Με το τουφέκι και τη λύρα

ΑΠΟΤΡΟΠΗ

Η Τουρκική επιθετικότητα εκπλήσσει το πολιτικό προσωπικό της χώρας. Πιθανότατα αυτό εξηγείται από την άρνηση σύνδεσής του με την κοινωνία, το λαό, την πατρίδα. Έχουν επιλέξει να εκπροσωπούν τις ελίτ τις συνδεδεμένες με ξένα συμφέροντα, το φαντασιακό τους βρίσκεται στη Δύση και η ενασχόληση με τα προβλήματα της χώρας είναι μπανάλ γι’ αυτούς. Κι ενώ κοιμόνταν στις Βρυξέλλες, ξυπνήσανε στο Αιγαίο.
Η χώρα στερείται ανάγνωση της κατάστασης και στρατηγικής για να αντιμετωπιστεί αυτή. Και οι ελίτ προτιμούσαν να αγνοούν τις απειλές, να φαντασιώνονται ελληνοτουρκικές φιλίες και να περιθωριοποιούν όποιον μιλάει για την κατάσταση: ΄΄Αφού δεν έχει νέα ευχάριστα να πει, καλύτερα να μη μας πει κανένα΄΄ θα τραγουδήσει ο Σαββόπουλος και θα εκφράσει αυτό που γίνεται. Αντί για αποτροπή, που σημαίνει ετοιμότητα για αντίδραση και δημιουργία κόστους στην Τουρκία αν επιτεθεί, έχουν επιλέξει τον κατευνασμό.
Η άγνοια μέχρις αφασίας των ζητημάτων, διαπερνά όλο το πολιτικό φάσμα: Ποιος δε θυμάται τις δηλώσεις του Μπαλάφα του ΣΥΡΙΖΑ ότι ‘’θα το ρισκάρουμε με την Τουρκία’’ τείνοντας κλάδο ελαίας στους γενοκτόνους και επίδοξους αναθεωρητές του στάτους κβο; Ποιος δεν άκουσε με αγανάκτηση τον υπουργό Δένδια της Νέας Δημοκρατίας να διαχωρίζει τα δικαιώματα Κρήτης και Καστελόριζου σε ΑΟΖ, αναφερόμενος στο μεγάλο μέγεθος της Κρήτης, και σε αντιδιαστολή υπονοώντας ότι το Καστελόριζο δεν διαθέτει ΑΟΖ. Ποιος δε θυμάται τον Κοτζιά να μας εγκαλεί ως μοναχοφάηδες που θέλουμε να κρατήσουμε για την Ελλάδα την ΑΟΖ που ΄΄δικαιούται’’ η Τουρκία; Ο πολιτικός κόσμος και τα ΜΜΕ, λειτουργούν ως παπαγαλάκια του Ερντογάν. Μόνο που ο τελευταίος δε μπορεί πια να περιμένει τη σταδιακή διολίσθηση της Ελλάδας στις θέσεις του. Ήδη εμφάνισε και χάρτη με την Κρήτη Τούρκικη εκτός από Χανιά. Κι όταν εμφανίζονται τα γελοία επιχειρήματα των Τούρκων, εμείς δεν πρέπει ούτε να γελάμε ούτε να εφησυχάζουμε επικαλούμενοι το διεθνές δίκαιο. Γιατί το δίκιο σου φτάνει μέχρι εκεί που μπορείς να το υπερασπιστείς. Ο Ερντογάν τα θέλει όλα τώρα, κι αυτό φέρνει σε δύσκολη θέση τους πολιτικούς μας, που, αν και ενδοτικοί, αν και εθνομηδενιστές, αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν αυτή την επιθετικότητα γιατί δε μπορούν να κάμουν αλλιώς.


Ήδη, ο γονιδιακός τους εθνομηδενισμός, απότοκο της μήτρας του Σημιτικού ΠΑΣΟΚ που διαχύθηκε δεξιά κι αριστερά, τους καθιστά ανάξιους να αποτιμήσουν τον κίνδυνο συνολικά και τους περιορίζει σε σπασμωδικές και αποσπασματικές αντιδράσεις. Και καλώς επιδίδονται τώρα σε διπλωματικό Μαραθώνιο γύρω από τη Λιβύη, αλλά επιμένουν να μην οριοθετούν ΑΟΖ με την Αίγυπτο και την Κύπρο. Καλώς υπεγράφη ο αγωγός EASTMED, αλλά αδυνατούν να αντιμετωπίσουν την ασύμμετρη απειλή του λαθρομεταναστευτικού, το οποίο εμφανώς χρησιμοποιεί ως εργαλείο η Τουρκία. Και βέβαια, απουσιάζει το συνολικό δόγμα αποτίμησης των εχθρών και φίλων μας, το σχέδιο αποτροπής, η πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική σε ένα πολυπολικό πλέον κόσμο. Όταν όμως λειτουργείς σαν πειθήνιος υπηρέτης της Αμερικής, κανένα σεβασμό δεν αξίζεις. Γιατί ο σεβασμός κερδίζεται, κι εμείς έχουμε χάσει κι αυτόν και την κυριαρχία της χώρας. Είναι ανάγκη επιβίωσης πια ο λαός να οργανωθεί σε νέες προσπάθειες, καθώς τα ζητήματα αυτά είναι πολύ σοβαρά για να τα διαχειρίζονται οι ΜΚΟ, οι ντόπιοι υπάλληλοι των πρεσβειών και φασίστες προβοκάτορες.
Η αντίδραση του λαού στα νησιά του Βορείου Αιγαίου, η δημοσκοπική καταβαράθρωση της Κυβέρνησης στα ελληνοτουρκικά και το λαθρομεταναστευτικό, ενώ συγχρόνως αυξάνει τη διαφορά της από το ΣΥΡΙΖΑ, δείχνει και τα όρια των αντοχών του πολιτικού κατεστημένου και του εθνομηδενιστικού τόξου.
Η ήττα είναι μπροστά μας, η Τουρκία εξοπλίζεται κι εμείς απαξιούμε να διαθέσουμε κονδύλια για την άμυνα στον προϋπολογισμό. Αν είχαμε στρατηγική, θα ξεκινούσαμε από τώρα, από χτες, το κλείσιμο των συνόρων, την απαίτηση συμπαραγωγής και αντισταθμιστικών ωφελειών σε αγορές εξοπλισμού απ’ έξω, στη δημιουργία δικών μας εξοπλισμών, σε μιαν εποχή που ο έξυπνος και ηλεκτρονικός πόλεμος βρίσκονται στο προσκήνιο και ταιριάζουν στην τεχνική γνώση και επινοητικότητα του λαού μας. Μια τέτοια στρατηγική θα δημιουργούσε τεχνογνωσία, πρόσθετο κύκλο στην οικονομία, εξαγωγές.
Αλλά αυτά, ίσως να τα συζητήσουμε πια μετά την ήττα. Είναι κατάρα του λαού μας να αφυπνίζεται όχι προκαταβολικά, αλλά μετά από μια καταστροφή.

23 Ιανουαρίου, 2020 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , | Σχολιάστε

Ο ΧΑΡΑΜΑΔΟΣ

Τί Χριστούγεννα ἔμελλον νὰ κάμουν, τὸ ἔτος ἐκεῖνο, εἰς τὸ παλαιὸν βραχοκτισμένον θαλασσοδαρμένον Κάστρον, κατέναντι τοῦ ἀγρίως μαινομένου πελάγους, εἰς τὰ κράτη τοῦ Βορρᾶ; Δυστυχισμένη χρονιὰ ἐκείνη. Δύο χιλιάδες γίδια καὶ πρόβατα εἶχαν ψοφήσει ἀπὸ τὰ ὀλίγα κοπάδια τῆς μικρᾶς νήσου, μέσα εἰς τὰ χειμάδια τῶν ποιμένων καὶ βοσκῶν, ἀπὸ τὸ τρομερὸν ψῦχος, ἀπὸ τὰ χιόνια τὰ πρώιμα, ὁποὺ ἐσκέπασαν τοὺς λόγγους καὶ τὰ βουνά, ἕως τοὺς βουβῶνας τὸ ὕψος. Τρόφιμα ἄλλα δὲν ὑπῆρχον, εἰμὴ ἐλαῖαι καὶ παστὰ ὀψάρια. Τ᾽ ἀμπέλια δὲν εἶχον καρποφορήσει· ἄγνωστος πρωτοφανὴς νόσος εἶχε βλάψει τὰ σταφύλια.

Τὰς τελευταίας σταγόνας τοῦ οἴνου τῆς χρονιᾶς, ὀλίγον λάκυρον νεροπλυμένον τὸ ὁποῖον εἶχον κάμει τὸ ἔτος ἐκεῖνο, τὰς εἶχον πίει πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, ὁ Νικολὸς τὸ Πὶτς καὶ ὁ ἀχώριστος φίλος του, ὁ Ἀντώνης τῆς Γαλοντζίτσας, εἰς τὸ καπηλεῖον τοῦ Γιαννιοῦ τῆς Στέργαινας· καὶ τώρα, ὁποὺ ἐξημέρωναν Χριστούγεννα, μὲ τὸν οὐρανίσκον στεγνόν, ἔμειναν ἀγρυπνοῦντες εἰς τὸ μικρὸν καπηλεῖον, τὸ σύνθετον καὶ ἀπὸ καφενέν, τὸ ὁποῖον ἔμεινεν ἀνοικτὸν ἐξαιρετικῶς τὴν νύκτα ἐκείνην, μέχρι τῆς ὥρας καθ᾽ ἣν ἔμελλε νὰ σημάνῃ ὁ Ὄρθρος καὶ ἡ Λειτουργία τῶν Χριστουγέννων.

Ποῦ ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, καθ᾽ ἣν παντοῖοι κορσάροι, Τοῦρκοι, Ἀφρικανοί, Γενοβέζοι, περιεκάθιζον τὸ μικρὸν παραθαλάσσιον φρούριον ― καὶ ὅμως οἱ τότε ἄνθρωποι ἦσαν εὐτυχεῖς, χωρὶς νὰ τὸ ἠξεύρουν! Ἡ σιδηρόπορτα πάντοτε κλειστή, ἡ κινητὴ γέφυρα ἀνεβασμένη· εἶχον ἀφθόνους τροφάς, κ᾽ ἔπινον νερὸν ἀπὸ μίαν στέρναν· κ᾽ ἐπειδὴ ἐφείδοντο τοῦ νεροῦ, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ κτισθῇ τοῖχος αὐλῆς ἢ μικρὰ καλύβη, κατεσκεύαζον τὴν λάσπην μὲ κρασί ―καθὼς διηγοῦντο οἱ γεροντότεροι― καὶ αὐτοὶ τὸ εἶχον ἐξ ἀκοῆς ― καὶ ὅλοι ἔλεγαν ὅτι τὸ πιστεύουν. Ποῦ ἡ ἀφθονία ἐκείνη εἰς ὅλα τὰ πράγματα; Εὐλογημένος καιρός!

Σήμερον, ὁ Νικολὸς τὸ Πίτς, καὶ ὁ φίλος του, ὁ Ἀντώνης τῆς Γαλοντζίτσας, ᾐσθάνοντο ξηρὸν τὸν φάρυγγα, ἐνῷ ἐξημέρωνε τέτοια μεγάλη καὶ φαιδρὰ ἑορτή, χρονιάρα μέρα! Ἀφοῦ ἔπαυσαν τὰ φαναράκια νὰ περιφέρωνται, καὶ τὰ παιδία ποὺ ἔψαλλον τὸ «Χριστούγεννα-Πρωτούγεννα» ἐπῆγαν νὰ κοιμηθοῦν, κ᾽ ἐσβήσθησαν ὅλα τὰ φῶτα, καὶ ὁ βορρᾶς ἐμαίνετο καὶ ἀντήχει ὁ πλαταγισμὸς τῶν κυμάτων κάτωθεν τοῦ βράχου, ἔμεινε τὸ καπηλεῖον μὲ τὰς δύο πενιχρὰς καπνώδεις λυχνίας του, μὲ τὴν θύραν βλέπουσαν πρὸς τὸ πέλαγος, εἰς τὸ ὕψος ὅπου ἵστατο τὸ παμμέγιστον «Κανόνι τῆς Ἀναγκιᾶς», κατὰ τὸ βόρειον ἄκρον τοῦ Κάστρου.

Δύο ἢ τρεῖς ἄλλοι θαμῶνες ἔκλινον τὴν κεφαλὴν εἰς τὰ τραπέζια κ᾽ ἐνύσταζον, ὁ κάπηλος, ὄρθιος παρὰ τὸ κυλικεῖον, ἀφῆκε μέγαν ρογχασμόν. Ὁ Νικολὸς τὸ Πὶτς κι ὁ Ἀντώνης τῆς Γαλοντζίτσας ἐξῆλθον ν᾽ ἀγναντέψουν τὸ μαῦρον πέλαγος, ἀπὸ τῆς Ἀναγκιᾶς τὸ Κανόνι. Τούτους ἠκολούθησε μετ᾽ ὀλίγον διὰ νὰ ξενυστάξῃ κι ὁ ἴδιος ὁ καφετζής.

*
* *

Ἀνάμεσα εἰς τὰ χορεύοντα κύματα, εἰς τὸ ἔρεβος τῆς νυκτὸς καὶ τὸ χάος, ὁ Νικολὸς κι ὁ φίλος του εἶδαν ἔξαφνα ἓν φῶς μικρὸν ὡς λαμπυρίς, νὰ σείεται, ν᾽ ἀφανίζεται, καὶ πάλιν ν᾽ ἀνακύπτῃ. Κάποιον πλοῖον ἀγωνιοῦσε κ᾽ ἐπαράδερνεν ἐκεῖ, εἰς τὸ μαῦρον πέλαγος.

― Νά ἕνα καΐκι, εἶπεν ὁ Νικολὸς τὸ Πίτς.

― Καράβι μεγάλο εἶναι, εἶπεν ὁ υἱὸς τῆς Γαλοντζίτσας.

― Μεγάλο, μικρό… ἡ φουρτούνα τὸ σπρώχνει κατὰ δῶ.

― Ξυλάρμενο*; εἶπεν ὁ ἄλλος.

― Ποιὸς μπορεῖ νὰ διακρίνῃ;

Παρῆλθον ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας. Τὸ πλοῖον εἶχε πλησιάσει. Ἐφαίνετο νὰ ἔχῃ κατεβασμένα τὰ πανιά. Ἠκούσθη κρότος ἁλύσεως.

― Νά, ἄραξε, εἶπεν ὁ Νικολὸς τὸ Πίτς. Θέ μου, καὶ νὰ ἦτον φορτωμένο κρασιά;… ὁ Χριστὸς τὸ στέλνει.

― Νὰ ἔχῃ καὶ τίποτα ξηροτύρια στ᾽ ἀμπάρι του! παρετήρησεν ὁ Ἀντώνης τῆς Γαλοντζίτσας.

― Νὰ ἔφερνε καὶ κάμποσα κεφάλια γιδοπρόβατα γιὰ σφάξιμο! προσέθεσεν ὁ Γιαννιὸς τῆς Στέργαινας.

*
* *

Πρὸ ἔτους καὶ πλέον, ὁ καπετὰν Ἡρακλῆς ὁ Καλούμπας, μὲ τὴν ὡραίαν μεγάλην σκούναν του, εἶχεν ἀποπλεύσει ἀπὸ τὴν Σαλονίκην, διὰ νὰ ἐκφορτώσῃ ἓν ὑπόλοιπον τοῦ ἐκ λιθοκόλλας καὶ οἰκοδομικοῦ ὑλικοῦ φορτίου του εἰς ἕνα δυτικὸν αἰγιαλὸν τοῦ λαιμοῦ τῆς Κασσάνδρας, ἐντὸς τοῦ Θερμαϊκοῦ κόλπου. Εἶχε λάβει ἐπὶ τοῦ πλοίου του ἕνα ἢ δύο Ἑβραίους βοηθοὺς διὰ τὴν ἐκφόρτωσιν, ἐπειδὴ ἡ ἐπιχείρησις ἐγένετο ἀπὸ μέρους τῆς ἰσραηλιτικῆς κοινότητος τῆς Σαλονίκης.

Ὁ Ἑβραῖος φορτωτὴς καὶ ὁ ὑπάλληλός του, δὲν ἤλπιζον νὰ φθάσωσι τόσον γρήγορα εἰς τὸ τέρμα τοῦ πλοῦ. Ἦτο Σάββατον, ἔφθασαν πρὸ μεσημβρίας, καὶ ὁ καπετὰν Ἡρακλῆς ἐπέμενε ν᾽ ἀρχίσῃ ἀμέσως ἡ ἐκφόρτωσις.

Ἦτο περὶ τὰ μέσα τοῦ φθινοπώρου, οἱ καιροὶ ἦσαν θυμωμένοι, καὶ κατὰ πᾶσαν νύκτα σφοδρότατοι ἀπόγειοι ἄνεμοι ἔπνεον.

Τὸ μέρος ἦτο ἀλίμενον. Ἦτο κίνδυνος, ἂν ἔμενον τὴν νύκτα, ὁ ἄνεμος καὶ τὰ κύματα νὰ ξεσύρουν τὴν ἄγκυραν, νὰ ξουριάσουν* τὸ πλοῖον, καὶ τότε… καλὸ ξεπλάτισμα! ὅπως λέγουν οἱ ναυτικοί.

Ὁ Ἑβραῖος ἠρνήθη νὰ δώσῃ χεῖρα εἰς τὴν ἐκφόρτωσιν ἐν ἡμέρᾳ Σαββάτου. Δὲν ἤξευρεν, ὁ Τσιφούτης, ὅτι «ἔξεστιν ἐν Σαββάτῳ ἀγαθοποιεῖν», καὶ δὲν ἤξευρεν ὅτι «Κύριός ἐστιν ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου καὶ τοῦ Σαββάτου». Ἤξευρε μόνον νὰ σώζεται, μὲ τὸν κόπον τῶν Ἑλλήνων ναυτικῶν, πλέων ἐν ἡμέρᾳ Σαββάτου.

Πῶς δὲν τοὺς διέτασσε (τοῦ ἔλεγεν ὁ καπετὰν Ἡρακλῆς) νὰ ἀράξουν καταμεσῆς στὸ πέλαγος, εἰς βάθος διακοσίων ὀργυιῶν, διὰ νὰ μὴ ἀρμενίζουν τὸ Σάββατον; Ἄλλως καὶ διὰ νὰ ἀράξουν μόνον ἐχρειάζετο κόπος, ἐργασία. Ἀλλ᾽ ἦτο, ὡς φαίνεται, γνήσιος ἀπόγονος ἐκείνων, οἵτινες τὸ πάλαι διύλιζον τὸν κώνωπα καὶ κατέπινον τὴν κάμηλον.

Ὁ πλοίαρχος ἐθύμωσεν, ἠγανάκτησε, καὶ δυστυχῶς, ὡς ἐλέχθη, ἴσως παρεξετράπη κατὰ τοῦ Ἑβραίου. Τὸν ὑπάλληλόν του τὸν ὑπεχρέωσε διὰ τῆς βίας νὰ ἐργασθῇ, ἐξεφόρτωσεν ὅπως ἠδυνήθη καὶ ἀπέπλευσε.

*
* *

Τὴν ἄλλην χρονιάν, μεσοῦντος τοῦ Δεκεμβρίου, ὁ καπετὰν Ἡρακλῆς, προερχόμενος ἀπὸ τὰ Μπογάζια, καὶ τὸ Δεδεαγάτς, φέρων καί τινα ἐξαίρετα κασκαβάλια* τῆς Αἴνου, ἐπλησίασεν εἰς τὴν Λῆμνον, ἐφόρτωσεν ὡραῖα κοκκινωπὰ κρασιά, κ᾽ ἔπλευσεν εἰς Θεσσαλονίκην.

Ἡ Ἑβραϊκὴ Κοινότης ἠρνήθη νὰ δεχθῇ καὶ νὰ ἐκφορτώσῃ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν προωρισμένα εἰς παραλαβὴν αὐτῆς. Ἀπηγόρευσεν εἰς ὅλους τοὺς ἐργάτας της, ἐκφορτωτάς, ἀχθοφόρους, ἁμαξαγωγούς, Ἑβραίους ἢ ὄχι, νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἐκφόρτωσιν.

Ὁ καπετὰν Ἡρακλῆς δὲν ἤξευρε τίποτε, δι᾽ ὅ,τι εἶχε συμβῆ ἀπὸ πέρυσιν ἕως ἐφέτος. Ἐν τῷ μεταξύ, ἡ Κοινότης τὸν εἶχε κάμει χαραμάδον, ἤτοι ἀποσυνάγωγον, μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων ἐμποροπλοιάρχων.

Ὁ καπετὰν Ἡρακλῆς δὲν ἠθέλησεν οὔτε νὰ ἐνεργήσῃ τι, οὔτε εἰς τὸ Προξενεῖον νὰ προσφύγῃ. Ἐπειδὴ ἤρχοντο Χριστούγεννα δὲν ἐμελέτα μὲν νὰ πλεύσῃ εἰς τὴν γενέθλιον νῆσόν του, διὰ νὰ ἑορτάσῃ, ἀλλ᾽ ἐνδομύχως ηὔχετο νὰ ἔστελλεν ὁ Θεὸς ἕνα καλὸν βορρᾶν διὰ νὰ πωλήσῃ τὰ κρασιὰ ὁπουδήποτε (τὰ ὁποῖα ἤξευρεν ὅτι ἐκόστιζαν πάμφθηνα εἰς τὸν ἔμπορόν του) καὶ ἔπειτα μίαν καλὴν νοτιὰν διὰ νὰ ποδίσῃ* καὶ μεταβῇ εἰς τὴν πατρίδα του. Δὲν ἤξευρεν, ἐπειδὴ πρὸ πολλοῦ δὲν εἶχε λάβει γράμματα ἐκεῖθεν, ὅτι ἀκριβῶς διὰ τὸ εἶδος αὐτὸ τοῦ τερπνοῦ ἐμπορεύματός του, ὑπῆρχε μεγάλη δίψα εἰς ὅλους τοὺς οὐρανίσκους καὶ τοὺς φάρυγγας τῶν νυκτερινῶν θαμώνων τοῦ καπηλείου, ἐπάνω εἰς τὸ Κανόνι τῆς Ἀναγκιᾶς… ἐκεῖ ἦτο ἡ πατρίς του.

Ἀπέπλευσεν ἀπὸ τὴν Σαλονίκην, καὶ ἔλεγε μέσα του: «Νὰ μὴν πιάσῃ ἡ κατάρα τῶν Τσιφούτηδων! Νὰ μὴν τοὺς περάσῃ!» Διασκέδασον τὴν βουλὴν τοῦ Ἀχιτόφελ, Κύριε ὁ Θεός μου!

Ἀνοικτὰ ἀπὸ τὴν Κασσάνδραν εὗρε δύο μεγάλα πλοῖα, βαρυφορτωμένα ἀπὸ ἀρνία πρώιμα κ᾽ ἐρίφια. Ἠγόρασεν ἐξ αὐτῶν εἴκοσι κεφάλια.

Ὅπως εὐχήθη, οὕτω σχεδὸν ἔγινε. Τὴν πρώτην νύκτα ἔστειλεν ὁ Θεὸς ἐλαφρὸν βορρᾶν. Τὴν δευτέραν ἑσπέραν ἔπνευσε σφοδρὸς νότος.

Ἐπόδισε τὴν νύκτα καὶ κατέπλευσεν εἰς τὸ παλαιὸν βραχοκτισμένον καὶ θαλασσοδαρμένον Κάστρον.

Ἅμα ἐξημέρωσε, καὶ ἔπαυσεν ὁ ἄνεμος, ἐξεφόρτωσε τὰ εἴκοσι κεφάλια ἀρνία κ᾽ ἐρίφια, τὰ ἐξαίρετα τυριὰ τῆς Αἴνου, κ᾽ ἐπώλησε πρὸς εἴκοσι λεπτὰ τὴν ὀκὰν τὸ κοκκινωπὸν ἀφρῶδες ποτόν.

Κ᾽ ἔτσι ἔκαμαν καλὰ Χριστούγεννα, καὶ ὁ πλοίαρχος εἰς τὴν ἑστίαν του, κι ὁ Νικολὸς τὸ Πίτς, κι ὁ Ἀντώνης τῆς Γαλοντζίτσας, κι ὁ Γιαννιὸς τῆς Στέργαινας, καὶ ὅλοι οἱ κάτοικοι τοῦ βορεινοῦ θαλασσοδαρμένου χωρίου.

(1904)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

και για την αντιγραφή Φουρόκατος

24 Δεκεμβρίου, 2019 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , | Σχολιάστε

ΑΟΖ ΚΑΙ ΝΕΟΟΘΩΜΑΝΙΣΜΟΣ

Στην Ελληνοτουρκική αντιπαράθεση υπάρχει διαχρονικά μια συνέπεια και από τις δύο πλευρές: Η Τουρκία πιέζει, διεκδικεί, δημιουργεί τετελεσμένα, και η Ελλάδα φοβάται και σκύβει το κεφάλι. Από την Κύπρο μέχρι τα Ίμια κι από τη Θράκη μέχρι την ΑΟΖ, τα δύο κράτη δείχνουν μια θαυμαστή συνέπεια στις πράξεις τους, όποια κυβέρνηση κι αν βρίσκεται στο τιμόνι της κάθε χώρας.
Στην πατρίδα μας η υποχωρητικότητα και η πολιτική κατευνασμού αποτελούν πια γονιδιακό γνώρισμα της στάσης μας, ανεξαρτήτως αν στην εξουσία βρίσκεται το ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ ή ο ΣΥΡΙΖΑ. Το μόνο που γίνεται είναι η επικοινωνιακή διαχείριση της παράδοσής μας στο Νεοοθωμανισμό. Με ένα πλέγμα τουρκόφιλων ΜΜΕ και εθνομηδενιστικού παροξυσμού, φτάσαμε να αναγνωρίζομε ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο, να μας καλεί ο Κοτζιάς, ο νεκροθάφτης της Μακεδονίας, να μην είμαστε μοναχοφάηδες στο Αιγαίο, και ο Δένδιας να υπονοεί ότι η Κρήτη ως μεγάλο νησί έχει περισσότερα δικαιώματα από το Καστελόριζο, εισάγοντας διάκριση στις ελληνικές γαίες με πολύ επικίνδυνες προεκτάσεις. Το χειρότερο είναι ότι δεν καταλαβαίνουν τι λένε και τι επιπτώσεις έχουν οι ενέργειές τους.
Η Τουρκία λοιπόν, με σύμμαχο την κυβέρνηση-μαριονέττα της Τρίπολης (και όχι της Λιβύης, που έχει άλλη κυβέρνηση), κλιμακώνει την ένταση του ακήρυκτου υβριδικού πολέμου που από πολύ καιρό μαίνεται στο Αιγαίο, την Κύπρο, τη Θράκη, όπου υπάρχει Ελληνισμός. Η κυβέρνηση κοιμόταν στο Κολωνάκι και ξύπνησε στο γκριζαρισμένο Αιγαίο, βρέθηκε απροετοίμαστη, τρέχει και δε φτάνει γιατί τα ψέματα φαίνεται πως τελειώνουν.
Η παράνομη ανακήρυξη ΑΟΖ μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης θεωρεί ότι δεν έχουν ΑΟΖ τα νησιά. Τα εξαφανίζει κυριολεκτικά και προβλέπει την εμφάνιση τουρκικών ερευνητικών και πολεμικών πλοίων έξω από την Κρήτη, τη Ρόδο, την Κάρπαθο κλπ. Γράφουν διάφοροι ότι αυτή η συμφωνία δε μπορεί να εφαρμοστεί γιατί είναι παράνομη. Αυτά είναι φαιδρότητες για εσωτερική κατανάλωση, καθώς στις διεθνείς σχέσεις το δίκαιο του καθενός είναι αυτό που μπορεί να προασπίσει. Κι εμείς φροντίσαμε από χρόνια να αποδυναμώσομε την Ελλάδα από κάθε άποψη.
Στο επίπεδο του φρονήματος, με την κυριαρχία του εθνομηδενισμού, ο πατριωτισμός θεωρήθηκε φασισμός και κατασυκοφαντήθηκε από όλο το πολιτικό σύστημα. Πράγματι, σε όλα τα πολιτικά κόμματα ο εθνομηδενισμός είναι κοινός τόπος, σε ευθεία αναντιστοιχία με το λαϊκό αίσθημα και τον πατριωτισμό που ξεδιπλώθηκε σθεναρά στα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό. Κι εφόσον η τωρινή κυβέρνηση συνεχίζει την πολιτική της προηγούμενης, επιλέγοντας να μη βλέπει την πραγματικότητα, και να παίζει το παιχνίδι της Τουρκίας, όταν την αναγκάζει ο Ερντογάν να βρεθεί ενώπιον μιας πραγματικότητας που θα ήθελε αλλά δε μπορεί να αγνοήσει, δεν έχει το κατάλληλο προσωπικό να το διαχειριστεί. Αντίθετα, δίπλα στις σπασμωδικές της κινήσεις προβάλλει ακμαίος ο ραγιαδισμός.
Μια καραμέλα που ακούμε συνεχώς είναι ότι η Τουρκία έχει μεγαλύτερο μήκος ηπειρωτικής ακτογραμμής. Και για να υπερασπιστούν τη θέση της Τουρκίας οι δικοί μας προσκυνημένοι, αποκρύπτουν πως εμείς έχομε μεγαλύτερη ακτογραμμή από την Τουρκία, επιμένοντας στην «ηπειρωτική» λες και τα νησιά δεν έχουν ακτογραμμή. Η αλήθεια είναι πως η Ελλάδα έχει τη 14η μεγαλύτερη ακτογραμμή στον κόσμο, ενώ η Τουρκία την 20η.
Η άλλη καραμέλα είναι η επίκληση στη φιλειρηνική διάθεση του λαού μας, η οποία μεταφράζεται σε αποφυγή του πολέμου με κάθε τίμημα, άρα και με παραχώρηση εθνικού εδάφους. Ήδη τα Ίμια έχουν παραχωρηθεί, και πάμε για νέους ακρωτηριασμούς. Προκειμένου να εμπεδωθεί η πολιτική της υποταγής, ακούμε συχνά «θα κάνουμε πόλεμο για ένα νησί;» Θέλουμε ειρήνη. Όμως δυστυχώς η ειρήνη δεν κερδίζεται με την υποχωρητικότητα. Αυτή μόνο την όρεξη ανοίγει και η Τουρκία έχει αποδείξει πως δεν έχει τέλος στις διεκδικήσεις της. Την ειρήνη διασφαλίζει η αποτροπή, δηλαδή η ετοιμότητα και προετοιμασία υπεράσπισης της πατρίδας, έτσι ώστε να μην τολμήσει η Τουρκία να αμφισβητήσει την κυριαρχία μας. Όμως, ενώ εδώ και χρόνια υπάρχει το casus belli για την επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12 μίλια, ενώ η Κύπρος είναι υπό κατοχή, το κράτος μας αρνείται να λάβει τα μηνύματα και με εγκληματική αδιαφορία αφήνει τη χώρα ανυπεράσπιστη και ετοιμάζει την υποταγή.


Το δίλημμα λοιπόν είναι ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ κι όχι πόλεμος ή ειρήνη. Αποτελεί ύβρη στις γενιές των αγωνιστών που αρνήθηκαν να βολευτούν στην ταπείνωση με αντάλλαγμα μια ντροπιασμένη ζωή και μας παρέδωσαν μια πατρίδα που εμείς ξεπουλάμε. Αποτελεί ύβρη στο Δασκαλογιάννη, τον Καραϊσκάκη, το Γιαμπουδάκη και το Σαμουήλ, ύβρη στους αγωνιστές του 40, της εθνικής αντίστασης, του ενωτικού αγώνα του λαού μας στην Κύπρο. Αυτοί δεν προτίμησαν την ειρήνη των νεκροταφείων, αλλά την αθανασία της ελευθερίας, της αντίστασης, της αξιοπρέπειας.
Αλλά και δίκιο να είχαν οι προσκυνημένοι, η παράδοση της Κρήτης και των Δωδεκανήσων στην Τουρκία δε θα σημάνει το τέλος αλλά την αρχή. Αυτοί θαρρούν πως έχουν ήδη εναλλακτικό σχέδιο, να προσκυνήσουν και να καταντήσουν δωσίλογοι, συνεχίζοντας μια μακρά παράδοση από τον Εφιάλτη μέχρι την Κατοχή. Όμως οι Τούρκοι δεν τους έχουν ανάγκη. Όταν δε θα τους χρειάζονται θα τους ξεφορτωθούν, αλλά το κακό θα έχει γίνει.
Ο Λαός μας οφείλει να αντιδράσει έμπρακτα. Να επιβάλει μια πολιτική αντίστασης, αντιστροφής της παρακμής σε όλα τα επίπεδα. Γιατί μόνο έτσι θα αποφύγομε τον πόλεμο. Αυτό προϋποθέτει μια μεγάλη ανατροπή, ώστε να εκφραστεί σε επίπεδο κράτους το λαϊκό αίσθημα. Και μια πολιτική προοπτικής, γιατί θα πρέπει να υπάρξει επιτέλους κρατικός σχεδιασμός ανεξαρτήτως κομμάτων, ένα εθνικό δόγμα που θα καλύπτει όλο τον Ελληνισμό και που θα στοχεύει στην παραγωγική ανασυγκρότηση, τη δημογραφική ανάκαμψη, την αναχαίτιση της Τουρκικής επιθετικότητας και την αποκατάσταση της παιδείας.
Η αντιπαράθεση του σημερινού πολιτικού προσωπικού, επειδή έχει κοινή στάση απέναντι στην Τουρκία και κοινό τόπο τον εθνομηδενισμό, ανατρέχει στον εμφύλιο για να βρει κάποιο λόγο σύγκρουσης. Εμείς πρέπει να ξεπεράσομε αυτή την αντίθεση και να αναδείξομε έναν άλλο λόγο, αντιστασιακό, πατριωτικό, το λόγο των καταπιεσμένων από τις ντόπιες ελίτ που δε χειραγωγείται πια από αυτές. Μόνο τότε θα σταθούμε αντάξιοι των παλιών μας, κι όχι όταν ψελλίζομε φοβισμένοι πως δε θα κάνομε πόλεμο για ένα νησί.
Η Κρήτη οφείλει και τώρα να σταθεί στην πρωτοπορία αυτού του αγώνα. Όχι γιατί την περιλαμβάνουν τα σχέδια του Σουλτάνου. Αλλά γιατί πάντα αγωνιζόταν για όλη την Ελλάδα, και η στάση της έδιδε κουράγιο και δύναμη σ’ όλους. Δεν έχομε το δικαίωμα να ηττηθούμε, δε μπορούμε να ζήσομε ξανά ραγιάδες. ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ!

18 Δεκεμβρίου, 2019 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , | 3 Σχόλια

ΕΠΟΙΚΙΣΜΟΣ

Η πατρίδα μας αντιμετωπίζει ένα διαρκή εποικισμό. Μέχρι τώρα, αυτό γινόταν συγκεκαλυμένα, με την προσχηματική αναφορά στις ανάγκες περίθαλψης προσφύγων. Στον ορισμό αυτό εντάσσονταν αυθαίρετα όλοι όσοι ήθελαν να μπουν στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως προέλευσης ή χώρας εισόδου. Σε δεύτερο στάδιο, όταν πια η καραμέλα του πρόσφυγα τελείωσε, η συζήτηση γίνεται ανοιχτά πια για «μετανάστες». Εδώ χρειάζεται να δούμε τα ζήτημα σφαιρικά, καθώς πρέπει να λάβομε υπ’ όψη μας μια σειρά παράγοντες που σχετίζονται με τη γεωπολιτική πραγματικότητα και τις συνθήκες στο εσωτερικό:

Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες. Το παλιό αυτό σύνθημα του Πολυτεχνείου και της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου είναι σήμερα επίκαιρο περισσότερο από ποτέ. Αν και περιφρονημένο σήμερα, είναι η αυτονόητη βάση για οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση, και το κριτήριο για να ξεφύγομε από τον παραλογισμό διάφορων απόψεων που ακούμε. Η πατρίδα μας είναι ελεύθερη γιατί ο λαός μας πολέμησε γι’ αυτό, υπέστη ανείπωτες θυσίες και χρειάστηκε να αντισταθεί σε δυνάστες της Δύσης και της Ανατολής, που δεν κατάφεραν να χτυπήσουν την ταυτότητά του. Η αξία της φιλοξενίας που πάντα μας διακατέχει, στηρίζεται στην αυτονόητη προϋπόθεση ότι τον ξένο τον φιλοξενούμε στο δικό μας σπίτι, δεν αποκτά δικαιώματα σε αυτό.

Η ιδεολογική αφασία των ντόπιων νεοταξιτών: Από διάφορες πλευρές, που θεωρητικά βρίσκονται σε αντίπαλα ιδεολογικά στρατόπεδα, ακούμε καινοφανείς θεωρίες σε σχέση με τον επιχειρούμενο εποικισμό. Ότι πρέπει να σύνορα να είναι ανοιχτά, ότι οι πολυπολιτισμικές κοινωνίες είναι το μέλλον του κόσμου, ότι η Ελλάδα χρειάζεται νέο πληθυσμό γιατί έχει δημογραφικό πρόβλημα, ότι Έλληνας είναι όποιος πατάει το χώμα της πατρίδας μας ανεξαρτήτως πολιτιστικού υποβάθρου. Δημιουργείται ένας νέου τύπου ολοκληρωτισμός, που στηρίζεται από όλο το πολιτικό φάσμα, από τα ΜΜΕ, από τις ΜΚΟ και το Σόρος, που επιμένει να αγνοεί μια πραγματικότητα που δεν επιβεβαιώνει τις θεωρίες τους, μια πραγματικότητα εφιαλτική, συγκρουσιακή, διαλυτική των κοινωνιών και του πολιτιστικού παραδείγματος των χωρών υποδοχής.

Οι πρόθυμοι, οι επιχειρηματίες και οι χρήσιμοι ηλίθιοι: Ο εποικισμός προωθείται από ποικιλώνυμα συμφέροντα. Κεντρικό σημείο του είναι η επιβολή της Νέας Τάξης που στοχεύει στη διάλυση των συλλογικοτήτων και στον περιορισμό του ανθρώπου στην ατομική του σφαίρα. Προς τούτο, κάθε δέσιμο είναι ανεπιθύμητο, η οικογένεια, η ρίζα, το έθνος, η πατρίδα. Εδώ η Αριστερά προσφέρει ένα ιδεολογικό οπλοστάσιο για την αποδόμηση κάθε έννοιας συλλογικότητας, εξυπηρετώντας τις ανάγκες του κεφαλαίου για αδύναμους εργαζόμενους που θα δουλεύουν ευέλικτα και δίχως διαπραγματευτική ικανότητα και για πειθήνιους καταναλωτές, οπότε το όφελος είναι διπλό. Στην προσπάθεια διάλυσης των τοπικών κοινωνιών, ο εποικισμός με ανθρώπους διαφορετικής πολιτιστικής προέλευσης δημιουργεί αυτό ακριβώς που αρχίζομε να ζούμε και που ήδη ζει η δυτική Ευρώπη: γκέτο και όχι πολυπολιτισμική συνύπαρξη, εγκληματικότητα, συγκρούσεις, φόβο. Στα σχέδια του κεφαλαίου για εποικισμό, πρόθυμοι συμπαραστάτες είναι οι επιχειρηματίες δουλέμποροι που δουλεύουν μέσα από τις ΜΚΟ, οι αφελείς ιδεολόγοι που είναι ανίκανοι να δουν την πραγματικότητα και που μένουν στο φαντασιακό τους ροζ συννεφάκι, καθιστάμενοι το προοδευτικό άλλοθι και μαριονέτες του συστήματος και ο πολιτικός κόσμος που υλοποιεί ακριβώς αυτό που πρέπει να είναι μέλημα του λαού πρωτίστως: την υπέρβαση Αριστεράς – Δεξιάς. Πράγματι, η πολιτική των διαδοχικών μας κυβερνήσεων στο ζήτημα είναι συνέχεια η μια της άλλης: Ανοιχτά σύνορα, εγκατάσταση των λαθρομεταναστών σε κέντρα στα νησιά, διασπορά τους σε όλη τη χώρα για να αποσυμφορηθούν τα κέντρα στα νησιά, ανανέωση του πληθυσμού των κέντρων στα νησιά με νέους εποίκους σε ένα φαύλο κύκλο που μόνο δεινά προσθέτει στο λαό μας.

Η Τουρκία και ο μουσουλμανικός χαρακτήρας του εποικισμού: Η γεωπολιτική παράμετρος είναι ένας παράγοντας που επιδεινώνει το πρόβλημα ειδικά για την Ελλάδα. Οι λαθρομεταναστευτικές ροές δε στηρίζονται απλώς, δημιουργούνται από την Τουρκία στα πλαίσια του υβριδικού πολέμου που μας έχει κηρύξει και που εμείς αρνούμαστε να κατανοήσομε. Με κατάργηση της βίζας και εισιτήρια αεροπορικά πάμφθηνα, οι Τουρκικές αερογραμμές μεταφέρουν τους εποίκους στην Τουρκία, από όπου τα κυκλώματα τους προωθούν στην Ελλάδα δίχως αντίδραση από πλευράς μας. Τα σώματα ασφαλείας και ο στρατός έχουν καταντήσει επιτροπές υποδοχής και όχι δυνάμεις αποτροπής του φαινομένου, με ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας βεβαίως. Η μετανάστευση πολιτιστικά συγγενών πληθυσμών στην Ελλάδα δε δημιουργεί πρόβλημα. Η είσοδος όμως πληθυσμών ασύμβατων με το πολιτιστικό μας παράδειγμα, αυτό που δίνει το χαρακτήρα στη χώρα, οδηγεί στη διάλυση του κοινωνικού ιστού. Και να μην το είχαμε δει ήδη σε χώρες της Δύσης μπορούσαμε να το προβλέψομε. Η Τουρκία εμφανίζεται ως προστάτης των πληθυσμών αυτών, τους ελέγχει ιδεολογικά και τους εγκαθιστά στα μετόπισθεν του μετώπου με προφανείς σκοπούς χρησιμοποίησής τους όταν έρθει η ώρα.

Η απουσία του κράτους: Τα προβλήματα οξύνονται από το ότι οι ίδιοι οι λαθρομετανάστες νοιώθουν ότι δεν υπόκεινται σε κανέναν έλεγχο. Οπότε λειτουργούν σε συνθήκες έλλειψης σεβασμού της χώρας υποδοχής, θέλουν να επιβάλουν τις δικές τους συνήθειες, καταλαμβάνουν το δημόσιο χώρο κλείνοντας τους ντόπιους στα σπίτια τους. Η ανυπαρξία κρατικής επιβολής τήρησης του νόμου και μιας στοιχειώδους ανάγκης ελεύθερης διαβίωσης, τους αποθρασύνει και οδηγεί σε ακόμα χειρότερα αποτελέσματα, δημιουργεί καταπίεση στο νόμιμο πληθυσμό της χώρας και ανασφάλεια που θα οδηγήσει τελικά στην εγκατάλειψη της πατρίδας. Αυτό είναι θέμα πολιτικής βούλησης που δεν υπάρχει, και που οδηγεί σε μια σιωπηρή άλωση της χώρας. Προφανώς οι κυβερνήσεις μας έχουν δεσμεύσεις και κρυφή ατζέντα που δεν τους επιτρέπει να παρεκκλίνουν.

Οι παίχτες: Ήδη, ο Σόρος δημιουργεί ταμείο για την ανέγερση και ανακαίνιση κατοικιών για τους μετανάστες ειδικά στην Ελλάδα, πράγμα που σημαίνει πως δεν έρχονται για να φύγουν στη Δύση ή να επιτρέψουν στην πατρίδα τους όπως κάνουν τώρα οι Σύροι. Οι ΜΚΟ καθίστανται κράτος εν κράτει και αποτελούν πλέον μπίζνα εξαιρετικά κερδοφόρα. Ένας νέος ολοκληρωτισμός με ριζοσπαστικό προσωπείο απαντάει χαρακτηρίζοντας φασίστα όποιον αντιδρά, δίχως άλλα επιχειρήματα.

Η ελπίδα: Η απουσία του κράτους, η όξυνση του προβλήματος και η εμφανής πια παρουσία του στην καθημερινότητά μας, οδηγεί το λαό να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Αυθόρμητα, ανοργάνωτα ακόμα, αλλά η αντίσταση υπάρχει πια, οι τοπικές κοινωνίες ξεσηκώνονται, αποτρέπουν όπου μπορούν την εγκατάσταση λαθρομεταναστών, φέρνουν το κράτος ενώπιον των ευθυνών του. Κι αυτό απειλεί με εισαγγελείς, χρησιμοποιεί τα σώματα ασφαλείας για την καταστολή του λαού, και συνεχίζει την πολιτική του εποικισμού αυτοαναιρούμενο.
Ο λαός μας βρίσκεται στο όριο της εξαφάνισης. Ο εποικισμός είναι ένα από τα πολλά ζητήματα που καλείται να αντιμετωπίσει. Κι επειδή είναι παρών και καθημερινός, δεν προσφέρεται για θεωρητικές υπεκφυγές. Μπορεί να αποτραπεί, και ο λαός θα το επιβάλει, αλλιώς θα κλείσει εδώ την ιστορική του διαδρομή παραδίδοντας οικειοθελώς την Ελλάδα σε ξένα συμφέροντα, αντίθετα προς όλη του την αντιστασιακή παράδοση.

21 Νοεμβρίου, 2019 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , | Σχολιάστε

ΠΑΛΕΥΟΥΝ ΚΑΙ ΓΙΑ ΜΑΣ…

Το σοβαρό κράτος της Τουρκίας δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες ή για ελπίδες. Έχει στόχους, τους διαλαλεί, δουλεύει μεθοδικά γι’ αυτούς και τους υλοποίει σταδιακά. Η παροιμία που έχουν οι Τούρκοι για τους εαυτούς τους είναι χαρακτηριστική: « Ο Τούρκος πιάνει λαγό με τον αραμπά».
Μεθοδικά, με σχέδιο και βήμα βήμα, έχουν πετύχει την ενδυνάμωση της στρατιωτικής τους ισχύος, και μάλιστα με τα δικά τους μέσα, εφαρμόζοντας ενδογενή και αυτάρκη παραγωγική διαδικασία που για μας είναι ακόμη ζητούμενο.
Την ισχύ τους, διαχρονικά την εφαρμόζουν για να συντρίψουν τους γειτονικούς τους λαούς. Από το Μοντζικερτ μέχρι τη Γενοκτονία, από το γιαγκίνι της Σμύρνης μέχρι την Κερύνεια, από την Αρμενία στο Κουρδιστάν. Αυτός είναι και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνονται τα «μηδενικά προβλήματα» με τους γείτονες τους.
Το Κουρδιστάν είναι και ο μόνος (δυστυχώς) πονοκέφαλος τους, εφόσον εμείς λειτουργούμε πια ως προτεκτοράτο της Τουρκίας. Οι Κούρδοι όμως, ένας λαός με συνέχεια ανάλογη με τη δική μας, των Περσών, των Κινέζων, αλλά ο μόνος δίχως κράτος, αντιστέκονται τόσο στο τουρκοκρατούμενο Κουρδιστάν, όσο και στη Συρία απέναντι στην Τούρκικη πολεμική μηχανή. Στην Τουρκία, πρακτικά ελέγχουν την πατρίδα τους εκτός των κεντρικών οδικών αρτηριών. Στη Συρία προδομένοι από όλους δεν κιοτεύουν, δεν σκύβουν το κεφάλι, κάνουν πράξη το «Ελευθερία ή Θάνατος». Όλοι μαζί. Εκεί δεν έχουν αντιφά να μιλούν κατά του Κουρδικού Εθνικισμού. Δεν έχουν φιλελέδες να ζητούν την ειρήνη των νεκροταφείων προκειμένου να αναπτύξουν επιχειρείν υπό την pax turca. Δεν υποτιμούν την πραγματικότητα, όπως ο θλιβερός εκείνος Συριζαίος που δήλωνε ότι «θα το ρισκάρουμε με την Τουρκία».
Ξέρουν τι γίνεται, άλλωστε δεν πρέπει να είναι κανείς γεωπολιτικός αναλυτής για να μην καταλαβαίνει τις προθέσεις της Τουρκίας. Αρκεί να μην είναι ραγιάς και προσκυνημένος, αρκεί να μην έχει παρωπίδες νεοταξικές.


Εγκαταλειμμένοι από όλους λοιπόν οι Κούρδοι. Ας πρόσεχαν, θα βιαστεί να πει κάποιος. Τι θέλανε τις συμμαχίες με τους Αμερικάνους; Δεν πρόκειται γι’ αυτό. Οι Κούρδοι, όπως κάθε λαός που έχει στόχους, ελίσσονται ανάμεσα στις αντιθέσεις των ισχυρών και προσπαθούν να τις εκμεταλλευτούν προς όφελος τους, δεν είναι δεδομένα για κανέναν. Κι ο Ρήγας, στα δικά μας μέτρα, το ίδιο προσπάθησε να κάμει, στρεφόμενος προς τις δυνάμεις εκείνες που μπορούσαν να έρθουν σε σύγκρουση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, τους Ρώσους και μετά τους Γάλλους.
Οι Κούρδοι δε δείλιασαν όταν τους εγκατέλειψαν οι Αμερικανοί. Συνδιαλέγονται με τον Άσαντ. Δίνουν έναν αγώνα υπέρ βωμών και αξιών. Σα λαός, στη βάση της Εθνικής τους ταυτότητας, κι όχι σαν Μουσουλμάνοι, άλλωστε οι ίδιοι δεν ασπάζονται όλοι το Ισλάμ. Προέχει το εθνικό στοιχείο που εγκολπώνει τόσο τους Μουσουλμάνους Κούρδους όσο και τους Γιεζιντι. Κι ενώ η περιοχή τους επιφυλάσσει στη γυναίκα μια παθητική θέση στην κοινωνία, στους Κούρδους είναι ισότιμες, στην πρώτη γραμμή μαζί με τους άντρες στα άρματα και την πολιτική δράση.
Κι ακόμη, έχουν ένα αυτοδιοικητικό μοντέλο οργάνωσης που προστατεύει την άμεση δημοκρατία και ενθαρρύνει την συμμετοχή όλου του λαού στις αποφάσεις της κοινότητας.
Είναι λοιπόν οι Κούρδοι παράδειγμα προς μίμηση, για το αντιστασιακό / δημοκρατικό τους ήθος, για την περηφάνεια και την αξιοπρέπεια τους, για την περιφρόνηση στο θάνατο, για την αγάπη στην ελευθερία. Κι αν αντέξουν, η αντίσταση τους θα γεννήσει μιαν αντιτουρκική δυναμική σε όλο τον πλανήτη.
Τις Αξίες τους μέχρι πρόσφατα τις είχαμε κι εμείς, αλλά τις πετάξαμε στα σκουπίδια για χάρη του καταναλωτισμού και τις κάθε δικαιωματικής ιδεοληψίας που καλλιεργεί χρόνια εδώ ο εθνομηδενισμός και ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός με τα ντόπια τσιράκια του
Και βέβαια, η ζωή αυτή που είχαμε πια επιλέξει, είναι στο έλεος της Τουρκίας. Από τη μεγαλοθυμία της εξαρτάται. Και αν δεν μας την έχει διαλύσει ακόμα, είναι γιατί στα βουνά του Κουρδιστάν κάποιοι αντιστέκονται, κάποιοι παλεύουν και για μας.


Όμως αυτό έχει ημερομηνία λήξεως. Αν δεν αντισταθούμε, οι επόμενοι είμαστε εμείς. Οι κονδυλοφόροι της υποταγής. ήδη μας λένε ότι αυτό είναι μάταιο, ότι πρέπει να αναγνωρίσουμε την ισχύ της Τουρκίας και να υποταχτούμε σ ’αυτήν για να κρατήσουμε μια ζωή ταπεινωμένη, μια ζωή που δεν θα είναι ζωή.
Τις δυνάμεις τις έχουμε για να αντισταθούμε. Και την επινοητικότητα να αναπτύξουμε με δικά μας μέσα και δυνάμεις αντίστασης και διαμόρφωσης αποτρεπτικής ισχύος. Αυτό που χρειάζεται είναι να αντιμετωπίσουμε και τον εσωτερικό εχθρό, τα γιουσουφάκια που ελέγχουν το κράτος και μας εμποδίζουν να πετάξομε.
Ήδη, οι Κούρδοι μας δίδουν μια παράταση ζωής. Εμείς οφείλουμε να ακολουθήσουμε το παράδειγμά τους, που είναι και το δικό μας παλιό παράδειγμα.

18 Οκτωβρίου, 2019 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | Σχολιάστε

ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΗΜΑΙΑ, ΓΙΑ ΜΙΑ ΤΙΜΗ…

«… ο γιος μου αναγνώρισε το λάθος του και μετάνιωσε γι’ αυτό. Σας διαβεβαιώνω ότι δε θα επαναληφθεί…»
Με αυτά τα λόγια κλείνει η επιστολή συγνώμης του πατέρα του 16χρονου που κατέβασε την τουρκική σημαία από το σχολείο του χωριού του. Μια ενέργεια που, στις μέρες αυτές που νιώθομε ανήμποροι να αντιδράσομε στην επιθετικότητα της Τουρκίας, μας έστειλε ένα φως ελπίδας.
Η πράξη του 16χρονου ήταν πράξη που ταιριάζει σε λαό που έχει κατακτηθεί και ζει στη σκλαβιά. Πράξη που οφείλει να κάνει ανάμεσα σε πολλές άλλες πράξεις αντίστασης ένας ολόκληρος λαός που κρατά ψηλά τη σημαία της αξιοπρέπειας, της τιμής, που πιστεύει στα δίκαιά του, κι όχι ένα παιδί του μόνο. Ένας λαός που δεν έχει παραδοθεί στη μοίρα του, που τον καλεί το πρόσφατο και το παλιό του παρελθόν να κάμει το χρέος του.
Ο λαός μας στην Κύπρο και στην Ελλάδα δείχνει να έχει αποδεχτεί το ρόλο του ραγιά, 200 χρόνια μετά το 1821, 75 χρόνια μετά τον ενωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ. Σ’ αυτό συμβάλλουν πολλά: Οι πολιτικές και οι πολιτικοί της υποταγής, η διαρκής ταπείνωση, το βόλεμα σε μια καταναλωτική ευωχία, ο φόβος του πολέμου, η τρομοκράτηση της κοινωνίας από τα ΜΜΕ με στόχο την εμπέδωση των υποχωρήσεων «προκειμένου να ζήσουμε ειρηνικά», έχουν διαμορφώσει μια κοινωνία φοβική, που αρνείται να παλέψει. Παραδείγματα της ιστορίας της, από το Γλέζο μέχρι τον Παπαλεοντίου και το Σολωμού μέχρι τους συνομήλικους του τωρινού ήρωα που κατέβαζαν σημαίες των Άγγλων το 1955, της είναι ξένα πια. Παραδείγματα γειτονικών λαών όπως στη Γάζα και το Κουρδιστάν, και πιο μακρινών, όπως στην Τσιάπας, παραδείγματα παλλαϊκής αντίστασης και αυτοθυσίας τους ξεβολεύουν από την αδράνεια της υποταγής, δεν τα ακούν, δεν τα θέλουν. Δε μπορούν να κοιτάξουν στα μάτια την αντιστασιακή τους παράδοση και να τη συνεχίσουν. Finis Graeciae;


Θα ήταν λάθος να επικεντρωθούμε στον πατέρα και την επιστολή του, τη στιγμή που έπεσε πάνω στο γιο του ένα ολόκληρο σύστημα να τον κατασπαράξει. Τη σημαία κατέβασε ένας έφηβος απηχώντας τις κρυφές ελπίδες ενός λαού, και την επιστολή συγνώμης συνέγραψε ένα ολόκληρο σύστημα που ευαγγελίζεται την υποταγή και τον εξανδραποδισμό, που απειλήθηκε από αυτόν που αποκατέστησε στιγμιαία μια προσβολή στο χωριό του Αυξεντίου, τη στιγμή που η ΑΟΖ μας είναι διάτρητη από τα τουρκικά γεωτρύπανα και ο λαός μας τελεί υπό κατοχή, δυτική και τουρκική, στην Ελλάδα και την Κύπρο.
Είναι το ίδιο σύστημα που πρόδωσε τη Μακεδονία, που παραδίδει τη Θράκη στους Τούρκους, που ανέχεται την αλλαγή της πληθυσμιακής σύνθεσης μέσω της μετανάστευσης. Είναι το ίδιο που δεν έχει σχέδιο για την εξωτερική πολιτική, που ενεργεί ως φερέφωνο των γεωπολιτικών του αφεντικών, που προετοιμάζει την κοινή γνώμη μέσα από την τρομολαγνεία για την αποδοχή της συνεκμετάλλευσης στο Αιγαίο.
Όσοι βιαστούν να καταδικάσουν τον πατέρα που βρέθηκε στο κέντρο μιας ασφυκτικής πίεσης από δικούς και ξένους, ας κοιτάξουν στον καθρέφτη τους πρώτα. Κι ας αναλογιστούν ποια κάλυψη πρόσφερε η κοινωνία μας στον έφηβο συνεχιστή μιας αντιστασιακής παράδοσης. Ποια συμπαράσταση του επέδειξε.
Η πράξη του έφηβου που έκαμε το ελάχιστο αυτονόητο, τελικά είναι ακόμα πιο σημαντική απ’ ό,τι αρχικά φάνηκε. Γιατί είναι μια πράξη μοναχική, που δε βγήκε από την κοινωνία την ίδια και το αντιστασιακό της φρόνημα, δεν είχε παραδείγματα που ο ένας παρέσερνε τον άλλο σε πράξεις ηρωισμού, όπως στον Ενωτικό Αγώνα. Κι όμως την αποτόλμησε. Κι έφερε την πολιτική της υποταγής στα όριά της, την ξεσκέπασε και την ανάγκασε να στηρίξει ανοιχτά το δυνάστη.


Το κατέβασμα της σημαίας από τον έφηβο, τη στιγμή που συνομήλικοί του περνούν το χρόνο τους μ’ ένα κινητό στο χέρι αποχαυνωμένοι, εξέθεσε ανοιχτά τον τύπο, την πολιτική ηγεσία, την κοινωνία της καταναλωτικής αφασίας και της εθελοτυφλίας. Όλοι αυτοί αποκατέστησαν τη διασαλευθείσα τάξη. Επέστρεψαν τη σημαία για να ξανατοποθετηθεί στην κατεχόμενη Λύση. Επέστρεψαν τη φωτογραφία του Ντενκτάς να κοσμεί τις αίθουσες του σχολείου. Δήλωσαν υποταγή και ελπίζουν στο έλεος του δυνάστη. Η κατοχή επιβεβαιώθηκε, η οικογένεια του δράστη ταπεινώθηκε, δε θα ξανατολμήσει κανείς να προκαλέσει.
Επιστρέφοντας τη σημαία αναγνωρίζομε ότι αυτή νομίμως βρίσκεται εκεί, τη στιγμή που εμείς δε ζητήσαμε την επιστροφή των εδαφών μας, των ζωών που χάθηκαν, τα κόκκαλα των νεκρών μας. Ο κυρίαρχος μας ταπεινώνει κι εμείς βρισκόμαστε με το κεφάλι σκυφτό, αποδεχόμενοι διαρκείς προσβολές.
Όμως, το όλο περιστατικό πρέπει να το δούμε σα μιαν αρχή κι όχι σαν ένα τέλος. Πρέπει να καταλάβομε τις αδυναμίες μας, αρχίζοντας από αυτούς που εμείς επιτρέπομε να μας κυβερνούν, από το εσωτερικό μας δηλαδή μέτωπο. Κι αυτούς θα πρέπει να τους στείλουμε σπίτια τους, ενώ παράλληλα θα διαμορφώνομε απαντήσεις στο πώς θα αντισταθούμε. Γιατί η βούλησή μας να μην επιτρέψομε την εξαφάνισή μας, πρέπει να λάβει σάρκα και οστά μέσα από μια πολιτική διαφορετική κι αυτό σημαίνει ότι κι εμείς οι ίδιοι θα πρέπει ν’ αλλάξομε.
Μια πολιτική αντίστασης θα πρέπει να αξιοποιήσει το δυναμικό του λαού μας, την επινοητικότητά του, τη δυνατότητά του να κάνει αντάρτικο όταν βρίσκεται σε πιο αδύναμη θέση. Θα πρέπει να αντιμετωπίσει κομβικά επάλληλα ζητήματα όπως το δημογραφικό και την παραγωγική ανασυγκρότηση συγχρόνως με την απόκρουση της τουρκικής απειλής, που χρησιμοποιεί και το μεταναστευτικό. Δηλαδή θα πρέπει να κάνει τα αδύνατα δυνατά;


Στη σημερινή νοοτροπία της υποταγής και του προσωπικού βολέματος, αυτό φαντάζει πράγματι ακατόρθωτο. Όμως, στη μεγάλη διαδρομή μας στην ιστορία, τέτοιες καταστάσεις θα φαίνονταν πολύ εύκολες σ’ ένα λαό που είχε επιλέξει να μην υπολογίζει τις θυσίες προκειμένου να κρατήσει την ταυτότητά του. Εκείνοι που μας έφεραν ως εδώ έχουν να μας παρουσιάσουν μια μεγάλη σειρά από ήρωες και μάρτυρες. Κάποτε θα πρέπει κι εμείς να τους κοιτάξομε στα μάτια, και να βγάλομε τους δικούς μας άντρες που δε δειλιούν, αντί να αναφερόμαστε στους παλιούς με την ευκαιρία κάποιας επετείου και αμέσως μετά να επιστρέφομε στην υποταγμένη μας ζωή.

17 Σεπτεμβρίου, 2019 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , | Σχολιάστε

ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτὴν πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον ― ἐκεῖ ανάμεσα ἐσώζετο ἀκόμη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Δὲν ὑπῆρχε πλέον οἰκία ὀρθή, δὲν ὑπῆρχε στέγη καὶ ἄσυλον, εἰς ὅλον τὸ ὀροπέδιον ἐκεῖνο, παρὰ τὴν ἀπορρῶγα ἀκτήν. Μόνος ὁ μικρὸς ναΐσκος ὑπῆρχε, καὶ εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου ὁ Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας εἶχε κτίσει μικρὸν ὑπόστεγον, καλύβην μᾶλλον ἢ οἰκίαν, λαβὼν τὴν ξυλείαν, ὅσην ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ, καί τινας λίθους ἀπὸ τὰ τόσα τριγύρω ἐρείπια, διὰ νὰ στεγάζεται προχείρως ἐκεῖ καὶ καπνίζῃ ἀκατακρίτως τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν*, ἔξω τοῦ ναοῦ, ὁ φιλέρημος γέρων.

Ὁ ναΐσκος ἦτο ἰδιόκτητος· πρᾶγμα σπάνιον εἰς τὸν τόπον, λείψανον παλαιοῦ θεσμοῦ· ἦτον κτῆμα αὐτοῦ τοῦ γέροντος Φραγκούλα. Ὁ ἀξιότιμος πρεσβύτης, φέρων ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα προεστοῦ, ὡραῖον φέσι τοῦ Τουνεζίου, ἐπανωβράκι* τσόχινον, μὲ ζώνην πλατεῖαν κεντητήν, μακρὰν τσιμπούκαν μὲ ἠλέκτρινον μαμέν, καὶ κρατῶν μὲ τὴν ἀριστερὰν ἠλέκτρινον μακρὸν κομβολόγιον, δὲν ἦτο καὶ πολὺ γέρων, ὣς πενηνταπέντε χρόνων ἄνθρωπος. Κατήγετο ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτέραν καὶ πλέον γνησίως αὐτόχθονα οἰκογένειαν τοῦ τόπου. Ἦτον ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας εὐσταλής, ὑψηλός, λεπτὸς τὴν μέσην, μελαχροινός, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας τοῦ προσώπου, δασείας ὀφρῦς, ὀφθαλμοὺς μεγάλους, ὀγκώδη ρῖνα, χονδρὰ χείλη προέχοντα. Ἠγάπα πολὺ τὰ μουσικά, τά τε ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ ἐξωτερικά, ὑπῆρξε δὲ μὲ τὴν χονδρὴν ἀλλὰ παθητικὴν φωνήν του ψάλτης καὶ τραγουδιστὴς εἰς τὸν καιρόν του μέχρι γήρατος.

Τὴν Σινιώραν, ὡραίαν νέαν, λεπτοφυῆ, λευκοτάτην, τὴν εἶχε νυμφευθῆ ἀπὸ ἔρωτα. Ἤδη εἶχε συζήσει μαζί της ὑπὲρ τὰ εἴκοσι πέντε ἔτη, καὶ εἶχεν ἀποκτήσει τέσσαρας υἱοὺς καὶ τρεῖς θυγατέρας. Ἀλλὰ τώρα, εἰς τὸν οὐδὸν τοῦ γήρατος, δὲν συνέζη πλέον μαζί της.

Εἶχε χωρίσει ἅπαξ ἤδη, ἀφοῦ ἐγεννήθησαν τὰ τέσσαρα πρῶτα παιδία, δύο υἱοὶ καὶ δύο θυγατέρες· ὁ πρῶτος οὗτος χωρισμὸς διήρκεσεν ἐπί τινας μῆνας. Εἶτα ἐπῆλθε συνδιαλλαγὴ καὶ συμβίωσις πάλιν. Τότε ἐγεννήθησαν ἄλλα δύο τέκνα, υἱὸς καὶ θυγάτριον. Εἶτα ἐπῆλθε δεύτερος χωρισμός, ὑπὲρ τὸ ἔτος διαρκέσας. Μετὰ τὸν χωρισμόν, δευτέρα συνδιαλλαγη. Τότε ἐγεννήθη ὁ τελευταῖος υἱός. Ἀκολούθως ἐπῆλθε μακρὸς χωρισμὸς μεταξὺ τῶν συζύγων. Ὁ τελευταῖος οὗτος χωρισμός, μετὰ πολλὰς ἀγόνους ἀποπείρας συνδιαλλαγῆς, διήρκει ἤδη ἀπὸ τριῶν ἐτῶν καὶ ἡμίσεος. Δὲν ἦτο πλέον φόβος νὰ γεννηθοῦν ἄλλα τέκνα. Ἡ Σινιώρα ἦτον ὑπερτεσσαρακοντοῦτις ἤδη.

Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, τῆς 13 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 186… ἐκάθητο μόνος, ὁλομόναχος, ἔξω τοῦ ναΐσκου, εἰς τὸ προαύλιον, ἔμπροσθεν τῆς καλύβης τὴν ὁποίαν εἶχε κτίσει, ἐκάπνιζε τὸ τσιμπούκι του, κ᾿ ἐρρέμβαζεν. Ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸν λουλὰν ἀνέθρῳσκε καὶ ἀνέβαινεν εἰς κυανοῦς κύκλους εἰς τὸ κενόν, καὶ οἱ λογισμοὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐφαίνοντο νὰ παρακολουθοῦν τοὺς κύκλους τοῦ καπνοῦ, καὶ νὰ χάνωνται μετ᾿ αὐτῶν εἰς τὸ ἀχανές, τὸ ἄπειρον. Τί ἐσκέπτετο;

Βεβαίως, τὴν σύζυγόν του, μὲ τὴν ὁποίαν ἦσαν εἰς διάστασιν, καὶ τὰ τέκνα του, τὰ ὁποῖα σπανίως ἔβλεπεν. Ἐσχάτως τοῦ εἶχον παρουσιασθῆ, πρώτην φορὰν εἰς τὴν ζωήν του, καὶ οἰκονομικαὶ στενοχωρίαι. Ὁ Φραγκούλας ἦτο μεγαλοκτηματίας. Εἶχε παμπόλλους ἐλαιῶνας, ἀμπέλια ἀρκετά, καὶ χωράφια ἀμέτρητα. Μόνον ἀπὸ τὸν ἀντίσπορον τῶν χωραφίων ἠμποροῦσε νὰ μὴν ἀγοράζῃ ψωμὶ δι᾿ ὅλου τοῦ ἔτους, αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του. Οἱ δὲ ἐλαιῶνες, ὅταν ἐκαρποφόρουν, ἔδιδον ἀρκετὸν εἰσόδημα. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ δὲν εἰργάζετο ποτὲ μόνος του, τὰ ἔξοδα «τὸν ἔτρωγαν»! Εἶτα αὐξανομένης τῆς οἰκογενείας, συνηυξάνοντο καὶ αἱ ἀνάγκαι. Καὶ ὅσον ηὔξανον τὰ ἔξοδα, τόσον τὰ ἔσοδα ἠλαττοῦντο. Ἦλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», ἀφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Εἶτα, διὰ πρώτην φοράν, ἔλαβεν ἀνάγκην μικρῶν δανείων. Δὲν ἐφαντάζετο ποτὲ ὅτι μία μικρὰ κάμπη ἀρκεῖ διὰ νὰ καταστρέψῃ ὁλόκληρον φυτείαν. Ἀπηυθύνθη εἰς ἕνα τοκογλύφον τοῦ τόπου.

Οἱ τοιοῦτοι ἦσαν ἄνθρωποι «φερτοί», ἀπ᾿ ἔξω, καὶ ὅταν κατέφυγον εἰς τὸν τόπον, ἐν ὥρᾳ συμφορᾶς καὶ ἀνεμοζάλης, κατὰ τὴν Μεγάλην Ἐπανάστασιν ἢ κατὰ τὰ ἄλλα κινήματα τὰ πρὸ αὐτῆς, ἀρχομένης τῆς ἑκατονταετηρίδος, κανεὶς δὲν ἔδωκε προσοχὴν καὶ σημασίαν εἰς αὐτούς.

Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ οἱ ἐντόπιοι εἶχον ἀποκλειστικὴν προσήλωσιν εἰς τὰ κτήματα, οὗτοι, οἱ ἐπήλυδες, ὡς πράττουσιν ὅλοι οἱ φύσει καὶ θέσει Ἑβραῖοι, ἔδωκαν ὅλην τὴν σημασίαν καὶ τὴν προσοχήν των εἰς τὰ χρήματα. Ἤνοιξαν ἐργαστήρια, μαγαζεῖα, κ᾿ ἐμπορεύοντο, κ᾿ ἐχρηματίζοντο. Εἶτα ἦλθεν ὥρα, ὅπως καὶ τώρα καὶ πάντοτε συμβαίνει, ὁπότε οἱ ἐντόπιοι ἔλαβον ἀνάγκην τῶν χρημάτων, καὶ τότε ἤρχισαν νὰ ὑποθηκεύουν τὰ κτήματα. Ἑωσότου παρῆλθε μία γενεά, ἢ μία καὶ ἡμίσεια, καὶ τὰ χρήματα ἐπέστρεψαν εἰς τοὺς δανειστάς, συμπαραλαβόντα μεθ᾿ ἑαυτῶν καὶ τὰ κτήματα.

Ἕως τότε δὲν εἶχε συλλογισθῆ τοιαῦτα πράγματα ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας, οὔτε τὸν ἔμελε ποτέ του περὶ χρημάτων. Ἀλλ᾿ ἐπ᾿ ἐσχάτων, εἶχε λάβει ἀνάγκην καὶ δευτέρου καὶ τρίτου δανείου, καὶ οἱ δανεισταὶ προθύμως τοῦ ἔδιδαν, ἀλλ᾿ ἀπῄτουν νὰ τοὺς καθιστᾷ ὑπέγγυα τὰ καλύτερα κτήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἕκαστον εἶχε, κατ᾿ αὐτὸν ἐκτιμητήν, δεκαπλασίαν ἀξίαν τοῦ ποσοῦ τοῦ δανειζομένου. Πλὴν φεῦ! αὐτὸς δὲν ἦτο ὁ μόνος καημός του…

Ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας δὲν ἐφόρει πλέον τὸ ὡραῖόν του μαῦρον φέσι, τὸ τουνεζιάνικον· ἔφερεν οἰκιακὸν μαῦρον σκοῦφον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς. Ἀλλ᾿ εὑρίσκετο σήμερον εἰς τὴν ἐξοχήν. Ἐὰν τὸν συνηντῶμεν τὴν προτεραίαν εἰς τὴν ἀγοράν, κάτω εἰς τὴν πολίχνην, θὰ ἐβλέπομεν ὅτι εἶχε βάψει μαῦρον τὸ φέσι του… Εἶχε πρόσφατον πένθος.

«Ἄχ! Τό ᾽χασα, τὸ καημένο μ᾿, τὸ εὐάγωγο, τό ᾽χασα!»

Ὁ γερο-Φραγκούλης ἐστέναξε, καὶ εἶχε δίκαιον νὰ στενάξῃ. Τὸ καλύτερον κοράσιόν του, τὸ τρίτον, τὸ μικρότερον, δεκατετραετὲς μόλις τὴν ἡλικίαν ―τὸ ὁποῖον εἶχε γεννηθῆ κατά τι διάλειμμα ἔρωτος μεταξὺ δύο χωρισμῶν― τοῦ εἶχεν ἀποθάνει πρὸ ὀλίγων μηνῶν…

Καὶ αὐτὸς ἦλθεν εἰς τὴν Παναγίαν, διὰ νὰ κλαύσῃ καὶ νὰ πῇ τὸν πόνον του. Ἦτον κτῆμά του ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Τὸ ἐκκλησίδιον ἦτον εὐπρεπέστατον, ὡραῖα στολισμένον καὶ εἶχε καλὰς εἰκόνας, καὶ μάλιστα τὴν φερώνυμον, τὴν γλυκεῖαν Παναγίαν τὴν Πρέκλαν, σκαλιστὸν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλεον καὶ μανουάλια ὀρειχάλκινα, κανδήλια ἀργυρᾶ. Ἔφερε πάντοτε ὁ ἰδιοκτήτης μαζί του τὴν βαρεῖαν ὑπερμεγέθη κλεῖδα τῆς δρυΐνης θύρας τῆς στερεᾶς, καὶ δὲν ἔλειπε συχνὰ νὰ ἐπισκέπτεται τὴν Παναγίαν του· ἱερόσυλος εὐτυχῶς κανεὶς ἀκόμη δὲν εἶχεν ἀναφανῆ εἰς τὰ μέρη αὐτά.

Ἦτον ἡ προπαραμονὴ τῆς ἑορτῆς, ὅτε θὰ ἐτελεῖτο πανήγυρις εἰς τὸν ναΐσκον, τιμώμενον ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς Κοιμήσεως. Θὰ ἤρχοντο ἀπὸ τὸν τόπον πολλαὶ οἰκογένειαι καὶ ἄτομα, δωδεκάδες τινὲς προσκυνητῶν καὶ πανηγυριστῶν, καὶ ὁ παπα-Νικόλας, ὁ συμπέθερός του. Εἰς τὸν παπα-Νικόλαν ὁ Φραγκούλας ἔδιδε διὰ τὸν κόπον του ἓν τάλληρον, περιπλέον δὲ εἰσέπραττεν ὁ παπὰς διὰ λογαριασμόν του τὰς δεκάρας, ὅσας ἔδιδαν αἱ γυναῖκες «διὰ νὰ γράψουν τὰ ὀνόματα» ἢ τὰ «ψυχοχάρτια».

Ὅλα τ᾿ ἄλλα, προσφοράς, ἀρτοκλασίας, πώλησιν κηρίων, κτλ. τὰ εἰσέπραττεν ὁ Φραγκούλας ὡς εἰσόδημα ἰδικόν του…

Καὶ τώρα τοὺς ἐπερίμενε νὰ ἔλθουν πάλιν… καὶ ἀνελογίζετο πῶς ἄλλοτε, ὅταν ἦτον νέος ἀκόμη, μετὰ τὸν πρῶτον χωρισμὸν ἀπὸ τὴν γυναῖκά του, ἡ πανήγυρις αὐτὴ τῆς Παναγίας τῆς Κοιμήσεως ἔγινεν ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐπέλθῃ συνδιαλλαγὴ μετὰ τῆς γυναικός του. Κατόπιν τῆς συνδιαλλαγῆς ἐκείνης ἐγεννήθη ὁ τρίτος υἱός, καὶ τὸ Κουμπώ, τὸ θυγάτριον τὸ ὁποῖον ἐθρήνει τώρα ὁ γερο-Φραγκούλας…

«Τό ᾽χασα τὸ καημένο μου, τὸ εὐάγωγο, τό ᾽χασα!…»

Ὤ, δὲν ἐλυπεῖτο τώρα τόσον πολὺ τὸν ἀπὸ τῆς γυναικός του χωρισμόν ―τὴν ὁποίαν ἄλλως τρυφερῶς ἠγάπα― ὅσον ἐθρήνει τὴν σκληρὰν ἀπώλειαν ἐκείνην τῆς κορασίδος, τὴν ὁποίαν εἰς τὸν ἄλλον κόσμον ἤλπιζε μόνον νὰ ἐπανεύρῃ… Καὶ κατενύσσετο πολὺ ἡ καρδία του κ᾿ ἐθλίβετο… Καὶ ἀνελογίσθη ὅτι τὸ πάλαι ἐδῶ οἱ χριστιανοί, ὅσοι ἦσαν ὡς αὐτὸς τεθλιμμένοι, εἰς τὸν ναΐσκον αὐτὸν τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας, ἤρχοντο τὰς ἡμέρας αὐτὰς νὰ εὕρωσι, διὰ τῆς ἐγκρατείας καὶ τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ ἱεροῦ ᾄσματος, ἀναψυχὴν καὶ παραμυθίαν… Τὸν παλαιὸν καιρόν, πρὸ τοῦ Εἰκοσιένα, ὅταν τὸ σήμερον ἔρημον καὶ κατηρειπωμένον χωρίον ἐκατοικεῖτο ἀκόμη, ὅλοι οἱ κάτοικοι καὶ τῶν δύο ἐνοριῶν ἤρχοντο εἰς τὸν ναὸν τῆς Πρέκλας, ὅστις ἦτο ἁπλοῦν παρεκκλήσιον, ν᾿ ἀκούσωσι τὰς ψαλλομένας Παρακλήσεις, καθ᾿ ὅλον τὸν Δεκαπενταύγουστον…

Ἄφησεν εἰς τὴν ἄκρην τὸ τσιμπούκι, τὸ ὁποῖον εἶχε σβήσει ἤδη ἀνεπαισθήτως, ἐν μέσῳ τῆς ἀλλοφροσύνης καὶ τῶν ρεμβασμῶν τοῦ καπνιστοῦ, καὶ ἀκουσίως ἤρχισε νὰ ὑποψάλλῃ.

Ἔλεγε τὸν Μέγαν Παρακλητικὸν κανόνα τὸν εἰς τὴν Παναγίαν, ὅπου διεκτραγῳδοῦνται τὰ παθήματα καὶ τὰ βάσανα μιᾶς ψυχῆς, καὶ τὴν σειρὰν ὅλην τῶν κατανυκτικῶν ὕμνων, ὅπου εἷς βασιλεὺς Ἕλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, ἀπὸ Λατίνους καὶ Ἄραβας καὶ τοὺς ἰδικούς του, διεκτραγῳδεῖ πρὸς τὴν Παναγίαν τοὺς ἰδίους πόνους του, καὶ τοὺς διωγμοὺς ὅσους ὑπέφερεν ἀπὸ τὰ στίφη τῶν βαρβάρων, τὰ ὁποῖα ὀνομάζει νέφη.

Εἶτα, κατὰ μικρόν, ἀφοῦ εἶπεν ὅσα τροπάρια ἐνθυμεῖτο ἀπὸ στήθους, ὕψωσεν ἀκουσίως τὴν φωνήν, καὶ ἤρχισε νὰ μέλπῃ τὸ ἀθάνατον ἐκεῖνο:

«Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε,
Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ, κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα.
Καὶ σύ, Υἱὲ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα».

… Καὶ εἶτα προσέτι, παρεκάλει διὰ τοῦ ᾄσματος τὴν Παναγίαν, νὰ εἶναι μεσίτρια πρὸς τὸν Θεόν, «μὴ μοῦ ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων…» Ὤ, αὐτὸ εἶχε τὴν δύναμιν καὶ τὸ προνόμιον νὰ κάμνῃ πολλὰ ζεύγη ὀφθαλμῶν νὰ κλαίωσι τὸν παλαιὸν καιρόν, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἔκλαιον ἀκόμη ἑκούσια δάκρυα ἐκ συναισθήσεως…

Ὁ γερο-Φραγκούλας ἐπίστευε καὶ ἔκλαιεν… Ὤ, ναί, ἦτον ἄνθρωπος ἀσθενής· ἠγάπα καὶ ἡμάρτανε καὶ μετενόει… Ἠγάπα τὴν θρησκείαν, ἠγάπα καὶ τὴν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα του, ἐπόθει ἀκόμη τὸν συζυγικὸν βίον, ἐπόθει καὶ τὸν βίον τὸν μοναχικόν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχεν ἀγαπήσει ἐξ ὅλης καρδίας τὴν Σινιωρίτσαν του… καὶ τὴν ἠγάπα ἀκόμη. Ἀλλ᾿ ὅσον τρυφερὸς ἦτο εἰς τὸν ἔρωτα, τόσον εὐεπίφορος εἰς τὸ πεῖσμα, καὶ τόσον γοργὸς εἰς ὀργήν. Ὤ! ἀτέλειαι τῶν ἀνθρώπων.

Τώρα, εἰς τοὺς τελευταίους χρόνους, εἶχε γνωρίσει ἀκόμη καὶ τὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, τὸ παράπονον τῆς ξεπεσμένης ἀρχοντιᾶς, τὰς πιέσεις καὶ τὰς ἀπειλὰς τῶν τοκογλύφων. «Τὸ διάφορο, κεφάλι*! τὸ διάφορο, κεφάλι!» Ἐπὶ τέσσαρας ἐνιαυτοὺς ἦτο ἀφορία, αἱ ἐλαῖαι δὲν ἐκαρποφόρησαν· ὁ καρπὸς εἶχε προσβληθῆ ἀπὸ ἄγνωστον ἀσθένειαν, διὰ τὰς ἁμαρτίας τῶν ἰδιοκτητῶν. Εἶχαν κιτρινίσει καὶ μαυρίσει αἱ ἐλαῖαι, καὶ ἦσαν γεμᾶται ἀπὸ βοῦλες, καὶ εἶχαν πέσει ἄκαιρα. Τόσα «ὑποστατικά», τόσα «μούλκια»*, τόσο «βιός», ἀγύριστα* κτήματα, σχεδὸν τσιφλίκια, ἠπειλοῦντο νὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας τῶν τοκογλύφων. ― Ἐγέννα ἢ ὄχι ἡ γῆ, ἐκαρποφόρουν ἢ ὄχι τὰ δένδρα, ὁ τόκος δὲν ἔπαυε. Τὰ κεφάλαια «ἔτικτον». Ἔπαυσε νὰ τίκτῃ ἡ γόνιμος (ὅπως λέγει ὁ Ἅγ. Βασίλειος), ἀφοῦ τὰ ἄγονα ἤρχισαν κ᾿ ἐξηκολούθουν νὰ τίκτουν…

Ἀνελογίζετο αὐτά, κ᾿ ἔκλαιεν ἡ ψυχή του. Δὲν ἤλπιζε πλέον, οὔτε ηὔχετο σχεδόν, νὰ ἤρχετο ἡ Σινιωρίτσα αὔριον, εἰς τὴν πανήγυριν, ὅπως ἤρχετο τακτικὰ κάθε χρόνον, ἄλλοτε, ὅταν ἦσαν «μονοιασμένοι» ― ὅπως εἶχεν ἔλθει καὶ ἅπαξ, εἰς καιρὸν ὁποὺ εὑρίσκοντο χωρισμένοι, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν… Τώρα μόνον ἡ ψυχὴ τῆς Κούμπως, τῆς ἀθῴας μικρᾶς παρθένου, εἴθε νὰ παρίστατο ἀοράτως εἰς τὴν πανήγυριν, ἀγαλλομένη.

Ὤ! ἄλλοτε, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν, πρὶν γεννηθῇ ἀκόμη ἡ Κούμπω ― ναί, ἡ Παναγία εἶχε δωρήσει τὸ ἁβρὸν ἐκεῖνο ἄνθος εἰς τὸν Φραγκούλην καὶ τὴν Σινιώραν, καὶ ἡ Παναγία πάλιν τὸ εἶχε δρέψει καὶ τὸ εἶχεν ἀναλάβει πλησίον της, πρὶν μολυνθῇ ἐκ τῆς ἐπαφῆς τῶν ματαίων τοῦ κόσμου… Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχε συμβῆ ὁ πρῶτος χωρισμός, τὸ πρῶτον πεῖσμα, τὸ πρῶτον κάκιωμα μεταξὺ τῶν συζύγων. Καὶ ὁ Φραγκούλης, θυμώδης, ὀξύχολος, δριμύς, εἶχεν ἀναβῆ, ὅπως τώρα, ἀπὸ τὴν πολίχνην τὴν κατοικημένην εἰς τὸ παλαιὸν χωρίον τὸ ἔρημον, τοῦ ὁποίου ἐσώζοντο τότε ἀκόμη ὀλίγισται οἰκίαι, καὶ δὲν ἦτο ἐρείπιον ὅλον, ὅπως σήμερον. Καὶ καθὼς τώρα, εἶχεν ἔλθει δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς ἑορτῆς εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Πρέκλας, ἐκάθητο δὲ εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ναΐσκου κ᾿ ἐκάπνιζε τὸ μακρὸν τσιμπούκι μὲ τὸ ἠλέκτρινον ἐπιστόμιον. Πλὴν τότε τὸ φέσι του ἦτο κατακόκκινον, καὶ τώρα ἐφόρει μαῦρον σκοῦφον… Καὶ τότε ὁ Φραγκούλης ἦτον σαράντα χρόνων, καὶ τώρα ἦτον πενηνταπέντε… Τότε ἔτρεφε πεῖσμα καὶ χολήν, ἀλλ᾿ εἶχε πολὺ περισσότερον καὶ βαθύτερον συζυγικὸν ἔρωτα, καὶ μόνον νύξιν ἤθελεν· ἦτον ἕτοιμος νὰ συγχωρήσῃ· καὶ ν᾿ ἀγαπήσῃ… Ἀλλὰ τώρα δὲν ἔχει πλέον οὔτε πεῖσμα σχεδὸν οὔτε ὀργήν, ἠγάπα τὴν Σινιώραν, τὴν ἐπόνει, ἀλλ᾿ ἔκλαιε πολὺ περισσότερον διὰ τὸ θυγάτριόν του, τὸ Κουμπώ, «τὸ καημένο, τὸ εὐάγωγο!»

Ἐκείνην τὴν φοράν, ὁ παπα-Νικόλας, ἅμα ἔφθασε τὴν παραμονήν, ἀκολουθούμενος ἀπὸ πλῆθος προσκυνητῶν διὰ τὴν πανήγυριν, ἐστάθη πλησίον τῆς θύρας τοῦ ναοῦ, παρὰ τὴν γωνίαν, καὶ τοῦ εἶπε μυστηριωδῶς:

― Θά ᾽χῃς μουσαφιρλίκια, θαρρῶ.

― Τί τρέχει, παπά; ἠρώτησε μειδιῶν ὁ Φραγκούλας, ὅστις ἐμάντευσε πάραυτα.

― Θὰ σοῦ ἔλθῃ τ᾿ ἀσκέρι… Κοίταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα, χωρὶς πείσματα…

Ὁ παπάς, ἀσκέρι λέγων, ἐννοοῦσε προφανῶς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Φραγκούλα· ἀλλὰ τάχα μόνον τὰ παιδία τὰ δύο μεγαλύτερα ἐκ τῶν τεσσάρων; ― καθόσον τὰ ἄλλα δύο τὰ μικρά, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ κουβαληθοῦν εἰς διάστημα τριῶν ὡρῶν ὁδοιπορίας χωρὶς τὴν μητέρα των. Ὁ Φραγκούλης ἠθέλησε νὰ βεβαιωθῇ.

― Θά ᾽ρθῃ μαζὶ κ᾿ ἡ μάννα τους;

― Βέβαια… πιστεύω, εἶπεν ὁ παπάς.

Τῷ ὄντι, ὅταν ἐβράδιασε καλά, καὶ ἤρχισε νὰ σκοτεινιάζῃ, ἡ κυρα-Σινιώρα ἦλθε, μαζὶ μὲ τὴν γραῖαν μητέρα της, καὶ μὲ τὰ τέσσαρα παιδιά της, ἐν συνοδίᾳ καὶ ἄλλων προσκυνητριῶν, γειτονισσῶν ἢ συγγενῶν της. Ἀπὸ πολλῶν μηνῶν δὲν εἶχεν ἰδεῖ τὸν σύζυγόν της, ὅστις εἶχε κατοικήσει χωριστά, ― εἰς εὐτελὲς δωμάτιον, χάριν ταπεινώσεως, τὸ ὁποῖον ὠνόμαζε «τὸ κελλί του», καὶ ἔζη ἀπὸ μηνῶν ὡς καλόγηρος. Ἐπλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα· ὁ Φραγκούλης ἵστατο ἐκεῖ, παραπέρα ἀπὸ τὴν θύραν τῆς ἐκκλησίας, κ᾿ ἔκαμνε πὼς ἔβλεπεν ἀλλοῦ, καὶ πὼς ἐπρόσεχεν εἴς τινα ὁμιλίαν περὶ ἀγροτικῶν ὑποθέσεων, μεταξὺ δύο ἢ τριῶν χωρικῶν.

Ἡ Σινιώρα εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναΐσκον, ἐπροσκύνησεν, ἐκόλλησε κηρία, καὶ ἠσπάσθη τὰς εἰκόνας. Εἶτα, μετά τινα ὥραν, ἐξῆλθεν. Ἐπλησίασε συνεσταλμένη, κ᾿ ἐχαιρέτισε τὸν σύζυγόν της. Οὗτος ἔτεινε πρὸς αὐτὴν τὴν χεῖρα, καὶ ἠσπάσθη φιλοστόργως τὰ τέκνα του.

Ἤδη ἐνύκτωνε, καὶ ἐψάλη ὁ Μικρὸς Ἑσπερινός. Ἀκολούθως, μετὰ τὸ λιτὸν σαρακοστιανὸν τὸ ὁποῖον ἔφαγον κατὰ ὁμάδας καθίσαντες οἱ διάφοροι προσκυνηταί, ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, ἐπὶ τῶν χόρτων καὶ τῶν ἐρειπίων, ὁ Φραγκούλης ἡτοίμασεν ἰδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον, πρόχειρον, κατὰ μίμησιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα συνηθίζονται εἰς τὰ μοναστήρια, καὶ φέρων τρεῖς γύρους περὶ τὸν ναόν, τὸ ἔκρουσε μόνος του, πρῶτον εἰς τροχαϊκὸν ρυθμόν, «τὸν Ἀδάμ, Ἀδάμ, Ἀδάμ!» εἶτα εἰς ἰαμβικόν, «τὸ τάλαντον! τὸ τάλαντον!»

Εὐθὺς τότε, τὰ δύο παιδία τοῦ Φραγκούλα, καὶ πέντε ἢ ἓξ ἄλλοι μικροὶ μοσχομάγκαι, ἀνερριχήθησαν ἐπάνω εἰς τὴν στέγην τοῦ ναοῦ, ἄνωθεν τῆς θύρας, καὶ ἤρχισαν νὰ βαροῦν τρελά, ἀλύπητα, ἀχόρταστα, τὸν μικρὸν μισορραγισμένον κώδωνα, τὸν κρεμάμενον ἀπὸ δύο διχαλωτῶν ξύλων ἐκεῖ ἐπάνω. Ὕστερον ἀπὸ πολλὰς φωνάς, μαλώματα καὶ ἐπιπλήξεις τοῦ Φραγκούλα, τοῦ μπαρμπα-Δημητροῦ τοῦ ψάλτου, καὶ τοῦ Παναγιώτου τῆς Ἀντωνίτσας (ἑνὸς καλοῦ χωρικοῦ, ὅστις δὲν ἐκουράζετο νὰ τρέχῃ εἰς ὅλα τὰ ἐξωκκλήσια, καὶ νὰ κάμνῃ «κουμάντο», ἑωσοῦ ἐπὶ τέλους ἡ Δημαρχία ἠναγκάσθη νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ ὡς ἰσόβιον ἐπίτροπον ὅλων τῶν ἐξοχικῶν ναῶν), τὰ παιδία μόλις ἔπαυσαν ὀψέποτε νὰ κρούουν τὸν κώδωνα, κ᾿ ἐξεκόλλησαν τέλος ἀπὸ τὴν στέγην τοῦ ναΐσκου. Ὁ παπα-Νικόλας ἔβαλεν εὐλογητόν, καὶ ἤρχισεν ἡ ἀκολουθία τῆς Ἀγρυπνίας.

Ὁ Φραγκούλας ἦτο τόσον εὐδιάθετος ἐκείνην τὴν ἑσπέραν, ὥστε ἀπὸ τοῦ «Ἐλέησόν με ὁ Θεός», τῆς ἀρχῆς τοῦ Ἀποδείπνου, μέχρι τοῦ «Εἴη τὸ ὄνομα», εἰς τὸ τέλος τῆς Λειτουργίας ―ὅπου ἡ παννυχὶς διήρκεσεν ὀκτὼ ὥρας ἄνευ διαλείμματος― ὅλα τὰ ἔψαλε καὶ τὰ ἀπήγγειλε μόνος του ἀπὸ τοῦ δεξιοῦ χοροῦ, μόλις ἐπιτρέπων εἰς τὸν κὺρ Δημητρόν, τὸν κάτοχον τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ, νὰ λέγῃ κι αὐτὸς ἀπὸ κανένα τροπαράκι, διὰ νὰ ξενυστάξῃ. Ἔψαλε τὸ «Θεαρχίῳ νεύματι» καὶ εἰς τοὺς ὀκτὼ ἤχους μοναχός του, προφάσει ὅτι ὁ κὺρ Δημητρὸς «δὲν εὕρισκεν εὔκολα τὸν ἦχον», ἤτοι δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβῇ ἀβιάστως καὶ ἄνευ χασμωδίας ἀπὸ ἤχου εἰς ἦχον. Εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ, μοναχός του ἐδιάβασε τὸ Συναξάρι, καί, χωρὶς νὰ πάρῃ ἀνασασμόν, μοναχός του πάλιν ἤρχισε τὸν Ἑξάψαλμον. Ἔψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Ἀναβαθμοὺς καὶ προκείμενα, εἶτα ὅλον τὸ «Πεποικιλμένη» ἕως τὸ «Συνέστειλε χορός», καὶ ὅλον τὸ «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου» ἕως τὸ «Δέχου παρ᾿ ἡμῶν». Εἶτα ἔψαλεν Αἴνους, Δοξολογίαν, ἐδιάβασεν Ὥρας καὶ Μετάληψιν, πρὸς χάριν ὅλων τῶν ἡτοιμασμένων διὰ τὴν Θείαν Κοινωνίαν, καὶ εἰς τὴν Λειτουργίαν πάλιν ὅλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, τὸ Χερουβικόν, τὸ «Αἱ γενεαὶ πᾶσαι», τὸ Κοινωνικόν, κτλ. κτλ.

Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐνθυμεῖτο ἀκόμη, ὡς νὰ ἦτον χθές, ὁ γερο-Φραγκούλας, καὶ εἶχον παρέλθει δεκαπέντε ἔτη ἔκτοτε. Ἀκόμη καὶ μικρά τινα φαιδρὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὴν Λιτήν, μικρὸν πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, κατὰ τὴν ἔξοδον τῆς ἱερᾶς εἰκόνος εἰς τὸ ὕπαιθρον. Ἐπειδὴ αἱ γυναῖκες εἶχαν κολλήσει πολλὰ καὶ χονδρὰ κηρία, τὰ πλεῖστα ἔργα αὐτῶν τῶν ἰδίων χειρομάλακτα, τὰ δὲ κηρία συμπλεκόμενα εἰς δέσμας καὶ περιπλοκάδας ἀπὸ τὸν Παναγιώτην τῆς Ἀντωνίτσας, τὸν πρόθυμον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἱερᾶς πανηγύρεως, εἶχαν λαμπαδιάσει, εἰς μίαν στιγμὴν ὀλίγον ἔλειψε νὰ πάρῃ φωτιὰν τὸ φελόνι τοῦ παπᾶ, εἶτα καὶ τὸ γένειόν του. Τότε ὁ Παναγιώτης τῆς Ἀντωνίτσας, μὴ εὑρίσκων ἄλλο προχειρότερον μέσον, ἥρπαζε τὰς ὀγκώδεις δέσμας τῶν φλεγόντων κηρίων, τὰς ἔφερε κάτω εἰς τὸ ἔδαφος, κ᾿ ἐπάτει δυνατὰ μὲ τὰ τσαρούχια του διὰ νὰ τὰ σβήσῃ. Αἱ γυναῖκες δυσφοροῦσαι ἐγόγγυζον, νὰ μὴν πατῇ τὰ κηριά, γιατὶ εἶναι κρῖμα.

Τότε εἷς τῶν παρεστώτων, υἱὸς πλουσίου τοῦ τόπου, ἀπὸ ἐκείνους οἵτινες εἰς τὸ ὕστερον κατέστησαν δανεισταὶ τοῦ Φραγκούλα ―καὶ ὅστις ἐλέγετο ὅτι ἐμελέτα εἰς τὰς ἐκλογὰς νὰ βάλῃ κάλπην ὡς ὑποψήφιος δήμαρχος― ἠκούσθη νὰ λέγῃ ὅτι πρέπει νὰ μάθουν νὰ κάμνουν «οἰκονομία, οἰκονομία στὰ κηριά! ἡ νύχτα μεγαλώνει… ἰσημερία τώρα, κοντεύει… ἔχει νύχτα…»

Ἀλλ᾿ αἱ γυναῖκες, ἐνῷ ἤξευραν, καλύτερα ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅλας τὰς οἰκονομίας τοῦ κόσμου, δὲν ἐννοοῦσαν τί θὰ πῇ «οἰκονομία στὰ κηριά», ἀφοῦ ἅπαξ εἶναι ἀγορασμένα καὶ πληρωμένα, καὶ εἶναι μελετημένα καὶ ταμένα ἐξ ἅπαντος νὰ καοῦν, διὰ τὴν χάριν τῆς Παναγίας. Μία ἀπ᾿ αὐτάς, γερόντισσα, ἀνεπόλησε κάτι τι δι᾿ ἕνα θαῦμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ τὸ συναξάρι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ὅπου ὁ Ἅγιος, εἰς τὴν Σαλονίκην, ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸν νεωκόρον, ἔχοντα τὴν μανίαν νὰ σβήνῃ μισοκαμένα τὰ κηριά ― καὶ ἡ γερόντισσα ἤρχισε νὰ τὸ διηγῆται χθαμαλῇ τῇ φωνῇ εἰς τὴν πλησίον της: «Ἀδελφὲ Ὀνήσιμε, ἄφες νὰ καοῦν τὰ κηρία, ὅσα προσφέρουν οἱ χριστιανοί, καὶ μὴ ἁμαρτάνῃς…»

Τὴν ἰδίαν ὥραν συνέβη καὶ τοῦτο. Ἐνῷ ὁ παπὰς ἀπήγγελλε τὰς μακρὰς αἰτήσεις τῆς Λιτῆς, ἐπισυνάπτων καὶ τὰ ὀνόματα ὅλα, ζωντανὰ καὶ πεθαμένα, ὅσα τοῦ εἶχον ὑπαγορεύσει ἀφ᾿ ἑσπέρας αἱ εὐλαβεῖς προσκυνήτριαι, ὁ Φραγκούλης ἔψαλλε μεγαλοφώνως τὸ τριπλοῦν «Κύριε Ἐλέησον» μὲ τὴν χονδρὴν φωνήν του, καὶ μὲ ὅλον τὸ πάθος τῆς ψαλτικῆς του. Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἐφαίνετο νὰ εἶχε πειραχθῆ ὀλίγον, ἴσως διότι ὁ Φραγκούλας ἐν τῇ ψαλτομανίᾳ του δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ πῇ κ᾿ ἐκεῖνος ἕνα τροπαράκι σωστό (διότι ἅμα ἤρχιζεν ὁ Δημητρὸς τὸ δικό του, ὁ Φραγκούλας, μὲ τὴν γερήν, κεφαλικὴν φωνήν του, ἐκθύμως συνέψαλλε, τοῦ ἥρπαζε τὴν πρωτοφωνίαν, καὶ ὑπέτασσε καὶ ἐκάλυπτε τὴν ἀσθενῆ καὶ τερετίζουσαν φωνὴν ἐκείνου), ἔλαβε τὸ θάρρος νὰ τοῦ κάμῃ παρατήρησιν.

― Πιὸ σιγά, πιὸ ταπεινά, κὺρ Φραγκούλη· σιγανώτερα νὰ τὸ λὲς τὸ Κύριε ἐλέησον, γιατὶ δὲν ἀκούονται τὰ ὀνόματα, καὶ θέλουν οἱ γυναῖκες νὰ τ᾿ ἀκοῦνε.

Εἶχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αἱ γυναῖκες ἀπῄτουν νὰ λέγωνται ἐκφώνως τὰ ὀνόματα, ὅσα εἶχαν εἰπεῖ εἰς τὸν παπὰν νὰ γράψῃ. Ἐννοοῦσαν νὰ τ᾿ ἀκούῃ κι ὁ Θεὸς κ᾿ ἡ Παναγία κι ὅλος ὁ κόσμος. Ἡ καθεμία ἤθελε ν᾿ ἀκούσῃ «τὰ δικά της τὰ ὀνόματα», καὶ νὰ τ᾿ ἀναγνωρίσῃ, καθὼς ἀπηγγέλλοντο ἀραδιαστά. Ἄλλως θὰ εἶχαν παράπονα κατὰ τοῦ παπᾶ, κι ὁ παπὰς ἂν ἤθελε νὰ φάγῃ κι ἄλλοτε, εἰς τὸ μέλλον, προσφορές, ὤφειλε νὰ τὰ ἔχῃ καλὰ μὲ τὶς ἐνορίτισσες.

Τότε ἡ Ἀργυρή, ἡ πρωτότοκος τοῦ Φραγκούλα, οὖσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθὼς ἔστεκε πλησίον εἰς τὸν πατέρα της, ἐψήλωσεν ὀλίγον διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ οὖς του, καὶ τοῦ λέγει κρυφά:

― Πατέρα, ἄφησε καὶ τὸν μπαρμπα-Δημητρὸ νὰ ψάλῃ «Κύριε ἐλέησον».

Τοῦτο ἦτο ὡς ἔμπνευσις καὶ βοήθημα διὰ τὸν Φραγκούλην. Ἐπειδὴ οὗτος δὲν ἤθελε φανερὰ νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν σχεδὸν αὐθάδη παραίνεσιν τοῦ Δημητροῦ, καὶ πάλιν δὲν ἤθελε νὰ δείξῃ ὅτι ἐθύμωσεν, ἐστράφη πρὸς τὸν καλὸν γέροντα, καὶ τοῦ λέγει:

― Πέ, Δημητρό, σαράντα φορὲς τὸ «Κύριε ἐλέησον».

Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἂν καὶ εἶχε γηράσει, δὲν εἶχε μάθει ἀκόμη καλὰ τὰ Τυπικά, καὶ δὲν ἤξευρεν ἀκριβῶς πότε κατὰ τὴν Λιτὴν τὸ Κύριε ἐλέησον λέγεται τρὶς καὶ πότε τεσσαρακοντάκις, ἤρχισε πράγματι νὰ τὸ ψάλλῃ σαράντα φορές, ὥστε ὁ παπὰς ἐβιάσθη ν᾿ ἀπαγγείλῃ ραγδαίως καὶ ἀθρόα τὰ τελευταῖα ὀνόματα, καί, διὰ νὰ εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν ψάλτην, ἤρχισε πρὸ τῆς ὥρας νὰ λέγῃ: «…ὑπὲρ τοῦ διαφυλαχθῆναι… ἀπὸ λιμοῦ, λοιμοῦ, σεισμοῦ, καταποντισμοῦ, πυρός, μαχαίρας» καὶ τὰ ἑξῆς.

Τέλος, μετὰ τὴν λειτουργίαν, ὁ παπάς, ὁ Φραγκούλας καὶ ἡ οἰκογένειά του, καὶ ὀλίγοι φίλοι, ἐκάθισαν κ᾿ ἔφαγαν ὁμοῦ καὶ ηὐφράνθησαν, καὶ τὴν ἑσπέραν ὁ Φραγκούλης ἐπανήρχετο, εἰρηνικῶς καὶ μὲ ἀγάπην, μετὰ τῆς συζύγου καὶ τῶν τέκνων του, ὑπὸ τὴν οἰκιακὴν στέγην.

Πρὶν παρέλθῃ ἔτος, ἐγεννήθη ἡ Κούμπω. Ἡ κόρη αὕτη, πλάσμα χαριτωμένον καὶ συμπαθές, ἀνετρέφετο καὶ ἡλικιοῦτο, ἐγίνετο τὸ χάρμα καὶ ἡ παρηγορία τοῦ πατρός της. Δὲν εἶχε μόνον νοημοσύνην πρώιμον, ἀλλὰ κάτι ἄλλο παράδοξον γνώρισμα, οἱονεὶ χαρακτῆρα φρονίμου γυναικὸς εἰς ἡλικίαν παιδίσκης. Ὕστερον, μετὰ χρόνους, ὅταν ἐπῆλθεν ὁ δεύτερος χωρισμός, ἡ Κούμπω, ὀκταέτις τότε, ἔτρεχε πλησίον τοῦ πατρός της, εἰς τὸ «κελλί του», ὅπου κατῴκει εἰς τὴν ἀνωφερῆ ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης, καὶ τὸν ἐγέμιζε περιποιήσεις καὶ τρυφερότητας.

Αὐτὴ μόνη ἐδέχετο προθύμως τοὺς πατρικοὺς χαλινούς, ἐνῷ τὰ ἄλλα τέκνα δὲν ἤρχοντο ποτὲ πλησίον τοῦ πατρός των, καὶ διὰ τοῦτο ἐκεῖνος τὴν ὠνόμαζε «τὸ εὐάγωγο». Καθημερινῶς ἔτρεχε νὰ τὸν εὕρῃ, καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τὸν παρακαλῇ:

―Ἔλα, πατέρα, στὸ σπίτι· μὴ μᾶς ἀφήσῃς, λέγ᾿ ἡ μητέρα, ζωνταρφανά*.

Μίαν τῶν ἡμερῶν ἔτρεξε δρομαία, φαιδρά, καὶ πνευστιῶσα τοῦ εἶπε:

― Τά ᾽μαθες, πατέρα;… Θὰ παντρέψουμε τ᾿ Ἀργυρώ μας… Ἔλα στὸ σπίτι, γιατὶ δὲν εἶναι πρέπο, λέγει ἡ μητέρα, νὰ εἶστε χωρισμένοι ἐσεῖς, ποὺ θὰ παντρευτῇ τ᾿ Ἀργυρώ μας… γιὰ νὰ μὴν κακιώση ὁ γαμπρός!…

Τῷ ὄντι ὁ Φραγκούλας ἐπείσθη, κ᾿ ἐφιλιώθη μὲ τὴν σύζυγόν του. Ἠρραβώνισαν τὴν Ἀργυρώ, εἶτα μετ᾿ ὀλίγους μῆνας τὴν ἐστεφάνωσαν… Εἶτα πάλιν ἐπῆλθε τρίτος χωρισμὸς μεταξὺ τοῦ παλαιοῦ ἀνδρογύνου, καὶ μ᾿ ἕνα γεροντόπαιδον μαζί, τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον σχεδὸν συγχρόνως μὲ τὸν γάμον τῆς πρωτοτόκου.

Τότε ἡ Κούμπω, ἥτις εἶχε γίνει δεκατριῶν ἐτῶν, δὲν ἔπαυε νὰ τρέχῃ πλησίον τοῦ πατρός της, καὶ νὰ τὸν παρακινῇ ν᾿ ἀγαπήσῃ μὲ τὴν μητέρα.

Μίαν ἡμέραν, θλιβερὰ τοῦ εἶπε:

― Δὲν θὰ μπορῶ πλέον νά ᾽ρχωμαι οὔτε στὸ κελλί σου, πατέρα. Εἶναι κάτι κακὲς γυναῖκες, ἐκεῖ στὸ μαχαλά, στὸ δρόμο ποὺ περνῶ, καὶ τὶς ἄκουσα ποὺ λέγανε, καθὼς περνοῦσα: «Νά τὸ κορίτσι τῆς Φραγκούλαινας, ποὺ τὴν ἔχει ἀπαρατήσει ὁ ἄντρας της…» Δὲν τὸ βαστῶ πλέον, πατέρα…

Τῷ ὄντι παρῆλθον τρεῖς ἡμέραι, καὶ ἡ Κούμπω δὲν ἐφάνη εἰς τὸ κελλὶ τοῦ πατρός της. Τὴν τετάρτην ἡμέραν ἦλθε πολὺ ὠχρὰ καὶ μαραμένη, ἐφαίνετο νὰ πάσχῃ.

― Τί ἔχεις, κορίτσι μου; τῆς εἶπεν ὁ πατήρ της.

―Ἂν δὲν ἔλθῃς, πατέρα, τοῦ ἀπήντησεν ἀποτόμως αἴφνης, μὲ παράπονον καὶ μὲ πνιγμένα δάκρυα, νὰ ξεύρῃς, θὰ πεθάνω ἀπ᾿ τὸν καημό μου!…

―Ἔρχομαι, κορίτσι μου, εἶπεν ὁ Φραγκούλης.

Τῷ ὄντι, τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπῆγεν εἰς τὴν οἰκίαν. Ἀλλ᾿ ἡ νεαρὰ κόρη ἔπεσε πράγματι ἀσθενής, καὶ εἶχε δεινὸν πυρετόν. Ὅταν ὁ πατέρας ἦλθε παρὰ τὴν κλίνην της, καὶ τῆς ἀνήγγειλεν ὅτι ἔκαμεν ἀγάπην μὲ τὴν μητέρα της, διὰ νὰ χαρῇ, ἦτον ἀργὰ πλέον. Ἡ τρυφερὰ παιδίσκη ἐμαράνθη ἐξ ἀγνώστου νόσου, καὶ οὔτε φάρμακον οὔτε νοσηλεία ἴσχυσε νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ εἰς τὸν πρόσκαιρον κόσμον. Ἐκοιμήθη χωρὶς ἀγωνίαν καὶ πόνον, ἐξέπνευσεν ὡς πουλί, μὲ τὴν λαλιὰν εἰς τὸ στόμα:

― Πατέρα! πατέρα! στὴν Παναγία νὰ κάμετε μιὰ λειτουργία… μὲ τὴν μητέρα μαζί…

Εἶπε καὶ ἀπέθανε.

Ὁ Φραγκούλης ἔκλαυσεν ἀπαρηγόρητα· ἔκλαυσεν ἀχόρταστα, ὁμοῦ μὲ τὴν σύζυγόν του… Κατόπιν ἀπεσύρθη, κ᾿ ἐξηκολούθησε νὰ κλαίῃ μόνος του, εἰς τὴν ἐρημίαν..

Ὁ τελευταῖος οὗτος χωρισμὸς ἦτον μᾶλλον φιλικὸς καὶ μὲ τὴν συναίνεσιν τῆς Σινιώρας, ἥτις ἔβλεπεν ὅτι ὁ γέρων σύζυγός της ἐπεθύμει μᾶλλον νὰ γίνῃ μοναχός. Ὁ Φραγκούλης ἐνθυμεῖτο τὴν τελευταίαν σύστασιν τῆς Κούμπως, «μὲ τὴν μητέρα μαζί». Μόνον ἓν παροδικὸν πεῖσμα τοῦ εἶχεν ἔλθει. Τοῦ ἐφάνη ὅτι αἱ ἴδιαι ἀδελφαί της, ἡ ὕπανδρος, καὶ ἡ ἄλλη ἡ δευτερότοκος, δὲν τὴν ἐλυπήθησαν ὅσον ἔπρεπε, δὲν τὴν ἐπένθησαν ὅσον τῆς ἤξιζε, τὴν ἀτυχῆ μικράν, τὴν Κούμπω. Ἔκτοτε ἐξηκολούθει νὰ ζῇ ὁλομόναχος πάλιν, τώρα, «ἐπὶ γήραος οὐδῷ». Καὶ ἐνθυμεῖτο τὸν στίχον τοῦ Ψαλτηρίου: «Μὴ ἀπώσῃ με εἰς καιρὸν γήρως… καὶ ἕως γήρως καὶ πρεσβείου μὴ ἐγκαταλίπῃς με».

Καὶ τὴν ἡμέραν αὐτήν, τὴν παραμονὴν τῆς Κοιμήσεως πάλιν, τὸν εὑρίσκομεν νὰ κάθηται εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου, καὶ νὰ καπνίζῃ μελαγχολικῶς τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν… ἀναλογιζόμενος τόσα ἄλλα καὶ τοὺς ὀχληροὺς δανειστάς του, οἱ ὁποῖοι τοῦ εἶχαν πάρει ἐν τῷ μεταξὺ τὸ καλύτερον κτῆμα· ἕνα ὁλόκληρον βουνόν, ἐλαιῶνα, ἄμπελον, ἀγρὸν μὲ ὀπωροφόρα δένδρα, μὲ βρύσιν, μὲ ρέμα καὶ νερόμυλον … καὶ νὰ ἐκχύνῃ τὰ παράπονά του εἰς θρηνώδεις μελῳδίας πρὸς τὴν Παναγίαν.

«Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου με ζάλαι, ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε…»

Κ᾿ ἐπόθει ὁλοψύχως τὸν μοναχικὸν βίον, ὀλίγον ἀργά, κ᾿ ἐπεκαλεῖτο μεγάλῃ τῇ φωνῇ τὸν «Γλυκασμὸν τῶν Ἀγγέλων, τῶν θλιβομένων τὴν χαράν», ὅπως ἔλθῃ εἰς αὐτὸν βοηθὸς καὶ σώτειρα·

«ἀντιλαβοῦ μου καὶ ῥῦσαι,
τῶν αἰωνίων βασάνων…»

(1906)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

και για την αντιγραφή Φουρόκατος

14 Αυγούστου, 2019 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , | Σχολιάστε

ΠΟΙΑ ΓΕΡΜΑΝΙΔΑ ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΑ, ΤΗ ΔΗΘΕΝ Η ΤΗΝ ΑΥΘΕΝΤΙΚΗ;

Μερικές φορές για να κρίνομε ένα γεγονός πρέπει να το δούμε στο συνολικό του περίγυρο και όχι αποκομμένο από αυτόν. Πολύ περισσότερο την εποχή της Νέας Τάξης, όπου οι καλύτερες προθέσεις μπορεί να γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης για την εξυπηρέτηση των ελίτ μέσα από μια ριζοσπαστική φρασεολογία, λαμβάνοντας και τα εύσημα του Σόρος.
Η περίπτωση του πλοίου της Γερμανικής ΜΚΟ που παραβίασε την απαγόρευση της Ιταλικής κυβέρνησης και ελλιμενίστηκε σε ιταλικό λιμάνι έχει δώσει αφορμή για μια συζήτηση που πηγαίνει πολύ πιο βαθιά από εκεί που θέλουν να την κρατήσουν οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και τα Δυτικά ΜΜΕ που προβάλουν μιαν εξιδανικευμένη εικόνα της Καρόλα Ρακέτε, της πλοιάρχου του πλοίου που έδεσε στο ιταλικό λιμάνι παρά τις απαγορεύσεις.
Όπως ήταν αναμενόμενο, οι χαρακτηρισμοί «φασίστας», «ακροδεξιός» κλπ χρησιμοποιούνται κατά κόρον για να χαρακτηρίσουν την Ιταλική κυβέρνηση και το Σαλβίνι, ενώ η πλοίαρχος του πλοίου της ΜΚΟ προβάλλεται ως «ηρωίδα» και πρότυπο αλληλεγγύης και ανθρωπιάς, μεταφέροντας την αντιπαράθεση στην ξεπερασμένη αντίθεση Αριστεράς-Δεξιάς.
‘Όμως, η αντίθεση αριστερά-δεξιά απηχεί αντιθέσεις που δεν είναι πρωτεύουσες πια, αφού η κυρίαρχη αντίθεση σήμερα είναι αυτή της Νέας Τάξης και των Ελίτ απέναντι στους λαούς. Ακριβώς γι’ αυτό, δυνάμεις με διαφορετικές καταβολές όπως η Λέγκα του Βορρά και το κίνημα των 5 Αστέρων μπορούν να συνεργάζονται: Η δεξιά και αριστερή προσέλευσή τους αντίστοιχα δεν έχει σημασία καθώς πια τις ενώνει η αντιπαγκοσμιοποιητική στάση τους. Γι’ αυτό έπρεπε σαφώς να αλλάξουν και οι ίδιες. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Λέγκα του Βορρά, που ξεκίνησε ζητώντας την αυτονόμηση της Βόρειας Ιταλίας, κάνει μαζικές ενθουσιώδεις συγκεντρώσεις στον Ιταλικό Νότο, ενώ ήρθε πρώτο κόμμα στις ευρωεκλογές, δίχως να υποστεί έστω την φυσιολογική κυβερνητική φθορά.
Από την άλλη, έχουμε μιαν υπάλληλο ΜΚΟ που κυβερνά ένα πλοίο. Δεν πρόκειται για κάποιο εμπορικό ή επιβατηγό πλοίο που διέρχεται κατά τον προγραμματισμένο πλου του στο σημείο όπου υπάρχουν ναυαγοί. Είναι πλοίο δουλεμπορικό, που ανήκει σε ΜΚΟ και που δουλειά του είναι να μαζεύει μετανάστες, στα πλαίσια οργανωμένου σχεδίου και να τους μεταφέρει στη Δύση. Και όχι οποιαδήποτε χώρα της Δύσης. Η Ιταλία, που σηκώνει την παντιέρα της αντίστασης στο Ευρωιερατείο και στην πολιτική μετατροπή της Ευρώπης σε αποθήκη ψυχών, είναι ο στόχος της επικοινωνιακής πολιτικής που ασκείται με αφορμή την προσέγγιση του πλοίου της ΜΚΟ σε ιταλικό λιμάνι παρά τις απαγορεύσεις. Μ΄ ένα σμπάρο προσπάθησαν να χτυπήσουν δυο τρυγόνια: και να δώσουν μαθήματα «αλληλεγγύης» και να ταπεινώσουν την Ιταλία που αντιστέκεται.

Η πλοίαρχος δέχεται τη συμπαράσταση όλου του συστήματος: Τα νεοταξικά ΜΜΕ, ο πρόεδρος της Ζήμενς, η Γερμανική εκκλησία και ο πρόεδρος της Γερμανικής Δημοκρατίας Σταινμάγιερ, συμπαραστέκονται σε μια πράξη που αμφισβητεί το κυριαρχικά δικαιώματα της Ιταλίας, που χρησιμοποιεί το δράμα κάποιων ανθρώπων για να χτυπήσει αυτούς που αντιστέκονται στη Γερμανική πολιτική για την Ευρώπη.
Κανείς δεν αναφέρει ότι η Ιταλία δικαιώθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για το ότι δεν επέτρεψε την αποβίβαση 41 επιβαινόντων, καθώς δεν θεωρήθηκε ότι ανήκουν σε κατηγορίες ευάλωτων προσώπων (είχε ήδη επιτρέψει την αποβίβαση 12 που πληρούσαν τα κριτήρια).
Κανείς δεν αναλογίζεται ότι η πράξη της πλοιάρχου, που περιλάμβανε τον εμβολισμό σκάφους της ιταλικής ακτοφυλακής ήταν αντίθετη και στη στοιχειώδη σύνεση που απαιτείται στη ναυτική πρακτική. Βέβαια υπολόγιζε και στο ότι η Ιταλική ακτοφυλακή δε θα αντιδρούσε όπως είχε το δικαίωμα να κάνει, όπως θα έκανε για παράδειγμα η Τουρκία ή το Ισραήλ. Έβαλε σε κίνδυνο την ζωή των επιβαινόντων, ενώ θα μπορούσε να κατευθυνθεί σε άλλο Ευρωπαϊκό λιμάνι εκτός Ιταλίας εφόσον ήταν τόσο επείγουσα η κατάσταση των επιβαινόντων μεταναστών. Δεν ήθελε λοιπόν να σώσει τους επιβαίνοντες. Τους χρησιμοποίησε, εκτελώντας σχετικές διαταγές, προφανώς για να αμφισβητήσει το δικαίωμα της Ιταλίας να ορίζει τα του οίκου της.
Η επικοινωνιακή υστερία, μονομερής και κατευθυνόμενη, με ριζοσπαστικό δήθεν λόγο, αποσκοπεί στο να καταστήσει τους καλοπροαίρετους απληροφόρητους πολίτες σε συνένοχους στην επιβολή της Νέας Τάξης. Όμως ο αγώνας των λαών και η διεθνιστική αλληλεγγύη είναι ζωντανός, εκφράζονται κάθε στιγμή στο Κουρδιστάν, στην Τσιάπας, στην Παλαιστίνη, στη Γαλλία (και πρέπει κάποια στιγμή επιτέλους ν’ αρχίσουν να εκφράζονται και στην Ελλάδα και την Κύπρο), παντού όπου τα ανθρώπινα δικαιώματα κουρελιάζονται, τα έθνη υφίστανται καταπίεση και γενοκτονίες, οι εργαζόμενοι μεταβάλλονται σε επαίτες. Γι’ αυτούς τους αγώνες δεν υπάρχει επικοινωνιακή προβολή, βρίσκονται στο περιθώριο της ενημέρωσης σ’ έναν κόσμο που κατακλύζεται από πληροφορίες. Μόνο επιλεγμένη θεματολογία εμφανίζεται στον κόσμο των ελίτ.

Εμείς πρέπει λοιπόν να το πάμε αλλιώς. Παράδειγμα μέσα από πολλά, είναι μια Γερμανίδα καπετάνισσα, εθελόντρια του απελευθερωτικού στρατού του Κουρδιστάν και διοικητής γυναικείου στρατιωτικού σώματος, που αφιέρωσε κυριολεκτικά τη ζωή της στην αλληλεγγύη των λαών, μάρτυρας για την ελευθερία του Κουρδιστάν, η Σάρα Χάντελμαν. Δεν ήταν σε ΜΚΟ, δεν αξιώθηκε καμιάς προβολής ο αγώνας της, όπως κι ο αγώνας του κουρδικού λαού. Όμως αυτοί οι αγώνες είναι που πρέπει να δοθούν, και μόνο αν νικήσουν θα υπάρχει ελπίδα για την ανθρωπότητα.

ΥΓ. Η ανάλυση του σύνολου φαινομένου της μετανάστευσης και του ρόλου των ΜΚΟ δε μπορεί να γίνει στα πλαίσια τούτου του σημειώματος. Κάποια ενδιαφέροντα βιβλία για αυτά τα θέματα είναι:
Το βιβλίο των εναλλακτικών εκδόσεων «ΜΚΟ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ», συλλογικό έργο με την επιμέλεια του Γ. Καραμπελιά, φωτίζει το ρόλο των ΜΚΟ στην υλοποίηση των παγκοσμιοποιητικών σχεδιασμών.
Το επίσης συλλογικό έργο «ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ», των ίδιων εκδόσεων και με τον ίδιο επιμελητή, περιγράφει εναργώς τη γεωπολιτική διάσταση του ζητήματος, πράγμα που επιμελώς αποκρύπτεται από το Νεοταξικό λόγο.
Και το βιβλίο του Γ. Ρακκά «ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΒΑΒΕΛ», των ίδιων εκδόσεων, αποδομεί την πολυπολιτισμική επιχειρηματολογία μέσα από το παράδειγμα του Αγ. Παντελεήμονα.

13 Ιουλίου, 2019 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , | Σχολιάστε

ΕΚΛΟΓΕΣ

Μια ψύχραιμη ματιά στις εκλογές που πέρασαν, μπορεί να προσφέρει αφορμή για τις ακόλουθες σκέψεις:
1. Η διάθεση της πλειοψηφίας για απαλλαγή από το ΣΥΡΙΖΑ οδήγησε σε μια ευρεία νίκη της Νέας Δημοκρατίας. Δεν οδηγεί όμως σε αλλαγή πολιτικής. Η Νέα Δημοκρατία, με το νεοφιλελεύθερο προφίλ που έχει πια υιοθετήσει, λειτουργεί σα μια συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ, έχοντες ταυτόσημες ή παραπλήσιες απόψεις με αυτόν σε μια σειρά κομβικά θέματα:
Στα εθνικά, είναι εξ ίσου εθνομηδενιστική. Σύρθηκε φραστικά στην καταδίκη της Συμφωνίας των Πρεσπών εκ του ασφαλούς αφού η υπερψήφισή της ήταν δεδομένη, και ήδη δηλώνει ότι τη θα σεβαστεί. Αντίστοιχες είναι οι θέσεις της για τα Ελληνοτουρκικά, Θράκη, Αιγαίο, Κύπρο.
Στο δημογραφικό έχει την ίδια ανυπαρξία σχεδίου αντιστροφής της πληθυσμιακής κατάρρευσης όπως και ο ΣΥΡΙΖΑ.
Στο μεταναστευτικό, έχει ταυτόσημες θέσεις με όλους τους εκφραστές της Νέας Τάξης, και αυτό φάνηκε στη συνέντευξη τύπου που έδωσαν για το θέμα όλοι οι υποψήφιοι δήμαρχοι Αθηνών του εθνομηδενιστικού τόξου, από το Μπακογιάννη μέχρι τον Κωνσταντίνου της ΑΝΤΑΡΣΙΑ, οι οποίοι εξέφρασαν παραπλήσιες απόψεις που οδηγούν στην ανεξέλεγκτη μετανάστευση, στην παγίωση γκέτο και τη διάλυση της κοινωνικής συνοχής.
Στην παραγωγική ανασυγκρότηση υπάρχει η ίδια σιωπή όπως στο δημογραφικό.
Παρ’ ολ’ αυτά, η ανάγκη απαλλαγής από το ΣΥΡΙΖΑ και η ανυπαρξία συγκροτημένης πατριωτικής πρότασης οδήγησαν σε νίκη του κ. Μητσοτάκη.


2. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν υπέστη καμμιά συντριπτική ήττα, όπως κατά κόρον γράφεται. Αντίθετα έλαβε ένα εξαιρετικά υψηλό ποσοστό αν σκεφτεί κάποιος τί έχει προηγηθεί: Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν, που πούλησε τη Μακεδονία, που υλοποιεί πειθήνια την πολιτική του ΝΑΤΟ και των Αμερικάνων, που διέλυσε τη μεσαία τάξη και χτυπά ό,τι απέμεινε από το μικρομεσαίο κοινοτικό μοντέλο, που υποβάθμισε κι άλλο και αφελλήνισε την εκπαίδευση, που παρεμβαίνει στη Δικαιοσύνη, που αφαίμαξε τα νοικοκυριά για να τα καταντήσει διακονιάρηδες μιας ελεημοσύνης που εξωραΐζεται ως επίδομα, αυτός ο ΣΥΡΙΖΑ που έπρεπε να καταρρεύσει, έχει πια παγιωθεί ως ο ένας πόλος σε ένα νέο δικομματισμό, που ψάχνει στον εμφύλιο να βρει διαφορές αφού στη σημερινή συγκυρία οι δύο πόλοι του έχουν ταύτιση μάλλον παρά διαφορές.
3. Ο μπαμπούλας της Δεξιάς δεν τρομοκρατεί πλέον αυτούς που βίωσαν μια τετραετία ΣΥΡΙΖΑ. Πιθανόν μάλιστα, όπως εκφέρεται, να δίδει κίνητρο στην υπερψήφιση του Κ. Μητσοτάκη, αφού ένας πονηρά σκεπτόμενος ψηφοφόρος θα σκεφτεί ότι τα μέτρα που με τόση άνεση πέρασε ο ΣΥΡΙΖΑ (πόσο μάλλον την προδοσία των Πρεσπών) δε θα τολμούσε καν να σκεφτεί η Νέα Δημοκρατία, αναλογιζόμενη τις αντιδράσεις και του ΣΥΡΙΖΑ. Οπότε η ψήφος στη Νέα Δημοκρατία θα φάνταζε ως διέξοδος άμβλυνσης των μνημονιακών πολιτικών.
4. Ένα στοιχείο που δίδει ελπίδες είναι ότι όλο και περισσότερος κόσμος απεγκλωβίζεται από το νεοταξικό εθνομηδενιστικό δίπολο και αναζητά νέα πολιτική στέγη. Σχηματισμοί αυτού του στίγματος, συνολικά ξεπέρασαν το 3% και η ευθύνη όλων για τη συγκρότηση ενός δημοκρατικού πατριωτικού πόλου είναι υπαρκτή και απαιτεί ωριμότητα και σχεδιασμό.


5. Οι πολιτικοί απατεώνες έδειξαν ότι εξακολουθούν να έχουν ένα ακροατήριο, κυρίως εκείνους που δεν έχουν διάθεση να σηκωθούν από τον καναπέ και προτιμούν να πιστεύουν τον κάθε τυχάρπαστο. Είναι πρόβλημα το ότι ακόμα και τώρα δείχνει ένα κομμάτι του λαού εμπιστοσύνη σε τέτοια φαινόμενα.
6. Οι επόμενοι μήνες θα δείξουν αν οι εκτιμήσεις αυτές επαληθεύονται. Ένα στοιχείο που θα μπορούσε να καταδείξει ως λάθος (που ελπίζουμε) την εκτίμηση για τη διατήρηση των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ σε μεγάλο ποσοστό, είναι ότι ίσως ο κόσμος που τον ψήφισε, συμπεριφέρθηκε ως λουμπενοποιημένη εκλογική πελατεία (που εξαθλίωσε ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ), και επηρεάστηκε από τα ψίχουλα που προεκλογικά του επέστρεψαν από όσα του έχουν στερήσει. Αυτή η εκλογική πελατεία έχει πρόσκαιρα χαρακτηριστικά, προσκολλάται στο ΣΥΡΙΖΑ επειδή αυτός είναι στην εξουσία. Αν τη χάσει, πιθανότατα θα απογαλακτιστούν από αυτόν οι παρίες, όπως τους κατάντησε, της κοινωνίας.


7. Ένα ακόμα ελπιδοφόρο χαρακτηριστικό των αποτελεσμάτων, είναι ο καταποντισμός των σχημάτων που εκφέρουν εθνομηδενιστικό λόγο. Απόρροια αυτού είναι η συντριβή της ΛΑΕ, η οποία, αν και είχε την εντιμότητα να αποχωρήσει από το ΣΥΡΙΖΑ, απέφυγε να αναλύσει την κατάσταση και έμεινε δέσμια νεοταξικών αντιλήψεων και ομάδων στο εσωτερικό της. Η δραματική επιστολή αποχώρησης του Π. Λαφαζάνη, με κύριο βάρος στην αποκατάσταση του τόσο συκοφαντημένου πατριωτισμού, έχει συνέπειες ευρύτερες από την εκλογική απήχηση της ΛΑΕ: Σηματοδοτεί την επιστροφή της συζήτησης για το εθνικό και την πατρίδα στην Αριστερά, η οποία την είχε εξοβελίσει στο χώρο της Ακροδεξιάς, υπηρετώντας έτσι τις στοχεύσεις της παγκοσμιοποίησης.


8. Ελπιδοφόρα είναι και η παρουσία και αποτελέσματα συνδυασμών του δημοκρατικού πατριωτικού χώρου στις δημοτικές εκλογές, πέραν της πιο πάνω διαπίστωσης στις ευρωεκλογές. Έτσι, στην Κομοτηνή, στη Θεσσαλονίκη και στην Πάτρα, συνδυασμοί με αυτά τα χαρακτηριστικά επιβεβαίωσαν τις δυνάμεις τους, ενώ στην Αθήνα ο πρωτοεμφανιζόμενος συνδυασμός του Γ. Καραμπελιά με τον εύγλωττο τίτλο ΄΄ΑΘΗΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ΄΄ ήρθε πρώτος μετά τους συστημικούς/ κομματικούς υποψηφίους και εξασφάλισε έδρα στο Δημοτικό Συμβούλιο του πρώτου Δήμου της χώρας.

Ήδη οι εθνικές εκλογές προκηρύχτηκαν. Εκεί θα δούμε ποιες είναι και οι πραγματικές προθέσεις του λαού μας.

5 Ιουνίου, 2019 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | Σχολιάστε

Ο ΑΛΙΒΑΝΙΣΤΟΣ

Ἀφοῦ ἐβάδισαν ἐπί τινα ὥραν, ἀνὰ τὴν βαθεῖαν σύνδενδρον κοιλάδα, ἡ θεια-Μολώτα, κ᾽ ἡ Φωλιὼ τῆς Πέρδικας, κ᾽ ἡ Ἀφέντρα τῆς Σταματηρίζαινας, τέλος ἔφθασαν εἰς τὸ Δασκαλειό. Αἱ τελευταῖαι ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου ἐχρύσωναν ἀκόμη τὰς δύο ράχεις, ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς κοιλάδος. Κάτω, εἰς τὸ δάσος τὸ πυκνόν, βαθεῖα σκιὰ ἡπλοῦτο. Κορμοὶ κισσοστεφεῖς καὶ κλῶνες χιαστοὶ ἐσχημάτιζον ἀνήλια συμπλέγματα, ὅπου μεταξὺ τῶν φύλλων ἠκούοντο ἀτελείωτοι ψιθυρισμοὶ ἐρώτων. Εὐτυχῶς τὸ δάσος ἐνομίζετο κοινῶς ὡς στοιχειωμένον, ἄλλως θὰ τὸ εἶχε καταστρέψει κι αὐτὸ πρὸ πολλοῦ ὁ πέλεκυς τοῦ ὑλοτόμου. Αἱ τρεῖς γυναῖκες ἐπάτουν πότε ἐπὶ βρύων μαλακῶν, πότε ἐπὶ λίθων καὶ χαλίκων τοῦ ἀνωμάλου ἐδάφους. Ἡ ψυχὴ κ᾽ ἡ καρδούλα των ἐδροσίσθη, ὅταν ἔφθασαν εἰς τὴν βρύσιν τοῦ Δασκαλειοῦ.
Τὸ δροσερὸν νᾶμα ἐξέρχεται ἀπὸ μίαν σπηλιάν, περνᾷ ἀπὸ μίαν κουφάλαν χιλιετοῦς δένδρου, εἰς τὴν ρίζαν τοῦ ὁποίου βαθεῖα γούρνα σχηματίζεται. Ὅλος ὁ βράχος ἄνωθεν στάζει ὡσὰν ἀπὸ ρευστοὺς μαργαρίτας καὶ τὸ γλυκὺ κελάρυσμα τοῦ νεροῦ ἀναμειγνύεται μὲ τὸ λάλον μινύρισμα τῶν κοσσύφων. Ἡ θεια-Μολώτα, ἀφοῦ ἔπιεν ἄφθονον νερόν, ἀφήσασα εὐφρόσυνον στεναγμὸν ἀναψυχῆς, ἐκάθισεν ἐπὶ χθαμαλοῦ βράχου διὰ νὰ ξαποστάσῃ. Αἱ δύο ἄλλαι ἔβαλαν εἰς τὴν βρύσιν, παρὰ τὴν ρίζαν τοῦ δένδρου, τὶς στάμνες καὶ τὰ κανάτια, τὰ ὁποῖα ἔφεραν μαζί των, διὰ νὰ τὰ γεμίσουν. Εἶτα ἀφοῦ ἔπιαν καὶ αὐταὶ νερόν, ἐκάθισαν ἡ μία παραπλεύρως τῆς γραίας, ἡ ἄλλη κατέναντι, κι ἄρχισαν νὰ ὁμιλοῦν.
― Πῶς ἀλγεῖ παπάς; εἶπεν ἡ θεια-Μολώτα.
Ἡ γραῖα ἦτο ἰδιόρρυθμος εἰς τὴν γλῶσσάν της. Ἐτραύλιζε καὶ ἀπέκοπτεν ὄχι μόνον συλλαβάς, ἀλλὰ 〈καὶ〉 τὰ ἄρθρα καὶ ἄλλα μόρια.
― Νύχτωσε, θὰ πῶ*! προσέθηκεν ἡ Φωλιώ.
― Τά, τί λογᾶτε*; ἐπέφερεν ἡ Ἀφέντρα.
Εὑρίσκοντο κ᾽ αἱ τρεῖς, ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, εἰς τὸν Ἁι-Γιάννη, στὸν Ἀσέληνο. Ἦτον ἔρημον παλαιὸν μοναστηράκι. Εἶχε γνωσθῆ ὅτι ὁ παπα-Γαρόφαλος ὁ Σωσμένος, εἷς ἐκ τῶν ἱερέων τῆς πόλεως, θὰ ἤρχετο εἰς τὸν Ἁι-Γιάννην, στὸν Ἀσέληνον, διὰ νὰ κάμῃ Πάσχα εἰς τοὺς αἰγοβοσκοὺς τῶν ἀγρίων ἐκείνων μερῶν. Αἱ τρεῖς αὐταὶ καί τινα ἄλλα πρόσωπα ἀπὸ τὴν πόλιν, ἀγαπῶντα τὴν ἐξοχήν, εἶχον ἔλθει, χάριν τοῦ Πάσχα, πρὶν νὰ ξεκινήσῃ ὁ παπάς. Ἀλλ᾽ ὅμως ἐνύκτωνεν ἤδη καὶ ὁ παπα-Γαρόφαλος δὲν εἶχε φανῆ ἀκόμη.
― Εἶναι ἀργοστόλιστος*, θὰ πῶ, ἐπέφερεν ἡ Φωλιὼ ἡ Πέρδικα.
― Ναί, εἶδες πῶς ἀργεῖ νὰ ντυθῇ; ὑπέλαβεν ἑρμηνεύουσα κατὰ γράμμα τὸν λόγον ἡ Ἀφέντρα τῆς Σταματηρίζαινας. Καὶ καμμιὰ φορὰ βάζει καὶ στραβὰ τὴν «ἀλλαή» του.
Ὠνόμαζεν οὕτω τὸ φαιλόνιον· αἱ τρεῖς γυναῖκες εἶχον ἔλθει ἀπὸ τὸν Ἁι-Γιάννην, ἀπέχοντα ὣς τετάρτου τῆς ὥρας δρόμον, διὰ νὰ γεμίσουν τὰ σταμνιὰ στὸ Δασκαλειό, ἐπειδὴ ἡ μικρὰ βρύσις τοῦ παλαιοῦ ἡσυχαστηρίου, κάτω ἀπὸ τὸν ναΐσκον, εἶχε χαλάσει, καὶ σχεδὸν εἶχε χαθῆ τὸ νερόν. Ἔμελλον δὲ νὰ ἐπιστρέψουν ἀμέσως εἰς τὸν Ἁι-Γιάννην. Ἀλλὰ μὲ τὴν ὁμιλίαν, ἀργοποροῦσαν.
Τέλος, αἱ δύο ἐσηκώθησαν, ἔκυψαν διὰ νὰ φορτωθοῦν τ᾽ ἀγγεῖα, καὶ ἦσαν ἕτοιμαι πρὸς ἀναχώρησιν.
Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ζωηρὰ φωνὴ ἠκούσθη ἀπὸ τὸ κάτω μέρος, ἀνάμεσ᾽ ἀπὸ τὰ δένδρα.
― Σ᾽ ἔσκιαξα, θεια-Μολώτα, εἶπεν ἡ φωνή.
Εἶτα καγχασμὸς ἤχησε κ᾽ εὐθὺς ἐπαρουσιάσθη εἷς νέος ὑψηλός, ἀμύστακος, ὣς δεκαὲξ ἐτῶν, κρατῶν κάτω τοῦ στέρνου του κάτι ὡς διπλωμένον καὶ τυλιγμένον πρᾶγμα.
―Ἄ! κακὸ νὰ μὴν ἔχῃς! ἔκραξεν ἡ Φωλιώ. Ἐσύ ᾽σαι, ἀρὲ Σταμάτη;
Δὲν εἶχε νυκτώσει ἀκόμη καλά, κ᾽ αἱ γυναῖκες εἶδαν τὰ χαρακτηριστικά του, ἀφοῦ πρῶτον εἶχαν γνωρίσει τὴν φωνήν του. Ἦτον ὁ Σταμάτης τὸ Τρυγονάκι, μάγκας ὀρφανὸς παιδιόθεν, καλόκαρδος, βολικός, ὅστις ἔζη ἐκτελῶν θελήματα ἀνὰ τὴν πόλιν. Ὅταν 〈ὅμως〉 ἦτο πουθενὰ ἐξοχικὸν πανηγύρι, ἄφηνεν ὅλες τὶς δουλειές του, κ᾽ ἔτρεχε πρῶτος μεταξὺ ὅλων τῶν πανηγυριστῶν.
― Νά, ἀπ᾽ τὸν Ἀσέληνο ἔρχομαι, εἶπεν ὁ νέος… φορτωμένος πράματα, θάματα… κοιτάξετε!
Ἔθεσε τὴν δεξιὰν χεῖρα ἐντὸς τοῦ τυλιγμένου πανίου, τὸ ὁποῖον ἐκράτει, ἔλαβεν ἕνα μαῦρον πρᾶγμα, καί, θέλων νὰ παίξῃ, τὸ ἔρριψεν εἰς τὴν ποδιὰν τῆς Μολώτας, ἥτις ἐκάθητο ἀκόμη ἐπὶ τῆς πέτρας.
―Ἄ! φωτιὰ ποὺ σ᾽ ἔ!… ἔκαμεν αὕτη, ἀναπηδήσασα ὀρθή, καὶ τινάζουσα τὴν ποδιάν της.
Τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον τῆς εἶχε ρίψει ὁ Σταμάτης, ἦτο τεράστιος ζωντανὸς κάβουρας. Ὁ νέος εἶχε κατέλθει πρὸ δύο ὡρῶν εἰς τὸν Μικρὸν Ἀσέληνον. Οὕτως ὠνομάζετο ὁ δυτικὸς αἰγιαλός, μικρὰ ἀγκάλη, ἀντικρύζουσα τὸ Πήλιον. Ἐκεῖ εἶχε γεμίσει τὸ προσόψιον, τὸ ὁποῖον εἶχε περιζωσμένον εἰς τὴν μέσην του, ἀπὸ κοχύλια, πεταλίδες καὶ καβούρια.
―Ἀρέ, ζουρλάθηκες; εἶπεν αὐστηρῶς ἡ Ἀφέντρα. Νὰ κάμῃς τὴν οἰκοκυρὰ νὰ κόψῃ τὸ αἷμά της!
Ὁ Σταμάτης καὶ πάλιν ἐκάγχασε.
― Νὰ μὲ συμπαθᾷς, θεια-Μολώτα, εἶπε. Σὰ χωριάτης πού ᾽μαι, ἔσφαλα. Θέλησα νὰ σοῦ χαρίσω αὐτὸ τὸ καβούρι, γιὰ νὰ κάμῃς μεζὲ ἀπόψε, καὶ μὲ τὸν τρόπο ποὺ σοῦ τό ᾽ριξα στὴν ποδιά σου σ᾽ ἐτρόμαξα.
― Δὲν τλώου καβούλγια, εἶπεν ἡ Μολώτα, θὰ μεταλάβου!
―Ἀλήθεια; Τότε, τὸ χαρίζω τῆς Πέρδικας.
― Μεγαλοσαββατιάτικα, καβούρια θὰ φάω; εἶπεν ἡ Φωλιώ.
― Τότε, ἂς τὸ πάρ᾽ ἡ Σταματηρίζαινα, εἶπεν ὁ Σταμάτης.
― Νὰ καβουρώσῃς καὶ κάβουρας νὰ γένῃς! ἀπήντησεν ἡ Ἀφέντρα.
― Μωρέ, εὐχὴ ποὺ μοῦ δίνεις! εἶπεν ὁ Σταμάτης. Ἀκοῦς! νὰ ἤμουν κάβουρας! Πῶς θὰ περπατοῦσα τάχα;
Καὶ ἅμα εἶπεν, ἔκυψε καὶ ἄρχισε νὰ κάμνῃ λοξὰ πατήματα, μεταξὺ τῶν τριῶν γυναικῶν. Μὲ τὴν κεφαλήν του ἐκτύπησε τὸ πλευρὸν τῆς Μολώτας, μὲ τὴν πλάτην του ἔπληξε τὸν ἀγκῶνα τῆς Φωλιῶς, καὶ μὲ τὴν πτέρναν του ἐπάτησε τὴν γόβα τῆς Ἀφέντρας.
Αἱ τρεῖς γυναῖκες, μισοθυμωμέναι, ἐγέλασαν.
― Ζουρλάθηκες, βλέπω· δὲν εἶσαι καλά! εἶπεν ἡ Ἀφέντρα.
Καὶ σηκώσασα μὲ τὴν ἀριστερὰν χεῖρα τὸ κανάτι της, ἐκολάφισεν ἐλαφρὰ τὴν κεφαλὴν τοῦ Σταμάτη, ὅστις ἐφάνη νὰ ἐγοητεύθη.
―Ὤ! τί δροσιά, μωρὲ Σταματρίζαινα! εἶπε. Δῶσέ μου ἄλλη μιά!
― Πᾶμε! νυχτώσαμε, ἔκαμεν εἰς ἀπάντησιν ἡ Ἀφέντρα.
Καὶ πάραυτα ἐξεκίνησαν. Τότε ὁ Σταμάτης, ἀφοῦ ἔδραξε, χωρὶς νὰ εἴπῃ τίποτε, τὴν μεγάλην στάμναν, τὴν ὁποίαν ἄλλως θὰ ἐφορτώνετο ἡ Ἀφέντρα, ἐφιλοτιμήθη νὰ τρέξῃ πρῶτος, ὡς ἐμπροσθοφυλακή· εἰς τὸν δρόμον ἄρχισε νὰ διηγῆται:
― Νὰ ξέρατε ποιὸν ηὗρα, τώρα, στὸ δρόμο π᾽ ἀνέβαινα… πρὶν σᾶς ἀνταμώσω στὴ βρύση.
― Ποιὸν ηὗρες; εἶπεν ἡ Ἀφέντρα. Τὸν Μπαμπάο, ἢ τὸν Ἀράπη, ἢ τὸν Ἐξαποδῶ;
― Ηὗρα τὸν Ἀλιβάνιστο!
―Ἀλήθεια; γιὰ πές μας.


Ἅμα ἤκουσε τὸ ὄνομα τοῦτο ἡ θεια-Μολώτα, ἔκαμεν ἀκούσιον κίνημα, καὶ μὲ δύο βήματα ἤλλαξε θέσιν εἰς τὸν δρόμον, κ᾽ ἐτάχθη ἐξ ἀριστερῶν τοῦ Σταμάτη, διὰ ν᾽ ἀκούσῃ καλύτερα, ἐπειδὴ ἦτο κωφὴ ἀπὸ τὸ ἓν οὖς. Ὁ νέος διηγήθη ὅτι εἰς τὴν ἄκρην τοῦ βουνοῦ, ὄχι μακρὰν τῆς ἀκτῆς, εἶχε περάσει ἀπὸ τὴν κατοικίαν τοῦ ἀλλοκότου ἐκείνου ἀνθρώπου, ὅστις ἀπὸ τριάκοντα ἐτῶν δὲν εἶχε κατέλθει εἰς τὴν πόλιν, κ᾽ ἐμόναζεν εἰς μίαν καλύβην, ἢ μᾶλλον σπηλιάν, τῆς ὁποίας τὸ στόμιον εἶχε κτίσει μὲ τὰς χεῖράς του. Ἔβοσκεν ὀλίγας αἶγας, καὶ δὲν συνανεστρέφετο κανένα ἄνθρωπον, παρὰ μόνον τὸν Μπαρέκον, τὸν μέγαν αἰγοτρόφον τοῦ βουνοῦ, ὅστις εἶχε κοπάδι ἀπὸ χίλια γίδια. Εἰς αὐτὸν ἔδιδε τὸ ὀλίγον γάλα του, λαμβάνων ὡς ἀντάλλαγμα ὀλίγα παξιμάδια, παστὰ ὀψάρια, καὶ πότε κανὲν τρίχινον φόρεμα ἢ μάλλινον σκέπασμα.
―Ἅμα μὲ εἶδε, εἶπεν ὁ Σταμάτης, ἔκαμε νὰ κρυφτῇ. Ἐγὼ ἔτρεξα κατόπι του, τὸν ἐχαιρέτισα, καί, γιὰ νὰ τὸν φουρκίσω, ἄρχισα νὰ τὸν λιβανίζω μ᾽ αὐτὴν τὴν πετσέτα, ποὺ κουδούνιζαν μέσα οἱ πεταλίδες… Νά, πῶς τοῦ ἔκαμα!
Καὶ ἀποσπάσας τὴν ποδιάν, τὴν περιέχουσαν τὰ θαλασσινὰ εἴδη, ἀπὸ τὴν μέσην του, ἔκαμε πὼς λιβανίζει μ᾽ αὐτὸ τὴν θεια-Μολώτα, ἥτις ἀφῆκεν ἄναρθρον κραυγὴν διαμαρτυρίας.
―Ἔλα! θὰ ἡσυχάσῃς, βρὲ πειρασμέ; ἔκραξεν ὀργίλη ἡ Ἀφέντρα.
*
* *
Εἰς τὸν Ἁι-Γιάννην, ἅμα ἐνύκτωσεν, εἶχε φθάσει μὲ ὅλον τὸ ἀσκέρι του, γυναῖκα, παιδιὰ καὶ παραγυιούς του, ὁ μεγαλοβοσκὸς Γιάννης ὁ Μπαρέκος, καθὼς κι ὁ Κώστας ὁ Πηλιώτης, ἄλλος τσομπάνος μὲ τὴ φαμίλια* του, κι ὁ Ἀγγελὴς ὁ Πολύχρονος, μὲ ὅλον τὸ ὄρδινό* του. Εἶχαν ἀνάψει μεγάλην φωτιά, κ᾽ ἐκάθισαν εἰς τὸ ὕπαιθρον, παρὰ τὸν βόρειον τοῖχον τοῦ ναΐσκου, καὶ διηγοῦντο παλαιὰ χρονικὰ τοῦ ποιμενικοῦ κόσμου, κ᾽ ἐκοίταζαν τοὺς ἀστερισμοὺς καὶ τὴν Πούλια, πότε θὰ φθάσῃ στὴν μέσην τ᾽ οὐρανοῦ, διὰ νὰ εἶναι μεσάνυχτα, καὶ πότε θὰ φθάσῃ εἰς ἓν δυτικὸν σημεῖον, διὰ νὰ φέξῃ. Κ᾽ ἐπερίμεναν τὸν παπάν, πότε νὰ ἔλθῃ, διὰ νὰ τοὺς κάμῃ Ἀνάστασιν. Ἦτον δὲ μεσάνυχτα ἤδη, καὶ ὁ παπὰς δὲν εἶχεν ἔλθει.
― Καθὼς τ᾽ ὁμολογάει ἡ φλάσκα… ἔλεγεν ὁ Ἀγγελὴς ὁ Πολύχρονος.
― Νὰ τό ᾽ξερε κανείς, νὰ πήγαινε στὴ χώρα, εἶπεν ὁ Κώστας ὁ Πηλιώτης.
―Ὁ παπα-Γαρόφαλος, ἂν θὰ ᾽ρθῇ, θὰ ᾽ρθῇ μὲ τὸ φεγγάρι, παρετήρησεν ὁ Μπαρέκος. Γιὰ κοιτάξτε.
Ἔδειχνεν ὑψηλὰ εἰς τὸ βουνόν, ὅπου αἱ κορυφαὶ τῶν δένδρων εἶχον ἀρχίσει νὰ καταλάμπωνται ἀπὸ τὸ ἀργυροῦν φέγγος. Ἦτο ἤδη περὶ τὸ τελευταῖον τέταρτον.
Τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἔφθασεν ὁ Σταμάτης. Οὗτος πρὸ ὥρας εἶχε γίνει ἄφαντος, χωρὶς κανεὶς νὰ προσέξῃ εἰς τοῦτο. Ὁ νέος εἶχεν ἀναβῆ ὑψηλὰ εἰς τὸ βουνόν, διὰ νὰ κατοπτεύσῃ καὶ ἀκροασθῇ ἂν θὰ ἠκούετο ἢ θὰ ἐφαίνετο πουθενὰ ὁ παπάς.
Ἅμα ἐπέστρεψεν, ἔνευσεν εἰς τὸν Μπαρέκον καὶ τοὺς ἄλλους νὰ ἐξέλθουν μαζί του ἀπὸ τὸν περίβολον.
― Τί τρέχει;
―Ἐλᾶτε· κάτι φωνὲς ἀκούω. Βάζω στοίχημα!…
Ὁ Μπαρέκος καὶ ὁ Κώστας ὁ Πηλιώτης τὸν ἠκολούθησαν, καὶ ἀπεμακρύνθησαν διακόσια βήματα, κατὰ τὸν ἀνήφορον. Ἐκεῖ ἤκουσαν τῷ ὄντι ἤχους τινὰς νὰ ἀνέρχωνται βαθιὰ ἀπὸ τὸ ρεῦμα κάτω, πρὸς τὸ Δασκαλειὸ καὶ τὸν Ἀσέληνον.
― Τί νὰ εἶναι ;
― Βάζω στοίχημα πὼς ὁ παπα-Γαρόφαλος ἔχασε τὸ δρόμο, εἶπεν ὁ Σταμάτης.
― Τί θέλει ἀποκεῖ, κατὰ τὸν Ἀσέληνο;
― Γνώρισα τὴ φωνή του, εἶπεν ὁ Σταμάτης. Θὰ ἦρθε ἀπὸ τὸν ἄλλον δρόμο, ἀπ᾽ τὰ χωράφια κ᾽ ὕστερα ἔπεσε μέσα στ᾽ ὀρμάνι κ᾽ ἐχάθηκε.
*
* *
Οἱ δύο βοσκοὶ κι ὁ Σταμάτης ὁ Πολύχρονος, ὅστις ἔτρεξε κατόπιν των, ἀνῆλθον τὴν ὀφρὺν τοῦ βουνοῦ καὶ ἀπήντησαν διὰ φωνῶν εἰς τὰς ἠχοὺς τὰς ὁποίας ἤκουον.
―Ἐλᾶτε!… Ἐδῶ εἴμαστε!… ἔκραξε μὲ στεντορείαν φωνὴν ὁ Σταμάτης.
― Μὰ πῶς, δὲν βλέπουν κοτζὰμ φωτιά; εἶπεν ἐν ἀπορίᾳ ὁ Πηλιώτης.
― Θὰ ἔχουν πέσει μέσα σὲ κακοτοπιά, στὸν ἴσκιο τοῦ βουνοῦ, τὸ φεγγάρι δὲν ψήλωσε ἀκόμα.
― Πάω νὰ φέρω τὸ φανάρι! ἔκραξεν ὁ Σταμάτης.
Κ᾽ ἔτρεξε κάτω, εἰς τὸν περίβολον τοῦ Ἁι-Γιαννιοῦ, ὁπόθεν ἐπανῆλθε μετ᾽ ὀλίγον φέρων φανάριον ἀναμμένον. Ὁ Σταμάτης, κρατῶν τοῦτο, ἐπροπορεύθη καὶ οἱ τρεῖς ἄνδρες τὸν ἠκολούθησαν ἐν μέσῳ τοῦ δάσους. Μετ᾽ ὀλίγα λεπτὰ αἱ φωναὶ ἠκούοντο πλησιέστεραι καὶ τέλος ἐφάνη ὁ παπὰς ἀκολουθούμενος ἀπὸ τὸν ἀνεψιόν, τὸν βοηθόν του, σύροντα ἀπὸ τὴν τριχιὰν ἕνα γαϊδουράκι, ἐπάνω εἰς τὸ ὁποῖον ἦσαν φορτωμένα τὰ «ἱερὰ» τοῦ παπᾶ. Ἀλλὰ τελευταία ὅλων ἐφάνη καὶ μία σκιά, ἥτις ἐφαίνετο ἀποφεύγουσα ν᾽ ἀντικρύσῃ τὸ φῶς τοῦ φαναρίου.
― Μπά! ἔκαμε γελῶν ὁ Σταμάτης. Καὶ σιγὰ πρὸς τὸν Μπαρέκον ἐψιθύρισεν:
―Ὁ Ἀλιβάνιστος.
― Μεγάλο θάμα! εἶπεν ὁ Μπαρέκος.
― Πῶς ἔκαμες, βλοημένε κ᾽ ἔχασες τὸν δρόμο; ἠρώτησε τὸν παπὰν ὁ Ἀγγελὴς ὁ Πολύχρονος.
― Μὴ ρωτᾶτε… θέλησα νὰ πάω ἀπ᾽ τὸν ἄλλο δρόμο… ἀπ᾽ τὰ Ρόγγια… εἶπεν ἀσθμαίνων ὁ παπάς· ἤθελα νὰ ἰδῶ τὸ χωράφι… εἶπε νὰ τὸ σπείρῃ, κεῖνος ὁ Ντανάκιας καὶ τ᾽ ἄφησε ἄσπαρτο… κ᾽ ἐγὼ χαμπάρι δὲν εἶχα, τόσοι μῆνες τώρα. Ἂς εἶναι καλὰ ὁ ἄνθρωπος… Εἶχα καὶ δυὸ τρεῖς ἁγιασμοὺς νὰ κάμω κ᾽ ἐνύχτωσα… Καλὰ ποὺ ἔπεσα κοντὰ στὸ καλυβάκι τοῦ μπαρμπα-Κόλια ἐδῶ (δεικνύων τὸν καλούμενον Ἀλιβάνιστον) καὶ μ᾽ ἐβοήθησε νὰ βρῶ τὸ δρόμο!… Ἂς ἔχῃ τὴν εὐχή!


Ὁ παπα-Γαρόφαλος ἐδείκνυεν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἀπεκάλει μπαρμπα-Κόλιαν, ὅστις ὅμως, ὡς ἀληθὴς σκιὰ εἶχεν ἀρχίσει νὰ γλιστρᾷ ὄπισθεν τῶν δένδρων, καὶ ν᾽ ἀπομακρύνεται.
Ὁ Μπαρέκος, τρέξας, τὸν ἔδραξεν ἰσχυρῶς ἀπὸ τὸν βραχίονα.
― Ποῦ πᾷς, μπαρμπα-Κόλια; εἶπε. Τώρα δὲ σ᾽ ἀφήνουμε… τελείωσε! Φέτος θὰ κάμωμε Ἀνάσταση μαζί!…
Ὁ Σταμάτης, μὴ δυνάμενος νὰ κρατήσῃ τὰ γέλια, ἄρχισε μὲ τὸ φανάρι τὸ ὁποῖον ἐκράτει, νὰ κάμνῃ κινήματα ὡς νὰ ἐλιβάνιζε, πρὸς τὸ βάθος εἰς τὸ μέρος ὅπου ἵστατο τὸ σύμπλεγμα τοῦ Μπαρέκου καὶ τοῦ μπαρμπα-Κόλια.
Ὁ γέρων ἐφαίνετο ἀληθὴς λυκάνθρωπος. Ἐφόρει εἶδος ράσου, ἀπροσδιορίστου χρώματος, καὶ μαύρην σκούφιαν, εἶχε μακρὰν κόμην μαύρην ἀκόμη, καὶ ψαρά, σγουρὰ γένεια. Ἐδυσανασχέτει διότι τὸν ἐκράτει μὲ τὴν ρωμαλέαν χεῖρά του ὁ Μπαρέκος, ἤθελε νὰ φύγῃ.
―Ἄφ᾽σε με νὰ ζήσῃς! Δὲν μπορῶ!… τί Ἀνάσταση νὰ κάμω ᾽γώ… τί μὲ θέλετ᾽ ἐμένα… Ἐσεῖς κάμετε Ἀνάσταση. Μὲ γειά σας, μὲ χαρά σας!… Πάω στὸ καλύβι μου, ᾽γώ!
Τότε ὁ παπα-Γαρόφαλος ἔλαβε τὸν λόγον:
― Νά ᾽χῃς τὴν εὐχὴ τοῦ Χριστοῦ, παιδί μου! Ἔλα!… Νὰ πάρῃς εὐλογία!… Νὰ μοσχοβολήσ᾽ ἡ ψυχή σου! Ἔλα ν᾽ ἀπολάψῃς τὴ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ μας! Μὴν ἀδικῇς τὸν ἑαυτόν σου! Μὴν κάνῃς τοῦ ἐχτροῦ τὸ θέλημα!… Πάτα τὸν πειρασμό! Ἔλα, Κόλια! Ἔλα, Νικόλαε, ἔλα, Νικόλαε μακάριε! Ὁ ἅγιος Νικόλαος νὰ σὲ φωτίσῃ!
Ὁ μπαρμπα-Κόλιας ἤθελε νὰ ἔλθῃ, ἀλλ᾽ ἐντρέπετο. Ἐπαραξενεύετο πολύ, θὰ ἐπεθύμει νὰ τὸν ἀπῆγον διὰ τῆς βίας.
Ὁ Μπαρέκος, ὡς νὰ εἶχεν εἰσδύσει εἰς τὰ ἐνδόμυχα τῆς ψυχῆς του, ἔκραξε τοὺς δύο ἄλλους βοσκοὺς πλησίον του. Οὗτοι, ἡμιπαίζοντες, ἡμισπουδάζοντες, ἔβαλαν τὰς χεῖράς των εἰς τοὺς βραχίονας καὶ τὰς ὠμοπλάτας τοῦ Κόλια. Ἐν πομπῇ καὶ παρατάξει τὸν ἀπήγαγον, κάτω νεύοντα, ἐπιθυμοῦντα ν᾽ ἀκολουθήσῃ, καὶ τείνοντα ν᾽ ἀποσκιρτήσῃ.
Ὅταν ἔφθασαν εἰς τὸν Ἁι-Γιάννην, παράδοξον πρᾶγμα συνέβη. Ἡ θεια-Μολώτα, καθὼς ἐκάθητο ἔξωθεν τοῦ ναοῦ, ἅμα εἶδε τὸν Κόλιαν, ἐταράχθη νευρικῶς, ἐστράφη πρὸς τὸν τοῖχον τοῦ ναοῦ. Ἡ Ἀφέντρα, ἥτις ἦτον στὸ πλάγι της, τὴν εἶδε, κ᾽ ἐνόησεν ὅτι κάτι συνέβαινε.
― Τί ἔχεις, θεια-Μολώτα;
Ἡ γραῖα τῆς ἔνευσε νὰ σιωπήσῃ. Ἐν τοσούτῳ, ἀφοῦ ἡ συνοδία ἐπροχώρησεν εἰς τὸ κέντρον τοῦ περιβόλου, ἡ Μολώτα ἔρριψε πλάγιον βλέμμα πρὸς τὸ σύμπλεγμα τῶν ἀνδρῶν, κ᾽ ἐκατέβασε χαμηλὰ τὴν μαύρην μανδήλαν της, ἔκρυψε τὰ ὀφρύδια, τοὺς κροτάφους, καὶ μὲ τὰ τσουλούφια τῆς κόμης της, καὶ μὲ τὰ κλώνια τῆς μανδήλας, ἐκάλυψε τὸ κατωσάγονον καὶ τὰ μάγουλα.
Ἡ Ἀφέντρα τὴν ἐκοίταζε μὲ ἄπληστον περιέργειαν.
― Τί ἔπαθες, θεια-Μολώτα; ἠρώτησε καὶ πάλιν.
― Σώπα, σ᾽ λένε! ἐψιθύρισεν ἡ Μολώτα.
Εὐθὺς τότε ὁ παπὰς εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναΐσκον, τὸν ὁποῖον ὁ Σταμάτης, ἀπὸ τὴν ἡμέραν, πρὶν νὰ πάγῃ ἀκόμα διὰ πεταλίδας καὶ καβούρια, εἶχε στολίσει μὲ δάφνας καὶ μυρσίνας, καὶ ὅστις ἤστραπτεν ἀπὸ κοσμιότητα καὶ καθαριότητα. Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν Εὐλογητόν, καὶ μαζὶ μὲ τὸν ἀνεψιόν του ἄρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ «Κύματι θαλάσσης». Ἡ Ἀφέντρα, ἡ Φωλιώ, κ᾽ αἱ γυναῖκες καὶ τὰ θυγάτρια τῶν ποιμένων, εἰσῆλθον εἰς τὸν ναόν, κ᾽ ἐκόλλησαν πολλὰ κηρία εἰς τὰ μανουάλια.
Ἡ Μολώτα ἔμενε παραπίσω. Ἤθελε νὰ ἰδῇ ἂν ὁ μπαρμπα-Κόλιας, ὁ Ἀλιβάνιστος, θὰ εἰσήρχετο εἰς τὸν ναὸν ἢ ὄχι. Ὁ Κόλιας καταρχὰς ἐπέμενε νὰ μένῃ ἔξω, ἐπὶ προφάσει ὅτι θὰ ἐβοήθει τοὺς δύο παραγυιοὺς τοῦ Μπαρέκου εἰς τὸ σούβλισμα καὶ ψήσιμον τῶν ἀρνίων διὰ τὰ ὁποῖα ἑτοίμαζαν μεγάλην φωτιάν. Ὁ Μπαρέκος ὅμως ἐφοβήθη μήπως «τὸ στρίψῃ» καὶ τὸν ἐβίασε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν ναὸν μαζί του, λέγων ὅτι «ὁ μουσαφίρης δὲν κάνει ᾽πηρεσία».
Τότε ἡ Μολώτα ἔμεινεν ἀπ᾽ ἔξω, μισοκρυμμένη εἰς τὸν παραστάτην τῆς θύρας τοῦ ναοῦ καὶ κοιτάζουσα λαθραίως μέσα. Ὅταν ἐβγῆκαν ὅλοι λαμπαδηφοροῦντες εἰς τὸ ὕπαιθρον, διὰ νὰ κάμουν Ἀνάστασιν, αὕτη ἀπελθοῦσα ἐκρύβη εἰς τὴν βορειανατολικὴν γωνίαν, σιμὰ εἰς τὴν θυρίδα τῆς Προσκομιδῆς. Ἐκεῖθεν ἤκουσε κι αὐτὴ τὸ «Χριστὸς ἀνέστη».
Ὅταν τὸ πλῆθος εἰσῆλθε πάλιν εἰς τὸν ναόν, μὲ τὸ «Ἀναστάσεως ἡμέρα», τὸ γοργὸν ἐμβατήριον, ἡ Ἀφέντρα τῆς Σταματηρίζαινας ἔμεινε παραπίσω καὶ ἦλθε πλησίον τῆς Μολώτας.
― Γιατί δὲν ἔρχεσαι μὲς στὴν ἐκκλησιά; τῆς εἶπε· λεχώνα εἶσαι;
― Σῦλε, πιδί μ᾽, ἀκούσῃς καλὸ λόγο*, τῆς εἶπεν ἡ Μολώτα. Ἄφ᾽σ᾽ ἐμένα.
― Μὰ τί ἔχεις;
― Τίποτα.
Ἐπέμεινε:
― Θὰ μοῦ πῇς τί ἔχεις;
Ἡ γραῖα ἀνένευσε καὶ ἀπεμακρύνθη ἀπ᾽ αὐτῆς. Ἡ Ἀφέντρα ἠναγκάσθη ν᾽ ἀπέλθῃ. Μετ᾽ ὀλίγην ὅμως ὥραν, ὅταν ἄρχισεν ὁ Ἀσπασμός, ἡ Μολώτα ἐπλησίασεν εἰς τὴν θύραν τοῦ ναοῦ κ᾽ ἔνευσεν εἰς τὴν Ἀφέντραν νὰ ἐξέλθῃ. Τὴν ἔφερεν εἰς τὴν ἰδίαν καὶ πρὶν θέσιν, ἀριστερόθεν τοῦ ναοῦ.
― Τώλα, ἐγὼ πῶς θὰ μεταλάβου; τῆς λέγει.
― Γιατί; τί τρέχει;
― Τώλα, δὲ φιλοῦν Βγαγγέλιο κι Ἀνάσταση;
― Ναί.
― Πῶς νὰ πάω ᾽γὼ ν᾽ ἀνισπαστῶ;
― Πῶς θὰ πᾷς; Μὲ τὰ ποδάρια σ᾽, εἶπεν ἡ Ἀφέντρα.
― Εἶδες κεῖνον ἄθλωπο;
― Ποιόν;
― Κόλια;
― Τὸν Ἀλιβάνιστο; Ἔ, τί;
Ἡ Μολώτα ἔκυψεν, ἐταπείνωσε τὴν φωνὴν καὶ εἶπε:
― Σὰν ἤμουν ἐγὼ μικλὸ κολίτσι, αὐτὸς μ᾽ ἤθελε γυναῖκα. Πλὶν ἀλλωστήσω, κὶ πιαστῇ φωνή μου, μ᾽ ηὗλε σουλουπώματα, πηγάδι, στενὸ σοκάκι, μ᾽ ἐ… (ἔκυψεν εἰς τὸ οὖς τῆς Ἀφέντρας, κ᾽ ἐψιθύρισε μὲ φωνὴν μόλις ἀκουομένην)· μ᾽ ἐφίλησε…
Ἡ Ἀφέντρα ἔπνιξε βαθύν, ἀργυρόηχον γέλωτα. Ἡ γραῖα ἐπανέλαβε:
― Πατέλας δὲν τὸν ἤθελε γαμπλό. Πῆλα ἄλλον. Χήλεψα. Αὐτός, εἶπαν, πῆλε καημό, πῆγε βουνά, ἀγλίεψε, δὲν πάτησ᾽ ἐκκλησιά… Ἐγὼ ἔχω τὸ κλῖμα (τὸ κρῖμα);
Ἡ Ἀφέντρα ἐνόησεν ἀμέσως τὴν ἁπλοϊκὴν εὐσυνειδησίαν τῆς γραίας.
―Ἔ, καλά, εἶπε, νὰ ποὺ τὸν ηὗρες τώρα, στὴν Ἀνάσταση. Ὥρα τοῦ Ἀσπασμοῦ, τῆς ἀγάπης εἶναι. Νὰ σχωρεθῇς, νὰ τὸ πῇς τοῦ παπᾶ καὶ θὰ σ᾽ ἀφήσῃ νὰ μεταλάβῃς.
*
* *
Ἡ Μολώτα ἠκολούθησε κατὰ γράμμα τὴν συμβουλὴν τῆς Ἀφέντρας. Εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναόν, ἠσπάσθη τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὴν Ἀνάστασιν, εἶτα ἐζήτησε συγχώρησιν ἀπὸ τὸν Κόλιαν. Ἀκολούθως, τὴν ὥραν τοῦ Κοινωνικοῦ, ἐπλησίασε μαζὶ μὲ τὰς ἄλλας γυναῖκας εἰς τὴν βορείαν πύλην τοῦ ἱεροῦ, ὅπου ὁ ἱερεὺς ἀνέγνωσεν ἐπὶ τῶν κεφαλῶν των τὴν συγχωρητικὴν εὐχήν, ἐνῷ ὁ μικρὸς ψάλτης ἐμινύριζε τὸ «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε».
Μετὰ τὴν Ἀπόλυσιν, ἅμα οἱ ἄνδρες ἐξῆλθον, ὁ Σταμάτης συναντήσας τὸν Κόλιαν τὸν ἐχαιρέτισε:
― Χριστὸς ἀνέστη, μπαρμπα-Κόλια! Καλὴ ὥρα ἦτον ποὺ σ᾽ ηὗρα χτές.
Καὶ ὁ γέρων ἐρημίτης ἀπήντησεν:
―Ἀληθῶς ἀνέστη, βρέ! Δὲν εἶμαι ἀλιβάνιστος!

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

και για την αντιγραφή Φουρόκατος

26 Απριλίου, 2019 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , | Σχολιάστε