Με το τουφέκι και τη λύρα

ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτὴν πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον ― ἐκεῖ ανάμεσα ἐσώζετο ἀκόμη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Δὲν ὑπῆρχε πλέον οἰκία ὀρθή, δὲν ὑπῆρχε στέγη καὶ ἄσυλον, εἰς ὅλον τὸ ὀροπέδιον ἐκεῖνο, παρὰ τὴν ἀπορρῶγα ἀκτήν. Μόνος ὁ μικρὸς ναΐσκος ὑπῆρχε, καὶ εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου ὁ Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας εἶχε κτίσει μικρὸν ὑπόστεγον, καλύβην μᾶλλον ἢ οἰκίαν, λαβὼν τὴν ξυλείαν, ὅσην ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ, καί τινας λίθους ἀπὸ τὰ τόσα τριγύρω ἐρείπια, διὰ νὰ στεγάζεται προχείρως ἐκεῖ καὶ καπνίζῃ ἀκατακρίτως τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν*, ἔξω τοῦ ναοῦ, ὁ φιλέρημος γέρων.

Ὁ ναΐσκος ἦτο ἰδιόκτητος· πρᾶγμα σπάνιον εἰς τὸν τόπον, λείψανον παλαιοῦ θεσμοῦ· ἦτον κτῆμα αὐτοῦ τοῦ γέροντος Φραγκούλα. Ὁ ἀξιότιμος πρεσβύτης, φέρων ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα προεστοῦ, ὡραῖον φέσι τοῦ Τουνεζίου, ἐπανωβράκι* τσόχινον, μὲ ζώνην πλατεῖαν κεντητήν, μακρὰν τσιμπούκαν μὲ ἠλέκτρινον μαμέν, καὶ κρατῶν μὲ τὴν ἀριστερὰν ἠλέκτρινον μακρὸν κομβολόγιον, δὲν ἦτο καὶ πολὺ γέρων, ὣς πενηνταπέντε χρόνων ἄνθρωπος. Κατήγετο ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτέραν καὶ πλέον γνησίως αὐτόχθονα οἰκογένειαν τοῦ τόπου. Ἦτον ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας εὐσταλής, ὑψηλός, λεπτὸς τὴν μέσην, μελαχροινός, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας τοῦ προσώπου, δασείας ὀφρῦς, ὀφθαλμοὺς μεγάλους, ὀγκώδη ρῖνα, χονδρὰ χείλη προέχοντα. Ἠγάπα πολὺ τὰ μουσικά, τά τε ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ ἐξωτερικά, ὑπῆρξε δὲ μὲ τὴν χονδρὴν ἀλλὰ παθητικὴν φωνήν του ψάλτης καὶ τραγουδιστὴς εἰς τὸν καιρόν του μέχρι γήρατος.

Τὴν Σινιώραν, ὡραίαν νέαν, λεπτοφυῆ, λευκοτάτην, τὴν εἶχε νυμφευθῆ ἀπὸ ἔρωτα. Ἤδη εἶχε συζήσει μαζί της ὑπὲρ τὰ εἴκοσι πέντε ἔτη, καὶ εἶχεν ἀποκτήσει τέσσαρας υἱοὺς καὶ τρεῖς θυγατέρας. Ἀλλὰ τώρα, εἰς τὸν οὐδὸν τοῦ γήρατος, δὲν συνέζη πλέον μαζί της.

Εἶχε χωρίσει ἅπαξ ἤδη, ἀφοῦ ἐγεννήθησαν τὰ τέσσαρα πρῶτα παιδία, δύο υἱοὶ καὶ δύο θυγατέρες· ὁ πρῶτος οὗτος χωρισμὸς διήρκεσεν ἐπί τινας μῆνας. Εἶτα ἐπῆλθε συνδιαλλαγὴ καὶ συμβίωσις πάλιν. Τότε ἐγεννήθησαν ἄλλα δύο τέκνα, υἱὸς καὶ θυγάτριον. Εἶτα ἐπῆλθε δεύτερος χωρισμός, ὑπὲρ τὸ ἔτος διαρκέσας. Μετὰ τὸν χωρισμόν, δευτέρα συνδιαλλαγη. Τότε ἐγεννήθη ὁ τελευταῖος υἱός. Ἀκολούθως ἐπῆλθε μακρὸς χωρισμὸς μεταξὺ τῶν συζύγων. Ὁ τελευταῖος οὗτος χωρισμός, μετὰ πολλὰς ἀγόνους ἀποπείρας συνδιαλλαγῆς, διήρκει ἤδη ἀπὸ τριῶν ἐτῶν καὶ ἡμίσεος. Δὲν ἦτο πλέον φόβος νὰ γεννηθοῦν ἄλλα τέκνα. Ἡ Σινιώρα ἦτον ὑπερτεσσαρακοντοῦτις ἤδη.

Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, τῆς 13 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 186… ἐκάθητο μόνος, ὁλομόναχος, ἔξω τοῦ ναΐσκου, εἰς τὸ προαύλιον, ἔμπροσθεν τῆς καλύβης τὴν ὁποίαν εἶχε κτίσει, ἐκάπνιζε τὸ τσιμπούκι του, κ᾿ ἐρρέμβαζεν. Ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸν λουλὰν ἀνέθρῳσκε καὶ ἀνέβαινεν εἰς κυανοῦς κύκλους εἰς τὸ κενόν, καὶ οἱ λογισμοὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐφαίνοντο νὰ παρακολουθοῦν τοὺς κύκλους τοῦ καπνοῦ, καὶ νὰ χάνωνται μετ᾿ αὐτῶν εἰς τὸ ἀχανές, τὸ ἄπειρον. Τί ἐσκέπτετο;

Βεβαίως, τὴν σύζυγόν του, μὲ τὴν ὁποίαν ἦσαν εἰς διάστασιν, καὶ τὰ τέκνα του, τὰ ὁποῖα σπανίως ἔβλεπεν. Ἐσχάτως τοῦ εἶχον παρουσιασθῆ, πρώτην φορὰν εἰς τὴν ζωήν του, καὶ οἰκονομικαὶ στενοχωρίαι. Ὁ Φραγκούλας ἦτο μεγαλοκτηματίας. Εἶχε παμπόλλους ἐλαιῶνας, ἀμπέλια ἀρκετά, καὶ χωράφια ἀμέτρητα. Μόνον ἀπὸ τὸν ἀντίσπορον τῶν χωραφίων ἠμποροῦσε νὰ μὴν ἀγοράζῃ ψωμὶ δι᾿ ὅλου τοῦ ἔτους, αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του. Οἱ δὲ ἐλαιῶνες, ὅταν ἐκαρποφόρουν, ἔδιδον ἀρκετὸν εἰσόδημα. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ δὲν εἰργάζετο ποτὲ μόνος του, τὰ ἔξοδα «τὸν ἔτρωγαν»! Εἶτα αὐξανομένης τῆς οἰκογενείας, συνηυξάνοντο καὶ αἱ ἀνάγκαι. Καὶ ὅσον ηὔξανον τὰ ἔξοδα, τόσον τὰ ἔσοδα ἠλαττοῦντο. Ἦλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», ἀφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Εἶτα, διὰ πρώτην φοράν, ἔλαβεν ἀνάγκην μικρῶν δανείων. Δὲν ἐφαντάζετο ποτὲ ὅτι μία μικρὰ κάμπη ἀρκεῖ διὰ νὰ καταστρέψῃ ὁλόκληρον φυτείαν. Ἀπηυθύνθη εἰς ἕνα τοκογλύφον τοῦ τόπου.

Οἱ τοιοῦτοι ἦσαν ἄνθρωποι «φερτοί», ἀπ᾿ ἔξω, καὶ ὅταν κατέφυγον εἰς τὸν τόπον, ἐν ὥρᾳ συμφορᾶς καὶ ἀνεμοζάλης, κατὰ τὴν Μεγάλην Ἐπανάστασιν ἢ κατὰ τὰ ἄλλα κινήματα τὰ πρὸ αὐτῆς, ἀρχομένης τῆς ἑκατονταετηρίδος, κανεὶς δὲν ἔδωκε προσοχὴν καὶ σημασίαν εἰς αὐτούς.

Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ οἱ ἐντόπιοι εἶχον ἀποκλειστικὴν προσήλωσιν εἰς τὰ κτήματα, οὗτοι, οἱ ἐπήλυδες, ὡς πράττουσιν ὅλοι οἱ φύσει καὶ θέσει Ἑβραῖοι, ἔδωκαν ὅλην τὴν σημασίαν καὶ τὴν προσοχήν των εἰς τὰ χρήματα. Ἤνοιξαν ἐργαστήρια, μαγαζεῖα, κ᾿ ἐμπορεύοντο, κ᾿ ἐχρηματίζοντο. Εἶτα ἦλθεν ὥρα, ὅπως καὶ τώρα καὶ πάντοτε συμβαίνει, ὁπότε οἱ ἐντόπιοι ἔλαβον ἀνάγκην τῶν χρημάτων, καὶ τότε ἤρχισαν νὰ ὑποθηκεύουν τὰ κτήματα. Ἑωσότου παρῆλθε μία γενεά, ἢ μία καὶ ἡμίσεια, καὶ τὰ χρήματα ἐπέστρεψαν εἰς τοὺς δανειστάς, συμπαραλαβόντα μεθ᾿ ἑαυτῶν καὶ τὰ κτήματα.

Ἕως τότε δὲν εἶχε συλλογισθῆ τοιαῦτα πράγματα ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας, οὔτε τὸν ἔμελε ποτέ του περὶ χρημάτων. Ἀλλ᾿ ἐπ᾿ ἐσχάτων, εἶχε λάβει ἀνάγκην καὶ δευτέρου καὶ τρίτου δανείου, καὶ οἱ δανεισταὶ προθύμως τοῦ ἔδιδαν, ἀλλ᾿ ἀπῄτουν νὰ τοὺς καθιστᾷ ὑπέγγυα τὰ καλύτερα κτήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἕκαστον εἶχε, κατ᾿ αὐτὸν ἐκτιμητήν, δεκαπλασίαν ἀξίαν τοῦ ποσοῦ τοῦ δανειζομένου. Πλὴν φεῦ! αὐτὸς δὲν ἦτο ὁ μόνος καημός του…

Ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας δὲν ἐφόρει πλέον τὸ ὡραῖόν του μαῦρον φέσι, τὸ τουνεζιάνικον· ἔφερεν οἰκιακὸν μαῦρον σκοῦφον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς. Ἀλλ᾿ εὑρίσκετο σήμερον εἰς τὴν ἐξοχήν. Ἐὰν τὸν συνηντῶμεν τὴν προτεραίαν εἰς τὴν ἀγοράν, κάτω εἰς τὴν πολίχνην, θὰ ἐβλέπομεν ὅτι εἶχε βάψει μαῦρον τὸ φέσι του… Εἶχε πρόσφατον πένθος.

«Ἄχ! Τό ᾽χασα, τὸ καημένο μ᾿, τὸ εὐάγωγο, τό ᾽χασα!»

Ὁ γερο-Φραγκούλης ἐστέναξε, καὶ εἶχε δίκαιον νὰ στενάξῃ. Τὸ καλύτερον κοράσιόν του, τὸ τρίτον, τὸ μικρότερον, δεκατετραετὲς μόλις τὴν ἡλικίαν ―τὸ ὁποῖον εἶχε γεννηθῆ κατά τι διάλειμμα ἔρωτος μεταξὺ δύο χωρισμῶν― τοῦ εἶχεν ἀποθάνει πρὸ ὀλίγων μηνῶν…

Καὶ αὐτὸς ἦλθεν εἰς τὴν Παναγίαν, διὰ νὰ κλαύσῃ καὶ νὰ πῇ τὸν πόνον του. Ἦτον κτῆμά του ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Τὸ ἐκκλησίδιον ἦτον εὐπρεπέστατον, ὡραῖα στολισμένον καὶ εἶχε καλὰς εἰκόνας, καὶ μάλιστα τὴν φερώνυμον, τὴν γλυκεῖαν Παναγίαν τὴν Πρέκλαν, σκαλιστὸν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλεον καὶ μανουάλια ὀρειχάλκινα, κανδήλια ἀργυρᾶ. Ἔφερε πάντοτε ὁ ἰδιοκτήτης μαζί του τὴν βαρεῖαν ὑπερμεγέθη κλεῖδα τῆς δρυΐνης θύρας τῆς στερεᾶς, καὶ δὲν ἔλειπε συχνὰ νὰ ἐπισκέπτεται τὴν Παναγίαν του· ἱερόσυλος εὐτυχῶς κανεὶς ἀκόμη δὲν εἶχεν ἀναφανῆ εἰς τὰ μέρη αὐτά.

Ἦτον ἡ προπαραμονὴ τῆς ἑορτῆς, ὅτε θὰ ἐτελεῖτο πανήγυρις εἰς τὸν ναΐσκον, τιμώμενον ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς Κοιμήσεως. Θὰ ἤρχοντο ἀπὸ τὸν τόπον πολλαὶ οἰκογένειαι καὶ ἄτομα, δωδεκάδες τινὲς προσκυνητῶν καὶ πανηγυριστῶν, καὶ ὁ παπα-Νικόλας, ὁ συμπέθερός του. Εἰς τὸν παπα-Νικόλαν ὁ Φραγκούλας ἔδιδε διὰ τὸν κόπον του ἓν τάλληρον, περιπλέον δὲ εἰσέπραττεν ὁ παπὰς διὰ λογαριασμόν του τὰς δεκάρας, ὅσας ἔδιδαν αἱ γυναῖκες «διὰ νὰ γράψουν τὰ ὀνόματα» ἢ τὰ «ψυχοχάρτια».

Ὅλα τ᾿ ἄλλα, προσφοράς, ἀρτοκλασίας, πώλησιν κηρίων, κτλ. τὰ εἰσέπραττεν ὁ Φραγκούλας ὡς εἰσόδημα ἰδικόν του…

Καὶ τώρα τοὺς ἐπερίμενε νὰ ἔλθουν πάλιν… καὶ ἀνελογίζετο πῶς ἄλλοτε, ὅταν ἦτον νέος ἀκόμη, μετὰ τὸν πρῶτον χωρισμὸν ἀπὸ τὴν γυναῖκά του, ἡ πανήγυρις αὐτὴ τῆς Παναγίας τῆς Κοιμήσεως ἔγινεν ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐπέλθῃ συνδιαλλαγὴ μετὰ τῆς γυναικός του. Κατόπιν τῆς συνδιαλλαγῆς ἐκείνης ἐγεννήθη ὁ τρίτος υἱός, καὶ τὸ Κουμπώ, τὸ θυγάτριον τὸ ὁποῖον ἐθρήνει τώρα ὁ γερο-Φραγκούλας…

«Τό ᾽χασα τὸ καημένο μου, τὸ εὐάγωγο, τό ᾽χασα!…»

Ὤ, δὲν ἐλυπεῖτο τώρα τόσον πολὺ τὸν ἀπὸ τῆς γυναικός του χωρισμόν ―τὴν ὁποίαν ἄλλως τρυφερῶς ἠγάπα― ὅσον ἐθρήνει τὴν σκληρὰν ἀπώλειαν ἐκείνην τῆς κορασίδος, τὴν ὁποίαν εἰς τὸν ἄλλον κόσμον ἤλπιζε μόνον νὰ ἐπανεύρῃ… Καὶ κατενύσσετο πολὺ ἡ καρδία του κ᾿ ἐθλίβετο… Καὶ ἀνελογίσθη ὅτι τὸ πάλαι ἐδῶ οἱ χριστιανοί, ὅσοι ἦσαν ὡς αὐτὸς τεθλιμμένοι, εἰς τὸν ναΐσκον αὐτὸν τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας, ἤρχοντο τὰς ἡμέρας αὐτὰς νὰ εὕρωσι, διὰ τῆς ἐγκρατείας καὶ τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ ἱεροῦ ᾄσματος, ἀναψυχὴν καὶ παραμυθίαν… Τὸν παλαιὸν καιρόν, πρὸ τοῦ Εἰκοσιένα, ὅταν τὸ σήμερον ἔρημον καὶ κατηρειπωμένον χωρίον ἐκατοικεῖτο ἀκόμη, ὅλοι οἱ κάτοικοι καὶ τῶν δύο ἐνοριῶν ἤρχοντο εἰς τὸν ναὸν τῆς Πρέκλας, ὅστις ἦτο ἁπλοῦν παρεκκλήσιον, ν᾿ ἀκούσωσι τὰς ψαλλομένας Παρακλήσεις, καθ᾿ ὅλον τὸν Δεκαπενταύγουστον…

Ἄφησεν εἰς τὴν ἄκρην τὸ τσιμπούκι, τὸ ὁποῖον εἶχε σβήσει ἤδη ἀνεπαισθήτως, ἐν μέσῳ τῆς ἀλλοφροσύνης καὶ τῶν ρεμβασμῶν τοῦ καπνιστοῦ, καὶ ἀκουσίως ἤρχισε νὰ ὑποψάλλῃ.

Ἔλεγε τὸν Μέγαν Παρακλητικὸν κανόνα τὸν εἰς τὴν Παναγίαν, ὅπου διεκτραγῳδοῦνται τὰ παθήματα καὶ τὰ βάσανα μιᾶς ψυχῆς, καὶ τὴν σειρὰν ὅλην τῶν κατανυκτικῶν ὕμνων, ὅπου εἷς βασιλεὺς Ἕλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, ἀπὸ Λατίνους καὶ Ἄραβας καὶ τοὺς ἰδικούς του, διεκτραγῳδεῖ πρὸς τὴν Παναγίαν τοὺς ἰδίους πόνους του, καὶ τοὺς διωγμοὺς ὅσους ὑπέφερεν ἀπὸ τὰ στίφη τῶν βαρβάρων, τὰ ὁποῖα ὀνομάζει νέφη.

Εἶτα, κατὰ μικρόν, ἀφοῦ εἶπεν ὅσα τροπάρια ἐνθυμεῖτο ἀπὸ στήθους, ὕψωσεν ἀκουσίως τὴν φωνήν, καὶ ἤρχισε νὰ μέλπῃ τὸ ἀθάνατον ἐκεῖνο:

«Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε,
Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ, κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα.
Καὶ σύ, Υἱὲ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα».

… Καὶ εἶτα προσέτι, παρεκάλει διὰ τοῦ ᾄσματος τὴν Παναγίαν, νὰ εἶναι μεσίτρια πρὸς τὸν Θεόν, «μὴ μοῦ ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων…» Ὤ, αὐτὸ εἶχε τὴν δύναμιν καὶ τὸ προνόμιον νὰ κάμνῃ πολλὰ ζεύγη ὀφθαλμῶν νὰ κλαίωσι τὸν παλαιὸν καιρόν, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἔκλαιον ἀκόμη ἑκούσια δάκρυα ἐκ συναισθήσεως…

Ὁ γερο-Φραγκούλας ἐπίστευε καὶ ἔκλαιεν… Ὤ, ναί, ἦτον ἄνθρωπος ἀσθενής· ἠγάπα καὶ ἡμάρτανε καὶ μετενόει… Ἠγάπα τὴν θρησκείαν, ἠγάπα καὶ τὴν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα του, ἐπόθει ἀκόμη τὸν συζυγικὸν βίον, ἐπόθει καὶ τὸν βίον τὸν μοναχικόν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχεν ἀγαπήσει ἐξ ὅλης καρδίας τὴν Σινιωρίτσαν του… καὶ τὴν ἠγάπα ἀκόμη. Ἀλλ᾿ ὅσον τρυφερὸς ἦτο εἰς τὸν ἔρωτα, τόσον εὐεπίφορος εἰς τὸ πεῖσμα, καὶ τόσον γοργὸς εἰς ὀργήν. Ὤ! ἀτέλειαι τῶν ἀνθρώπων.

Τώρα, εἰς τοὺς τελευταίους χρόνους, εἶχε γνωρίσει ἀκόμη καὶ τὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, τὸ παράπονον τῆς ξεπεσμένης ἀρχοντιᾶς, τὰς πιέσεις καὶ τὰς ἀπειλὰς τῶν τοκογλύφων. «Τὸ διάφορο, κεφάλι*! τὸ διάφορο, κεφάλι!» Ἐπὶ τέσσαρας ἐνιαυτοὺς ἦτο ἀφορία, αἱ ἐλαῖαι δὲν ἐκαρποφόρησαν· ὁ καρπὸς εἶχε προσβληθῆ ἀπὸ ἄγνωστον ἀσθένειαν, διὰ τὰς ἁμαρτίας τῶν ἰδιοκτητῶν. Εἶχαν κιτρινίσει καὶ μαυρίσει αἱ ἐλαῖαι, καὶ ἦσαν γεμᾶται ἀπὸ βοῦλες, καὶ εἶχαν πέσει ἄκαιρα. Τόσα «ὑποστατικά», τόσα «μούλκια»*, τόσο «βιός», ἀγύριστα* κτήματα, σχεδὸν τσιφλίκια, ἠπειλοῦντο νὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας τῶν τοκογλύφων. ― Ἐγέννα ἢ ὄχι ἡ γῆ, ἐκαρποφόρουν ἢ ὄχι τὰ δένδρα, ὁ τόκος δὲν ἔπαυε. Τὰ κεφάλαια «ἔτικτον». Ἔπαυσε νὰ τίκτῃ ἡ γόνιμος (ὅπως λέγει ὁ Ἅγ. Βασίλειος), ἀφοῦ τὰ ἄγονα ἤρχισαν κ᾿ ἐξηκολούθουν νὰ τίκτουν…

Ἀνελογίζετο αὐτά, κ᾿ ἔκλαιεν ἡ ψυχή του. Δὲν ἤλπιζε πλέον, οὔτε ηὔχετο σχεδόν, νὰ ἤρχετο ἡ Σινιωρίτσα αὔριον, εἰς τὴν πανήγυριν, ὅπως ἤρχετο τακτικὰ κάθε χρόνον, ἄλλοτε, ὅταν ἦσαν «μονοιασμένοι» ― ὅπως εἶχεν ἔλθει καὶ ἅπαξ, εἰς καιρὸν ὁποὺ εὑρίσκοντο χωρισμένοι, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν… Τώρα μόνον ἡ ψυχὴ τῆς Κούμπως, τῆς ἀθῴας μικρᾶς παρθένου, εἴθε νὰ παρίστατο ἀοράτως εἰς τὴν πανήγυριν, ἀγαλλομένη.

Ὤ! ἄλλοτε, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν, πρὶν γεννηθῇ ἀκόμη ἡ Κούμπω ― ναί, ἡ Παναγία εἶχε δωρήσει τὸ ἁβρὸν ἐκεῖνο ἄνθος εἰς τὸν Φραγκούλην καὶ τὴν Σινιώραν, καὶ ἡ Παναγία πάλιν τὸ εἶχε δρέψει καὶ τὸ εἶχεν ἀναλάβει πλησίον της, πρὶν μολυνθῇ ἐκ τῆς ἐπαφῆς τῶν ματαίων τοῦ κόσμου… Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχε συμβῆ ὁ πρῶτος χωρισμός, τὸ πρῶτον πεῖσμα, τὸ πρῶτον κάκιωμα μεταξὺ τῶν συζύγων. Καὶ ὁ Φραγκούλης, θυμώδης, ὀξύχολος, δριμύς, εἶχεν ἀναβῆ, ὅπως τώρα, ἀπὸ τὴν πολίχνην τὴν κατοικημένην εἰς τὸ παλαιὸν χωρίον τὸ ἔρημον, τοῦ ὁποίου ἐσώζοντο τότε ἀκόμη ὀλίγισται οἰκίαι, καὶ δὲν ἦτο ἐρείπιον ὅλον, ὅπως σήμερον. Καὶ καθὼς τώρα, εἶχεν ἔλθει δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς ἑορτῆς εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Πρέκλας, ἐκάθητο δὲ εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ναΐσκου κ᾿ ἐκάπνιζε τὸ μακρὸν τσιμπούκι μὲ τὸ ἠλέκτρινον ἐπιστόμιον. Πλὴν τότε τὸ φέσι του ἦτο κατακόκκινον, καὶ τώρα ἐφόρει μαῦρον σκοῦφον… Καὶ τότε ὁ Φραγκούλης ἦτον σαράντα χρόνων, καὶ τώρα ἦτον πενηνταπέντε… Τότε ἔτρεφε πεῖσμα καὶ χολήν, ἀλλ᾿ εἶχε πολὺ περισσότερον καὶ βαθύτερον συζυγικὸν ἔρωτα, καὶ μόνον νύξιν ἤθελεν· ἦτον ἕτοιμος νὰ συγχωρήσῃ· καὶ ν᾿ ἀγαπήσῃ… Ἀλλὰ τώρα δὲν ἔχει πλέον οὔτε πεῖσμα σχεδὸν οὔτε ὀργήν, ἠγάπα τὴν Σινιώραν, τὴν ἐπόνει, ἀλλ᾿ ἔκλαιε πολὺ περισσότερον διὰ τὸ θυγάτριόν του, τὸ Κουμπώ, «τὸ καημένο, τὸ εὐάγωγο!»

Ἐκείνην τὴν φοράν, ὁ παπα-Νικόλας, ἅμα ἔφθασε τὴν παραμονήν, ἀκολουθούμενος ἀπὸ πλῆθος προσκυνητῶν διὰ τὴν πανήγυριν, ἐστάθη πλησίον τῆς θύρας τοῦ ναοῦ, παρὰ τὴν γωνίαν, καὶ τοῦ εἶπε μυστηριωδῶς:

― Θά ᾽χῃς μουσαφιρλίκια, θαρρῶ.

― Τί τρέχει, παπά; ἠρώτησε μειδιῶν ὁ Φραγκούλας, ὅστις ἐμάντευσε πάραυτα.

― Θὰ σοῦ ἔλθῃ τ᾿ ἀσκέρι… Κοίταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα, χωρὶς πείσματα…

Ὁ παπάς, ἀσκέρι λέγων, ἐννοοῦσε προφανῶς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Φραγκούλα· ἀλλὰ τάχα μόνον τὰ παιδία τὰ δύο μεγαλύτερα ἐκ τῶν τεσσάρων; ― καθόσον τὰ ἄλλα δύο τὰ μικρά, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ κουβαληθοῦν εἰς διάστημα τριῶν ὡρῶν ὁδοιπορίας χωρὶς τὴν μητέρα των. Ὁ Φραγκούλης ἠθέλησε νὰ βεβαιωθῇ.

― Θά ᾽ρθῃ μαζὶ κ᾿ ἡ μάννα τους;

― Βέβαια… πιστεύω, εἶπεν ὁ παπάς.

Τῷ ὄντι, ὅταν ἐβράδιασε καλά, καὶ ἤρχισε νὰ σκοτεινιάζῃ, ἡ κυρα-Σινιώρα ἦλθε, μαζὶ μὲ τὴν γραῖαν μητέρα της, καὶ μὲ τὰ τέσσαρα παιδιά της, ἐν συνοδίᾳ καὶ ἄλλων προσκυνητριῶν, γειτονισσῶν ἢ συγγενῶν της. Ἀπὸ πολλῶν μηνῶν δὲν εἶχεν ἰδεῖ τὸν σύζυγόν της, ὅστις εἶχε κατοικήσει χωριστά, ― εἰς εὐτελὲς δωμάτιον, χάριν ταπεινώσεως, τὸ ὁποῖον ὠνόμαζε «τὸ κελλί του», καὶ ἔζη ἀπὸ μηνῶν ὡς καλόγηρος. Ἐπλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα· ὁ Φραγκούλης ἵστατο ἐκεῖ, παραπέρα ἀπὸ τὴν θύραν τῆς ἐκκλησίας, κ᾿ ἔκαμνε πὼς ἔβλεπεν ἀλλοῦ, καὶ πὼς ἐπρόσεχεν εἴς τινα ὁμιλίαν περὶ ἀγροτικῶν ὑποθέσεων, μεταξὺ δύο ἢ τριῶν χωρικῶν.

Ἡ Σινιώρα εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναΐσκον, ἐπροσκύνησεν, ἐκόλλησε κηρία, καὶ ἠσπάσθη τὰς εἰκόνας. Εἶτα, μετά τινα ὥραν, ἐξῆλθεν. Ἐπλησίασε συνεσταλμένη, κ᾿ ἐχαιρέτισε τὸν σύζυγόν της. Οὗτος ἔτεινε πρὸς αὐτὴν τὴν χεῖρα, καὶ ἠσπάσθη φιλοστόργως τὰ τέκνα του.

Ἤδη ἐνύκτωνε, καὶ ἐψάλη ὁ Μικρὸς Ἑσπερινός. Ἀκολούθως, μετὰ τὸ λιτὸν σαρακοστιανὸν τὸ ὁποῖον ἔφαγον κατὰ ὁμάδας καθίσαντες οἱ διάφοροι προσκυνηταί, ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, ἐπὶ τῶν χόρτων καὶ τῶν ἐρειπίων, ὁ Φραγκούλης ἡτοίμασεν ἰδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον, πρόχειρον, κατὰ μίμησιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα συνηθίζονται εἰς τὰ μοναστήρια, καὶ φέρων τρεῖς γύρους περὶ τὸν ναόν, τὸ ἔκρουσε μόνος του, πρῶτον εἰς τροχαϊκὸν ρυθμόν, «τὸν Ἀδάμ, Ἀδάμ, Ἀδάμ!» εἶτα εἰς ἰαμβικόν, «τὸ τάλαντον! τὸ τάλαντον!»

Εὐθὺς τότε, τὰ δύο παιδία τοῦ Φραγκούλα, καὶ πέντε ἢ ἓξ ἄλλοι μικροὶ μοσχομάγκαι, ἀνερριχήθησαν ἐπάνω εἰς τὴν στέγην τοῦ ναοῦ, ἄνωθεν τῆς θύρας, καὶ ἤρχισαν νὰ βαροῦν τρελά, ἀλύπητα, ἀχόρταστα, τὸν μικρὸν μισορραγισμένον κώδωνα, τὸν κρεμάμενον ἀπὸ δύο διχαλωτῶν ξύλων ἐκεῖ ἐπάνω. Ὕστερον ἀπὸ πολλὰς φωνάς, μαλώματα καὶ ἐπιπλήξεις τοῦ Φραγκούλα, τοῦ μπαρμπα-Δημητροῦ τοῦ ψάλτου, καὶ τοῦ Παναγιώτου τῆς Ἀντωνίτσας (ἑνὸς καλοῦ χωρικοῦ, ὅστις δὲν ἐκουράζετο νὰ τρέχῃ εἰς ὅλα τὰ ἐξωκκλήσια, καὶ νὰ κάμνῃ «κουμάντο», ἑωσοῦ ἐπὶ τέλους ἡ Δημαρχία ἠναγκάσθη νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ ὡς ἰσόβιον ἐπίτροπον ὅλων τῶν ἐξοχικῶν ναῶν), τὰ παιδία μόλις ἔπαυσαν ὀψέποτε νὰ κρούουν τὸν κώδωνα, κ᾿ ἐξεκόλλησαν τέλος ἀπὸ τὴν στέγην τοῦ ναΐσκου. Ὁ παπα-Νικόλας ἔβαλεν εὐλογητόν, καὶ ἤρχισεν ἡ ἀκολουθία τῆς Ἀγρυπνίας.

Ὁ Φραγκούλας ἦτο τόσον εὐδιάθετος ἐκείνην τὴν ἑσπέραν, ὥστε ἀπὸ τοῦ «Ἐλέησόν με ὁ Θεός», τῆς ἀρχῆς τοῦ Ἀποδείπνου, μέχρι τοῦ «Εἴη τὸ ὄνομα», εἰς τὸ τέλος τῆς Λειτουργίας ―ὅπου ἡ παννυχὶς διήρκεσεν ὀκτὼ ὥρας ἄνευ διαλείμματος― ὅλα τὰ ἔψαλε καὶ τὰ ἀπήγγειλε μόνος του ἀπὸ τοῦ δεξιοῦ χοροῦ, μόλις ἐπιτρέπων εἰς τὸν κὺρ Δημητρόν, τὸν κάτοχον τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ, νὰ λέγῃ κι αὐτὸς ἀπὸ κανένα τροπαράκι, διὰ νὰ ξενυστάξῃ. Ἔψαλε τὸ «Θεαρχίῳ νεύματι» καὶ εἰς τοὺς ὀκτὼ ἤχους μοναχός του, προφάσει ὅτι ὁ κὺρ Δημητρὸς «δὲν εὕρισκεν εὔκολα τὸν ἦχον», ἤτοι δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβῇ ἀβιάστως καὶ ἄνευ χασμωδίας ἀπὸ ἤχου εἰς ἦχον. Εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ, μοναχός του ἐδιάβασε τὸ Συναξάρι, καί, χωρὶς νὰ πάρῃ ἀνασασμόν, μοναχός του πάλιν ἤρχισε τὸν Ἑξάψαλμον. Ἔψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Ἀναβαθμοὺς καὶ προκείμενα, εἶτα ὅλον τὸ «Πεποικιλμένη» ἕως τὸ «Συνέστειλε χορός», καὶ ὅλον τὸ «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου» ἕως τὸ «Δέχου παρ᾿ ἡμῶν». Εἶτα ἔψαλεν Αἴνους, Δοξολογίαν, ἐδιάβασεν Ὥρας καὶ Μετάληψιν, πρὸς χάριν ὅλων τῶν ἡτοιμασμένων διὰ τὴν Θείαν Κοινωνίαν, καὶ εἰς τὴν Λειτουργίαν πάλιν ὅλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, τὸ Χερουβικόν, τὸ «Αἱ γενεαὶ πᾶσαι», τὸ Κοινωνικόν, κτλ. κτλ.

Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐνθυμεῖτο ἀκόμη, ὡς νὰ ἦτον χθές, ὁ γερο-Φραγκούλας, καὶ εἶχον παρέλθει δεκαπέντε ἔτη ἔκτοτε. Ἀκόμη καὶ μικρά τινα φαιδρὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὴν Λιτήν, μικρὸν πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, κατὰ τὴν ἔξοδον τῆς ἱερᾶς εἰκόνος εἰς τὸ ὕπαιθρον. Ἐπειδὴ αἱ γυναῖκες εἶχαν κολλήσει πολλὰ καὶ χονδρὰ κηρία, τὰ πλεῖστα ἔργα αὐτῶν τῶν ἰδίων χειρομάλακτα, τὰ δὲ κηρία συμπλεκόμενα εἰς δέσμας καὶ περιπλοκάδας ἀπὸ τὸν Παναγιώτην τῆς Ἀντωνίτσας, τὸν πρόθυμον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἱερᾶς πανηγύρεως, εἶχαν λαμπαδιάσει, εἰς μίαν στιγμὴν ὀλίγον ἔλειψε νὰ πάρῃ φωτιὰν τὸ φελόνι τοῦ παπᾶ, εἶτα καὶ τὸ γένειόν του. Τότε ὁ Παναγιώτης τῆς Ἀντωνίτσας, μὴ εὑρίσκων ἄλλο προχειρότερον μέσον, ἥρπαζε τὰς ὀγκώδεις δέσμας τῶν φλεγόντων κηρίων, τὰς ἔφερε κάτω εἰς τὸ ἔδαφος, κ᾿ ἐπάτει δυνατὰ μὲ τὰ τσαρούχια του διὰ νὰ τὰ σβήσῃ. Αἱ γυναῖκες δυσφοροῦσαι ἐγόγγυζον, νὰ μὴν πατῇ τὰ κηριά, γιατὶ εἶναι κρῖμα.

Τότε εἷς τῶν παρεστώτων, υἱὸς πλουσίου τοῦ τόπου, ἀπὸ ἐκείνους οἵτινες εἰς τὸ ὕστερον κατέστησαν δανεισταὶ τοῦ Φραγκούλα ―καὶ ὅστις ἐλέγετο ὅτι ἐμελέτα εἰς τὰς ἐκλογὰς νὰ βάλῃ κάλπην ὡς ὑποψήφιος δήμαρχος― ἠκούσθη νὰ λέγῃ ὅτι πρέπει νὰ μάθουν νὰ κάμνουν «οἰκονομία, οἰκονομία στὰ κηριά! ἡ νύχτα μεγαλώνει… ἰσημερία τώρα, κοντεύει… ἔχει νύχτα…»

Ἀλλ᾿ αἱ γυναῖκες, ἐνῷ ἤξευραν, καλύτερα ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅλας τὰς οἰκονομίας τοῦ κόσμου, δὲν ἐννοοῦσαν τί θὰ πῇ «οἰκονομία στὰ κηριά», ἀφοῦ ἅπαξ εἶναι ἀγορασμένα καὶ πληρωμένα, καὶ εἶναι μελετημένα καὶ ταμένα ἐξ ἅπαντος νὰ καοῦν, διὰ τὴν χάριν τῆς Παναγίας. Μία ἀπ᾿ αὐτάς, γερόντισσα, ἀνεπόλησε κάτι τι δι᾿ ἕνα θαῦμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ τὸ συναξάρι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ὅπου ὁ Ἅγιος, εἰς τὴν Σαλονίκην, ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸν νεωκόρον, ἔχοντα τὴν μανίαν νὰ σβήνῃ μισοκαμένα τὰ κηριά ― καὶ ἡ γερόντισσα ἤρχισε νὰ τὸ διηγῆται χθαμαλῇ τῇ φωνῇ εἰς τὴν πλησίον της: «Ἀδελφὲ Ὀνήσιμε, ἄφες νὰ καοῦν τὰ κηρία, ὅσα προσφέρουν οἱ χριστιανοί, καὶ μὴ ἁμαρτάνῃς…»

Τὴν ἰδίαν ὥραν συνέβη καὶ τοῦτο. Ἐνῷ ὁ παπὰς ἀπήγγελλε τὰς μακρὰς αἰτήσεις τῆς Λιτῆς, ἐπισυνάπτων καὶ τὰ ὀνόματα ὅλα, ζωντανὰ καὶ πεθαμένα, ὅσα τοῦ εἶχον ὑπαγορεύσει ἀφ᾿ ἑσπέρας αἱ εὐλαβεῖς προσκυνήτριαι, ὁ Φραγκούλης ἔψαλλε μεγαλοφώνως τὸ τριπλοῦν «Κύριε Ἐλέησον» μὲ τὴν χονδρὴν φωνήν του, καὶ μὲ ὅλον τὸ πάθος τῆς ψαλτικῆς του. Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἐφαίνετο νὰ εἶχε πειραχθῆ ὀλίγον, ἴσως διότι ὁ Φραγκούλας ἐν τῇ ψαλτομανίᾳ του δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ πῇ κ᾿ ἐκεῖνος ἕνα τροπαράκι σωστό (διότι ἅμα ἤρχιζεν ὁ Δημητρὸς τὸ δικό του, ὁ Φραγκούλας, μὲ τὴν γερήν, κεφαλικὴν φωνήν του, ἐκθύμως συνέψαλλε, τοῦ ἥρπαζε τὴν πρωτοφωνίαν, καὶ ὑπέτασσε καὶ ἐκάλυπτε τὴν ἀσθενῆ καὶ τερετίζουσαν φωνὴν ἐκείνου), ἔλαβε τὸ θάρρος νὰ τοῦ κάμῃ παρατήρησιν.

― Πιὸ σιγά, πιὸ ταπεινά, κὺρ Φραγκούλη· σιγανώτερα νὰ τὸ λὲς τὸ Κύριε ἐλέησον, γιατὶ δὲν ἀκούονται τὰ ὀνόματα, καὶ θέλουν οἱ γυναῖκες νὰ τ᾿ ἀκοῦνε.

Εἶχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αἱ γυναῖκες ἀπῄτουν νὰ λέγωνται ἐκφώνως τὰ ὀνόματα, ὅσα εἶχαν εἰπεῖ εἰς τὸν παπὰν νὰ γράψῃ. Ἐννοοῦσαν νὰ τ᾿ ἀκούῃ κι ὁ Θεὸς κ᾿ ἡ Παναγία κι ὅλος ὁ κόσμος. Ἡ καθεμία ἤθελε ν᾿ ἀκούσῃ «τὰ δικά της τὰ ὀνόματα», καὶ νὰ τ᾿ ἀναγνωρίσῃ, καθὼς ἀπηγγέλλοντο ἀραδιαστά. Ἄλλως θὰ εἶχαν παράπονα κατὰ τοῦ παπᾶ, κι ὁ παπὰς ἂν ἤθελε νὰ φάγῃ κι ἄλλοτε, εἰς τὸ μέλλον, προσφορές, ὤφειλε νὰ τὰ ἔχῃ καλὰ μὲ τὶς ἐνορίτισσες.

Τότε ἡ Ἀργυρή, ἡ πρωτότοκος τοῦ Φραγκούλα, οὖσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθὼς ἔστεκε πλησίον εἰς τὸν πατέρα της, ἐψήλωσεν ὀλίγον διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ οὖς του, καὶ τοῦ λέγει κρυφά:

― Πατέρα, ἄφησε καὶ τὸν μπαρμπα-Δημητρὸ νὰ ψάλῃ «Κύριε ἐλέησον».

Τοῦτο ἦτο ὡς ἔμπνευσις καὶ βοήθημα διὰ τὸν Φραγκούλην. Ἐπειδὴ οὗτος δὲν ἤθελε φανερὰ νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν σχεδὸν αὐθάδη παραίνεσιν τοῦ Δημητροῦ, καὶ πάλιν δὲν ἤθελε νὰ δείξῃ ὅτι ἐθύμωσεν, ἐστράφη πρὸς τὸν καλὸν γέροντα, καὶ τοῦ λέγει:

― Πέ, Δημητρό, σαράντα φορὲς τὸ «Κύριε ἐλέησον».

Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἂν καὶ εἶχε γηράσει, δὲν εἶχε μάθει ἀκόμη καλὰ τὰ Τυπικά, καὶ δὲν ἤξευρεν ἀκριβῶς πότε κατὰ τὴν Λιτὴν τὸ Κύριε ἐλέησον λέγεται τρὶς καὶ πότε τεσσαρακοντάκις, ἤρχισε πράγματι νὰ τὸ ψάλλῃ σαράντα φορές, ὥστε ὁ παπὰς ἐβιάσθη ν᾿ ἀπαγγείλῃ ραγδαίως καὶ ἀθρόα τὰ τελευταῖα ὀνόματα, καί, διὰ νὰ εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν ψάλτην, ἤρχισε πρὸ τῆς ὥρας νὰ λέγῃ: «…ὑπὲρ τοῦ διαφυλαχθῆναι… ἀπὸ λιμοῦ, λοιμοῦ, σεισμοῦ, καταποντισμοῦ, πυρός, μαχαίρας» καὶ τὰ ἑξῆς.

Τέλος, μετὰ τὴν λειτουργίαν, ὁ παπάς, ὁ Φραγκούλας καὶ ἡ οἰκογένειά του, καὶ ὀλίγοι φίλοι, ἐκάθισαν κ᾿ ἔφαγαν ὁμοῦ καὶ ηὐφράνθησαν, καὶ τὴν ἑσπέραν ὁ Φραγκούλης ἐπανήρχετο, εἰρηνικῶς καὶ μὲ ἀγάπην, μετὰ τῆς συζύγου καὶ τῶν τέκνων του, ὑπὸ τὴν οἰκιακὴν στέγην.

Πρὶν παρέλθῃ ἔτος, ἐγεννήθη ἡ Κούμπω. Ἡ κόρη αὕτη, πλάσμα χαριτωμένον καὶ συμπαθές, ἀνετρέφετο καὶ ἡλικιοῦτο, ἐγίνετο τὸ χάρμα καὶ ἡ παρηγορία τοῦ πατρός της. Δὲν εἶχε μόνον νοημοσύνην πρώιμον, ἀλλὰ κάτι ἄλλο παράδοξον γνώρισμα, οἱονεὶ χαρακτῆρα φρονίμου γυναικὸς εἰς ἡλικίαν παιδίσκης. Ὕστερον, μετὰ χρόνους, ὅταν ἐπῆλθεν ὁ δεύτερος χωρισμός, ἡ Κούμπω, ὀκταέτις τότε, ἔτρεχε πλησίον τοῦ πατρός της, εἰς τὸ «κελλί του», ὅπου κατῴκει εἰς τὴν ἀνωφερῆ ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης, καὶ τὸν ἐγέμιζε περιποιήσεις καὶ τρυφερότητας.

Αὐτὴ μόνη ἐδέχετο προθύμως τοὺς πατρικοὺς χαλινούς, ἐνῷ τὰ ἄλλα τέκνα δὲν ἤρχοντο ποτὲ πλησίον τοῦ πατρός των, καὶ διὰ τοῦτο ἐκεῖνος τὴν ὠνόμαζε «τὸ εὐάγωγο». Καθημερινῶς ἔτρεχε νὰ τὸν εὕρῃ, καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τὸν παρακαλῇ:

―Ἔλα, πατέρα, στὸ σπίτι· μὴ μᾶς ἀφήσῃς, λέγ᾿ ἡ μητέρα, ζωνταρφανά*.

Μίαν τῶν ἡμερῶν ἔτρεξε δρομαία, φαιδρά, καὶ πνευστιῶσα τοῦ εἶπε:

― Τά ᾽μαθες, πατέρα;… Θὰ παντρέψουμε τ᾿ Ἀργυρώ μας… Ἔλα στὸ σπίτι, γιατὶ δὲν εἶναι πρέπο, λέγει ἡ μητέρα, νὰ εἶστε χωρισμένοι ἐσεῖς, ποὺ θὰ παντρευτῇ τ᾿ Ἀργυρώ μας… γιὰ νὰ μὴν κακιώση ὁ γαμπρός!…

Τῷ ὄντι ὁ Φραγκούλας ἐπείσθη, κ᾿ ἐφιλιώθη μὲ τὴν σύζυγόν του. Ἠρραβώνισαν τὴν Ἀργυρώ, εἶτα μετ᾿ ὀλίγους μῆνας τὴν ἐστεφάνωσαν… Εἶτα πάλιν ἐπῆλθε τρίτος χωρισμὸς μεταξὺ τοῦ παλαιοῦ ἀνδρογύνου, καὶ μ᾿ ἕνα γεροντόπαιδον μαζί, τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον σχεδὸν συγχρόνως μὲ τὸν γάμον τῆς πρωτοτόκου.

Τότε ἡ Κούμπω, ἥτις εἶχε γίνει δεκατριῶν ἐτῶν, δὲν ἔπαυε νὰ τρέχῃ πλησίον τοῦ πατρός της, καὶ νὰ τὸν παρακινῇ ν᾿ ἀγαπήσῃ μὲ τὴν μητέρα.

Μίαν ἡμέραν, θλιβερὰ τοῦ εἶπε:

― Δὲν θὰ μπορῶ πλέον νά ᾽ρχωμαι οὔτε στὸ κελλί σου, πατέρα. Εἶναι κάτι κακὲς γυναῖκες, ἐκεῖ στὸ μαχαλά, στὸ δρόμο ποὺ περνῶ, καὶ τὶς ἄκουσα ποὺ λέγανε, καθὼς περνοῦσα: «Νά τὸ κορίτσι τῆς Φραγκούλαινας, ποὺ τὴν ἔχει ἀπαρατήσει ὁ ἄντρας της…» Δὲν τὸ βαστῶ πλέον, πατέρα…

Τῷ ὄντι παρῆλθον τρεῖς ἡμέραι, καὶ ἡ Κούμπω δὲν ἐφάνη εἰς τὸ κελλὶ τοῦ πατρός της. Τὴν τετάρτην ἡμέραν ἦλθε πολὺ ὠχρὰ καὶ μαραμένη, ἐφαίνετο νὰ πάσχῃ.

― Τί ἔχεις, κορίτσι μου; τῆς εἶπεν ὁ πατήρ της.

―Ἂν δὲν ἔλθῃς, πατέρα, τοῦ ἀπήντησεν ἀποτόμως αἴφνης, μὲ παράπονον καὶ μὲ πνιγμένα δάκρυα, νὰ ξεύρῃς, θὰ πεθάνω ἀπ᾿ τὸν καημό μου!…

―Ἔρχομαι, κορίτσι μου, εἶπεν ὁ Φραγκούλης.

Τῷ ὄντι, τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπῆγεν εἰς τὴν οἰκίαν. Ἀλλ᾿ ἡ νεαρὰ κόρη ἔπεσε πράγματι ἀσθενής, καὶ εἶχε δεινὸν πυρετόν. Ὅταν ὁ πατέρας ἦλθε παρὰ τὴν κλίνην της, καὶ τῆς ἀνήγγειλεν ὅτι ἔκαμεν ἀγάπην μὲ τὴν μητέρα της, διὰ νὰ χαρῇ, ἦτον ἀργὰ πλέον. Ἡ τρυφερὰ παιδίσκη ἐμαράνθη ἐξ ἀγνώστου νόσου, καὶ οὔτε φάρμακον οὔτε νοσηλεία ἴσχυσε νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ εἰς τὸν πρόσκαιρον κόσμον. Ἐκοιμήθη χωρὶς ἀγωνίαν καὶ πόνον, ἐξέπνευσεν ὡς πουλί, μὲ τὴν λαλιὰν εἰς τὸ στόμα:

― Πατέρα! πατέρα! στὴν Παναγία νὰ κάμετε μιὰ λειτουργία… μὲ τὴν μητέρα μαζί…

Εἶπε καὶ ἀπέθανε.

Ὁ Φραγκούλης ἔκλαυσεν ἀπαρηγόρητα· ἔκλαυσεν ἀχόρταστα, ὁμοῦ μὲ τὴν σύζυγόν του… Κατόπιν ἀπεσύρθη, κ᾿ ἐξηκολούθησε νὰ κλαίῃ μόνος του, εἰς τὴν ἐρημίαν..

Ὁ τελευταῖος οὗτος χωρισμὸς ἦτον μᾶλλον φιλικὸς καὶ μὲ τὴν συναίνεσιν τῆς Σινιώρας, ἥτις ἔβλεπεν ὅτι ὁ γέρων σύζυγός της ἐπεθύμει μᾶλλον νὰ γίνῃ μοναχός. Ὁ Φραγκούλης ἐνθυμεῖτο τὴν τελευταίαν σύστασιν τῆς Κούμπως, «μὲ τὴν μητέρα μαζί». Μόνον ἓν παροδικὸν πεῖσμα τοῦ εἶχεν ἔλθει. Τοῦ ἐφάνη ὅτι αἱ ἴδιαι ἀδελφαί της, ἡ ὕπανδρος, καὶ ἡ ἄλλη ἡ δευτερότοκος, δὲν τὴν ἐλυπήθησαν ὅσον ἔπρεπε, δὲν τὴν ἐπένθησαν ὅσον τῆς ἤξιζε, τὴν ἀτυχῆ μικράν, τὴν Κούμπω. Ἔκτοτε ἐξηκολούθει νὰ ζῇ ὁλομόναχος πάλιν, τώρα, «ἐπὶ γήραος οὐδῷ». Καὶ ἐνθυμεῖτο τὸν στίχον τοῦ Ψαλτηρίου: «Μὴ ἀπώσῃ με εἰς καιρὸν γήρως… καὶ ἕως γήρως καὶ πρεσβείου μὴ ἐγκαταλίπῃς με».

Καὶ τὴν ἡμέραν αὐτήν, τὴν παραμονὴν τῆς Κοιμήσεως πάλιν, τὸν εὑρίσκομεν νὰ κάθηται εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου, καὶ νὰ καπνίζῃ μελαγχολικῶς τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν… ἀναλογιζόμενος τόσα ἄλλα καὶ τοὺς ὀχληροὺς δανειστάς του, οἱ ὁποῖοι τοῦ εἶχαν πάρει ἐν τῷ μεταξὺ τὸ καλύτερον κτῆμα· ἕνα ὁλόκληρον βουνόν, ἐλαιῶνα, ἄμπελον, ἀγρὸν μὲ ὀπωροφόρα δένδρα, μὲ βρύσιν, μὲ ρέμα καὶ νερόμυλον … καὶ νὰ ἐκχύνῃ τὰ παράπονά του εἰς θρηνώδεις μελῳδίας πρὸς τὴν Παναγίαν.

«Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου με ζάλαι, ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε…»

Κ᾿ ἐπόθει ὁλοψύχως τὸν μοναχικὸν βίον, ὀλίγον ἀργά, κ᾿ ἐπεκαλεῖτο μεγάλῃ τῇ φωνῇ τὸν «Γλυκασμὸν τῶν Ἀγγέλων, τῶν θλιβομένων τὴν χαράν», ὅπως ἔλθῃ εἰς αὐτὸν βοηθὸς καὶ σώτειρα·

«ἀντιλαβοῦ μου καὶ ῥῦσαι,
τῶν αἰωνίων βασάνων…»

(1906)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

και για την αντιγραφή Φουρόκατος

Advertisements

Αύγουστος 14, 2019 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , | Σχολιάστε

ΠΟΙΑ ΓΕΡΜΑΝΙΔΑ ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΑ, ΤΗ ΔΗΘΕΝ Η ΤΗΝ ΑΥΘΕΝΤΙΚΗ;

Μερικές φορές για να κρίνομε ένα γεγονός πρέπει να το δούμε στο συνολικό του περίγυρο και όχι αποκομμένο από αυτόν. Πολύ περισσότερο την εποχή της Νέας Τάξης, όπου οι καλύτερες προθέσεις μπορεί να γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης για την εξυπηρέτηση των ελίτ μέσα από μια ριζοσπαστική φρασεολογία, λαμβάνοντας και τα εύσημα του Σόρος.
Η περίπτωση του πλοίου της Γερμανικής ΜΚΟ που παραβίασε την απαγόρευση της Ιταλικής κυβέρνησης και ελλιμενίστηκε σε ιταλικό λιμάνι έχει δώσει αφορμή για μια συζήτηση που πηγαίνει πολύ πιο βαθιά από εκεί που θέλουν να την κρατήσουν οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και τα Δυτικά ΜΜΕ που προβάλουν μιαν εξιδανικευμένη εικόνα της Καρόλα Ρακέτε, της πλοιάρχου του πλοίου που έδεσε στο ιταλικό λιμάνι παρά τις απαγορεύσεις.
Όπως ήταν αναμενόμενο, οι χαρακτηρισμοί «φασίστας», «ακροδεξιός» κλπ χρησιμοποιούνται κατά κόρον για να χαρακτηρίσουν την Ιταλική κυβέρνηση και το Σαλβίνι, ενώ η πλοίαρχος του πλοίου της ΜΚΟ προβάλλεται ως «ηρωίδα» και πρότυπο αλληλεγγύης και ανθρωπιάς, μεταφέροντας την αντιπαράθεση στην ξεπερασμένη αντίθεση Αριστεράς-Δεξιάς.
‘Όμως, η αντίθεση αριστερά-δεξιά απηχεί αντιθέσεις που δεν είναι πρωτεύουσες πια, αφού η κυρίαρχη αντίθεση σήμερα είναι αυτή της Νέας Τάξης και των Ελίτ απέναντι στους λαούς. Ακριβώς γι’ αυτό, δυνάμεις με διαφορετικές καταβολές όπως η Λέγκα του Βορρά και το κίνημα των 5 Αστέρων μπορούν να συνεργάζονται: Η δεξιά και αριστερή προσέλευσή τους αντίστοιχα δεν έχει σημασία καθώς πια τις ενώνει η αντιπαγκοσμιοποιητική στάση τους. Γι’ αυτό έπρεπε σαφώς να αλλάξουν και οι ίδιες. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Λέγκα του Βορρά, που ξεκίνησε ζητώντας την αυτονόμηση της Βόρειας Ιταλίας, κάνει μαζικές ενθουσιώδεις συγκεντρώσεις στον Ιταλικό Νότο, ενώ ήρθε πρώτο κόμμα στις ευρωεκλογές, δίχως να υποστεί έστω την φυσιολογική κυβερνητική φθορά.
Από την άλλη, έχουμε μιαν υπάλληλο ΜΚΟ που κυβερνά ένα πλοίο. Δεν πρόκειται για κάποιο εμπορικό ή επιβατηγό πλοίο που διέρχεται κατά τον προγραμματισμένο πλου του στο σημείο όπου υπάρχουν ναυαγοί. Είναι πλοίο δουλεμπορικό, που ανήκει σε ΜΚΟ και που δουλειά του είναι να μαζεύει μετανάστες, στα πλαίσια οργανωμένου σχεδίου και να τους μεταφέρει στη Δύση. Και όχι οποιαδήποτε χώρα της Δύσης. Η Ιταλία, που σηκώνει την παντιέρα της αντίστασης στο Ευρωιερατείο και στην πολιτική μετατροπή της Ευρώπης σε αποθήκη ψυχών, είναι ο στόχος της επικοινωνιακής πολιτικής που ασκείται με αφορμή την προσέγγιση του πλοίου της ΜΚΟ σε ιταλικό λιμάνι παρά τις απαγορεύσεις. Μ΄ ένα σμπάρο προσπάθησαν να χτυπήσουν δυο τρυγόνια: και να δώσουν μαθήματα «αλληλεγγύης» και να ταπεινώσουν την Ιταλία που αντιστέκεται.

Η πλοίαρχος δέχεται τη συμπαράσταση όλου του συστήματος: Τα νεοταξικά ΜΜΕ, ο πρόεδρος της Ζήμενς, η Γερμανική εκκλησία και ο πρόεδρος της Γερμανικής Δημοκρατίας Σταινμάγιερ, συμπαραστέκονται σε μια πράξη που αμφισβητεί το κυριαρχικά δικαιώματα της Ιταλίας, που χρησιμοποιεί το δράμα κάποιων ανθρώπων για να χτυπήσει αυτούς που αντιστέκονται στη Γερμανική πολιτική για την Ευρώπη.
Κανείς δεν αναφέρει ότι η Ιταλία δικαιώθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για το ότι δεν επέτρεψε την αποβίβαση 41 επιβαινόντων, καθώς δεν θεωρήθηκε ότι ανήκουν σε κατηγορίες ευάλωτων προσώπων (είχε ήδη επιτρέψει την αποβίβαση 12 που πληρούσαν τα κριτήρια).
Κανείς δεν αναλογίζεται ότι η πράξη της πλοιάρχου, που περιλάμβανε τον εμβολισμό σκάφους της ιταλικής ακτοφυλακής ήταν αντίθετη και στη στοιχειώδη σύνεση που απαιτείται στη ναυτική πρακτική. Βέβαια υπολόγιζε και στο ότι η Ιταλική ακτοφυλακή δε θα αντιδρούσε όπως είχε το δικαίωμα να κάνει, όπως θα έκανε για παράδειγμα η Τουρκία ή το Ισραήλ. Έβαλε σε κίνδυνο την ζωή των επιβαινόντων, ενώ θα μπορούσε να κατευθυνθεί σε άλλο Ευρωπαϊκό λιμάνι εκτός Ιταλίας εφόσον ήταν τόσο επείγουσα η κατάσταση των επιβαινόντων μεταναστών. Δεν ήθελε λοιπόν να σώσει τους επιβαίνοντες. Τους χρησιμοποίησε, εκτελώντας σχετικές διαταγές, προφανώς για να αμφισβητήσει το δικαίωμα της Ιταλίας να ορίζει τα του οίκου της.
Η επικοινωνιακή υστερία, μονομερής και κατευθυνόμενη, με ριζοσπαστικό δήθεν λόγο, αποσκοπεί στο να καταστήσει τους καλοπροαίρετους απληροφόρητους πολίτες σε συνένοχους στην επιβολή της Νέας Τάξης. Όμως ο αγώνας των λαών και η διεθνιστική αλληλεγγύη είναι ζωντανός, εκφράζονται κάθε στιγμή στο Κουρδιστάν, στην Τσιάπας, στην Παλαιστίνη, στη Γαλλία (και πρέπει κάποια στιγμή επιτέλους ν’ αρχίσουν να εκφράζονται και στην Ελλάδα και την Κύπρο), παντού όπου τα ανθρώπινα δικαιώματα κουρελιάζονται, τα έθνη υφίστανται καταπίεση και γενοκτονίες, οι εργαζόμενοι μεταβάλλονται σε επαίτες. Γι’ αυτούς τους αγώνες δεν υπάρχει επικοινωνιακή προβολή, βρίσκονται στο περιθώριο της ενημέρωσης σ’ έναν κόσμο που κατακλύζεται από πληροφορίες. Μόνο επιλεγμένη θεματολογία εμφανίζεται στον κόσμο των ελίτ.

Εμείς πρέπει λοιπόν να το πάμε αλλιώς. Παράδειγμα μέσα από πολλά, είναι μια Γερμανίδα καπετάνισσα, εθελόντρια του απελευθερωτικού στρατού του Κουρδιστάν και διοικητής γυναικείου στρατιωτικού σώματος, που αφιέρωσε κυριολεκτικά τη ζωή της στην αλληλεγγύη των λαών, μάρτυρας για την ελευθερία του Κουρδιστάν, η Σάρα Χάντελμαν. Δεν ήταν σε ΜΚΟ, δεν αξιώθηκε καμιάς προβολής ο αγώνας της, όπως κι ο αγώνας του κουρδικού λαού. Όμως αυτοί οι αγώνες είναι που πρέπει να δοθούν, και μόνο αν νικήσουν θα υπάρχει ελπίδα για την ανθρωπότητα.

ΥΓ. Η ανάλυση του σύνολου φαινομένου της μετανάστευσης και του ρόλου των ΜΚΟ δε μπορεί να γίνει στα πλαίσια τούτου του σημειώματος. Κάποια ενδιαφέροντα βιβλία για αυτά τα θέματα είναι:
Το βιβλίο των εναλλακτικών εκδόσεων «ΜΚΟ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ», συλλογικό έργο με την επιμέλεια του Γ. Καραμπελιά, φωτίζει το ρόλο των ΜΚΟ στην υλοποίηση των παγκοσμιοποιητικών σχεδιασμών.
Το επίσης συλλογικό έργο «ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ», των ίδιων εκδόσεων και με τον ίδιο επιμελητή, περιγράφει εναργώς τη γεωπολιτική διάσταση του ζητήματος, πράγμα που επιμελώς αποκρύπτεται από το Νεοταξικό λόγο.
Και το βιβλίο του Γ. Ρακκά «ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΒΑΒΕΛ», των ίδιων εκδόσεων, αποδομεί την πολυπολιτισμική επιχειρηματολογία μέσα από το παράδειγμα του Αγ. Παντελεήμονα.

Ιουλίου 13, 2019 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , | Σχολιάστε

ΕΚΛΟΓΕΣ

Μια ψύχραιμη ματιά στις εκλογές που πέρασαν, μπορεί να προσφέρει αφορμή για τις ακόλουθες σκέψεις:
1. Η διάθεση της πλειοψηφίας για απαλλαγή από το ΣΥΡΙΖΑ οδήγησε σε μια ευρεία νίκη της Νέας Δημοκρατίας. Δεν οδηγεί όμως σε αλλαγή πολιτικής. Η Νέα Δημοκρατία, με το νεοφιλελεύθερο προφίλ που έχει πια υιοθετήσει, λειτουργεί σα μια συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ, έχοντες ταυτόσημες ή παραπλήσιες απόψεις με αυτόν σε μια σειρά κομβικά θέματα:
Στα εθνικά, είναι εξ ίσου εθνομηδενιστική. Σύρθηκε φραστικά στην καταδίκη της Συμφωνίας των Πρεσπών εκ του ασφαλούς αφού η υπερψήφισή της ήταν δεδομένη, και ήδη δηλώνει ότι τη θα σεβαστεί. Αντίστοιχες είναι οι θέσεις της για τα Ελληνοτουρκικά, Θράκη, Αιγαίο, Κύπρο.
Στο δημογραφικό έχει την ίδια ανυπαρξία σχεδίου αντιστροφής της πληθυσμιακής κατάρρευσης όπως και ο ΣΥΡΙΖΑ.
Στο μεταναστευτικό, έχει ταυτόσημες θέσεις με όλους τους εκφραστές της Νέας Τάξης, και αυτό φάνηκε στη συνέντευξη τύπου που έδωσαν για το θέμα όλοι οι υποψήφιοι δήμαρχοι Αθηνών του εθνομηδενιστικού τόξου, από το Μπακογιάννη μέχρι τον Κωνσταντίνου της ΑΝΤΑΡΣΙΑ, οι οποίοι εξέφρασαν παραπλήσιες απόψεις που οδηγούν στην ανεξέλεγκτη μετανάστευση, στην παγίωση γκέτο και τη διάλυση της κοινωνικής συνοχής.
Στην παραγωγική ανασυγκρότηση υπάρχει η ίδια σιωπή όπως στο δημογραφικό.
Παρ’ ολ’ αυτά, η ανάγκη απαλλαγής από το ΣΥΡΙΖΑ και η ανυπαρξία συγκροτημένης πατριωτικής πρότασης οδήγησαν σε νίκη του κ. Μητσοτάκη.


2. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν υπέστη καμμιά συντριπτική ήττα, όπως κατά κόρον γράφεται. Αντίθετα έλαβε ένα εξαιρετικά υψηλό ποσοστό αν σκεφτεί κάποιος τί έχει προηγηθεί: Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν, που πούλησε τη Μακεδονία, που υλοποιεί πειθήνια την πολιτική του ΝΑΤΟ και των Αμερικάνων, που διέλυσε τη μεσαία τάξη και χτυπά ό,τι απέμεινε από το μικρομεσαίο κοινοτικό μοντέλο, που υποβάθμισε κι άλλο και αφελλήνισε την εκπαίδευση, που παρεμβαίνει στη Δικαιοσύνη, που αφαίμαξε τα νοικοκυριά για να τα καταντήσει διακονιάρηδες μιας ελεημοσύνης που εξωραΐζεται ως επίδομα, αυτός ο ΣΥΡΙΖΑ που έπρεπε να καταρρεύσει, έχει πια παγιωθεί ως ο ένας πόλος σε ένα νέο δικομματισμό, που ψάχνει στον εμφύλιο να βρει διαφορές αφού στη σημερινή συγκυρία οι δύο πόλοι του έχουν ταύτιση μάλλον παρά διαφορές.
3. Ο μπαμπούλας της Δεξιάς δεν τρομοκρατεί πλέον αυτούς που βίωσαν μια τετραετία ΣΥΡΙΖΑ. Πιθανόν μάλιστα, όπως εκφέρεται, να δίδει κίνητρο στην υπερψήφιση του Κ. Μητσοτάκη, αφού ένας πονηρά σκεπτόμενος ψηφοφόρος θα σκεφτεί ότι τα μέτρα που με τόση άνεση πέρασε ο ΣΥΡΙΖΑ (πόσο μάλλον την προδοσία των Πρεσπών) δε θα τολμούσε καν να σκεφτεί η Νέα Δημοκρατία, αναλογιζόμενη τις αντιδράσεις και του ΣΥΡΙΖΑ. Οπότε η ψήφος στη Νέα Δημοκρατία θα φάνταζε ως διέξοδος άμβλυνσης των μνημονιακών πολιτικών.
4. Ένα στοιχείο που δίδει ελπίδες είναι ότι όλο και περισσότερος κόσμος απεγκλωβίζεται από το νεοταξικό εθνομηδενιστικό δίπολο και αναζητά νέα πολιτική στέγη. Σχηματισμοί αυτού του στίγματος, συνολικά ξεπέρασαν το 3% και η ευθύνη όλων για τη συγκρότηση ενός δημοκρατικού πατριωτικού πόλου είναι υπαρκτή και απαιτεί ωριμότητα και σχεδιασμό.


5. Οι πολιτικοί απατεώνες έδειξαν ότι εξακολουθούν να έχουν ένα ακροατήριο, κυρίως εκείνους που δεν έχουν διάθεση να σηκωθούν από τον καναπέ και προτιμούν να πιστεύουν τον κάθε τυχάρπαστο. Είναι πρόβλημα το ότι ακόμα και τώρα δείχνει ένα κομμάτι του λαού εμπιστοσύνη σε τέτοια φαινόμενα.
6. Οι επόμενοι μήνες θα δείξουν αν οι εκτιμήσεις αυτές επαληθεύονται. Ένα στοιχείο που θα μπορούσε να καταδείξει ως λάθος (που ελπίζουμε) την εκτίμηση για τη διατήρηση των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ σε μεγάλο ποσοστό, είναι ότι ίσως ο κόσμος που τον ψήφισε, συμπεριφέρθηκε ως λουμπενοποιημένη εκλογική πελατεία (που εξαθλίωσε ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ), και επηρεάστηκε από τα ψίχουλα που προεκλογικά του επέστρεψαν από όσα του έχουν στερήσει. Αυτή η εκλογική πελατεία έχει πρόσκαιρα χαρακτηριστικά, προσκολλάται στο ΣΥΡΙΖΑ επειδή αυτός είναι στην εξουσία. Αν τη χάσει, πιθανότατα θα απογαλακτιστούν από αυτόν οι παρίες, όπως τους κατάντησε, της κοινωνίας.


7. Ένα ακόμα ελπιδοφόρο χαρακτηριστικό των αποτελεσμάτων, είναι ο καταποντισμός των σχημάτων που εκφέρουν εθνομηδενιστικό λόγο. Απόρροια αυτού είναι η συντριβή της ΛΑΕ, η οποία, αν και είχε την εντιμότητα να αποχωρήσει από το ΣΥΡΙΖΑ, απέφυγε να αναλύσει την κατάσταση και έμεινε δέσμια νεοταξικών αντιλήψεων και ομάδων στο εσωτερικό της. Η δραματική επιστολή αποχώρησης του Π. Λαφαζάνη, με κύριο βάρος στην αποκατάσταση του τόσο συκοφαντημένου πατριωτισμού, έχει συνέπειες ευρύτερες από την εκλογική απήχηση της ΛΑΕ: Σηματοδοτεί την επιστροφή της συζήτησης για το εθνικό και την πατρίδα στην Αριστερά, η οποία την είχε εξοβελίσει στο χώρο της Ακροδεξιάς, υπηρετώντας έτσι τις στοχεύσεις της παγκοσμιοποίησης.


8. Ελπιδοφόρα είναι και η παρουσία και αποτελέσματα συνδυασμών του δημοκρατικού πατριωτικού χώρου στις δημοτικές εκλογές, πέραν της πιο πάνω διαπίστωσης στις ευρωεκλογές. Έτσι, στην Κομοτηνή, στη Θεσσαλονίκη και στην Πάτρα, συνδυασμοί με αυτά τα χαρακτηριστικά επιβεβαίωσαν τις δυνάμεις τους, ενώ στην Αθήνα ο πρωτοεμφανιζόμενος συνδυασμός του Γ. Καραμπελιά με τον εύγλωττο τίτλο ΄΄ΑΘΗΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ΄΄ ήρθε πρώτος μετά τους συστημικούς/ κομματικούς υποψηφίους και εξασφάλισε έδρα στο Δημοτικό Συμβούλιο του πρώτου Δήμου της χώρας.

Ήδη οι εθνικές εκλογές προκηρύχτηκαν. Εκεί θα δούμε ποιες είναι και οι πραγματικές προθέσεις του λαού μας.

Ιουνίου 5, 2019 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , | Σχολιάστε

Ο ΑΛΙΒΑΝΙΣΤΟΣ

Ἀφοῦ ἐβάδισαν ἐπί τινα ὥραν, ἀνὰ τὴν βαθεῖαν σύνδενδρον κοιλάδα, ἡ θεια-Μολώτα, κ᾽ ἡ Φωλιὼ τῆς Πέρδικας, κ᾽ ἡ Ἀφέντρα τῆς Σταματηρίζαινας, τέλος ἔφθασαν εἰς τὸ Δασκαλειό. Αἱ τελευταῖαι ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου ἐχρύσωναν ἀκόμη τὰς δύο ράχεις, ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς κοιλάδος. Κάτω, εἰς τὸ δάσος τὸ πυκνόν, βαθεῖα σκιὰ ἡπλοῦτο. Κορμοὶ κισσοστεφεῖς καὶ κλῶνες χιαστοὶ ἐσχημάτιζον ἀνήλια συμπλέγματα, ὅπου μεταξὺ τῶν φύλλων ἠκούοντο ἀτελείωτοι ψιθυρισμοὶ ἐρώτων. Εὐτυχῶς τὸ δάσος ἐνομίζετο κοινῶς ὡς στοιχειωμένον, ἄλλως θὰ τὸ εἶχε καταστρέψει κι αὐτὸ πρὸ πολλοῦ ὁ πέλεκυς τοῦ ὑλοτόμου. Αἱ τρεῖς γυναῖκες ἐπάτουν πότε ἐπὶ βρύων μαλακῶν, πότε ἐπὶ λίθων καὶ χαλίκων τοῦ ἀνωμάλου ἐδάφους. Ἡ ψυχὴ κ᾽ ἡ καρδούλα των ἐδροσίσθη, ὅταν ἔφθασαν εἰς τὴν βρύσιν τοῦ Δασκαλειοῦ.
Τὸ δροσερὸν νᾶμα ἐξέρχεται ἀπὸ μίαν σπηλιάν, περνᾷ ἀπὸ μίαν κουφάλαν χιλιετοῦς δένδρου, εἰς τὴν ρίζαν τοῦ ὁποίου βαθεῖα γούρνα σχηματίζεται. Ὅλος ὁ βράχος ἄνωθεν στάζει ὡσὰν ἀπὸ ρευστοὺς μαργαρίτας καὶ τὸ γλυκὺ κελάρυσμα τοῦ νεροῦ ἀναμειγνύεται μὲ τὸ λάλον μινύρισμα τῶν κοσσύφων. Ἡ θεια-Μολώτα, ἀφοῦ ἔπιεν ἄφθονον νερόν, ἀφήσασα εὐφρόσυνον στεναγμὸν ἀναψυχῆς, ἐκάθισεν ἐπὶ χθαμαλοῦ βράχου διὰ νὰ ξαποστάσῃ. Αἱ δύο ἄλλαι ἔβαλαν εἰς τὴν βρύσιν, παρὰ τὴν ρίζαν τοῦ δένδρου, τὶς στάμνες καὶ τὰ κανάτια, τὰ ὁποῖα ἔφεραν μαζί των, διὰ νὰ τὰ γεμίσουν. Εἶτα ἀφοῦ ἔπιαν καὶ αὐταὶ νερόν, ἐκάθισαν ἡ μία παραπλεύρως τῆς γραίας, ἡ ἄλλη κατέναντι, κι ἄρχισαν νὰ ὁμιλοῦν.
― Πῶς ἀλγεῖ παπάς; εἶπεν ἡ θεια-Μολώτα.
Ἡ γραῖα ἦτο ἰδιόρρυθμος εἰς τὴν γλῶσσάν της. Ἐτραύλιζε καὶ ἀπέκοπτεν ὄχι μόνον συλλαβάς, ἀλλὰ 〈καὶ〉 τὰ ἄρθρα καὶ ἄλλα μόρια.
― Νύχτωσε, θὰ πῶ*! προσέθηκεν ἡ Φωλιώ.
― Τά, τί λογᾶτε*; ἐπέφερεν ἡ Ἀφέντρα.
Εὑρίσκοντο κ᾽ αἱ τρεῖς, ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, εἰς τὸν Ἁι-Γιάννη, στὸν Ἀσέληνο. Ἦτον ἔρημον παλαιὸν μοναστηράκι. Εἶχε γνωσθῆ ὅτι ὁ παπα-Γαρόφαλος ὁ Σωσμένος, εἷς ἐκ τῶν ἱερέων τῆς πόλεως, θὰ ἤρχετο εἰς τὸν Ἁι-Γιάννην, στὸν Ἀσέληνον, διὰ νὰ κάμῃ Πάσχα εἰς τοὺς αἰγοβοσκοὺς τῶν ἀγρίων ἐκείνων μερῶν. Αἱ τρεῖς αὐταὶ καί τινα ἄλλα πρόσωπα ἀπὸ τὴν πόλιν, ἀγαπῶντα τὴν ἐξοχήν, εἶχον ἔλθει, χάριν τοῦ Πάσχα, πρὶν νὰ ξεκινήσῃ ὁ παπάς. Ἀλλ᾽ ὅμως ἐνύκτωνεν ἤδη καὶ ὁ παπα-Γαρόφαλος δὲν εἶχε φανῆ ἀκόμη.
― Εἶναι ἀργοστόλιστος*, θὰ πῶ, ἐπέφερεν ἡ Φωλιὼ ἡ Πέρδικα.
― Ναί, εἶδες πῶς ἀργεῖ νὰ ντυθῇ; ὑπέλαβεν ἑρμηνεύουσα κατὰ γράμμα τὸν λόγον ἡ Ἀφέντρα τῆς Σταματηρίζαινας. Καὶ καμμιὰ φορὰ βάζει καὶ στραβὰ τὴν «ἀλλαή» του.
Ὠνόμαζεν οὕτω τὸ φαιλόνιον· αἱ τρεῖς γυναῖκες εἶχον ἔλθει ἀπὸ τὸν Ἁι-Γιάννην, ἀπέχοντα ὣς τετάρτου τῆς ὥρας δρόμον, διὰ νὰ γεμίσουν τὰ σταμνιὰ στὸ Δασκαλειό, ἐπειδὴ ἡ μικρὰ βρύσις τοῦ παλαιοῦ ἡσυχαστηρίου, κάτω ἀπὸ τὸν ναΐσκον, εἶχε χαλάσει, καὶ σχεδὸν εἶχε χαθῆ τὸ νερόν. Ἔμελλον δὲ νὰ ἐπιστρέψουν ἀμέσως εἰς τὸν Ἁι-Γιάννην. Ἀλλὰ μὲ τὴν ὁμιλίαν, ἀργοποροῦσαν.
Τέλος, αἱ δύο ἐσηκώθησαν, ἔκυψαν διὰ νὰ φορτωθοῦν τ᾽ ἀγγεῖα, καὶ ἦσαν ἕτοιμαι πρὸς ἀναχώρησιν.
Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ζωηρὰ φωνὴ ἠκούσθη ἀπὸ τὸ κάτω μέρος, ἀνάμεσ᾽ ἀπὸ τὰ δένδρα.
― Σ᾽ ἔσκιαξα, θεια-Μολώτα, εἶπεν ἡ φωνή.
Εἶτα καγχασμὸς ἤχησε κ᾽ εὐθὺς ἐπαρουσιάσθη εἷς νέος ὑψηλός, ἀμύστακος, ὣς δεκαὲξ ἐτῶν, κρατῶν κάτω τοῦ στέρνου του κάτι ὡς διπλωμένον καὶ τυλιγμένον πρᾶγμα.
―Ἄ! κακὸ νὰ μὴν ἔχῃς! ἔκραξεν ἡ Φωλιώ. Ἐσύ ᾽σαι, ἀρὲ Σταμάτη;
Δὲν εἶχε νυκτώσει ἀκόμη καλά, κ᾽ αἱ γυναῖκες εἶδαν τὰ χαρακτηριστικά του, ἀφοῦ πρῶτον εἶχαν γνωρίσει τὴν φωνήν του. Ἦτον ὁ Σταμάτης τὸ Τρυγονάκι, μάγκας ὀρφανὸς παιδιόθεν, καλόκαρδος, βολικός, ὅστις ἔζη ἐκτελῶν θελήματα ἀνὰ τὴν πόλιν. Ὅταν 〈ὅμως〉 ἦτο πουθενὰ ἐξοχικὸν πανηγύρι, ἄφηνεν ὅλες τὶς δουλειές του, κ᾽ ἔτρεχε πρῶτος μεταξὺ ὅλων τῶν πανηγυριστῶν.
― Νά, ἀπ᾽ τὸν Ἀσέληνο ἔρχομαι, εἶπεν ὁ νέος… φορτωμένος πράματα, θάματα… κοιτάξετε!
Ἔθεσε τὴν δεξιὰν χεῖρα ἐντὸς τοῦ τυλιγμένου πανίου, τὸ ὁποῖον ἐκράτει, ἔλαβεν ἕνα μαῦρον πρᾶγμα, καί, θέλων νὰ παίξῃ, τὸ ἔρριψεν εἰς τὴν ποδιὰν τῆς Μολώτας, ἥτις ἐκάθητο ἀκόμη ἐπὶ τῆς πέτρας.
―Ἄ! φωτιὰ ποὺ σ᾽ ἔ!… ἔκαμεν αὕτη, ἀναπηδήσασα ὀρθή, καὶ τινάζουσα τὴν ποδιάν της.
Τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον τῆς εἶχε ρίψει ὁ Σταμάτης, ἦτο τεράστιος ζωντανὸς κάβουρας. Ὁ νέος εἶχε κατέλθει πρὸ δύο ὡρῶν εἰς τὸν Μικρὸν Ἀσέληνον. Οὕτως ὠνομάζετο ὁ δυτικὸς αἰγιαλός, μικρὰ ἀγκάλη, ἀντικρύζουσα τὸ Πήλιον. Ἐκεῖ εἶχε γεμίσει τὸ προσόψιον, τὸ ὁποῖον εἶχε περιζωσμένον εἰς τὴν μέσην του, ἀπὸ κοχύλια, πεταλίδες καὶ καβούρια.
―Ἀρέ, ζουρλάθηκες; εἶπεν αὐστηρῶς ἡ Ἀφέντρα. Νὰ κάμῃς τὴν οἰκοκυρὰ νὰ κόψῃ τὸ αἷμά της!
Ὁ Σταμάτης καὶ πάλιν ἐκάγχασε.
― Νὰ μὲ συμπαθᾷς, θεια-Μολώτα, εἶπε. Σὰ χωριάτης πού ᾽μαι, ἔσφαλα. Θέλησα νὰ σοῦ χαρίσω αὐτὸ τὸ καβούρι, γιὰ νὰ κάμῃς μεζὲ ἀπόψε, καὶ μὲ τὸν τρόπο ποὺ σοῦ τό ᾽ριξα στὴν ποδιά σου σ᾽ ἐτρόμαξα.
― Δὲν τλώου καβούλγια, εἶπεν ἡ Μολώτα, θὰ μεταλάβου!
―Ἀλήθεια; Τότε, τὸ χαρίζω τῆς Πέρδικας.
― Μεγαλοσαββατιάτικα, καβούρια θὰ φάω; εἶπεν ἡ Φωλιώ.
― Τότε, ἂς τὸ πάρ᾽ ἡ Σταματηρίζαινα, εἶπεν ὁ Σταμάτης.
― Νὰ καβουρώσῃς καὶ κάβουρας νὰ γένῃς! ἀπήντησεν ἡ Ἀφέντρα.
― Μωρέ, εὐχὴ ποὺ μοῦ δίνεις! εἶπεν ὁ Σταμάτης. Ἀκοῦς! νὰ ἤμουν κάβουρας! Πῶς θὰ περπατοῦσα τάχα;
Καὶ ἅμα εἶπεν, ἔκυψε καὶ ἄρχισε νὰ κάμνῃ λοξὰ πατήματα, μεταξὺ τῶν τριῶν γυναικῶν. Μὲ τὴν κεφαλήν του ἐκτύπησε τὸ πλευρὸν τῆς Μολώτας, μὲ τὴν πλάτην του ἔπληξε τὸν ἀγκῶνα τῆς Φωλιῶς, καὶ μὲ τὴν πτέρναν του ἐπάτησε τὴν γόβα τῆς Ἀφέντρας.
Αἱ τρεῖς γυναῖκες, μισοθυμωμέναι, ἐγέλασαν.
― Ζουρλάθηκες, βλέπω· δὲν εἶσαι καλά! εἶπεν ἡ Ἀφέντρα.
Καὶ σηκώσασα μὲ τὴν ἀριστερὰν χεῖρα τὸ κανάτι της, ἐκολάφισεν ἐλαφρὰ τὴν κεφαλὴν τοῦ Σταμάτη, ὅστις ἐφάνη νὰ ἐγοητεύθη.
―Ὤ! τί δροσιά, μωρὲ Σταματρίζαινα! εἶπε. Δῶσέ μου ἄλλη μιά!
― Πᾶμε! νυχτώσαμε, ἔκαμεν εἰς ἀπάντησιν ἡ Ἀφέντρα.
Καὶ πάραυτα ἐξεκίνησαν. Τότε ὁ Σταμάτης, ἀφοῦ ἔδραξε, χωρὶς νὰ εἴπῃ τίποτε, τὴν μεγάλην στάμναν, τὴν ὁποίαν ἄλλως θὰ ἐφορτώνετο ἡ Ἀφέντρα, ἐφιλοτιμήθη νὰ τρέξῃ πρῶτος, ὡς ἐμπροσθοφυλακή· εἰς τὸν δρόμον ἄρχισε νὰ διηγῆται:
― Νὰ ξέρατε ποιὸν ηὗρα, τώρα, στὸ δρόμο π᾽ ἀνέβαινα… πρὶν σᾶς ἀνταμώσω στὴ βρύση.
― Ποιὸν ηὗρες; εἶπεν ἡ Ἀφέντρα. Τὸν Μπαμπάο, ἢ τὸν Ἀράπη, ἢ τὸν Ἐξαποδῶ;
― Ηὗρα τὸν Ἀλιβάνιστο!
―Ἀλήθεια; γιὰ πές μας.


Ἅμα ἤκουσε τὸ ὄνομα τοῦτο ἡ θεια-Μολώτα, ἔκαμεν ἀκούσιον κίνημα, καὶ μὲ δύο βήματα ἤλλαξε θέσιν εἰς τὸν δρόμον, κ᾽ ἐτάχθη ἐξ ἀριστερῶν τοῦ Σταμάτη, διὰ ν᾽ ἀκούσῃ καλύτερα, ἐπειδὴ ἦτο κωφὴ ἀπὸ τὸ ἓν οὖς. Ὁ νέος διηγήθη ὅτι εἰς τὴν ἄκρην τοῦ βουνοῦ, ὄχι μακρὰν τῆς ἀκτῆς, εἶχε περάσει ἀπὸ τὴν κατοικίαν τοῦ ἀλλοκότου ἐκείνου ἀνθρώπου, ὅστις ἀπὸ τριάκοντα ἐτῶν δὲν εἶχε κατέλθει εἰς τὴν πόλιν, κ᾽ ἐμόναζεν εἰς μίαν καλύβην, ἢ μᾶλλον σπηλιάν, τῆς ὁποίας τὸ στόμιον εἶχε κτίσει μὲ τὰς χεῖράς του. Ἔβοσκεν ὀλίγας αἶγας, καὶ δὲν συνανεστρέφετο κανένα ἄνθρωπον, παρὰ μόνον τὸν Μπαρέκον, τὸν μέγαν αἰγοτρόφον τοῦ βουνοῦ, ὅστις εἶχε κοπάδι ἀπὸ χίλια γίδια. Εἰς αὐτὸν ἔδιδε τὸ ὀλίγον γάλα του, λαμβάνων ὡς ἀντάλλαγμα ὀλίγα παξιμάδια, παστὰ ὀψάρια, καὶ πότε κανὲν τρίχινον φόρεμα ἢ μάλλινον σκέπασμα.
―Ἅμα μὲ εἶδε, εἶπεν ὁ Σταμάτης, ἔκαμε νὰ κρυφτῇ. Ἐγὼ ἔτρεξα κατόπι του, τὸν ἐχαιρέτισα, καί, γιὰ νὰ τὸν φουρκίσω, ἄρχισα νὰ τὸν λιβανίζω μ᾽ αὐτὴν τὴν πετσέτα, ποὺ κουδούνιζαν μέσα οἱ πεταλίδες… Νά, πῶς τοῦ ἔκαμα!
Καὶ ἀποσπάσας τὴν ποδιάν, τὴν περιέχουσαν τὰ θαλασσινὰ εἴδη, ἀπὸ τὴν μέσην του, ἔκαμε πὼς λιβανίζει μ᾽ αὐτὸ τὴν θεια-Μολώτα, ἥτις ἀφῆκεν ἄναρθρον κραυγὴν διαμαρτυρίας.
―Ἔλα! θὰ ἡσυχάσῃς, βρὲ πειρασμέ; ἔκραξεν ὀργίλη ἡ Ἀφέντρα.
*
* *
Εἰς τὸν Ἁι-Γιάννην, ἅμα ἐνύκτωσεν, εἶχε φθάσει μὲ ὅλον τὸ ἀσκέρι του, γυναῖκα, παιδιὰ καὶ παραγυιούς του, ὁ μεγαλοβοσκὸς Γιάννης ὁ Μπαρέκος, καθὼς κι ὁ Κώστας ὁ Πηλιώτης, ἄλλος τσομπάνος μὲ τὴ φαμίλια* του, κι ὁ Ἀγγελὴς ὁ Πολύχρονος, μὲ ὅλον τὸ ὄρδινό* του. Εἶχαν ἀνάψει μεγάλην φωτιά, κ᾽ ἐκάθισαν εἰς τὸ ὕπαιθρον, παρὰ τὸν βόρειον τοῖχον τοῦ ναΐσκου, καὶ διηγοῦντο παλαιὰ χρονικὰ τοῦ ποιμενικοῦ κόσμου, κ᾽ ἐκοίταζαν τοὺς ἀστερισμοὺς καὶ τὴν Πούλια, πότε θὰ φθάσῃ στὴν μέσην τ᾽ οὐρανοῦ, διὰ νὰ εἶναι μεσάνυχτα, καὶ πότε θὰ φθάσῃ εἰς ἓν δυτικὸν σημεῖον, διὰ νὰ φέξῃ. Κ᾽ ἐπερίμεναν τὸν παπάν, πότε νὰ ἔλθῃ, διὰ νὰ τοὺς κάμῃ Ἀνάστασιν. Ἦτον δὲ μεσάνυχτα ἤδη, καὶ ὁ παπὰς δὲν εἶχεν ἔλθει.
― Καθὼς τ᾽ ὁμολογάει ἡ φλάσκα… ἔλεγεν ὁ Ἀγγελὴς ὁ Πολύχρονος.
― Νὰ τό ᾽ξερε κανείς, νὰ πήγαινε στὴ χώρα, εἶπεν ὁ Κώστας ὁ Πηλιώτης.
―Ὁ παπα-Γαρόφαλος, ἂν θὰ ᾽ρθῇ, θὰ ᾽ρθῇ μὲ τὸ φεγγάρι, παρετήρησεν ὁ Μπαρέκος. Γιὰ κοιτάξτε.
Ἔδειχνεν ὑψηλὰ εἰς τὸ βουνόν, ὅπου αἱ κορυφαὶ τῶν δένδρων εἶχον ἀρχίσει νὰ καταλάμπωνται ἀπὸ τὸ ἀργυροῦν φέγγος. Ἦτο ἤδη περὶ τὸ τελευταῖον τέταρτον.
Τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἔφθασεν ὁ Σταμάτης. Οὗτος πρὸ ὥρας εἶχε γίνει ἄφαντος, χωρὶς κανεὶς νὰ προσέξῃ εἰς τοῦτο. Ὁ νέος εἶχεν ἀναβῆ ὑψηλὰ εἰς τὸ βουνόν, διὰ νὰ κατοπτεύσῃ καὶ ἀκροασθῇ ἂν θὰ ἠκούετο ἢ θὰ ἐφαίνετο πουθενὰ ὁ παπάς.
Ἅμα ἐπέστρεψεν, ἔνευσεν εἰς τὸν Μπαρέκον καὶ τοὺς ἄλλους νὰ ἐξέλθουν μαζί του ἀπὸ τὸν περίβολον.
― Τί τρέχει;
―Ἐλᾶτε· κάτι φωνὲς ἀκούω. Βάζω στοίχημα!…
Ὁ Μπαρέκος καὶ ὁ Κώστας ὁ Πηλιώτης τὸν ἠκολούθησαν, καὶ ἀπεμακρύνθησαν διακόσια βήματα, κατὰ τὸν ἀνήφορον. Ἐκεῖ ἤκουσαν τῷ ὄντι ἤχους τινὰς νὰ ἀνέρχωνται βαθιὰ ἀπὸ τὸ ρεῦμα κάτω, πρὸς τὸ Δασκαλειὸ καὶ τὸν Ἀσέληνον.
― Τί νὰ εἶναι ;
― Βάζω στοίχημα πὼς ὁ παπα-Γαρόφαλος ἔχασε τὸ δρόμο, εἶπεν ὁ Σταμάτης.
― Τί θέλει ἀποκεῖ, κατὰ τὸν Ἀσέληνο;
― Γνώρισα τὴ φωνή του, εἶπεν ὁ Σταμάτης. Θὰ ἦρθε ἀπὸ τὸν ἄλλον δρόμο, ἀπ᾽ τὰ χωράφια κ᾽ ὕστερα ἔπεσε μέσα στ᾽ ὀρμάνι κ᾽ ἐχάθηκε.
*
* *
Οἱ δύο βοσκοὶ κι ὁ Σταμάτης ὁ Πολύχρονος, ὅστις ἔτρεξε κατόπιν των, ἀνῆλθον τὴν ὀφρὺν τοῦ βουνοῦ καὶ ἀπήντησαν διὰ φωνῶν εἰς τὰς ἠχοὺς τὰς ὁποίας ἤκουον.
―Ἐλᾶτε!… Ἐδῶ εἴμαστε!… ἔκραξε μὲ στεντορείαν φωνὴν ὁ Σταμάτης.
― Μὰ πῶς, δὲν βλέπουν κοτζὰμ φωτιά; εἶπεν ἐν ἀπορίᾳ ὁ Πηλιώτης.
― Θὰ ἔχουν πέσει μέσα σὲ κακοτοπιά, στὸν ἴσκιο τοῦ βουνοῦ, τὸ φεγγάρι δὲν ψήλωσε ἀκόμα.
― Πάω νὰ φέρω τὸ φανάρι! ἔκραξεν ὁ Σταμάτης.
Κ᾽ ἔτρεξε κάτω, εἰς τὸν περίβολον τοῦ Ἁι-Γιαννιοῦ, ὁπόθεν ἐπανῆλθε μετ᾽ ὀλίγον φέρων φανάριον ἀναμμένον. Ὁ Σταμάτης, κρατῶν τοῦτο, ἐπροπορεύθη καὶ οἱ τρεῖς ἄνδρες τὸν ἠκολούθησαν ἐν μέσῳ τοῦ δάσους. Μετ᾽ ὀλίγα λεπτὰ αἱ φωναὶ ἠκούοντο πλησιέστεραι καὶ τέλος ἐφάνη ὁ παπὰς ἀκολουθούμενος ἀπὸ τὸν ἀνεψιόν, τὸν βοηθόν του, σύροντα ἀπὸ τὴν τριχιὰν ἕνα γαϊδουράκι, ἐπάνω εἰς τὸ ὁποῖον ἦσαν φορτωμένα τὰ «ἱερὰ» τοῦ παπᾶ. Ἀλλὰ τελευταία ὅλων ἐφάνη καὶ μία σκιά, ἥτις ἐφαίνετο ἀποφεύγουσα ν᾽ ἀντικρύσῃ τὸ φῶς τοῦ φαναρίου.
― Μπά! ἔκαμε γελῶν ὁ Σταμάτης. Καὶ σιγὰ πρὸς τὸν Μπαρέκον ἐψιθύρισεν:
―Ὁ Ἀλιβάνιστος.
― Μεγάλο θάμα! εἶπεν ὁ Μπαρέκος.
― Πῶς ἔκαμες, βλοημένε κ᾽ ἔχασες τὸν δρόμο; ἠρώτησε τὸν παπὰν ὁ Ἀγγελὴς ὁ Πολύχρονος.
― Μὴ ρωτᾶτε… θέλησα νὰ πάω ἀπ᾽ τὸν ἄλλο δρόμο… ἀπ᾽ τὰ Ρόγγια… εἶπεν ἀσθμαίνων ὁ παπάς· ἤθελα νὰ ἰδῶ τὸ χωράφι… εἶπε νὰ τὸ σπείρῃ, κεῖνος ὁ Ντανάκιας καὶ τ᾽ ἄφησε ἄσπαρτο… κ᾽ ἐγὼ χαμπάρι δὲν εἶχα, τόσοι μῆνες τώρα. Ἂς εἶναι καλὰ ὁ ἄνθρωπος… Εἶχα καὶ δυὸ τρεῖς ἁγιασμοὺς νὰ κάμω κ᾽ ἐνύχτωσα… Καλὰ ποὺ ἔπεσα κοντὰ στὸ καλυβάκι τοῦ μπαρμπα-Κόλια ἐδῶ (δεικνύων τὸν καλούμενον Ἀλιβάνιστον) καὶ μ᾽ ἐβοήθησε νὰ βρῶ τὸ δρόμο!… Ἂς ἔχῃ τὴν εὐχή!


Ὁ παπα-Γαρόφαλος ἐδείκνυεν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἀπεκάλει μπαρμπα-Κόλιαν, ὅστις ὅμως, ὡς ἀληθὴς σκιὰ εἶχεν ἀρχίσει νὰ γλιστρᾷ ὄπισθεν τῶν δένδρων, καὶ ν᾽ ἀπομακρύνεται.
Ὁ Μπαρέκος, τρέξας, τὸν ἔδραξεν ἰσχυρῶς ἀπὸ τὸν βραχίονα.
― Ποῦ πᾷς, μπαρμπα-Κόλια; εἶπε. Τώρα δὲ σ᾽ ἀφήνουμε… τελείωσε! Φέτος θὰ κάμωμε Ἀνάσταση μαζί!…
Ὁ Σταμάτης, μὴ δυνάμενος νὰ κρατήσῃ τὰ γέλια, ἄρχισε μὲ τὸ φανάρι τὸ ὁποῖον ἐκράτει, νὰ κάμνῃ κινήματα ὡς νὰ ἐλιβάνιζε, πρὸς τὸ βάθος εἰς τὸ μέρος ὅπου ἵστατο τὸ σύμπλεγμα τοῦ Μπαρέκου καὶ τοῦ μπαρμπα-Κόλια.
Ὁ γέρων ἐφαίνετο ἀληθὴς λυκάνθρωπος. Ἐφόρει εἶδος ράσου, ἀπροσδιορίστου χρώματος, καὶ μαύρην σκούφιαν, εἶχε μακρὰν κόμην μαύρην ἀκόμη, καὶ ψαρά, σγουρὰ γένεια. Ἐδυσανασχέτει διότι τὸν ἐκράτει μὲ τὴν ρωμαλέαν χεῖρά του ὁ Μπαρέκος, ἤθελε νὰ φύγῃ.
―Ἄφ᾽σε με νὰ ζήσῃς! Δὲν μπορῶ!… τί Ἀνάσταση νὰ κάμω ᾽γώ… τί μὲ θέλετ᾽ ἐμένα… Ἐσεῖς κάμετε Ἀνάσταση. Μὲ γειά σας, μὲ χαρά σας!… Πάω στὸ καλύβι μου, ᾽γώ!
Τότε ὁ παπα-Γαρόφαλος ἔλαβε τὸν λόγον:
― Νά ᾽χῃς τὴν εὐχὴ τοῦ Χριστοῦ, παιδί μου! Ἔλα!… Νὰ πάρῃς εὐλογία!… Νὰ μοσχοβολήσ᾽ ἡ ψυχή σου! Ἔλα ν᾽ ἀπολάψῃς τὴ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ μας! Μὴν ἀδικῇς τὸν ἑαυτόν σου! Μὴν κάνῃς τοῦ ἐχτροῦ τὸ θέλημα!… Πάτα τὸν πειρασμό! Ἔλα, Κόλια! Ἔλα, Νικόλαε, ἔλα, Νικόλαε μακάριε! Ὁ ἅγιος Νικόλαος νὰ σὲ φωτίσῃ!
Ὁ μπαρμπα-Κόλιας ἤθελε νὰ ἔλθῃ, ἀλλ᾽ ἐντρέπετο. Ἐπαραξενεύετο πολύ, θὰ ἐπεθύμει νὰ τὸν ἀπῆγον διὰ τῆς βίας.
Ὁ Μπαρέκος, ὡς νὰ εἶχεν εἰσδύσει εἰς τὰ ἐνδόμυχα τῆς ψυχῆς του, ἔκραξε τοὺς δύο ἄλλους βοσκοὺς πλησίον του. Οὗτοι, ἡμιπαίζοντες, ἡμισπουδάζοντες, ἔβαλαν τὰς χεῖράς των εἰς τοὺς βραχίονας καὶ τὰς ὠμοπλάτας τοῦ Κόλια. Ἐν πομπῇ καὶ παρατάξει τὸν ἀπήγαγον, κάτω νεύοντα, ἐπιθυμοῦντα ν᾽ ἀκολουθήσῃ, καὶ τείνοντα ν᾽ ἀποσκιρτήσῃ.
Ὅταν ἔφθασαν εἰς τὸν Ἁι-Γιάννην, παράδοξον πρᾶγμα συνέβη. Ἡ θεια-Μολώτα, καθὼς ἐκάθητο ἔξωθεν τοῦ ναοῦ, ἅμα εἶδε τὸν Κόλιαν, ἐταράχθη νευρικῶς, ἐστράφη πρὸς τὸν τοῖχον τοῦ ναοῦ. Ἡ Ἀφέντρα, ἥτις ἦτον στὸ πλάγι της, τὴν εἶδε, κ᾽ ἐνόησεν ὅτι κάτι συνέβαινε.
― Τί ἔχεις, θεια-Μολώτα;
Ἡ γραῖα τῆς ἔνευσε νὰ σιωπήσῃ. Ἐν τοσούτῳ, ἀφοῦ ἡ συνοδία ἐπροχώρησεν εἰς τὸ κέντρον τοῦ περιβόλου, ἡ Μολώτα ἔρριψε πλάγιον βλέμμα πρὸς τὸ σύμπλεγμα τῶν ἀνδρῶν, κ᾽ ἐκατέβασε χαμηλὰ τὴν μαύρην μανδήλαν της, ἔκρυψε τὰ ὀφρύδια, τοὺς κροτάφους, καὶ μὲ τὰ τσουλούφια τῆς κόμης της, καὶ μὲ τὰ κλώνια τῆς μανδήλας, ἐκάλυψε τὸ κατωσάγονον καὶ τὰ μάγουλα.
Ἡ Ἀφέντρα τὴν ἐκοίταζε μὲ ἄπληστον περιέργειαν.
― Τί ἔπαθες, θεια-Μολώτα; ἠρώτησε καὶ πάλιν.
― Σώπα, σ᾽ λένε! ἐψιθύρισεν ἡ Μολώτα.
Εὐθὺς τότε ὁ παπὰς εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναΐσκον, τὸν ὁποῖον ὁ Σταμάτης, ἀπὸ τὴν ἡμέραν, πρὶν νὰ πάγῃ ἀκόμα διὰ πεταλίδας καὶ καβούρια, εἶχε στολίσει μὲ δάφνας καὶ μυρσίνας, καὶ ὅστις ἤστραπτεν ἀπὸ κοσμιότητα καὶ καθαριότητα. Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν Εὐλογητόν, καὶ μαζὶ μὲ τὸν ἀνεψιόν του ἄρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ «Κύματι θαλάσσης». Ἡ Ἀφέντρα, ἡ Φωλιώ, κ᾽ αἱ γυναῖκες καὶ τὰ θυγάτρια τῶν ποιμένων, εἰσῆλθον εἰς τὸν ναόν, κ᾽ ἐκόλλησαν πολλὰ κηρία εἰς τὰ μανουάλια.
Ἡ Μολώτα ἔμενε παραπίσω. Ἤθελε νὰ ἰδῇ ἂν ὁ μπαρμπα-Κόλιας, ὁ Ἀλιβάνιστος, θὰ εἰσήρχετο εἰς τὸν ναὸν ἢ ὄχι. Ὁ Κόλιας καταρχὰς ἐπέμενε νὰ μένῃ ἔξω, ἐπὶ προφάσει ὅτι θὰ ἐβοήθει τοὺς δύο παραγυιοὺς τοῦ Μπαρέκου εἰς τὸ σούβλισμα καὶ ψήσιμον τῶν ἀρνίων διὰ τὰ ὁποῖα ἑτοίμαζαν μεγάλην φωτιάν. Ὁ Μπαρέκος ὅμως ἐφοβήθη μήπως «τὸ στρίψῃ» καὶ τὸν ἐβίασε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν ναὸν μαζί του, λέγων ὅτι «ὁ μουσαφίρης δὲν κάνει ᾽πηρεσία».
Τότε ἡ Μολώτα ἔμεινεν ἀπ᾽ ἔξω, μισοκρυμμένη εἰς τὸν παραστάτην τῆς θύρας τοῦ ναοῦ καὶ κοιτάζουσα λαθραίως μέσα. Ὅταν ἐβγῆκαν ὅλοι λαμπαδηφοροῦντες εἰς τὸ ὕπαιθρον, διὰ νὰ κάμουν Ἀνάστασιν, αὕτη ἀπελθοῦσα ἐκρύβη εἰς τὴν βορειανατολικὴν γωνίαν, σιμὰ εἰς τὴν θυρίδα τῆς Προσκομιδῆς. Ἐκεῖθεν ἤκουσε κι αὐτὴ τὸ «Χριστὸς ἀνέστη».
Ὅταν τὸ πλῆθος εἰσῆλθε πάλιν εἰς τὸν ναόν, μὲ τὸ «Ἀναστάσεως ἡμέρα», τὸ γοργὸν ἐμβατήριον, ἡ Ἀφέντρα τῆς Σταματηρίζαινας ἔμεινε παραπίσω καὶ ἦλθε πλησίον τῆς Μολώτας.
― Γιατί δὲν ἔρχεσαι μὲς στὴν ἐκκλησιά; τῆς εἶπε· λεχώνα εἶσαι;
― Σῦλε, πιδί μ᾽, ἀκούσῃς καλὸ λόγο*, τῆς εἶπεν ἡ Μολώτα. Ἄφ᾽σ᾽ ἐμένα.
― Μὰ τί ἔχεις;
― Τίποτα.
Ἐπέμεινε:
― Θὰ μοῦ πῇς τί ἔχεις;
Ἡ γραῖα ἀνένευσε καὶ ἀπεμακρύνθη ἀπ᾽ αὐτῆς. Ἡ Ἀφέντρα ἠναγκάσθη ν᾽ ἀπέλθῃ. Μετ᾽ ὀλίγην ὅμως ὥραν, ὅταν ἄρχισεν ὁ Ἀσπασμός, ἡ Μολώτα ἐπλησίασεν εἰς τὴν θύραν τοῦ ναοῦ κ᾽ ἔνευσεν εἰς τὴν Ἀφέντραν νὰ ἐξέλθῃ. Τὴν ἔφερεν εἰς τὴν ἰδίαν καὶ πρὶν θέσιν, ἀριστερόθεν τοῦ ναοῦ.
― Τώλα, ἐγὼ πῶς θὰ μεταλάβου; τῆς λέγει.
― Γιατί; τί τρέχει;
― Τώλα, δὲ φιλοῦν Βγαγγέλιο κι Ἀνάσταση;
― Ναί.
― Πῶς νὰ πάω ᾽γὼ ν᾽ ἀνισπαστῶ;
― Πῶς θὰ πᾷς; Μὲ τὰ ποδάρια σ᾽, εἶπεν ἡ Ἀφέντρα.
― Εἶδες κεῖνον ἄθλωπο;
― Ποιόν;
― Κόλια;
― Τὸν Ἀλιβάνιστο; Ἔ, τί;
Ἡ Μολώτα ἔκυψεν, ἐταπείνωσε τὴν φωνὴν καὶ εἶπε:
― Σὰν ἤμουν ἐγὼ μικλὸ κολίτσι, αὐτὸς μ᾽ ἤθελε γυναῖκα. Πλὶν ἀλλωστήσω, κὶ πιαστῇ φωνή μου, μ᾽ ηὗλε σουλουπώματα, πηγάδι, στενὸ σοκάκι, μ᾽ ἐ… (ἔκυψεν εἰς τὸ οὖς τῆς Ἀφέντρας, κ᾽ ἐψιθύρισε μὲ φωνὴν μόλις ἀκουομένην)· μ᾽ ἐφίλησε…
Ἡ Ἀφέντρα ἔπνιξε βαθύν, ἀργυρόηχον γέλωτα. Ἡ γραῖα ἐπανέλαβε:
― Πατέλας δὲν τὸν ἤθελε γαμπλό. Πῆλα ἄλλον. Χήλεψα. Αὐτός, εἶπαν, πῆλε καημό, πῆγε βουνά, ἀγλίεψε, δὲν πάτησ᾽ ἐκκλησιά… Ἐγὼ ἔχω τὸ κλῖμα (τὸ κρῖμα);
Ἡ Ἀφέντρα ἐνόησεν ἀμέσως τὴν ἁπλοϊκὴν εὐσυνειδησίαν τῆς γραίας.
―Ἔ, καλά, εἶπε, νὰ ποὺ τὸν ηὗρες τώρα, στὴν Ἀνάσταση. Ὥρα τοῦ Ἀσπασμοῦ, τῆς ἀγάπης εἶναι. Νὰ σχωρεθῇς, νὰ τὸ πῇς τοῦ παπᾶ καὶ θὰ σ᾽ ἀφήσῃ νὰ μεταλάβῃς.
*
* *
Ἡ Μολώτα ἠκολούθησε κατὰ γράμμα τὴν συμβουλὴν τῆς Ἀφέντρας. Εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναόν, ἠσπάσθη τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὴν Ἀνάστασιν, εἶτα ἐζήτησε συγχώρησιν ἀπὸ τὸν Κόλιαν. Ἀκολούθως, τὴν ὥραν τοῦ Κοινωνικοῦ, ἐπλησίασε μαζὶ μὲ τὰς ἄλλας γυναῖκας εἰς τὴν βορείαν πύλην τοῦ ἱεροῦ, ὅπου ὁ ἱερεὺς ἀνέγνωσεν ἐπὶ τῶν κεφαλῶν των τὴν συγχωρητικὴν εὐχήν, ἐνῷ ὁ μικρὸς ψάλτης ἐμινύριζε τὸ «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε».
Μετὰ τὴν Ἀπόλυσιν, ἅμα οἱ ἄνδρες ἐξῆλθον, ὁ Σταμάτης συναντήσας τὸν Κόλιαν τὸν ἐχαιρέτισε:
― Χριστὸς ἀνέστη, μπαρμπα-Κόλια! Καλὴ ὥρα ἦτον ποὺ σ᾽ ηὗρα χτές.
Καὶ ὁ γέρων ἐρημίτης ἀπήντησεν:
―Ἀληθῶς ἀνέστη, βρέ! Δὲν εἶμαι ἀλιβάνιστος!

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

και για την αντιγραφή Φουρόκατος

Απρίλιος 26, 2019 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , | Σχολιάστε

ΑΠΟΙΚΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ: Η ΣΗΜΑΙΑ ΣΤΟ ΑΚΡΩΤΗΡΙ

Οι επικυρίαρχοι δρουν πλέον δίχως να τηρούν τα προσχήματα. Με την κάλυψη των εδώ υπαλλήλων τους εμπεδώνουν με κάθε ευκαιρία την άποψή τους (κοινή με τους ντόπιους λακέδες τους), πως η Ελλάδα είναι χώρος όπου ασκούν κυριαρχία και οι Έλληνες λαός υποτελής και ανάξιος σεβασμού και αξιοπρέπειας.
Έχομε συνεχείς καταγραφές γεγονότων απαξιωτικής συμπεριφοράς στη χώρα και τους κατοίκους από υπηκόους των δανειστών, κυρίως Γερμανούς, ακόμα και απλούς τουρίστες. Το πρόσφατο περιστατικό με τους Γερμανούς στρατιωτικούς που κατέβασαν την Ελληνική σημαία από το Σταυρό στα Χανιά και την αντικατέστησαν με Γερμανική, καταδεικνύει σε παροξυστικό βαθμό το φαινόμενο που συζητούμε και επιτάσσει προβληματισμό και ανάληψη δράσης.
Δε θα επαναλάβομε εδώ τα γεγονότα, είναι πια γνωστά. Θα πούμε όμως ότι το γεγονός της βεβήλωσης έγινε τυχαία αντιληπτό και τα αποτελέσματά του ακυρώθηκαν από την αυθόρμητη αντίδραση του κόσμου κι όχι από συντεταγμένη ενέργεια της Πολιτείας. Που σημαίνει αυτό πάλι ότι ο μεν λαός είναι στις επάλξεις, το κράτος του όμως όχι. Κι αυτό επιβεβαιώνεται από τη συνέχεια της υπόθεσης.
Η αυθόρμητη λαϊκή αντίδραση αναίρεσε την προσβολή και παρέδωσε στα χέρια της δικαιοσύνης (και όχι των «λαϊκών» δικαστηρίων που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν νομιμοποιημένα από το μέγεθός της) τους δύο από τους πέντε μάγκες που συμμετείχαν στο συμβάν. Ήδη λοιπόν η Πολιτεία όφειλε να κινητοποιηθεί να αναζητήσει και τους άλλους τρεις. Δεν το έκαμε.
Η δικαιοσύνη χάιδεψε τους παραβάτες με μια ποινή δέκα μηνών με αναστολή. Σε μια χώρα που έχουν χυθεί ποτάμια αίματος για την πατρίδα και την ελευθερία, σε ένα χώρο όπου πριν ένα αιώνα ο Καγιαλές έγινε ιστός ο ίδιος για να συνεχίσει να κυματίζει η σημαία, αποτελεί κοροιδία η ποινή που επιβλήθηκε μόνο και μόνο για τα μάτια του κόσμου. Είναι σαφές ότι άλλη ποινή θα επέβαλλε ένα δικαστήριο ελεύθερου κράτους.


Συμπληρώθηκαν αυτές τις μέρες 815 χρόνια από την πρώτη Άλωση, από τότε που οι Δυτικοί ξανά υπέβαλαν σε προσβολές το λαό μας όταν πήραν την Πόλη. Και πρίν από τότε, και συνέχεια μέχρι σήμερα, η Δύση υποτιμά τον Ελληνισμό, συχνά με την επικουρία ντόπιων θαμπωμένων από τα καθρεφτάκια που τους πλασάρει για θησαυρούς. Το 1204 είναι η πρώτη εμφάνιση της αποικιοκρατίας του Δυτικού ιμπεριαλισμού στον κόσμο, πολύ πριν αυτή επεκταθεί στην Αμερική και τις Ινδίες. Κι λαός μας, ο πρώτος που υπέστη τα δεινά της αποικιοκρατίας, τα χώματά μας τα πρώτα που απομύζησαν οι ξένοι.
Σήμερα ζούμε το ίδιο έργο. Παραγωγή, ενέργεια, λιμάνια, τρένα, όλη η δημόσια περιουσία, ανήκει στους ξένους. Με ψήφους Ελλήνων βουλευτών. Κι εμείς ακόμα προσπαθούμε να καταλάβομε τι έχει συμβεί.
Αυτό που μένει από την ιστορία αυτή, καθημερινή κατάσταση στην αποικία που ζούμε ξανά σήμερο, είναι ότι ο λαός μπόρεσε να αναιρέσει τα αποτελέσματα μιας (μόνο) προσβολής και να ξαναυψώσει τη σημαία την ελληνική στον ιστό, εντοπίζοντάς την εκεί που την είχαν θάψει οι Γερμανοί. Μένει ακόμα η δουλική συμπεριφορά του κράτους-υπηρέτη των ξένων, που δεν αναζήτησε τους δράστες που ξέφυγαν και που άφησε ελεύθερους τους δράστες που έπιασαν οι πολίτες.
Μένει και κάτι άλλο: Το (κυριολεκτικά) χέσιμο του ενός δράστη από το φόβο του. Αυτό καλούμαστε να προκαλέσομε και στους υπόλοιπους του είδους του, ξένους και ντόπιο υπαλληλικό προσωπικό. Για να βρούνε τα όνειρα εκδίκηση, για την ελευθερία, την αξιοπρέπεια και την Πατρίδα.

Απρίλιος 18, 2019 Posted by | Κείμενα για την Κρήτη, Πολιτική και πολιτισμός | , , , , , , | Σχολιάστε

ΤΟΠΙΚΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΓΩΓΕΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ Η ΕΥΘΥΝΗ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ

Η Αθήνα συγκροτήθηκε κυριολεκτικά αποστερώντας την υπόλοιπη Ελλάδα από μεγάλο μέρος του πληθυσμού της. Οι άνθρωποι που συνέρρευσαν για μια καλύτερη ζωή στην πρωτεύουσα, διωγμένοι από τα χωριά τους λόγω της εγκατάλειψης αυτών από το κράτος, έφεραν μαζί τους τις επί μέρους ταυτότητες των περιοχών τους. Αυτές τους στήριξαν στα πρώτα τους βήματα στην πόλη, αυτές δημιούργησαν τις πρώτες συσσωματώσεις στην πρωτεύουσα μέσα από κοινές παρέες και αργότερα συλλόγους διατήρησης, για τους παλιούς, και μεταλαμπάδευσης, για τους νεότερους, των αξιών και των εθίμων της ιδιαίτερης πατρίδας.
Ο χορός, το τραγούδι, η τέλεση τοπικών εθίμων, η ίδρυση ναών αφιερωμένων σε τοπικούς αγίους, μαζί με την αρχική συγκέντρωση στην ίδια γειτονιά των νεοφερμένων από την επαρχία (καθώς ο ένας τραβούσε τον άλλο χωριανό σε χώρο που θα ήταν πιο οικείος λόγω της ύπαρξης γνωστών), κράτησαν την τοπική ταυτότητα ζωντανή παράλληλα με την ενσωμάτωση στο άστυ. Στην πράξη, έμπαιναν στο χώρο της πρωτεύουσας συνεισφέροντας την ταυτότητά τους, και συνυπήρχαν με όρους αμοιβαίου σεβασμού με τις υπόλοιπες επί μέρους ταυτότητες των ομοιοπαθών που συνέρρεαν στην Αθήνα από κάθε μεριά της επικράτειας, και όχι μόνο.
Αρχικά λοιπόν υπήρχε μια συνύπαρξη στην πόλη, μικρογραφία του τί συνέβαινε στην Ελλάδα ολόκληρη, των διαφορετικών τοπικών ταυτοτήτων μέσα από κοινές αξίες που διαπερνούν όλο τον Ελληνισμό: Εργατικότητα, αλληλεγγύη, κοινοτικό πνεύμα, τιμιότητα, σεβασμός, και βεβαίως αγάπη στην ελευθερία και αντιστασιακό ήθος. Κι αυτές, μέσα από τις χαμηλές ακόμα γειτονιές, και την κοινοτική τους διάσταση, μεταφέρονταν στην επόμενη γενιά, που γεννιόταν στην Αθήνα αλλά είχε αναφορές στο χωριό μέσα από τις αφηγήσεις των μεγάλων και τις τακτικές επισκέψεις, τουλάχιστο σα χώρο θερινών διακοπών.
Η «ανάπτυξη» οδήγησε στον εκδυτικισμό του αστικού χώρου. Οι γειτονιές δεν ήταν πια χώρος δημιουργίας και ζωής αλλά δυστοπία διανυκτέρευσης ανθρώπων των οποίων η ζωή, η εργασία, οι συναναστροφές εκτυλίσσονταν αλλού. Από τη μια οι πολυκατοικίες που αποξενώνουν τους ανθρώπους, από την άλλη η διόγκωση του αστικού ιστού και η ευκολία (που έγινε κατάρα) του αυτοκινήτου, έσπασαν το τοπικό δέσιμο με τη γειτονιά, τις προσωπικές σχέσεις. Η Αθήνα, από πολιτισμός του χώρου μεταβλήθηκε σε πολιτισμό του χρόνου, απρόσωπη και εχθρική. Μεταξύ αγνώστων δεν υπάρχει σεβασμός, αλληλεγγύη, παρά μόνο αν επιμένει η ανθρωπιά. Αυτή όμως χάνεται ανάμεσα στα κτίρια και το κυνήγι της κοινωνικής ανόδου, μέσα στον ανταγωνισμό για μια θέση στάθμευσης, εργασίας, για ένα τραπέζι σε κάποιο μαγαζί που είναι της μόδας. Η απώλεια του προσώπου αλληλεπιδρά με την αναζήτηση της επιτυχίας σε ατομικό επίπεδο σε μια φαύλη σπείρα που οδηγεί στην απώλεια κάθε ταυτότητας, κάθε αξίας. Παράλληλα, το «πολιτιστικό» πρότυπο που επιβάλλεται, δυτικό και εισαγόμενο, ισοπεδωτικό και απρόσωπο, αποκλείει τον αναβαπτισμό στην κολυμπήθρα των παραδοσιακών αξιών μέσα από την πιο προσιτή μορφή τους, την ψυχαγωγία του χορού, του τραγουδιού, της συντροφιάς.
Γιατί από κει θα μπορούσε να πιαστεί κάποιος και βήμα βήμα να ξαναβρεί τον εαυτό του. Οι τρίτης και τέταρτης γενιάς πια επαρχιώτες, υποτιμούν την καταγωγή τους, επισκέπτονται σπάνια τη γενέτειρα των παππούδων τους, προτιμώντας προορισμούς προβεβλημένους από τα περιοδικά μόδας και φιγούρας, έχουν ένα μικτό λεξιλόγιο με ελληνικές και αγγλικές λέξεις, φτωχό και για τα απολύτως απαραίτητα, είναι διασυνδεμένοι με τον παγκόσμιο ιστό σα φύλλα που τα παίρνει ο αέρας του κοσμοπολιτισμού, δίχως πια ρίζες και στέρεες βάσεις.
Μια στάση αντίστασης στην εξατομίκευση θα ήταν ακριβώς η αντιστροφή της πορείας αυτής. Η επανασύνδεση με την ταυτότητα του καθενός, που του μιλάει πια όχι βιωματικά αλλά γονιδιακά, που την έχει μέσα του και πρέπει να βρει τρόπο να τη βγάλει. Μέσα από το χορό και το τραγούδι των τοπικών ταυτοτήτων, ο καθένας μπορεί να αρχίσει να ξαναβρίσκει το εαυτό του. Όχι ως φολκλόρ και όχι ως έθνικ, αλλά σαν κάτι δικό μας, όχι σαν κάτι που μας αρέσει ως παρατηρητές αλλά που το ζούμε σα φορείς του, που είναι εμείς οι ίδιοι.
Αυτό προϋποθέτει και το άλλο μεγάλο βήμα: Να ξαναβρούμε τί γέννησε αυτούς τους σκοπούς, αυτά τα βήματα του χορού, να ξαναβρούμε την ψυχή μας. Να δούμε την ιστορία που αφηγούνται τα τραγούδια μας, τα γεγονότα που δημιούργησαν τους χορούς μας, να βρούμε τις γεύσεις της γαστρονομίας μας, γεύσεις μοναδικές στηριγμένες σε φτωχά υλικά, να νιώσομε πώς ο λαός μας τη φτώχια του την έκανε καλοπέραση, γιατί είχε τον ελληνικό τρόπο.
Πώς μπορεί όμως να γίνει αυτό σε μια διαμορφωμένη κατάσταση, που αντιπαθεί τις ταυτότητες, που ισοπεδώνει ό,τι ξεφεύγει από το δυτικό πολιτιστικό πρότυπο; Σίγουρα η αυτενέργεια και η θέληση είναι κυρίαρχα εδώ. Στο ατομικό επίπεδο πρώτα και στο επίπεδο της οικογένειας, της παρέας μετά. Μέσα από «άτυπες» διαδικασίες κοινωνικοποίησης, δίχως την παρέμβαση του κρατικού μηχανισμού που θέλει όλα να τα οικειοποιηθεί.
Εκεί ένας Δήμος με προσωποκεντρικά χαρακτηριστικά θα μπορούσε να συμβάλει. Όχι για να υποκαταστήσει τη βούληση των ανθρώπων και να τους χειραγωγήσει. Αλλά για να αφήσει χώρο στην πρωτοβουλία τους, να δημιουργήσει χώρους σε κάθε γειτονιά όπου ο κόσμος θα μπορεί να συναντηθεί, να δημιουργήσει, να ξαναβρεθεί, να ξαναβρεί τις αξίες του λαού μας. Για να φέρει κοντά αυτές τις πρωτοβουλίες μέσα από εκδηλώσεις που θα αναδεικνύουν τις ταυτότητες αυτές. Με κοινό παρονομαστή τις αρχές μας, που εκφράζονται με διαφορετικό τρόπο από τις επί μέρους ελληνικές παραδόσεις. Η συνάντησή τους, η όσμωση μεταξύ τους, θα αναδείξει ακριβώς αυτές τις αξίες. Αυτό βέβαια, απαιτεί τη θέληση να τις ξαναβρούμε, αφού η παρακμή διαπερνά όλη την πατρίδα και πολλές φορές τις εφαρμόζομε επιφανειακά για να τις ακυρώσομε στην πράξη. Και ο Δήμος μπορεί να δημιουργήσει τον καμβά για να ζωγραφιστεί η τοπική ιδιαιτερότητα. Μπορεί να αναδείξει την ιστορία των συνοικιών που δημιουργήθηκαν από εσωτερικούς μετανάστες συγκεκριμένης προέλευσης, από πρόσφυγες του 22, της ανταλλαγής, από αιτίες που έχουν οικονομικό και γεωπολιτικό πρόσημο. Μπορεί να διοργανώσει ημερίδες και συνέδρια για να συνδέσει τους πληθυσμούς αυτούς με τον τόπο καταγωγής, να ενισχύσει πρωτοβουλίες συλλόγων που ψάχνουν σ’ αυτή την κατεύθυνση και δεν αποτελούν άθροισμα παραγόντων που αποβλέπουν σε ρουσφετολογική εξαργύρωση τυχόν αξιωμάτων τους. Γιατί η προσπάθεια αυτή προϋποθέτει κι έναν άλλο τύπο συλλόγων: όχι αυτούς που συναλλάσσονται με την όποια εξουσία τριγύρω τους, αλλά αυτούς που έχουν συνείδηση του τί εκπροσωπούν και τί ευθύνη αποτελεί τούτο. Κι ένας Δήμος που θα διοργάνωνε εκδηλώσεις κα συναντήσεις των επί μέρους ταυτοτήτων, θα στηριζόταν στη δουλειά τέτοιων συλλόγων και των ανθρώπων τους.
Αυτό θα μπορούσε να πάει ακόμα πιο πέρα, στην επανασύνδεση της επαρχίας με την πρωτεύουσα μέσα από τους καταγόμενους από εκεί. Όχι μόνο στο θυμικό αλλά και στο παραγωγικό κομμάτι. Θα μπορούσε να αναδείξει την τοπική παραγωγή και να την αντιπαρατάξει στην αντίστοιχη εισαγόμενη, σε μια πόλη που έχοντας χάσει την ταυτότητά της αγνοεί και τις δημιουργίες του τόπου της. Να συνδέσει τις εκεί παραγωγικές μονάδες με ένα δίκτυο διανομής που θα κάνει την παραγωγή τους γνωστή και προσιτή στον κάτοικο της πόλης. Παράλληλα, αυτό προϋποθέτει και μιαν ακόμα λειτουργία του Δήμου, την ανάδειξη ενός άλλου τρόπου ζωής, με έμφαση στην ποιότητα και όχι στην κατανάλωση, σε αλληλεπίδραση πάντα με ένα ζωντανό και ογκούμενο κομμάτι των δημοτών που θα ήθελε να ξαναγυρίσει σε ένα διαφορετικό πρότυπο και ως προς τη διατροφή, εκτός επιταγών της μόδας και της τεχνολογίας, κοντά στη φύση και στην ταυτότητα. Μια τέτοια διαδικασία θα ενίσχυε τους δεσμούς με το χωριό και θα δημιουργούσε ένα ρεύμα προς τα εκεί.
Άρα, γυρνούμε πάλι στην ανάγκη ενός Δήμου προσωποκεντρικού, που θα ενθαρρύνει την έκφραση των τοπικών ταυτοτήτων και στη χρεία να αναδειχτούν ξανά αυτές από τον καθένα μας. Αυτό είναι το στοίχημά μας αν θέλομε την επιστροφή μας σαν παράγοντας στην οικουμένη, να ξαναβρούμε τον ελληνικό τρόπο, να εκσυγχρονίσομε την παράδοσή μας…

Μαρτίου 29, 2019 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , | Σχολιάστε

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΤΩΡΑ ΑΡΧΙΖΕΙ

Πολλοί φίλοι, απογοητευμένοι από την υπερψήφιση της συμφωνίας των Πρεσπών, θεωρούν ότι η μάχη χάθηκε, ότι ηττηθήκαμε, ότι όλα τέλειωσαν. Αυτή όμως είναι μια όψη του νομίσματος. Μια άλλη προσέγγιση δείχνει διαφορετικά πράγματα.
Ο αγώνας ενάντια στη Συμφωνία της προδοσίας υπέστη μια κοινοβουλευτική ήττα, μέσα από κολοτούμπες, αμφιβόλου ηθικής πρακτικές, αναδεικνύοντας τη μικρότητα ορισμένων καρεκλοκένταυρων και επίορκων. Στον πόλεμο για τη σωτηρία της Πατρίδας όμως αποτέλεσε ένα σταθμό που μπορεί να αντιστρέψει το συνολικό κατήφορο.
Ήδη, αμφισβήτησε το κομματικό κατεστημένο, διαλύοντας δύο κόμματα, το Ποτάμι και τους ΑΝΕΛ, και υποχρεώνοντας δυο ακόμα, τη ΝΔ και το ΚΙΝΑΛ να συρθούν πίσω από τις θέσεις του. Ανάγκασε το ΚΚΕ και το ΛΑΕ να κάμουν, έξω και την τελευταία στιγμή, πορείες κατά της Συμφωνίας, διαπερνώντας το πολιτικό φάσμα σε όλη του την έκταση.
Απεγκλώβισε ένα μεγάλο αριθμό πολιτών από τα κομματικά στρατόπεδα, ανοίγοντας το δρόμο να εκφραστεί οργανωτικά ο δημοκρατικός πατριωτικός χώρος.
Αυτή είναι μια διαδικασία που θα χρειαστεί χρόνο, που θα πρέπει να περάσει από μια φάση πολυδιάσπασης σε μία πιο ώριμη ώσμωσης και σύνθεσης των διάφορων απόψεων και συλλογικοτήτων. Αλλά η πορεία αυτή έχει ξεκινήσει.
Έφερε τη νεολαία στο προσκήνιο, προς έκπληξη όλων, αφού τη θεωρούσαν αδιάφορη και αποπολιτικοποιημένη. Και ίσως, η αηδία προς το πολιτικό προσωπικό της Χώρας, να οδηγούσε πράγματι στην αποστράτευση του λαού, και των νέων. Η προδοσία όμως των Πρεσπών και η συνειδητοποίηση του ότι μπαίνουν πια ζητήματα εξαφάνισης του λαού μας, οδήγησε στην αφύπνιση και δραστηριοποίηση της κοινωνίας. Η οποία δεν πρέπει να θεωρήσει ότι τέλειωσαν όλα, αλλά ότι το αντάρτικο απέναντι στο ΝΑΤΟ και τους υπαλλήλους τους, απέναντι στο Νεοοθωμανισμό κα τα γιουσουφάκια του, περνάει σε άλλο στάδιο.
Ήδη, φωνές από την «υπεύθυνη» αξιωματική αντιπολίτευση, μας λένε ότι δεν μπορεί να καταγγελθεί η Συμφωνία. Επιβεβαιώνουν τις υποψίες ότι η καταψήφιση της Συμφωνίας έγινε για τα μάτια και εκ του ασφαλούς και ότι σύρθηκε σε θέσεις που δεν ενστερνίζεται κατά την ψήφιση της Συμφωνίας. Αυτό θα πρέπει να το σταθμίσει και ο λαός όταν έρθει η ώρα. Γιατί η Συμφωνία καταγγέλλεται. Και νομικά, μέσα από τις συνεχείς παραβιάσεις ακόμα και αυτών των λεόντειων υπέρ τους όρων από τα Σκόπια. Και πολιτικά, μέσα από την άσκηση εξωτερικής πολιτικής με σχέδιο και όραμα, η οποία λείπει εδώ και δεκαετίες από την Ελλάδα. Με καθημερινή έμπρακτη αμφισβήτηση της σε τοπικό και διεθνές επίπεδο.

Αλλά το ζήτημα δεν περιορίζεται στα Σκόπια, υπάρχει πάντα ο Νεοοθωμανισμός, το χρέος, το δημογραφικό, το μεταναστευτικό, η παραγωγικότητα, και τελικά η ανάκτηση των αξιών που έχουν υποχωρήσει στο βωμό της κατανάλωσης και του ατομισμού, στο βωμό του δυτικότροπου εκσυγχρονισμού.
Ένας μόνο εκσυγχρονισμός απαιτείται, αυτός που θα γίνει με δικά μας μέσα, με δικές μας ιδέες, προσαρμοσμένος στην Ελληνική ιδιαιτερότητα. Που θα πάρει ιδέες μέσα από την Παράδοσή μας, την Κοινοτική μας εμπειρία, τις αξίες της Ελευθερίας και της Αντίστασης. Που θα πάρει ιδέες και από τους λαούς όλου του κόσμου, στους οποίους ο λαός μας έχει επίσης δώσει πολλαπλάσια. Και που θα τις αφομοιώσει στις δικές μας συνθήκες.
Ο αγώνας για την ακύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών υπόσχεται πολύ περισσότερες ελπίδες. Είναι ο δρόμος μέσα από τον οποίο θα υπάρξει μια συνολική αντίσταση στην παρακμή, κι αν αποτύχει θα οδηγήσει στην εξαφάνιση μας ως συλλογικότητας. Κι εμείς δεν θα το επιτρέψουμε.

Φεβρουαρίου 22, 2019 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , | Σχολιάστε

ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΤΩΡΑ ΓΙΑ ΤΑ ΣΚΟΠΙΑ!

Μετά το μεγαλειώδες Συλλαλητήριο της 20.1.19 και την ψηφοφορία στη Βουλή για την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, ο αγώνας δεν τελειώνει, αντίθετα τώρα αρχίζει η επόμενη φάση του για την απελευθέρωση της Πατρίδας.
Έχει ήδη καταγραφεί η συντριπτική αποδοκιμασία της Συμφωνίας και η απόλυτη δυσαρμονία του λαϊκού αισθήματος με την κυβέρνηση και τις μεθοδεύσεις της.
Έχομε αναλύσει ήδη τη Συμφωνία και δε θα επαναλάβομε το πόσο καταστροφική είναι για την Ελλάδα, αλλά και για την Ειρήνη στα Βαλκάνια.
Είναι ντροπή να βλέπει κάποιος ότι τις Εθνικές μας θέσεις εκφράζει σήμερα σε θεσμικό επίπεδο ο υπουργός εξωτερικών της … Βουλγαρίας(!), του αντιπάλου μας στο Μακεδονικό αγώνα, ενώ οι δικοί μας κυβερνήτες έχουν καταντήσει μικρόφωνα του ΝΑΤΟ και της Μέρκελ, γλείφοντας εκεί που φτύνανε.
Θα πρέπει όμως, σήμερα που βρισκόμαστε στο χείλος του γκρεμού, να αναδείξομε και ένα ακόμα ζήτημα: Την έκφραση της λαϊκής βούλησης απέναντι στη Συμφωνία.
Μια τέτοια λαϊκή βούληση μπορεί να εκφραστεί μόνο με εκλογές ή δημοψήφισμα. Το τελευταίο προβλέπεται στη Συμφωνία, αλλά μόνο για τους Σκοπιανούς. Ήδη αυτό θέτει ζητήματα δημοκρατίας και αμοιβαιότητας: Είναι αυτονόητο ότι σε μια Συμφωνία, θα πρέπει να προβλέπεται ισοβαρής τρόπος έκφρασης της βούλησης του κάθε μέρους, οπότε θα πρέπει και η Ελληνική πλευρά να μπορεί να εκφραστεί με δημοψήφισμα.


Κι ακόμα, είναι ζήτημα δημοκρατίας, για ένα τόσο σοβαρό θέμα, να αναβαπτίζεται η πολιτική πρόταση της εκάστοτε κυβέρνησης στη λαϊκή εντολή.
Αυτό είχε ακολουθηθεί και στο σχέδιο Ανάν, το οποίο απέρριψε ο λαός μας στην Κύπρο σε δημοψήφισμα, παρά την τρομοκρατία που δέχτηκε και την πίεση των ελίτ για την υπερψήφιση του.
Η εμπειρία αυτή όμως, έδωσε στο ΝΑΤΟ, τις ΗΠΑ και τη Γερμανία το μήνυμα ότι ο λαός δεν πτοείται από την προπαγάνδα, και τους ώθησε στον αποκλεισμό της δυνατότητας δημοψηφίσματος για τους Έλληνες. Υπάρχει μια πειθήνια κυβέρνηση που θα τους δώσει αυτό που θέλουν, οπότε δεν χρειάζεται κάτι άλλο.
Εδώ εμείς πρέπει να αντιτάξομε την απαίτηση για δημοψήφισμα, και να υπογράψομε διαδικτυακά γι’ αυτό στο σύνδεσμο που θα μας οδηγήσει η πληκτρολόγηση του «ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ».
Γιατί είναι θέμα δημοκρατίας να αποφασίσει ο λαός, γιατί αυτό πρέπει να το θέλουν και όσοι είναι υπέρμαχοι της Συμφωνίας, αφού έτσι θα έχει νομιμοποίηση το αποτέλεσμα, είτε είναι ναι, είτε είναι όχι.
Και βέβαια, οι ελίτ φρικιούν στην ιδέα να αποφασίσει ο λαός τις τύχες του. Στην εποχή της παγκόσμιας διακυβέρνησης, χρειάζεται μόνο να υπακούει ο λαός, πιεσμένος, υποταγμένος από τα προβλήματα που του θέτει η παγκοσμιοποίηση, έτοιμος να περιοριστεί στο ατομικό του καβούκι με μια ψευδαίσθηση ελευθερίας και αυτοκαθορισμού σε ατομικό επίπεδο, πρέπει να είναι καταναλωτής και χρήσιμος ηλίθιος. Κι αν δεν ανταποκρίνεται σ’ αυτό το ρόλο, θα πρέπει να φιμωθεί ή να αντικατασταθεί!
Η ταυτότητα μας, η Πατρίδα μας, η παράδοση και το ιστορικό μας βάθος, είναι αυτή τη στιγμή τα μόνα που μας μείνανε μετά από 9 χρόνια μνημονίων και απώλειας της Εθνικής μας κυριαρχίας. Και σ’ αυτά εμμένουμε.

Γι’ αυτό και σηκωθήκαμε επιτέλους από τον καναπέ, γι’ αυτό θα αντιστρέψουμε την κατάσταση ακόμα και αν ψηφίσουν οι υπάλληλοι τη Συμφωνία.
Ο αγώνας του λαού κλιμακώνεται και θεριεύει. Το δημοψήφισμα είναι ένα μόνο από τα πολλά μέσα που υπάρχουν για να επιβληθεί η λαϊκή βούληση. Είναι παράλληλα κι ένας τρόπος να συγκλίνουν διάσπαρτες δυνάμεις του πατριωτικού δημοκρατικού χώρου και να εκφραστεί πολιτικά το κομμάτι εκείνο του λαού που επιτέλους απεγκλωβίζεται από το υπάρχον ανεπαρκές κομματικό σύστημα. Ο Ελληνισμός οργανώνεται σε πολλαπλά επίπεδα και θα φροντίσει να επιβληθεί η δική του θέληση και όχι αυτή του ΝΑΤΟ και της Γερμανίας.

Ιανουαρίου 28, 2019 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , | Σχολιάστε

ΓΙΑΝΝΗΣ Ο ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΣ

O Άγιος Βασίλης, σαν περάσανε τα Χριστούγεννα, πήρε το ραβδί του και γύρισε σ όλα τα χωριά, να δει ποιός θα τόνε γιορτάσει με καθαρή καρδιά.
Πέρασε από λογιών-λογιών πολιτείες κι από κεφαλοχώρια, μα σ’ όποια πόρτα κι αν χτύπησε δεν τ’ ανοίξανε, επειδή τον πήρανε για διακονιάρη. Κι έφευγε πικραμένος, γιατί ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από τους ανθρώπους, μα ένοιωθε το πόσο θα πονούσε η καρδιά κανενός φτωχού από την απονιά που του δείξανε κείνοι οι άνθρωποι.

Μια μέρα έφευγε από ένα τέτοιο άσπλαχνο χωριό, και πέρασε από το νεκροταφείο, κι είδε τα κιβούρια πως ήτανε ρημαγμένα, οι ταφόπετρες σπασμένες κι αναποδογυρισμένες, και τα νιόσκαφτα μνήματα ήτανε σκαλισμένα από τα τσακάλια.

Σαν άγιος που ήτανε άκουσε πως μιλούσανε οι πεθαμένοι και λέγανε: «Τον καιρό που είμαστε στον απάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι αφήσαμε πίσω μας παιδιά κ εγγόνια να μας ανάβουνε κανένα κερί, να μας καίγουνε λίγο λιβάνι μα δεν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπά στο κεφάλι μας να μας διαβάσει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρά σαν να μην αφήσαμε πίσω μας κανέναν».

Κι ο άγιος Βασίλης πάλι στενοχωρήθηκε κι είπε: «Τούτοι οι χωριάτες ούτε σε ζωντανό δε δίνουνε βοήθεια, ούτε σε πεθαμένον », και βγήκε από το νεκροταφείο, και περπατούσε ολομόναχος μέσα στα παγωμένα χιόνια..

* * *

Παραμονή της πρωτοχρονιάς έφτασε σε κάτι χωριά που ήτανε τα πιο φτωχά ανάμεσα στα φτωχοχώρια, στα μέρη της Ελλάδας. Ο παγωμένος αγέρας βογκούσε ανάμεσα στα χαμόδεντρα και στα βράχια, ψυχή ζωντανή δεν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Είδε μπροστά του μια ραχούλα, κι από κάτω της ήτανε μια στρούγκα τρυπωμένη. Ο άγιος Βασίλης μπήκε στη στάνη και χτύπησε με το ραβδί του την πόρτα της καλύβας και φώναξε: «Ελεήστε με, τον φτωχό, για την ψυχή των αποθαμένων σας κι ο Χριστός μας διακόνεψε σε τούτον τον κόσμο!». Τα σκυλιά ξυπνήσανε και χυθήκανε απάνω του, μα σαν πήγανε κοντά του και τον μυριστήκανε, πιάσανε και κουνούσανε τις ουρές τους και πλαγιάζανε στα ποδάρια του και γρούζανε παρακαλεστικά και χαρούμενα.

Απάνω σ αυτά, άνοιξε η πόρτα και βγήκε ένας τσοπάνης, ως εικοσιπέντε χρονών παλληκάρι, με μαύρα στριφτά γένια, ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, άνθρωπος αθώος κι απελέκητος, προβατάνθρωπος, και πριν να καλοϊδεί ποιός χτύπησε, είπε: «Έλα, έλα μέσα. Καλή μέρα, καλή χρονιά!».

Μέσα στο καλύβι έφεγγε ένα λυχνάρι, κρεμασμένο από πάνω από μία κούνια, που ήτανε δεμένη σε δυο παλούκια. Δίπλα στο τζάκι ήτανε τα στρωσίδια τους και κοιμότανε η γυναίκα του Γιάννη. Αυτός, σαν μπήκε μέσα ο άγιος Βασίλης, κι είδε πως ήτανε γέρος σεβάσμιος, πήρε το χέρι του και το ανεσπάσθηκε κι είπε: «Να χω την ευχή σου, γέροντα», και το ’λεγε σαν να τον γνώριζε κι από πρωτύτερα, σα να ’τανε πατέρας του.
Και κείνος του είπε: «Βλογημένος να σαι, εσύ κι όλο το σπιτικό σου, και τα πρόβατά σου η ειρήνη του Θεού να ναι απάνω σας!». Σηκώθηκε κ η γυναίκα και πήγε και προσκύνησε και κείνη τον γέροντα και φίλησε το χέρι του και τη βλόγησε. Κι ο άγιος Βασίλης ήτανε σαν καλόγερος ζητιάνος, με μια σκούφια παλιά στο κεφάλι του, και τα ράσα του ήτανε τριμμένα και μπαλωμένα και τα τσαρούχια του τρύπια, κι είχε κι ένα παλιοτάγαρο αδειανό. Ο Γιάννης ο Βλογημένος έβαλε ξύλα στο τζάκι. Και παρευθύς, φεγγοβόλησε το καλύβι και φάνηκε σαν παλάτι. Και φανήκανε τα δοκάρια, σα να ’τανε μαλαμοκαπνισμένα, κι οι πητιές που ήτανε κρεμασμένες φανήκανε σαν καντήλια, κι οι καρδάρες και τα τυροβόλια και τ’ άλλα τα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, γινήκανε σαν ασημένια, και σαν πλουμισμένα με διαμαντόπετρες φανήκανε, και τ’ άλλα, τα φτωχά τα πράγματα που χε μέσα στο καλύβι του ο Γιάννης ο Βλογημένος.
Και τα ξύλα που καιγόντανε στο τζάκι τρίζανε και λαλούσανε σαν τα πουλιά που λαλούνε στον παράδεισο, και βγάζανε κάποια ευωδιά πάντερπνη.

Τον άγιο Βασίλη τον βάλανε κι έκατσε κοντά στη φωτιά κι η γυναίκα του ’θεσε μαξιλάρια να ακουμπήσει. Κι ο γέροντας ξεπέρασε το ταγάρι του από το λαιμό του και το βαλε κοντά του, κι έβγαλε και το παλιόρασό του κι απόμεινε με το ζωστικό του. Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε κι άρμεξε τα πρόβατα μαζί με τον παραγυιό του, κι έβαλε μέσα στην κοφινέδα τα νιογέννητα τ’ αρνιά, κι ύστερα χώρισε τις ετοιμόγεννες προβατίνες και τις κράτησε στο μαντρί, κι ο παραγυιός τα ’βγαλε τ’ άλλα στη βοσκή. Λιγοστά ήτανε τα ζωντανά του, φτωχός ήτανε ο Γιάννης, μα ήτανε Βλογημένος.
Κι είχε μία χαρά μεγάλη, σε κάθε ώρα, μέρα και νύχτα, γιατί ήτανε καλός άνθρωπος κι είχε και καλή γυναίκα, κι όποιος λάχαινε να περάσει από την καλύβα τους, σαν να ’τανε αδελφός τους, τον περιποιόντανε. Για τούτο κι ο άγιος Βασίλης κόνεψε στο σπίτι τους, και κάθησε μέσα, σα να ’τανε δικό του σπίτι, και βλογηθήκανε τα θεμέλιά του. Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της Οικουμένης, οι αρχόντοι, οι δεσποτάδες κι οι επίσημοι ανθρώποι μα εκείνος δεν πήγε σε κανέναν, παρά πήγε και κόνεψε στο καλύβι του Γιάννη του Βλογημένου.

* * *

Το λοιπόν, σαν σκαρίσανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στον άγιο: «Γέροντα, έχω χαρά μεγάλη. Θέλω να μας διαβάσεις τα γράμματα τ’ Άη-Βασίλη.
Εγώ είμαι άνθρωπος αγράμματος, μα αγαπώ τα γράμματα της θρησκείας μας. Έχω και μία φυλλάδα από έναν γούμενο αγιονορίτη, κι όποτε τύχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τον βάζω και μου διαβάζει από μέσα την φυλλάδα, γιατί δεν έχουμε κοντά μας εκκλησία».

Έπιασε και θαμπόφεγγε κατά το μέρος της ανατολής. Ο άγιος Βασίλης σηκώθηκε και στάθηκε κατά την ανατολή κι έκανε το σταυρό του, ύστερα έσκυψε και πήρε μία φυλλάδα από το ταγάρι του, κι είπε: «Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων».

Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε και στάθηκε από πίσω του, και η γυναίκα βύζαξε το μωρό και πήγε και κείνη και στάθηκε κοντά του, με σταυρωμένα χέρια.

Κι ο άγιος Βασίλης είπε το «Θεός Κύριος» και το απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», δίχως να πει και το δικό του το απολυτίκιο που λέγει «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου».

Η φωνή του ήτανε γλυκιά και ταπεινή, κι ο Γιάννης κι η γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ας μην καταλαβαίνανε τα γράμματα. Και είπε ο άγιος Βασίλης όλον τον Όρθρο και τον Κανόνα της Εορτής: «Δεύτε λαοί άσωμεν άσμα Χριστώ τω Θεώ, χωρίς να πει το δικό του τον Κανόνα, που λέγει «Σου την φωνήν έδει παρείναι, Βασίλειε».

Και ύστερα είπε όλη τη λειτουργία κι έκανε απόλυση και τους βλόγησε. Και σαν καθήσανε στο τραπέζι και φάγανε κι αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά.

Κι ο άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα, κι είπε: «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος κ έκοψε το πρώτο το κομμάτι κι είπε «του Χριστού» κι ύστερα είπε «της Παναγίας», κι ύστερα είπε «του νοικοκύρη Γιάννη του Βλογημένου».
Του λέγει ο Γιάννης: «Γέροντα, ξέχασες τον άη- Βασίλη!».
Του λέγει ο άγιος: «Ναι, καλά! κι ύστερα λέγει: «Του δούλου του Θεού Βασιλείου». Κι ύστερα λέγει πάλι: «Του νοικοκύρη, «της νοικοκυράς», «του παιδιού», «του παραγυιού», «των ζωντανών», «των φτωχών».

Τότε λέγει στον άγιο ο Γιάννης ο Βλογημένος: «Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;
Του λέγει ο άγιος: «Έκοψα, Βλογημένε!» μα, ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα, ο μακάριος. Κι ύστερα, σηκώθηκε όρθιος ο άγιος Βασίλειος κι είπε την ευχή του «Κύριε ο Θεός μου, οίδα ότι ουκ ειμί άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθεις του οίκου της ψυχής μου».
Κι είπε ο Γιάννης ο Βλογημένος: «Πες μου, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, σε ποιά παλάτια άραγες πήγε σαν απόψε ο άγιος Βασίλης; οι αρχόντοι κι οι βασιλιάδες τι αμαρτίες να χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστε αμαρτωλοί, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε».

Κι ο άγιος Βασίλης δάκρυσε κι είπε πάλι την ευχή, αλλοιώτικα: «Κύριε, ο Θεός μου, οίδα ότι ο δούλος σου Ιωάννης ο απλούς εστίν άξιος και ικανός ίνα υπό την στέγην του εισέλθεις. Ότι νήπιος υπάρχει και τα μυστήριά Σου τοις νηπίοις αποκαλύπτεται».

Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο μακάριος, ο Γιάννης ο Βλογημένος…

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

και για την αντιγραφή Φουρόκατος

Δεκέμβριος 31, 2018 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , , , | Σχολιάστε

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτόν νερόχιονον, ο γραίος αδιάκοπος εφύσα και ήτο ψύχος και χειμών τας παραμονάς των Χριστουγέννων του έτους…

Ο κυρ Αλέξανδρος είχε νηστεύσει ανελλιπώς ολόκληρον το Σαρανταήμερον και είχεν εξομολογηθεί τα κρίματά του (Παπά-Δημήτρη το χέρι σου φιλώ!). Και αφού εγκαίρως παρέδωσε το χριστουγεννιάτικον διήγημά του εις την «Ακρόπολιν» και διέθεσεν ολόκληρον την γλίσχρον αντιμισθίαν του προς πληρωμήν του ενοικίου και των ολίγων χρεών του, γέρων ήδη κεκμηκώς υπό των ετών και της νηστείας, αποφεύγων πάντοτε την πολυάσχολον τύρβην, αλλά φιλακόλουθος πιστός, έψαλεν, ως συνήθως, με την βραχνήν και σπασμένην φωνήν του, πλήρη όμως ενθέου πάθους, ως αριστερός ψάλτης, εις το παρεκκλήσιον του Αγίου Ελισσαίου τας Μεγάλας Ώρας, σχεδόν από στήθους, και ότε επανήλθεν εις το πτωχικόν του δωμάτιον, δεν είχεν ακόμη φέξει!

Ήναψε το κηρίον του και τη βοηθεία του κηρίου (και του Κυρίου!) έβγαλε το υπόδημά του το αριστερόν, διότι τον ηνώχλει ο κάλος, και ημίκλιντος επί της πενιχράς στρωμνής του, πολλά ρεμβάζων και ουδέν σκεπτόμενος, ήκουε τας ορυγάς του κραταιού ανέμου και τους κρότους της βροχής και έβλεπε νοερώς τον πορφυρούν πόντον να ρήγνυται εις τους σκληρούς αιχμηρούς βράχους του νεφελοσκεπούς και χιονοστεφάνου Άθω.

Εκρύωνεν. Αλλά το καφενείον του κυρ Γιάννη του Αγκιστριώτη ήτο κλειστόν. Αλλά και οβολόν δεν είχε να παραγγείλει:

– Πάτερ Αβραάμ, πέμψον Λάζαρον! (ένα ποτηράκι ρακή ή ρώμι).

Εκείνην την χρονιάν τα Χριστούγεννα έπεσαν Παρασκευήν. Τόσον το καλύτερον. Θα νηστεύσει και πάλιν, ως το είχε τάμα να νηστεύει δια βίου κάθε Παρασκευήν δια να εξαγνισθεί ο αμαρτωλός δούλος του Θεού από το μέγα κρίμα της νεότητός του, που είδε τυχαίως από την κλειδαρότρυπαν την νεαράν του εξαδέλφην να γδύνεται.

Έκαμε τον σταυρόν του κι εσκεπάσθη με την διάτρητον βατανίαν του, όπως ήτο ντυμένος και με τα υποδήματα – πλην του αριστερού.

Και τότε ευρέθη εις την προσφιλήν του νήσον των παιδικών του χρόνων με τα ρόδιν’ ακρογιάλια, τας αλκυονίδας ημέρας, τας χλοϊζούσας πλαγιάς, με τα κρίταμα, την κάππαριν και τας αρμυρήθρας των παραθαλασσίων βράχων και με τους απλούς παλαιούς ανθρώπους, θαλασσοδαρμένους ή ναυαγούς, ζωντανούς και κεκοιμημένους.

Και ήλθεν ο Χριστός με το τεθλιμμένον πρόσωπον, η Παναγία η Γλυκοφιλούσα με το λευκόν και ένθεον Βρέφος της, ο Άγιος Στυλιανός, ο φίλος και φρουρός των νηπίων, η Αγία Βαρβάρα και η Αγία Κυριακή με τους σταυρούς και τους κλάδους των φοινίκων εις τας χείρας, ο όσιος Αντώνιος και Ευθύμιος και Σάββας με τας γενειάδας και τα κομβοσχοίνιά των· και ήλθε και ο όσιος Μωϋσής ο Αιθίοψ, «άνθρωπος την όψιν και θεός την καρδίαν», η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια κρατούσα εις τας χείρας το μικρόν της ληκύθιον, το περιέχον τα λυτήρια όλων των μαγγανειών και επωδών, ο Άγιος Ελευθέριος, η Αγία Μαρίνα και είτα ο Άγιος Γεώργιος και ο Άγιος Δημήτριος με τα χαντζάρια των, με τας ασπίδας και τους θώρακάς των – ολόκληρον το Τέμπλον του παρεκκλησίου της Παναγίας της Γλυκοφιλούσης εκεί επάνω εις τον βράχον τον μαστιζόμενον από θυέλλας και λαίλαπας και λικνιζόμενον από το πολυτάραχον και πολύρροιβδον κύμα….

Φέγγος εαρινόν και θαλπωρή διεχύθησαν εντός του υγρού δωματίου και ο κυρ Αλέξανδρος λησμονήσας τον κάλον του ανεσηκώθη να φορέσει και το αριστερόν του υπόδημα δια ν’ ασπασθεί ευλαβώς τους πόδας του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων.

Αλλ’ η οπτασία εξηφανίσθη και ιδού ευρέθη εις τον Άι Γιάννην τον Κρυφόν, που εγιάτρευε τους κρυφούς πόνους κι εδέχετο την εξαγόρευσιν των κρυφών αμαρτιών. Πλήθος πιστών είχεν ανέλθει από την πολίχνην, ζωντανοί και συγχωρεμένοι, να παρακολουθήσουν την Λειτουργίαν, την οποία ετέλει ο παπά-Μπεφάνης βοηθούμενος από τον μπάρμπ’ Αναγνώστην τον Παρθένην.

Κατά περίεργον αντινομίαν των στοιχείων, ήτο καλοκαίρι κι η Λειτουργία είχε τελειώσει και ήτον δεν ήτον τρίτη πρωϊνή, ότε η αμφιλύκη ήρχισε να ροδίζει εις τον αντικρυνόν ζυγόν του βουνού.

Όλοι γείτονες, λάλοι και φωνασκοί, εκάθηντο κατά γης πέριξ εστρωμένης καθαράς οθόνης. Τέσσερ’ αρνιά, τρία πρόβατα, δύο κατσίκια, αστακοουρές, κεφαλόπουλα καπνιστά της λίμνης, αυγοτάραχον και εγχέλεις αλατισμένοι, πίττες, κουραμπιέδες, μπακλαβάδες, πορτοκάλια και μήλα – όλα τα καλούδια, προϊόντα της μικρής και ωραίας νήσου, περιέμενον τους συνδαιτυμόνας.

– Καλώς ώρισες κυρ Αλέξαντρε, κάτσε κ’ η αφεντιά σου, του είπεν η θεια η Αμέρσα.

Αλλά τι βλέπει γύρω του; Όλους τους ήρωας και τας ηρωίδας των Χριστουγεννιάτικων διηγημάτων του. Εκεί ήτον η θεια-Αχτίτσα, φορούσα καινουργή μανδήλαν και νέα πέδιλα, επιδεικνύουσα μετ’ ευγνωμοσύνης το συνάλλαγμα των δέκα λιρών, το οποίον μόλις έλαβε από τον ξενητευμένον εις την Αμερικήν υιόν της. Δίπλα της εκάθητο κι ο Γιάννης ο Παλούκας, ο προσποιηθείς τον Καλλικάντζαρον την Παραμονήν των Χριστουγέννων και ληστεύσας τον Αγγελήν, τον Νάσον, τον Τάσον – όλα τα παιδιά τα οποία κατήρχοντο από την Επάνω ενορίαν, αφού είχαν ψάλει τα Κάλανδα. Εσηκώθη και παρέδωσεν εις τον κυρ Αλέξανδρον τας κλεμμένας πεντάρας -δεν είχε πως να μεθύσει και εορτάσει τα Χριστούγεννα εκείνην την χρονιάν (συχωρεμένος ας είναι!).

Ιδού κι ο Μπάρμπ’ Αλέξης, ο Καλοκαιρής, που δεν είχεν ανάγκην του πορθμείου του Χάρωνος δια να πηδήσει εις τον άλλον κόσμον· είχε το ιδικόν του, υπόσαθρον πλοιάριον, αυτόχρημα σκυλοπνίχτην. Μαζί του ήτον κι ο σύντροφός του ο Γιάννης ο Πανταρώτας ο ναυτολογημένος ως Ιωαννίδης και διατελών εν διαρκεί απουσία κατά τας ώρας της εργασίας.

– Να φροντίσεις, του είπεν ο Πανταρώτας, να πάρω την σύνταξή μου!

Και λησμονών την ιερότητα της στιγμής εμούντζωσε το κενόν συνοδεύων την άσεμνον χειρονομίαν με την ασεμνοτέραν βλασφημίαν:

– Όρσε, κουβέρνο!

Εκεί ήτον κι ο Μπάρμπα-Διόμας, ευτυχής διότι εγλύτωσεν από το ναυάγιον και ερρόφησεν απνευστί επί του διασώσαντος αυτόν τρεχαντηρίου ολόκληρον φιάλην πλήρη ηδυγεύστου μαύρου οίνου δια να συνέλθει – ω πενιχρά, αλλ’ υπερτάτη ευτυχία του πτωχού!

Αλλ’ ιδού έτρεξε να του σφίξη την χείρα και ο βοσκός ο Σταθ’ς του Μπόζα, του οποίου δύο αίγες είχον βραχωθή εις τον κρημνόν υπεράνω της αβύσσου, όπου έχαινεν ο πόντος και ήτο αδύνατον να σωθούν, αν δεν τον κατεβίβαζαν δια σχοινίου εις τον βράχον με κίνδυνον της ζωής του.

– Την Ψαρή την έχω τάξει ασημένια στην Παναγιά. Τη Στέρφα (την άλλην αίγα) θα την σφάξω για σένα, να την φάμε.

Και η Ασημίνα του μαστρο-Στεφανή του βαρελά, με τας τέσσαρας κακοτυχισμένας θυγατέρας, τη Ροδαυγή, την Ελένη, τη Μαργαρώ και την Αφέντρα, η Ασημίνα, που την μίαν ημέραν εώρτασε τους γάμους της Αφέντρας με τον Γρηγόρη της Μονεβασάς και την άλλην ημέραν επένθησεν τον θάνατον του υιού της του Θανάση.

Τέλος, ω! της εκπλήξεως, ενεφανίσθη και ο έτερος εαυτός του, ο Αλέξανδρος Παπαδημούλης, ο πτωχαλαζών, ο ασχολούμενος εις έργα μη κοινώς παραδεδεγμένης χρησιμότητος!

Ο κυρ Αλέξανδρος ησθάνθη τύψεις, ότι έπλασεν όλους αυτούς τους ανθρώπους του λαού τόσον δυστυχείς και ταπεινούς ή τόσον αμαρτωλούς (ουδείς αναμάρτητος!) και τον εαυτόν του τόσον επηρμένον!…

Αλλά την στιγμήν εκείνην τον διέκοψεν η οκταόκαδος τσότρα, η περιφερομένη από χειρός εις χείρα. Δεν επρόλαβε να την εναγκαλισθή και ήχησαν τα λαλούμενα (βιολιτζήδες ντόπιοι και τουρκόγυφτοι με κλαρινέτα) και … εξύπνησεν.

Ποτέ ο κοσμοκαλόγηρος κυρ Αλέξανδρος δεν εξύπνησε τόσον χορτάτος, όσον εκείνην την αγίαν ημέραν, ο νήστις του Σαρανταημέρου και ο νήστις όλης της ζωής του! – ζωήν να έχει!

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

και για την αντιγραφή Φουρόκατος

Δεκέμβριος 21, 2018 Posted by | Πολιτική και πολιτισμός | , , | Σχολιάστε