Με το τουφέκι και τη λύρα

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ Ή ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ

%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%ac%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%82

Υπάρχει ακόμα ο διαχωρισμός Αριστερά – Δεξιά; Κι αν υπάρχει, εκφράζει κάποια κυρίαρχη αντίθεση;
Νομίζουμε ότι η απάντηση στα ερωτήματα αυτά θα πρέπει να κρίνει και τη στάση του καθενός μας απέναντι στις καταιγιστικές εξελίξεις που έχουμε στην πατρίδα μας, στην περιοχή μας, στον κόσμο ολόκληρο.
Δε θα μπούμε σε συζητήσεις για το ποια είναι η γνήσια Αριστερά ή Δεξιά, αν υπάρχουν προδότες ή ερμηνείες αυθεντικές ή πιο αυθεντικές αυτών που πρεσβεύει η κάθε ιδεολογία. Η κοινοβουλευτική τους εκπροσώπηση αρκεί.
Η παγκοσμιοποίηση έχει δημιουργήσει νέα δεδομένα, που καθιστούν ανεπίκαιρη την αντίθεση Αριστεράς – Δεξιάς. Το κεφάλαιο πια επικεντρώνεται στο εμπόρευμα και στη δημιουργία ενός ανθρώπου – καταναλωτή, που θα είναι μόνος του, αν και σε δικτύωση με εκατομμύρια άλλους. Μόνος σημαίνει αδύναμος, ευάλωτος στην κυριαρχία της διαφήμισης, ανήμπορος να λειτουργήσει συλλογικά, σα μέλος μιας οικογένειας, ενός έθνους, μιας κοινωνικής τάξης ή ομάδας.
Ο νεοφιλελευθερισμός θέλει να είναι ο άνθρωπος άτομο, μόνο του, να μην έχει ρίζες. Μόνος θα καταναλώνει περισσότερο΄ μια πενταμελής οικογένεια μπορεί να έχει ένα πλυντήριο, μια τηλεόραση, αλλά αν κάθε μέλος της ζει μόνο του θα θέλει πέντε συσκευές αντί για μία.
Κοντά σ’ αυτό, οι ιδιαίτερες ταυτότητες ενοχλούν. Αποτελούν στοιχείο ενοποίησης, αντιστέκονται στη διάσπαση της κοινωνίας σε άτομα που προχωρούν παράλληλα δίχως να σμίγουν ποτέ.
Το νόμισμά του οικονομικού αυτού φιλελευθερισμού, που χρεώνεται στη Δεξιά, έχει ως άλλη όψη τον πολιτικό φιλελευθερισμό, που εκφράζει η Αριστερά: Το ατομικό δικαίωμα είναι ταμπού, η πολιτική ορθότητα το θεοποιεί. Μπορείς να είσαι παγανιστής, παιδεραστής, οτιδήποτε θέλεις, και το σύστημα θα σε προστατέψει. Δε μπορείς όμως να διεκδικείς συλλογικά δικαιώματα.
Σαν άτομο, το κεφάλαιο σε πηγαίνει όπου το εξυπηρετεί, είτε ως οικονομικό μετανάστη είτε ως επενδυτή. Οι τοπικές κοινωνίες πρέπει να υποστούν βίαια μετάλλαξη, οι ‘’χώρες’’ να γίνουν ‘’χώροι’’ δράσης του κεφαλαίου. Οι ρίζες που μας δένουν με τον τόπο μας, είναι συντηρητικά απολιθώματα και πρέπει να κοπούν. Οι νεοταξικοί διανοούμενοι πρεσβεύουν την ‘’ελευθερία’’ μας να επιλέγουμε τις ρίζες μας, δηλαδή να μην έχουμε ρίζες.
Όλη η ιδεολογική επιβολή της παγκοσμιοποίησης, στηρίζεται σε ωραίες λέξεις όπως η ‘’ελευθερία’’, το ‘’δικαίωμα’’ κλπ. Και τη δουλειά της εμπέδωσης των απόψεων της Νέας Τάξης, την έχει αναλάβει η Αριστερά σε όλο τον κόσμο, από τους πράσινους της Γερμανίας που βομβάρδιζαν τη Σερβία μέχρι τη μνημονιακή μας κυβέρνηση.

%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%ac%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%82-2
Κι εμείς, βρισκόμενοι σε ηθική παρακμή, σε καταστολή από τα διαρκή χτυπήματα, δεν έχουμε ακόμα επεξεργαστεί κάποια διέξοδο από τη θέση στην οποία βρισκόμαστε ηθικά, γεωπολιτικά, παραγωγικά, δημογραφικά, μεταναστευτικά (και ξένων προς τα εδώ και Ελλήνων προς τα έξω).
Εν μέρει υπάρχει δικαιολογία: Τα χτυπήματα έρχονται το ένα μέσα το άλλο κι εμείς δεν προλαβαίνουμε ν’ αντιδράσουμε. Αλλά συγχρόνως, δεν ενεργοποιούμαστε. Στρεφόμαστε σε όποιον πουλάει ελπίδα, από το Σύριζα μέχρι το Σώρρα, ενώ τη λύση, την όποια λύση θα τη φέρει μόνο η δική μας δράση. Πολλοί το συνειδητοποιούν, λίγοι κινούνται. Όμως ο καιρός δε μας περιμένει:
Αντίσταση ή Εξαφάνιση!

Σεπτεμβρίου 23, 2016 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , | Σχολιάστε

ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

κατάλογος

Ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτὴν πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον ― ἐκεῖ ανάμεσα ἐσώζετο ἀκόμη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Δὲν ὑπῆρχε πλέον οἰκία ὀρθή, δὲν ὑπῆρχε στέγη καὶ ἄσυλον, εἰς ὅλον τὸ ὀροπέδιον ἐκεῖνο, παρὰ τὴν ἀπορρῶγα ἀκτήν. Μόνος ὁ μικρὸς ναΐσκος ὑπῆρχε, καὶ εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου ὁ Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας εἶχε κτίσει μικρὸν ὑπόστεγον, καλύβην μᾶλλον ἢ οἰκίαν, λαβὼν τὴν ξυλείαν, ὅσην ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ, καί τινας λίθους ἀπὸ τὰ τόσα τριγύρω ἐρείπια, διὰ νὰ στεγάζεται προχείρως ἐκεῖ καὶ καπνίζῃ ἀκατακρίτως τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν*, ἔξω τοῦ ναοῦ, ὁ φιλέρημος γέρων.

Ὁ ναΐσκος ἦτο ἰδιόκτητος· πρᾶγμα σπάνιον εἰς τὸν τόπον, λείψανον παλαιοῦ θεσμοῦ· ἦτον κτῆμα αὐτοῦ τοῦ γέροντος Φραγκούλα. Ὁ ἀξιότιμος πρεσβύτης, φέρων ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα προεστοῦ, ὡραῖον φέσι τοῦ Τουνεζίου, ἐπανωβράκι* τσόχινον, μὲ ζώνην πλατεῖαν κεντητήν, μακρὰν τσιμπούκαν μὲ ἠλέκτρινον μαμέν, καὶ κρατῶν μὲ τὴν ἀριστερὰν ἠλέκτρινον μακρὸν κομβολόγιον, δὲν ἦτο καὶ πολὺ γέρων, ὣς πενηνταπέντε χρόνων ἄνθρωπος. Κατήγετο ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτέραν καὶ πλέον γνησίως αὐτόχθονα οἰκογένειαν τοῦ τόπου. Ἦτον ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας εὐσταλής, ὑψηλός, λεπτὸς τὴν μέσην, μελαχροινός, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας τοῦ προσώπου, δασείας ὀφρῦς, ὀφθαλμοὺς μεγάλους, ὀγκώδη ρῖνα, χονδρὰ χείλη προέχοντα. Ἠγάπα πολὺ τὰ μουσικά, τά τε ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ ἐξωτερικά, ὑπῆρξε δὲ μὲ τὴν χονδρὴν ἀλλὰ παθητικὴν φωνήν του ψάλτης καὶ τραγουδιστὴς εἰς τὸν καιρόν του μέχρι γήρατος.

Τὴν Σινιώραν, ὡραίαν νέαν, λεπτοφυῆ, λευκοτάτην, τὴν εἶχε νυμφευθῆ ἀπὸ ἔρωτα. Ἤδη εἶχε συζήσει μαζί της ὑπὲρ τὰ εἴκοσι πέντε ἔτη, καὶ εἶχεν ἀποκτήσει τέσσαρας υἱοὺς καὶ τρεῖς θυγατέρας. Ἀλλὰ τώρα, εἰς τὸν οὐδὸν τοῦ γήρατος, δὲν συνέζη πλέον μαζί της.

Εἶχε χωρίσει ἅπαξ ἤδη, ἀφοῦ ἐγεννήθησαν τὰ τέσσαρα πρῶτα παιδία, δύο υἱοὶ καὶ δύο θυγατέρες· ὁ πρῶτος οὗτος χωρισμὸς διήρκεσεν ἐπί τινας μῆνας. Εἶτα ἐπῆλθε συνδιαλλαγὴ καὶ συμβίωσις πάλιν. Τότε ἐγεννήθησαν ἄλλα δύο τέκνα, υἱὸς καὶ θυγάτριον. Εἶτα ἐπῆλθε δεύτερος χωρισμός, ὑπὲρ τὸ ἔτος διαρκέσας. Μετὰ τὸν χωρισμόν, δευτέρα συνδιαλλαγη. Τότε ἐγεννήθη ὁ τελευταῖος υἱός. Ἀκολούθως ἐπῆλθε μακρὸς χωρισμὸς μεταξὺ τῶν συζύγων. Ὁ τελευταῖος οὗτος χωρισμός, μετὰ πολλὰς ἀγόνους ἀποπείρας συνδιαλλαγῆς, διήρκει ἤδη ἀπὸ τριῶν ἐτῶν καὶ ἡμίσεος. Δὲν ἦτο πλέον φόβος νὰ γεννηθοῦν ἄλλα τέκνα. Ἡ Σινιώρα ἦτον ὑπερτεσσαρακοντοῦτις ἤδη.

*
* *

Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, τῆς 13 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 186… ἐκάθητο μόνος, ὁλομόναχος, ἔξω τοῦ ναΐσκου, εἰς τὸ προαύλιον, ἔμπροσθεν τῆς καλύβης τὴν ὁποίαν εἶχε κτίσει, ἐκάπνιζε τὸ τσιμπούκι του, κ᾿ ἐρρέμβαζεν. Ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸν λουλὰν ἀνέθρῳσκε καὶ ἀνέβαινεν εἰς κυανοῦς κύκλους εἰς τὸ κενόν, καὶ οἱ λογισμοὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐφαίνοντο νὰ παρακολουθοῦν τοὺς κύκλους τοῦ καπνοῦ, καὶ νὰ χάνωνται μετ᾿ αὐτῶν εἰς τὸ ἀχανές, τὸ ἄπειρον. Τί ἐσκέπτετο;

Βεβαίως, τὴν σύζυγόν του, μὲ τὴν ὁποίαν ἦσαν εἰς διάστασιν, καὶ τὰ τέκνα του, τὰ ὁποῖα σπανίως ἔβλεπεν. Ἐσχάτως τοῦ εἶχον παρουσιασθῆ, πρώτην φορὰν εἰς τὴν ζωήν του, καὶ οἰκονομικαὶ στενοχωρίαι. Ὁ Φραγκούλας ἦτο μεγαλοκτηματίας. Εἶχε παμπόλλους ἐλαιῶνας, ἀμπέλια ἀρκετά, καὶ χωράφια ἀμέτρητα. Μόνον ἀπὸ τὸν ἀντίσπορον τῶν χωραφίων ἠμποροῦσε νὰ μὴν ἀγοράζῃ ψωμὶ δι᾿ ὅλου τοῦ ἔτους, αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του. Οἱ δὲ ἐλαιῶνες, ὅταν ἐκαρποφόρουν, ἔδιδον ἀρκετὸν εἰσόδημα. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ δὲν εἰργάζετο ποτὲ μόνος του, τὰ ἔξοδα «τὸν ἔτρωγαν»! Εἶτα αὐξανομένης τῆς οἰκογενείας, συνηυξάνοντο καὶ αἱ ἀνάγκαι. Καὶ ὅσον ηὔξανον τὰ ἔξοδα, τόσον τὰ ἔσοδα ἠλαττοῦντο. Ἦλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», ἀφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Εἶτα, διὰ πρώτην φοράν, ἔλαβεν ἀνάγκην μικρῶν δανείων. Δὲν ἐφαντάζετο ποτὲ ὅτι μία μικρὰ κάμπη ἀρκεῖ διὰ νὰ καταστρέψῃ ὁλόκληρον φυτείαν. Ἀπηυθύνθη εἰς ἕνα τοκογλύφον τοῦ τόπου.

Οἱ τοιοῦτοι ἦσαν ἄνθρωποι «φερτοί», ἀπ᾿ ἔξω, καὶ ὅταν κατέφυγον εἰς τὸν τόπον, ἐν ὥρᾳ συμφορᾶς καὶ ἀνεμοζάλης, κατὰ τὴν Μεγάλην Ἐπανάστασιν ἢ κατὰ τὰ ἄλλα κινήματα τὰ πρὸ αὐτῆς, ἀρχομένης τῆς ἑκατονταετηρίδος, κανεὶς δὲν ἔδωκε προσοχὴν καὶ σημασίαν εἰς αὐτούς.

Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ οἱ ἐντόπιοι εἶχον ἀποκλειστικὴν προσήλωσιν εἰς τὰ κτήματα, οὗτοι, οἱ ἐπήλυδες, ὡς πράττουσιν ὅλοι οἱ φύσει καὶ θέσει Ἑβραῖοι, ἔδωκαν ὅλην τὴν σημασίαν καὶ τὴν προσοχήν των εἰς τὰ χρήματα. Ἤνοιξαν ἐργαστήρια, μαγαζεῖα, κ᾿ ἐμπορεύοντο, κ᾿ ἐχρηματίζοντο. Εἶτα ἦλθεν ὥρα, ὅπως καὶ τώρα καὶ πάντοτε συμβαίνει, ὁπότε οἱ ἐντόπιοι ἔλαβον ἀνάγκην τῶν χρημάτων, καὶ τότε ἤρχισαν νὰ ὑποθηκεύουν τὰ κτήματα. Ἑωσότου παρῆλθε μία γενεά, ἢ μία καὶ ἡμίσεια, καὶ τὰ χρήματα ἐπέστρεψαν εἰς τοὺς δανειστάς, συμπαραλαβόντα μεθ᾿ ἑαυτῶν καὶ τὰ κτήματα.

Ἕως τότε δὲν εἶχε συλλογισθῆ τοιαῦτα πράγματα ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας, οὔτε τὸν ἔμελε ποτέ του περὶ χρημάτων. Ἀλλ᾿ ἐπ᾿ ἐσχάτων, εἶχε λάβει ἀνάγκην καὶ δευτέρου καὶ τρίτου δανείου, καὶ οἱ δανεισταὶ προθύμως τοῦ ἔδιδαν, ἀλλ᾿ ἀπῄτουν νὰ τοὺς καθιστᾷ ὑπέγγυα τὰ καλύτερα κτήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἕκαστον εἶχε, κατ᾿ αὐτὸν ἐκτιμητήν, δεκαπλασίαν ἀξίαν τοῦ ποσοῦ τοῦ δανειζομένου. Πλὴν φεῦ! αὐτὸς δὲν ἦτο ὁ μόνος καημός του…

Ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας δὲν ἐφόρει πλέον τὸ ὡραῖόν του μαῦρον φέσι, τὸ τουνεζιάνικον· ἔφερεν οἰκιακὸν μαῦρον σκοῦφον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς. Ἀλλ᾿ εὑρίσκετο σήμερον εἰς τὴν ἐξοχήν. Ἐὰν τὸν συνηντῶμεν τὴν προτεραίαν εἰς τὴν ἀγοράν, κάτω εἰς τὴν πολίχνην, θὰ ἐβλέπομεν ὅτι εἶχε βάψει μαῦρον τὸ φέσι του… Εἶχε πρόσφατον πένθος.

*
* *

«Ἄχ! Τό ᾽χασα, τὸ καημένο μ᾿, τὸ εὐάγωγο, τό ᾽χασα!»

Ὁ γερο-Φραγκούλης ἐστέναξε, καὶ εἶχε δίκαιον νὰ στενάξῃ. Τὸ καλύτερον κοράσιόν του, τὸ τρίτον, τὸ μικρότερον, δεκατετραετὲς μόλις τὴν ἡλικίαν ―τὸ ὁποῖον εἶχε γεννηθῆ κατά τι διάλειμμα ἔρωτος μεταξὺ δύο χωρισμῶν― τοῦ εἶχεν ἀποθάνει πρὸ ὀλίγων μηνῶν…

Καὶ αὐτὸς ἦλθεν εἰς τὴν Παναγίαν, διὰ νὰ κλαύσῃ καὶ νὰ πῇ τὸν πόνον του. Ἦτον κτῆμά του ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Τὸ ἐκκλησίδιον ἦτον εὐπρεπέστατον, ὡραῖα στολισμένον καὶ εἶχε καλὰς εἰκόνας, καὶ μάλιστα τὴν φερώνυμον, τὴν γλυκεῖαν Παναγίαν τὴν Πρέκλαν, σκαλιστὸν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλεον καὶ μανουάλια ὀρειχάλκινα, κανδήλια ἀργυρᾶ. Ἔφερε πάντοτε ὁ ἰδιοκτήτης μαζί του τὴν βαρεῖαν ὑπερμεγέθη κλεῖδα τῆς δρυΐνης θύρας τῆς στερεᾶς, καὶ δὲν ἔλειπε συχνὰ νὰ ἐπισκέπτεται τὴν Παναγίαν του· ἱερόσυλος εὐτυχῶς κανεὶς ἀκόμη δὲν εἶχεν ἀναφανῆ εἰς τὰ μέρη αὐτά.

Ἦτον ἡ προπαραμονὴ τῆς ἑορτῆς, ὅτε θὰ ἐτελεῖτο πανήγυρις εἰς τὸν ναΐσκον, τιμώμενον ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς Κοιμήσεως. Θὰ ἤρχοντο ἀπὸ τὸν τόπον πολλαὶ οἰκογένειαι καὶ ἄτομα, δωδεκάδες τινὲς προσκυνητῶν καὶ πανηγυριστῶν, καὶ ὁ παπα-Νικόλας, ὁ συμπέθερός του. Εἰς τὸν παπα-Νικόλαν ὁ Φραγκούλας ἔδιδε διὰ τὸν κόπον του ἓν τάλληρον, περιπλέον δὲ εἰσέπραττεν ὁ παπὰς διὰ λογαριασμόν του τὰς δεκάρας, ὅσας ἔδιδαν αἱ γυναῖκες «διὰ νὰ γράψουν τὰ ὀνόματα» ἢ τὰ «ψυχοχάρτια».

Ὅλα τ᾿ ἄλλα, προσφοράς, ἀρτοκλασίας, πώλησιν κηρίων, κτλ. τὰ εἰσέπραττεν ὁ Φραγκούλας ὡς εἰσόδημα ἰδικόν του…

Καὶ τώρα τοὺς ἐπερίμενε νὰ ἔλθουν πάλιν… καὶ ἀνελογίζετο πῶς ἄλλοτε, ὅταν ἦτον νέος ἀκόμη, μετὰ τὸν πρῶτον χωρισμὸν ἀπὸ τὴν γυναῖκά του, ἡ πανήγυρις αὐτὴ τῆς Παναγίας τῆς Κοιμήσεως ἔγινεν ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐπέλθῃ συνδιαλλαγὴ μετὰ τῆς γυναικός του. Κατόπιν τῆς συνδιαλλαγῆς ἐκείνης ἐγεννήθη ὁ τρίτος υἱός, καὶ τὸ Κουμπώ, τὸ θυγάτριον τὸ ὁποῖον ἐθρήνει τώρα ὁ γερο-Φραγκούλας…

«Τό ᾽χασα τὸ καημένο μου, τὸ εὐάγωγο, τό ᾽χασα!…»

Ὤ, δὲν ἐλυπεῖτο τώρα τόσον πολὺ τὸν ἀπὸ τῆς γυναικός του χωρισμόν ―τὴν ὁποίαν ἄλλως τρυφερῶς ἠγάπα― ὅσον ἐθρήνει τὴν σκληρὰν ἀπώλειαν ἐκείνην τῆς κορασίδος, τὴν ὁποίαν εἰς τὸν ἄλλον κόσμον ἤλπιζε μόνον νὰ ἐπανεύρῃ… Καὶ κατενύσσετο πολὺ ἡ καρδία του κ᾿ ἐθλίβετο… Καὶ ἀνελογίσθη ὅτι τὸ πάλαι ἐδῶ οἱ χριστιανοί, ὅσοι ἦσαν ὡς αὐτὸς τεθλιμμένοι, εἰς τὸν ναΐσκον αὐτὸν τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας, ἤρχοντο τὰς ἡμέρας αὐτὰς νὰ εὕρωσι, διὰ τῆς ἐγκρατείας καὶ τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ ἱεροῦ ᾄσματος, ἀναψυχὴν καὶ παραμυθίαν… Τὸν παλαιὸν καιρόν, πρὸ τοῦ Εἰκοσιένα, ὅταν τὸ σήμερον ἔρημον καὶ κατηρειπωμένον χωρίον ἐκατοικεῖτο ἀκόμη, ὅλοι οἱ κάτοικοι καὶ τῶν δύο ἐνοριῶν ἤρχοντο εἰς τὸν ναὸν τῆς Πρέκλας, ὅστις ἦτο ἁπλοῦν παρεκκλήσιον, ν᾿ ἀκούσωσι τὰς ψαλλομένας Παρακλήσεις, καθ᾿ ὅλον τὸν Δεκαπενταύγουστον…

Ἄφησεν εἰς τὴν ἄκρην τὸ τσιμπούκι, τὸ ὁποῖον εἶχε σβήσει ἤδη ἀνεπαισθήτως, ἐν μέσῳ τῆς ἀλλοφροσύνης καὶ τῶν ρεμβασμῶν τοῦ καπνιστοῦ, καὶ ἀκουσίως ἤρχισε νὰ ὑποψάλλῃ.

κατάλογος 2

Ἔλεγε τὸν Μέγαν Παρακλητικὸν κανόνα τὸν εἰς τὴν Παναγίαν, ὅπου διεκτραγῳδοῦνται τὰ παθήματα καὶ τὰ βάσανα μιᾶς ψυχῆς, καὶ τὴν σειρὰν ὅλην τῶν κατανυκτικῶν ὕμνων, ὅπου εἷς βασιλεὺς Ἕλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, ἀπὸ Λατίνους καὶ Ἄραβας καὶ τοὺς ἰδικούς του, διεκτραγῳδεῖ πρὸς τὴν Παναγίαν τοὺς ἰδίους πόνους του, καὶ τοὺς διωγμοὺς ὅσους ὑπέφερεν ἀπὸ τὰ στίφη τῶν βαρβάρων, τὰ ὁποῖα ὀνομάζει νέφη.

Εἶτα, κατὰ μικρόν, ἀφοῦ εἶπεν ὅσα τροπάρια ἐνθυμεῖτο ἀπὸ στήθους, ὕψωσεν ἀκουσίως τὴν φωνήν, καὶ ἤρχισε νὰ μέλπῃ τὸ ἀθάνατον ἐκεῖνο:

«Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε,
Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ, κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα.
Καὶ σύ, Υἱὲ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα».

… Καὶ εἶτα προσέτι, παρεκάλει διὰ τοῦ ᾄσματος τὴν Παναγίαν, νὰ εἶναι μεσίτρια πρὸς τὸν Θεόν, «μὴ μοῦ ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων…» Ὤ, αὐτὸ εἶχε τὴν δύναμιν καὶ τὸ προνόμιον νὰ κάμνῃ πολλὰ ζεύγη ὀφθαλμῶν νὰ κλαίωσι τὸν παλαιὸν καιρόν, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἔκλαιον ἀκόμη ἑκούσια δάκρυα ἐκ συναισθήσεως…

Ὁ γερο-Φραγκούλας ἐπίστευε καὶ ἔκλαιεν… Ὤ, ναί, ἦτον ἄνθρωπος ἀσθενής· ἠγάπα καὶ ἡμάρτανε καὶ μετενόει… Ἠγάπα τὴν θρησκείαν, ἠγάπα καὶ τὴν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα του, ἐπόθει ἀκόμη τὸν συζυγικὸν βίον, ἐπόθει καὶ τὸν βίον τὸν μοναχικόν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχεν ἀγαπήσει ἐξ ὅλης καρδίας τὴν Σινιωρίτσαν του… καὶ τὴν ἠγάπα ἀκόμη. Ἀλλ᾿ ὅσον τρυφερὸς ἦτο εἰς τὸν ἔρωτα, τόσον εὐεπίφορος εἰς τὸ πεῖσμα, καὶ τόσον γοργὸς εἰς ὀργήν. Ὤ! ἀτέλειαι τῶν ἀνθρώπων.

Τώρα, εἰς τοὺς τελευταίους χρόνους, εἶχε γνωρίσει ἀκόμη καὶ τὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, τὸ παράπονον τῆς ξεπεσμένης ἀρχοντιᾶς, τὰς πιέσεις καὶ τὰς ἀπειλὰς τῶν τοκογλύφων. «Τὸ διάφορο, κεφάλι*! τὸ διάφορο, κεφάλι!» Ἐπὶ τέσσαρας ἐνιαυτοὺς ἦτο ἀφορία, αἱ ἐλαῖαι δὲν ἐκαρποφόρησαν· ὁ καρπὸς εἶχε προσβληθῆ ἀπὸ ἄγνωστον ἀσθένειαν, διὰ τὰς ἁμαρτίας τῶν ἰδιοκτητῶν. Εἶχαν κιτρινίσει καὶ μαυρίσει αἱ ἐλαῖαι, καὶ ἦσαν γεμᾶται ἀπὸ βοῦλες, καὶ εἶχαν πέσει ἄκαιρα. Τόσα «ὑποστατικά», τόσα «μούλκια»*, τόσο «βιός», ἀγύριστα* κτήματα, σχεδὸν τσιφλίκια, ἠπειλοῦντο νὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας τῶν τοκογλύφων. ― Ἐγέννα ἢ ὄχι ἡ γῆ, ἐκαρποφόρουν ἢ ὄχι τὰ δένδρα, ὁ τόκος δὲν ἔπαυε. Τὰ κεφάλαια «ἔτικτον». Ἔπαυσε νὰ τίκτῃ ἡ γόνιμος (ὅπως λέγει ὁ Ἅγ. Βασίλειος), ἀφοῦ τὰ ἄγονα ἤρχισαν κ᾿ ἐξηκολούθουν νὰ τίκτουν…

Ἀνελογίζετο αὐτά, κ᾿ ἔκλαιεν ἡ ψυχή του. Δὲν ἤλπιζε πλέον, οὔτε ηὔχετο σχεδόν, νὰ ἤρχετο ἡ Σινιωρίτσα αὔριον, εἰς τὴν πανήγυριν, ὅπως ἤρχετο τακτικὰ κάθε χρόνον, ἄλλοτε, ὅταν ἦσαν «μονοιασμένοι» ― ὅπως εἶχεν ἔλθει καὶ ἅπαξ, εἰς καιρὸν ὁποὺ εὑρίσκοντο χωρισμένοι, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν… Τώρα μόνον ἡ ψυχὴ τῆς Κούμπως, τῆς ἀθῴας μικρᾶς παρθένου, εἴθε νὰ παρίστατο ἀοράτως εἰς τὴν πανήγυριν, ἀγαλλομένη.

Ὤ! ἄλλοτε, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν, πρὶν γεννηθῇ ἀκόμη ἡ Κούμπω ― ναί, ἡ Παναγία εἶχε δωρήσει τὸ ἁβρὸν ἐκεῖνο ἄνθος εἰς τὸν Φραγκούλην καὶ τὴν Σινιώραν, καὶ ἡ Παναγία πάλιν τὸ εἶχε δρέψει καὶ τὸ εἶχεν ἀναλάβει πλησίον της, πρὶν μολυνθῇ ἐκ τῆς ἐπαφῆς τῶν ματαίων τοῦ κόσμου… Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχε συμβῆ ὁ πρῶτος χωρισμός, τὸ πρῶτον πεῖσμα, τὸ πρῶτον κάκιωμα μεταξὺ τῶν συζύγων. Καὶ ὁ Φραγκούλης, θυμώδης, ὀξύχολος, δριμύς, εἶχεν ἀναβῆ, ὅπως τώρα, ἀπὸ τὴν πολίχνην τὴν κατοικημένην εἰς τὸ παλαιὸν χωρίον τὸ ἔρημον, τοῦ ὁποίου ἐσώζοντο τότε ἀκόμη ὀλίγισται οἰκίαι, καὶ δὲν ἦτο ἐρείπιον ὅλον, ὅπως σήμερον. Καὶ καθὼς τώρα, εἶχεν ἔλθει δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς ἑορτῆς εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Πρέκλας, ἐκάθητο δὲ εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ναΐσκου κ᾿ ἐκάπνιζε τὸ μακρὸν τσιμπούκι μὲ τὸ ἠλέκτρινον ἐπιστόμιον. Πλὴν τότε τὸ φέσι του ἦτο κατακόκκινον, καὶ τώρα ἐφόρει μαῦρον σκοῦφον… Καὶ τότε ὁ Φραγκούλης ἦτον σαράντα χρόνων, καὶ τώρα ἦτον πενηνταπέντε… Τότε ἔτρεφε πεῖσμα καὶ χολήν, ἀλλ᾿ εἶχε πολὺ περισσότερον καὶ βαθύτερον συζυγικὸν ἔρωτα, καὶ μόνον νύξιν ἤθελεν· ἦτον ἕτοιμος νὰ συγχωρήσῃ· καὶ ν᾿ ἀγαπήσῃ… Ἀλλὰ τώρα δὲν ἔχει πλέον οὔτε πεῖσμα σχεδὸν οὔτε ὀργήν, ἠγάπα τὴν Σινιώραν, τὴν ἐπόνει, ἀλλ᾿ ἔκλαιε πολὺ περισσότερον διὰ τὸ θυγάτριόν του, τὸ Κουμπώ, «τὸ καημένο, τὸ εὐάγωγο!»

Ἐκείνην τὴν φοράν, ὁ παπα-Νικόλας, ἅμα ἔφθασε τὴν παραμονήν, ἀκολουθούμενος ἀπὸ πλῆθος προσκυνητῶν διὰ τὴν πανήγυριν, ἐστάθη πλησίον τῆς θύρας τοῦ ναοῦ, παρὰ τὴν γωνίαν, καὶ τοῦ εἶπε μυστηριωδῶς:

― Θά ᾽χῃς μουσαφιρλίκια, θαρρῶ.

― Τί τρέχει, παπά; ἠρώτησε μειδιῶν ὁ Φραγκούλας, ὅστις ἐμάντευσε πάραυτα.

― Θὰ σοῦ ἔλθῃ τ᾿ ἀσκέρι… Κοίταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα, χωρὶς πείσματα…

Ὁ παπάς, ἀσκέρι λέγων, ἐννοοῦσε προφανῶς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Φραγκούλα· ἀλλὰ τάχα μόνον τὰ παιδία τὰ δύο μεγαλύτερα ἐκ τῶν τεσσάρων; ― καθόσον τὰ ἄλλα δύο τὰ μικρά, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ κουβαληθοῦν εἰς διάστημα τριῶν ὡρῶν ὁδοιπορίας χωρὶς τὴν μητέρα των. Ὁ Φραγκούλης ἠθέλησε νὰ βεβαιωθῇ.

― Θά ᾽ρθῃ μαζὶ κ᾿ ἡ μάννα τους;

― Βέβαια… πιστεύω, εἶπεν ὁ παπάς.

*
* *

Τῷ ὄντι, ὅταν ἐβράδιασε καλά, καὶ ἤρχισε νὰ σκοτεινιάζῃ, ἡ κυρα-Σινιώρα ἦλθε, μαζὶ μὲ τὴν γραῖαν μητέρα της, καὶ μὲ τὰ τέσσαρα παιδιά της, ἐν συνοδίᾳ καὶ ἄλλων προσκυνητριῶν, γειτονισσῶν ἢ συγγενῶν της. Ἀπὸ πολλῶν μηνῶν δὲν εἶχεν ἰδεῖ τὸν σύζυγόν της, ὅστις εἶχε κατοικήσει χωριστά, ― εἰς εὐτελὲς δωμάτιον, χάριν ταπεινώσεως, τὸ ὁποῖον ὠνόμαζε «τὸ κελλί του», καὶ ἔζη ἀπὸ μηνῶν ὡς καλόγηρος. Ἐπλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα· ὁ Φραγκούλης ἵστατο ἐκεῖ, παραπέρα ἀπὸ τὴν θύραν τῆς ἐκκλησίας, κ᾿ ἔκαμνε πὼς ἔβλεπεν ἀλλοῦ, καὶ πὼς ἐπρόσεχεν εἴς τινα ὁμιλίαν περὶ ἀγροτικῶν ὑποθέσεων, μεταξὺ δύο ἢ τριῶν χωρικῶν.

Ἡ Σινιώρα εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναΐσκον, ἐπροσκύνησεν, ἐκόλλησε κηρία, καὶ ἠσπάσθη τὰς εἰκόνας. Εἶτα, μετά τινα ὥραν, ἐξῆλθεν. Ἐπλησίασε συνεσταλμένη, κ᾿ ἐχαιρέτισε τὸν σύζυγόν της. Οὗτος ἔτεινε πρὸς αὐτὴν τὴν χεῖρα, καὶ ἠσπάσθη φιλοστόργως τὰ τέκνα του.

Ἤδη ἐνύκτωνε, καὶ ἐψάλη ὁ Μικρὸς Ἑσπερινός. Ἀκολούθως, μετὰ τὸ λιτὸν σαρακοστιανὸν τὸ ὁποῖον ἔφαγον κατὰ ὁμάδας καθίσαντες οἱ διάφοροι προσκυνηταί, ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, ἐπὶ τῶν χόρτων καὶ τῶν ἐρειπίων, ὁ Φραγκούλης ἡτοίμασεν ἰδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον, πρόχειρον, κατὰ μίμησιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα συνηθίζονται εἰς τὰ μοναστήρια, καὶ φέρων τρεῖς γύρους περὶ τὸν ναόν, τὸ ἔκρουσε μόνος του, πρῶτον εἰς τροχαϊκὸν ρυθμόν, «τὸν Ἀδάμ, Ἀδάμ, Ἀδάμ!» εἶτα εἰς ἰαμβικόν, «τὸ τάλαντον! τὸ τάλαντον!»

Εὐθὺς τότε, τὰ δύο παιδία τοῦ Φραγκούλα, καὶ πέντε ἢ ἓξ ἄλλοι μικροὶ μοσχομάγκαι, ἀνερριχήθησαν ἐπάνω εἰς τὴν στέγην τοῦ ναοῦ, ἄνωθεν τῆς θύρας, καὶ ἤρχισαν νὰ βαροῦν τρελά, ἀλύπητα, ἀχόρταστα, τὸν μικρὸν μισορραγισμένον κώδωνα, τὸν κρεμάμενον ἀπὸ δύο διχαλωτῶν ξύλων ἐκεῖ ἐπάνω. Ὕστερον ἀπὸ πολλὰς φωνάς, μαλώματα καὶ ἐπιπλήξεις τοῦ Φραγκούλα, τοῦ μπαρμπα-Δημητροῦ τοῦ ψάλτου, καὶ τοῦ Παναγιώτου τῆς Ἀντωνίτσας (ἑνὸς καλοῦ χωρικοῦ, ὅστις δὲν ἐκουράζετο νὰ τρέχῃ εἰς ὅλα τὰ ἐξωκκλήσια, καὶ νὰ κάμνῃ «κουμάντο», ἑωσοῦ ἐπὶ τέλους ἡ Δημαρχία ἠναγκάσθη νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ ὡς ἰσόβιον ἐπίτροπον ὅλων τῶν ἐξοχικῶν ναῶν), τὰ παιδία μόλις ἔπαυσαν ὀψέποτε νὰ κρούουν τὸν κώδωνα, κ᾿ ἐξεκόλλησαν τέλος ἀπὸ τὴν στέγην τοῦ ναΐσκου. Ὁ παπα-Νικόλας ἔβαλεν εὐλογητόν, καὶ ἤρχισεν ἡ ἀκολουθία τῆς Ἀγρυπνίας.

Ὁ Φραγκούλας ἦτο τόσον εὐδιάθετος ἐκείνην τὴν ἑσπέραν, ὥστε ἀπὸ τοῦ «Ἐλέησόν με ὁ Θεός», τῆς ἀρχῆς τοῦ Ἀποδείπνου, μέχρι τοῦ «Εἴη τὸ ὄνομα», εἰς τὸ τέλος τῆς Λειτουργίας ―ὅπου ἡ παννυχὶς διήρκεσεν ὀκτὼ ὥρας ἄνευ διαλείμματος― ὅλα τὰ ἔψαλε καὶ τὰ ἀπήγγειλε μόνος του ἀπὸ τοῦ δεξιοῦ χοροῦ, μόλις ἐπιτρέπων εἰς τὸν κὺρ Δημητρόν, τὸν κάτοχον τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ, νὰ λέγῃ κι αὐτὸς ἀπὸ κανένα τροπαράκι, διὰ νὰ ξενυστάξῃ. Ἔψαλε τὸ «Θεαρχίῳ νεύματι» καὶ εἰς τοὺς ὀκτὼ ἤχους μοναχός του, προφάσει ὅτι ὁ κὺρ Δημητρὸς «δὲν εὕρισκεν εὔκολα τὸν ἦχον», ἤτοι δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβῇ ἀβιάστως καὶ ἄνευ χασμωδίας ἀπὸ ἤχου εἰς ἦχον. Εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ, μοναχός του ἐδιάβασε τὸ Συναξάρι, καί, χωρὶς νὰ πάρῃ ἀνασασμόν, μοναχός του πάλιν ἤρχισε τὸν Ἑξάψαλμον. Ἔψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Ἀναβαθμοὺς καὶ προκείμενα, εἶτα ὅλον τὸ «Πεποικιλμένη» ἕως τὸ «Συνέστειλε χορός», καὶ ὅλον τὸ «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου» ἕως τὸ «Δέχου παρ᾿ ἡμῶν». Εἶτα ἔψαλεν Αἴνους, Δοξολογίαν, ἐδιάβασεν Ὥρας καὶ Μετάληψιν, πρὸς χάριν ὅλων τῶν ἡτοιμασμένων διὰ τὴν Θείαν Κοινωνίαν, καὶ εἰς τὴν Λειτουργίαν πάλιν ὅλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, τὸ Χερουβικόν, τὸ «Αἱ γενεαὶ πᾶσαι», τὸ Κοινωνικόν, κτλ. κτλ.

Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐνθυμεῖτο ἀκόμη, ὡς νὰ ἦτον χθές, ὁ γερο-Φραγκούλας, καὶ εἶχον παρέλθει δεκαπέντε ἔτη ἔκτοτε. Ἀκόμη καὶ μικρά τινα φαιδρὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὴν Λιτήν, μικρὸν πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, κατὰ τὴν ἔξοδον τῆς ἱερᾶς εἰκόνος εἰς τὸ ὕπαιθρον. Ἐπειδὴ αἱ γυναῖκες εἶχαν κολλήσει πολλὰ καὶ χονδρὰ κηρία, τὰ πλεῖστα ἔργα αὐτῶν τῶν ἰδίων χειρομάλακτα, τὰ δὲ κηρία συμπλεκόμενα εἰς δέσμας καὶ περιπλοκάδας ἀπὸ τὸν Παναγιώτην τῆς Ἀντωνίτσας, τὸν πρόθυμον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἱερᾶς πανηγύρεως, εἶχαν λαμπαδιάσει, εἰς μίαν στιγμὴν ὀλίγον ἔλειψε νὰ πάρῃ φωτιὰν τὸ φελόνι τοῦ παπᾶ, εἶτα καὶ τὸ γένειόν του. Τότε ὁ Παναγιώτης τῆς Ἀντωνίτσας, μὴ εὑρίσκων ἄλλο προχειρότερον μέσον, ἥρπαζε τὰς ὀγκώδεις δέσμας τῶν φλεγόντων κηρίων, τὰς ἔφερε κάτω εἰς τὸ ἔδαφος, κ᾿ ἐπάτει δυνατὰ μὲ τὰ τσαρούχια του διὰ νὰ τὰ σβήσῃ. Αἱ γυναῖκες δυσφοροῦσαι ἐγόγγυζον, νὰ μὴν πατῇ τὰ κηριά, γιατὶ εἶναι κρῖμα.

Τότε εἷς τῶν παρεστώτων, υἱὸς πλουσίου τοῦ τόπου, ἀπὸ ἐκείνους οἵτινες εἰς τὸ ὕστερον κατέστησαν δανεισταὶ τοῦ Φραγκούλα ―καὶ ὅστις ἐλέγετο ὅτι ἐμελέτα εἰς τὰς ἐκλογὰς νὰ βάλῃ κάλπην ὡς ὑποψήφιος δήμαρχος― ἠκούσθη νὰ λέγῃ ὅτι πρέπει νὰ μάθουν νὰ κάμνουν «οἰκονομία, οἰκονομία στὰ κηριά! ἡ νύχτα μεγαλώνει… ἰσημερία τώρα, κοντεύει… ἔχει νύχτα…»

Ἀλλ᾿ αἱ γυναῖκες, ἐνῷ ἤξευραν, καλύτερα ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅλας τὰς οἰκονομίας τοῦ κόσμου, δὲν ἐννοοῦσαν τί θὰ πῇ «οἰκονομία στὰ κηριά», ἀφοῦ ἅπαξ εἶναι ἀγορασμένα καὶ πληρωμένα, καὶ εἶναι μελετημένα καὶ ταμένα ἐξ ἅπαντος νὰ καοῦν, διὰ τὴν χάριν τῆς Παναγίας. Μία ἀπ᾿ αὐτάς, γερόντισσα, ἀνεπόλησε κάτι τι δι᾿ ἕνα θαῦμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ τὸ συναξάρι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ὅπου ὁ Ἅγιος, εἰς τὴν Σαλονίκην, ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸν νεωκόρον, ἔχοντα τὴν μανίαν νὰ σβήνῃ μισοκαμένα τὰ κηριά ― καὶ ἡ γερόντισσα ἤρχισε νὰ τὸ διηγῆται χθαμαλῇ τῇ φωνῇ εἰς τὴν πλησίον της: «Ἀδελφὲ Ὀνήσιμε, ἄφες νὰ καοῦν τὰ κηρία, ὅσα προσφέρουν οἱ χριστιανοί, καὶ μὴ ἁμαρτάνῃς…»

Τὴν ἰδίαν ὥραν συνέβη καὶ τοῦτο. Ἐνῷ ὁ παπὰς ἀπήγγελλε τὰς μακρὰς αἰτήσεις τῆς Λιτῆς, ἐπισυνάπτων καὶ τὰ ὀνόματα ὅλα, ζωντανὰ καὶ πεθαμένα, ὅσα τοῦ εἶχον ὑπαγορεύσει ἀφ᾿ ἑσπέρας αἱ εὐλαβεῖς προσκυνήτριαι, ὁ Φραγκούλης ἔψαλλε μεγαλοφώνως τὸ τριπλοῦν «Κύριε Ἐλέησον» μὲ τὴν χονδρὴν φωνήν του, καὶ μὲ ὅλον τὸ πάθος τῆς ψαλτικῆς του. Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἐφαίνετο νὰ εἶχε πειραχθῆ ὀλίγον, ἴσως διότι ὁ Φραγκούλας ἐν τῇ ψαλτομανίᾳ του δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ πῇ κ᾿ ἐκεῖνος ἕνα τροπαράκι σωστό (διότι ἅμα ἤρχιζεν ὁ Δημητρὸς τὸ δικό του, ὁ Φραγκούλας, μὲ τὴν γερήν, κεφαλικὴν φωνήν του, ἐκθύμως συνέψαλλε, τοῦ ἥρπαζε τὴν πρωτοφωνίαν, καὶ ὑπέτασσε καὶ ἐκάλυπτε τὴν ἀσθενῆ καὶ τερετίζουσαν φωνὴν ἐκείνου), ἔλαβε τὸ θάρρος νὰ τοῦ κάμῃ παρατήρησιν.

― Πιὸ σιγά, πιὸ ταπεινά, κὺρ Φραγκούλη· σιγανώτερα νὰ τὸ λὲς τὸ Κύριε ἐλέησον, γιατὶ δὲν ἀκούονται τὰ ὀνόματα, καὶ θέλουν οἱ γυναῖκες νὰ τ᾿ ἀκοῦνε.

Εἶχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αἱ γυναῖκες ἀπῄτουν νὰ λέγωνται ἐκφώνως τὰ ὀνόματα, ὅσα εἶχαν εἰπεῖ εἰς τὸν παπὰν νὰ γράψῃ. Ἐννοοῦσαν νὰ τ᾿ ἀκούῃ κι ὁ Θεὸς κ᾿ ἡ Παναγία κι ὅλος ὁ κόσμος. Ἡ καθεμία ἤθελε ν᾿ ἀκούσῃ «τὰ δικά της τὰ ὀνόματα», καὶ νὰ τ᾿ ἀναγνωρίσῃ, καθὼς ἀπηγγέλλοντο ἀραδιαστά. Ἄλλως θὰ εἶχαν παράπονα κατὰ τοῦ παπᾶ, κι ὁ παπὰς ἂν ἤθελε νὰ φάγῃ κι ἄλλοτε, εἰς τὸ μέλλον, προσφορές, ὤφειλε νὰ τὰ ἔχῃ καλὰ μὲ τὶς ἐνορίτισσες.

Τότε ἡ Ἀργυρή, ἡ πρωτότοκος τοῦ Φραγκούλα, οὖσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθὼς ἔστεκε πλησίον εἰς τὸν πατέρα της, ἐψήλωσεν ὀλίγον διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ οὖς του, καὶ τοῦ λέγει κρυφά:

― Πατέρα, ἄφησε καὶ τὸν μπαρμπα-Δημητρὸ νὰ ψάλῃ «Κύριε ἐλέησον».

Τοῦτο ἦτο ὡς ἔμπνευσις καὶ βοήθημα διὰ τὸν Φραγκούλην. Ἐπειδὴ οὗτος δὲν ἤθελε φανερὰ νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν σχεδὸν αὐθάδη παραίνεσιν τοῦ Δημητροῦ, καὶ πάλιν δὲν ἤθελε νὰ δείξῃ ὅτι ἐθύμωσεν, ἐστράφη πρὸς τὸν καλὸν γέροντα, καὶ τοῦ λέγει:

― Πέ, Δημητρό, σαράντα φορὲς τὸ «Κύριε ἐλέησον».

Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἂν καὶ εἶχε γηράσει, δὲν εἶχε μάθει ἀκόμη καλὰ τὰ Τυπικά, καὶ δὲν ἤξευρεν ἀκριβῶς πότε κατὰ τὴν Λιτὴν τὸ Κύριε ἐλέησον λέγεται τρὶς καὶ πότε τεσσαρακοντάκις, ἤρχισε πράγματι νὰ τὸ ψάλλῃ σαράντα φορές, ὥστε ὁ παπὰς ἐβιάσθη ν᾿ ἀπαγγείλῃ ραγδαίως καὶ ἀθρόα τὰ τελευταῖα ὀνόματα, καί, διὰ νὰ εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν ψάλτην, ἤρχισε πρὸ τῆς ὥρας νὰ λέγῃ: «…ὑπὲρ τοῦ διαφυλαχθῆναι… ἀπὸ λιμοῦ, λοιμοῦ, σεισμοῦ, καταποντισμοῦ, πυρός, μαχαίρας» καὶ τὰ ἑξῆς.

*
* *

Τέλος, μετὰ τὴν λειτουργίαν, ὁ παπάς, ὁ Φραγκούλας καὶ ἡ οἰκογένειά του, καὶ ὀλίγοι φίλοι, ἐκάθισαν κ᾿ ἔφαγαν ὁμοῦ καὶ ηὐφράνθησαν, καὶ τὴν ἑσπέραν ὁ Φραγκούλης ἐπανήρχετο, εἰρηνικῶς καὶ μὲ ἀγάπην, μετὰ τῆς συζύγου καὶ τῶν τέκνων του, ὑπὸ τὴν οἰκιακὴν στέγην.

Πρὶν παρέλθῃ ἔτος, ἐγεννήθη ἡ Κούμπω. Ἡ κόρη αὕτη, πλάσμα χαριτωμένον καὶ συμπαθές, ἀνετρέφετο καὶ ἡλικιοῦτο, ἐγίνετο τὸ χάρμα καὶ ἡ παρηγορία τοῦ πατρός της. Δὲν εἶχε μόνον νοημοσύνην πρώιμον, ἀλλὰ κάτι ἄλλο παράδοξον γνώρισμα, οἱονεὶ χαρακτῆρα φρονίμου γυναικὸς εἰς ἡλικίαν παιδίσκης. Ὕστερον, μετὰ χρόνους, ὅταν ἐπῆλθεν ὁ δεύτερος χωρισμός, ἡ Κούμπω, ὀκταέτις τότε, ἔτρεχε πλησίον τοῦ πατρός της, εἰς τὸ «κελλί του», ὅπου κατῴκει εἰς τὴν ἀνωφερῆ ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης, καὶ τὸν ἐγέμιζε περιποιήσεις καὶ τρυφερότητας.

Αὐτὴ μόνη ἐδέχετο προθύμως τοὺς πατρικοὺς χαλινούς, ἐνῷ τὰ ἄλλα τέκνα δὲν ἤρχοντο ποτὲ πλησίον τοῦ πατρός των, καὶ διὰ τοῦτο ἐκεῖνος τὴν ὠνόμαζε «τὸ εὐάγωγο». Καθημερινῶς ἔτρεχε νὰ τὸν εὕρῃ, καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τὸν παρακαλῇ:

―Ἔλα, πατέρα, στὸ σπίτι· μὴ μᾶς ἀφήσῃς, λέγ᾿ ἡ μητέρα, ζωνταρφανά*.

Μίαν τῶν ἡμερῶν ἔτρεξε δρομαία, φαιδρά, καὶ πνευστιῶσα τοῦ εἶπε:

― Τά ᾽μαθες, πατέρα;… Θὰ παντρέψουμε τ᾿ Ἀργυρώ μας… Ἔλα στὸ σπίτι, γιατὶ δὲν εἶναι πρέπο, λέγει ἡ μητέρα, νὰ εἶστε χωρισμένοι ἐσεῖς, ποὺ θὰ παντρευτῇ τ᾿ Ἀργυρώ μας… γιὰ νὰ μὴν κακιώση ὁ γαμπρός!…

Τῷ ὄντι ὁ Φραγκούλας ἐπείσθη, κ᾿ ἐφιλιώθη μὲ τὴν σύζυγόν του. Ἠρραβώνισαν τὴν Ἀργυρώ, εἶτα μετ᾿ ὀλίγους μῆνας τὴν ἐστεφάνωσαν… Εἶτα πάλιν ἐπῆλθε τρίτος χωρισμὸς μεταξὺ τοῦ παλαιοῦ ἀνδρογύνου, καὶ μ᾿ ἕνα γεροντόπαιδον μαζί, τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον σχεδὸν συγχρόνως μὲ τὸν γάμον τῆς πρωτοτόκου.

Τότε ἡ Κούμπω, ἥτις εἶχε γίνει δεκατριῶν ἐτῶν, δὲν ἔπαυε νὰ τρέχῃ πλησίον τοῦ πατρός της, καὶ νὰ τὸν παρακινῇ ν᾿ ἀγαπήσῃ μὲ τὴν μητέρα.

Μίαν ἡμέραν, θλιβερὰ τοῦ εἶπε:

― Δὲν θὰ μπορῶ πλέον νά ᾽ρχωμαι οὔτε στὸ κελλί σου, πατέρα. Εἶναι κάτι κακὲς γυναῖκες, ἐκεῖ στὸ μαχαλά, στὸ δρόμο ποὺ περνῶ, καὶ τὶς ἄκουσα ποὺ λέγανε, καθὼς περνοῦσα: «Νά τὸ κορίτσι τῆς Φραγκούλαινας, ποὺ τὴν ἔχει ἀπαρατήσει ὁ ἄντρας της…» Δὲν τὸ βαστῶ πλέον, πατέρα…

Τῷ ὄντι παρῆλθον τρεῖς ἡμέραι, καὶ ἡ Κούμπω δὲν ἐφάνη εἰς τὸ κελλὶ τοῦ πατρός της. Τὴν τετάρτην ἡμέραν ἦλθε πολὺ ὠχρὰ καὶ μαραμένη, ἐφαίνετο νὰ πάσχῃ.

― Τί ἔχεις, κορίτσι μου; τῆς εἶπεν ὁ πατήρ της.

―Ἂν δὲν ἔλθῃς, πατέρα, τοῦ ἀπήντησεν ἀποτόμως αἴφνης, μὲ παράπονον καὶ μὲ πνιγμένα δάκρυα, νὰ ξεύρῃς, θὰ πεθάνω ἀπ᾿ τὸν καημό μου!…

―Ἔρχομαι, κορίτσι μου, εἶπεν ὁ Φραγκούλης.

Τῷ ὄντι, τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπῆγεν εἰς τὴν οἰκίαν. Ἀλλ᾿ ἡ νεαρὰ κόρη ἔπεσε πράγματι ἀσθενής, καὶ εἶχε δεινὸν πυρετόν. Ὅταν ὁ πατέρας ἦλθε παρὰ τὴν κλίνην της, καὶ τῆς ἀνήγγειλεν ὅτι ἔκαμεν ἀγάπην μὲ τὴν μητέρα της, διὰ νὰ χαρῇ, ἦτον ἀργὰ πλέον. Ἡ τρυφερὰ παιδίσκη ἐμαράνθη ἐξ ἀγνώστου νόσου, καὶ οὔτε φάρμακον οὔτε νοσηλεία ἴσχυσε νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ εἰς τὸν πρόσκαιρον κόσμον. Ἐκοιμήθη χωρὶς ἀγωνίαν καὶ πόνον, ἐξέπνευσεν ὡς πουλί, μὲ τὴν λαλιὰν εἰς τὸ στόμα:

― Πατέρα! πατέρα! στὴν Παναγία νὰ κάμετε μιὰ λειτουργία… μὲ τὴν μητέρα μαζί…

Εἶπε καὶ ἀπέθανε.

Ὁ Φραγκούλης ἔκλαυσεν ἀπαρηγόρητα· ἔκλαυσεν ἀχόρταστα, ὁμοῦ μὲ τὴν σύζυγόν του… Κατόπιν ἀπεσύρθη, κ᾿ ἐξηκολούθησε νὰ κλαίῃ μόνος του, εἰς τὴν ἐρημίαν..

Ὁ τελευταῖος οὗτος χωρισμὸς ἦτον μᾶλλον φιλικὸς καὶ μὲ τὴν συναίνεσιν τῆς Σινιώρας, ἥτις ἔβλεπεν ὅτι ὁ γέρων σύζυγός της ἐπεθύμει μᾶλλον νὰ γίνῃ μοναχός. Ὁ Φραγκούλης ἐνθυμεῖτο τὴν τελευταίαν σύστασιν τῆς Κούμπως, «μὲ τὴν μητέρα μαζί». Μόνον ἓν παροδικὸν πεῖσμα τοῦ εἶχεν ἔλθει. Τοῦ ἐφάνη ὅτι αἱ ἴδιαι ἀδελφαί της, ἡ ὕπανδρος, καὶ ἡ ἄλλη ἡ δευτερότοκος, δὲν τὴν ἐλυπήθησαν ὅσον ἔπρεπε, δὲν τὴν ἐπένθησαν ὅσον τῆς ἤξιζε, τὴν ἀτυχῆ μικράν, τὴν Κούμπω. Ἔκτοτε ἐξηκολούθει νὰ ζῇ ὁλομόναχος πάλιν, τώρα, «ἐπὶ γήραος οὐδῷ». Καὶ ἐνθυμεῖτο τὸν στίχον τοῦ Ψαλτηρίου: «Μὴ ἀπώσῃ με εἰς καιρὸν γήρως… καὶ ἕως γήρως καὶ πρεσβείου μὴ ἐγκαταλίπῃς με».

Καὶ τὴν ἡμέραν αὐτήν, τὴν παραμονὴν τῆς Κοιμήσεως πάλιν, τὸν εὑρίσκομεν νὰ κάθηται εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου, καὶ νὰ καπνίζῃ μελαγχολικῶς τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν… ἀναλογιζόμενος τόσα ἄλλα καὶ τοὺς ὀχληροὺς δανειστάς του, οἱ ὁποῖοι τοῦ εἶχαν πάρει ἐν τῷ μεταξὺ τὸ καλύτερον κτῆμα· ἕνα ὁλόκληρον βουνόν, ἐλαιῶνα, ἄμπελον, ἀγρὸν μὲ ὀπωροφόρα δένδρα, μὲ βρύσιν, μὲ ρέμα καὶ νερόμυλον … καὶ νὰ ἐκχύνῃ τὰ παράπονά του εἰς θρηνώδεις μελῳδίας πρὸς τὴν Παναγίαν.

«Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου με ζάλαι, ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε…»

Κ᾿ ἐπόθει ὁλοψύχως τὸν μοναχικὸν βίον, ὀλίγον ἀργά, κ᾿ ἐπεκαλεῖτο μεγάλῃ τῇ φωνῇ τὸν «Γλυκασμὸν τῶν Ἀγγέλων, τῶν θλιβομένων τὴν χαράν», ὅπως ἔλθῃ εἰς αὐτὸν βοηθὸς καὶ σώτειρα·

«ἀντιλαβοῦ μου καὶ ῥῦσαι,
τῶν αἰωνίων βασάνων…»

(1906)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
και για την αντιγραφή (και πάλι) Φουρόκατος

Αυγούστου 13, 2016 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , | Σχολιάστε

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΞΙΟΙ ΝΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΟΜΕ (ΝΕΟ)ΡΙΖΙΤΙΚΑ;

rizik

Στις 2-3 Ιουλίου 2016, έλαβε χώρα το συνέδριο για το ριζίτικο τραγούδι στους Λάκκους και στα Καράνου. Μέσα στον προβληματισμό που αναπτύχθηκε, συζητήθηκε η θέση των νεοριζίτικων, δηλαδή των τραγουδιών που δημιουργούνται συγκαιρινά με μας. Αναφέρθηκαν και παραδείγματα τέτοιων τραγουδιών, κάποια από τα οποία είναι πράγματι πλήρως ενσωματωμένα στην παρέα και στο ήθος της τάβλας.

Πάνω στη συζήτηση, τόσο στα πλαίσια του συνεδρίου όσο και στα πηγαδάκια εκτός αυτού, συνειδητοποίησα ότι τα τραγούδια αυτά είτε μιλούν για την παρέα, τη φιλοξενία, τη χαροκοπιά, είτε γράφονται για να τιμήσουν πρόσωπα του παρελθόντος, ιστορικά ή τοπικούς (κυρίως) αγίους, πάντως όχι γεγονότα ιστορικά του σήμερα.

Τα τελευταία ιστορικά τραγούδια που έχουν καταγραφεί είναι για τον αγώνα του λαού μας στην Κύπρο ενάντια στους Άγγλους αποικιοκράτες. Κι εδώ έχει θέση ένας προβληματισμός πολύ συγκεκριμένος: γιατί τα νεοριζίτικα δε μιλούν για ιστορικά γεγονότα;

Την απάντηση νομίζω ότι δε θα τη βρούμε στη λειτουργία της παρέας ή στην ύπαρξη ή μη βιωματικών μερακλήδων που μπορούν να βγάλουν τραγούδια που θα αγκαλιάσει ο κόσμος και θα τα υιοθετήσει. Θα τη βρούμε στην ίδια την κοινωνία στην οποία ζούμε, στη στάση της απέναντι στα προβλήματα του σήμερα.

krites

Πράγματι, σήμερα, το έχομε διαπιστώσει άλλωστε πολλές φορές, η κοινωνία μας βρίσκεται σε παρακμή, ηθική πρωτίστως. Η ηθική παρακμή οδηγεί στην οικονομική κρίση, στην καταστροφή της παραγωγικής διαδικασίας, στην κυριαρχία των πελατειακών σχέσεων μεταξύ κομμάτων και λαού. Η ηθική παρακμή έχει αδυνατίσει και το αντιστασιακό φρόνημα των Ελλήνων, με αποτέλεσμα να ζούμε την κρίση από τον καναπέ αντί να βγαίνουμε στους δρόμους για την ανατροπή της αποικιοποίησης της πατρίδας μας και της μετατροπής της σε δορυφόρο της Τουρκίας. Βολευόμαστε να αναθέτομε τη λύση των προβλημάτων μας σε κάθε έμπορο ελπίδας και αποδεδειγμένα (εκ του αποτελέσματος) ψεύτη και δεν είμαστε άξιοι να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας. Χρειάζεται λοιπόν να κάνουμε την αυτοκριτική μας και να αντιστρέψουμε την καθοδική μας πορεία.

Αυτό σημαίνει βέβαια και ότι δεν είμαστε άξιοι αυτή τη στιγμή να δημιουργήσομε ιστορία. Παλιά, η αντίσταση ήταν μέσα στην καθημερινότητά μας και οι εξεγέρσεις ενάντια στους δυτικούς και Τούρκους δυνάστες μας ήταν συνεχείς, δημιουργούσαμε ιστορικά γεγονότα συνεχώς. Και το δημοτικό μας τραγούδι (στην Κρήτη οι ρίμες και το ριζίτικο) τα κατέγραφε. Αυτά μας θυμίζουν ποιοι είμαστε. Κι επειδή συγχρόνως μας υποδεικνύουν πώς καταντήσαμε, μας ενοχλούν.

Κι ακόμα, μεταβαλλόμαστε σε μια κοινωνία δίχως συνοχή, δίχως δεσμούς κοινοτικούς, χάνουμε γρήγορα το πνεύμα φιλότιμου κι αλληλεγγύης μαζί με το αντιστασιακό μας πνεύμα. Μόνο μια πνευματική επανάσταση θα μας κάνει να ξαναβρούμε τις χαμένες μας αξίες και να σταθούμε στα πόδια μας όπως και πριν.

Όταν αυτό γίνει, τότε θα είμαστε σε θέση πράγματι να γράψουμε ιστορία και πάλι. Με την αντίστασή μας απέναντι στους δυνάστες μας και τους ντόπιους υπηρέτες τους, με πράξεις ηρωισμού και στάση αξιοπρέπειας που σήμερα λείπουν. Κι αν το πετύχομε αυτό, θα έχομε ξαναβρεί το χαμένο μας κοινοτικό πνεύμα, και η δημοτική μας ποίηση θα μπορεί να τραγουδήσει και πάλι πράξεις επαναστατικές και αντιστασιακό ήθος. Τότε θα μπορούμε να δημιουργήσομε ξανά ριζίτικα τραγούδια που θα μιλούν για ενέργειες αξιομνημόνευτες της δικής μας εποχής. Αν αυτό γίνει, η συζήτηση για το αν μπορούν να βγαίνουν ακόμα τραγούδια θα έχει πάρει μια νέα τροπή. Μακάρι ν’ αξιωθούμε να δημιουργήσομε λοιπόν τραγούδια!

Ιουλίου 15, 2016 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | Σχολιάστε

ΔΙΑΡΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

IMG_20160615_213552

Ο λαός μας έχει υποστεί ξένες κατακτήσεις εδώ και αιώνες, τόσο από την Ανατολή όσο και από τη Δύση. Τα 400 χρόνια της τουρκικής κατοχής, που έχομε μάθει να λέμε, δεν είναι ούτε 400, ούτε μόνο τουρκικής. Ήδη από το 1071, το Βυζάντιο χάνει την ίδια χρονιά από τους Φράγκους και τους Τούρκους εδάφη που δεν επρόκειτο ποτέ να ανακτήσει. Και ο Ελληνικός χώρος δέχτηκε την τυραννία των Τούρκων και την αποικιοκρατία των Δυτικών, κατασπαρασσόμενος από αυτούς, και μόνιμα αντιστεκόμενος.
Την πτυχή της διπλής κατοχής του Ελληνικού χώρου δεν την έχομε συνειδητοποιήσει σ’ όλο της το εύρος. Συνηθίσαμε να υποτιμούμε τη Δυτική κατοχή, και κάποτε να την εξιδανικεύομε. Θεωρούμε τα Επτάνησα, που δεν τα πάτησε Τούρκος αλλά μόνο δυτικοί, ως τυχερή περιοχή, ενώ την Ενετική κατοχή της Κρήτης, ορισμένοι τη θεωρούν ως όαση σε σχέση με την επακολουθήσασα Τουρκική.
Η πραγματικότητα είναι ότι ο ελληνικός χώρος βίωσε διπλή κατοχή, ενώ σε κάποιες περιοχές οι Δυτικοί εναλλάσσονταν με τους Τούρκους ως δυνάστες. Και στις δυο περιπτώσεις, οι κυρίαρχοι θέλησαν να χτυπήσουν την ελληνική ταυτότητα του πληθυσμού, και το έκαμαν χτυπώντας την ορθοδοξία. Οι μεν Δυτικοί με συνεχή προπαγάνδα για τη μεταστροφή του λαού στον καθολικισμό, οι δε Τούρκοι με το παιδομάζωμα και τη δημιουργία αφόρητων συνθηκών διαβίωσης και οικονομικής μεταχείρισης, ώστε οι ραγιάδες να οδηγούνται στον εξισλαμισμό ώστε να βελτιώσουν τη θέση τους.

images
Το μένος των Δυτικών κατά των Ελλήνων φαίνεται και από τη συμπεριφορά τους στην πρώτη Άλωση, εκεί όπου η Πόλη πάρθηκε για πρώτη φορά και έχασε για πάντα την αίγλη της. Μέχρι και οι αυτοκρατορικοί τάφοι συλήθηκαν, ενώ οι Σταυροφόροι θέλησαν να γελοιοποιήσουν το σκελετό του Βασιλείου Βουλγαροκτόνου, βάζοντας στο κρανίο, στο σημείο όπου κάποτε υπήρχε το στόμα του, μια φλογέρα (από αυτό το γεγονός εμπνεύστηκε ο Παλαμάς τον τίτλο του κλασσικού του έργου «Η φλογέρα του Βασιλιά»). Παντού εξεδίωξαν την εκκλησία, ενώ στην Κρήτη απαγόρευσαν τη χειροτονία επισκόπων, γιαυτό είχαμε τότε τους Πρωτοπαπάδες, που κάλυψαν αυτό το κενό.
Ο λαός μας αντιστάθηκε με διαρκείς επαναστάσεις, κυρίως μέχρι την άλωση της Πόλης από τους Τούρκους. Ακολούθως, η αντίσταση από ένοπλη έμεινε μόνο πνευματική, με προσκόλληση στην ελληνική ιδιοπροσωπία. Κι αφού τη θρησκεία χτυπούσαν οι ξένοι, στην ορθοδοξία επέμεναν οι υπόδουλοι, διατηρώντας έτσι την ταυτότητά τους και προετοιμαζόμενοι για καλύτερες μέρες. Παράλληλα, στην Κρήτη υπήρξε τεράστια πνευματική παραγωγή, που οφείλεται και στη διεξαγωγή της αντίστασης στο πνευματικό πεδίο, αλλά και στην έλευση διανοουμένων και λογίων από την αλωθείσα Κωνσταντινούπολη. Αυτό δεν οφείλεται όμως στην ανοχή των Ενετών αλλά ακριβώς στη διάθεση ανάδειξης της ταυτότητάς μας, η οποία έφτασε να εξελληνίσει τους δυνάστες και να τους στρέψει στην Ορθοδοξία αντί για το αντίθετο, με αποκορύφωμα την επανάσταση του Αγίου Τίτου, όπου οι Ενετοί επήλυδες, ήδη εξελληνισμένοι, μαζί με τους ντόπιους αποσχίστηκαν από τη μητρόπολη και εγκαθίδρυσαν ορθόδοξο κράτος, έστω και για λίγο.
Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της αντίστασης στη Δυτική διείσδυση, πρέπει να συνυπολογίσομε ότι οι τελευταίοι διέθεταν υπέρτερο θεωρητικό οπλοστάσιο, καθώς το οθωμανικό κράτος στερούσε από τους Ρωμιούς τη δυνατότητα στη μόρφωση και κατέστρεφε τα τυπογραφεία τους, ενώ οι Δυτικοί επεξεργάζονταν τις θέσεις τους σε καθεστώς ελευθερίας. Παρ’ όλα αυτά, ο λαός μας άντεξε και διατήρησε την ταυτότητά του, ενώ επεξεργάστηκε και τεκμηριωμένες θέσεις αντίκρουσης του καθολικισμού κάτω από δυσμενείς συνθήκες. Εμείς που σήμερα χλευάζομε την πατρίδα και περιφρονούμε την ταυτότητά μας, μπορούμε να το κάνουμε γιατί κάποιοι εκείνη την εποχή αντιστάθηκαν με παντιέρα αυτά που σήμερα υποτιμούμε και δε μούτισαν. Κι είναι ντροπή μας, αυτό που δεν κατάφεραν οι Τούρκοι κι οι Φράγκοι τότε, να το προωθούμε εμείς σήμερα τυφλωμένοι από τον καταναλωτισμό και την κυριαρχία του εμπορεύματος, από μια ιδεολογία παγκοσμιοποιητική που δεν αναγνωρίζει στον άνθρωπο παρά μόνο ατομικές ανάγκες και δικαιώματα, εξαφανίζοντας τις συλλογικότητες με πρώτα τα έθνη.
Διαρκής επανάσταση λοιπόν υπήρχε στον ελληνικό χώρο απέναντι στους κάθε λογής κατακτητές, ένοπλη και πνευματική. Διαρκή επανάσταση χρειαζόμαστε όμως και σήμερα, απέναντι στους ίδιους εχθρούς, που από τη μια έχουν μεταβάλει την πατρίδα μας σε αποικία χρέους κι από την άλλη αμφισβητούν τα σύνορά μας. Αλλά εμείς έχουμε χάσει το αντιστασιακό μας ήθος, παραμένομε απλοί παρατηρητές της καταστροφής μας. Όμως τα περιθώρια δεν υπάρχουν πια: Αντίσταση ή εξαφάνιση, αυτές είναι οι επιλογές μας.

Ιουνίου 16, 2016 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη | , , | Σχολιάστε

ΤΕΛΙΚΑ, ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ

images

Ένα επιχείρημα πολλών φίλων που ψήφισαν την παρούσα κυβέρνηση στις δυο τελευταίες εκλογές, ήταν ‘’τι χειρότερο πια θα μας συμβεί;’’. Απογοητευμένοι, (απολύτως δικαιολογημένα) από τις προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις, ψήφισαν αυτούς που υπόσχονταν την ελπίδα στην αρχή, μια καλή συμφωνία στη συνέχεια.
Την εξέλιξη τη γνωρίζουμε. Εκτός από τη συνεχιζόμενη κατρακύλα στο οικονομικό πεδίο, ο ΣΥΡΙΖΑ άνοιξε το μεταναστευτικό με την πολιτική των ανοιχτών συνόρων και τη διαχείρισή του από μια σειρά ΜΚΟ αμφιβόλων προθέσεων. Οι ΜΚΟ υποκατέστησαν το κράτος, το πρόβλημα κατέστη μη διαχειρίσιμο και η κυβέρνηση προσγειώθηκε ανώμαλα από τα ροζ συννεφάκια των θεωριών, και του φαντασιακού κόσμου όπου προτιμούσε να ζει, στη σκληρή πραγματικότητα της γεωπολιτικής, του πολέμου στη Συρία, και τελικά του ακήρυχτου πολέμου στο Αιγαίο.
Με ανευθυνότητα πρωτοφανή μετέτρεψε το Αιγαίο σε γκρίζα ζώνη. Οι Τούρκοι στρέφουν τα όπλα σε σκάφη μας εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων, ενώ ο πρωθυπουργός με τον κυβερνητικό του εταίρο εμφανίζονται με παραλλαγές!
Και την ώρα που ο Μουζάλας αποκαλεί τα Σκόπια ΄΄Μακεδονία΄΄, οι Σκοπιανοί αστυνομικοί κυνηγούν πρόσφυγες στη δική μας επικράτεια. Η εικόνα που δίνουμε είναι αυτή ενός διαλυμένου κράτους.
Το πρόβλημα, πέραν του οικονομικού, έχει πάρει και γεωπολιτικές διαστάσεις. Τα χειρότερα που δεν περίμεναν οι ψηφοφόροι του Σύριζα είναι εδώ. Είμαστε πια χώρος και όχι χώρα, ‘’ένα πεδίο βολής φτηνό’’, έχουμε χάσει την εθνική μας κυριαρχία.
Αλλά υπάρχουν κι άλλα χειρότερα, που δεν έχουν έρθει ακόμα, και που πια τα φοβόμαστε και τα περιμένουμε.
Την κατηφόρα αυτή, δε θα τη σταματήσουμε με παράπονα και μουρμούρες από τον καναπέ μας. Θα πρέπει να σταθούμε στα πόδια μας και να επιδιώξουμε την αντιστροφή της πορείας προς την καταστροφή. Με την πλάτη στον τοίχο, με ελάχιστες προϋποθέσεις, πρέπει να ξαναφτιάξουμε την παραγωγή μας, να επαναπροσδιορίσουμε την εξωτερική και μεταναστευτική πολιτική μας. Αλλά αυτά, απαιτούν σχέδιο κι ένα λαό στους δρόμους, όχι φοβισμένους κρυμμένους στο σαλόνι τους.

Απριλίου 25, 2016 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , | Σχολιάστε

ΠΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΙΜΑ

images

Η κατάσταση στην πατρίδα μας χειροτερεύει συνεχώς, δίχως όμως να μπορούμε να πούμε ότι πιάσαμε πάτο, αν και κάθε φορά νομίζουμε ότι δεν έχει παρακάτω.
Ήδη, ο κόσμος στρέφεται στον επόμενο σωτήρα του. Μετά τη μνημονιακή στροφή της κυβέρνησης και την υιοθέτηση μέτρων που κανείς άλλος δεν τολμούσε να πάρει, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν υπάρχει εύκολος δρόμος για να βγούμε από την κατάσταση αυτή.
Όμως, επειδή μας βολεύει, επειδή τα αντιστασιακά αντανακλαστικά μας έχουν υποχωρήσει μετά από χρόνια μεταπολιτευτικής ευδαιμονίας, αρνούμαστε να δούμε αυτή την αλήθεια. Και τρέχουμε σ’ όποιον μας υπόσχεται αναίμακτη αποκατάσταση. Έτσι τρέξαμε στο Σύριζα την πρώτη φορά περιμένοντας το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης. Έτσι τρέξαμε και τη δεύτερη φορά, μετά το ηχηρό ‘’όχι’’, περιμένοντας ‘’καλύτερη’’ συμφωνία. Έτσι είχαμε τρέξει πιο παλιά στον ‘’αντιμνημονιακό’’ Σαμαρά.
Και τώρα, που όλα προέκυψαν διαφορετικά απ’ ό,τι περιμέναμε, ακόμα και τώρα δεν είναι σίγουρο ότι συνειδητοποιούμε τι γίνεται. Ότι πια είμαστε μια αποικία χρέους, όπου οι ξένοι κάνουν κουμάντο, ότι τον αντιμνημονιακό πόλεμο τον χάσαμε. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να ξεκινήσουμε κάτι καινούργιο.
Κι επειδή πάντα ήμασταν λίγοι, στις κατοχές απαντούσαμε με αντάρτικο. Πολεμούσαμε όμως, δεν εμπιστευόμασταν εμπόρους ελπίδας που τάχα θα μας έσωναν δίχως κόπους και θυσίες.
Και σήμερα, αφού το εγχείρημα Σύριζα διαψεύστηκε, συνεχίζουνε κάποιοι να αλληθωρίζουνε προς νέους σωτήρες, κάθε φορά πιο γραφικούς. Και κάποιοι κοιτάνε ξανά πίσω στο παρελθόν, μέσα στην απελπισία τους.
Εδώ θα πρέπει να πούμε ‘’όχι’’ σε όλους αυτούς. Ο μόνος δρόμος είναι να αναλάβουμε οι ίδιοι τον αγώνα, γνωρίζοντας ότι είμαστε με την πλάτη στον τοίχο, με μόνη προσδοκία μας θυσίες και πόνο, χτίζοντας λιθαράκι λιθαράκι την αντίστασή μας.
Ένα αντάρτικο εθνικοαπελευθερωτικό, όπως κάθε αποικιοκρατούμενος λαός οφείλει να κάνει, αμεσοδημοκρατικό, όπως ταιριάζει στην κοινοτική μας παράδοση.
Το μπορούμε να ζήσουμε στα βουνά με γένια, μακριά από τον καναπέ που μας διασφαλίζουν οι κάθε λογής σωτήρες μας;

Μαρτίου 29, 2016 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , | Σχολιάστε

ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ

Σ’ εβένινο κρεββάτι στολισμένο
με κοραλλένιους αετούς, βαθυά κοιμάται
ο Νέρων — ασυνείδητος, ήσυχος, κ’ ευτυχής·
ακμαίος μες στην ευρωστία της σαρκός,
και στης νεότητος τ’ ωραίο σφρίγος.

Aλλά στην αίθουσα την αλαβάστρινη που κλείνει
των Aηνοβάρβων το αρχαίο λαράριο
τι ανήσυχοι που είν’ οι Λάρητές του.
Τρέμουν οι σπιτικοί μικροί θεοί,
και προσπαθούν τ’ ασήμαντά των σώματα να κρύψουν.
Γιατί άκουσαν μια απαίσια βοή,
θανάσιμη βοή την σκάλα ν’ ανεβαίνει,
βήματα σιδερένια που τραντάζουν τα σκαλιά.
Και λιγοθυμισμένοι τώρα οι άθλιοι Λάρητες,
μέσα στο βάθος του λαράριου χώνονται,
ο ένας τον άλλονα σκουντά και σκουντουφλά,
ο ένας μικρός θεός πάνω στον άλλον πέφτει
γιατί κατάλαβαν τι είδος βοή είναι τούτη,
τάνοιωσαν πια τα βήματα των Εριννύων.

Κ. Καβάφης

για την αντιγραφή και την αφιέρωση στην κυβέρνηση και με ευχαριστίες στον Αλέκο που μου το θύμισε
Φουρόκατος

 

Φεβρουαρίου 12, 2016 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , | Σχολιάστε

ΓΙΑ ΜΙΑΝ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΚΡΗΤΗ

Αντιγράφουμε από το ιστολόγιο της Εναλλακτικής Κοινοτικής πρωτοβουλίας Δυτικής Κρήτης:

pic_10

Η πατρίδα μας βρίσκεται σε βαθιά κρίση, κρίση αξιών που τελικά οδήγησε και σε κρίση οικονομική, την οποία βιώνουν όλοι οι Έλληνες με δραματικό τρόπο. Η κρίση αυτή δεν έχει αποτιμηθεί από την κοινωνία σε όλες της τις διαστάσεις, καθώς περιοριζόμαστε συνήθως μόνο στο οικονομικό της σκέλος, υποτιμώντας ή και αγνοώντας σημαντικές παραμέτρους, όπως το ότι πρόκειται για την κρίση του παρασιτικού μοντέλου της χώρας, όπως αυτό γιγαντώθηκε κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Έτσι, ο λαός μας περιορίζεται σε μιαν αντιπαράθεση «μνημόνιο-αντιμνημόνιο», η οποία, μετά τη μνημονιακή στροφή της «πρώτη φορά αριστερά» κυβέρνησης έχει χάσει οποιαδήποτε έννοια μπορούσε να έχει. Η μετάπτωση όμως της κυβέρνησης σε μνημονιακή δύναμη, όπως πριν από αυτήν και της κυβέρνησης Σαμαρά, επέτρεψε να φανεί το πραγματικό πρόβλημα: Ότι η χώρα μας δεν έχει πια παραγωγή. Αυτό, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα προβλήματα που αντιμετωπίζομε, απειλεί την ίδια την ύπαρξή μας σα λαό.
Γιατί η πατρίδα μας καλείται να αντιμετωπίσει συγχρόνως πολλά ζητήματα, όπως την κρίση αξιών, την ανύπαρκτη παραγωγικότητα, τη δημογραφική κατάρρευση, την κοινωνική διάλυση και απαξίωση των λαϊκών στρωμάτων, τα Ελληνοτουρκικά και τα άλλα μέτωπα στην εξωτερική μας πολιτική, το μεταναστευτικό κλπ. Όλα αυτά συνθέτουν ένα εκρηκτικό μίγμα που μόνο κακά μαντάτα προαναγγέλλει, ενώ η αντίσταση στους μνημονιακούς χειρισμούς των κυβερνήσεων από το 2010 και μετά απλά δεν υπάρχει, καθώς ο λαός μας βρίσκεται σε θέση άμυνας, σύγχυσης και διαρκούς υποχώρησης. Σ’ αυτά τα πλαίσια είχε, με εξαίρεση την αναλαμπή των πλατειών, παρακολουθήσει τα τεκταινόμενα από τον καναπέ, ενώ και το Σύριζα τον έφερε στην εξουσία όχι ένα λαϊκό κίνημα που θα συνέτριβε τα μνημόνια, αλλά η διαδικαστική συγκυρία της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας και η χρησιμοποίησή της από την νυν κυβέρνηση ώστε να αναρριχηθεί στην εξουσία. Ο λαός περιορίστηκε σε ρόλο θεατή που απλά ανέθεσε στο Σύριζα να κυβερνήσει, έχοντας ξεμάθει για πολλά χρόνια να αγωνίζεται για τα δίκαιά του. Τα αποτελέσματα είναι πια φανερά ακόμα και στον καθένα που νόμιζε ότι τα χειρότερα τα είχαμε ήδη δει.
Απέναντι στη επέλαση του τρίτου μνημονίου, στην αναβάθμιση της Τουρκίας και την κλιμάκωση των προκλήσεών της, τη χρήση των προσφύγων και των μεταναστών από τις αποικιοκρατικές δυνάμεις ως γεωπολιτικό εργαλείο άσκησης πίεσης στην πατρίδα μας και τη μετατροπή της σε φυλακή ψυχών, τη διάλυση των εργασιακών σχέσεων, του κοινωνικού ιστού, την καταστροφή της παραγωγής, την αρπαγή της γης μας, εμείς πρέπει να αντιδράσουμε. Κι αυτό θα το κάνουμε ευρισκόμενοι μεν σε θέση άμυνας, αλλά ξεκολλώντας από τον καναπέ κι αντιστεκόμενοι. Αυτά που πρέπει να κάνουμε είναι πολλά, τόσα που μπορεί να φαντάζουν αδύνατα, όμως δεν έχουμε άλλη διέξοδο. Πρέπει λοιπόν να οικοδομήσουμε ένα κίνημα με στέρεα αντιστασιακά χαρακτηριστικά, ανταποκρινόμενοι σε μια παράδοση αιώνων και στηριζόμενοι στις αξίες που σφυρηλατήσαμε αγωνιζόμενοι τόσο απέναντι στους Τούρκους, όσο και τους Δυτικούς, δηλαδή αυτούς που και σήμερα μας απειλούν με εδαφικές διεκδικήσεις και αποικιακού χαρακτήρα μνημόνια.

Πρέπει να αντισταθούμε στη βάση αρχών, που περιλαμβάνουν την κοινωνική δικαιοσύνη, την εθνική ανεξαρτησία, την άμεση δημοκρατία και την οικολογία, επεξεργαζόμενοι ένα νέο όραμα, πατώντας πάνω στην πνευματική και πρακτική μας παράδοση, όχι για να γυρίσουμε στο παρελθόν, αλλά για να τις εφαρμόσουμε και προσαρμόσουμε σε μια νέα πραγματικότητα, να εκσυγχρονίσουμε δηλαδή την παράδοσή μας ώστε να απαντήσουμε στις προκλήσεις του σήμερα. Αξίες όπως η αντίσταση, η αγάπη στην ελευθερία και την πατρίδα, η εργατικότητα, η εντιμότητα, η ανθρωπιά, η αλληλεγγύη, η συλλογικότητα κι ο κοινοτισμός, αποτελούν οδηγούς που μπορούν να μας βοηθήσουν στον αγώνα μας, εφόσον αποφασίσουμε να δράσουμε.

Να ξαναβρούμε τις αξίες της εργατικότητας, της αλληλεγγύης, της πρεπιάς, της συλλογικότητας, που η λαίλαπα του εύκολου χρήματος (το λογαριασμό για το οποίο πληρώνομε τώρα) μας είχε κάνει να ξεχάσομε. Δηλαδή να αντιμετωπίσομε την ηθική μας υποχώρηση, καθώς από αυτήν αρχίζει ο δρόμος που μας έχει φέρει στα πρόθυρα της συνολικής (κι όχι μόνο οικονομικής) καταστροφής. Αλλά συγχρόνως πρέπει να μη μείνουμε εκεί, καθώς ο χρόνος δεν περισσεύει. Πρέπει να αναλάβουμε άμεσα δράση αμφισβήτησης στην πράξη της αποικιοποίησης της πατρίδας μας και της μετατροπής του λαού μας σε κατακτημένο πληθυσμό.

image003
Γιαυτό και εμείς, πολίτες από τους νομούς Χανίων και Ρεθύμνου, προχωρήσαμε στη συγκρότηση της Εναλλακτικής Κοινοτικής Πρωτοβουλίας Δυτικής Κρήτης.
Εναλλακτικής, γιατί φιλοδοξούμε να προσφέρουμε μια νέα ματιά στις καταστάσεις που ζούμε, τώρα που η αντίθεση Δεξιάς-Αριστεράς δεν υπάρχει ουσιαστικά πια (αλλά χρησιμοποιείται από τις παλιές πολιτικές δυνάμεις για να διχάζει το λαό, όπως είδαμε και στο δημοψήφισμα που όλοι ξέρουμε πώς κατέληξε) και όπου η Αριστερά χρησιμοποιείται ως μοχλός εμπέδωσης της αποικιοκρατίας και της παγκοσμιοποίησης, όπως είδαμε να συμβαίνει σε πολλές χώρες και πλέον και στην πατρίδα μας.
Κοινοτικής, γιατί η κοινοτική μας παράδοση έχει διαχρονικά προσφέρει απαντήσεις στην κοινωνική μας οργάνωση και την αμεσοδημοκρατική λειτουργία της κοινωνίας μας.
Στόχος μας είναι η παρέμβαση σε όλους τους τομείς της κοινωνίας και η ανατροπή των μνημονιακών σχεδιασμών της κυβέρνησης, σε ρήξη με τις κατεστημένες πολιτικές δυνάμεις και το φασιστικό φαινόμενο που αυτές επέτρεψαν να γιγαντωθεί, τόσο μέσα από την επίθεση στο εισόδημα και την εργασία των λαϊκών στρωμάτων, όσο και μέσα από την απαξίωση της έννοιας της πατρίδας και της επιβολής μιας εθνομηδενιστικής πολιτικής. Απέναντι σ’ αυτή την πολιτική, εμείς επαναλαμβάνομε το «Ελευθερία ή θάνατος» των παλιών μας και το «Πατρίδα ή θάνατος» του Τσε Γκεβάρα.
Καλούμε το λαό, τώρα που οι ψευδαισθήσεις διαλύθηκαν, να στρατευτεί μαζί μας στον αγώνα για να σταματήσει η αποικιοκρατία και να ξαναβρούμε την αξιοπρέπειά μας. Μας περιμένει Γολγοθάς, αλλά οι μόνοι χαμένοι αγώνες είναι αυτοί που δε δίνονται.
ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
https://ekpdk.wordpress.com
Facebook: ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Φεβρουαρίου 1, 2016 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , | Σχολιάστε

ΑΤΣΙΠΟΠΟΥΛΟ: ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΜΑΣ

images

Το Ατσιπόπουλο είναι από τα χωριά εκείνα που σημαδεύτηκαν από τη γειτνίαση τους με την πόλη. Από χωριό μεταβλήθηκε σε προάστιο του Ρεθύμνου, με καινούργια σπίτια και τους Ρεθεμνιώτες να επιδιώκουν την εγκατάσταση τους εκεί.
Το τίμημα της «αξιοποίησης» αυτής ήταν η απώλεια του αγροτοποιμενικού χαρακτήρα του χωριού. Όχι όμως στη συνείδηση και τη μνήμη των Ατσιπουλιανών. Κι αυτή την αγάπη για το χωριό τους, την έκαμε βιβλίο ο Αιμίλιος Γάσπαρης, γέννημα του χωριού κι εκπαιδευτικός, ενώ η έκδοση έγινε δυνατή χάρις στο Σάββα Καλεντερίδη και τις εκδόσεις Ινφογνώμων, γνωστές για τα βιβλία εθνικής αυτογνωσίας που βγάζουν. Είχα την τύχη να γνωρίσω το συγγραφέα πριν διαβάσω το βιβλίο. Και η γλυκύτητα και σεμνότητα του με προϊδέασε για το τι θα συναντούσα διαβάζοντάς το.

Η γραφή του πλησιάζει το χωριό με την αγάπη που τρέφει ο συγγραφέας γι’ αυτό. Κάθε φράση, κάθε περιγραφή είναι βιωματικές που προδίδουν νοσταλγία και τρυφερότητα, σα να αναπολεί ένας μεγάλος την εποχή της αθωότητας.
Γιατί τα χωριά μας απέπνεαν ειλικρίνεια, εμπιστοσύνη και αυθεντικότητα. Αυτό έβγαινε σε κάθε έκφανση της ζωής στον κύκλο του χρόνου. Κι ο Αιμίλιος Γάσπαρης φροντίζει να μας το δείξει με επιμέλεια και πληρότητα.
Το βιβλίο χωρίζεται σε ενότητες που αναλύουν τον υλικό και τον κοινωνικό βίο του χωριού, όπως τα έζησε ο συγγραφέας στις αρχές του 1970.

σοκακι
Μας μιλά για την κατοικία, με λεπτομέρειες που νομίζεις ότι τις έχει γράψει παλιός μάστορας του χτισίματος. Μαθαίνουμε για την ένδυση, την τροφή, τις αγροτικές δραστηριότητες. Υποσημειώσεις μας εξηγούν λέξεις που πια δεν ακούγονται, αλλά που κάποτε απέδιδαν ακριβώς μια σειρά από αντικείμενα της προβιομηχανικής εποχής.
Το βιβλίο μας λέει για τρόπους επεξεργασίας φυτών, χρήσης εργαλείων ξεχασμένων, τρόπους κατασκευών. Και τελικά συνειδητοποιείς κάπου πριν τα μισά του βιβλίου, ότι ο συγγραφέας σε ξεγέλασε! Μας δίδει ένα βιβλίο για το Ατσιπόπουλο, αλλά τελικά αυτό είναι κάτι μεγαλύτερο, αφορά κάθε χωριό! Οι λεπτομέρειες που δίδονται ταιριάζουν σχεδόν παντού, και τελικά το βιβλίο είναι κάτι πολύ περισσότερο: Μια λαογραφική μελέτη για την τελευταία φάση της περιόδου πριν την «ανάπτυξη», πριν την «αξιοποίηση», πριν τα αυτοκίνητα.
Οι ενότητες για τον ποιμενικό βίο και το κυνήγι μας δίδουν πληθώρα πληροφοριών για τα ζώα και την πανίδα, ενώ οι αναφορές στη βιοτεχνία μας γυρίζουν στον κόσμο της μαστοριάς και της παραγωγής. Και πάντα λέξεις παλιές, λέξεις όμορφες, αποθησαυρισμένες όχι σε λεξικό αλλά παντού, για θύμηση και χρήση ξανά του καθενός, για να μαθαίνουν κι οι νεότεροι αυτά που δεν είχαν την τύχη να φτάξουν.

αποψη χωριου
Το δεύτερο μέρος, ο κοινωνικός βίος, συνιστά σπουδή στις λαϊκές πρακτικές και δοξασίες, από τη γέννηση μέχρι το θάνατο.
Ξεχωριστά καταπιάνεται με την κοινωνική οργάνωση, την εκπαίδευση και τη διασκέδαση, θυμίζοντας μας πόσο δύσκολα ήταν παλιά όλα, αλλά και πόσο τα εκτιμούσαν οι άνθρωποι, σε αντίθεση με σήμερα όπου τα θεωρούμε αυτονόητα και τα περιφρονούμε.
Το βιβλίο περιέχει ξεχωριστά μαντινάδες και ρίμες για το χωριό, ενώ καταχωρεί και δύο ριζίτικα που το αναφέρουν.
Στο τέλος, ο συγγραφέας μας χαλαρώνει με ανεκδοτολογικόύ ύφους πραγματικές ιστορίες του χωριού. Παραθέτει ιστορικά παραλειπόμενα, ενώ πραγματεύεται και τις ρίζες των οικογενειακών ονομάτων και τοπωνυμίων του Ατσιπόπουλου.
Όλο το βιβλίο πλαισιώνεται από φωτογραφίες του χωριού και των ανθρώπων του, τραβηγμένες από το συγγραφέα, ασπρόμαυρες βεβαίως. Άραγε η μνήμη δεν είναι η προσπάθεια να κρατήσομε άφθαρτες κάποιες παλιές κιτρινισμένες φωτογραφίες; και πόσοι το πετυχαίνομε;
Ε, λοιπόν, ο Αιμίλιος Γάσπαρης κατάφερε, με μια εμπεριστατωμένη αλλά όχι στεγνή εργασία, να μας μεταφέρει στο χωριό του σαράντα χρόνια πριν. Κι όχι μόνο στο χωριό του. Με αγάπη και προσήλωση, δίχως και ο ίδιος να το σχεδιάζει έτσι, μας ξαναγύρισε στα χωριά και στον τρόπο ζωής μιας άλλης εποχής, εποχής γεμάτης δυσκολίες αλλά και αξίες, που χάθηκαν με την «ανάπτυξη», και που τελικά πολύ θα θέλαμε να μην έχουν χαθεί.
Αυτή η αγαλλίαση που μας πρόσφερε το βιβλίο, σεμνό σαν το συγγραφέα του, δεν ξεπληρώνεται με ένα ευχαριστώ. Καλή δύναμη Αιμίλιε, να’ σαι καλά να μας χαρίσεις κι άλλα ταξίδια!

Ιανουαρίου 29, 2016 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη | , , , | Σχολιάστε

MANA ΣΙΜΩΝΟΥΝ ΟΙ ΓΙΟΡΤΕΣ

 

 

ΑΓ ΝΙΚΟΛΑΟΣΣτην παράδοση μας, η ονομαστική εορτή έχει μεγαλύτερη σημασία από τα γενέθλια. Έχομε κι άλλη φορά αναφερθεί στο συλλογικό χαρακτήρα της γιορτής σε αντιδιαστολή με τον ατομοκεντρικό χαρακτήρα των γενεθλίων και το πώς, όσο «εκδυτικιζόμαστε», τα τελευταία τείνουν να αποκτήσουν μεγαλύτερη σημασία.
Η γιορτή όμως αποτελεί κάτι ξεχωριστό στη ροή του χρόνου για το λαό μας, και τη σημασία της θα τη βρούμε στο αντιστασιακό μας παρελθόν.
Όπως πολλές φορές έχουμε σημειώσει, η διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού βασίστηκε στην αντίσταση απέναντι σε Δυτικούς και Τούρκους κατακτητές εδώ και μια χιλιετία.
Η αντίσταση ήταν ενεργή και παθητική, με βάση της την εμμονή στην ιδιοπροσωπία μας, την ταυτότητα μας. Αυτήν προσπαθούσαν να χτυπήσουν οι δυνάστες μας, και το έκαναν χτυπώντας τη θρησκεία μας.

ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑ

Οι Ενετοί απαγόρευσαν τη χειροτονία επισκόπων, γι’ αυτό και στην Κρήτη είχαμε Πρωτοπαπάδες κι όχι δεσπότες. Οι Τούρκοι κυνήγησαν τους υπόδουλους μέσω των εξισλαμισμών, αναγκαστικών με το παιδομάζωμα ή «εκούσιων», πληθυσμών που δεν άντεχαν την αφόρητη καταπίεση.
Η στόχευση στην πίστη ήταν επίθεση στην ταυτότητα, αφού ήταν συνυφασμένα τα στοιχεία αυτά. Και η αντίσταση εκφράστηκε σε πρώτο επίπεδο με την διαφύλαξη της ταυτότητας μέσα από την πίστη, σε δεύτερο με την πνευματική ανάταση και παραγωγή και σε τρίτο με την ένοπλη δράση.
Σ’ αυτήν την κατάσταση, και μέσα σε ένα περιβάλλον εξισλαμισμού, το να φτάνει κάθε χρόνο η γιορτή σου και συ να μπορείς να τη γιορτάζεις, ήταν γεγονός χαρμόσυνο. Άλλοι μπορεί να είχαν μουτίσει, ο Νικόλαος να λεγότανε πια Αχμέτ, οπότε δε θα είχε λόγο να γιορτάσει στις 6 του Δεκέμβρη. Γι’ αυτό το λόγο κιόλας, μια ευχή στη βάφτιση ήταν το παιδί «να μεγαλώσει με τ’ όνομα του». Έτσι, ο εορτάζων είχε χαρά εκείνη τη μέρα, αλλά χαρά είχε κι όλη η κοινότητα. Γιατί επιβεβαιωνόταν η συμμετοχή του εορτάζοντος στο γένος των Ρωμιών, στην ελληνική κοινότητα. Και τον επισκεπτόταν να του ευχηθεί, δίχως κάλεσμα. Η γιορτή είναι γνωστή, δεν αποτελεί «προσωπικό δεδομένο» όπως τα γενέθλια. Και η κοινότητα ερχόταν να τιμήσει τον εορτάζοντα, που με τη σειρά του θα πήγαινε στη διάρκεια της χρονιάς να τιμήσει άλλους που επιβεβαίωναν κι αυτοί κάθε χρόνο ότι παραμένουν Ρωμιοί.

ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΙ
Η Τουρκοκρατία κι η Φραγκοκρατία ανυπήρξαν στον ελληνικό χώρο σ’ όλη τη διάρκεια της σκλαβιάς. Κι η διπλή αντίσταση μπόρεσε να μας φέρει μέχρι εδώ, με τεράστιες ανθρώπινες απώλειες, είναι αλήθεια, μέχρι σήμερα που βιώνουμε ξανά την ίδια διπλή απειλή, οικονομική αποικιοκρατία από τους Δυτικούς και στρατιωτική απειλή από τους Τούρκους.
Και σήμερα η ιδιοπροσωπία μας δοκιμάζεται, μέσα από πολιτικές αποδομήσεις της ταυτότητάς μας, τις οποίες εφαρμόζουν διάφοροι χρήσιμοι ηλίθιοι, υπηρέτες της παγκοσμιοποίησης, νομίζοντας ότι εκφέρουν ένα δήθεν προοδευτικό λόγο.
Σήμερα ο εχθρός είναι και μέσα και έξω, και οι αντιστάσεις μας εξαντλημένες. Όμως μόνο αν και τώρα μπορέσουμε να σηκώσουμε κεφάλι θα συνεχίσουμε την πορεία μας σα λαός με δική του παρουσία στην οικουμένη.

Δεκεμβρίου 17, 2015 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη, Κείμενα για την Μικρασία, Πολιτική και πολιτισμός | , , , | 2 σχόλια