβαν, η φυλάκισή του μετατράπηκε σε περιορισμό στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας με παρέμβαση του προξένου της Ελλάδας. Όμως κι από κει έφυγε συγκρουόμενος με τους καλόγερους κι ανέλαβε ξανά την αντάρτικη δράση του.

Όπως πολλοί εκείνη την περίοδο, τα όπλα του τα πήρε από τον εχθρό. Τα Μαρτίνια που έφερε ήταν λάφυρο επίθεσης σε ομάδα Τούρκων, ενώ η συμβολή του στην πολιορκία του Βάμου ήταν καθοριστική: Δρώντας στρατηγικά και παράτολμα, κατέλαβε το φούρνο του χωριού εξαναγκάζοντας τους Τούρκους στην πείνα. Στο Νίππος έρχεται σε ρήξη με τους δυο επίσκοπους που συνιστούν υποστολή της επαναστατικής σημαίας, στη μάχη της Αλμυρίδας είναι παρών και ξεχωρίζει μαζί με τον αδερφό του Λεωνίδα. Συνολικά συμμετείχε σε 32 μάχες, χώρια τα μεμονωμένα επεισόδια στα οποία πρωταγωνίστησε.

Είναι χαρακτηριστικό της προσωπικότητας και της αίγλης του πως ο αδερφός του, ο απελευθερωτής της Σιάτιστας, ενώ δεν ήταν παπάς, δεν έμεινε στην ιστορία ως Μαλεκάκης αλλά ως Λεωνίδας Παπαμαλέκος.

Όπως έχουν γράψει οι ιστορικοί, οι άντρες αυτοί ούτε ήταν ούτε μπορούσαν να είναι άγιοι. Είχαν τα πάθη τα ανθρώπινα που όμως μεταλλάσσονταν στον επαναστατικό οίστρο, ο αγώνας για την πατρίδα έκανε δευτερεύουσα κάθε ατέλεια ανθρώπινη. Η ισχυρή του προσωπικότητα βιώθηκε ως επιβολή της γνώμης του στο γάμο της μιας του κόρης και στα επακόλουθά του. Αλλά ο θρύλος του τον είχε κάμει πασίγνωστο και στην άλλη Ελλάδα, τόσο που όταν ανέβηκε στην Αθήνα να τύχει αποθεωτικής υποδοχής και να συναντηθεί με τη βασίλισσα Όλγα η οποία τον τοποθέτησε στην Ευαγγελίστρια στον Πειραιά. Αλλά και στην ειρήνη ο Παπαμαλέκος ήταν δίπλα σε όσους χρειάζονταν βοήθεια, με χαρακτηριστική σκηνή του βιβλίου αυτή της σωτήριας παρέμβασής του σε πλημύρα σε γειτονιά που δε διακονούσε.

Πέρα από τον ήρωα, ειδική μνεία πρέπει να γίνει στην προσπάθεια του δισέγγονού του, που τον ανέστησε κιόλας σαν όνομα, να αναδείξει την προσωπικότητα του ήρωα, δίχως στρογγυλέματα και εξιδανικεύσεις. Άλλωστε ο πολυτάραχος βίος του ιστορουμένου δε χρειαζόταν παραπάνω στολίδια. Έρευνες σε αρχεία, αποτύπωση προφορικών παραδόσεων και ακουσμάτων, κωδικοποίηση των πληροφοριών για τον Παπαμαλέκο, συμπεριλαμβανομένης της ρίμας του, συνθέτουν ένα καμβά αγάπης και αφοσίωσης στον πρόγονό του, αλλά και σε μιαν ολόκληρη εποχή.

Ο συγγραφέας λοιπόν, μέσα από μια μεγάλη προσπάθεια, μας δίδει μια σφαιρική εικόνα του ήρωα, και μ’ αυτό τον τρόπο μας δείχνει κι ένα δρόμο συγκεκριμένο, μας περνά παραδείγματα για το σήμερα. Κι εδώ καταλαβαίνομε ότι ο συγγραφέας μας ξεγέλασε. Μας έφερε εδώ να μας παρουσιάσει μια βιογραφία και μας δίνει πολλά παραπάνω…

Γιατί αν ο Παπαμαλέκος ζούσε σήμερο, σίγουρα θα ερχόταν σε ρήξη με τους κονδυλοφόρους της υποταγής, όπως έκαμε και στο Νίππος. Δε θα ήταν «ρεαλιστής» να κάθεται στ’ αυγά του και να ταπεινώνεται επειδή η Τουρκία έχει δύναμη. Κι αν δούμε τις καταστάσεις, θα καταλάβομε ότι τότε ήμασταν πιο αδύναμοι. Αλλά είχαμε πίστη στα δίκαιά μας, είχαμε ξεκάθαρη ταυτότητα και αυτά μας δίδανε ψυχή. Κι η ψυχή νικάει τα κανόνια. Κι όπως τότε ο Παπαμαλέκος δεν επέτρεψε να περιορίσουν τον Επιτάφιο, όπως αγωνίστηκε αδιάκοπα για την Ένωση και μαζί με τους συναγωνιστές του νίκησαν μιαν υπέρτερη δύναμη, σήμερα δε θα επέτρεπαν να κάνουν βόλτες ξένα ωκεανογραφικά στις θάλασσές μας. Κι ούτε θα έψαχναν γελοίες δικαιολογίες για να δικαιολογήσουν την αδράνειά τους, δε θα υπήρχε στιγμή χαμένη στην αντίσταση. Και σίγουρα, ο αδερφός του απελευθερωτή της Σιάτιστας δε θα πρόδινε ούτε τη Μακεδονία, ούτε καμιά γωνιά του Ελληνισμού, ούτε θα πρότεινε συνεκμετάλλευση της Μαδάρας και του κάμπου με το δυνάστη.

Εμείς λοιπόν, αν πρέπει να πάρομε κάποια πράματα από τη σημερινή συνάντηση, δε θα πρέπει να αρκεστούμε στα βιογραφικά του Παπαμαλέκου. Θα πρέπει να τον ντραπούμε, κι αυτόν και όλους εκείνους που μας παρέδωσαν μια πατρίδα ελεύθερη και τη βλέπουν από ψηλά τώρα αποικία των Δυτικών και επικυριαρχούμενη από τους Τούρκους. Δε θα έχομε διαβάσει σωστά το βιβλίο αν δε γίνει αυτό αφορμή να αναστοχαστούμε ποιοι ήμασταν και ποιοι γίναμε, αν δε μας ξυπνήσει τη σπίθα της αντίστασης και της αγάπης στην ελευθερία που ακόμα σιγοκαίει μέσα μας. Μόνο τότε θα μπορούμε να κοιτάξομε τα διαπεραστικά μάτια του ήρωα δίχως τύψεις και να ζητήσομε συγνώμη από τον ίδιο και τους εαυτούς μας, αλλάζοντας ρότα και ξαναβρίσκοντας την αξιοπρέπεια και την περηφάνια που χάσαμε, βάζοντας τον εθνομηδενισμό στο περιθώριο και κερδίζοντας ξανά την πατρίδα και την ταυτότητά μας. Μανώλη ευχαριστούμε για το δώρο που μας έκαμες, καλοτάξιδο να είναι το βιβλίο…

Παρουσίαση του βιβλίου για τον Παπαμαλέκο, που έλαβε χώρα κατά την κοπή της Βασιλόπιτας της Ομοσπονδίας Σωματείων Αποκορώνου.

17 Φεβρουαρίου, 2020 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη | , , | Σχολιάστε

ΑΠΟΤΡΟΠΗ

Η Τουρκική επιθετικότητα εκπλήσσει το πολιτικό προσωπικό της χώρας. Πιθανότατα αυτό εξηγείται από την άρνηση σύνδεσής του με την κοινωνία, το λαό, την πατρίδα. Έχουν επιλέξει να εκπροσωπούν τις ελίτ τις συνδεδεμένες με ξένα συμφέροντα, το φαντασιακό τους βρίσκεται στη Δύση και η ενασχόληση με τα προβλήματα της χώρας είναι μπανάλ γι’ αυτούς. Κι ενώ κοιμόνταν στις Βρυξέλλες, ξυπνήσανε στο Αιγαίο.
Η χώρα στερείται ανάγνωση της κατάστασης και στρατηγικής για να αντιμετωπιστεί αυτή. Και οι ελίτ προτιμούσαν να αγνοούν τις απειλές, να φαντασιώνονται ελληνοτουρκικές φιλίες και να περιθωριοποιούν όποιον μιλάει για την κατάσταση: ΄΄Αφού δεν έχει νέα ευχάριστα να πει, καλύτερα να μη μας πει κανένα΄΄ θα τραγουδήσει ο Σαββόπουλος και θα εκφράσει αυτό που γίνεται. Αντί για αποτροπή, που σημαίνει ετοιμότητα για αντίδραση και δημιουργία κόστους στην Τουρκία αν επιτεθεί, έχουν επιλέξει τον κατευνασμό.
Η άγνοια μέχρις αφασίας των ζητημάτων, διαπερνά όλο το πολιτικό φάσμα: Ποιος δε θυμάται τις δηλώσεις του Μπαλάφα του ΣΥΡΙΖΑ ότι ‘’θα το ρισκάρουμε με την Τουρκία’’ τείνοντας κλάδο ελαίας στους γενοκτόνους και επίδοξους αναθεωρητές του στάτους κβο; Ποιος δεν άκουσε με αγανάκτηση τον υπουργό Δένδια της Νέας Δημοκρατίας να διαχωρίζει τα δικαιώματα Κρήτης και Καστελόριζου σε ΑΟΖ, αναφερόμενος στο μεγάλο μέγεθος της Κρήτης, και σε αντιδιαστολή υπονοώντας ότι το Καστελόριζο δεν διαθέτει ΑΟΖ. Ποιος δε θυμάται τον Κοτζιά να μας εγκαλεί ως μοναχοφάηδες που θέλουμε να κρατήσουμε για την Ελλάδα την ΑΟΖ που ΄΄δικαιούται’’ η Τουρκία; Ο πολιτικός κόσμος και τα ΜΜΕ, λειτουργούν ως παπαγαλάκια του Ερντογάν. Μόνο που ο τελευταίος δε μπορεί πια να περιμένει τη σταδιακή διολίσθηση της Ελλάδας στις θέσεις του. Ήδη εμφάνισε και χάρτη με την Κρήτη Τούρκικη εκτός από Χανιά. Κι όταν εμφανίζονται τα γελοία επιχειρήματα των Τούρκων, εμείς δεν πρέπει ούτε να γελάμε ούτε να εφησυχάζουμε επικαλούμενοι το διεθνές δίκαιο. Γιατί το δίκιο σου φτάνει μέχρι εκεί που μπορείς να το υπερασπιστείς. Ο Ερντογάν τα θέλει όλα τώρα, κι αυτό φέρνει σε δύσκολη θέση τους πολιτικούς μας, που, αν και ενδοτικοί, αν και εθνομηδενιστές, αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν αυτή την επιθετικότητα γιατί δε μπορούν να κάμουν αλλιώς.


Ήδη, ο γονιδιακός τους εθνομηδενισμός, απότοκο της μήτρας του Σημιτικού ΠΑΣΟΚ που διαχύθηκε δεξιά κι αριστερά, τους καθιστά ανάξιους να αποτιμήσουν τον κίνδυνο συνολικά και τους περιορίζει σε σπασμωδικές και αποσπασματικές αντιδράσεις. Και καλώς επιδίδονται τώρα σε διπλωματικό Μαραθώνιο γύρω από τη Λιβύη, αλλά επιμένουν να μην οριοθετούν ΑΟΖ με την Αίγυπτο και την Κύπρο. Καλώς υπεγράφη ο αγωγός EASTMED, αλλά αδυνατούν να αντιμετωπίσουν την ασύμμετρη απειλή του λαθρομεταναστευτικού, το οποίο εμφανώς χρησιμοποιεί ως εργαλείο η Τουρκία. Και βέβαια, απουσιάζει το συνολικό δόγμα αποτίμησης των εχθρών και φίλων μας, το σχέδιο αποτροπής, η πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική σε ένα πολυπολικό πλέον κόσμο. Όταν όμως λειτουργείς σαν πειθήνιος υπηρέτης της Αμερικής, κανένα σεβασμό δεν αξίζεις. Γιατί ο σεβασμός κερδίζεται, κι εμείς έχουμε χάσει κι αυτόν και την κυριαρχία της χώρας. Είναι ανάγκη επιβίωσης πια ο λαός να οργανωθεί σε νέες προσπάθειες, καθώς τα ζητήματα αυτά είναι πολύ σοβαρά για να τα διαχειρίζονται οι ΜΚΟ, οι ντόπιοι υπάλληλοι των πρεσβειών και φασίστες προβοκάτορες.
Η αντίδραση του λαού στα νησιά του Βορείου Αιγαίου, η δημοσκοπική καταβαράθρωση της Κυβέρνησης στα ελληνοτουρκικά και το λαθρομεταναστευτικό, ενώ συγχρόνως αυξάνει τη διαφορά της από το ΣΥΡΙΖΑ, δείχνει και τα όρια των αντοχών του πολιτικού κατεστημένου και του εθνομηδενιστικού τόξου.
Η ήττα είναι μπροστά μας, η Τουρκία εξοπλίζεται κι εμείς απαξιούμε να διαθέσουμε κονδύλια για την άμυνα στον προϋπολογισμό. Αν είχαμε στρατηγική, θα ξεκινούσαμε από τώρα, από χτες, το κλείσιμο των συνόρων, την απαίτηση συμπαραγωγής και αντισταθμιστικών ωφελειών σε αγορές εξοπλισμού απ’ έξω, στη δημιουργία δικών μας εξοπλισμών, σε μιαν εποχή που ο έξυπνος και ηλεκτρονικός πόλεμος βρίσκονται στο προσκήνιο και ταιριάζουν στην τεχνική γνώση και επινοητικότητα του λαού μας. Μια τέτοια στρατηγική θα δημιουργούσε τεχνογνωσία, πρόσθετο κύκλο στην οικονομία, εξαγωγές.
Αλλά αυτά, ίσως να τα συζητήσουμε πια μετά την ήττα. Είναι κατάρα του λαού μας να αφυπνίζεται όχι προκαταβολικά, αλλά μετά από μια καταστροφή.

23 Ιανουαρίου, 2020 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , | Σχολιάστε

Ο ΧΑΡΑΜΑΔΟΣ

Τί Χριστούγεννα ἔμελλον νὰ κάμουν, τὸ ἔτος ἐκεῖνο, εἰς τὸ παλαιὸν βραχοκτισμένον θαλασσοδαρμένον Κάστρον, κατέναντι τοῦ ἀγρίως μαινομένου πελάγους, εἰς τὰ κράτη τοῦ Βορρᾶ; Δυστυχισμένη χρονιὰ ἐκείνη. Δύο χιλιάδες γίδια καὶ πρόβατα εἶχαν ψοφήσει ἀπὸ τὰ ὀλίγα κοπάδια τῆς μικρᾶς νήσου, μέσα εἰς τὰ χειμάδια τῶν ποιμένων καὶ βοσκῶν, ἀπὸ τὸ τρομερὸν ψῦχος, ἀπὸ τὰ χιόνια τὰ πρώιμα, ὁποὺ ἐσκέπασαν τοὺς λόγγους καὶ τὰ βουνά, ἕως τοὺς βουβῶνας τὸ ὕψος. Τρόφιμα ἄλλα δὲν ὑπῆρχον, εἰμὴ ἐλαῖαι καὶ παστὰ ὀψάρια. Τ᾽ ἀμπέλια δὲν εἶχον καρποφορήσει· ἄγνωστος πρωτοφανὴς νόσος εἶχε βλάψει τὰ σταφύλια.

Τὰς τελευταίας σταγόνας τοῦ οἴνου τῆς χρονιᾶς, ὀλίγον λάκυρον νεροπλυμένον τὸ ὁποῖον εἶχον κάμει τὸ ἔτος ἐκεῖνο, τὰς εἶχον πίει πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, ὁ Νικολὸς τὸ Πὶτς καὶ ὁ ἀχώριστος φίλος του, ὁ Ἀντώνης τῆς Γαλοντζίτσας, εἰς τὸ καπηλεῖον τοῦ Γιαννιοῦ τῆς Στέργαινας· καὶ τώρα, ὁποὺ ἐξημέρωναν Χριστούγεννα, μὲ τὸν οὐρανίσκον στεγνόν, ἔμειναν ἀγρυπνοῦντες εἰς τὸ μικρὸν καπηλεῖον, τὸ σύνθετον καὶ ἀπὸ καφενέν, τὸ ὁποῖον ἔμεινεν ἀνοικτὸν ἐξαιρετικῶς τὴν νύκτα ἐκείνην, μέχρι τῆς ὥρας καθ᾽ ἣν ἔμελλε νὰ σημάνῃ ὁ Ὄρθρος καὶ ἡ Λειτουργία τῶν Χριστουγέννων.

Ποῦ ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, καθ᾽ ἣν παντοῖοι κορσάροι, Τοῦρκοι, Ἀφρικανοί, Γενοβέζοι, περιεκάθιζον τὸ μικρὸν παραθαλάσσιον φρούριον ― καὶ ὅμως οἱ τότε ἄνθρωποι ἦσαν εὐτυχεῖς, χωρὶς νὰ τὸ ἠξεύρουν! Ἡ σιδηρόπορτα πάντοτε κλειστή, ἡ κινητὴ γέφυρα ἀνεβασμένη· εἶχον ἀφθόνους τροφάς, κ᾽ ἔπινον νερὸν ἀπὸ μίαν στέρναν· κ᾽ ἐπειδὴ ἐφείδοντο τοῦ νεροῦ, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ κτισθῇ τοῖχος αὐλῆς ἢ μικρὰ καλύβη, κατεσκεύαζον τὴν λάσπην μὲ κρασί ―καθὼς διηγοῦντο οἱ γεροντότεροι― καὶ αὐτοὶ τὸ εἶχον ἐξ ἀκοῆς ― καὶ ὅλοι ἔλεγαν ὅτι τὸ πιστεύουν. Ποῦ ἡ ἀφθονία ἐκείνη εἰς ὅλα τὰ πράγματα; Εὐλογημένος καιρός!

Σήμερον, ὁ Νικολὸς τὸ Πίτς, καὶ ὁ φίλος του, ὁ Ἀντώνης τῆς Γαλοντζίτσας, ᾐσθάνοντο ξηρὸν τὸν φάρυγγα, ἐνῷ ἐξημέρωνε τέτοια μεγάλη καὶ φαιδρὰ ἑορτή, χρονιάρα μέρα! Ἀφοῦ ἔπαυσαν τὰ φαναράκια νὰ περιφέρωνται, καὶ τὰ παιδία ποὺ ἔψαλλον τὸ «Χριστούγεννα-Πρωτούγεννα» ἐπῆγαν νὰ κοιμηθοῦν, κ᾽ ἐσβήσθησαν ὅλα τὰ φῶτα, καὶ ὁ βορρᾶς ἐμαίνετο καὶ ἀντήχει ὁ πλαταγισμὸς τῶν κυμάτων κάτωθεν τοῦ βράχου, ἔμεινε τὸ καπηλεῖον μὲ τὰς δύο πενιχρὰς καπνώδεις λυχνίας του, μὲ τὴν θύραν βλέπουσαν πρὸς τὸ πέλαγος, εἰς τὸ ὕψος ὅπου ἵστατο τὸ παμμέγιστον «Κανόνι τῆς Ἀναγκιᾶς», κατὰ τὸ βόρειον ἄκρον τοῦ Κάστρου.

Δύο ἢ τρεῖς ἄλλοι θαμῶνες ἔκλινον τὴν κεφαλὴν εἰς τὰ τραπέζια κ᾽ ἐνύσταζον, ὁ κάπηλος, ὄρθιος παρὰ τὸ κυλικεῖον, ἀφῆκε μέγαν ρογχασμόν. Ὁ Νικολὸς τὸ Πὶτς κι ὁ Ἀντώνης τῆς Γαλοντζίτσας ἐξῆλθον ν᾽ ἀγναντέψουν τὸ μαῦρον πέλαγος, ἀπὸ τῆς Ἀναγκιᾶς τὸ Κανόνι. Τούτους ἠκολούθησε μετ᾽ ὀλίγον διὰ νὰ ξενυστάξῃ κι ὁ ἴδιος ὁ καφετζής.

*
* *

Ἀνάμεσα εἰς τὰ χορεύοντα κύματα, εἰς τὸ ἔρεβος τῆς νυκτὸς καὶ τὸ χάος, ὁ Νικολὸς κι ὁ φίλος του εἶδαν ἔξαφνα ἓν φῶς μικρὸν ὡς λαμπυρίς, νὰ σείεται, ν᾽ ἀφανίζεται, καὶ πάλιν ν᾽ ἀνακύπτῃ. Κάποιον πλοῖον ἀγωνιοῦσε κ᾽ ἐπαράδερνεν ἐκεῖ, εἰς τὸ μαῦρον πέλαγος.

― Νά ἕνα καΐκι, εἶπεν ὁ Νικολὸς τὸ Πίτς.

― Καράβι μεγάλο εἶναι, εἶπεν ὁ υἱὸς τῆς Γαλοντζίτσας.

― Μεγάλο, μικρό… ἡ φουρτούνα τὸ σπρώχνει κατὰ δῶ.

― Ξυλάρμενο*; εἶπεν ὁ ἄλλος.

― Ποιὸς μπορεῖ νὰ διακρίνῃ;

Παρῆλθον ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας. Τὸ πλοῖον εἶχε πλησιάσει. Ἐφαίνετο νὰ ἔχῃ κατεβασμένα τὰ πανιά. Ἠκούσθη κρότος ἁλύσεως.

― Νά, ἄραξε, εἶπεν ὁ Νικολὸς τὸ Πίτς. Θέ μου, καὶ νὰ ἦτον φορτωμένο κρασιά;… ὁ Χριστὸς τὸ στέλνει.

― Νὰ ἔχῃ καὶ τίποτα ξηροτύρια στ᾽ ἀμπάρι του! παρετήρησεν ὁ Ἀντώνης τῆς Γαλοντζίτσας.

― Νὰ ἔφερνε καὶ κάμποσα κεφάλια γιδοπρόβατα γιὰ σφάξιμο! προσέθεσεν ὁ Γιαννιὸς τῆς Στέργαινας.

*
* *

Πρὸ ἔτους καὶ πλέον, ὁ καπετὰν Ἡρακλῆς ὁ Καλούμπας, μὲ τὴν ὡραίαν μεγάλην σκούναν του, εἶχεν ἀποπλεύσει ἀπὸ τὴν Σαλονίκην, διὰ νὰ ἐκφορτώσῃ ἓν ὑπόλοιπον τοῦ ἐκ λιθοκόλλας καὶ οἰκοδομικοῦ ὑλικοῦ φορτίου του εἰς ἕνα δυτικὸν αἰγιαλὸν τοῦ λαιμοῦ τῆς Κασσάνδρας, ἐντὸς τοῦ Θερμαϊκοῦ κόλπου. Εἶχε λάβει ἐπὶ τοῦ πλοίου του ἕνα ἢ δύο Ἑβραίους βοηθοὺς διὰ τὴν ἐκφόρτωσιν, ἐπειδὴ ἡ ἐπιχείρησις ἐγένετο ἀπὸ μέρους τῆς ἰσραηλιτικῆς κοινότητος τῆς Σαλονίκης.

Ὁ Ἑβραῖος φορτωτὴς καὶ ὁ ὑπάλληλός του, δὲν ἤλπιζον νὰ φθάσωσι τόσον γρήγορα εἰς τὸ τέρμα τοῦ πλοῦ. Ἦτο Σάββατον, ἔφθασαν πρὸ μεσημβρίας, καὶ ὁ καπετὰν Ἡρακλῆς ἐπέμενε ν᾽ ἀρχίσῃ ἀμέσως ἡ ἐκφόρτωσις.

Ἦτο περὶ τὰ μέσα τοῦ φθινοπώρου, οἱ καιροὶ ἦσαν θυμωμένοι, καὶ κατὰ πᾶσαν νύκτα σφοδρότατοι ἀπόγειοι ἄνεμοι ἔπνεον.

Τὸ μέρος ἦτο ἀλίμενον. Ἦτο κίνδυνος, ἂν ἔμενον τὴν νύκτα, ὁ ἄνεμος καὶ τὰ κύματα νὰ ξεσύρουν τὴν ἄγκυραν, νὰ ξουριάσουν* τὸ πλοῖον, καὶ τότε… καλὸ ξεπλάτισμα! ὅπως λέγουν οἱ ναυτικοί.

Ὁ Ἑβραῖος ἠρνήθη νὰ δώσῃ χεῖρα εἰς τὴν ἐκφόρτωσιν ἐν ἡμέρᾳ Σαββάτου. Δὲν ἤξευρεν, ὁ Τσιφούτης, ὅτι «ἔξεστιν ἐν Σαββάτῳ ἀγαθοποιεῖν», καὶ δὲν ἤξευρεν ὅτι «Κύριός ἐστιν ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου καὶ τοῦ Σαββάτου». Ἤξευρε μόνον νὰ σώζεται, μὲ τὸν κόπον τῶν Ἑλλήνων ναυτικῶν, πλέων ἐν ἡμέρᾳ Σαββάτου.

Πῶς δὲν τοὺς διέτασσε (τοῦ ἔλεγεν ὁ καπετὰν Ἡρακλῆς) νὰ ἀράξουν καταμεσῆς στὸ πέλαγος, εἰς βάθος διακοσίων ὀργυιῶν, διὰ νὰ μὴ ἀρμενίζουν τὸ Σάββατον; Ἄλλως καὶ διὰ νὰ ἀράξουν μόνον ἐχρειάζετο κόπος, ἐργασία. Ἀλλ᾽ ἦτο, ὡς φαίνεται, γνήσιος ἀπόγονος ἐκείνων, οἵτινες τὸ πάλαι διύλιζον τὸν κώνωπα καὶ κατέπινον τὴν κάμηλον.

Ὁ πλοίαρχος ἐθύμωσεν, ἠγανάκτησε, καὶ δυστυχῶς, ὡς ἐλέχθη, ἴσως παρεξετράπη κατὰ τοῦ Ἑβραίου. Τὸν ὑπάλληλόν του τὸν ὑπεχρέωσε διὰ τῆς βίας νὰ ἐργασθῇ, ἐξεφόρτωσεν ὅπως ἠδυνήθη καὶ ἀπέπλευσε.

*
* *

Τὴν ἄλλην χρονιάν, μεσοῦντος τοῦ Δεκεμβρίου, ὁ καπετὰν Ἡρακλῆς, προερχόμενος ἀπὸ τὰ Μπογάζια, καὶ τὸ Δεδεαγάτς, φέρων καί τινα ἐξαίρετα κασκαβάλια* τῆς Αἴνου, ἐπλησίασεν εἰς τὴν Λῆμνον, ἐφόρτωσεν ὡραῖα κοκκινωπὰ κρασιά, κ᾽ ἔπλευσεν εἰς Θεσσαλονίκην.

Ἡ Ἑβραϊκὴ Κοινότης ἠρνήθη νὰ δεχθῇ καὶ νὰ ἐκφορτώσῃ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν προωρισμένα εἰς παραλαβὴν αὐτῆς. Ἀπηγόρευσεν εἰς ὅλους τοὺς ἐργάτας της, ἐκφορτωτάς, ἀχθοφόρους, ἁμαξαγωγούς, Ἑβραίους ἢ ὄχι, νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἐκφόρτωσιν.

Ὁ καπετὰν Ἡρακλῆς δὲν ἤξευρε τίποτε, δι᾽ ὅ,τι εἶχε συμβῆ ἀπὸ πέρυσιν ἕως ἐφέτος. Ἐν τῷ μεταξύ, ἡ Κοινότης τὸν εἶχε κάμει χαραμάδον, ἤτοι ἀποσυνάγωγον, μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων ἐμποροπλοιάρχων.

Ὁ καπετὰν Ἡρακλῆς δὲν ἠθέλησεν οὔτε νὰ ἐνεργήσῃ τι, οὔτε εἰς τὸ Προξενεῖον νὰ προσφύγῃ. Ἐπειδὴ ἤρχοντο Χριστούγεννα δὲν ἐμελέτα μὲν νὰ πλεύσῃ εἰς τὴν γενέθλιον νῆσόν του, διὰ νὰ ἑορτάσῃ, ἀλλ᾽ ἐνδομύχως ηὔχετο νὰ ἔστελλεν ὁ Θεὸς ἕνα καλὸν βορρᾶν διὰ νὰ πωλήσῃ τὰ κρασιὰ ὁπουδήποτε (τὰ ὁποῖα ἤξευρεν ὅτι ἐκόστιζαν πάμφθηνα εἰς τὸν ἔμπορόν του) καὶ ἔπειτα μίαν καλὴν νοτιὰν διὰ νὰ ποδίσῃ* καὶ μεταβῇ εἰς τὴν πατρίδα του. Δὲν ἤξευρεν, ἐπειδὴ πρὸ πολλοῦ δὲν εἶχε λάβει γράμματα ἐκεῖθεν, ὅτι ἀκριβῶς διὰ τὸ εἶδος αὐτὸ τοῦ τερπνοῦ ἐμπορεύματός του, ὑπῆρχε μεγάλη δίψα εἰς ὅλους τοὺς οὐρανίσκους καὶ τοὺς φάρυγγας τῶν νυκτερινῶν θαμώνων τοῦ καπηλείου, ἐπάνω εἰς τὸ Κανόνι τῆς Ἀναγκιᾶς… ἐκεῖ ἦτο ἡ πατρίς του.

Ἀπέπλευσεν ἀπὸ τὴν Σαλονίκην, καὶ ἔλεγε μέσα του: «Νὰ μὴν πιάσῃ ἡ κατάρα τῶν Τσιφούτηδων! Νὰ μὴν τοὺς περάσῃ!» Διασκέδασον τὴν βουλὴν τοῦ Ἀχιτόφελ, Κύριε ὁ Θεός μου!

Ἀνοικτὰ ἀπὸ τὴν Κασσάνδραν εὗρε δύο μεγάλα πλοῖα, βαρυφορτωμένα ἀπὸ ἀρνία πρώιμα κ᾽ ἐρίφια. Ἠγόρασεν ἐξ αὐτῶν εἴκοσι κεφάλια.

Ὅπως εὐχήθη, οὕτω σχεδὸν ἔγινε. Τὴν πρώτην νύκτα ἔστειλεν ὁ Θεὸς ἐλαφρὸν βορρᾶν. Τὴν δευτέραν ἑσπέραν ἔπνευσε σφοδρὸς νότος.

Ἐπόδισε τὴν νύκτα καὶ κατέπλευσεν εἰς τὸ παλαιὸν βραχοκτισμένον καὶ θαλασσοδαρμένον Κάστρον.

Ἅμα ἐξημέρωσε, καὶ ἔπαυσεν ὁ ἄνεμος, ἐξεφόρτωσε τὰ εἴκοσι κεφάλια ἀρνία κ᾽ ἐρίφια, τὰ ἐξαίρετα τυριὰ τῆς Αἴνου, κ᾽ ἐπώλησε πρὸς εἴκοσι λεπτὰ τὴν ὀκὰν τὸ κοκκινωπὸν ἀφρῶδες ποτόν.

Κ᾽ ἔτσι ἔκαμαν καλὰ Χριστούγεννα, καὶ ὁ πλοίαρχος εἰς τὴν ἑστίαν του, κι ὁ Νικολὸς τὸ Πίτς, κι ὁ Ἀντώνης τῆς Γαλοντζίτσας, κι ὁ Γιαννιὸς τῆς Στέργαινας, καὶ ὅλοι οἱ κάτοικοι τοῦ βορεινοῦ θαλασσοδαρμένου χωρίου.

(1904)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

και για την αντιγραφή Φουρόκατος

24 Δεκεμβρίου, 2019 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , | Σχολιάστε

ΑΟΖ ΚΑΙ ΝΕΟΟΘΩΜΑΝΙΣΜΟΣ

Στην Ελληνοτουρκική αντιπαράθεση υπάρχει διαχρονικά μια συνέπεια και από τις δύο πλευρές: Η Τουρκία πιέζει, διεκδικεί, δημιουργεί τετελεσμένα, και η Ελλάδα φοβάται και σκύβει το κεφάλι. Από την Κύπρο μέχρι τα Ίμια κι από τη Θράκη μέχρι την ΑΟΖ, τα δύο κράτη δείχνουν μια θαυμαστή συνέπεια στις πράξεις τους, όποια κυβέρνηση κι αν βρίσκεται στο τιμόνι της κάθε χώρας.
Στην πατρίδα μας η υποχωρητικότητα και η πολιτική κατευνασμού αποτελούν πια γονιδιακό γνώρισμα της στάσης μας, ανεξαρτήτως αν στην εξουσία βρίσκεται το ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ ή ο ΣΥΡΙΖΑ. Το μόνο που γίνεται είναι η επικοινωνιακή διαχείριση της παράδοσής μας στο Νεοοθωμανισμό. Με ένα πλέγμα τουρκόφιλων ΜΜΕ και εθνομηδενιστικού παροξυσμού, φτάσαμε να αναγνωρίζομε ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο, να μας καλεί ο Κοτζιάς, ο νεκροθάφτης της Μακεδονίας, να μην είμαστε μοναχοφάηδες στο Αιγαίο, και ο Δένδιας να υπονοεί ότι η Κρήτη ως μεγάλο νησί έχει περισσότερα δικαιώματα από το Καστελόριζο, εισάγοντας διάκριση στις ελληνικές γαίες με πολύ επικίνδυνες προεκτάσεις. Το χειρότερο είναι ότι δεν καταλαβαίνουν τι λένε και τι επιπτώσεις έχουν οι ενέργειές τους.
Η Τουρκία λοιπόν, με σύμμαχο την κυβέρνηση-μαριονέττα της Τρίπολης (και όχι της Λιβύης, που έχει άλλη κυβέρνηση), κλιμακώνει την ένταση του ακήρυκτου υβριδικού πολέμου που από πολύ καιρό μαίνεται στο Αιγαίο, την Κύπρο, τη Θράκη, όπου υπάρχει Ελληνισμός. Η κυβέρνηση κοιμόταν στο Κολωνάκι και ξύπνησε στο γκριζαρισμένο Αιγαίο, βρέθηκε απροετοίμαστη, τρέχει και δε φτάνει γιατί τα ψέματα φαίνεται πως τελειώνουν.
Η παράνομη ανακήρυξη ΑΟΖ μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης θεωρεί ότι δεν έχουν ΑΟΖ τα νησιά. Τα εξαφανίζει κυριολεκτικά και προβλέπει την εμφάνιση τουρκικών ερευνητικών και πολεμικών πλοίων έξω από την Κρήτη, τη Ρόδο, την Κάρπαθο κλπ. Γράφουν διάφοροι ότι αυτή η συμφωνία δε μπορεί να εφαρμοστεί γιατί είναι παράνομη. Αυτά είναι φαιδρότητες για εσωτερική κατανάλωση, καθώς στις διεθνείς σχέσεις το δίκαιο του καθενός είναι αυτό που μπορεί να προασπίσει. Κι εμείς φροντίσαμε από χρόνια να αποδυναμώσομε την Ελλάδα από κάθε άποψη.
Στο επίπεδο του φρονήματος, με την κυριαρχία του εθνομηδενισμού, ο πατριωτισμός θεωρήθηκε φασισμός και κατασυκοφαντήθηκε από όλο το πολιτικό σύστημα. Πράγματι, σε όλα τα πολιτικά κόμματα ο εθνομηδενισμός είναι κοινός τόπος, σε ευθεία αναντιστοιχία με το λαϊκό αίσθημα και τον πατριωτισμό που ξεδιπλώθηκε σθεναρά στα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό. Κι εφόσον η τωρινή κυβέρνηση συνεχίζει την πολιτική της προηγούμενης, επιλέγοντας να μη βλέπει την πραγματικότητα, και να παίζει το παιχνίδι της Τουρκίας, όταν την αναγκάζει ο Ερντογάν να βρεθεί ενώπιον μιας πραγματικότητας που θα ήθελε αλλά δε μπορεί να αγνοήσει, δεν έχει το κατάλληλο προσωπικό να το διαχειριστεί. Αντίθετα, δίπλα στις σπασμωδικές της κινήσεις προβάλλει ακμαίος ο ραγιαδισμός.
Μια καραμέλα που ακούμε συνεχώς είναι ότι η Τουρκία έχει μεγαλύτερο μήκος ηπειρωτικής ακτογραμμής. Και για να υπερασπιστούν τη θέση της Τουρκίας οι δικοί μας προσκυνημένοι, αποκρύπτουν πως εμείς έχομε μεγαλύτερη ακτογραμμή από την Τουρκία, επιμένοντας στην «ηπειρωτική» λες και τα νησιά δεν έχουν ακτογραμμή. Η αλήθεια είναι πως η Ελλάδα έχει τη 14η μεγαλύτερη ακτογραμμή στον κόσμο, ενώ η Τουρκία την 20η.
Η άλλη καραμέλα είναι η επίκληση στη φιλειρηνική διάθεση του λαού μας, η οποία μεταφράζεται σε αποφυγή του πολέμου με κάθε τίμημα, άρα και με παραχώρηση εθνικού εδάφους. Ήδη τα Ίμια έχουν παραχωρηθεί, και πάμε για νέους ακρωτηριασμούς. Προκειμένου να εμπεδωθεί η πολιτική της υποταγής, ακούμε συχνά «θα κάνουμε πόλεμο για ένα νησί;» Θέλουμε ειρήνη. Όμως δυστυχώς η ειρήνη δεν κερδίζεται με την υποχωρητικότητα. Αυτή μόνο την όρεξη ανοίγει και η Τουρκία έχει αποδείξει πως δεν έχει τέλος στις διεκδικήσεις της. Την ειρήνη διασφαλίζει η αποτροπή, δηλαδή η ετοιμότητα και προετοιμασία υπεράσπισης της πατρίδας, έτσι ώστε να μην τολμήσει η Τουρκία να αμφισβητήσει την κυριαρχία μας. Όμως, ενώ εδώ και χρόνια υπάρχει το casus belli για την επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12 μίλια, ενώ η Κύπρος είναι υπό κατοχή, το κράτος μας αρνείται να λάβει τα μηνύματα και με εγκληματική αδιαφορία αφήνει τη χώρα ανυπεράσπιστη και ετοιμάζει την υποταγή.


Το δίλημμα λοιπόν είναι ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ κι όχι πόλεμος ή ειρήνη. Αποτελεί ύβρη στις γενιές των αγωνιστών που αρνήθηκαν να βολευτούν στην ταπείνωση με αντάλλαγμα μια ντροπιασμένη ζωή και μας παρέδωσαν μια πατρίδα που εμείς ξεπουλάμε. Αποτελεί ύβρη στο Δασκαλογιάννη, τον Καραϊσκάκη, το Γιαμπουδάκη και το Σαμουήλ, ύβρη στους αγωνιστές του 40, της εθνικής αντίστασης, του ενωτικού αγώνα του λαού μας στην Κύπρο. Αυτοί δεν προτίμησαν την ειρήνη των νεκροταφείων, αλλά την αθανασία της ελευθερίας, της αντίστασης, της αξιοπρέπειας.
Αλλά και δίκιο να είχαν οι προσκυνημένοι, η παράδοση της Κρήτης και των Δωδεκανήσων στην Τουρκία δε θα σημάνει το τέλος αλλά την αρχή. Αυτοί θαρρούν πως έχουν ήδη εναλλακτικό σχέδιο, να προσκυνήσουν και να καταντήσουν δωσίλογοι, συνεχίζοντας μια μακρά παράδοση από τον Εφιάλτη μέχρι την Κατοχή. Όμως οι Τούρκοι δεν τους έχουν ανάγκη. Όταν δε θα τους χρειάζονται θα τους ξεφορτωθούν, αλλά το κακό θα έχει γίνει.
Ο Λαός μας οφείλει να αντιδράσει έμπρακτα. Να επιβάλει μια πολιτική αντίστασης, αντιστροφής της παρακμής σε όλα τα επίπεδα. Γιατί μόνο έτσι θα αποφύγομε τον πόλεμο. Αυτό προϋποθέτει μια μεγάλη ανατροπή, ώστε να εκφραστεί σε επίπεδο κράτους το λαϊκό αίσθημα. Και μια πολιτική προοπτικής, γιατί θα πρέπει να υπάρξει επιτέλους κρατικός σχεδιασμός ανεξαρτήτως κομμάτων, ένα εθνικό δόγμα που θα καλύπτει όλο τον Ελληνισμό και που θα στοχεύει στην παραγωγική ανασυγκρότηση, τη δημογραφική ανάκαμψη, την αναχαίτιση της Τουρκικής επιθετικότητας και την αποκατάσταση της παιδείας.
Η αντιπαράθεση του σημερινού πολιτικού προσωπικού, επειδή έχει κοινή στάση απέναντι στην Τουρκία και κοινό τόπο τον εθνομηδενισμό, ανατρέχει στον εμφύλιο για να βρει κάποιο λόγο σύγκρουσης. Εμείς πρέπει να ξεπεράσομε αυτή την αντίθεση και να αναδείξομε έναν άλλο λόγο, αντιστασιακό, πατριωτικό, το λόγο των καταπιεσμένων από τις ντόπιες ελίτ που δε χειραγωγείται πια από αυτές. Μόνο τότε θα σταθούμε αντάξιοι των παλιών μας, κι όχι όταν ψελλίζομε φοβισμένοι πως δε θα κάνομε πόλεμο για ένα νησί.
Η Κρήτη οφείλει και τώρα να σταθεί στην πρωτοπορία αυτού του αγώνα. Όχι γιατί την περιλαμβάνουν τα σχέδια του Σουλτάνου. Αλλά γιατί πάντα αγωνιζόταν για όλη την Ελλάδα, και η στάση της έδιδε κουράγιο και δύναμη σ’ όλους. Δεν έχομε το δικαίωμα να ηττηθούμε, δε μπορούμε να ζήσομε ξανά ραγιάδες. ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ!

18 Δεκεμβρίου, 2019 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , | 4 Σχόλια

ΕΠΟΙΚΙΣΜΟΣ

Η πατρίδα μας αντιμετωπίζει ένα διαρκή εποικισμό. Μέχρι τώρα, αυτό γινόταν συγκεκαλυμένα, με την προσχηματική αναφορά στις ανάγκες περίθαλψης προσφύγων. Στον ορισμό αυτό εντάσσονταν αυθαίρετα όλοι όσοι ήθελαν να μπουν στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως προέλευσης ή χώρας εισόδου. Σε δεύτερο στάδιο, όταν πια η καραμέλα του πρόσφυγα τελείωσε, η συζήτηση γίνεται ανοιχτά πια για «μετανάστες». Εδώ χρειάζεται να δούμε τα ζήτημα σφαιρικά, καθώς πρέπει να λάβομε υπ’ όψη μας μια σειρά παράγοντες που σχετίζονται με τη γεωπολιτική πραγματικότητα και τις συνθήκες στο εσωτερικό:

Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες. Το παλιό αυτό σύνθημα του Πολυτεχνείου και της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου είναι σήμερα επίκαιρο περισσότερο από ποτέ. Αν και περιφρονημένο σήμερα, είναι η αυτονόητη βάση για οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση, και το κριτήριο για να ξεφύγομε από τον παραλογισμό διάφορων απόψεων που ακούμε. Η πατρίδα μας είναι ελεύθερη γιατί ο λαός μας πολέμησε γι’ αυτό, υπέστη ανείπωτες θυσίες και χρειάστηκε να αντισταθεί σε δυνάστες της Δύσης και της Ανατολής, που δεν κατάφεραν να χτυπήσουν την ταυτότητά του. Η αξία της φιλοξενίας που πάντα μας διακατέχει, στηρίζεται στην αυτονόητη προϋπόθεση ότι τον ξένο τον φιλοξενούμε στο δικό μας σπίτι, δεν αποκτά δικαιώματα σε αυτό.

Η ιδεολογική αφασία των ντόπιων νεοταξιτών: Από διάφορες πλευρές, που θεωρητικά βρίσκονται σε αντίπαλα ιδεολογικά στρατόπεδα, ακούμε καινοφανείς θεωρίες σε σχέση με τον επιχειρούμενο εποικισμό. Ότι πρέπει να σύνορα να είναι ανοιχτά, ότι οι πολυπολιτισμικές κοινωνίες είναι το μέλλον του κόσμου, ότι η Ελλάδα χρειάζεται νέο πληθυσμό γιατί έχει δημογραφικό πρόβλημα, ότι Έλληνας είναι όποιος πατάει το χώμα της πατρίδας μας ανεξαρτήτως πολιτιστικού υποβάθρου. Δημιουργείται ένας νέου τύπου ολοκληρωτισμός, που στηρίζεται από όλο το πολιτικό φάσμα, από τα ΜΜΕ, από τις ΜΚΟ και το Σόρος, που επιμένει να αγνοεί μια πραγματικότητα που δεν επιβεβαιώνει τις θεωρίες τους, μια πραγματικότητα εφιαλτική, συγκρουσιακή, διαλυτική των κοινωνιών και του πολιτιστικού παραδείγματος των χωρών υποδοχής.

Οι πρόθυμοι, οι επιχειρηματίες και οι χρήσιμοι ηλίθιοι: Ο εποικισμός προωθείται από ποικιλώνυμα συμφέροντα. Κεντρικό σημείο του είναι η επιβολή της Νέας Τάξης που στοχεύει στη διάλυση των συλλογικοτήτων και στον περιορισμό του ανθρώπου στην ατομική του σφαίρα. Προς τούτο, κάθε δέσιμο είναι ανεπιθύμητο, η οικογένεια, η ρίζα, το έθνος, η πατρίδα. Εδώ η Αριστερά προσφέρει ένα ιδεολογικό οπλοστάσιο για την αποδόμηση κάθε έννοιας συλλογικότητας, εξυπηρετώντας τις ανάγκες του κεφαλαίου για αδύναμους εργαζόμενους που θα δουλεύουν ευέλικτα και δίχως διαπραγματευτική ικανότητα και για πειθήνιους καταναλωτές, οπότε το όφελος είναι διπλό. Στην προσπάθεια διάλυσης των τοπικών κοινωνιών, ο εποικισμός με ανθρώπους διαφορετικής πολιτιστικής προέλευσης δημιουργεί αυτό ακριβώς που αρχίζομε να ζούμε και που ήδη ζει η δυτική Ευρώπη: γκέτο και όχι πολυπολιτισμική συνύπαρξη, εγκληματικότητα, συγκρούσεις, φόβο. Στα σχέδια του κεφαλαίου για εποικισμό, πρόθυμοι συμπαραστάτες είναι οι επιχειρηματίες δουλέμποροι που δουλεύουν μέσα από τις ΜΚΟ, οι αφελείς ιδεολόγοι που είναι ανίκανοι να δουν την πραγματικότητα και που μένουν στο φαντασιακό τους ροζ συννεφάκι, καθιστάμενοι το προοδευτικό άλλοθι και μαριονέτες του συστήματος και ο πολιτικός κόσμος που υλοποιεί ακριβώς αυτό που πρέπει να είναι μέλημα του λαού πρωτίστως: την υπέρβαση Αριστεράς – Δεξιάς. Πράγματι, η πολιτική των διαδοχικών μας κυβερνήσεων στο ζήτημα είναι συνέχεια η μια της άλλης: Ανοιχτά σύνορα, εγκατάσταση των λαθρομεταναστών σε κέντρα στα νησιά, διασπορά τους σε όλη τη χώρα για να αποσυμφορηθούν τα κέντρα στα νησιά, ανανέωση του πληθυσμού των κέντρων στα νησιά με νέους εποίκους σε ένα φαύλο κύκλο που μόνο δεινά προσθέτει στο λαό μας.

Η Τουρκία και ο μουσουλμανικός χαρακτήρας του εποικισμού: Η γεωπολιτική παράμετρος είναι ένας παράγοντας που επιδεινώνει το πρόβλημα ειδικά για την Ελλάδα. Οι λαθρομεταναστευτικές ροές δε στηρίζονται απλώς, δημιουργούνται από την Τουρκία στα πλαίσια του υβριδικού πολέμου που μας έχει κηρύξει και που εμείς αρνούμαστε να κατανοήσομε. Με κατάργηση της βίζας και εισιτήρια αεροπορικά πάμφθηνα, οι Τουρκικές αερογραμμές μεταφέρουν τους εποίκους στην Τουρκία, από όπου τα κυκλώματα τους προωθούν στην Ελλάδα δίχως αντίδραση από πλευράς μας. Τα σώματα ασφαλείας και ο στρατός έχουν καταντήσει επιτροπές υποδοχής και όχι δυνάμεις αποτροπής του φαινομένου, με ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας βεβαίως. Η μετανάστευση πολιτιστικά συγγενών πληθυσμών στην Ελλάδα δε δημιουργεί πρόβλημα. Η είσοδος όμως πληθυσμών ασύμβατων με το πολιτιστικό μας παράδειγμα, αυτό που δίνει το χαρακτήρα στη χώρα, οδηγεί στη διάλυση του κοινωνικού ιστού. Και να μην το είχαμε δει ήδη σε χώρες της Δύσης μπορούσαμε να το προβλέψομε. Η Τουρκία εμφανίζεται ως προστάτης των πληθυσμών αυτών, τους ελέγχει ιδεολογικά και τους εγκαθιστά στα μετόπισθεν του μετώπου με προφανείς σκοπούς χρησιμοποίησής τους όταν έρθει η ώρα.

Η απουσία του κράτους: Τα προβλήματα οξύνονται από το ότι οι ίδιοι οι λαθρομετανάστες νοιώθουν ότι δεν υπόκεινται σε κανέναν έλεγχο. Οπότε λειτουργούν σε συνθήκες έλλειψης σεβασμού της χώρας υποδοχής, θέλουν να επιβάλουν τις δικές τους συνήθειες, καταλαμβάνουν το δημόσιο χώρο κλείνοντας τους ντόπιους στα σπίτια τους. Η ανυπαρξία κρατικής επιβολής τήρησης του νόμου και μιας στοιχειώδους ανάγκης ελεύθερης διαβίωσης, τους αποθρασύνει και οδηγεί σε ακόμα χειρότερα αποτελέσματα, δημιουργεί καταπίεση στο νόμιμο πληθυσμό της χώρας και ανασφάλεια που θα οδηγήσει τελικά στην εγκατάλειψη της πατρίδας. Αυτό είναι θέμα πολιτικής βούλησης που δεν υπάρχει, και που οδηγεί σε μια σιωπηρή άλωση της χώρας. Προφανώς οι κυβερνήσεις μας έχουν δεσμεύσεις και κρυφή ατζέντα που δεν τους επιτρέπει να παρεκκλίνουν.

Οι παίχτες: Ήδη, ο Σόρος δημιουργεί ταμείο για την ανέγερση και ανακαίνιση κατοικιών για τους μετανάστες ειδικά στην Ελλάδα, πράγμα που σημαίνει πως δεν έρχονται για να φύγουν στη Δύση ή να επιτρέψουν στην πατρίδα τους όπως κάνουν τώρα οι Σύροι. Οι ΜΚΟ καθίστανται κράτος εν κράτει και αποτελούν πλέον μπίζνα εξαιρετικά κερδοφόρα. Ένας νέος ολοκληρωτισμός με ριζοσπαστικό προσωπείο απαντάει χαρακτηρίζοντας φασίστα όποιον αντιδρά, δίχως άλλα επιχειρήματα.

Η ελπίδα: Η απουσία του κράτους, η όξυνση του προβλήματος και η εμφανής πια παρουσία του στην καθημερινότητά μας, οδηγεί το λαό να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Αυθόρμητα, ανοργάνωτα ακόμα, αλλά η αντίσταση υπάρχει πια, οι τοπικές κοινωνίες ξεσηκώνονται, αποτρέπουν όπου μπορούν την εγκατάσταση λαθρομεταναστών, φέρνουν το κράτος ενώπιον των ευθυνών του. Κι αυτό απειλεί με εισαγγελείς, χρησιμοποιεί τα σώματα ασφαλείας για την καταστολή του λαού, και συνεχίζει την πολιτική του εποικισμού αυτοαναιρούμενο.
Ο λαός μας βρίσκεται στο όριο της εξαφάνισης. Ο εποικισμός είναι ένα από τα πολλά ζητήματα που καλείται να αντιμετωπίσει. Κι επειδή είναι παρών και καθημερινός, δεν προσφέρεται για θεωρητικές υπεκφυγές. Μπορεί να αποτραπεί, και ο λαός θα το επιβάλει, αλλιώς θα κλείσει εδώ την ιστορική του διαδρομή παραδίδοντας οικειοθελώς την Ελλάδα σε ξένα συμφέροντα, αντίθετα προς όλη του την αντιστασιακή παράδοση.

21 Νοεμβρίου, 2019 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , | Σχολιάστε